Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Προς τη μεριά που είναι το φως...«Η γυναίκα με τα χέρια από φως», Λιλή Λαμπρέλλη


...αν ο σκοπός δεν είναι απλά η ύπαρξη αλλά η συν - ύπαρξη

Φ
τιαγμένη από σάρκα και οστά, ευάλωτη αλλά όχι εύθραυστη. Κυρίως, όχι άτρωτη. Αυτό που σε κάνει Γυναίκα δεν είναι κάποιο υπερτιμημένο σύμβολο θηλυκότητας, φιλαρέσκειας ή ματαιοδοξίας. 

Είναι η «βασιλεία» σου στην επικράτεια της ψυχής, το συναίσθημα, το δόσιμο, η σχέση.

Ο ανταγωνισμός, η επιβολή, η κυριαρχία, η δύναμη, ας μείνουν του αρσενικού όπλα...αν ο σκοπός δεν είναι απλά η ΥΠΑΡΞΗ αλλά η ΣΥΝ - ΥΠΑΡΞΗ. 

Kyuin Shim, «Intersection»
______


Ανταγιά – Ανταύγεια, Φωτεινή

Στο παραμύθι «Η γυναίκα με τα χέρια από φως», ελληνόφωνο παραμύθι από τον Καύκασο, η γυναίκα που ακούει στο όνομα Ανταγιά – Ανταύγεια, Φωτεινή στη γλώσσα μας – βγαίνει στο πιο ψηλό παράθυρο του σπιτιού και απλώνει τα χέρια της μπροστά. 

Στο δρόμο του φωτός των χεριών της περπατά ο σύντροφός της. Ένα φωτισμένο πέρασμα που τον οδηγεί από τον εαυτό του σε αυτήν, ξεφεύγοντας από τους εχθρούς του. Μαζεύει εκείνη τα χέρια της και όλους τους ρουφά πίσω του το σκοτάδι ή η χαράδρα.

Μα μια μέρα σαν τον ρωτάνε πώς τα καταφέρνει να περνά νύχτα το στενό πέρασμα με πλήθος εχθρούς ξωπίσω του και να φτάνει στο σπίτι του σώος κι αλώβητος κάθε φορά, αυτός ξιπάζεται και αρνιέται το φωτεινό πέρασμα της σχέσης.

-  Γιατί έχω μάτι αϊτού. Γιατί είμαι ο πιο σπουδαίος καβαλάρης που γεννήθηκε ποτέ στην πλάση. Γιατί είμαι ατρόμητος. Κανένα βέλος δεν τολμάει να μ' αγγίξει, κανείς εχθρός να μ' αντικρίσει, κανείς φίλος να με παραβγεί. 


Franz Alexeevich Roubaud:The Return from the Hunt
__________

Κι εγώ; Δε βοηθάω σε τίποτα το γυρισμό σου;


Η γυναίκα του ξαφνιάστηκε από την τόση ξιπασιά. Του είπε:

-  Κι εγώ; Δε βοηθάω σε τίποτα τον γυρισμό σου;

-  Σε τι να βοηθήσεις εσύ, γυναίκα αδύναμη κι αμάθητη στα αντρίκια πράγματα; Το μόνο που μπορείς είναι να σφάξεις έναν κόκορα και να τον μαγειρέψεις για τον ερχομό μου. Ούτε καβαλικεύεις, ούτε χειρίζεσαι το τόξο, ούτε ξέρεις τα περάσματα. Κλείσε το στόμα σου, λοιπόν, τράβα να φέρεις κι άλλο κρασί, και στις κουβέντες των αντρών μην μπαίνεις.

Τότε αυτή σηκώθηκε αργά και τον κοίταξε κατάματα. Του είπε:

-  Τι άντρας είσαι εσύ που δεν τιμάς την ίδια τη γυναίκα σου; Θυμάσαι μόνο ό,τι σε βολεύει για να παινεύεσαι κι όλα τ' άλλα τα ξεχνάς. Να μου κοπούν τα χέρια αν σε βοηθήσω να βγεις απ' το σκοτάδι. Την άλλη φορά που θα πας να πολεμήσεις, γύρνα πίσω, αν είσαι άξιος να γυρίσεις, μ' όποιον τρόπο μπορείς.

Σηκώθηκε κι αυτός με τόση βία που έριξε κάτω το τραπέζι, σπάζοντας και σκορπώντας, χύνοντας ό,τι ήταν πάνω του στρωμένο.

– Τώρα θα δεις ποιος είμαι, είπε.

Κι ευθύς ανέβηκε στ' άλογό του και κάλπασε σαν άνεμος. Φύγαν οι καλεσμένοι σιωπηλοί. Έφυγε σιγά σιγά κι η μέρα κι άρχισε να πέφτει το σκοτάδι.

Ο κλέφτης κατέβηκε στην κοιλάδα και προσπάθησε ν' αρπάξει ένα κοπάδι πρόβατα. Όμως, όχι μόνο δεν τα κατάφερε, αλλά τον πήρανε χαμπάρι και τον κυνηγήσανε. Αυτός είδε κι απόειδε πως δεν μπορούσε αλλιώς να τους ξεφύγει και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Σαν μπήκε στης χαράδρας τα στενά, είχε νυχτώσει για καλά.

Η γυναίκα δέσμια του θυμού της, κράτησε τα χέρια της από φως κλειστά . Τον καβαλάρη δέσμιο της αλαζονείας του, τον ρούφηξε το σκοτάδι. 



Franz Alexeevich Roubaud, 1856-1928
___________

Η γυναίκα του αγρυπνούσε στο πιο ψηλό της δώμα. Κάποια στιγμή, τον άκουσε από μακριά με άγριες φωνές να την προστάζει να φανεί. Έσφιξε σε γροθιές τα χέρια της και δεν κουνήθηκε. Εκείνος φώναζε, ούρλιαζε... Έξαφνα, σιωπή.

Τότε, η γυναίκα έτρεξε έξω. Άπλωσε τα χέρια της στο μονοπάτι. Ως πέρα, μακριά, δεν υπήρχε ούτε καβαλάρης, ούτε άλογο. Αλαφιασμένη, έστρεψε τα χέρια στο βάθος της χαράδρας και τον είδε - μια ακίνητη σκοτεινή κουκκίδα.Έβγαλε φωνή μεγάλη και σαν τρελό κατσίκι πηδούσε από βράχο σε βράχο όλη τη νύχτα ως να κατεβεί. Το χάραμα, φτάνοντας εκεί που ήταν πεσμένος, τον πήρε αγκαλιά. Έμεινε εκεί, χωρίς νερό, χωρίς ψωμί, τρεις μέρες και τρεις νύχτες και τον έκλαιγε. Ύστερα, έσκαψε τάφο και τον έθαψε.



Franz Alexeevich Roubaud, 1856-1928
_____________


...ίδιος ο άντρας της, αλλά με γελαστά μάτια και μερεμένο πρόσωπο

Τότε,
μες στη σιωπή της ερημιάς, άκουσε καλπασμό. Γύρισε κι είδε έναν καβαλάρη - της φάνηκε ίδιος ο άντρας της, όμως με γελαστά μάτια και μερεμένο πρόσωπο. Όταν αυτός πλησίασε και κατέβηκε από τ' άλογό του, η γυναίκα κατάλαβε πως ήταν ένας ξένος. Τη ρώτησε αν θέλει βοήθεια, ποιος ήταν ο καημός της και το κλάμα της αντηχούσε στα βουνά.

-  Δεν μπορείς τίποτα για μένα. Τράβα τον δρόμο σου, του αποκρίθηκε εκείνη κι έσκυψε πάνω στο μνήμα.

-  Μια γυναίκα μόνη στο βάθος της χαράδρας χρειάζεται έναν άντρα για ν' ανεβεί.

-  Άλλη γυναίκα, μπορεί. Εγώ θ' ανέβω σαν το θελήσω, δίχως βοήθεια.

-  Φεύγω, μα θα ξανάρθω, της είπε ο καβαλάρης.

Τότε, αυτή άνοιξε τα μπράτσα της στον ουρανό κι είπε:

-  Θεά του φεγγαριού, φέρε καταιγίδα και δοκίμασε τον καβαλάρη τούτον. Δείξε μου αν είναι αντρειωμένος.

Δεν πρόλαβε ν' αποσώσει τα λόγια της κι ευθύς άνοιξαν οι κρουνοί τ' ουρανού κι άστραφτε και βροντούσε. Κι αυτή μούσκεψε ως το κόκαλο, σκυμμένη στον τάφο. Έξαφνα, ένιωσε μια ζέστα να την πλημμυρίζει. Ο καβαλάρης ήταν εκεί δίπλα της και την τύλιξε στην κάπα του.

-  Πώς κατάφερες να περάσεις τα φουσκωμένα νερά μέσα στην καταιγίδα; τον ρώτησε.

-  Δεν το κατάφερα εγώ, αλλά το άλογο μου, της αποκρίθηκε αυτός, γελώντας.

Ευθύς, σα με το γέλιο του, σταμάτησε η βροχή και βγήκε ο ήλιος. Κι απ' τη μια στιγμή στην άλλη, φύτρωσαν παντού χορτάρια και πολύχρωμα λουλούδια.
Αυτή ψιθύρισε:

-  Παντού χαρά Θεού, παντού χορτάρια και λουλούδια, παντού ζωή, εκτός απ' τον φρεσκοσκαμμένο τάφο. Γιατί;

Κι ο άντρας που ήταν δίπλα της της αποκρίθηκε:

-  Μπορεί γιατί εκείνος που είναι μέσα αγαπούσε τον εαυτό του μόνο - μπορεί να μην αγαπούσε τη ζωή.

-  Εκείνος που είναι μέσα μ' αγαπούσε και τον αγαπούσα.

-  Αν στ' αλήθεια σ' αγαπούσε, ο τάφος του θα πλημμύριζε λουλούδια. Κρίνε μονάχη σου, αν μπορούσε ν' αγαπήσει. Άκου με, αν θες: Πήγαινε σπίτι σου. Κάνε το πένθος σου. Εγώ θα σε περιμένω όσο χρειαστεί από την άλλη μεριά της χαράδρας.



Απ' τη μεριά που ήταν το φως...

Αυτά είπε κι έφυγε. Κι η γυναίκα γύρισε στο σπίτι της και νίφτηκε, κι ήπιε νερό κι έφαγε ψωμί και σκεφτόταν τη ζωή της σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. 

Στο πλήρωμα της τελευταίας νύχτας, βγήκε στο πιο ψηλό παράθυρο κι άπλωσε ίσια μπροστά τα φωτεινά της χέρια.

Κι είδε στην άλλη άκρη της χαράδρας έναν άντρα που αγρυπνούσε ν' ανεβαίνει στο άλογο του και,λουσμένος στο δικό της φως, κρατώντας τα γκέμια του αλόγου με χέρι σταθερό, να έρχεται πιο κοντά, όλο και πιο κοντά, πάνω από τον γκρεμό, πάνω απ' τον χείμαρρο, πάνω απ' τον θάνατο. Απ' τη μεριά που ήταν το φως.

Λιλή Λαμπρέλλη, «Η γυναίκα με τα χέρια από φως» 
(Εφτά παραμύθια σχέσης από την προφορική παράδοση), 
από τη σειρά «Κι αν σου μιλώ με παραμύθια…» των εκδόσεων Πατάκη.



Ίσια εμπρός.......προς τη μεριά που είναι το φως

Μια ιστορία ζευγαριού, αλλά ιδωμένη από την πλευρά της γυναίκας. 

Η γυναίκα οδηγεί. Ο άντρας ακολουθεί και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είτε γίνεται σύντροφος είτε χάνεται για πάντα. 


Η ερωτική σχέση στην απόλυτη μορφή της. Από συμβολική άποψη θα μπορούσε να μιλάει για τη δυσκολία της ένωσης ανάμεσα στο θηλυκό - διαισθητικό - δημιουργικό κομμάτι της ψυχής μας και στο αρσενικό - δυναμικό - εγκεφαλικό μας κομμάτι, πράγμα που αφορά και τους άντρες και τις γυναίκες – και τα δυο απαραίτητα, με ζητούμενο να συνυπάρχουν σε αρμονία. 

Ούτε οδοστρωτήρες να είμαστε, σαν αυτούς που βλέπουμε να προχωρούν με αγκωνιές και δαγκωματιές ή εκείνους που αναλώνουν τη ζωή τους σε μια παραληρηματική, δημοσιοσχεσίτικη κοινωνικότητα, ούτε εσωστρεφείς δημιουργοί, «ποιητές» σε όποιο βαθμό μπορεί ο καθένας, που για να προστατευτούν από την αγριότητα επιλέγουν την απομόνωση. 

Να προχωράμε ίσια εμπρός, με έμπνευση, τόλμη και αντοχή, αλλά πάντα προς τη μεριά που είναι το φως.




Εν ειρήνη με τον εαυτό μας και τον κόσμο...

Στο δρόμο των μαγικών παραμυθιών ο ήρωας δεν κρίνεται, δεν συγκρίνεται. Είναι αξία αυταπόδεικτη. Το φως που διαλύει το σκοτάδι στο δρόμο του ,γεννιέται στη σχέση του με τον εαυτό του κι επομένως στην δύναμη του να σχετίζεται με τους άλλους ,αναγνωρίζοντας τους ως ισότιμους, άξιους της αγάπης.

Μέσα σε αυτό το φως της αναγνώρισης μας από τον άλλο, τον αγαπημένο, δεν ανθίζουμε όλοι; Και τι αξία έχει μια πορεία αυτογνωσίας , μια πορεία ενηλικίωσης, αν όχι για να μπορέσουμε να είμαστε ικανοί να συνδεθούμε με τους ανθρώπους γύρω μας; Και μέσα στο φως των αγαπητικών σχέσεων μας να ζήσουμε εν ειρήνη με τον εαυτό μας και τον κόσμο!



Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

"Από τη στιγμή που όλοι θα πεθάνουμε, είναι προφανές πως το πού και το πότε δεν έχει σημασία, Αλμπέρ Καμύ



Ο Άλμπέρ Καμύ στο σπίτι του Κατακουζηνού

Το 1955 ο Αλμπέρ Καμύ έρχεται για δεύτερη φορά  στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση που δέχτηκε από το γαλλικό ινστιτούτο της Αθήνας. 

Είναι 42 χρονών και παίρνει μέρος ως κεντρικός ομιλητής σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, ο Καμύ φιλοξενείται στο σπίτι του μεγάλου διανοούμενου και ψυχολόγου, Άγγελου Κατακουζηνού. 

Το σπίτι του Κατακουζηνού γίνεται το ιδανικό σκηνικό ενός «γαλλικού» κύκλου ελλήνων συγγραφέων, ποιητών και καλλιτεχνών οι οποίοι συγκεντρώνονται γύρω από τον Καμύ. Σε εκείνο το αθηναϊκό σπίτι της Λεωφόρου Αμαλίας 4, το γεμάτο αγάλματα και πίνακες ζωγραφικής, ο γάλλος συγγραφέας θα χτίσει στενές φιλίες, ενώ ολόκληρη η εμπειρία της συγκατοίκησης μαζί του θα αποτελέσει το υλικό ενός βιβλίου που θα εκδώσει η σύζυγος του Άγγελου Κατακουζηνού το 1960.



......τρέμω το αυτοκίνητο.....

27 τ' Απρίλη του 1955. Μέρα ολόφωτη, γιορτινή. Μέρα που σημάδεψε τη ζωή μας......

Ο Camus ήρθε πολύ κοντά μας, ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα δικά μας και πολύ φιλικά, πολύ ζεστά, μας είπε: 

«Σας αισθάνομαι τρομερά ανήσυχους κι εκνευρισμένους. Όλο και κάτι σας απασχολεί γύρω απ' το άτομό μου. Φίλοι μου, ησυχάστε σας παρακαλώ κι ακούστε με. Απ' αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στα χέρια σας. Κάντε με ό,τι θέλετε. Πηγαίνετέ με όπου σας αρέσει. Θα κάνω ό,τι μου πείτε. Θα υπακούσω τυφλά στις διαταγές σας. Αν το επιθυμήσετε και στο τσίρκο ακόμα θα κάνω τον clown για χατίρι σας. Αρκεί να ηρεμήσετε».

Τα μάτια μου βούρκωσαν. Τόση ανθρωπιά, τόση καλοσύνη, ήταν απίστευτο, σχεδόν σε τρόμαζε...

Κι όπως μπαίναμε στ' αμάξι: «Ένα μόνο πράγμα σας ζητώ. Να μου πείτε ποιο θα είναι το θέμα της αυριανής συζήτησης».

Ξεκινούσαμε, κι εγώ καθισμένη πλάι του και πίσω από τον Fequant που οδηγούσε, ξέσπασα επιτέλους απάνω στο Σύμβουλο τραντάζοντάς τον από τους ώμους γερά. «Αθεόφοβε» ξεφώνησα «ένα πράγμα ανέλαβες να κάνεις και το ξέχασες. Μόνο μας τρέλανες με τις αμφιβολίες σου και την απαισιοδοξία σου» και δώστου μπουνιές στο νεαρό διπλωμάτη. Εκείνος αιφνιδιάστηκε, τρόμαξε από το αναπάντεχο ξέσπασμά μου, πάτησε γκάζι, ύστερα φρένο, πάλι γκάζι, και το αυτοκίνητο σα μεθυσμένο άρχισε να ταρακουνιέται μια μπρος μια πίσω, να τρέχει ζερβά, δεξιά, και τότε:

«Σταματήστε, θα σκοτωθούμε» φώναξε απεγνωσμένα ο Camus, κι αγκριώθηκε από το μπράτσο μου τρέμοντας, το πρόσωπό του κάτασπρο σαν πανί.

Ζμούρωσα ευθύς στη γωνία μου, με τον Άγγελο να με κατσαδιάζει άγρια κι από πάνω.
Κοντεύαμε πια να φθάσουμε στην Κηφισιά, κι όπως ετοιμαζόμουνα να πω τα κατάλληλα λόγια, να μου συχωρεθεί το άπρεπο φέρσιμό μου, με πρόλαβε ο Camus, όταν πολύ ευγενικά μου ζήτησε εκείνος συγγνώμη.

«Πρέπει να σας ομολογήσω», συνέχισε, «πως τρέμω το αυτοκίνητο. Κάθε φορά που μπαίνω μέσα, είμαι σίγουρος πως θα σκοτωθώ. Μου είναι αδύνατο ν' απαλλαγώ από αυτό το άγχος. Δεν μπορώ να το καταπολεμήσω, όσο κι αν προσπαθώ». 

Και στον Άγγελο: «Ίσως εσείς σαν ψυχίατρος μπορέσετε να με βοηθήσετε».

Να 'ταν τάχα προαίσθημα τραγικό;...



Στις 4 Ιανουαρίου του 1960 ο Albert Camus πεθαίνει σε τροχαίο στη νότιο Γαλλία. Ήταν μόνο 46 χρονών.



«Όχι μπαρούτι......Αγάπη μονάχα να ζητάς, αγάπη...». 

29 τ' Απρίλη. Αεράκι ανάλαφρο θαλασσινό, ευωδιές από πεύκο, θυμάρι, ρύκι και χαμομήλι, παπαρούνες σπαρμένες ολούθε στα πόδια μας κι ο Ναός της Αφαίας Θεάς. Στοχαστικός, γαλήνιος, αιώνιος. 

Ο Albert Camus με τη χλομάδα ακόμα πιο έντονη στο πρόσωπό του ξεμάκρυνε από μας, βάδισε σαν υπνωτισμένος προς τα ερείπια. Μοναχική φιγούρα στον έρημο χώρο, τον βλέπαμε να κινείται αργά, τελετουργικά, ν' ατενίζει με δέος τη μετώπη, ν' αγγίζει ευλαβικά τις δωρικές κολόνες, ν' αγναντεύει κάτω τη θάλασσα, να λυγίζει το γόνυ σε προσκύνημα. Κι αναπάντεχα ν' απλώνει το κορμί πάνω στις ζεστές πλάκες και ν' απομένει ακίνητος, με τα μάτια σφαλιστά σα νεκρός.

Ένα μαυριδερό ξυπόλυτο παιδάκι, μ' ένα πολύχρωμο μπουκετάκι στο χέρι, ξεφύτρωσε ξαφνικά ανάμεσα στα ερείπια κι ήρθε και στάθηκε πάνω απ' τον Camus να τον περιεργάζεται. Και πριν προλάβουμε να το απομακρύνουμε τον ρώτησε: 

«Κοιμάσαι καλέ; κοιμάσαι;»

Ο φίλος μας άνοιξε τά μάτια του, είδε το μικρούλη να του προσφέρει τα λουλούδια, ανασηκώθηκε κι ονειροπαρμένος, όπως ήτανε, του χαμογέλασε αχνά, ψιθύρισε ένα «ευκαριστώ» κι έχωσε το πρόσωπό του μες στ' αγριολούλουδα να οσφραίνεται άπληστα το παρθενικό άρωμά τους.

Ωστόσο το χεράκι, του μικρού έμενε πάντα εκεί απλωμένο. Ο Camus το πρόσεξε κι απόρησε. 

«Τι ζητάς όμορφο Ελληνόπουλο; Τι ζητάς;» Και ξαφνικά με αγωνία: «Όχι μπαρούτι, ποτέ πια μη ζητήσεις μπαρούτι, σε ικετεύω. Αγάπη μονάχα να ζητάς αγάπη...». 

Τ' αγκάλιασε και το φίλησε τρυφερά. Στις ανώτερες σφαίρες που ταξίδευε εκείνη την ώρα ο συγγραφέας μας πώς να του πάει ο νους στα ευτελή και στα γήινα; Στο παραδάκι! Ο μικρός, παραξενεμένος, κοίταζε με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια του τον αλλόκοτο ξένο που του μιλούσε σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε, τον κρατούσε αγκαλιά δίχως να του βάζει και τίποτα στο χεράκι, που δεν έλεγε να το μαζέψει. Τότε, πλησιάσαμε κι εμείς και την ώρα που χάιδευα το παιδάκι, ο Άγγελος του 'χωσε με τρόπο στη χούφτα του λίγες δραχμούλες.

«Στο Ναό μένεις;» τον ρώτησε ο Camus που βρισκόταν πάντα στα σύννεφα. 

«Μπιτ χαζός είναι ο κύριος; Στα χαλάσματα θα μένω;» αγανάχτησε ο μικρούλης όταν του εξηγήσαμε. 

«Έχω σπίτι εγώ, να εκεί...» κι έδειξε με το χεράκι του μια καλύβα, «κάτου στη θάλασσα».

«Θάλαττα, θάλαττα» φώναξε ο Camus, και πετάχτηκε απάνω, η έξαψη να χρωματίζει το πρόσωπό του. Κι αρχίνησε να κατηφορίζει με το ένα χέρι ψηλά ανεμίζοντας σαν πολύχρωμη σημαία τα λουλούδια, και με τ' άλλο να τραβάει το παιδί που τα 'χε ολότελα πια χαμένα.

Η Άγια Μαρίνα τότε ακόμα ήτανε μια πανέμορφη παρθένα αγκαλιά, κι η θάλασσά της κρου-σταλλένια. Ασυγκράτητη, έτρεξα να χωθώ στό νερό. 

«Albert όχι εσείς, σας το απαγορεύω» φώναξε ο Άγγελος που ερχότανε παρέα μου. 

«Το νερό είναι πάγος κι ύστερα από την τελευταία αρρώστια σας...». Και τότε ο Camus είπε τούτα τα λόγια που θα τα θυμάμαι σ' όλη μου τη ζωή: 

«Όταν βλέπεις τη Λητώ με τι λαχτάρα και τι κέφι μπαίνει στη θάλασσα, δεν μπορείς ν' αντισταθείς. Θα την ακολουθήσεις ακόμα κι αν είναι να χαθείς». 

Κι όπως έστρεψα το κεφάλι, είδα τον Camus με το κάτασπρο λιγνό κορμί να προχωρεί θαρραλέα και να μπαίνει στη θάλασσα αργά κι επίσημα σα να παν να λουστεί στα νερά του Ιορδάνη.

Λητώ Κατακουζηνού, Συντροφιά με τον Albert Camus, εκδόσεις Ερμείας 


Τον Ιούνιο του 1959, ο Καμί επισκέφθηκε το Σίγρι με το σκάφος του εκδότη του, Μισέλ Γκαλιμάρ.


«Είναι ο τόπος των θεών, ό,τι ζητήσεις στο δίνουν».

Ιούνιος 1959

Δειλινό της Αθήνας. - Ώρα που νιώθεις όλα τα βάρη του κόσμου να πέφτουν απάνω σου. Κι η μοναξιά ασήκωτη, απλώνεις το χέρι στον αγαπημένο σου σύντροφο, στον καλό φίλο, πίνεις ένα ποτό, ανάβεις τσιγάρο ακούς μια αγαπημένη σου μελωδία...

Τούτη την ώρα ο Albert Camus μας φανέρωσε το κρυφό μυστικό του.

Στο Σύγρι, το μικρό ψαράδικο χωριό στα δυτικά, στην άκρη της Λέσβου, θα πήγαινε την ερχόμενη άνοιξη. Εκεί θα τέλειωνε ένα έργο του για το θέατρο. Το θέατρο, η μεγάλη αδυναμία του. 

Ερχόταν μας είπε από το νησί. Είχε πάει με το πλεούμενο του φίλου του Gallimard, μαζί τους θαρρώ κι ο ζωγράφος Πράσινος. Στη Μυτιλήνη, σε κάποια αδιαθεσία του κι ένα μικροατύχημα του φίλου του, οι κάτοικοι, δίχως να ξέρουν ποιοι ήτανε, τους περιποιήθηκαν τόσο πολύ, τους πρόσφεραν τόση ανθρώπινη ζεστασιά, που άγγιξαν βαθιά την ευαίσθητη καρδιά του.

Και ο Camus συγκινημένος από τη ζωντανή ακόμα ανάμνηση συνέχισε:

«Αργότερα όταν αράξαμε στο Σύγρι μαγεύτηκα από την γραφική λιτότητα του τοπίου, τους απλούς ανθρώπους, το απολιθωμένο δάσος και το μύθο για κείνο το άλλο, που λένε πως βρίσκεται στο βυθό. Εδώ θέλω να 'ρθω να ζήσω και να εργαστώ» είπα σε κάποια στιγμή. «Να εκεί, πάνω στη θάλασσα, σ' αυτό το απόμερο σπιτάκι».

«Τι λέει ο ξένος;» πετάχτηκε κάποιος από τους ανθρώπους που μας περιτριγύριζαν περίεργοι. Κι όταν ο φίλος μου του εξήγησε:

«Πάρτο στο δίνω, είναι δικό σου. Έλα να κάτσεις όσο θες» μου το πρόσφερε καλόκαρδα ο νοικοκύρης του.

«Καταλαβαίνετε» μας έλεγε με έξαψη ο Camus «είναι ο τόπος των θεών, ό,τι ζητήσεις στο δίνουν».



«Είναι πολύ ωραίο το νησί σου Άγγελε, ωραίο και αρρενωπό» συνέχισε ο Camus.
«Ωστόσο οι ελαιώνες, καταπράσινοι λόφοι, καμπύλες τρυφερές, ασημοντυμένες οδαλίσκες να λικνίζονται στον Αιγαιοπελαγίτικο αγέρα, παντρεύονται αρμονικά με τα ψηλά αρρενωπά βουνά, που τις καμαρώνουν ξαπλωμένες νωχελικά στα πόδια τους. Βουνά που αγναντεύουν πέρα κατά την Ανατολή, κληρονόμοι περήφανοι τής Ιωνικής φιλοσοφίας...

Κι όμως φίλοι μου η μεγάλη Ευρωπαϊκή λογοτεχνία από τον Dostoivski κι ύστερα αγνοεί το τοπίο, γυρίζει την πλάτη στην αθάνατη ομορφιά της φύσης και περιορίζεται στους μεγάλους δρόμους τής πολιτείας.

Αλλά πέρα από τη γεμάτη ιστορία φύση του νησιού, μ' εντυπωσίασαν και οι άνθρωποι που το κατοικούνε. Εκεί που θαρρείς πως είναι στεγνοί σαν τις αστυβιές και τις βαλανιδιές τους, ανακαλύπτεις μέσα τους ψυχικούς χυμούς, πολύτιμους, κρυμμένους θησαυρούς σαν τ' ασήμια απ' τις εληές τους.

Εκεί θα πάω να ζήσω Άγγελε, στο νησί σου. Όμως στα δυτικά, στο γυμνό βράχο του γραφικού ψαράδικου χωριού. Ποιος ξέρει... ίσως για πάντα...»

Ο Camus συνεπαρμένος από την ιδέα έλεγε, έλεγε όπως καμιά φορά το συνήθιζε, σα να μονολογούσε. Κι ο κύκλος έκλεισε. Δακτυλίδι πολύτιμο, αρραβώνας του Camus με την τωρινή μας Ελλάδα.

Κι εμείς χωμένοι στις πολυθρόνες μας, ή ψυχή μας να ευφραίνεται, ακούγαμε το παραμιλητό του φίλου μας, το πρόσωπό του να ξεχωρίζει στο σούρουπο χλωμό και απόκοσμο.

«Θα στέκω εκεί στην άκρη του γιαλού ν' αγναντεύω τη θάλασσα... τα κύματα του Αιγαίου να μου φέρνουν μηνύματα μακρινά, μηνύματα από την Tipasa, αρώματα της πατρίδας μου... Θα στέκω εκεί με τις ώρες, η αρμύρα να καίει τα μάτια μου, να μου στεγνώνει τα χείλη... Και θα αποχαιρετώ τον ήλιο στην κάθε δύση του, να συνηθίσω το χωρισμό. Να μη φοβάμαι τον τελικό αποχωρισμό... το θάνατο... Να συλλογιέμαι... Τι όμορφος που είναι, τι μεγαλείο που έχει ο χωρισμός...

Κι άλλες φορές, μονάχος μες στη βαρκούλα μου, κάργα το πανί στον άγριο αγέρα, θ' αρμενίζω σαν παλαβός στο μανιασμένο πέλαγο, κυνηγημένη, έρημη, χαμένη ψυχή. Κι ίσως σε κάποια απανεμιά, αποσταμένος πια σα γέρνω, στην κουπαστή να θωρώ της θάλασσας τα βάθη, ίσως και μου φανερωθούν εκείνες οι ψυχές, που είναι στα σπλάχνα της θαμμένες, για πάντα στην αιώνια σιωπή. Δάσος απολιθωμένο, που όπως όλοι λένε βρίσκεται εκεί στο βυθό, μα που εγώ δε στάθηκα τυχερός και δεν το είδα...»

Σίγρι, photo: Christos Sotiropoulos 


Δειλινό αξέχαστο, που δε θα σβήσει ποτέ από τη θύμησή μας. Τον Camus χαμένο στα οράματά του να ονειρεύεται τη ζωή του στο Σύγρι. Εκεί που ακούμπησε την καρδιά του. «Καρδιά μου ποτέ πιστή...».

Ήταν ή τελευταία φορά που ήρθε στο σπίτι μας. Ποτέ πια δεν ξαναγύρισε στην Ελλάδα.

Λητώ Κατακουζηνού, Συντροφιά με τον Albert Camus, εκδόσεις Ερμείας 






Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

"Σκίτσο ο κόσμος και ανελέητη ο θάνατος γομολάστιχα.", Αργύρης Χιόνης, ό,τι περιγράφει τον περιγράφει.....




ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ


[.....] κι ο ποιητής ο ίδιος
προσωπείο του Τίποτε.

Esteban Argentea Nieve

« Είμαι το έργο μου. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε το έργο μας. Ό,τι κάνεις σε χαρακτηρίζει. Όλοι οι συγγραφείς αυτοβιογραφούνται• ακόμα κι όταν χρησιμοποιούν μύθους και αλληγορίες αυτοβιογραφούνται. Μπορείς ν’ αλλάζεις προσωπεία αλλά παραμένεις πάντα εσύ και μιλάς πάντα για τον εαυτό σου. Το στοίχημα του ποιητή είναι να ταυτιστεί ο αναγνώστης μαζί του, να συμπαρασύρει κάποιους αναγνώστες που θα βρουν τον εαυτό τους μέσα στο δικό του ποίημα.»

Αργύρης Χιόνης



Ο ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΑΣ


Για όσους δεν το ξέρουν, νυχτοφύλακας

δεν είναι εκείνος που φυλά τη νύχτα
-κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να τηνε κλέψει-
αλλά εκείνος που φυλά τ' αστέρια μες τη νύχτα,
τ' αστέρια που πολλοί τα ορέγονται,
γι' αυτό κι ο νυχτοφύλακας,
πάντ' άγρυπνος στο πόστο του,
αδιάκοπα κοιτά τον ουρανό και τα μετρά,
ώρες ατέλειωτες,καπνίζοντας ατέλειωτα τσιγάρα,
μετρά και χάνει το λογαριασμό και ξαναρχίζει,
καπνίζοντας ατέλειωτα μικρά αστέρια.

Τα ξημερώματα, θυμάται μόνο τους διάττοντες που
      χάθηκαν,
αφού του κάψαν με τις καύτρες τους το δέρμα.


Der Nachtwächter, Karl Martin August Splitgerber. Germany (1844 - 1918):
Der Nachtwächter, Karl Martin August Splitgerber.

Ο ΦΟΝΙΑΣ

Ο φονιάς ξυπνά την ώρα που κοιμάται ο ήλιος.

Στο φως της λάμπας ετοιμάζει τα φρικτά του σύνεργα

και ξεκινά για το αιματηρό του νυχτοκάματο.
Δύσκολη όμως έχει γίνει του φονιά η δουλειά·
αυξήθηκε ο ηλεκτροφωτισμός στις πόλεις
ούτε μια σκοτεινή αλέα πια δεν βρίσκει·
κάτω από γέφυρες, μέσα σε βρομερά χαντάκια ελλοχεύει
και του σκουριάζει η υγρασία τις αρθρώσεις,
τρέμουν τα χέρια του και νιώθει το μαχαίρι
του καιρού στην πλάτη του και στα νεφρά του.

Όμως αυτό που πιο πολύ τσακίζει τον φονιά
είναι η απάθεια των θυμάτων του·
όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο λίγο του αντιστέκονται,
τόσο πιο έτοιμα είναι να πεθάνουν.

Με φρίκη διαπιστώνει ο φονιάς ότι, σε λίγο,
θα σκοτώνει μόνο πεθαμένους.


Alain Fleischer:
Alain Fleischer

Ο ΤΖΟΥΤΖΕΣ



στον Νίκο Ζούδιαρη



«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς

«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.

«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,

χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.

«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,

χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.

«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές

«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.

«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,

δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.

«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,

Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.


#despertar O chamado homem civilizado esqueceu-o.. Ele o recorda somente figurativa e metaforicamente, quando, irritado pela sua inaptidão, fala do destino pregando partidas ou de coisas que estão minadas. Ele nunca suspeita que sua própria sombra oculta e aparentemente inofensiva tem qualidades cujo perigo excede os seus mais loucos sonhos. ~ Carl Jung, Figura do Trapaceiro | Michael Cheval:

Ο ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΣΠΟΡΕΥΣ



Μπορεί να έχεις το πρεπούμενο μεράκι

και να ΄ναι αφράτο και παχὺ το χώμα

κι ο σπόρος που έσπειρες να είναι εκλεκτός 
και να ΄χεις τον καιρὸ για σύμμαχο
και να΄ναι η βροχὴ απαλή και τακτική,
κι όμως να μην αξιωθείς να δεις
να σκάει το φύτρο μύτη πράσινη.

Μπορεί να τρως καρπὸ και τα κουκούτσια,
που δίχως σκέψη φτύνεις
σε πατημένο χώμα κι άγονο,
ξέσκεπα κι απροστάτευτα, ν'ανοίξουν, 
να ρίξουν ρίζες και να δέσουν φύλλα,
να δέσουν άνθη και καρπὸ καινούργιο· 
τα κουκούτσια που φτύνεις δίχως σκέψη
και, μάλιστα, με κάποια περιφρόνηση.



“The major crisis of the human race is not of raising our IQs, it is one of elevating our WILL quotients. We must will ourselves to happiness, and thereby experience true health.” -Bruce Lipton:

ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Με ήτα η ζωή τελειώνει·

με ήττα, επίσης.
Α.Χ.



Ι


Καβάλα σ'ένα κουνιστό αλογάκι,
με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί, 
πήρα κι εγώ μέρος στη μάχη, 
στο αίμα,στη φωτιά,στην αρπαγή.

Καβάλα σ ένα κουνιστό αλογάκι,
μπρος-πίσω,πίσω-μπρος,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο,
των ίσκιων στρατηλάτης κι αρχηγός,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο
κι έφτασα τώρα εδώ,
στην κουνιστή μου πολυθρόνα,
μπρος-πίσω,πίσω-μπρος...

Τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο
και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί.
η μάχη,το αίμα,η φωτιά κι η αρπαγή
θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη•
καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει,
ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή.


child on toy horse:

   ΙΙ

                                         μνήμη Maria Blijstra


Ό,τι χαλάει ό,τι σπάζει, περίτρανα τους γέ-
ροντες τρομάζει, με το δικό τους τέλος ομοιά-
ζει, με το δικό τους τσάκισμα από του χρόνου 
τις απρόσεχτες και βιαστικές κινήσεις. Γι' αυ-
τό σιγά σιγά, προσεχτικά, το βάρος του κορ-
μιού τους σε πολυθρόνες και καρέκλες αποθέ-
τουν και φέρνουνε στα χείλη το ποτήρι τους,
κρατώντας το σφιχτά, με τα δυο χέρια. 
«Όσο κρατούν τα πράγματα, κρατώ κι εγώ», 
φαίνεται να 'ναι η κρυφή ελπίδα τους.


girl passing, cafe, drinking, cofee, tea, coffee shop, urban, passerby, reflection, window, overlap, juxtaposition, youth, old age,:

V

μνήμη Γιώργη Μανουσάκη


Η σιωπή είναι το κέλυφος του ήχου. Κλεισμέ-
νος μέσα της, ο ήχος τη ραμφίζει, όπως ραμφί-
ζει το πουλί του αυγού το τσόφλι•  θέλει κι 
αυτός να βγει και να πετάξει. Είναι μοιραίο λοι-
πόν να θρυμματίζεται, κάποια στιγμή, η σιωπή
(τέτοια είναι η τάξη των πραγμάτων), για να 
μπορέσει ο ήχος ν' ακουστεί.  Ωστόσο, αν και 
θρυμματίζεται, ποτέ δεν αφανίζεται, αλλά, έτσι, 
κομματιασμένη, μέσα στον ήχο παρεισφρέει και, 
με παύσεις μαγικές, τον μετατρέπει, από θό-
ρυβο, σε μουσική και ποίηση. 
Υπάρχει, βέβαια, και ένα άλλο είδος σιωπής 
πού δεν κυοφορεί κανέναν ήχο, για τούτο και 
ποτέ δεν θρυμματίζεται. Θαρρώ, δίχως να είμαι 
θετικός, ότι Θανή τη λένε.


VI



Δεν σ' ονομάζω Θάνατο, 
Θανή σ' αποκαλώ•
αφού θα μ' αγκαλιάσεις κάποτε, 
σε προτιμώ γυναίκα.


IX

στον Δημήτρη Χαρίτο

Εν' ασημένιο κέρμα το φεγγάρι, που κάποτε 
τίναξαν στο διάστημα οι θεοί, κορώνα γράμ-
ματα την τύχη παίζοντας αυτού του κόσμου
εν' ασημένιο κέρμα που δεν έπεσε ποτέ, αλλ' 
έμεινε εκεί, μετέωρο, στο χάος. Γι' αυτό και 
δεν αποφασίστηκε ακόμα η τύχη αυτού 
του κόσμου, γι' αυτό κι αδιάκοπα κοιτάμε μ' α-
γωνία το φεγγάρι, μην πάει και πέσει απ' του 
χαμού μας την πλευρά.


X

Σ' αυτή τη χώρα, οι άνθρωποι τρέμουν τον θά-
νατο. Κι η πιο μικρή αμυχή στο δέρμα τους 
και το ελαχιστότερο σπυρί που σπάζει θαρρούν 
πως είναι πόρτα απ' όπου, αν δεν προσέξουν, 
θα εισχωρήσει μέσα τους ο θάνατος. Γι' αυτό 
και μ' επιδέσμους αλλεπάλληλους έχουνε τυ-
λιγμένα τα κορμιά τους• μόλις γδυθούν τα σπάρ-
γανα, ντύνονται με τα σάβανα.

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.





«Όταν είμαστε μες στα σκατά ως το λαιμό, δε μένει παρά να τραγουδήσουμε.» 
(Σάμιουελ Μπέκετ)

Ή αλλιώς ο ηρωικός πεσσιμισμός του Αργύρη Χιόνη, αυτός που του δίδαξαν ο Νίτσε, ο Καζαντζάκης, ο Καμύ, ο Μπέκετ, αυτοί που τον βοήθησαν να αντιμετωπίζει «την ύπαρξη και την ανυπαρξία με ένα σαρδόνιο χαμόγελο».

ΧΙΙ

Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η
ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του
Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-
ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-
παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,
σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-
διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-
σεις την καλή ανατροφή σου.


Drinking tea, London, during the Blitz, June 1941:
Drinking tea, London, during the Blitz, June 1941

XIII

στη Μαρία Μιχαηλίδου

Αυτός ο άνθρωπος δεν αντέχει το φθινόπωρο•
τον φθίνει, ανεπανόρθωτα τον φθίνει, κι ας μην 
είναι οπώρα. Είναι, ως εκ τούτου, φυσικό που 
του αντιστέκεται, που σαν τρελός μαζεύει τα 
πεσμένα φύλλα και τα ξανακολλάει στα κλα-
διά των δέντρων.
Θα καταφέρει άραγε να ακυρώσει έτσι του κα-
λοκαιριού την αναχώρηση, την έλευση να μα-
ταιώσει του χειμώνα;


Anka Zhuravleva Arts












XV

Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος. 

XVII

Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
εν’ άδειο βάζο.

Θα το γέμιζες λουλούδια•
έτσι δεν είναι;

René Magritte, L’Éclair:
René Magritte, L’Éclair


ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ


Έρωτας, ποίηση
και μουσική• η αγία
τριάδα του ύψους.

Καμιμούρα Γιουτάκα


DNA

Πριν από μένανε, για μένανε,
είχες τον δρόμο μου χαράξει,
κι όχι τον δρόμο μόνο, αλλά
και την απόκλιση απ' τον δρόμο,
κι είχες ακόμη και την εκλογή μου,
στο σημείο απόκλισης, εκλέξει,
και ήσαν προκαθορισμένες και η αφετηρία
και η πιθανή άρνησή μου να βαδίσω•
ναι, ακόμη και η άρνησή μου υπήρχε
πριν από μένανε, για μένανε.

Η ελευθερία μου είναι μέσα στη βουλή σου.

Jules E. Lenepveu (1819-1898) -  Jeanne d'Arc sur le Bûcher à Rouen (Jeane D'Arc at the Stake in Rouen). Circa 1886-1890.:
Jules E. Lenepveu, Jeanne d'Arc sur le Bûcher à Rouen
"Dieu Nous Annule", Ο Θεός Μας Ακυρώνει



ΑΠΟΡΙΑ ΑΝΑΞΙΟΠΑΘΟΥΝΤΟΣ







Θυμήσου, σε παρακαλώ, πως από χώμα μ'έπλασες 
κι έγινα το δοχείο που σε περιέχει, 
που σχήμα δίνει στη ρευστή υπόστασή σου. 


Μπορεί να είναι η αξία σου μεγάλη, 

όπως του πιο ακριβού αιθέριου ελαίου, 
κι ελάχιστη η δική μου, όπως 
μιας πήλινης κοινής φιάλης, 
χωρίς έμενα όμως να σε περιέχω, 
χωρίς την ταπεινή μου προστασία, 
εξατμίζεσαι. 

Και τώρα θέλεις να με κάνεις πάλι χώμα;...



Michelangelo - Sistine Chapel:
Michelangelo - Sistine Chapel

ΕΛΕΗΣΟΝ ΣΕ

Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να 'χεις
συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων. 
Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας
κατ' εικόνα και ομοίωσίν σου,
πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.
Τώρα είσαι μόνος μέσα σ' ένα πλήθος μόνων.

Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά.

Michelangelo:
Michelangelo - Sistine Chapel

ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ Β'


Από την ίδια αφετηρία ξεκινώντας,
τα χτεσινά μου χνάρια ακολουθώντας,
κάθε καινούργια μέρα, σ' άλλο τέρμα φτάνω.

Καμιμούρα Γιουτάκα

youth and .the long road ahead....:


ΟΧΤΩ ΧΑΪΚΟΥ

α'
Σκίτσο ο κόσμος και 
ανελέητη ο θάνατος 
γομολάστιχα.

β' 
Έσβησε ο κόσμος. 
Μένει αναμμένη, μόνη, 
μια ανεμώνη.


γ'

Για ποια εκίνησε 
κορφή και σε ποια κοίτη 
κατρακύλησε!...

δ'
 Παραπατώντας
έφτασε στον θάνατο• 
τον μέθυσε η ζωή.

ε΄
Σήπεσαι σώμα
στη σιωπή, στην απουσία
άλλων σωμάτων.

στ΄
Θεέ μου, τι αόρατο 
ναυάγιο που είναι 
η έρημη ζωή!

ζ΄
Χειμώνας πάλι•
σβηστή η φωτιά του έρωτα
και η καρδιά μου κρύα.

η΄
Το είδωλό μου 
μέσα στον καθρέφτη 
σαν νεκρή φύση.


"The woods are lovely, dark and deep, But I have promises to keep, And miles to go before I sleep, And miles to go before I sleep..." - Robert Frost:


ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ ΤΑΝΚΑ

α΄
Το χέρι γράφει
κι η ψυχή τινάζεται
έξω απ' το δίχτυ

που της έστησε ο καιρός 
ο ψυχοκυνηγάρης.

γ΄
Το όνειρό μου•
να φυτέψω ένα δέντρο
μεσοπέλαγα•

πουλιά να ξαποσταίνουν 
στα κλαδιά του, απόδημα.

δ' 
Κρατήσου μακριά
απ' τους συνανθρώπους σου,
μην τους ζυγώνεις•

μπορεί να σε κολλήσουν 
επικίνδυνα όνειρα.
ε΄
Αν ακονίζεις
το μαχαίρι αδιάκοπα,
θα το αφανίσεις•

στα χέρια σου θα μείνει 
μόνο η άχρηστη λαβή.

στ΄
Απομίμηση
ζωής ετούτη η ζωή,
σκηνογραφία•

πόρτα ζωγραφισμένη 
σ' ένα τυφλό ντουβάρι.

ζ΄
Ψεύδη τ' αστέρια 
φωτεινά και η σελήνη 
οφθαλμαπάτη.

Κάνε ουρανέ μου κάτι, 
γίνε ξανά αληθινός.


♂ Dream ✚ Imagination ✚ Surrealism Surreal art Girl open Hidden doorway with light:
η΄
Ποτέ το ψεύδος
δεν ψευδίζει, το θρασύ,
ούτε τραυλίζει.

Πάντα η αλήθεια χάνει, 
ντροπαλή, τα λόγια της.

ια΄
Ό,τι ν' αγγίξεις, 
ό,τι να κρατήσεις θες 
το σπας, το χάνεις.

Αν πάψεις να επιθυμείς, 
τότε, τα πάντα θα 'χεις.

ιβ΄
Πλούσιοι και ενδεείς,
ταπεινοί και επηρμένοι,
καλοί και κακοί•

δέντρα προς ξύλευση όλοι,
δέντρα του ίδιου δάσους.

Sarolta Ban This would be cool with pencils:

ιδ΄
Εγώ βαδίζω
προς τον θάνατο ή εκείνος 
προς εμένα;

Ποιος τάχα ο αναμένων, 
ποιος ο αναμενόμενος;

ιζ΄
Ταξίδι ήρεμο,
απ' το κλαδί ως το χώμα,
ταξίδι αθόρυβο.

Τι ζηλευτή η θανή σου, 
φύλλο φθινοπωρινό!

κ΄
Από τα πόδια
ως την κορφή, μετριέται
μόνο το ύψος.

Το ανάστημα αρχινά 
πάνω από το κεφάλι.

κα΄
Ένα ταξίδι 
αρχινά, κάθε στιγμή, 
χιλιάδες μίλια.

Νάτηνε η αρχή του, εδώ, 
κάτω απ' τα πόδια μου.

In Greek mythology, Melinoe is the Goddess of Ghosts. She is the daughter of Persephone, Queen of the Dead and Hades, Ruler of the Underworld. She lives in the Underworld. She has a pale complexion and a short temper and takes after her father in almost every way, except from her beauty which she gets from her mother Persephone. Melinoe has the powers to turn any mortal insane with her phantoms.:


«Βοήθεια!» φωνάζει τo φεγγάρι
«Βοήθεια! Ξεκρέμαστε με απ' αυτή
τη μαύρη ερημιά,
βάλτε με, γρήγορα,
στη φωτεινή σας πιατοθήκη!».


Ποιο απρόσεχτο παιδί
σ' έπιασε πάλι απόψε, φεγγαράκι,
με μουτζουρωμένα δάχτυλα;




ΠΑΙΓΝΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ


Σκέφτομαι μ' αγωνία το ωόν, 
ον και, ταυτόχρονα, μη ον• 
πτηνόν ή ομελέτα.

Δυσμενίδης ο Τυανεύς

Συμπληγάδες νύχτες 
και μόνος στα κουπιά.

Α.Χ.



Michal Karcz


Περιπλανώμενος πλασιέ ανθέων• 
μες στη βαλίτζα μου, 
τσαλακωμένα κρίνα που με κρίνουν.


Προσέξτε, ποιητές, 
μην πλανάσθε στον αέρα, 
μην παριστάνετε τα πετεινά! 
Προσγειωθείτε ή, 
καλύτερα ακόμη, 
υπογειωθείτε!

Κανείς δεν κυνηγάει τα σκουλήκια.

Tomasz Wieja:

Είχε αγωνία• ρώτησε: «Πώς γίνεται άνθρω-
πος κανείς;».
«Προσφέροντας» του απάντησαν.
Δεν είχε άλλο απ' το πανταλόνι του• το πρό-
σφερε και έγινε γελοίος.


«Όσο ζω, γράφω ποιήματα - όνειρα πάνω στα χώματα. Όταν με καταπιούν και χουμοποιηθώ, θα τροφοδοτώ, ως λίπασμα, νέα όνειρα ζωής»
Αργύρης Χιόνης 


Από το χώμα ερχόμαστε,
στο χώμα επιστρέφουμε.
Στο μεταξύ διάστημα,
παριστάνουμε τους κηπουρούς.

Photo Manipulations by Khazei:


«Γιατί έκαψες τη στέγη μου;» ρώτησα τη 
φωτιά.
«Για να κοιτάς τον ουρανό ανεμπόδιστα» 
μου απάντησε.
Από μιαν άποψη είχε δίκιο, τον έβλεπα 
όντως ανεμπόδιστα, αλλ' ήταν τόσο άδειος, 
που έφτιαξα καινούργια στέγη αμέσως.

Ειν' αρκετό το μέσα μου κενό, δεν θέλω κι 
άλλο πάνω απ' το κεφάλι μου.



Έστησα καρτέρι 
στο ποίημα, 
όπως ο κυνηγός 
καρτέρι στήνει 
στον λαγό,
κι ας μην είχε (το ποίημα)
αυτιά μεγάλα,
μύτη υγρή, τρεμουλιαστή,
κι ας μην είχε
τα μπροστινά του πόδια
πιο κοντά
από τα πισινά, 
κι ας μην είχε 
καν πόδια (το ποίημα), 
ήρθε κι έφυγε, γρήγορο 
σαν λαγός,
κι έμεινα μόνο με τον κρότο
της ντουφεκιάς μου
και τον αντίλαλό της
που ειν' ετούτη
η αποτυχημένη απόπειρα
(ποιήματος).


Πέρασε τη ζωή του, 
γράφοντας ποιήματα 
με τη γομολάστιχα.

Digital art selected for the Daily Inspiration #1498:


Αργύρης Χιόνης, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, 
Ποίηση δωματίου, εκδόσεις Γαβριηλίδης