Η Σύρος πριν την Επανάσταση (επιχρωματισμένη χαλκογραφία του Tillard, 1782
___________
Αφιερώνεται στις Συριανές και τους Συριανούς και στη μνήμη
εκείνων που δημιούργησαν την Ερμούπολη
Η παρουσίαση του θέματος είναι μια προσπάθεια ανάπλασης, όσο αυτό είναι δυνατόν, της εικόνας της Σύρου και της κοινωνίας της, από την οπτική των λογοτεχνών του 19ου αιώνα. Δεν αποτελεί εμπεριστατωμένη ιστορική έρευνα, γιατί εσκεμμένα αποφεύχθηκε η χρήση ιστοριογραφικών κειμένων. Θελήσαμε η παρουσίαση να είναι απότοκος του αυθορμητισμού και της αμεσότητας που πηγάζει από τα λογοτεχνικά κείμενα.
Ας επισημάνουμε εξ αρχής ότι άλλη είναι η αντιμετώπιση του παρελθόντος από τον λογοτέχνη και άλλη από τον ιστορικό. Ο λογοτέχνης επιδιώκει μέσα από τη μυθοπλασία να παρουσιάσει το γενικό πνεύμα μιας εποχής, τις αντιλήψεις και τις νοοτροπίες που επικρατούσαν σε μια κοινωνία. Το παρελθόν γίνεται υπερθέαμα μέσω της λογοτεχνίας. Οι αποκλίσεις της λογοτεχνικής αφήγησης από την ιστορική πραγματικότητα μπορεί να είναι πολλές, όπως η εσκεμμένη προβολή γεγονότων ή η αποσιώπηση άλλων, οι ηθικοπλαστικές επισημάνσεις του αφηγητή, η απόδοση ενεργειών σε ανύπαρκτα πρόσωπα, η πλαστή-ψεύτικη πορεία της ζωής προσώπων και πολλά άλλα. Στη λογοτεχνία συνήθως τα πιο κοντινά στην πραγματικότητα στοιχεία βρίσκονται στις λεπτομέρειες της αφήγησης, στις πληροφορίες που δεν έχουν φαινομενικά ιστορική βαρύτητα αλλά είναι απαραίτητες στην ανασύσταση των χαρακτηριστικών μιας κοινωνίας, στην απόδοση των αντιλήψεων, των νοοτροπιών που συγκροτούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μιας εποχής. Αυτό συμβαίνει και με τα λογοτεχνικά κείμενα του 19ου αιώνα που αναφέρονται στη Σύρο.
Την ξενάγησή μας στη Σύρο του 19ου αιώνα θα την περιορίσουμε στο χρονικό πλαίσιο που ξεκινάει μετά την ίδρυση του μικρού ελληνικού κράτους (1830) και περατώνεται με το τέλος του αιώνα.
Άποψη της Σύρου (Υδατογραφία του Wilhelm von Weiler, 1840
___________
Η ίδρυση
Ήδη από το τρίτο έτος της Επανάστασης φαίνεται πως το νησί αποκτά μεγάλη κίνηση, όχι μόνο από την άφιξη Ελλήνων προσφύγων αλλά και από τον ερχομό αλλοεθνών. Ως προοίμιο αναφέρουμε το ημερολόγιο του αμερικανού γιατρού Samuel Howe (1826-1827) στο οποίο διαβάζουμε για τη Σύρο:
«Ξεπετάχτηκε σαν μανιτάρι. Μέσα σε μια τριετία μεγάλωσε και απλώθηκε. Έχει πληθυσμό 30000 ψυχές (πρόκειται για υπερβολή), ενώ μια μικρή πόλη άρχισε να διαμορφώνεται δίπλα στη θάλασσα αντικαθιστώντας τις πέντε ή έξι αποθήκες της παραλίας. Στην πόλη υπήρχαν πρόξενοι όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών εθνών».
Η μαρτυρία αυτή θα αποτελέσει το έναυσμα για να παρακολουθήσουμε την εξελικτική πορεία στη Σύρο. Δεν θα επεκταθούμε στην προεπαναστατική περίοδο και σε σχετικές με τη δημιουργία της Ερμούπολης αναφορές.
Άποψη της Άνω Σύρου και της παραλίας, 1843
_________
Η πρώτη εντύπωση
Θα αρχίσουμε με τις εντυπώσεις που προκαλούσε η Σύρα σε όσους πατούσαν το πόδι τους για πρώτη φορά στο νησί. Από τις παλαιότερες περιγραφές είναι του Γάλλου ρομαντικού Ζεράρ ντε Νερβάλ, από το ταξίδι του στην Ανατολή το 1843. Με ενθουσιασμό περιγράφει την πρώτη εντύπωση που του προκάλεσε το λιμάνι και η πόλη:
«Ο μεγάλος όρμος της Σύρας μάς κύκλωνε σαν μισοφέγγαρο. Από το πρωί ζω μέσα σε μια τέλεια έκσταση. Θα ήθελα να σταματήσω το ταξίδι εδώ, κοντά σ' αυτόν τον καλό ελληνικό λαό, καταμεσής σ' αυτά τα νησιά με τα ηχηρά ονόματα ...»
Ταξίδι στην Ανατολή, 1851
Στο ίδιο ύφος είναι η περιγραφή ενός άλλου Γάλλου ρομαντικού, του Θεόφιλου Γκωτιέ (1852):
«Το πρωί είμαστε μπροστά στη Σύρα. Όπως την βλέπουμε από τον όρμο, μοιάζει πολύ με το Αλγέρι, σε μικρογραφία βέβαια. Σ' ένα βουνό που έχει τα πιο ζεστά χρώματα, της ώχρας ή του ρόδινου τοπαζιού, προσθέστε ένα κατάλευκο τρίγωνο με τη βάση του βουτηγμένη στη θάλασσα και μια εκκλησία στην κορυφή του, κι έχετε την ακριβέστερη εικόνα της πόλης η οποία χτες ακόμα ήταν ένας άμορφος σωρός από καλύβες και σε λίγο θα είναι η βασίλισσα των Κυκλάδων χάρη στα ατμόπλοια που περνούν από εδώ. Μερικοί ανεμόμυλοι με οκτώ ή εννιά φτερά διέκοπταν τη μονοτονία αυτής της αιχμηρής εικόνας. Κατά τα άλλα, ούτε ένα δέντρο ούτε ένα πράσινο χορταράκι, όσο έφτανε το μάτι μας».
Ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, 1852
Ανεμόμυλοι με οκτώ ή εννιά φτερά, επονομαζόμενοι βαποράκια
____________
Η παλαιότερη περιγραφή της Σύρου Έλληνα λογοτέχνη προέρχεται από τον ρομαντικό ποιητή Ιω. Καρασούτσα, ο οποίος, όταν ήταν μαθητής ακόμα, γράφει σε γλώσσα καθαρεύουσα, το ποίημα Μούσα θηλάζουσα το 1840 και το αφιερώνει στη βασίλισσα Αμαλία. Με τρυφερότητα αποδίδει σε λίγους στίχους την εικόνα που έχει για τη Σύρα, όπως φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα:
«Παράλια πανέρημα και θαλασσοδαρμένα,
παντού γαλήνη κατηφής, θλιμμένη ερημία
και μόνον διεκρίνετο μακρόθεν κώμη μία,
εκπεπληγμένη έβλεπεν από του παραλίου
η αλκυών του νεωστί προσορμισθέντος πλοίου
την θέαν την παράδοξον και δια των κραυγών της
εδείκνυε τον σπάνιον και
μέγαν θαυμασμόν της..»
Τελείως διαφορετική είναι η περιγραφή του Ανδρέα Συγγρού, αντλημένη από τα Απομνημονεύματά του, αποπνέει ορθολογισμό και επιχειρηματικό πνεύμα, βασισμένη στην αξία των πραγμάτων και όχι των εντυπώσεων που προκαλεί η φύση, όπως ταιριάζει άλλωστε σε ένα επιχειρηματικό πνεύμα, που θα εξελισσόταν στον μεγαλύτερο Έλληνα τραπεζίτη:
«Κατά τας αρχάς του μηνός Απριλίου του 1840 επεβιβάσθημεν εις πλοιάριον τζερνίκιον (μικρό πλοίο που μετακινούσε επιβάτες) και μετά ολιγόωρον πλουν εφθάσαμεν εις Σύρον... Το πρώτον αντικείμενον, το οποίον προσέβαλε την όρασιν και επέσυρε εν Σύρω τον θαυμασμόν μου, ήτο σκάφος Αυστριακόν ατμοκίνητον ηγκυροβολημένον εν τω λιμένι Σύρου... Δευτέρα αιτία θαυμασμού εν Σύρω ήτο η οδός της Αγοράς, η δι' εμέ πρωτοφανής κίνησις, τα εις τα «εμπορικά» εκτεθειμένα πολυειδή εμπορεύματα και αι φωναί των υπαλλήλων των παντοπωλείων, προσκαλούντων τους πελάτας και απαριθμιζόντων τας πωλουμένας σαρδέλλας... Όχι ολιγωτέραν εντύπωσιν μοι έκαμε και ο θόρυβος των ζυγαριών των καπνοπωλών...».
Η Γκραβούρα με τίτλο «Syra. A Greek Island», έργο του χαράκτη T. Barber / Πηγή: “Syria, The Holy Land, Asia Minor & c.”, Τόμος Β΄, Carne John (1789-1844)
__________
Τη Σύρο επισκέφτηκε, μετά το 1880, ο διηγηματογράφος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, εξάδελφος του γνωστού σε όλους μας Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Οι εντυπώσεις και οι περιγραφές του υποδηλώνουν τον θαυμασμό και την αγάπη του για τη Σύρο, αν και δεν κατάγεται απ' αυτήν. Έχει αφιερώσει για τη Σύρο μια ενότητα από τις ταξιδιωτικές του αναμνήσεις που κυκλοφορήθηκαν με τον τίτλο Με του βορηά τα κύματα (1902). Ας δούμε με ποιο τρόπο περιγράφει την πρώτη επαφή με τη Σύρο:
«Και τα ατμόπλοια φθάνουν πάντοτε αυγήν εις τον ολόλευκον αυτόν κύκνον του Αιγαίου, όστις κοιμάται, θαρρείς επάνω εις τους αφρούς, με τους οποίους ραντίζει ο ομβροποιός, ο γραιγολεβάντες, τα ανατολικά της γυμνά πλευρά, τα ξακουσμένα Βαποράκια, όπου είναι πάντα αραγμένα πέραν από τον Άγιον Νικόλαον...».
Ας σημειώσουμε ότι με τη λέξη βαποράκια οι ντόπιοι δήλωναν τους μεγάλους ανεμόμυλους με την ξύλινη φτερωτή. Από την ανατολική πλευρά της Ερμούπολης ήταν οι περισσότεροι μύλοι, απ' όπου προήλθε το τοπωνύμιο Βαπόρια και όχι από τα βαπόρια που ελλιμένιζαν στον οιονεί όρμο κάτω από τον Άγιον Νικόλαο.
Οι Μύλοι της Σύρας (https://www.syros-agenda.gr)
________
Η Άνω Σύρος
Μετά τις πρώτες εντυπώσεις, ας ξεκινήσουμε τη λογοτεχνική περιήγησή μας από την Άνω Σύρο, που αποτελεί και το παλαιότερο τοπόσημο του νησιού. Ο Νερβάλ αναφέρει ότι για να ανέβει προς την Άνω πόλη έπρεπε να έχει πόδια Κενταύρου γιατί η πορεία ήταν ιδιαίτερα ανηφορική και πολύ κουραστική. Η περιγραφή παρουσιάζεται σε αντίστιξη με την Κάτω πόλη, την Ερμούπολη:
«Να 'μαι λοιπόν, επιτέλους, στην ύπαιθρο, ανάμεσα στις δύο πόλεις. Η μία να επιδεικνύει στην παραλία τη χλιδή της που θα ταίριαζε σε εταίρα εμπόρων και θαλασσινών... Η άλλη, καθώς βλέπεις από το λιμάνι, να μοιάζει με την κορυφή ενός πυραμοειδούς οικοδομήματος, δείχνει τώρα αποσπασμένη από τη φαινομενική της βάση, καθώς μεσολαβεί μια μεγάλη αναδίπλωση του εδάφους την οποία διασχίζεις για να φτάσεις στην κορυφή του βουνού όπου απλώνεται παράξενα η πόλη».
Η εντύπωση που του δημιουργεί είναι της αιωρούμενης πόλης, την παραλληλίζει με τη φανταστική Λιλιπούτη από τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ του Ιρλανδού Τζόναθαν Σουίφτ. Αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Έτσι κι αυτή, "από πλάτωμα σε πλάτωμα, σκαρφαλώνει στα σύννεφα", καθώς οι είκοσι σειρές από τα σπιτάκια της με τις επίπεδες στέγες λιγοστεύουν κανονικά ώσπου να φτάσουν στην εκκλησία του Άη Γιώργη, τελευταίο στρώμα της πυραμίδας».
Ιδιαίτερα παραστατική γίνεται η αφήγηση όταν πλησιάζει στην Άνω πόλη:
«Ύστερα το ανέβασμα γίνεται πιο γρήγορο και περπατάς πάνω στον γυμνό βράχο, τέλος, φτάνεις στα πρώτα σπίτια. Το στενό δρομάκι τυλίγεται γύρω από το βουνό και προχωράει ίσαμε την κορυφή του. Φτωχομάγαζα, ισόγεια δωμάτια όπου οι γυναίκες φλυαρούν ή γνέθουν, παρέες από παιδιά με βραχνή φωνή και χαριτωμένα πρόσωπα που τρέχουν εδώ κι εκεί ή παίζουν στο κατώφλι των χαμόσπιτων. Κορίτσια που κρύβουν βιαστικά το πρόσωπό τους κατατρομαγμένα γιατί βλέπουν στον δρόμο έναν περαστικό, πράγμα σπάνιο. Γουρουνάκια του γάλακτος και πουλερικά, που μαζεύονται στο εσωτερικό των σπιτιών, ενοχλημένα επειδή δεν τ' αφήνουν να νέμονται με την ησυχία τους τον δημόσιο δρόμο...».
Και η αφήγηση του Γκωτιέ περιγράφει αντιστικτικά τις δύο πόλεις:
«Η Σύρα παρουσιάζει ένα αρκετά περίεργο αντιφατικό φαινόμενο μιας πόλης που ερημώνεται και μιας άλλης που χτίζεται. Η κάτω πόλη είναι γεμάτη σκαλωσιές, πέτρες, σοβάδες που φράζουν τους δρόμους, τα σπίτια φυτρώνουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Στην άνω πόλη τα πάντα καταρρέουν, γκρεμίζονται, η ζωή αφήνει το κεφάλι και καταφεύγει στα πόδια...»
Να επισημάνουμε εδώ ότι οι περιγραφές της Άνω Σύρου προέρχονται από ξένους περιηγητές, οι Έλληνες λογοτέχνες αποφεύγουν, απ' ό,τι φαίνεται, εσκεμμένα την περιγραφή της.
Άποψη της Άνω Σύρου και της Ερμούπολης, περί τα μέσα του αιώνα
_________
Τα σημαντικότερα τοπόσημα της Ερμούπολης
Οι μεγάλοι ορθόδοξοι ναοί
Στους επισκέπτες, όταν προσέγγιζαν το νησί, ήταν φυσικό να προκαλούν εντύπωση οι τρούλοι και τα κωδωνοστάσια των εκκλησιών. Βρισκόμαστε πλέον στην όγδοη δεκαετία του αιώνα, όταν οι μεγάλοι ορθόδοξοι ναοί έχουν ολοκληρωθεί. Στην γλαφυρή αφήγησή του ο Μωραϊτίδης αναφέρει τα ακόλουθα:
«Ο θόλος του αγίου Νικολάου και τα κωδωνοστάσιά του εστόλιζον εδώ την χιονοστοιβάδα, κ' εν άλλο κωδωνοστάσιον κατέναντι, της Παναγίας της Κοιμήσεως, εκόσμει την άλλη χιονοστοιβάδα, ενώ εις την κορυφήν επάνω, εις το ύψωμα, εις το τέρμα της χιόνος των σπιτιών, υψούτο ο ναός της Αναστάσεως, ο πρώτος και μόνος ναός της Ελλάδος εις τιμήν της Αναστάσεως του Χριστού, τρόπαιον, θαρρείς, αιώνιον της παροιμιώδους ευσεβείας των Συριανών, συμβολίζον την αμετάπτωτον ακμήν της νύμφης των Κυκλάδων, ήτις πάντοτε θα ζη και θα βασιλεύη εν τη προόδω τη εμπορική. Κατά την πρώτην επίσκεψίν μου δεν υπήρχεν ο ναός της Αναστάσεως (πριν το 1874), και δεν ήτο ανάγκη να υπάρχη», γιατί, όπως εξηγεί, η πόλη βρισκόταν σε μεγάλη ακμή.
Την αιτία ίδρυσης του ναού της Αναστάσεως την αποδίδει στην οικονομική κρίση που πέρασε το νησί λόγω της σταδιακής αντικατάστασης της ιστιοφόρας ναυσιπλοΐας από την ατμοκίνητη.
«Και τότε ανηγέρθη ο ναός της Αναστάσεως (πρωτολειτούργησε το 1880) [...] Ομολογουμένως οι ναοί της Σύρου είναι οι ευπρεπέστεροι, οι σεμνότεροι, οι πλουσιότεροι ναοί όλης της Ελλάδος».
Ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου στη συνοικία Βαπόρια της Ερμούπολης.
Θεμελιώθηκε από τον Μητροπολίτη Κυκλάδων Δανιήλ Κοντούδη
στις 28 Φεβρουαρίου 1848, σε σχέδια του Γ. Μεταξά και εγκαινιάστηκε επισήμως
στις 14 Σεπτεμβρίου 1870 από τον Αρχιεπίσκοπο Σύρου Αλέξανδρο Λυκούργο.
__________
Τούτο εξηγεί ο Μωραϊτίδης ότι οφειλόταν στους Χίους που αποτελούσαν το μεγαλύτερο κομμάτι της συριανής κοινωνίας. Οι Χίοι ήταν ευσεβείς γιατί στα χρόνια πριν την επανάσταση είχαν «... ευλαβεστάτους και διακεκριμένους πνευματικούς, αλλά και αγίους καθαυτό, ων τα λείψανα ευωδίασαν και εθαυματούργησαν...». Στη συνέχεια περιγράφει αναλυτικά τους τρεις κεντρικούς ναούς της Ερμούπολης ο σχολιασμός του επεκτείνεται και στο εσωτερικό τους. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η θρησκευτική ορθόδοξη πίστη του Μωραϊτίδη ερμηνεύει τη διακόσμηση των ναών εξ ολοκλήρου ως αποτέλεσμα βυζαντινής παράδοσης και δεν διακρίνει τόσο τις λίγες, αλλά υπάρχουσες, δυτικές επιρροές στη ιστόρηση των εικόνων όσο και τις επιρροές της ρωσικής ορθοδοξίας.
Ο Ιερός Μητροπολιτικός Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ο πρώτος χρονολογικά ναός της πόλης. Η ανέγερσή του ξεκίνησε το 1824 από Χιώτες και Ψαριανούς πρόσφυγες, οι οποίοι κατέφυγαν στη Σύρο μετά τις καταστροφές των πατρίδων τους κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Οι πρόσφυγες μετέφεραν και διέσωσαν εκεί πολύτιμα κειμήλια, με πιο εμβληματική την καμπάνα του Αγίου Νικολάου από τα καμένα Ψαρά. Στο προαύλιο του ναού, το 1824, πραγματοποιήθηκε η γενική συνέλευση των οικιστών, κατά την οποία αποφασίστηκε να ονομαστεί η νέα πόλη «Ερμούπολη», προς τιμήν του Κερδώου Ερμή, θεού του εμπορίου.
_____________
Το λιμάνι
Η κίνηση στην Ερμούπολη είναι πυκνή, ήδη από την ίδρυσής της, στα χρόνια της Επανάστασης. Ξένοι περνούν από το νησί, έρχονται και φεύγουν για άλλα μέρη της Ελλάδας, αλλά και το εξωτερικό. Ο Γκωτιέ γράφει για το λιμάνι:
«Πλήθος σκάφη όλων των ειδών και όλων των μεγεθών, παραταγμένα κατά μήκος της παραλίας, πρόβαλλαν τα ψηλόλιγνα άρμενά τους, μαύρα πάνω στα άσπρα σπίτια της πόλης. [...] Η παραλία είναι γεμάτη μαγαζιά κάθε λογής... και έχει μεγάλη κίνηση... Από την παραλία μπορείς να αγγίξεις τις βάρκες, η παραλία με τη θάλασσα έχουν στενή οικειότητα. Είναι το πιο διασκεδαστικό και το πιο γραφικό θέαμα».
Και ο Μωραϊτίδης που επισκέφτηκε το νησί μετά από τριάντα περίπου χρόνια, περιγράφει την παραλιακή οδό του λιμανιού με τα ακόλουθα λόγια:
«Μόλις πατήση ο ξένος τας καθαράς και απαστραπτούσας προκυμαίας της, από το Νησάκι, όπου οι απέραντοι αποθήκαι του Τελωνείου, μέχρι της Λαχαναγοράς πέραν, αισθάνεται πάραυτα ότι ευρίσκεται εν εμπορική πόλει πρώτης τάξεως».
Και συνεχίζει με μια μακροσκελή περιγραφή των καταστημάτων και όσων είδε στην προκυμαία: τα τραπεζάκια των αργυραμοιβών (σαράφιδων), τα εμπορικά των υφασμάτων και των αποικιακών, τις πινακίδες των ατμοπλοϊκών εταιρειών, τα καφενεία της προκυμαίας -«σαν να τα έκαμαν επίτηδες μικρά τα καφενεία οι ευφυείς Χιώται, για να μην κάθονται πολύ, πίνουν τον καφέ βιαστικά και φεύγουν»- και ακόμη τους αγωγιάτες με τα καροτσάκια να πηγαινοέρχονται από το τελωνείο στις κατάφορτες με εμπορεύματα μαούνες.
Άποψη του λιμανιού περί το 1850
_________
Η πλατεία Όθωνος, σήμερα πλατεία Μιαούλη
Τα καταστήματα έφεραν στην πρόσοψή τους επιγραφές που δήλωναν το είδος του προϊόντος ή τις υπηρεσίες που παρείχαν. Είναι αξιοσημείωτη η παρατήρηση των Γάλλων λογοτεχνών, οι οποίοι μπορούσαν να διαβάζουν τις επιγραφές, επειδή στο σχολείο είχαν μάθει αρχαία ελληνικά. Ο Γκωτιέ αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Μόλις πάτησα το πόδι μου στη στεριά, το πρώτο πράγμα που μου χτύπησε στο μάτι ήταν μια επιγραφή στα ελληνικά η οποία έδειχνε τα ευρωπαϊκά και τα τουρκικά λουτρά. Σου φαίνεται παράξενο να βλέπεις γραμμένα στους τοίχους τα γράμματα μιας γλώσσας που την είχες για νεκρή ... Από τα οκτώ χρόνια μου στο γυμνάσιο μού έμεινε τόση σοφία όση είναι αρκετή για να διαβάζω άνετα τις επιγραφές και τα ονόματα των δρόμων. Όπως βλέπετε, δεν έχασα εντελώς τον καιρό μου. Χάρη σ' αυτές τις κλασικές αναμνήσεις καταλαβαίνω λοιπόν ότι βρίσκομαι στην οδό Ερμού που οδηγεί στην πλατεία Όθωνος. Στη μέση της πλατείας είναι στημένη μια αψίδα θριάμβου καμωμένη από σανίδες και ξεραμένα κλαδιά δάφνης, που μαρτυρεί την πρόσφατη διέλευση του βασιλιά Όθωνα, του Βαυαρού μονάρχη στη χώρα του Πέλοπα».
Πρόκειται για την αδιαμόρφωτη ακόμη πλατεία, χωρίς το μεγαλοπρεπές κτίριο του Δημαρχείου, χωρίς το άγαλμα του ναυάρχου και την εξέδρα της μουσικής.
Ο χώρος που αφιερώθηκε για τη διαμόρφωση της κεντρικής πλατείας γρήγορα εξωραΐστηκε και έργα οδοποιίας έγιναν στην Ερμούπολη. Στο διήγημά του "Η άσχημη αδελφή" ο Δ. Βικέλας γράφει:
«Ούτως η Σύρα έχει σήμερον αμαξιτούς οδούς, εις δε την πλατείαν Λεωτσάκου – όπως την ονόμαζαν τότε -, την κοινώς Πλατείαν, ευρίσκει τις τας σταθμευούσας αμάξας με δύο ίππους, και μάλιστα (ω του θαύματος) γίνεται λόγος περί κατασκευής σιδηροδρόμου μεταξύ της πόλεως και των εξοχών της νήσου!»
Άποψη της πλατείας Λεωτσάκου (μετέπειτα Μιαούλη).
Στη γωνία διακρίνεται σταθμευμένη άμαξα. Επιστολικό δελτάριο (καρτ-ποστάλ)
_____________
Για τα έργα οδοποιίας στο ίδιο διήγημα διαβάζουμε ότι είχε χαραχθεί δρόμος που θα κατέληγε στα Χρούσα, ωστόσο τα έργα βράδυναν και ο δρόμος έφθασε «μέχρι του ανοίγματος της πετρώδους φάραγγος του Μάνα» και τούτο συνέβη διότι η «συντηρητική των δημοτών μερίς (πρόκειται για τη δημαρχεία Νικ. Γιαγτζή) εθεώρει άσκοπον και περιττήν την προς κατασκευήν της οδού». Μέχρι τα τέλη του αιώνα τα έργα οδοποιίας εντός της Ερμούπολης επεκτάθηκαν και η διευκόλυνση των μετακινήσεων ήταν μια πραγματικότητα.
Η πλατεία Μιαούλη στα τέλη του 19ου αιώνα
___________
Όταν ο Μωραϊτίδης επισκέφθηκε τη Σύρο οι εργασίες αναμόρφωσης της πλατείας είχαν ολοκληρωθεί. Ας δούμε πώς περιγράφει τη διαμορφωμένη πλέον πλατεία:
Σε άμεση γειτνίαση με την πλατεία αναφέρει
«παρέκει η Λέσχη των Συριανών και το δημοτικόν θέατρον ο Απόλλων και παραπάνω αριστερά προς τα ύψη του βράχου, διακρίνονται αι στέγαι και τα κωδωνοστάσια της Μητροπόλεως (πρόκειται για τον ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος) ...».
Είναι αλήθεια ότι κατά τον 19ο αιώνα δεν βρίσκουμε κάποια ιδιαίτερη περιγραφή για το θέατρο, το γνωστόν αργότερα πανελληνίως με την ονομασία «Απόλλων».
Εγκαίνια της εξέδρας της μουσικής (1907). Έργο του Ιωάννη Βιτάλη
___________
Η οδός Ποταμού - Κατρακύλα
Ωστόσο, υπήρχαν και σημεία της πόλης που ξεχώριζαν για τα προβλήματά τους, όπως ήταν η σημερινή, ιδιαίτερα ανηφορική, οδός Βαφειαδάκη, που ξεκινά από την αριστερή πλευρά του Αγίου Νικολάου και ανηφορίζει προς το Βροντάδο, την εργατική συνοικία των Χίων. Σήμερα την ονομάζουν και Κατρακύλα, ενώ τον 19ο αιώνα ήταν περισσότερο γνωστή ως Ποταμός. Στο διήγημα "Η άσχημη αδελφή" του Δ. Βικέλα διαβάζουμε:
«Η οδός εκείνη, καθώς γνωρίζουν οι επισκεφθέντες την Ερμούπολιν, λέγεται Ποταμός, διότι ήτο η κοίτη του χειμάρρου, δια του οποίου τα όμβρια ύδατα κατήρχοντο εκ του βουνού εις την θάλασσαν. Άλλως δε, και σήμερον έτι εκείθεν διοχετεύονται τα νερά. Εν καιρώ ραγδαίας βροχής η οδός γίνεται και πάλιν χείμαρρος, αλλ' αντί κρημνών και πετρών περιορίζεται εκατέρωθεν υπό οικοδομών, των οποίων αι θύραι υπέρκεινται ικανώς του εδάφους δια τον φόβον της πλημμύρας. Ώστε η ονομασία της οδού έχει εισέτι τον λόγον της. Ευτυχώς δεν βρέχει συχνάκις εις Σύρον, αλλ' όταν τούτο συμβαίνη ο Ποταμός ενίοτε είναι αδιάβατος».
Η οδός Ποταμού στην Ερμούπολη της Σύρου, γύρω στα 1888–1889.
(από τη συλλογή γυάλινων αρνητικών της British School at Athens).
__________
Οικίες πάνω στους βράχους της ανατολικής πλευράς της Ερμούπολης
Σε άλλο διήγημα του Βικέλα, με τον τίτλο "Φίλιππος Μάρθας", διαβάζουμε για ένα άλλο χαρακτηριστικό σημείο της πόλης, συγκεκριμένα την περιοχή πίσω από τον καθολικό ναό της Ευαγγελίστριας, όπου οικοδομήθηκαν οικίες πάνω στους βράχους της ανατολικής πλευράς της Ερμούπολης.
Υδατογραφία του Άγγελου Γιαλλινά από την εικονογράφηση
του διηγήματος "Φίλιππος Μάρθας" του Δ. Βικέλα.
__________
Το Νοσοκομείον η Ελπίς
Χαρακτηριστικό ακόμη τοπόσημο της νέας πόλης ήταν το πρώτο οργανωμένο νοσοκομείο της Ελλάδας, το οποίο ιδρύθηκε το 1826, λειτούργησε όμως συστηματικά ως μεγάλο νοσοκομείο στα μέσα της δεκαετίας του '80 με την αξιοποίηση κληροδοτήματος του Σταματίου Πρωίου, όπως μαρτυρεί ο Μωραϊτίδης:
«Με τον ιερόν Ναόν της Κοιμήσεως συνέχεται και το μέγα Νοσοκομείον της Νήσου η Ελπίς, ιδρυθέν και αυτό υπό του φιλοπάτριδος και φιλοκάλου Πρωίου. Καθαρόν, ευάερον, ευπρεπέστατον. Αι διάφοροι αυτού αίθουσαι δια τας διαφόρους νόσους επονομάζονται με ονόμα- τα ιερά και άγια: Αίθουσα Ιησού Χριστού, αίθουσα Αγίου Χαραλάμπους, αίθουσα Αγίου Παντελεήμονος. Περιέχει δε και τμήμα ιδιαίτερον δια τας γυναίκας...».
Ιστορικές μαρμάρινες επιγραφές του Νοσοκομείου «Ελπίς». Ιδρύθηκε αρχικά στην Ερμούπολη το 1825–1826 με πρωτοβουλία προσφύγων, όπως ο αρχιτέκτονας Γεώργιος Μηλιώνης, για να καλύψει τις άμεσες ανάγκες των κυνηγημένων πληθυσμών που έχτιζαν τη νέα πόλη. Το 1837 πέρασε στη δικαιοδοσία του Δήμου ως Δημοτικό Ίδρυμα.
__________
Σχολεία και εκπαίδευση.
«Εν τω γυμνασίω Σύρου εμαθήτευσα από του Απριλίου 1840 μέχρι του Ιουλίου 1845, ουδέν δε το εξαιρετικώς ενδιαφέρον είχεν η μαθήτευσις μου αύτη...».
«Εις την Σύραν, κατ' εκείνην την εποχήν, υπήρχαν δύο ιδιωτικά σχολεία αντίζηλα, αλλά καλώς κατηρτισμένα και τα δύο. Πολλοί εκ του εξωτερικού Έλληνες έστελλαν εις αυτά τα τέκνα των. Το εν των σχολείων τούτων ήτο υπό την διεύθυνσιν του Ιωάννου Βαλέττα, τον οποίον κατόπιν εγνώρισα εις Λονδίνον. Το άλλο, φέρον την επωνυμίαν Λύκειον, είχε ιδρύσει ο Χρήστος Ευαγγελίδης. Αγνοώ τη συστάσει τίνος έδωκεν η μήτηρ μου την προτίμησιν εις το δεύτερον ...».
«ΕΙΣ ΤΟΝ ΧΩΡΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΕΚΕΙΤΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΛΥΚΕΙΟΝ
ΧΡΗΣΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗ (1839 - 1880).
ΕΝ ΑΥΤΩ ΕΜΑΘΗΤΕΥΣΑΝ Ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ
ΚΑΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΙΚΕΛΑΣ»
Στο βάθος το «Ελληνοαμερικανικό Λύκειο Ευαγγελίδη» ως ξενοδοχείο «Βασιλικόν» και νυν κτίριο του ΟΤΕ στην πλατεία Μιαούλη
__________
«Ανάλογος ... της πληθώρας διδασκάλων ήτο των μουσικών μαθημάτων η τιμή, οι δε φιλόμουσοι πάσης κοινωνικής τάξεως Ερμουπολίται ωφελούντο της ευκαιρίας, όπως διδαχθώσιν έκαστος αντί μικράς θυσίας το όργανον της εκλογής του. Ουδέποτε ουδαμού αντήχησαν όσα τότε εις την Σύραν βιολία, φλάουτα, τρόμπαι, πίφερα, μανδολίνα, κόρνα και κλαρινέτα. Ο περιερχόμενος τας στενωπούς της πόλεως, και μάλιστα τας Κυριακάς, επνίγε το εις κύματα μελωδίας εξορμώντα εκ παντός παραθύρου».
Το 1869 ο Δήμος Σύρου αποφασίζει να ιδρύσει τη Φιλαρμονική Δημοτική Εταιρεία Ερμουπόλεως με τον δάσκαλο εκείνης της εποχής Δελφίνο Σπινέλη. Η προσπάθεια, όμως, αυτή δεν ολοκληρώνεται με επιτυχία και η φιλαρμονική διαλύεται γύρω στο 1872. Η μουσική παιδεία τελικά γνωρίζει άνθιση το 1894 με την ίδρυση των Φιλόμουσων Σύρου από φιλόμουσους Ερμουπολίτες, με στόχο τη διδασκαλία της ωδικής και οργανικής μουσικής, αλλά και την δημιουργία μιας φιλαρμονικής μπάντας. Η Φιλαρμονική διευθύνεται από μεγάλους μουσικούς της εποχής, όπως ο Αντώνιος Μπιφέρνο, ο Αλβέρτος Ανδλοβιτζ, ο Ουμβέρτος Πέργολας και άλλοι και γίνεται γνωστή για τις υπαίθριες συναυλίες που οργανώνει στην Ερμούπολη, αλλά και τη συμμετοχή της σε πανελλήνιες εκδηλώσεις.
____________
Λέσχες-Θέατρο-Ψυχαγωγία
«Το πρώτον οίκημα το χρησιμεύον δια την Χιακήν Λέσχην, εις το οποίον εισήλθον, ήτο το άνωθεν του φαρμακείου του Βοττάρου (Bottaro), Ιταλού ιατρού, έχοντος και φαρμακείον αν δεν απατώμαι δε, το οίκημα εκείνο ήτο και ιδιοκτησία του, και μοι εφαίνετο μεγαλοπρεπές μέγαρον... Η επίπλωσις της Λέσχης, η οποία τότε μοι εφαίνετο πολυτελής, συνίστατο εις τραπεζάκια ξύλινα χρωματισμένα, καθίσματα ψάθινα και ανάκλιντρα, με μόνην την διαφοράν, ότι προήρχοντο εκ της Μασσαλίας λουστράτα, ενώ των λοιπών καφενείων ήσαν πράσινα χρωματιστά ευτελούς ποιότητος. Παραπετάσματα και τάπητες ήσαν άγνωστα. Η θέρμανσις της αιθούσης εγίνετο δια των εστιών και των καπνιζόντων αφθόνως τσιμπουκίων».
Η Λέσχη «Ελλάς», το σημερινό Πνευματικό Κέντρο Ερμούπολης, το τριώροφο νεοκλασικό κτίριο που δεσπόζει στο κέντρο της φωτογραφίας. Στο ισόγειό του, πίσω από τις καμάρες, στεγαζόταν το περίφημο καφενείο της Λέσχης, ενώ στον όροφο βρίσκονταν οι πολυτελείς αίθουσες δεξιώσεων. Η Λέσχη «Ελλάς» χτίστηκε το 1862–1863 σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Pietro Sampo και λειτούργησε στα πρότυπα των αγγλικών clubs. Αποτελούσε το κέντρο της κοσμικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής για την εύπορη αστική τάξη της Ερμούπολης.
_________
«Όταν ξανακατέβηκα στο λιμάνι, είδα μερικές αφίσες που διαφήμιζαν την τραγωδία Μάρκος Μπότσαρης, του Αλέξανδρου Σούτσου (μπορεί οι πληροφορίες του να μην ήταν άμεσες, να τις έχει δεχτεί από αλλού) και στη συνέχεια κάποιο μπαλέτο, όλα αυτά τυπωμένα στα ιταλικά για την εξυπηρέτηση των ξένων. Αφού δείπνησα στο ξενοδοχείο της Αγγλίας, σε μια μεγάλη αίθουσα διακοσμημένη με ταπετσαρία που απεικόνιζε διάφορες μορφές, ζήτησα να με οδηγήσουν στο Καζινό (η Λέσχη των Χίων), όπου θα δινόταν η παράσταση...».
Η Ερμούπολη από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της διέθετε και κέντρα διασκέδασης, όπως αναφέρει ο Γκωτιέ:
«...πήγαμε να τελειώσουμε τη βραδιά μας σ' ένα ντόπιο νυχτερινό κέντρο που βρισκόταν πάνω σε μια λωρίδα ξηράς η οποία προχωρούσε μέσα στη θάλασσα (προφανώς εννοεί το Νησάκι), καπνίζοντας, πίνοντας λεμονάδες και ακούγοντας ένα συγκρότημα Ούγγρων μουσικών που έπαιζαν κομμάτια από ιταλικές όπερες. Μερικές γυναίκες ντυμένες σύμφωνα με τη γαλλική μόδα, εκτός από το χτένισμα, έκοβαν βόλτες όλες μαζί στην πλατεία όπου είχαν βγάλει τραπέζια και καρέκλες, έχοντας πλάι τους έναν σύζυγο ή έναν εραστή. Πάνω στις καρέκλες οι Αγωνιστές του '21 είχαν απλώσει τις φουστανέλες τους πίνοντας τον καφέ τους και κάνοντας θόρυβο με το νερό του ναργιλέ τους».
Ο Μωραϊτίδης αναφέρει ακόμη:
«Το βράδυ, όταν σχολάσουν οι φάμπρικες, και όταν παύση η εκφόρτωσις των ατμοπλοίων, όλοι θα συναντηθούν εις τες ταβέρνες. Είναι δε αι συριαναίς αι ταβέρναις πολλαί και μεγάλαι, πολύ μεγαλύτεραι από τα άλλα μαγαζιά. Και όλαι είναι πολύ καθαραί και καθαρά επιπλωμέναι. Κάθε άλλο παρά ταβέρνες. Έχουν τραπέζια με μάρμαρα και καναπέδες αναπαυτικούς, σαν τα ζαχαροπλαστεία, και καθρέπτας ακόμη και κάδρα, και άλλα νοικοκυρικά στολίσματα... Και είναι όλαι συγκεντρωμέναι κάτω εις την αγοράν, όπισθεν του λαχανοπαζάρου».
Η λωρίδα ξηράς που περιγράφει ο Γκωτιέ είναι όντως το Νησάκι, εκεί που σήμερα βρίσκεται το λιμεναρχείο και το τελωνείο. Κατά τον 19ο αιώνα, η περιοχή αυτή ήταν το απόλυτο κέντρο της κοσμικής «περαντζάδας» και της βραδινής αναψυχής.
__________
Το εμπόριο και η βιομηχανική ζώνη
Από μια επιστολή, δημοσιευθείσα το 1847, του Γεωργίου Αναξαγόρα Ναύτη, δικηγόρου και εκλεγμένου βουλευτή (1843), μαθαίνουμε συνοπτικά για την ανάπτυξη του εμπορίου, μια περί- που εικοσαετία μετά τη δημιουργία της Ερμούπολης, για τις εργασίες των κατοίκων, τα δημόσια κτίσματα, τα καταστήματα και τα έργα που γίνονται στο νησί. Το εμπόριο πολύ γρήγορα απέκτησε μεγάλες διαστάσεις και όλες οι τέχνες και οι εργασίες ασκούνταν, όπως ακριβώς και στην Αθήνα. Η Σύρος δεν είχε σε τίποτα να ζηλέψει την πρωτεύουσα.
Επιχρωματισμένη χαλκογραφία της εποχής ανέγερσης του λοιμοκαθαρτηρίου
_________
Διαθέτει το «ενεργητικότερον και ωφελιμότερον εμπορικόν ναυπηγείον της Ελλάδος. Πλήθη εργατών και τεχνιτών ενασχολούνται εις αυτό και ζώσι δι' αυτού. Τα περισσότερα δε των ελληνικών πλοίων κατεσκευάσθησαν και κατασκευάζονται εις το ναυπηγείον τούτο... Το λοιμοκαθαρτήριον ευρύχωρον και τερπνόν, όπου οι καθαριζόμενοι διαμένουσιν ευχαρίστως. Αι ευρύχωροι και ασφαλείς αποθήκαι της διαμετακομίσεως (transit), εις τας οποίας με μεγίστην ευκολίαν και δι' ολίγης δαπάνης μεταφέρονται τα εμπορεύματα από τα πλοία και φορτώνονται εις αυτά προς εξαγωγήν. Το Τελωνείον, καλώς ωκοδομημένον, παρέχον όλας τας δια τον σκοπόν αυτού ευκολίας. Η αγορά των κρεοπωλείων και ιχθυοπωλείων κτισθείσα κατά την εντελεστέραν μέθοδον, είναι το μόνον εν τη Ελλάδι υπάρχον κτίριον τοιαύτης χρήσεως. Ο επί του έξωθεν του λιμένος νησιδίου Πύργος, όπου καθ' εκάστην νύκτα φέγγει φανός, ορατός εν αποστάσει πολλών μιλίων, εις τα από την Ευρώπην και την Ανατολήν, ερχόμενα πλοία...»
Ο πύργος της Διδύμης ή ο φάρος της Σύρου, σχεδιασμένοςς σε γραμματόσημο δια χειρός του απόστρατου αξιωματικού του Π.Ν., συγγραφέα και σκιτσογράφου, Γήση Παπαγεωργίου. Θεμελιώθηκε το 1834 και είναι έργο του Βαυαρού αρχιτέκτονα Γιόχαν Ερλάχερ.
___________
Περίπου σαράντα χρόνια μετά την επιστολή του Γεωργίου-Αναξαγόρα Ναύτη, ο Μωραϊτίδης γράφει για το εμπόριο και τη βιομηχανική ζώνη, αποδεικνύοντας την αλματώδη ανάπτυξη της Σύρου:
«... η πόλις των καμινάδων, η πόλις όπου ως μιναρέδες ζωής και εργασίας υψούνται κατά σειράν αι καπνοδόχοι των εργοστασίων του ελληνικού Μάντσεστερ».
Περιγράφει αναλυτικά τα κτίρια της βιομηχανικής ζώνης: Το εργοστάσιο της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας, δύο «παμμέγιστα βυρσοδεψεία, πασίγνωστα και εις την Ευρώπη», το νηματουργείον Νιστράκη-Ανδρεοπούλου, ένα συσκευαστήριο για το εμπόριο των κίτρων της Νάξου και της Κρήτης, «άτινα καταλλήλως παρασκευαζόμενα αποστέλλονται εις Αγγλίαν και Αμερικήν», εργοστάσιο κατασκευής Βαπτιστικών και παιδικών ειδών, εργοστάσιον λινελαίου, το μοναδικό στην Ελλάδα για την προετοιμασία των χρωμάτων. Παράλληλα, αναφέρει ότι είδε να κτίζεται ένα νέο μεγάλο νηματουργείο για την παραγωγή λεπτών νημάτων
και τέλος κλείνει τη λεπτομερή περιγραφή των εργοστασίων με την αποθήκη άνθρακα και το υφαντήριο Λαδοπούλου. Για το πρώτο γράφει:
Θα αποτελούσε παράλειψη εάν δεν αναφερόμαστε στην παραγωγή του φημισμένου τοπικού προϊόντος, του συριανού λουκουμιού:
Στις παρυφές της πόλης ήταν τα Καλυβάκια. Γι' αυτή την περιοχή διαβάζουμε σε διήγημα του Ροΐδη:
Τα Καλυβάκια ήταν γνωστά αργότερα και ως Καταλύματα. Πρόκειται για πρόχειρες κατασκευές όπου ασκείτο η πορνεία. Εικάζω ότι πρέπει να ήταν νοτιοδυτικά της πόλης προς την γέφυρα του νεκροταφείου.
«Η Σύρος είναι η κεντρική και μόνη αποθήκη ανθρακεύσεως εν Ανατολή».
Για δε το υφαντήριο γράφει:
«... το μέγα υφαντήριον Λαδοπούλου... είναι το μόνο εν Ελλάδι και εν Ανατολή. Εν παμμεγίστη αιθούση βλέπεις δι' ατμού κινουμένους 65 ιστούς -αργαλειούς- περί έκαστον δ' εξ αυτών ίστανται ανά 5 κοράσια όπου διευθύνουν την εργασίαν. Εν όλω έως 300 κοράσια με την χαράν εις το πρό- σωπόν των εργάζονται εν τη αιθούση ταύτην των ιστών...».
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί για την ειλικρίνεια του συγγραφέα. Ξεχωριστή αναφορά, ο Μωραϊτίδης κάνει στους αλευρόμυλους Βαφειαδάκη που λειτουργούσαν στα τέλη του αιώνα με ατμό για την άλεση των σιτηρών:
«Ιδού το παμμέγιστον αυτού εργοστάσιον, όπου ωσάν ένα Βυζαντινό Μοναστήριον εγείρεται εις το άκρον της πόλεως, εντός του οποίου αλέθονται όλα τα είδη των σιτηρών...».
«Αλήθεια τα συριανά λουκούμια είναι πασίγνωστα και περιζήτητα εις όλην την Ελλάδα και την Ανατολήν. Να, εκεί παραπέρα, είναι τα τελειότερα εργοστάσια όπου τα κατασκευάζουν, του Σταματάκη και των άλλων ζαχαροπλαστών... Τώρα όμως η κατασκευή του συριανού λουκουμιού δεν είναι μονοπωλιακή πλέον. Ανηγέρθησαν και άλλα μεγάλα πλούσια εργοστάσια, ως η παραγωγή αναβαίνει εις τας 400 χιλιάδας οκάδων... Εις μάτην δε προσπάθησαν και εν Αθήναις και αλλαχού να προβώσιν εις δοκιμάς απομιμήσεως. Απέτυχον πάντοτε. Διότι η όλη επιτυχία της κατασκευής του συριανού λουκουμιού έγκειται εις το νερό της πηγής».
Συριανά λουκούμια Το πιο παλιό εργοστάσιο με λουκούμια ιδρύεται το 1857
με την επωνυμία «Υιοί Σταματελάκη» και με προϊόντα βραβευμένα
σε όλες τις εκθέσεις, φημισμένα σε όλη την υφήλιο.
___________
Στις άκρες της Ερμούπολης
«Αρκεί να είπωμεν ότι, καθώς εις τας Αρχαίας Αθήνας τον Κεραμεικόν, ούτω υπήρχεν και εις την Σύρον δυσώνυμος (κακόφημος) τις μαχαλάς καλούμενος Καλυβάκια, όπου ετρόμαζαν περί το σουρούπωμα τον αποπλανηθέντα διαβάτην ρυπαρά τινα και αποτρόπαια φαντάσματα, με μακράς ως σάβανα υποκαμίσας, με πρόσωπα ασβεστωμένα, με χείλη αιμοβαφή και οφρύδια ομοιάζοντα βδέλλας, χαριτολογούντα προ της θύρας ηρειπωμένων καλυβών με βρακοφόρους θαλασσινούς».
Απαραίτητη θεωρούμε τη μικρή μνεία σε ένα ξεχωριστό τοπόσημο, την μοναδική τότε πηγή άντλησης νερού στο νησί της λειψυδρίας, για την οποία ο Μωραϊτίδης έγραψε:
«Έφθασα εις την περίφημον της νήσου πηγήν, την μόνη της πόλεως εξάκουστον κρήνην, της οποίας το γλυκύ και διαυγές ύδωρ έχει την ιδιότητα να προσδίδη την ωραίαν γεύσιν εις τα περιζήτητα συριανά λουκούμια».
Συριανές με τη στάμνα στον ώμο επιστρέφουν από την Πηγή
________
Οι κάτοικοι, το ντύσιμο και οι νοοτροπίες τους
Ο Γκωτιέ αφηγείται την εντύπωση που του προκάλεσε η εμφάνιση των κατοίκων:
«... Το κατάστρωμα γέμισε μ' ένα πλήθος με ηλιοκαμένο δέρμα, γαμψή μύτη, μάτια που έβγαζαν φλόγες και αρειμάνια μουστάκια. Μας πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους με το ύφος που σε άλλα μέρη σου ζητούν το πορτοφόλι σου ή τη ζωή σου. Άλλοι φορούσαν ελληνικά φέσια (είχαν όλο το δικαίωμα γι' αυτό), πελώρια πανταλόνια που έμοιαζαν με φούστες σφιγμένα στη μέση με μάλλινα ζωνάρια και κάπες από μπλε σκούρο μάλλινο ύφασμα, άλλοι φορούσαν φουστανέλα, άσπρο γιλέκο και βαμβακερό σκούφο ή ψαθάκι τριγυρισμένο μ' ένα μαύρο κορδόνι».
Έλληνες με τοπικές ενδυμασίες (Ξυλογραφία, 1858)
_____________
«... η φειδώ περί την τροφήν έφθανε μέχρις υπερβολής, ως προς την περιβολήν, και μάλιστα των κυριών, αι δαπάναι ήσαν δυσανάλογοι προς τα μέσα των κατοίκων... Οι συρμοί της Εσπερίας παρηκολουθούντο κατά βήμα, και πλείσται των εν Σύρω δεσποινών εκόμιζον τους ιματισμούς και τα καπελλίνα και τα της υποδύσεως ακόμη εκ της Εσπερίας... Επειδή όμως η Σύρος δεν παρείχε τότε συνεχείς ευκαιρίας, προς επίδειξιν πολυδαπάνου περιβολής, η επίδειξις εγίνετο εις τας εκκλησίας, εις τους οιονεί περιπάτους και κατά τας επισκέψεις... Μόνη δικαιολογημένη ευκαιρία πλουσίας περιβολής ήταν οι χοροί οι διδόμενοι εις τας δύο λέσχας...».
Η επίδραση της ευρωπαϊκής μόδας δεν άργησε να γενικευτεί. Έτσι, προς την τελευταία δεκαετία όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι μικροεπιχειρηματίες και βέβαια οι πλούσιοι φορούσαν πλέον τα φράγκικα. Το ντύσιμο αυτό διακωμωδεί ο Ροΐδης, αν και το έχει υιοθετήσει:
«Τω καιρώ εκείνω ευρίσκετο εις την ακμήν του ο μετασχηματισμός των Συριανών εις Ευρωπαίους, τον οποίον ονόμαζαν, με συμπάθεια ξεβράκωμα. Αι φέσσαι και αι βράκαι εξηφανίζοντο αλλεπάλληλοι, ως τα πρωινά άστρα, υπό τας ακτίνας του εσπερίου πολιτισμού...».
Για τον εξευρωπαϊσμό των Συριανών, που μάλλον έγινε βίαια, κάνει εκτενή λόγο και ο Βικέλας στο διήγημά του "Φίλιππος Μάρθας":
«... Ώστε ο ερχόμενος εκ των άλλων μερών της Ελλάδος εις Σύραν, έβλεπεν εκεί εξωτερικά σημεία φραγκισμού, τα οποία εις μάτην ήθελε τότε αναζητήσει αλλαχού. Τούτο εξηγείται ευκόλως. Οι συνοικισταί της Ερμουπόλεως, εκριζωθέντες των εστιών των από τον ανεμοστρόβιλον της Επαναστάσεως και μεταφερθέντες επί νέου εδάφους, ηδύναντο δι' αυτό τούτο να μεταβάλωσιν, ευκολώτερον των άλλων Ελλήνων, τα προγονικά ήθη και έθιμα... Αληθώς ο αποκτηθείς ούτως εξευρωπαϊσμός έφερε τον διπλούν τύπον της βίας με την οποίαν μετηνέχθη έξωθεν, και της ανεπαρκείας των μέσων δια των οποίων επραγματοποιείτο η εφαρμογή του...».
Οικογενειακό πορτραίτο, Σύρος, 1865 περίπου
_________
Οι κάτοικοι μετά τα μέσα του αιώνα αυξήθηκαν στο νησί. Όπως διαβάζουμε στις αναμνήσεις του Γεωργίου Μαζαράκη, που εκδόθηκαν το 1885:
«Η Σύρα είναι εν των σπουδαιοτέρων της ελευθέρας Ελλάδος εμπορείων, ο δε πληθυσμός αυτής συμμιγής».
Αληθινό πανελλήνιο γιατί μαζί με τον Ακαρνάνα συναντάς τον Κωνσταντινουπολίτην, μαζί με τον Τριπολιτσιώτη βλέπεις τον Επτανήσιον ή Χίον, κοντά στον Ψαριανόν τον Μικρασιάτη. Συν τοις άλλοις, μετά τη μεγάλη ευρωπαϊκή επανάσταση του 1848 ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο νησί πολλοί Ιταλοί. Ο Ροΐδης σε διήγημά του θυμάται τους Ιταλούς που έμειναν στη Σύρο:
«Ερχόμενος εξ Ιταλίας δεν ευρέθην όσον εφοβούμην εις την Σύρον ξενιτευμένος. Πολλοί τω όντι απέμενον ακόμη Ιταλοί πατριώται εκ των φιλοξενηθέντων μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως του 1848. Οι Ιταλοί ήσαν οι πλείστοι ακονησταί ξυραφιών, καθαρισταί κηλίδων, συγκολληταί σπασμένων πινακίων, ανακαινισταί παλαιών υποδημάτων, διακοσμηταί των νεκρικών φερέτρων, ευνουχισταί πετεινών, υπαίθριοι τηγανισταί σμαρίδων και πάντες ανεξαιρέτως ζωγράφοι, λιθοξόοι, χοροδιδάσκαλοι και μουσικοί. Αι αξιώσεις των καλλιτεχνών τούτων περιωρίζοντο εις το να μη αποθάνωσι της πείνης, ο δε βίος δεν ήτο τότε όπως σήμερον ακριβώς».
Η συναναστροφή με τους Ιταλούς και οι κολακείες αυτών προς τις πλούσιες κυρίες εξήπταν την ξυπασιά και διευκόλυναν τη νεοπλουτίστικη συμπεριφορά των ευκατάστατων Συριανών. Την κατάσταση αυτή διακωμωδεί στο διήγημα την Ιστορία ενός σκύλου ο Ροΐδης, όπου αναφέρει ότι
Γεώργιος Σουρής«Η τοιαύτη Ιταλών κολάκων επιδρομή συνετέλεσε, νομίζομεν, κατά πολύ εις την ανάπτυξιν του κυριωτάτου των τότε Συριανών ελαττώματος, της επάρσεως, του φουσκώματος, της επιδεκτικής απαγγελίας κοινών τόπων και των άλλων των νεοπλούτων γελοίων».
Πορτραίτο γυναίκας, Σύρος, 1880 περίπου
________
Αυτοπροσωπογραφικά
Δ΄
Κι εδιάβαινεν με έρωτας η ώρα κι η ημέρα,
πλην φευ! Την ευτυχίαν μου εφθόνισεν η μοίρα,
και εξ Ελλάδος έφθασε μ' ελληνικόν αέρα
μία πολίτις Συριανή και μαυρομάτα χήρα.
Αφήκε την πατρίδα της, και ήρχετο να γίνη
στο σπίτι του εμπόρου μου κυρία οικονόμος
καθώς κι εγώ εξόριστος, εστέναζε κι εκείνη,
και την εκούραζε πολύ της ξενιτιάς ο δρόμος.
Την είδα... ω! τι μάγουλα! τι μάτια λιγωμένα!
μ' ενθύμισε τις ωμορφιές της κλασσικής πατρίδος
όσον καιρό με πρόσωπα εσυγκινούμην ξένα,
και επεθύμησα μορφήν γνησίας Ελληνίδος. [...]
Κι εγώ εκεί στ' αγαπητό της Σύρας ξερονήσι
είδα το φως κι ανέπνευσα την δρόσον του αέρος·
κι αυτό το λέγω, επειδή δεν θέλω να τιμήση
η ένδοξός μου γέννησις κανένα άλλο μέρος.
Με πόσην ήκουσε χαράν η πικραμένη χήρα
πως θάχη κι ένα Συριανό στη μαύρη ξενιτιά της!
αδιάκοπα λογάριαζε μαζί μου για τη Σύρα,
της έλεγα τα πάθη μου, κι εκείνη τα δικά της.
Δεκάξη χρόνων έχασε το πρώτο της το ταίρι,
επήρε άνδρα δεύτερο, απέθανε κι αυτός,
και τρίτον ετοιμάζετο να βάλη εις το χέρι,
οπού περνούσε ζέντλεμαν στη Σύρα ζηλευτός...
Ο όποιος σχολιασμός από την πλευρά μας είναι περιττός αναφορικά με την αγάπη που εκφράζει ο ποιητής για την πατρική γη.
Ο Σουρής γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1853. Έζησε εκεί τα πρώτα του χρόνια, αναπνέοντας τον κοσμοπολίτικο αέρα της ακμάζουσας κυκλαδίτικης πρωτεύουσας, στην οποία κυριαρχούσε η αστική τάξη της Λέσχης των Χίων.
___________
Κατορθώνοντας το ακατόρθωτο!
Θελήσαμε να αξιοποιήσουμε τα λόγια των λογοτεχνών για να γνωρίσουμε τη Σύρο μέσα από τον αυθορμητισμό και ενίοτε τον παραμορφωτικό φακό της λογοτεχνικής δημιουργίας. Αρκετοί ήταν παιδιά αυτής της πόλης, συνδεδεμένοι με ένα ιδιότυπο τοπικό πατριωτισμό με τη Σύρο, προτιμήσαμε να τους αφήσουμε να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους, να ξεδιπλώσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα που τους προκαλούσε το φημισμένο νησί τους και κυρίως το φαινόμενο που ονομάστηκε «Ερμούπολη».
Οι λογοτέχνες εμπνεύστηκαν από τη Σύρο και έτσι η Σύρος αγάπησε τη λογοτεχνία. Μια ανερχόμενη αστική τάξη ανέδειξε λογοτέχνες ευρωπαϊκής εμβέλειας, όπως ο Ροΐδης, ο Βικέλας, ο Σουρής, και αυτή η τάξη είχε την ανάγκη να καλλιεργήσει τα γράμματα παράλληλα με την οικονομική της ανέλιξη. Δεν είναι τυχαίο ότι η Σύρος εξακολούθησε τον επόμενο αιώνα έως και τις ημέρες μας να αποτελεί πεδίο λογοτεχνικής αναφοράς, δεν έπαυσε να εμπνέει και να τροφοδοτεί τη φαντασία των λογοτεχνών.
Γιατί πράγματι, η ίδρυση της Ερμούπολης ήταν ιστορικό μοναδικό φαινόμενο, η ραγδαία ανάπτυξη μιας νέας πόλης και μιας ανερχόμενης αστικής τάξης, στην καθημαγμένη Ελλάδα, αμέσως μετά την Επανάσταση, προκαλεί το ενδιαφέρον και αποτελεί αντικείμενο έρευνας. Οι επήλυδες, οι Έλληνες των διωγμών που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο νησί, κατόρθωσαν το ακατόρθωτο με αλματώδη βήματα, με γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης, μετέβαλαν την έρημη ακτή της Σύρου σε πλούσια πόλη, μέγα αστικό κέντρο της Ελλάδας του 19ου αιώνα, ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό λιμάνι.
Οι πηγές μας
Δημήτριος Βικέλας, «Η άσχημη αδελφή», «Φίλιππος Μάρθας», Διηγήματα, Εκδόσεις Ανέ- στης Κωνσταντινίδης, Αθήνα 1897.
Δημήτριος Βικέλας, Η ζωή μου: Παιδικαί αναμνήσεις - νεανικοί χρόνοι, Σύλλογος Προς Δι- άδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα 1908.
Μάνος Ελευθερίου (επιλογή κειμένων), Μια πόλη στη λογοτεχνία Ερμούπολη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2003.
Ιωάννης Δ. Καρασούτσας, Μούσα θηλάζουσα, ήτοι λυρικά ποιήματα, Εν Ερμουπόλει, 1840.
Παναγιώτης Μουλλάς (πρόλογος), Περιηγήσεις 1832-1852. Τρεις Γάλλοι ρομαντικοί στην Ελλάδα: Λαμαρτίνος - Νερβάλ - Γκωτιέ, μτφρ. Βάσω Μέντζου, Το Βήμα, Αθήνα 2010.
Γεώργιος Μαζαράκης, Τριών μηνών αναμνήσεις εκ του κατά την Ανατολή πλου του ευδρό- μου «Ναύαρχος Μιαούλης», Μέρος πρώτο, Αθήνα 1885.
Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, «Εις την Σύρον», Με του βορηά τα κύματα. Ταξίδια, περιγραφαί, εντυπώσεις, Εκδόσεις Ιωάννης Ν. Σιδέρης, Αθήνα 1902.
Γεώργιος - Αναξαγόρας Ναύτης, Επιστολή περί Σύρου και Ερμουπόλεως, Εκ της τυπογρα- φίας Γεωργίου Πολυμέρη, Ερμούπολις 1847.
Εμμανουήλ Ροΐδης, «Ψυχολογία Συριανού συζύγου», «Το παράπονο του νεκροθάπτου», «Ιστορία ενός σκύλου», «Ιστορία μιας γάτας», «Ιστορία ορνιθώνος», «Ιστορία ενός αλό- γου», «Το ξεστούπωμα» (διηγήματα), Άπαντα, τόμ. Ε΄, επιμ. Άλκης Αγγέλου, Ερμής, 1978.
Γεώργιος Σουρής, «Εγώ - Εις Ρωσίαν», Άπαντα, τόμ. 1, επιμ. Γ. Βαλέτας, Εκδόσεις Χ. Γιοβά- νης, Αθήνα 1967.
Ανδρέας Συγγρός, Απομνημονεύματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1908.
Συριανά γράμματα. Ιστορία-λογοτεχνία-λαογραφία-καλές τέχνες (εκδ. Δημ. Β. Βαρθαλίτης).
Το άρθρο περιέχεται στα Συριανά γράμματα, ιστορία - λαογραφία· περιβάλλον ·καινοτομία ·
τέχνες, ΤΕΥΧΟΣ 17-18 - ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β΄- ΙΟΥΝΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2025. Ο Αντώνης Ν. Μαστραπάς είναι διδάκτορας Φιλοσοφίας, ιστορικός-αρχαιολόγος.
Εμμανουήλ Ροΐδης, 200 χρόνια από την ίδρυση της Ερμούπολης
__________
Από την αίγλη των αστών μέχρι το περιθώριο
Το 2026 συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από τη γέννηση της πρωτεύουσας των Κυκλάδων. Τα Συριανά Γράμματα τιμούν το μεγάλο ορόσημο της Ερμούπολης με ένα μνημειώδες διπλό τεύχος (17-18). Μέσα από 580 σελίδες εμπεριστατωμένης ιστορικής έρευνας, αναδεικνύεται η πολυκύμαντη διαδρομή της πόλης που σφράγισε τη νεότερη ελληνική ιστορία. Ένα συναρπαστικό ταξίδι στον χρόνο, από την αστική της αίγλη μέχρι τις πιο κρυφές σελίδες της κοινωνικής της διαδρομής.

ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ




























Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου