Καταθέτω, καταθέτεις, καταθέτουμε...........
όχι χρήματα - πού να τα βρεις τέτοιους καιρούς - ούτε βέβαια τα όπλα.....μόνο δουλειά "εν τάξει" και "εν οίκω" για το "δήμο" των απανταχού εργατών φιλολόγων και όσων "φίλα προσκείμενων" μαθητών μας!!!!!
Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026
«Εμφίλιες» αντιπαραθέσεις στο «σπίτι το με θέα στον Αώο»· Ισμήνη Καρυωτάκη, «φυγόδικος δεν ήμουν»
Η ιλιγγιώδης τραπεζαρία: το φως εισβάλλει άπλετο από τα παράθυρά της...
καλοκαδραρισμένοι και απαστράπτοντες οι «τέως»..
και καρσί απέναντι στον τοίχο ο «Μυστικός Δείπνος» του Ντα Βίντσι.»
Picture created by Freepik AI
_________
«Το Σχέδιο»
Η Ισμήνη Καρυωτάκη στο βραβευμένο με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2023 έργο της «Φυγόδικος δεν ήμουν», αφηγείται μέσω των ηρώων της, Σπήλιου και Εριφύλης, μια ιστορία βασισμένη σε γεγονότα της προσωπικής της ζωής, επενδυμένα με στοιχεία μυθοπλασίας. Το αστικό τοπίο των Ιωαννίνων και η ατμόσφαιρα της Κόνιτσας, με το φυσικό περιβάλλον και τους ανθρώπους της, είναι οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας, μιας ιστορίας κυρίως ερωτικής με φόντο τον «Εμφίλιο», το φι, όμως, με γιώτα, όπως «ξεκαθαρίζει» η συγγραφέας και όπως ο Σπήλιος επιλέγει να διατυπώσει την αντιπαράθεση του με την Εριφύλη κατά τη ροή της μυθιστορίας.
21 Αυγούστου του '72, ο Σπήλιος, ένας νέος αριστερός άντρας, μόλις έχει βγει από τις φυλακές της Χούντας, με προσωρινό αποφυλακιστήριο «λόγω ανηκέστου βλάβης υγείας». Μαζί με την ερωμένη του, την Εριφύλη, μια νέα ανεξάρτητη και αντισυμβατική γυναίκα, που ανήκει όμως σε μια φιλοβασιλική οικογένεια, διασχίζουν τη φουσκωμένη κοίτη του Αώου, με τον αέρα να σφυρίζει και το χαλάζι να πέφτει όπως οι σφαίρες στα χαρακώματα. Το σχέδιο του Σπήλιου είναι να παρασύρει την Εριφύλη σε μια πεζοπορία στη χαράδρα του Βίκου, με στόχο να περάσουν μαζί τα σύνορα και να αποδράσουν. Ο ποταμός λειτουργεί ως φυσικό και συνάμα υαρξιακό σύνορο. Το πέρασμά του σημαίνει ελευθερία αλλά και ρήξη με όσα τους ορίζουν.
Η Εριφύλη, από τη μεριά της, που ενδόμυχα προσπαθεί να αποτελέσει τη γέφυρα των δύο κόσμων, κυρίως όμως θέλει να γνωρίσει στον εραστή της τα μέρη που μεγάλωσε, τις ρίζες της, πριν αυτός επιστρέψει στη φυλακή, τον παρασύρει σε ένα ταξίδι αρχοντικό της θείας Φλώρας, στην Κόνιτσα, όπου θα αναγκαστούν να έρθουν αντιμέτωποι με τα όρια της σχέσης τους.
Η καταιγίδα αλλάζει τα σχέδιά τους και αναγκάζονται να επιστρέψουν, βρίσκοντας καταφύγιο το σπίτι του Σόφη, ενός φίλου αριστερών καταβολών, όπου θα περάσουν τη βραδιά, με κουβέντες και τσίπουρα. Μαζί τους και ο τσοπάνης - Τσάβαλος στα χαρτιά, Τσάκαλο των φωνάζουν - που ζει απομονωμένος στα βουνά. Πολύ κοντά στα αλβανικά σύνορα, σε περιοχές όπου έγιναν οι σκληρότερες μάχες του Εμφυλίου, η συζήτηση εύκολα τρέχει σ' εκείνα τα χρόνια. Αυγουστιάτικη ήταν και η νύχτα του 1948 όταν σε μιαν άλλη χαράδρα, εκείνη του Χάρου στον Γράμμο, βούτηξαν στο κενό μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού.
Η χαράδρα του «Χάρου» στον Γράμμο, σημαντική στρατηγική θέση σε υψόμετρο 1.700 μέτρων, στην οποία συγκρούστηκαν οι αντάρτες του Δημοκρατικού στρατού και του Εθνικού στρατού και εκεί χάθηκαν εκατοντάδες μαχητές. Σε αυτό το σημείο έπεσαν οι βόμβες ναπάλμ, οι οποίες βρίσκονταν σε πειραματική φάση και είχαν δοκιμαστεί από τους αμερικανούς στο πολεμικό θέατρο του Ειρηνικού εναντίον των Ιαπώνων.
________________
Το '47 αυτά...
[...] σκέφτομαι εκείνον τον Γιαννούλη, τον μπροστάρη της 102 ταξιαρχίας, τον ντουφέκισαν οι δικοί του όταν επέστρεψε, τον κάλεσαν στο αρχηγείο και τον ξεκάνανε –με συνοπτικές διαδικασίες –, είχε πάρει εντολή για υποχώρηση –
Μακριά παίζανε οι μουσικές. Στην πλατεία είναι, είπε ο Σόφης, έχει γάμο, μόνο εγώ άκουσα τα σκυλιά απόψε, έτσι έγινε και τη γλιτώσατε. Ακούγονταν ως την Οξιά, του είπα. Έχει ξανασυμβεί, Σπήλιο, είκοσι μία Αυγούστου πάλι, παίζανε τα χάλκινα για τον γάμο στα Εράτυρα, πάνω από τη χαράδρα του Χάρου –κάτω απ' την Κοτύλη, διακόσιους είχε μαζί του ο Γιαννούλης. Ξέρω, Σόφη, πήρε διαταγή για οπισθοχώρηση και πέρασαν όλοι μέσ' απ' τη χαράδρα, καμιά τριανταριά γκρεμιστήκαν. Του φόρτωσαν ύστερα και την ήττα, είπε ο Σόφης. Τον φέρανε δεμένο, είδηση δεν πήραν στα Εράτυρα. Ως το πρωί παίζαν τα χάλκινα όπως κι απόψε. Το '47 αυτά.
Ισμήνη Καρυωτάκη, φυγόδικος δεν ήμουν,
σελ. 15-16, 20-21, εκδόσεις Ποταμός, 2025
____________________
«...εκείνον τον Γιαννούλη, τον μπροστάρη της 102 ταξιαρχίας...»: Γιώργος Γιαννούλης (Επταχώρι Καστοριάς, 1915 - 1948), διοικητής της 102ης Ταξιαρχίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος (Δ.Σ.Ε.)τον Αύγουστο του 1948, στον Γράμμο. Η μονάδα του υπέστη αιφνιδιασμό από τον Εθνικό Στρατό (Ε.Σ.) και η απώλεια σημαντικών οχυρών θέσεων οδήγησαν στην καθαίρεσή του και στην άμεση εκτέλεσή του στις 20 Αυγούστου του 1948. Μεταγενέστερα, καθώς η διοργάνωση στρατοδικείου για την εκτέλεσή του αμφισβητήθηκε από αυτόπτες μάρτυρες, θεωρήθηκε ότι εκτελέστηκε χωρίς καν να δικαστεί.
Κατά την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ για το δοκίμιο ιστορίας του κόμματος την περίοδο 1918-1949 στις 23 Ιουνίου 2018, αποφασίστηκε η επίσημη κομματική αποκατάσταση του Γιώργου Γιαννούλη, όπως και άλλων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης.
Φωτογραφία του Αντισυνταγματάρχη του Δ.Σ.Ε. Γιώργου Γιαννούλη
Ιστορικό Αρχείο ΚΚΕ
__________
Ήταν το '48, που...
Το '48 βγήκε πρωτοσέλιδο ο Μάρκος στο Τάιμ, ο Πολκ έπλεε ανάσκελα στο πέλαος και ο Σοφούλης έστηνε, βάσει έξτρα σχεδίου, πειθαρχημένη διαβίωση στο ξερονήσι... λέει ο Τσάκαλος όσο γεμίζει το ποτήρι της.
Σκέτο όνειρο θανάτου, τον κόβει ο Σόφης.
Άλλο ήταν το όνειρο, Σόφη. Μόνο που κόπηκε απότομα. Ένα πρωί ξυπνήσαμε –αν ξυπνήσαμε- με το τοπίο θολωμένο.
Έτσι έχει απομείνει από τότες. Το φρόντισαν οι τελετάρχες, Τσάκαλε, κι από τα δυο στρατόπεδα.
Και δώσανε τα χέρια για να ξομείνει αλαμπικάριστο... Τότε είναι που έπιασε αμπάριζα η φρίκη και αρχίνησε να αναβλύζει από παντού. Εσύ κατέχεις τίποτα από φρίκη, Εριφύλη; Σε κατατόπισε ο δικός σου; ρωτάει ο Τσάκαλος και δείχνει εμένα.
Ο Σπήλιος δεν μαρτυράει, τα κρατάει για τον εαυτό του, λέει η Εριφύλη και παίρνει κι άλλο τσιγάρο, αλλά εγώ ξέρω μία Φρίκη από δικού μου, με το Φου κεφάλαιο αυτή.
Και ποιος δεν την ξέρει αυτή, όλος ο ντουνιάς, Εριφύλη, πιάνει το νήμα ο Τσάκαλος γελώντας, αυτή έφτασε απ' το Παλάτι στην κωμόπολη της θειας σου - εκεί που λαχταράς να τραβήξεις και τον Σπήλιο - με τζιπ τεθωρακισμένο το '48, ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού εφτά του Γενάρη και το χιόνι στρωμένο ως τα περβάζια. Ήθελε να δει με τα ίδια της τα μάτια πώς μας είχανε τσακίσει... και ατομική βόμβα αν μπόραγαν οι δικοί της, έλεγε... ας μας την έριχναν.
Το εξώφυλλο δημιουργήθηκε από τον καλλιτέχνη Μπόρις Τσαλιάπιν
____________
«Το '48 βγήκε πρωτοσέλιδο ο Μάρκος στο Τάιμ...»: Στις 5 Απριλίου 1948, στο αποκορύφωμα του εμφυλίου, η φωτογραφία του Μάρκου Βαφειάδη, του αρχηγού των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού (Δ.Σ.Ε.), εμφανίζεται στο εξώφυλλο του ΤΙΜΕ. Ο Μάρκος Βαφειάδης φοράει το χαρακτηριστικό στρατιωτικό δίκοχο, ενώ πίσω του υψώνεται ένας αρχαιοελληνικός κίονας κορινθιακού ρυθμού.
Σκίτσο αναπαράσταση της σκηνής της δολοφονίας του Τζωρτζ Πολκ μέσα στη λέμβο «Άγιος Νικόλαος», από τον Νίκο Νομικό στην εφημερίδα «Απογευματινή»
___________
«...ο Πολκ έπλεε ανάσκελα στο πέλαος...»: Στις 16 Μαΐου 1948, μεσούντος του εμφυλίου, ο βαρκάρης Λάμπρος Αντώναρος βρίσκει να επιπλέει στον θαλάσσιο χώρο της Θεσσαλονίκης ένα πτώμα δεμένο χειροπόδαρα και με μια σφαίρα στο κρανίο. Πρόκειται για το πτώμα του Αμερικάνου δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ. Η δολοφονία του Τζορτζ Πολκ συγκλόνισε την Ελλάδα στη μετεμφυλιοπολεμική περίοδο, είχε πολιτικές επιπτώσεις με διεθνείς προεκτάσεις και παραμένει – από σκοπού όπως εικάζεται- «ανεξιχνίαστη» μέχρι τις μέρες μας, γνωστή πάντα ως «υπόθεση Πολκ».
Γιώργος Φαρσακίδης, Μακρόνησος - Πεζοπορία – βασανιστήριο τη νύχτα
Σχέδιο με σινική μελάνη
___________
«...και ο Σοφούλης έστηνε, βάσει έξτρα σχεδίου, πειθαρχημένη διαβίωση στο ξερονήσι...»: Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης (1860–1949), διετέλεσε πρωθυπουργός της χώρας κατά την περίοδο του εμφυλίου. Στα πλαίσια της πολιτικής του συνεχίστηκαν και εντάθηκαν οι διώξεις κατά των κομμουνιστών, των αριστερών και δημοκρατικών πολιτών, με αποτέλεσμα τον εγκλεισμό τους στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης – ένα από αυτά η Μακρόνησος.
Η βασίλισσα Φρειδερίκη επισκέπτεται την Κόνιτσα στις 7 Ιανουαρίου 1948
_______________
«... αυτή έφτασε απ' το Παλάτι στην κωμόπολη της θειας σου...»: Η «Μάχη της Κόνιτσας» είναι γνωστή ως η μάχη που έκρινε το τέλος του εμφυλίου – ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος (Δ.Σ.Ε.) ηττήθηκε από τον Εθνικό Στρατό (Ε.Σ.). Ο εθνικός Τύπος της εποχής είχε ηρωοποιήσει σχεδόν τη Φρειδερίκη για την επίσκεψή της στην κωμόπολη της Κόνιτσας στις 7 Ιανουαρίου 1948.
«Από την Πρέβεζα παραλαμβάνει τη Φρειδερίκη και τη συνοδεία της ο στρατηγός διοικητής της Ηπείρου και μεταβαίνουν οδικώς στα Ιωάννινα.
– Θέλω να πάω στην Κόνιτσα, του δηλώνει Φρειδερίκη.
– Αποκλείεται, της ξεκόβει ο στρατηγός. Υπάρχει ακόμη μεγάλος κίνδυνος. Οι δρόμοι είναι κλειστοί και μέχρι τώρα δεν έχει περάσει κανένα αυτοκίνητο.
– Μπορούμε να πάμε με τα μουλάρια, επιμένει η Φρειδερίκη. Ο στρατηγός παραμένει ανένδοτος και αποχωρεί από τα Ιωάννινα επειδή του έχει ανατεθεί άλλη αποστολή. Η Φρειδερίκη τότε πείθει τον υποστράτηγο αρχηγό του Επιτελείου να πραγματοποιήσει τον σκοπό της.
Ο δρόμος για την Κόνιτσα είναι δύσβατος. Οι γέφυρες του ποταμού Αώου έχουν ανατιναχθεί. Χρειάζεται να ακολουθήσουν την όχθη του ποταμού μέχρι να βρουν ρηχοτοπιά για να περάσουν απέναντι, όπου έχουν ειδοποιηθεί να τους περιμένουν δύο στρατιωτικά αυτοκίνητα που τους μεταφέρουν στην Κόνιτσα. Η Φρειδερίκη μεταβαίνει στην έδρα του Επιτελείου. Σε ένα ράντσο είναι ξαπλωμένος ο Κωνσταντίνος Δόβας με τραύματα σε όλο του το σώμα. Νοσοκομεία δεν υπάρχουν για τους τραυματίες. Οι κάτοικοι τους περιποιούνται όπως – όπως στα σπίτια τους με γιατροσόφια της ανάγκης.
Ταινία Επικαίρων με ειδήσεις Φεβρουαρίου 1958, με θέμα τον εορτασμό της 45ης επετείου απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, παρουσία του Βασιλιά Παύλου και της βασίλισσας Φρειδερίκης, στις 21 Φεβρουαρίου 1958.
________
«Οπτασία εν υπαίθρω το χέρι της Φρειδερίκης»
[...] Αξημέρωτα κάθε 21η του Φλεβάρη, και με το χιόνι στρωμένο ως το γόνατο, παρατεταγμένη από το αεροδρόμιο ως τον Αϊ-Γιώργη - τρία χιλιόμετρα δρόμο παραλίμνια - η νεολαία μας –η μαθητιώσα είν' αυτή, περίμενε την κούρσα με το σήμα στη μούρη, αστραφτερή η κούρσα κι όλα τα τζάμια φιμέ κατράμι και σαν από θαύμα μέσα απ' το φιμέ, περίμενε το χέρι της - όπως οι πιστοί την Ανάσταση -, πρόσωπο δεν αξιωνόμασταν, μόνο το χέρι της μέσα από το φιμέ να χαιρετάει – γαντοφορεμένο αυτό.
«...οπτασία εν υπαίθρω το χέρι της Φρειδερίκης»
________
Τι την κοιτάτε; λέει ο Σόφης και δείχνει την Εριφύλη, αλήθεια λέει, οπτασία εν υπαίθρω το χέρι της Φρειδερίκης.
Φρίκη την ονομάτισε ο παραγιός του Σεπετά το απόγευμα της ίδιας μέρας μέσα στο σπίτι μας –της κυρα-Αντιγόνης ήταν το σπίτι, με τον τσατμά και τον κήπο - κι η μάνα μου έγινε θηρίο: «Κομιτατζή» τον στόλισε τον παραγιό. Τη λάτρευε η μάνα μου τη Φρειδερίκη, είπε η Εριφύλη με έξαψη και κατέβασε το ποτήρι μονορούφι.
Κι όποιος τη λάτρευε το δήλωνε ντεκλαρέ, λέει ο Σόφης.
Ο Βασιλιάς Παύλος και η Βασίλισσα Φρειδερίκη προσέρχονται στον Μητροπολιτικό Ναό Ιωαννίνων, προκειμένου να παρακολουθήσουν τη δοξολογία για τον εορτασμό της 45ης επετείου απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, στις 21 Φεβρουαρίου 1958.
____________
Έψαχνε τις φωτογραφίες της στις φυλλάδες –η μάνα μου, ήξερε τι φουστάνι φοράει, αν είναι περσινό ή προπέρσινο, να φανταστείτε ότι της είχε καρφωθεί πως τα μεταποιεί τα φουστάνια της η Βασίλισσα, είναι οικονόμα, έλεγε, σφιχτοχέρα, μαζεύει για τις άπορες κορασίδες –εσένα και της αδελφής σου, έλεγε - και ορίστε, για δες, Εριφύλη, το ίδιο είχε και στην περσινή παράτα έξω από το Μέγαρο της VII Μεραρχίας – με την κουβέρτα στα γόνατα η Αυτής Μεγαλειότης κι εμείς κλαρίνο σε βηματισμό και «κλίνατε επί δεξιά» κάθε Φλεβάρη στις 21, με χιονίστρες στα χέρια και τα πόδια – η μαθητιώσα -, ερχόμασταν έτσι πιο κοντά στη Φρίκη, κι η μάνα μου κι αυτή πιο κοντά, στεκόταν άγαλμα μπρος στο «Τιτάνια», τον κινηματογράφο, βιζαβί κι απεναντίας από την VII Μεραρχία να θωρεί το βλαστάρι της να παρελαύνει με φόντο τη Φρίκη... έμπηξε τα γέλια η Εριφύλη.
Τμήμα της μαθητιώσας νεολαίας στην παρέλαση
της 21ης Φεβρουαρίου 1958 στα Γιάννενα
___________
Γι' αυτό αυτή η χώρα πάει κατά διαβόλου, λέω εγώ.
Και μπορείς τώρα να μου πεις σε τι φταίει η μάνα μου που πάει κατά διαβόλου η χώρα; γυρνάει και μου λέει η Εριφύλη.
Σε τίποτε αλλά την παίρνει κι εκείνη η μπάλα.
Και ποιον αφήνει απέξω η μπάλα;
«Τα κομμένα κεφάλια», επιφυλλίδα του Παναγή Λεκατσά, που δημοσίευσε ο «Ρίζος της Δευτέρας» στις 24/11/1947
_________
«Οι κομμένες κεφαλές και η δημόσια επίδειξή τους αποτελούν ελληνικό έθιμο».
Τα κομμένα κεφάλια και η έκθεσή τους σε δημόσια θέα για παραδειγματισμό του λαού και των εχθρών, υπήρξε από παλιά μια φρικιαστική τακτική. Στην Ελλάδα οι αποκεφαλισμοί δεν σταμάτησαν μετά το τέλος της Τουρκοκρατίας, αλλά συνεχίστηκαν, ιδιαίτερα την περίοδο του Μεσοπολέμου και αργότερα του Εμφυλίου. Ειδικά την περίοδο που οι "Βασιλείς των Ορέων", δηλαδή οι λήσταρχοι των βουνών, είχαν έντονη δράση στην περιφέρεια. Το ανελέητο κυνηγητό τους κατέληγε πάντα σε κομμένα κεφάλια.
Οι αποκεφαλισμοί γίνονταν συνήθως από τα καταδιωκτικά αποσπάσματα και ενίοτε από γιατρούς ή ιατροδικαστές, που καλούνταν να διαπιστώσουν το θάνατο των ληστών. Όταν τα κομμένα κεφάλια δεν τα παλούκωναν, τα τοποθετούσαν σε άδειους τενεκέδες πετρελαίου ή σε τσουβάλια. Στην περιοχή της Ελασσόνας όπου η ληστεία ανθούσε, μετά την επίδειξη στους χωρικούς τα έθαβαν στην άμμο του ποταμού, κάνοντας του κατοίκους να πιστεύουν ότι μερικά από αυτά βρικολάκιαζαν. Άλλοι συνήθιζαν να τα φωτογραφίζουν και να κάνουν συλλογή, όπως ο ιδιοκτήτης ενός καφενείου της Ελασσόνας που είχε περισσότερες από πενήντα τέτοιες φωτογραφίες.
Ο στρατιωτικός και αργότερα κινηματίας Γεώργιος Κονδύλης διαρκούσης της βασιλείας του Γιαγκούλα, υπήρξε ο ιδρυτής του θρυλικού «τάγματος των κυνηγών», όπως ακριβώς συνέβαινε και στο Αμερικάνικο Φαρ Ουέστ με τους κεφαλοκυνηγούς. Οι κυνηγοί κεφαλών επιδίδονταν μετά μανίας στον εντοπισμό και τις εκτελέσεις ληστών. Όταν τους έπιαναν έκοβαν τα κεφάλια τους και τα παρέδιδαν στις αρχές, για να εισπράξουν την ανάλογη χρηματική επικήρυξη. Παρόμοιοι κυνηγοί δρούσαν και την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου. Σύμφωνα με τον συγγραφέα Γιώργο Ιωάννου, υπήρξε ένα "σιχαμερός" τύπος που όταν επισκέφθηκε γνωστό δικηγόρο, είχε μαζί του ένα τσουβάλι που μύριζε απαίσια από τα κομμένα αντάρτικα κεφάλια που περιείχε. Η φρικιαστική πρακτική πήρε μεγάλες διαστάσεις και οι εκάστοτε νικητές, συνήθιζαν να δημιουργούν πυραμίδες από κομμένα κεφάλια.
Για το χρονικό των κομμένων κεφαλών υπάρχουν λίγα και αποσπασματικά στοιχεία. Η έκταση όμως του κανιβαλισμού ήταν τέτοια που ο ίδιος ο Αμερικάνος πρόξενος στην Ελλάδα, μετά από εικόνες που δημοσιεύτηκαν στις ΗΠΑ, με κομμένα γυναικεία κεφάλια, προέβη σε διάβημα. Η ελληνική απάντηση ήταν: «Οι κομμένες κεφαλές και η δημόσια επίδειξή τους αποτελούν ελληνικό έθιμο»!
Ο «Ρίζος της Δευτέρας» δημοσιεύει στις 24/11/1947 επιφυλλίδα του Παναγή Λεκατσά.Πρόκειται για μία συγκλονιστική - στηριγμένη στην ιστορική παράδοση της χώρας μας- καταδίκη με αφορμή σχετική ΦΩΤΟ των εφημερίδων της «συνήθειας» των διαφόρων παρακρατικών ομάδων που δρούσαν μαζί με τον «εθνικό στρατό» να κόβουν τα κεφάλια των αγωνιστών προκειμένου να εισπράξουν τα χρήματα της επικήρυξής τους…
Να σκεφτείς ότι εμένα - μπαίνει στη μέση ο Τσάκαλος και η φωνή του με απομακρύνει στο άψε σβήσε από τη μάνα της Εριφύλης - τη μάνα μου και τον πατέρα μου τους χώσανε στην Αναγνωστοπούλειο, μπουραντάρδες αφού ήτανε, φασίστες λέμε. Έμεινα εγώ με τα κατσίκια στο βουνό και τα κυνηγούσα μέρα νύχτα. Έτσι αρχίνησε το κυνηγητό, εγώ κυνηγούσα τα κατσίκια κι όλοι οι άλλοι εμένα. Φύλαγα στο αμπρί καραούλι εγώ ώσπου ήρθανε και στρωθήκανε και φέρανε και δυο πυροβόλα όπλα και μου είπανε πως δεν θα κυνηγάω τα ζωντανά αλλά τους απέναντι που ήτανε οι εχθροί. Δεν ήξερα από εχθρούς μέχρι τότε.
Και ήταν του χεριού μας να σταματήσει η φαγωμάρα, τι λες εσύ, ρε Τσάκαλε;
Εγώ λέω πως όχι, Σπήλιο.
Κι εγώ σε ρωτάω: Σε ποιον αρέσει ο πόλεμος; Και συ θα μου πεις, σε κανέναν.
Κι εγώ θα σου πω πως σε όλους αρέσει, αλλιώς δεν θα τον εκάμαμε, αλλά τον εκάμαμε κι ας ξέραμε πως από μέρα σε μέρα μπορεί και να μας μπαζώνανε ακέφαλους.
Από την κούνια πολεμόχαρη η φυλή μας.
Και ποιοι δεν είναι...
Τώρα που το λες, Τσάκαλε, λέει η Εριφύλη, κάπως έτσι τότε, μετά τη φαγωμάρα -εννιάχρονοι όταν ήμασταν, παίζαμε «εμφύλιο» με το πρωτοξαδέρφι μου: αυτός αποκεφάλιζε τις κούκλες κι εγώ χούφτωνα τα κομμένα κεφάλια, άνοιγα το καπάκι της ξυλόσομπας και τα 'ριχνα στο πυρ το εξώτερον...
—Πρώτο θέμα τα κομμένα κεφάλια των γυναικώνε τα αληθινά λέω, Εριφύλη, όχι από τις κούκλες σου.
Κάμνανε τον γύρο του κόσμου οι εικόνες, μέχρι κι ο Αμερικάνος Πρόξενος μας έβαλε χέρι, προέβη εις διάβημα στην κυβέρνηση Σοφούλη. Να σας πω τι απάντησαν οι αρμόδιοι; Θα γατσιάσετε: «Οι κομμένες κεφαλές και η δημόσια επίδειξή τους αποτελούν ελληνικό έθιμο». Πώς αλλιώς; Μίλα, ρε Σόφη, πανάθεμά σε, εσύ αυτά τα μάθαινες τότες από πρώτο χέρι, ακούγατε κρυφά ραδιόφωνο - έλεγες ότι πιάνατε Λονδίνο -, τότες δεν είναι που συλλάβανε τον φωτογράφο;
Μαζί ήμασταν.
Ο Κώστας Μπαλάφας φωτογραφημένος από τον Τάκη Τλούπα
__________
«Φτηνά τη γλιτώσατε κι εσύ κι ο φωτογράφος»
«Εκτός απ' το ραδιόφωνο είχε από κοντά και τη μηχανή ο φωτογράφος...»: Αναφέρεται στον γνωστό φωτογράφο Κώστα Μπαλάφα (1920 – 9 Οκτωβρίου 2011),έναν από τους κορυφαίους Έλληνες εκπροσώπους του ρεύματος της ανθρωπιστικής φωτογραφίας, γνωστό για την καταγραφή του τρόπου ζωής της ελληνικής υπαίθρου, το Αλβανικό μέτωπο, την Κατοχή και τον αγώνα του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο.
Γεννήθηκε το 1920 στην στην ορεινή Χώσεψη (Κυψέλη σήμερα) της Άρτας, το 1920, από φτωχούς αγρότες γονείς, τον Γιώργο και την Αρχοντούλα.Όπως γράφει αργότερα ο ίδιος:
«Το Δημοτικό το τέλειωσα και δεν το τέλειωσα.. Απ’ το χωριό μου κατέβηκα πρώτα στην Άρτα. Εκεί ο πατέρας μου, για να μη με στείλει μόνο στην Αθήνα, με παρέδωσε σ’ ένα γνωστό μας δάσκαλο να με συνοδεύσει. Παράκληση του πατέρα μου ήταν να με βοηθήσει, ώσπου να βρω στην πλατεία Κουμουνδούρου την ταβέρνα ενός συγχωριανού μας, που ήταν θαυμάσιος άνθρωπος και καλός πατριώτης. Σ’ αυτόν έβρισκαν απάγκιο πολλά χωριατόπαιδα απ’ την Ήπειρο, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Εκτός από ένα πιάτο φαγητό που τους έδινε, φρόντιζε να τους βρίσκει και δουλειά. Αυτό έγινε και μ’ εμένα, καταλήγοντας να πιάσω δουλειά σ’ ένα ονομαστό τότε γαλακτοπωλείο – ζαχαροπλαστείο της οδού Πατησίων, κοντά στον Άγιο Λουκά, με την επωνυμία “Δελφοί”. Την ημέρα δουλειά, το βράδυ νυχτερινό σχολείο. Ήμουν τότε έντεκα χρονών.
[...] Στο αφεντικό μου αυτό είχαν έρθει κάτι συγγενείς του από την Αμερική, ομογενείς, και θεώρησε υποχρέωσή του να τους ξεναγήσει σε διάφορα μέρη. Μια μέρα σκέφτηκαν ν’ ανέβουν στην Πάρνηθα· είπανε, μάλιστα, να πάρουν και μιαν αναμνηστική φωτογραφία. Τότε ήταν τα κουτάκια αυτά τα Brownie της Kodak που στοίχιζαν πολύ φτηνά, ήταν εύκολα στη χρήση, γιατί είχαν aplanar φακό και δεν είχε απαιτήσεις για ειδικούς χειρισμούς. Κάποιος θα έπρεπε όμως να κρατάει αυτό το κουτί για να φωτογραφηθούν αυτοί, και αγγάρεψαν εμένα. Όταν είδα εγώ ότι αυτό που βλέπω μπροστά μου μπορώ να το αποτυπώσω στο χαρτί, με μάγεψε και είπα “ένα τέτοιο εργαλείο θα ‘θελα για ν’ αποτυπώσω τα βιώματά μου και να καταχωρίσω τους ανθρώπους που έζησα και μόχθησα μαζί τους, που έζησα χαρές και λύπες ..”».
Στο γαλακτοπωλείο του συμπατριώτη του ο Κώστας Μπαλάφας εργάστηκε μέχρι το 1936, οπότε πήγε για σπουδές κοντά στην πατρίδα του, στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων. «Στον χώρο της φωτογραφίας», θα πει πολλά χρόνια αργότερα, «μπήκα γύρω στα 1938, στα Γιάννενα με δάσκαλο τον Απόστολο Πανταζίδη, έναν φωτισμένο καλλιτέχνη και πολύ καταρτισμένο φωτογράφο». Μετά την αποφοίτησή του -η φοίτηση ήταν διετής- συνέχισε για έναν χρόνο σπουδές γαλακτολογίας στην Ιταλία, όπου και έμαθε τα ιταλικά.
Επιστρέφοντας στα Ιωάννινα το 1939 διορίστηκε έκτακτος υπάλληλος στη Γαλακτοκομική Σχολή. Στα Γιάννενα τον βρήκε η Ιταλική εισβολή κι αργότερα η Γερμανική Κατοχή. Κατατάχτηκε στον ΕΛΑΣ ως αντάρτης-τυφεκιοφόρος. Στα τέλη του 1940, ένα ιταλικό βοµβαρδιστικό καταρρίπτεται από ελληνικά αντιαεροπορικά πυρά λίγο έξω από τα Γιάννινα. Στα συντρίµµια του εντοπίζεται ένα στρογγυλό κουτί. Στα µάτια όλων φαντάζει µε νάρκη. Ωστόσο, ο νέος τότε Κώστας Μπαλάφας διαπιστώνει πως εκεί µέσα κρύβεται κάτι πολύτιµο και δυσεύρετο για την εποχή. Ενα κινηµατογραφικό φιλµ. Λίγες οκάδες καλαµποκάλευρο είναι αρκετές για να αγοράσει το καρούλι ώστε να «ταΐζει» τη γερµανική φωτογραφική µηχανή που είχε αγοράσει από έναν ιταλό στρατιώτη.
Συνειδητοποιεί πως καταγράφει ιστορικές στιγµές που θα πρέπει να παραδώσει στις επόµενες γενιές. Και τολµά. Οι δυνάµεις Κατοχής µπορεί να τιµωρούν όποιον παραβαίνει τη ρητή εντολή απαγόρευσης των φωτογραφήσεων. Εκείνος όµως, σε φρουρούμενη περιοχή, σηκώνει τον φακό του για να απαθανατίσει, κρύβοντας τη μηχανή του μέσα σε μια σακούλα με κρεμμύδια, τους απαγχονισµένους από τους Γερµανούς Τόδουλο και Φαρίδη, δίπλα στη λίµνη των Ιωαννίνων.
Οι αγωνιστές Τόδουλος και Φαρίδης κρεμασμένοι από τους Γερμανούς, δίπλα στη λίμνη Ιωαννίνων, 1944
___________
Στο τέλος του πολέμου και ενώ η εμφύλια διαμάχη είχε ήδη ξεκινήσει, εμπιστεύθηκε υλικό του στην Ιουλία Γοργόλη, οικογενειακή του φίλη, θεωρώντας ότι υπήρχε κίνδυνος να κατασχεθεί αν έμενε στα χέρια του. Εκείνη το έκρυψε κάτω από το ξύλινο πάτωμα ενός γιαννιώτικου σπιτιού, όπου παρέμεινε μέχρι το 1974. Μετά την πτώση της χούντας, ο Κώστας Μπαλάφας βλέπει την έκθεση του Σπύρου Μελετζή µε στιγµιότυπα από το αντάρτικο. Εκµυστηρεύεται πως έχει κι εκείνος ανάλογο υλικό και το αναζητά. Κι ανακαλύπτει ύστερα από 30 χρόνια τα 2.000 αρνητικά, ταλαιπωρηµένα από την υγρασία, να περιµένουν καρτερικά να αποκαλύψουν τη δική τους αλήθεια.
Τον ένοπλο αντάρτικο αγώνα κατά των κατακτητών τον αποτύπωσε στο φωτογραφικό λεύκωμα «Το Αντάρτικο στην Ήπειρο» που εκδόθηκε το 1991 με πρόλογο του φίλου και συναδέλφου του Σπύρου Μελετζή.
Φτηνά τη γλιτώσατε κι εσύ κι ο φωτογράφος.
Εκτός απ' το ραδιόφωνο είχε από κοντά και τη μηχανή ο φωτογράφος, πριν τον εμφύλιο αυτό, στην κατοχή – πανούργος, δέκα χρόνια με πέρναγε.
Σιωπηλός ο τύπος — κουβέντα δεν έβγαζε και δουλευταράς.
Δεν του 'κοψε να το ξεφορτωθεί το ραδιόφωνο, παραλίγο να προδοθεί, ίσα που πρόλαβε να καβατζώσει τις φωτογραφίες όταν τον άφησαν.
Δεν τον σταματούσε τίποτε αυτόν, έχωνε τη μηχανή του μαζί με τα κρεμμύδια στην ίδια σακούλα – την τρύπαε λίγο τη σακούλα — και κλικ τράβαε τα πτώματα που κρέμονταν απέναντι στο δέντρο. Οι Γερμανοί με τα περίστροφα στο χέρι, κι αυτός κλικ. Κι εμείς, εκεί, στην τσίτα, να κοιτάμε με ανοιχτό το στόμα έναν πήχη. Τον κόσμο τον άφηναν να τηράει για παραδειγματισμό,λέει ο Σόφης.
Εσύ είχες δει καμιά φωτογραφία, ρε Σόφη;
Σε κανέναν δεν τις έδειχνε, ίσαμε που τις έκρυψε στα σανίδια της Ιουλίας, ακόμα εκεί θα βρίσκονται. Ποιος τολμάει να τις φανερώσει; Σε κάποιες εμφανίζονται οι «κομμένες κεφαλές». Αυτές κι αν είναι εκτός νόμου τώρα με τούτους «τους σωτήριους».
Ψυχραιμία όμως αυτός ο άνθρωπος, ρε φίλε...
Με την κρεμμυδοσακούλα μπρος στο στήθος του, κι από μέσα η μηχανή να κοιτάει εξεναντίας τους κρεμασμένους στο σκοινί, και κλικ...
Στο πλατάνι στα Ταμπάκικα ο ένας απ' τους δυο που κρέμονταν ήταν ξάδερφος της μάνας μου, ο Τόδουλος.
Εσύ τον είχες δει; Εννοώ τον Τόδουλο κρεμασμένο.
Η μάνα δεν μ' άφηνε, με 'μπόδιζε, αλλά γω δεν το 'χανα τέτοιο θάμα. Τώρα τα παιδιά μιλάνε για φαντάσματα και καλικαντζάρια, εμείς μιλούσαμε για κρεμασμένους και κρυμμένους. Σαν τα παραμύθια με τους δράκους – και λίγα μπορεί να σου λέω. Είχαμε και τα κότσια όμως. Και στο μυαλό όλα μπερδεμένα. Οι μεγάλοι δεν μαρτυράγανε, στήναμε αυτί εμείς -γιατί; πώς; και με ποιον;– κι όταν οι δικοί μας πλαντάζανε ήμασταν με το μέρος τους. Και τώρα, ρε Σόφη, είκοσι χρόνια μετά, οι φωτογραφίες του φίλου σου του φωτογράφου είναι χωμένες ακόμη κάτω από τα σανίδια - οι ίδιοι λογαριασμοί με τους παλιούς -, δεν τελειώνει η μάχητα...
Κώστας Μπαλάφας, Τμήμα ανταρτών σε πορεία. Ήπειρος, 1943
Μουσείο Μπενάκη
_________
«Το θέμα είναι ποιοι εξοντώθηκαν...»
Συνεχίστε. Μη σταματάτε, λέει η Εριφύλη.
Ο Σπήλιος τι λέει, για ρώτα τον.
Να κάνουμε το χατίρι της Εριφύλης, αυτή αποφασίζει απόψε.
Δεν είναι πολλά αυτά που μένουν να μάθεις, Εριφύλη. Θες ν' ακούσεις ποιοι σκοτώθηκαν στα βουνά; Κι από δω κι από κει, αυτό το ξέρουν όλοι. Το θέμα είναι ποιοι εξοντώθηκαν, τι λες κι εσύ, ρε Σόφη;
Εσύ κι εγώ, Τσάκαλε, τη σκαπουλάραμε, ας πούμε γλιτώσαμε. Ο γιος της Άννας όμως ο αγρονόμος με το χωλό χέρι; Αυτός τσακίστηκε τώρα, μετά το τέλος το τελευταίος-, τον φούνταραν από το Ύψωμα του Κλέφτη, έτσι είπαν στη χήρα αλλά ποτέ δεν μαθεύτηκε η αλήθεια.
Ποιοι τον φουντάρανε;
Κανείς δεν έμαθε, Εριφύλη. Είπαν στη χήρα ότι έπεσε μόνος του, κι αυτό εμένα με τελειώνει.
Σε καταλαβαίνω.
Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι δεν θα γίνω ποτέ αυτό που ήμουνα, είναι ξεκάθαρο, την έχω ψωνίσει.
Τι εννοείς; Όλα αυτά είναι στο μυαλό σου, Σόφη.
Μπα, καθόλου στο μυαλό μου. Ξυπνάω πότε πότε θολωμένος και ζητάω να βρω τον φταίχτη. Με ξέρεις εσύ, Τσάκαλε, μ' έχεις πιάσει με κατεβασμένα μούτρα να ψάχνω, και το χειρότερο να πέφτω σε λάθος φταίχτη και να χαλιέμαι.
Ναι, ξέρω...
Και ρίχνω τότε το φταίξιμο σ' εμένα, και μόνο σ' εμένα, και λέω γι' αυτό μένεις εδώ, Σόφη, για να σε πιλατεύουν οι εφιάλτες.
Κι εγώ για να σε τελειώσω σου λέω πως αυτή είναι μια πολύ παλιά ιστορία κι έχει τερματίσει και πως τώρα ζούμε ήσυχα, μη γελάς βρε, ζούμε ήσυχα σου λέω, απλά είναι κρυμμένες ακόμα οι φωτογραφίες του φίλου σου...
Τώρα μάλιστα, μ' άφησες κόκαλο, είπε ο Σόφης.
Κόκαλο, είπε κι ο Τσάκαλος, κι έπιασε να τραγουδάει:
Ώρε δεν είναι κρίμα κι άδικο / Βασιλαρχόντισσα / Δεν είναι και αμαρτία να είναι η Βασί- / να είναι η Βασίλω, η Βάσω σε ερημιά; / Ώρε να είναι η Βασίλω μ' σ' ερημιά / Βασιλαρχόντισσα / ώρε, σε κλέφτικα λημέρια / να στρώνεις πε- / ώρε να στρώνεις πεύκα, Βάσω μ', στρώματα; / Ώρε να στρώνεις πεύκα, στρώματα / Βασιλαρχόντισσα / ώρε και οξιές για μαξιλάρια κι ο / ο Θυμιογάκης / ώρε και ο Θυμιογάκης, Βάσω, φώναξε... / ώρε και ο Θυμιογάκης φώναξε / Βασιλαρχόντισσα / ώρε από ψηλή ραχούλα «για σήκω πα- / για σήκω Βάσω, γιε μου, κι έφεξε»...
Πάνω στο ρεφρέν έκοψε απότομα το τραγούδι και σηκώθηκε. Έφυγε μέσα στη νύχτα.
σελ. 23-31
Τραγούδι των Αντώνη Κυρίτση και Πετρολούκα Χαλκιά.
Άλμπουμ: Τραγούδια του τόπου μας, 2010
Τραγουδά ο Γιάννης Παπακώστας
__________
«Βασιλαρχόντισσα»
Παραδοσιακό Ηπειρώτικο τραγούδι, από την περιοχή του Μετσόβου, που αναφέρεται στην αρπαγή της κόρης του Νικολάκη Αβέρωφ, Ευδοκίας, συζύγου του Στεργίου Τζοανόπουλου από τους ληστοσυμμορίτες του Σαρακατσάνου Βαγγέλη Τάκου και του Θύμιου Γάκη στις 27 Ιουλίου 1884 στο Μέτσοβο. Η απαγωγή έγινε μετά από προτροπή του Μετσοβίτη Γεωργίου Ντάλα και του Μεσολογγίτη Φλέγκα, που εργαζόταν στο Μέτσοβο και τον οποίο είχε ραπίσει ο Νικολάκης Αβέρωφ, επειδή πέρασε από το Κουλτούκι του Μετσόβου, όπου κάθονταν μόνο οι άρχοντες.
Μαζί με τη Δούκω, την μονάκριβη κόρη του άρχοντα Νικολάκη Αβέρωφ, αιχμαλώτισαν και τη Λενούσιω του Θοδωρή, όμορφη γυναίκα, κι αυτή νιόπαντρη τότε με τον Γιώργη Καραγιάννη. Απ’ την πρώτη μέρα οι κλέφτες με γράμμα τους, που στείλανε στο Νικολάκη Αβέρωφ ξέκοψαν το παζάρι: «Το βάρος της Δούκως σε χρυσό και το βάρος της Λενούσιως σε ασήμι».
Χρόνια πολλά ο Στέργιος Βράκας ήταν ο επιστάτης του Αβέρωφ, αφοσιωμένος στο αφεντικό του, και άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του. Αυτόν διάλεξε ο Κουλάκης για να συγκεντρώσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε το ποσό της ξαγοράς. Ξαπόλυσε λοιπόν τον Βράκα στα Τρίκαλα, Καρδίτσα και Γιάννινα. Σ’ αυτά τα μέρη είχε μεγάλα τσιφλίκια και δικούς του ανθρώπους, που πρόθυμα θα άνοιγαν το κεμέρι τους να τον βοηθήσουν.
Στις 17 μέρες ο Νικολάκης φόρτωσε το θησαυρό σε μουλάρια και τον συνόδεψαν ως τη Βάλια Κάλντα, όπου ήταν το ληστρικό λημέρι, ο Νικόλας Μήτσιας κι ο Κυριάκος Τέτσιος, μπεσαλήδες άνθρωποι. Για την απελευθέρωση των γυναικών οι ληστές πήραν χρυσάφι όσο το βάρος της Ευδοκίας (84 οκάδες) και ασήμι όσο το βάρος της συγγένισσας. Οι ληστές μετά την απαγωγή κατέφυγαν στο πυκνοδάσος της Βάλια Κάλντα και σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή στην περιοχή Περτουλίου Τρικάλων.
Ο Γάκης που το πραγματικό του όνομα ήταν Βασίλης Αδάμος και κατάγοταν από τη Μεσούντα Άρτας, έζησε για δέκα ακόμα χρόνια ως παράνομος, μέχρι το 1894 που συνελήφθη και οδηγήθηκε σε δικαστήριο των Ιωαννίνων κατόπιν προδοσίας, και δικάστηκε σε ισόβια δεσμά. Γλίτωσε τη θανατική ποινή χάρη στην ίδια τη Δούκω, η οποία κατέθεσε πως της είχε φερθεί άψογα κατά την διάρκεια της αιχμαλωσίας της και την προστάτεψε.
Το συμβάν συγκλόνισε την τοπική κοινωνία και δημιουργήθηκε τραγούδι προς τιμήν της Ευδοκίας που ονομάστηκε «Βασιλαρχόντισσα», δηλ. Βασίλισσα και αρχόντισσα, λόγω της ευγενικής της καταγωγής.
Δεν είναι κρίμα κι άδικο δεν είναι κι αμαρτία,
νάναι η Βασίλω σ’ ερημιά, σε κλέφτικα λημέρια,
να στρώνει μπάτσες στρώματα κι οξυές προσκεφαλάκια.
Τακοβαγγέλης τη ρωτά και τη συχνοξετάζει,
κι ο Θυμιογάκης στο πλευρό σιγά την κουβεντιάζει:
Σήκω, Βασίλω μ’, κι έφεξε, και πάει η πούλια γιόμα,
σήκω να πάρεις τον καφέ τ’ αφράτο παξιμάδι
να σου περάσει ο καϋμός να φύγει η στεναχώρια
κι η ξαγορά μας έρχεται σε μούλα φορτωμένη
Η Ευδοκία Αβέρωφ (Βασιλαρχόντισσα) με τον σύζυγό της Στέργιο Τζουανόπουλο, νιόπαντροι. Ο γάμος τους έγινε το 1884. Η φωτογραφία είναι του "Ζώη Παπανικολάου, Εν Ιωαννίνοις"
______________
«Ο Κατήφορος», η Ζωή Λάσκαρη ante portas...»
Κι ενώ «το σχέδιο» του Σπήλιου, για το σάλτο μορτάλε, το πολυμιλημένο με τον Σόφη έχει κάνει φτερά, το ζευγάρι ταξιδεύει με το πρώτο λεωφορείο για το αρχοντικό της θείας Φλώρας, «το με θέα την κοιλάδα του Αώου». Η πρώτη σκηνή μετά την άφιξη του ζευγαριού στην Κόνιτσα, όπως εύλογα μπορούμε να εικάσουμε από τις σημειώσεις της συγγραφέως και τις σχετικές αναφορές στα γεγονότα του 1948, διαδραματίζεται στην άδεια κεντρική πλατεία της κωμόπολης, με το σταντ της ταινίας «Ο Κατήφορος» να έχει αντικαταστήσει το άγαλμα της Φρειδερίκης που βρισκόταν μέχρι πρότινος στην ίδια θέση.
Αν και πρόκειται για μυθοπλασία, στην κεντρική πλατεία της Κόνιτσας, υπήρχε πράγματι κινηματογράφος με το όνομα «ΠΑΝΘΕΟΝ», που λειτουργούσε από το 1960 μέχρι το 1980. Ήταν η πρώτη αίθουσα κινηματογράφου της Κόνιτσας και παρέμεινε η μόνη μέχρι το 1972 που ξεκίνησε το «Ολύμπιον» του κ. Αθανασόπουλου. Επίπεδη, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Κατελάμβανε τον δεύτερο όροφο ενός διώροφου κτιρίου, που στο ισόγειο στέγαζε καταστήματα. Σε παλιά δημοσιεύματα βρίσκουμε ότι εδώ εκτός από προβολές γίνονταν και άλλες εκδηλώσεις όπως σεμινάρια, ομιλίες αλλά και θεατρικές παραστάσεις.
Στον πρώτο όροφο λειτουργούσε ο κινηματογράφος «ΠΑΝΘΕΟΝ»
___________
Σίγουρα όμως, από τις μνήμες της Γιαννιώτισσας Ισμήνης Καρυωτάκη, δεν αποκλείεται να αναδύεται, ένα σημαντικό τοπόσημο, αναπόσπαστο κομμάτι του αστικού ιστού, το θερινό σινεμά στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων,ο «Ορφεύς», ο μοναδικός, όπως διαβάζουμε σε σχετικά αφιερώματα, που είχε σκηνή και μάλιστα ευρύχωρη, πίσω από την οποία υπήρχαν και υποτυπώδη καμαρίνια. Έτσι μπορούσε να δεχτεί και θερινές θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες αλλά και πολιτικές συγκεντρώσεις, σε εποχές που ο τόπος πολιτικά έβραζε, όπως συνέβαινε κατά τη διάρκεια του Ιουλίου του 1965, των περίφημων «Ιουλιανών». Είναι γεγονός άλλωστε ότι οι κινηματογράφοι στην κεντρική πλατεία λειτουργούν ως σημεία κοινωνικής αλληλεπίδρασης και συνοχής, αλλά και ως «θεματοφύλακες» της πολιτιστικής κληρονομιάς της πόλης.
20 χρόνια μετά, όταν η Εριφύλη θα επιστρέψει στο αρχοντικό της θείας Φλώρας, στις μεταξύ τους εξομολογήσεις, θα ζωντανέψει και η Ελπίδα, μητέρα της ηρωίδας αλλά και της ίδιας της συγγραφέως, στην οποία μάλιστα αφιερώνει και το βιβλίο. Ο κινηματογράφος «Ορφεύς» αποτελεί σημείο αναφοράς στη σχέση της μητέρας και της δεκατετράχρονης ακόμα Εριφύλης. Η σκηνή που εκτυλίσσεται ζωντανά μπροστά μας, δεν μπορεί παρά να αποτελεί βιωματικό υλικό, ενεργοποιημένο στις μνήμες της Ισμήνης Καρυωτάκη από τη γενέτειρά της, τα Γιάννενα:
Πού νομίζεις ότι με άφησε το αστικό; Στην «Όαση», απέναντι από τον «Ορφέα», παρακαλώ έπαθε βλάβη και μας κατέβασε. Τρελάθηκα με τις φωτογραφίες στην ταμπέλα του «Ορφέα», Εριφύλη. Ξέρεις τι παίζει; Ο Βασιλιάς κι εγώ. Βασιλιάς εκείνος ο φαλακρός, τον είδαμε και στη Βασίλισσα του Σαβά. Πώς τον λες; Ναι, ο Μπρίνερ, αυτός ο αγροίκος - ομορφάντρας ο άθλιος- χορεύει με μια καλλονή στο έργο... Και την άλλη βδομάδα ξαναφέρνει Μπατερφλάι, το σκεφτόμουν σ' όλο τον δρόμο καθώς ερχόμουν και καρδιοχτυπούσα. Να 'χεις τον νου σου να μην το χάσουμε, Εριφύλη, περνάμε φίνα οι δυο μας στα μουσικοχορευτικά... Πόσο ευτυχισμένες ήμασταν τότε, Φλώρα! Εγώ και η μαμά. Τις καλές μέρες, πριν τα χαλάσουμε. Δεκατετράχρονη εγώ, τριανταπεντάχρονη η μαμά.
σελ. 158
Η είσοδος του «Ορφέα», όπως ήταν πριν χτιστεί και διαμορφωθεί
__________
Η Εριφύλη έχει κατεβάσει το ακουστικό και έρχεται προς τα μένα. Την παρατηρώ από μακριά: Σαν να μετράει τα βήματά της μου φαίνεται, κοιτάει χάμω και γελάνε και τα μουστάκια της. Δεν κράτησε και πολύ το τηλεφώνημα, της λέω. Σε χωριστά δωμάτια απόψε, Σπήλιο, λέει αυτή, μου κλείνει το μάτι και χαμογελάει χαριτωμένα. Χωρίς να σχολιάσω ανοίγω τη βαλίτσα με τα πράγματα, βγάζω τα σημειωματάρια μαζί και τα βιβλία της και της τα δίνω. Χωριστά δωμάτια, χωριστά τσανάκια, της λέω, εγώ κρατάω τη βαλίτσα με τα βρεγμένα — ήξερα πως το ραδιόφωνο ήταν μέσα—, σου δίνω εσένα τα στεγνά, τι άλλο θέλεις; Μην υπερβάλλεις, Σπήλιο, δυο τρεις νύχτες μόνο είπαμε, λέει και μου δείχνει απέναντί μας το καλντερίμι. Αφήνομαι στα χέρια σου, Εριφύλη, τον ξέρεις τον δρόμο; Πέτρα πέτρα τον ξέρω, έχει μεγάλη ανηφόρα μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι. Έχει και κατηφόρα, της λέω εγώ και της δείχνω την είσοδο της πλατείας.
Ένα σταντ του σινεμά φιγουράρει εκεί μες στη μέση. Το είχα εντοπίσει όσο εκείνη τηλεφωνούσε. Κοντοστέκεται η Εριφύλη γυρίζει και το κοιτάζει. «Ο Κατήφορος» ξεφωνίζει εμβρόντητη, η Ζωή Λάσκαρη ante portas... Ευτυχώς το εξάσφαιρο σημαδεύει τον Κούρκουλο προσώρας, συμπληρώνει με νόημα και ξανακοιτάζει το σταντ. Έβγαζε μάτι στο κέντρο της πλατείας.
Η είσοδος του σινέ «Ορφεύς», στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων, όπως διαμορφώθηκε και διατηρήθηκε μέχρι να γκρεμιστεί.
___________
«...το άγαλμα της Αυτής Μεγαλειότητας»
Απορημένη γυρίζει σ' εμένα. Και πού πήγε, βρε, το άγαλμα της Αυτής Μεγαλειότητας; Εδώ στη θέση της ταμπέλας ήταν στημένο το μεγαλούργημα του Τόμπρου, μέχρι πρόπερσι τουλάχιστον. Την κοιτάζω για κάμποσο αμίλητος. Και — ενώ πασχίζω να συντονισθώ και ο ίδιος με τις «ιστορικές εκκαθαρίσεις» —, «βλέπω» την Αυτής Μεγαλειότητα τυλιγμένη στο αμπέχονό της να παίρνει πόδι από το βάθρο και να χάνεται στην κατηφόρα του Αώου. Πήρε των ομματιών της απ' ό,τι βλέπεις, λέω στο τέλος. Στην άδεια πλατεία — με ορθωμένο το τσίτσιδο κορμί της— αναδυόταν τώρα απαστράπτουσα η Λάσκαρη. Σωστά το πάει η Ιστορία, λέω στην Εριφύλη, ο καθείς και ο κατήφορός του.
1953, τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Ο Τόμπρος έχει απαθανατίσει τη Φρειδερίκη να ακουμπάει το ένα της χέρι στον ώμο ενός παιδιού.
___________
«...το άγαλμα της Αυτής Μεγαλειότητας»: Το άγαλμα της Βασίλισσας Φρειδερίκης, έργο του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου, γλύπτη της γενιάς του Μεσοπολέμου και καθηγητή της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, στήθηκε από τις Ένοπλες Δυνάμειςστην κεντρική πλατεία της Κόνιτσας, τον Ιανουάριο του 1953, για να τιμήσει και για να υπενθυμίζει την επίσκεψη της βασίλισσας Φρειδερίκης στις 7 Ιανουαρίου του 1948, μία μέρα μετά τη λήξη της μάχης της Κόνιτσας μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού και του Εθνικού Στρατού.
Το άγαλμα της Φρειδερίκης καθαιρέθηκε το 1974, μετά την κατάργηση της μοναρχίας από τη Χούντα των Συνταγματαρχών, στο πλαίσιο της «αποβασιλοποίησης» και μέχρι σήμερα είναι αποθηκευμένο σε αποθήκη του Δήμου Κόνιτσας, στο Κέντρο Παιδικής Μέριμνας.
Το άγαλμα της Φρειδερίκης, στημένο από τις Ένοπλες Δυνάμεις
στην κεντρική πλατεία της Κόνιτσας τον Ιανουάριο του 1953
_________________
Το 2012, δεν κατάφεραν να το επανατοποθετήσουν, παρά την απόφαση της πλειοψηφίας του δημοτικού συμβουλίου, λόγω έντονης αντίδρασης κυρίως των κομμουνιστών δημοτικών συμβούλων.
Νέοι του χωριού Κεράσοβο φωτογραφίζονται μπροστά στο άγαλμα της Φρειδερίκης
στην Κόνιτσα, 1953.
_____________
«Ο καθείς και ο κατήφορός του»
Η βασική ιδέα πάνω στην οποία διαρθρώνεται όλο το μυθιστόρημα, η διασταύρωση δύο άσχετων –φαινομενικά– στοιχείων προκαλεί συνειρμούς και αντιθέσεις που κινούν την ιστορία αλλά και κινητοποιούν τη σκέψη. Το παλάτι συνδέεται με την τέχνη, η σοβαρότητα μιας βασίλισσας με το γυμνό μιας ηθοποιού, τα συντηρητικά ήθη με τις εξελίξεις στην κοινωνική νοοτροπία, εντέλει η πολιτική με την ηθική. Πίσω απ’ όλα, «η μεγάλη εικόνα της Ελλάδας, μιας χώρας δυνάμει προοδευτικής αλλά κατ’ ουσίαν συντηρητικής, που καρκινοβατεί πότε προς την απελευθέρωση από τα κοινωνικά δεσμά και πότε συντηρώντας ένα καθωσπρέπει πρόσωπο, που δεν θέλει να αλλάξει».
Η αφαίρεση του αγάλματος της Βασίλισσας Φρειδερίκης από την κεντρική πλατεία της Κόνιτσας και η ταυτόχρονη προβολή της ταινίας «Ο Κατήφορος» με τη γυμνή Ζωή Λάσκαρη σηματοδοτούν μια ιστορική στροφή. Ο «κατήφορος» λειτουργεί διπλά: αφενός ως η κυριολεκτική πτώση της μοναρχίας από το βάθρο της - η εικόνα της Βασίλισσας να «παίρνει πόδι» και να χάνεται στην κατηφόρα του Αώου - αφετέρου ως η ηθική παρακμή, που καταγγέλλει η τολμηρή για την εποχή της - ακατάλληλη δι' ανηλίκους - ταινία του Δαλιανίδη (1961).
Εκεί που κάποτε στεκόταν το σύμβολο της βασιλικής αξιοπρέπειας, το επίσημο, επιβεβλημένο πρότυπο της μοναρχίας, ψυχρό, απόμακρο και «γαντοφορεμένο», τώρα «φιγουράρει» η γυμνή ηθοποιός του εμπορικού σινεμά, σύμβολο μιας Ελλάδας που δεν προσκυνά πια την ηγεμονία αλλά εκθέτει το σώμα, την επιθυμία και την αμφισβήτηση. Η αντίθεση ανάμεσα στη λατρευόμενη από τη μάνα «οικονόμα» Βασίλισσα και την αποκαλυπτική παρουσία της Λάσκαρη αποτυπώνει την κοινωνική και πολιτική μεταστροφή της εποχής.Η φράση «ο καθείς και ο κατήφορός του» συνοψίζει αυτή την ειρωνική ιστορική δικαιοσύνη: κάθε εποχή, κάθε σύμβολο, κάθε ιδεολογία έχει τη δική της πτώση, το δικό της τέλος.
«...δεν είναι η σκηνή όπου ο Ζερβός κατακεραυνώνει τους ομοίους του στο δικαστήριο αυτή που σαρώνει τα ταμεία -παρά τον ηθικό διδακτισμό της...»
_____________
«Ανέβασες τη Ζωή στο βάθρο της Μεγαλειότητάς της»
«Το τσίτσιδο κορμί»της Ζωής Λάσκαρη στη διαφημιστική πινακίδα του κεντρικού κινηματογράφου της πόλης θα απασχολήσει βεβαίως, ως αιχμή του δόρατος, τον καθωσπρεπισμό της θείας Φλώρας αλλά και «τα παγιωμένα ήθη της ομοτράπεζης κομιλφό οικογενειακής συνάθροισης» στο πέτρινο αρχοντικό, «το με θέα την κοιλάδα του Αώου».
Από την άλλη πλευρά, το βλέμμα του Σπήλιου συναντάει το βλέμμα του «προδότη» Τάσου «σε σκίρτημα αμοιβαίας αποδοχής» και είναι έτοιμος ακόμα και «να τους αγκαλιάσει όλους, να τους πλησιάσει τον καθένα χωριστά, να βρει έναν τρόπο να τα πει με τον Τάσο, με σημείο εκκίνησης την εγκατάσταση της Λάσκαρη στη θέση της Μεγαλειότητάς της».
Μέσα από το χάσμα που χωρίζει τον αριστερών πεποιθήσεων Σπήλιο από την Εριφύλη και την συντηρητική οικογένεια της, εκδηλώνονται οι κοινωνικές και ιδεολογικές αντιθέσεις μιας ολόκληρης εποχής: το παλαιό καθεστώς έναντι της νέας πραγματικότητας, η ηθική συντήρηση έναντι της κοινωνικής χαλάρωσης, η Αριστερά έναντι της δεξιάς, η υποκρισία έναντι της πραγματικότητας. Το εύρημα της αποκαθήλωσης του αγάλματός της Φρειδερίκης από τους «λογικούς» - σύμφωνα με τη θεία Φλώρα, ανθρώπους που κυβερνάνε και η αντικατάστασή του από την αφίσα της Λάσκαρη, καταδεικνύει, παρά τον αναχρονισμό, ότι τα θεμέλια του συντηρητικού κατεστημένου δυναμιτίζονται, και ότι μια κινητικότητα στα λιμνάζοντα κοινωνικά ήθη αρχίζει να διαφαίνεται. Κι ενώ, η συντηρητική οικογένεια της Εριφύλης βλέπει την ημίγυμνη Λάσκαρη ως «μεγάλη ντροπή», «προσβολή», παρεκτροπή που «ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι», ο Σπήλιος και ο Τάσος βλέπουν σ' αυτήν την εικόνα μια φυσική εξέλιξη. Ο Σπήλιος ειρωνεύεται το παλιό καθεστώς και χαιρετίζει την αλλαγή, την ίδια στιγμή που η φιλοβασιλική οικογένεια νοσταλγεί τις «παγιωμένες» αξίες και αισθάνεται απειλημένη από τον «Κατήφορο» που«ανοίγει τις μπουκαπόρτες». Η ειρωνεία είναι ότι ο «Κατήφορος» - ειδικά στην πλήρη ηθικού διδακτισμού σκηνή του δικαστηρίου, στην οποία ο Παντελής Ζερβός κατακεραυνώνει τους ομοίους του - «είναι στην πραγματικότητα σύννομος στα παγιωμένα δικά τους ήθη».Ωστόσο δεν είναι ο λόγος που η ταινία αυτή σαρώνει τα ταμεία, είναι «η ξεδιάντροπη φιγούρα της Ζωής, ολόγυμνη στο κυνήγι του εραστή της», όπως σχολιάζει από μέσα του ο Σπήλιος.
Η αντίδραση της ομήγυρης είναι η σιωπή, όσες φορές η συζήτηση κινείται γύρω από το «σκάνδαλο», η βιασύνη της Εριφύλης να κόψει τον Σπήλιο και το «γλυκύτατα απαίσιο βλέμμα με το οποίο ο Τηλέμαχος στηλιτεύει [τον Τάσο] για την προδοσία του – έτοιμος είναι να απαγγείλει την ποινή του». Ο Σπήλιος κάνει πίσω ολοταχώς! «Είναι πολύ νωρίς για τέτοιου είδους αγκαλιάσματα, συγχρωτισμούς και γειτνιάσεις».
Από την πλατεία μας περάσατε; ρωτάει η Φλώρα. Την είδατε την ταμπέλα; Φάτσα στην είσοδο της πλατείας τη βάλανε, μεγάλη ντροπή για την πόλη μας, δεν έχω πού να κοιτάξω όταν κατεβαίνω στην πλατεία, μας προσβάλλει όλους ανεξαιρέτως «Ο Κατήφορος». Το μεσημέρι στο τραπέζι θα είναι μαζί μας και ο Τάσος, ξάδελφος και συνέταιρος του άντρα μου στο μαγαζί, δικός του είναι ο κινηματογράφος. Μια παρεκτροπή για την οικογένειά μας, μας ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι.
[...] Πέρασε στον Τάσο η Εριφύλη: Με το που φτάσαμε στην πλατεία πέσαμε πάνω στον «Κατήφορο», Τάσο, μόλις πριν λίγο πληροφορηθήκαμε ότι είσαι η πέτρα του σκανδάλου, έφερες τον κινηματογράφο στην κωμόπολη. Στο τραπέζι έπεσε σιωπή. Ο Τάσος ανταποκρίθηκε τρανταχτά με γενναιόδωρο μειδίαμα, πλατύ. Καλορίζικο το εγχείρημα, είπα εγώ, τα βλέμματά μας συναντήθηκαν σε σκίρτημα αμοιβαίας αποδοχής – έριξες το γάντι, Τάσο, ανέβασες τη Ζωή στο βάθρο της Μεγαλειότητάς της, ήθελα να συμπληρώσω - αλλά πριν προλάβω να ανοίξω το στόμα, η Εριφύλη ως γνωστική συντονίστρια με έκοψε.
[...] κοίτα να δεις, εντέλει, αυτός ο λεγόμενος Τάσος με τον κινηματογράφο του – ο δύσμοιρος- πήγε και βρήκε και έστησε απέναντι στην ευταξία της ομοτράπεζης κομιλφό συνάθροισης έναν κοτζάμ «Κατήφορο» - στην πραγματικότητα σύννομο στα παγιωμένα δικά τους ήθη - αλλά ποιος αλήθεια μπορεί να τον συμμεριστεί, ποιος να τον αντιληφτεί;
[...] Και τι να σχεδιάζει τώρα αυτός ο Τάσος με τα δάχτυλά του πάνω στη χαρτοπετσέτα; Οπωσδήποτε κάτι συναφές με τα κατηφορικά του πρότζεκτ –ένα γέλιο μού ξεφεύγει-, οι μπουκαπόρτες πάντως έχουν ανοίξει, δύσκολο να συγκρατηθούν τα ήθη όπως τα ονειρευτήκαν οι ταγοί της ως τα τώρα. Γιατί εδώ που τα λέμε, δεν είναι η σκηνή όπου ο Ζερβός κατακεραυνώνει τους ομοίους του στο δικαστήριο αυτή που σαρώνει τα ταμεία -παρά τον ηθικό διδακτισμό της-, είναι η ξεδιάντροπη φιγούρα της Ζωής, ολόγυμνη στο κυνήγι του εραστή της, κι αυτό το παίζει στα δάχτυλα ο Τάσος. Ορίστε που κάνει τώρα κι άλλο κομπλιμέντο στην Εριφύλη -και όχι μόνον, τραβάει από την τσέπη του ένα φέιγ βολάν και το πετάει επιδέξια στο πιάτο της – προλαβαίνω να ξεχωρίσω εξάσφαιρο της Λάσκαρη να σημαδεύει τον Κούρκουλο. Ελάτε με τον Σπήλιο, της λέει. Στον Κατήφορο; Γυρίζει αυτή και με κοιτάζει. Συγκατανεύω εγώ. Όλοι οι άλλοι σιωπούν. Όπως σ' ένα σοβαρό καταστατικό οι κανόνες είναι καθορισμένοι επακριβώς. Και η μη τήρησή τους προκαλεί. Και στην προκειμένη το ειρωνικό χαμόγελο του Τάσου ή εκείνο το γλυκύτατα απαίσιο βλέμμα με το οποίο ο Τηλέμαχος τον στηλιτεύει για την προδοσία του – έτοιμος είναι να απαγγείλει την ποινή του.
σελ. 41-42, 51- 52, 55-56, 61-62
Το αρχοντικό, «το με θέα την κοιλάδα του Αώου»
Picture created by Leonardo.ai
_________
Το αρχοντικό, «το με θέα την κοιλάδα του Αώου»
Με την είσοδο του στο πέτρινο σπίτι της θείας Φλώρας, ο Σπήλιος, υποθηκεύει εξαρχής τις ισορροπίες, εσωτερικές και εξωτερικές, που θα του επέτρεπαν την σωτήρια φυγή.
«Τρέχουμε ολοταχώς προς τα σύνορα. Η Εριφύλη με τις συνταγές της και εγώ με κλειστά τα χαρτιά μου για το σάλτο μορτάλε, το πολυμιλημένο με τον Σόφη. Το «σχέδιο». Προσαρμοσμένο και προσημασμένο αυτό – και με το έτσι θέλω – έρχεται και με σημαδεύει γερμένο στο πλευρό της …»
«Το πέτρινο σπίτι είναι ένας διαχρονικός "μάρτυρας" των γεγονότων της κάθε εποχής, λέει η συγγραφέας Ισμήνη Καρυωτάκη. «Είναι ένας μυθιστορηματικός "ήρωας": οι τοίχοι του, τα παράθυρα του, τα έπιπλα του, οι χώροι του έχουν να διηγηθούν – και διηγούνται — ιστορικές στιγμές τόσο από την περίοδο του εμφύλιου όσο και μετεμφυλιακά, αλλά βέβαια και κατά την χρονική στιγμή που συμβαίνουν τα δρώμενα της μυθιστορίας μας – Αύγουστος του ’72 – στο κρεσέντο της δικτατορίας δηλαδή».
Σε συνέντευξή της, η συγγραφέας καλείται να απαντήσει στο παρακάτω ερώτημα:
– Ανήκετε στην ίδια γενιά με τους βασικούς ήρωες του βιβλίου σας. Πιστεύετε ότι έχουν γιατρευτεί οι πληγές από τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν εκείνα τα χρόνια;
Αν στο απόσπασμα που ακολουθεί αποδίδαμε στη λέξη «σπίτι» την έννοια της λέξης «επικράτεια», θα απαντούσα στην ερώτηση σας –ακόμη και σήμερα– με τα λόγια του Σπήλιου – του ήρωα του «Φυγόδικος δεν ήμουν»:
«Ησύχασαν όλοι στα δωμάτια.[…] Το σπίτι τώρα είναι βουτηγμένο στην ησυχία. Όμως για να είμαστε ειλικρινείς ο αέρας του μυρίζει αντιπαράθεση. Κάργα διαφωνία. Το διατρέχει η διχογνωμία: Γλιστράει ήσυχα ήσυχα κάτω από τις πόρτες, πάει από την τραπεζαρία στη σάλα και στις κάμαρες, σέρνεται έπειτα από δωμάτιο σε δωμάτιο και γκρεμίζεται στις σκάλες, κάνει ακόμη και τις κουρτίνες να σαλεύουν. Δεν έχει γνωρίσει τέτοιο θέατρο το σπίτι ως τώρα.[…] Σκηνές από πνεύσεις έως εννέα μποφόρ θυελλωδών ανέμων –ως γνωστόν χρόνια σαρώνουν τη χώρα.»
σελ. 93
Και με δικά μου λόγια, οι πληγές δεν έχουν γιατρευτεί, ούτε βλέπω να γιατρεύονται. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει μια τέτοια δυνατότητα μέσα στο χρόνο. Και το να «γιατρευτούν» εδώ εμπεριέχει τουλάχιστον την έννοια της συναποδοχής της διαφορετικότητας των «κατοίκων» της απέναντι όχθης.
Ο ίδιος ο Σπήλιος, με τη σειρά του, εκ των υστέρων κι από κει που βρίσκεται, θυμάται το αρχοντικό, το με θέα την κοιλάδα του Αώου και αντιλαμβάνεται ότι επρόκειτο για μια υπεράνω κάθε υποψίας παγίδα για τύπους φερειπείν «ανυποψίαστους» και αμετακίνητα «επικινδύνους» όπως του λόγου του. Μπροστά στο στρωμένο τραπέζι της Φλώρας, κάτω από τα βλέμματα των «τέως» Παύλου και Φρειδερίκης,του αποκαλύπτεται –ως χάσμα— η αλλότρια στάση και οι απόψεις των οικείων αλλά και της ίδιας της Εριφύλης, ειδικά όταν εκείνη σηκώνεται να πει την προσευχή. Μέχρι αυτήν ακριβώς τη σκηνή, τη «φρίκη της προσευχής», όπως την χαρακτηρίζει, ο Σπήλιος παλεύει να συμφιλιωθεί με το διαφορετικό, κάνοντας σκέψεις πιθανής προσέγγισης με κάποιους από τους ιδεολογικά αντίθετους συνδαιτυμόνες. Δεν θα τα καταφέρει! Οι πολλοί εαυτοί που κατοικούν εντός του, τα απροσπέλαστα και φρουρούμενα σύνορα, που ο ίδιος θέτει μέσα του για να περιφρουρήσει τις βεβαιότητές του, τελικά δεν θα ξεπεραστούν. Αποσύρεται από την συνεστίαση, βλέποντας «τους δικούς του άγιους να του κουνάνε εξοργισμένοι το δάχτυλο».
ΤΩΡΑ ΚΑΘΟΜΑΙ πότε πότε - εκεί που βρίσκομαι- και και κλείνω έπειτα και τα μάτια και κάνω ένα πέρασμα σε όλα τα δωμάτια, με πρώτο και καλύτερο τη μακρόσυρτη σάλα με το ατελείωτο τραπέζι: η φρουτιέρα στο κέντρο και καρσί απέναντι στον τοίχο ο «Μυστικός Δείπνος» του Ντα Βίντσι. Στους παραδίπλα τοίχους μια σειρά φωτογραφίες που θα προτιμούσα να μην τις θυμάμαι αλλ' ωστόσο τις θυμάμαι, κι αυτές φέρνουν άλλες αναμνήσεις που στην αρχή δύσκολα αντέχονται αλλά φτάνουν να γίνονται μέχρι και διασκεδαστικές. Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο αρχοντικό – κι επειδή το ένα συμβάν φέρνει το άλλο, το αντιλήφτηκα ότι πρόκειται για παγίδα. Όχι στημένη, απλά μια παγίδα από αυτές που βρίσκονται στο διάβα σου, όπως μια ανοιχτή σχάρα απορροής ομβρίων στο ρείθρο ενός πεζοδρομίου, ας πούμε, όπου εκεί που περπατάς αμέριμνος, οπ, πέφτεις μέσα. Μια υπεράνω κάθε υποψίας παγίδα για τύπους φερειπείν «ανυποψίαστους» και αμετακίνητα «επικινδύνους» όπως του λόγου μου.
[...] Ο Ιούδας του Ντα Βίντσι αδημονεί να δώσει το φιλί του και να φύγει. Και τι σχέση μπορεί να έχει τώρα ο απατηλός Ιούδας και ο Μυστικός τους Δείπνος με τα όσα εσύ σκέφτεσαι, Σπήλιο, μου λες; Η τραπεζαρία δεν είναι ο χώρος όπου παίζονται τα κωμειδύλλια της ζωής; Ποιος το έχει πει αυτό, ρε γαμώτο; Ε, λοιπόν σ' αυτό το σημερινό αναπάντεχο κωμειδύλλιο, φαίνεται πως ο κλήρος πέφτει σ' εσένα και βρες μάνι μάνι έναν τρόπο να αντιπαραταχτείς στην αβροφροσύνη τους, Σπήλιο. Η Εριφύλη ρωτάει –εμένα νομίζω-, προτιμάς κρασί ή μπίρα; Πετσέτα έχεις; Δεν απαντάω τι να πω άλλωστε...-, το σοκ του ομοτράπεζου βασιλικού ζεύγους με έχει καθηλώσει σε αφωνία, με διατρέχει άνευ όρων.
«Το σοκ του ομοτράπεζου βασιλικού ζεύγους με έχει καθηλώσει σε αφωνία,
με διατρέχει άνευ όρων»
______________
«Η Φλώρα δεν είναι από τα άτομα που μπορείς να ξεχάσεις εύκολα»
Ο Σπήλιος αποσύρεται στο δωμάτιο το με θέα το βουνό, ενώ απ' έξω ακούγονται τα μουρμουρητά της θείας Φλώρας που νουθετεί την Εριφύλη, να ξεχάσει τον παρείσακτο αντιφρονούντα, να τον αφήσει να φύγει, να κρατήσει τα προσχήματα:
[...] Όποιος περιμένει απελπίζεται, Εριφύλη, και συ θα περιμένεις κάποιον που θ' αργήσει να έρθει, το πιθανότερο είναι να μην έρθει ποτέ. Είναι μια χαμένη περίπτωση ο Σπήλιος, δεν έχεις μέλλον μαζί του. Η κυρία Φλώρα είχε όλο τον χρόνο να της μεταδώσει τις αμφιβολίες της. Δεν θα το αντέξει αυτό η θεια, αυτή που την καμάρωνε όλα τα καλοκαίρια πλάι της στα νοσηλευτικά ιδρύματα της πόλης και στις φιλανθρωπίες της, έναν αρνησία για μελλοντικό σύντροφο της Εριφύλης.
Κι ενώ η Φλώρα στέκεται και καραδοκεί στην ανοιγμένη πόρτα του δικού της δωματίου, προκειμένου να διαπιστώσει αν οι πόρτες παραμένουν κλειστές, ο Σπήλιος θα βρεθεί αντιμέτωπος με την άλλη Φλώρα, την ερωτευμένη, εκείνη που έφυγε – στα δεκαεννιά με είκοσι – για Ρουμανία, στο Σάτου Μάρε, με τον Ρουμάνο, τη ριψοκίνδυνη Φλώρα, που έχει περιμαζέψει τραυματίες μέσα στην τρέλα του εμφυλίου στο ίδιο της το σπίτι χωρίς να λογαριάζει την απειλή.
[…] Μάρτυράς μου αυτή η ίδια η Φλώρα –η απόκρυφα σημαδεμένη από τα γνωστά βέλη της Ήβης, στοιχηματίζω χωρίς να τα έχει καθόλου λησμονήσει -, όρθια στην πόρτα της, θα με διαπεράσει με το βλέμμα της καθώς εγώ, ο Σπήλιος, κυριολεκτικά «απέναντί» της – και σίγουρος πως με έχει αντιληφτεί, θα διασχίσω εν τω άμα τον διάδρομο προς το δωμάτιο της Εριφύλης. Έκανα ακριβώς την αντίθετη κίνηση: έκλεισα αθόρυβα την πόρτα μου σαν ένα σφύριγμα λήξης της διορίας του χρόνου διαπραγματεύσεων. Έμεινα με την εντύπωση πως στο τέλος κοιταχτήκαμε εγώ και η Φλώρα. Κράτησε πολύ λίγο. Κι όμως. Ήταν σαν να έσπασε το κρύσταλλο ανάμεσά μας.
Είδα τη Φλώρα στην πρώτη της εικόνα. Στην πρώτη απόπειρα φυγής της, στην πρώτη και τελευταία της απόδραση με εκείνον τον Ρουμάνο. Είδα την πρώτη σπίθα στα μάτια της. Υπάρχει. Τις νύχτες όταν όλοι κοιμούνται, η Φλώρα – είμαι σίγουρος- ακροπατεί στα σκοτεινά σαν την Εριφύλη πες – θα 'ρθει η Εριφύλη, δεν μπορεί και αποζητάει την άλλη Φλώρα –ανασκαλεύει η ίδια τις φωτογραφίες της – χωρίς κανείς να το ξέρει. Δεν θα τα ψάξω τα ντοκουμέντα της. Όχι, δεν θέλω να δω τις φωτογραφίες της. Και καλά θα κάνω. Θα με πιάσει μια λύπη να δω τη Φλώρα νέα, με τα μαλλιά χωρίς φουρκέτες και τα καπέλα της και τις ομορφιές της, δεν θέλω να τη δω. Δεν το χρειάζομαι. Μου αρκεί η εικόνα της στο άνοιγμα της πόρτας.
Φως φανάρι. Η Φλώρα δεν είναι από τα άτομα που μπορείς να ξεχάσεις εύκολα. Κι αν συμβεί και κάνει ντου εδώ στο δωμάτιο θα της κάνω κουβέντα - Φλώρα, ξέρεις τι θα 'θελα;– θα της ζητήσω στα ίσα να ακούσω την ιστορία της από την ίδια. Αυτή με τον Ρουμάνο. Στο λεωφορείο έτρεχε νεράκι η γλώσσα της Εριφύλης. Είπε πολλά. Η Φλώρα έφυγε μ' έναν άντρα και τα καπέλα της μαζί – στα δεκαεννιά με είκοσι – για Ρουμανία, στο Σάτου Μάρε – το όνομα της πόλης το ανέφερε η Εριφύλη αλλά όχι του άντρα. Μπορεί να μην ήτανε Ρουμάνος είπε, ίσως Έλληνας, πάντως η Φλώρα έφυγε μαζί του στη Ρουμανία, όλοι τον λέγανε Ρουμάνο – οι μεγάλοι μιλούσαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα, ποτέ μπροστά στη Φλώρα –, οι λέξεις ξεφεύγουν, στο τέλος τις μαθαίνουν όλοι.
Ο πόλεμος τότε δεν είχε αρχίσει ακόμη. Ο Ρουμάνος ταξίδευε συχνά για δουλειές – έφευγε για μεγάλο διάστημα, έμενε μόνη η Φλώρα – μαθεύτηκε αυτό –, λέγανε πως υπήρχε και άλλη γυναίκα - κι αυτό μαθεύτηκε. Ο πατέρας της Φλώρας έλαβε ένα γράμμα από έναν φίλο του Ρουμάνου – έμπορο, του έγραφε πως η Φλώρα ζει μόνη στο σπίτι στο Σάτου Μάρε, κι αν θέλει να βεβαιωθεί γι' αυτό, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να πάρει το τρένο για το Σάτου Μάρε. Επιβιβάστηκε ο πατέρας της μαζί και ο μεγάλος της αδερφός – οι δυο τους – στο τρένο, και καταφθάσανε στο Σάτου Μάρε. Πήραν τον δρόμο για το σπίτι του Ρουμάνου και, σαν φτάσανε, είδαν τη Φλώρα από την καγκελόπορτα του κήπου πίσω από το ανοιχτό παράθυρο – αυτό που έβλεπε στον κήπο. Προχωρήσανε και μπήκανε στο σπίτι. Καθισμένη στο τραπέζι η Φλώρα έγραφε. Απέναντί της πάνω στο τραπέζι είδαν τη φωτογραφία του Ρουμάνου. Την αγκάλιασαν, τη φίλησαν, και της αναγγείλανε πως ήρθαν να την πάρουν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν η Φλώρα δέχτηκε να επιστρέψει. Είπαν πως το γράμμα έμεινε μισοτελειωμένο στο τραπέζι και πως ήταν γραμμένο με δυνατό βυσσινί-μοβ μελάνι. Την πήρανε μαζί τους στο τρένο της επιστροφής. Κι από την πρώτη ώρα μέσα στο τρένο τής γνωστοποιήθηκε πως στη νέα διαδρομή – αυτή που ανοιγόταν τώρα μπροστά της – επ' ουδενί επιτρέπονταν τα «λάθη». Το πρώτο μέλημά τους μετά την άφιξή της ήταν να θάψουν την απερισκεψία της περιφρουρώντας την σε οικογένεια αξιόπιστη και ευνομούμενη – αμόλυντη και άσπιλη δεν ήταν πια η Φλώρα, συν τω χρόνω όμως θα γινότανε, και πώς να δευτερώσει την απόδραση; Ανήκε πια στα χέρια των πατρόνων της. Πώς το είπες, Σπήλιο: Η Φλώρα δεν είναι από τα άτομα που μπορείς να ξεχάσεις εύκολα.
Εγώ λόγου χάριν – ό,τι και να συμβεί – δεν θα την ξεχάσω και είν' αλήθεια, νιώθω γι' αυτήν μια συμπάθεια παρ' όλες τις διαφορές μας. Για να συνεννοηθούμε, η φιλικότητά της είναι πράγματι μέχρι ενός σημείου αυθόρμητη, δεν λέω, μόνο που εγώ δεν είμαι καθόλου υποχρεωμένος να τη δεχθώ. Η Φλώρα είναι σίγουρη για την αποτελεσματικότητά της και το έργο της: Την έχει επισκεφθεί η «θεία φώτιση» – αδύνατον να διαταράξεις την αλήθεια της. Πάνω στο ναυάγιο του Σάτου Μάρε έχει στηθεί απόρθητο το οχυρό της:Καταφύγιο καλοσχεδιασμένο με αγάπη από τη νέα οικογενειοκρατούμενη περιρρέουσα για τη Φλώρα. Ποιος θα καταγγείλει χλευάζοντας μπροστά της της Αυτής Μεγαλειότητας την πρόθεση ως γενναιοδωρία; Κλονίζεται το οικοδόμημά της εκ θεμελίων. Το σύμπαν καταρρέει. Αφήστε την στη βεβαιότητά της, κραυγάζουν τα ίδια της τα καπέλα συνωστισμένα στην κρεβατοκάμαρά της, ο καθένας παρηγορείται όπου βρίσκει. Μόνο που το θέμα μου τώρα δεν είναι να δώσω άφεση αμαρτιών στη θεια-Φλώρα, ούτε να αγκαλιάσω με δάκρυα τη διαδρομή της – η θεια ζει στον κόσμο της κι κι εγώ στον διαγωνίως απέναντι, τον δικό μου. Και πώς είναι ο κόσμος με τα μάτια της Φλώρας; Πάντα θα μας είναι αφόρητος ο κόσμος με τα μάτια των απέναντι.
Ψάχνω να βρω τις αιχμηρές γωνίες στα φάλτσα της και δεν τις βρίσκω – ίσως αρνούμαι προς στιγμήν την ξανασκέφτομαι να με ρωτάει με τι ασχολούμαι και βάζω τα γέλια. Τραυματίας πολέμου, Φλώρα – αυτή είναι η σωστή απάντηση και πώς να αρνηθείς να δώσεις το χέρι σου στον τραυματία; Δεκάδες πέρασαν αποδώ. Ολοφάνερο. Τους περιέθαλπες νυχθημερόν, τους τρατάριζες πίτες, γλυκά του κουταλιού και ρόδια, κοιμήθηκαν στο κρεβάτι μου. Εσύ κοιμάσαι στο κρεβάτι τους, Σπήλιο, είπα φωναχτά, κι έφτασα στο σημείο να σηκωθώ από το κρεβάτι – ένα κρεβάτι είναι ένα μικρό κομμάτι πατρίδας– και να ξαναστρωθώ στο δάπεδο – καλοκαίρι ήταν άλλωστε– μου φάνηκε κιόλας πως με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια ο αντίπαλος τραυματίας... Κι έξαφνα όρμησα με φόρα και άνοιξα το ντουλαπάκι της Φλώρας.
«Στήνει αυτί στο ραντεβού με τον θάνατο η Φλώρα. Σκυμμένη στις πληγές ανάμεσα στα κρεβάτια. Παντού η Φλώρα με τους τραυματίες της. Με νοσοκομειακή μπλούζα και μαντίλι».
Picture created by Leonardo.ai
_____________
«Οι τραυματίες σου. Ακλόνητο το χαρτί σου»
Ο Σπήλιος παλεύει να συμφιλιωθεί με την άλλη Φλώρα, την «αληθινή», μέσα από φωτογραφίες, στις οποίες νεαρή τότε, «εύθραυστη σαν ψίθυρος», περιέθαλπε τραυματίες στον Εμφύλιο πόλεμο. «Οι τραυματίες σου. Ακλόνητο το χαρτί σου», σκέφτεται ο Σπήλιος. Παρ’ όλα αυτά δεν καταφέρνει να γεφυρώσει το χάσμα. «Οι εμφύλιοι με υ αρχίζουν από τους εμφίλιους με ι», είναι η βασική ιδέα που διέπει το έργο, σύμφωνα με την ίδια την συγγραφέα και το ερώτημα που την ώθησε να γράψει αυτήν την ιστορία, είναι αν μπορούν στ’ αλήθεια οι άνθρωποι ν’ αλλάξουν ιδέες, να σβήσουν τα τραύματα της μνήμης, να περάσουν τα σύνορα, πραγματικά ή κατασκευασμένα; Λέει σχετικά η ίδια σε συνέντευξή της:
Οι τρεις βασικοί ήρωες του βιβλίου –ο Σπήλιος, η Εριφύλη, και η Φλώρα– μέσα στη χρονική και χωρική ανάπτυξη της ιστορίας δοκιμάζονται και οι μεταξύ τους σχέσεις βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού. Η μυθιστορία μας υπαινίσσεται την μεταξύ των ηρώων της συμφιλίωση ή την μεταξύ τους απομάκρυνση, αφήνοντας ωστόσο τα ζωτικά ερωτήματα που τους δυναστεύουν να παραμένουν ανοιχτά. Το «φυγόδικος δεν ήμουν» επιχειρεί να διατυπώσει το παρακάτω διαχρονικό ερώτημα – ρηξικέλευθο ίσως – και κατά κάποιον τρόπο αναπάντητο: Σε ποιο βαθμό είναι αναγκαία η δοκιμασία της σύγκρουσης με το «ξένο»; Σε ποιο βαθμό είναι απαραίτητη η εμπειρία της αναμέτρησης με την αντίπερα όχθη διακινδυνεύοντας μάλιστα την όποια άγνωστη κατάληξη της; Είτε σαν επισφράγισμα της συμφιλίωσης με το «ξένο», είτε σαν δυνατότητα ενός περάσματος από το οικείο στο ανοίκειο, αλλά είτε και σαν διαρκής εμμονή στην αντιπαλότητα με το «διαφορετικό». Εντέλει το «Φυγόδικος δεν ήμουν» καθρεφτίζει αυτή ακριβώς την οδυνηρή αναζήτηση ενός τρόπου για να λυθούν ή να μην λυθούν ποτέ οι αντιφάσεις και όλων των ειδών οι εμφύλιοι που μας ταλανίζουν ή οι εμφίλιοι –το φι με γιώτα.
Η συγγραφέας δεν γράφει μια ιστορία φυγής, αλλά μια ιστορία διαρκούς αναμέτρησης με τα όρια, τα πολιτικά, τα συναισθηματικά, τα ιδεολογικά, τα υπαρξιακά εντέλει. Ίσως και γι' αυτό επέλεξε ως μότο του Φυγόδικου τη ρήση του Ηράκλειτου «πάντα κατ΄έριν γίνεσθαι» και τους στίχους του Αργύρη Χιόνη «Έτσι γεννιέται η ζωή/από έριδα ερωτική».
Μέσα από έναν ιδιαίτερα επεξεργασμένο αφηγηματικό τρόπο, που συνδυάζει πολλαπλά επίπεδα, η Ισμήνη Καρυωτάκη, αποφεύγει τις απλοϊκές απαντήσεις και αφήνει το ερώτημα ανοιχτό, κάνοντας τον αναγνώστη συνένοχο στον προβληματισμό: Μπορούμε πραγματικά να ξεπεράσουμε τους εμφίλιους του παρελθόντος, όταν οι «εμφύλιοι με υ» (πολιτικοί) διατηρούν ζωντανούς τους «εμφίλιους με ι» (οικογενειακούς/προσωπικούς);
Η τεχνική του εσωτερικού μονολόγου: Ο Σπήλιος δεν περιγράφει απλώς τις φωτογραφίες - βιώνει μια εσωτερική πάλη καθώς τις εξετάζει. Οι σκέψεις του ξεδιπλώνονται σε ροή συνείδησης, με διστακτικούς στοχασμούς, ερωτήματα χωρίς απάντηση, και αιφνίδιες συναισθηματικές αναλαμπές. Αυτή η ρευστότητα αντικατοπτρίζει την ίδια την αδυναμία του να βρει σταθερό έδαφος διαλόγου με τη Φλώρα.
Η σύγκρουση μεταξύ αναγνώρισης και απόστασης: Παρά το ότι ο Σπήλιος αναγνωρίζει την ανιδιοτέλεια, την αυταπάρνηση και τον ηρωισμό της Φλώρας, δεν μπορεί να υπερβεί την ιδεολογική απόσταση. Η φράση «Αφού τι δουλειά έχω εγώ, ένας "ολοπόρφυρος", ανάμεσα στους "γαλαζοαίματους";» αποκαλύπτει πώς οι πολιτικές ταυτότητες λειτουργούν ως ανυπέρβλητα τείχη.
Η μεταφορά του «αδύτου»: Οι φωτογραφίες παρουσιάζονται ως «απαραβίαστο άντρο», το οποίο ο Σπήλιος παραβιάζει ως «εισβολέας». Αυτή η εικόνα υποδηλώνει ότι η ιστορία και η μνήμη του άλλου παραμένουν κλειστές, ακόμα κι όταν προσπαθούμε να τις προσεγγίσουμε με ειλικρίνεια.
Η αντίθεση φαντασίωσης και πραγματικότητας: Ο Σπήλιος φαντασιώνεται έναν διάλογο με τη Φλώρα γεμάτο ερωτήματα, αλλά παραμένει «ακίνητος και βουβός». Η κατάληξη - «αναρωτιέμαι αν υπάρχει κοινός τόπος για διάλογο» - είναι συντριπτική: ο διάλογος δεν πραγματοποιείται ποτέ, μένει μόνο στη σκέψη.
Το παράδοξο της αναγνώρισης: Η Καρυωτάκη δημιουργεί μια τραγική ειρωνεία - ο Σπήλιος βλέπει την ανθρωπιά της Φλώρας, σέβεται τη φιλοξενία της, εκτιμά τη θυσία της, αλλά αυτή η αναγνώριση δεν αρκεί για να γεφυρώσει το χάσμα. Έτσι επικοινωνείται η τραγική αλήθεια: η ανθρώπινη αξία και η ιδεολογική διαφορά συνυπάρχουν, αλλά η δεύτερη υπερισχύει.
Περίμενα να βρω τη Φλώρα με τον Ρουμάνο της. Αλλά όχι... Έβγαλα έξω το περιεχόμενο και το ξενέρισα: Οι φωτογραφίες η μια μετά την άλλη έφτιαχναν ιστορία – μέτρα ατελείωτα ιστορία. Μέσα στην απόλυτη ησυχία της κάμαρας – μια ησυχία που δεν είναι καθόλου ησυχία – οι φωτογραφίες περνούσαν μία μία, διστακτικά και αργά, από τα χέρια μου κι εγώ τις παρατηρούσα σαν εισβολέας σε απαραβίαστο άντρο. Ακίνητος και γαλήνιος, ωστόσο. Όπως θα όφειλα αν παρ' ελπίδα δεχόμουν την παρουσία της ιδίας της Φλώρας στο καταφύγιό μου: Η άλλη Φλώρα, η αληθινή, όχι η επινοημένη από μένα τον ίδιο επινοημένη, εύθραυστη σαν ψίθυρος, αυτή η Φλώρα. Στήνει αυτί στο ραντεβού με τον θάνατο η Φλώρα. Σκυμμένη στις πληγές ανάμεσα στα κρεβάτια. Παντού η Φλώρα με τους τραυματίες της. Με νοσοκομειακή μπλούζα και μαντίλι. Σεμνή και συνεσταλμένη – στην αρχή ίσως. Συλλαβίζει ξόρκια για τους άντρες τρόμος και ναυτία, σφαγείο το σπίτι – οιμωγές από αγριογούρουνα μέσα στις κάμαρες. Την απωθούσαν άραγε οι πληγές; Την τρόμαζαν οι άντρες; – μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Στα επείγοντα με τους χειρούργους εδώ. Νύχτα, κρατάει τη λάμπα – αλλού κεριά, Πλαντάζει η Φλώρα την ώρα που φωτίζει τις αρτηρίες – στο βουνό έπεφταν σταγόνες βροχής και φύλλα δέντρων στα τραύματα, είχε πει ο Τσάκαλος, εγχειρήσεις σπονδυλικής στήλης μέσα στη σπηλιά χωρίς φως. Εδώ χειρουργείο είναι το τραπέζι της τραπεζαρίας – το είπε και η ίδια αυτό πριν αρχίσουμε να τρώμε. Κι αυτός με το δίκοχο και το χιτώνιο, αιχμάλωτος είναι; Έτσι δείχνει, τέσσερις τον κουβαλούν – κοπέλες όλες, η Φλώρα είν' αυτή η μικροκαμωμένη, η πίσω δεξιά, κοιτάζει τον τραυματία.
Θα της μιλήσω της Φλώρας: Φλώρα, αλήθεια, θέλω να μάθω, πέθαναν στα χέρια σου στρατιώτες; Πες μου, θυμάσαι κάτι από τις ιστορίες τους; Θέλω να μάθω, ξενύχτησες δίπλα τους; Θα τη ρωτήσω αν σώθηκε κανείς. Και ακόμη περισσότερα θα τη ρωτήσω. Θα σταθώ μπροστά της ακίνητος και βουβός έτσι ακριβώς όπως τώρα και θα τα καταγράψω όλα με τα μάτια μου, όλα όσα θα αποκαλυφθούν στ' αυτιά μου από τις ιστορίες για τους μελλοθάνατους: Φλώρα, πες μου, έφτασαν ως εδώ -σε τούτο το κρεβάτι –οι αγαπητικές τους; Την αλήθεια θέλω. Πες μου, μία από αυτές ίσως να έμεινε όλο το βράδυ. Εσύ, Φλώρα, τη συμμερίστηκες. Στα σίγουρα. Το ξέρω. Μου 'ρχεται τώρα αίφνης να συλλογιστώ έτσι στα καλά καθούμενα – τη σκηνή της τελευταίας του «Θείας Μετάληψης» του αντίπαλου τραυματία λέω, πάνω σε τούτο το κρεβάτι στο δωμάτιό μου, την πιθανή ευόδωση θέλω να πω που ίσως παίχτηκε στις τελευταίες στιγμές του: Μείνατε ως το πρωί μαζί του να του ζεσταίνετε κομπρέσες στο νερό – οι δύο γυναίκες, η δικιά του του κράταγε το χέρι κι εσύ, Φλώρα, τις ακουμπούσες στο μέτωπό του. Στο τέλος τής έστρωσες να κοιμηθεί στο πάτωμα της κοπέλας. Εδώ δίπλα μου. Μόνο που δεν προλάβατε, ούτε και το τολμήσατε άλλωστε, να κουβεντιάσετε οι δύο σας. Πώς μου κατέβηκε τώρα; Εσείς τραβούσατε κουπί κι ο θάνατος έκοβε βόλτες πάνω απ' τα κεφάλια σας. Τι να ξομολογηθείτε η μία στην άλλη; Για τα μάτια των αντρών τα καλοφυτεμένα που τώρα έκαναν φτερά; Ή για το άλλο το μαρτύριο της επιθυμίας το καταραμένο; Ο θάνατος σας κουμαντάριζε. Εσάς και την κουβέντα του μαζί. Αξέχαστη τους έμεινες, Φλώρα.
Κι εμένα αξέχαστη θα μου μείνεις. Τ' ομολογώ, με δέχτηκες φάντη μπαστούνι στο σπίτι σου, με τάισες, με πότισες, με κοίμισες - αδόκητος ο επισκέπτης -, με κεραυνοβόλα ευγένεια, Φλώρα, παρόλο που στραβώνεις να με βλέπεις στο πλάι της Εριφύλης. Κι έξαφνα εκεί που ανάμεσά μας χάσκει αξεπέραστη η άβυσσο: Να σου οι τραυματίες σου. Ακλόνητο το χαρτί σου. Για κάν' το πιο λιανά αυτό, Σπήλιο. Απλά αναρωτιέμαι αν υπάρχει κοινός τόπος για διάλογο. Αφού τι δουλειά έχω εγώ, ένας «ολοπόρφυρος», ανάμεσα στους «γαλαζοαίματους»; Τι μπορώ να κάνω εγώ εδώ ανάμεσα σε αντίπαλους θεούς και δαίμονες;
σελ. 85- 92
«Ο Θύμις έπαιζε, της είπα, κρατήστε την, Μεγαλειοτάτη»
_________
«...από χειρουργείο ωδείο το τραπέζι»
20 χρόνια μετά, στις εξομομολογήσεις Εριφύλης και Φλώρας, η ιστορία συμπληρώνεται κι ο Σπήλιος σίγουρα θα δυσκολευόταν ακόμα περισσότερο, αν ήξερε ότι η συντηρητική, βασιλόφρων Φλώρα θα περιέθαλπε, ανάμεσα στους τραυματίες της κι έναν εχθρό... Ήταν ο Θύμις, με τη φυσαρμόνικά του: «τον έδωσε η Φλώρα, λάφυρο στα γαντοφορεμένα χέρια της Φρειδερίκης», φώναξε μόνη της, έτοιμη να κλάψει η Εριφύλη.
Το πρωί βαρούσε εγερτήριο στις έξι. Τα βράδια έφερνε πάλι τη φυσαρμόνικα στο τραπέζι. Σηκώνονταν κι άλλοι. Γινόταν ησυχία και μετά άρχιζε έδινε τον ρυθμό, «μες στου πολέμου τη φωτιά πληγώθηκα, μικρή μου» - από χειρουργείο ωδείο το τραπέζι - χτυπούσε και το πόδι στο πάτωμα πως είναι ζωντανός. Δεν τη γλίτωσε ο Θύμις, Εριφύλη. Η πρώτη Γενάρη ξημέρωσε με ομίχλη και κωδωνοκρουσίες –απ' το πρωί παλαβωμένες οι καμπάνες- τα πράγματα δείχνανε πως όλα τελειώνουν. Το ίδιο απόγιομα έμεινε στα χέρια μου · το θυμάμαι αυτό. Πρωτοχρονιά ήτανε. Πριν τελέψει αναρωτήθηκε αν οι δικοί του είχαν προλάβει να τραβηχτούν στο Μπουραζάνι. Κι αυτό το θυμάμαι – δικός τους ήταν τώρα που το σκέφτομαι.
Πρωτοχρονιά του '48, Φλώρα;
Του '48 ναι. Πρωτοχρονιά. Εφτά του Γενάρη, μας επισκέφτηκε η Μεγαλειότητά της. Έφτασε με το τζιπ. Ως το σπίτι μας. Ανέβηκε τη σκάλα και πέρασε στα δωμάτια. Σε όλα τα δωμάτια. Τους χαιρέτησε με τη σειρά όλους. Και τους μελλοθάνατους. Στην τραπεζαρία στάθηκε. Κάθισε στο μπάσι – σαν να τη βλέπω τώρα- δίπλα στον μπουφέ κάτω από τον «Μυστικό Δείπνο» – περίμενε να της σερβίρουν τον καφέ. Είδε τη φυσαρμόνικα ανάμεσα στα κρυστάλλινα ποτήρια κι αρώτηξε ποιος παίζει. Εγώ όρθια έτοιμη να δεχτώ τις προσταγές της- άνοιξα τον μπουφέ, έβγαλα τη φυσαρμόνικα από το ράφι και της την έδωσα στα χέρια. Ο Θύμις έπαιζε, της είπα, κρατήστε την, Μεγαλειοτάτη.
σελ. 131 -132
Κι ύστερα, σαν να κατάλαβε η Εριφύλη, σαν να ήταν έτοιμη πια να συμφιλιωθεί με τη Φλώρα της απέναντι όχθης, τη Φλώρα - φλουρί, ένα νόμισμα λαμπερό, «ένα κομμάτι μάλαμα, από κείνα που τα φυλάει κρυμμένα η «αξιόπιστη και ευνομούμενηοικογένειά της».
Ίσως όμως να 'χει φτάσει η στιγμή, Εριφύλη. Ίσως ναι. Με τη Φλώρα μιλάς, μην το ξεχνάς. Κι αν θα 'πρεπε να τη συμπεριλάβεις σε κάποιο πάνελ, αυτό δεν θα 'ταν άλλο παρά των «αγαθών πνευμάτων» ή των «ένα κομμάτι μάλαμα» ή των «ανίκανων να τραυματίσουν κι έναν ανωφελή κώνωπα».
Ο Σπήλιος δεν μπορεί να υπερβεί την ιδεολογική απόσταση ανάμεσα στην οικογένεια της Εριφύλης και στις «εμμονές του, οχυρωμένος στη δική του οικειότητα». Φεύγει και από το σπίτι και από τη ζωή της Εριφύλης, αφήνοντάς την ελεύθερη να επιλέξει. Όμως η ερωτική νύχτα εν μέσω εμφιλίου με ι, φαίνεται να γεφυρώνει το μεταξύ τους χάσμα, κάτι που θα αποδειχτεί στη συνέχεια, όταν η Εριφύλη θ’ ακολουθήσει τον Σπήλιο στην εξορία, περνώντας λαθραία τα σύνορα μαζί του. Η Εριφύλη θα υπερβεί τον εαυτό της μέσα από τον έρωτα, που είναι ο ίδιος μια υπέρβαση. Αντίθετα, ο Σπήλιος και η Φλώρα θα κρατήσουν ως το τέλος, τις δικές του ο καθένας «Θερμοπύλες».
[...] Εριφύλη, ίσως ξαναβρεθούμε, της λέω, αλλά ίσως και όχι. Κάποια μέρα, όμως, εσύ θα πιάσεις να διηγηθείς στους φίλους σου την ιστορία μας. Θα τους πεις για μια ερωτική νύχτα μέσα στον εμφίλιο – θα το ξεκαθαρίσεις όμως, το φι με γιώτα –, είναι ο τίτλος της ιστορίας μας γι' αυτή τη νύχτα, καβάτζωσέ τον από τώρα στο σημειωματάριο. Παράλογη ιστορία, θα τους πεις –ή μήπως συνηθισμένη;-, έλαβε χώρα στο σπίτι το με θέα την κοιλάδα του Αώου.
[...] Μπορώ αν θέλω να τα ξεχάσω όλα, να ξεκολλήσω απ' το «σχέδιο», ν' αφήσω κατά μέρος τη σκέψη για το πέρασμα μέσω συνόρων. Να αλλάξω -πάνω απ' όλα- τις εμμονές μου. Αλλά δεν τις αλλάζω. Καθένας οχυρώνεται στην οικειότητά του, και για μένα η εξορία αίφνης ανοίγεται μπροστά μου σαν καταφύγιο. Εδώ που τα λέμε, Εριφύλη, δεν είμαι και ο καλύτερος σύντροφος για σένα. Όμως, να πάρει, μέσα σ' αυτή τη σπιτική κόλαση, βάλαμε κάτω τις αντοχές μας μέχρι που φτάσαμε να το ξεφτιλίσουμε το χάσμα –σε μια νύχτα-, αφανιστήκαμε στο κρεβάτι. Εριφύλη, αλήθεια είναι αυτό που είπες για τα σημάδια των συνόρων.
[...] Δίνε του τώρα, Σπήλιο, τι περιμένεις; Άσε την Εριφύλη στην ησυχία της. Είπαμε, η Φλώρα είναι ο άγγελός της και συ ο δαίμονάς της. Ακούω πάλι βήματα – επιταχύνω τα δικά μου. Όσο κατεβαίνω τη σκάλα –την ελάχιστα στενότερη από τη σκάλα του Μιλάνου- πιέζω τον εαυτό μου με μια ένταση κατά τι μεγαλύτερη από τον πόνο που μου σου- βλίζει το κεφάλι και μου σφίγγει το στομάχι. Ανοί- γει μια πόρτα στον διάδρομο. Αποφεύγω να κοιτάξω πίσω, είμαι στη σκάλα και σκέφτομαι τη Φλώρα μπροστά στο δωμάτιο, έξω απ' τη μισάνοιχτη πόρτα. Κοιτάζει το εσωτερικό: σίγουρα θα βρεθεί σε πανικό, εκτός αν κλείσει τα μάτια της περνώντας. Αν ρίξει όμως ένα βλέφαρο από το άνοιγμα και δει το κρεβάτι; Ακούω τη φωνή της χωρίς να αντιλαμβάνομαι τις λέξεις. Τι λέει; Κοντοστέκομαι και την παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου - θα 'θελα να διασταυρώσω το βλέμμα της έστω για τελευταία φορά ένα δευτερόλεπτο, έχω την αόριστη αίσθηση μιας αποδοχής από τη Φλώρα. Τώρα βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο. Τη φαντάζομαι όρθια μπροστά στο κρεβάτι, αποξενωμένη από τη σκηνή που αντικρίζει –είναι πολύ όμορφη η Φλώρα, όσο όμορφη ήταν όταν έφυγε από τη Ρουμανία μόνη της, είναι αδύνατον να ξεχωρίσω τις λέξεις –πνιγμένες φωνές είναι ίσως να μην υπάρχουν λέξεις. Μόνο η σιγή ανάμεσά τους – θρησκευτική θα έλεγα. Κι έπειτα ξανά η φωνή της. «Έφυγε!» Έφυγε, το άκουσα καθαρά:«Έφυγε, Εριφύλη». Για ποιον μιλάει η Φλώρα; Σε ποιον απευθύνεται; Έχω την εντύπωση ότι είμαι ο Ρουμάνος και φεύγω από το Σάτου Μάρε. Έξαφνα είμαι γω που βρίσκομαι σε πανικό – θα ξαναβρεθώ ποτέ με την Εριφύλη; Ξαναβρέθηκε άραγε ποτέ με τον Ρουμάνο της η Φλώρα; Κανείς δεν ξέρει. Τον ξαναείδε; Έλαβε κάποιο γράμμα του; Της έστειλε ένα μήνυμα; Μπορεί να του απάντησε εκείνη, μπορεί να συναντήθηκαν κρυφά οι δύο τους – κατεβαίνω την τεράστια σκάλα, βρίσκομαι στα πρώτα σκαλιά στο επίπεδο της εξώθυρας, έχω αφήσει πίσω μου την Εριφύλη -στα χέρια της Φλώρας και των άλλων, την έχω αφήσει ελεύθερη να διαλέξει – όταν οι καιροί το επιτρέψουν θα γράψω ένα γράμμα στη Φλώρα, θα βρω τον τρόπο.
σελ. 99 -103
«Στη φωτογραφία η Φλώρα στήριζε τα χέρια στους γοφούς της και χαμογελούσε
αναψοκοκκινισμένη – τα μάγουλα λαμπερά»
Picture created by Freepik AI
_________
Η εξομολόγηση της Φλώρας
20 χρόνια μετά την «κατακλυσμιαία νύχτα, που αναστάτωσε τη ζωή των ενοίκων στο σπίτι το με θέα τον Αώο», η Εριφύλη επιστρέφει άρρωστη και αδύναμη, σαν σε καταφύγιο στο σπίτι της Φλώρας, που την υποδέχεται με ανοιχτή αγκαλιά, την περιποιείται και την γιατροπορεύει. Η σχέση τους περνάει σε άλλο επίπεδο, γίνεται φιλική. Είναι αρκετά ώριμες και σοφότερες πια για να εξακολουθούν να συντηρούν την προσποίηση, οπότε οδηγούνται σε εκμυστηρεύσεις, αποκαλύψεις μυστικών και τολμηρές εξομολογήσεις.
Η Φλώρα μιλάει για πρώτη φορά για την προσωπική της ζωή, όταν ακολούθησε στη Ρουμανία τον αγαπημένο της, στην προσπάθειά της να απελευθερωθεί από τις άκαμπτες επιταγές καθωσπρεπισμού της τάξης της, υπακούοντας στην καρδιά της, πράξη που με το ατυχές της τέλος την καθόρισε.
[...] Στη φωτογραφία η Φλώρα στήριζε τα χέρια στους γοφούς της και χαμογελούσε αναψοκοκκινισμένη – τα μάγουλα λαμπερά. Ήταν πράγματι πολύ όμορφη, απαλή σαν λουλούδι, επιεικής και αφελής ακριβώς όπως και τώρα.
Εδώ είμαι με την Όλγα και την Αφροδίτη.
Κρατιόνταν αγκαζέ οι τρεις τους, αναστατωμένες και συνεσταλμένες, στον δρόμο του Θεού όλες. Σε μια η Φλώρα με ξέπλεκα μαλλιά –η Εριφύλη τη σκέφτηκε μπρος στον καθρέφτη να τα λύνει και να τα βουρτσίζει – τόσο αισθησιακή που υπέθετες πως ήταν ήδη ερωτευμένη. Υπόβοσκε φανερά η αρρώστια της επιθυμίας.
Τον ίδιο χρόνο έφυγα σε μια ξένη πόλη, είπε άξαφνα η Φλώρα και γύρισε να την κοιτάξει, επέστρεψα πάλι όμως, ίσως να το ξέρεις. Ήταν τόσο ευγενικός, Εριφύλη, δεν τον φοβόμουν όπως άλλους άντρες. Έφυγα μαζί του.
Η Εριφύλη τα έχασε στην ομολογία της Φλώρας. Το όνομα της πόλης το ήξερε. Και για τον άντρα ήξερε. Δεν τη διέκοψε τη Φλώρα. Την άφησε να μιλήσει. Για το Σάτου Μάρε και τον άντρα του Σάτου Μάρε. Και η Φλώρα μίλησε για τον άντρα που έφυγε μαζί του. Περισσότερο για την πόλη, είν' αλήθεια, και λιγότερο για τον άντρα.
«Είχε ποτάμι το Σάτου Μάρε, Σόμες το λέγαν το ποτάμι. Το σπίτι μας ήταν ψηλά στον λόφο κοντά στο μεγάλο γεφύρι, σιδερένιο και γερτό από τις δύο πλευρές»
Picture created by Freepik AI
___________
Δεν ξαναφάνηκε, Εριφύλη...
Πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το Satu Mare (στα ουγγρικά Szatmárnémeti) ήταν μια πολυπολιτισμική και οικονομικά ανεπτυγμένη πόλη της Ρουμανίας, άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ποταμό Someș (Σόμες), πυρήνα της ανάπτυξης της πόλης από τον Μεσαίωνα. Ιστορικά, ο ποταμός χώριζε δύο ξεχωριστούς οικισμούς: το Satu Mare στη νότια όχθη και το Mintiu (Németi) στη βόρεια. Οι δύο οικισμοί ενώθηκαν επίσημα το 1715. Κατά τον 16o αιώνα, η οικογένεια Báthory εξέτρεψε τα νερά του ποταμού για να περιβάλει το φρούριο της πόλης, μετατρέποντάς το ουσιαστικά σε νησί για καλύτερη άμυνα. Ο ποταμός χρησίμευε ως κύρια οδός μεταφοράς άλατος («δρόμος του αλατιού») από τα κοντινά ορυχεία και υποστήριζε δραστηριότητες όπως το ψάρεμα και η λειτουργία μύλων.
Στην απογραφή του 1930, ο αστικός πληθυσμός της περιοχής παρουσίαζε μεγάλη εθνοτική και θρησκευτική ποικιλομορφία: Ούγγροι (41,9%), Ρουμάνοι (35,0%), Εβραίοι (18,6%) και Γερμανοί (1,6%). Κυριαρχούσαν οι Έλληνες Καθολικοί (33,7%), οι Μεταρρυθμιστές (23,0%) και οι Εβραίοι (20,0%). Το Satu Mare ήταν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Ορθόδοξου Ιουδαϊσμού και του Χασιδισμού στην Ευρώπη: το 1941, η πόλη είχε 12.960 Εβραίους κατοίκους (περίπου το 25% του συνολικού πληθυσμού) και ήταν η έδρα της διάσημης δυναστείας των Χασιδιστών Satmar, με ηγέτη τον Ραβίνο Joel Teitelbaum. Υπήρχαν περίπου 25 συναγωγές και ευκτήριοι οίκοι, με σημαντικότερη τη Μεγάλη Συναγωγή (χτισμένη τη δεκαετία του 1890).
Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Συνθήκη του Τριανόν, η πόλη πέρασε στη Ρουμανία. Ωστόσο, το 1940, με τη Δεύτερη Ετυμηγορία της Βιέννης, το Satu Mare προσαρτήθηκε ξανά στην Ουγγαρία μέχρι το τέλος του πολέμου. Αυτή η αλλαγή συνόρων προκάλεσε έντονη αβεβαιότητα και οδήγησε τελικά στις τραγικές εκτοπίσεις της εβραϊκής κοινότητας το 1944.
Είχε ποτάμι το Σάτου Μάρε, Σόμες το λέγαν το ποτάμι. Είχε και λιβάδια απέραντα. Πόσο μου άρεσαν τα λιβάδια... Τον χειμώνα πολλές φορές οι όχθες του Σόμες πλημύριζαν και οι δυο, ευτυχώς το σπίτι μας ήταν ψηλά στον λόφο κοντά στο μεγάλο γεφύρι, σιδερένιο και γερτό από τις δύο πλευρές όπως εδωνά το δικό μας.Τα παράθυρα έβλεπαν στο ποτάμι. Τα βράδια ακούγαμε τη βοή του Σόμες και τα ποταμόπλοια περνούσαν φωτισμένα.
Όλα τα αγάπησα, και την πόλη και το σπίτι και τον άντρα. Αυτός πολλές φορές έφευγε προτού χαράξει η αυγή. Μ' άφηνε κουλουριασμένη στο κρεβάτι μας, ζεστούλα κι ολοστρόγγυλη σαν ένα ορτύκι μέσα στ' αυλάκι, και κίναγε πάνω στο άλογο γι' άλλο χωριό, Εριφύλη. Αλλά ένα πρωί, στο έβγα του χωριού βρήκε κάποιον που πουλούσε χαρταετούς· αγόρασε έναν, τον αμόλησε στην αύρα της θάλασσας και είπε στον έμπορα να δέσει την άκρη του σπάγγου στην πόρτα του σπιτιού μας για να τον φέρνω στον νου μου κάθε φορά την ώρα που θα βγαίνω. Έμεινα στο σπίτι και τον περίμενα τρεις μήνες. Ένα πρωί επέστρεψε ο Λεονίντ –πρώτη φορά τον ονομάτισε η Φλώρα –, τον ξαναείδα, μείναμε μαζί πολλές νύχτες ακόμη, αλλά ξανάφυγε. Η Εριφύλη δεν τη ρώτησε αν ξανανταμώσανε με τον άντρα. Μόνη της το είπε:
Δεν ξαναφάνηκε, Εριφύλη.
σελ.138-139
«Μια καρτ ποστάλ, ένα πλωτό ποτάμι μ' ένα σιδερένιο γεφύρι από τη μια όχθη στην άλλη»
Picture created by Freepik AI
_____________
Σε περιμένω, Λεονίντ
MΕΤΑ ΑΠΟ μερικές μέρες η Φλώρα ήρθε στη σάλα και έφερε μια καρτ ποστάλ μέσα σ' έναν φάκελο. Την έδειξε στην Εριφύλη – ένα πλωτό ποτάμι μ' ένα σιδερένιο γεφύρι από τη μια όχθη στην άλλη – και της είπε να κοιτάξει και την πίσω πλευρά. Ήταν γραμμένη σε ξένη γλώσσα. Η Φλώρα τής είπε πως ήταν στα ρουμάνικα και η Εριφύλη κατάλαβε. Ξέρεις ρουμάνικα; τη ρώτησε. Όχι, είπε η Φλώρα, ποτέ δεν ήξερα ούτε και έμαθα, με τον Λεονίντ μιλούσαμε στη γλώσσα μου – όσα ελληνικά ήξερε εκείνος –, αυτή την κάρτα μού την έστειλε με μια φίλη του όταν εγώ έφυγα, ποτέ δεν την έδειξα σε κανέναν, δεν ξέρω τι γράφει, είμαι πολύ μεγάλη πια για να διστάζω να τη δείξω σ' εσένα. Σκυμμένη η Εριφύλη – κάτω απ' το βλέμμα της Φλώρας – βυθίστηκε στην άγνωστη γραφή χωρίς να αναγνωρίζει καμία από τις λέξεις. Η αδυναμία της να μεσολαβήσει μεταστράφηκε έξαφνα σε ανεξιχνίαστη οδύνη, ήθελε να ξανακλείσει τον φάκελο αυθωρεί και να στραφεί να σφίξει στην αγκαλιά της τη Φλώρα. Ωστόσο συγκρατήθηκε. Κράτησε μια στάση λιγότερο συγκινησιακή. Αυτοκυριαρχήθηκε και δεν κινήθηκε. Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να προσποιηθεί πως δήθεν επέμενε να αντιληφτεί τι γράφει ο Λεονίντ στη Φλώρα. Νομίζεις πως θα μπορέσεις να βρεις άκρη; ρώτησε η Φλώρα. Ναι, βέβαια, πρέπει να βρούμε μια άκρη, είπε η Εριφύλη –ενώ την κοιτούσε στα μάτια – και η Φλώρα σήκωσε τους ώμους της.
[…] Το επόμενο πρωί η Εριφύλη και ο φίλος της έφυγαν μαζί για την Αθήνα. Ο αποχαιρετισμός ήταν μελαγχολικός. Η Φλώρα τη βοήθησε να βάλει τα πράγματά της στη βαλίτσα και να τα μεταφέρει στο αυτοκίνητο. Στο τέλος τής έφερε ένα μπουκάλι βυσσί και την καρτ ποστάλ μέσα στον φάκελο μαζί με κάποιες φωτογραφίες της, εκείνης όταν ήταν νέα. Της είπε πως δεν είχαν θέση πια σε κείνο το σπίτι, πως εκείνη δεν θα τις έδειχνε σε κανέναν – ούτε καν στον εαυτό της, άλλωστε μόνο μαζί της μπόρεσε και τόλμησε να τις φανερώσει. Εντάξει, θεια-Φλώρα, σύντομα θα μάθω τι γράφει και η πίσω πλευρά και θα σου πω, της είπε η Εριφύλη. Η Φλώρα δεν υπήρξε ανυπόμονη. Η Εριφύλη ξεχάστηκε – με τον καιρό το παραμέλησε. Η πίσω πλευρά δεν διαβάστηκε. Η Φλώρα δεν έμαθε ποτέ τη θέληση του Λεονίντ. Η γραφή δεν ευδοκίμησε να ριμάρει τις απώλειες. Μόνο μετά τον θάνατό της η Εριφύλη έψαξε στο κουτί, ξαναβρήκε την καρτ ποστάλ και έμαθε:
Αγαπημένη μου Φλώρα,
Το σπίτι στο Σάτου Μάρε δεν είναι το ίδιο πια. Ο κήπος του άνθιζε όταν σε συναντούσε. Σε τρεις εβδομάδες θα βρίσκομαι στο χωριό όπου σε πρωτοσυνάντησα, κοντά στα σύνορα. Ξέρεις εσύ. Θα έχω μαζί μου και τον αγαπημένο σου Ντιο, το κυνηγόσκυλο, αυτό με τις τρεις μαύρες κηλίδες στη μούρη. Χθες τρέχαμε οι δυο μας στις όχθες του Σόμες. Περάσαμε πάνω από τη σιδερένια γέφυρα. Θα σου τα διηγηθώ όλα.
Σε περιμένω
Λεονίντ
σελ. 169-173
«Χθες τρέχαμε οι δυο μας στις όχθες του Σόμες. Περάσαμε πάνω από τη σιδερένια γέφυρα»
Picture created by Freepik AI
_________
Δυο σπίτια με θέα στο ποτάμι, δυο ερωτικές ιστορίες
Δύο σπίτια, ένα στην Κόνιτσα, ένα στο Σάτου Μάρε, ψηλά χτισμένα, βλέπουν σε ποτάμι, στον Αώο το πρώτο, στον Σόμες το δεύτερο και κοντά σε σιδερένια γεφύρια και τα δύο. Αυτή η παράλληλη τοποθέτηση δημιουργεί έναν καθρέφτη ανάμεσα στις δύο ιστορίες, με τα σπίτια να λειτουργούν ως σημεία αναφοράς για τις σχέσεις που φιλοξενούν.
Μάρτυρες μιας ερωτικής ιστορίας, της Εριφύλης και του Σπήλιου το πρώτο, της Φλώρας και του Ρουμάνου της το δεύτερο. Και οι δύο σχέσεις χαρακτηρίζονται από οικογενειακή αντιπαράθεση και χωρισμό. Ο Σπήλιος φεύγει ανίκανος να συμφιλιωθεί με την οικογένεια της Εριφύλης, ενώ στη διάρκεια της απουσίας του Ρουμάνου, η Φλώρα αναγκάζεται από τον πατέρα και τον αδερφό της να επιστρέψει, υποταγμένη στην οικογενειακή βούληση.
Η Εριφύλη υπερβαίνει το χάσμα και ακολουθεί τον Σπήλιο στην εξορία, αντίθετα η Φλώρα «χτίζει απόρθητο το οχυρό της πάνω στο ναυάγιο του Σάτου Μάρε, σίγουρη για την αποτελεσματικότητα, την αλήθεια και το έργο της». Ωστόσο, και οι δύο γυναίκες καταλήγουν να χάσουν τους αγαπημένους τους, με διαφορετικό τρόπο η καθεμιά και να συνεχίσουν τη ζωή τους. Στο τέλος θα έρθουν κοντά η μια στην άλλη, αφήνοντας πίσω την προσποίηση και τις οδυνηρές σιωπές. Η Φλώρα δεν θα περάσει ποτέ τις δικές της νοητές γραμμές, αλλά είναι πρόθυμη και τ΄ακούει όλα, ιστορίες ανομολόγητες, που η Εριφύλη θα της διηγηθεί. Έτσι θα καταφέρει να βρει πατρίδα, μόνο όταν μπορέσει να διασχίσει το παρελθόν της, να τα φτιάξει με τους διαφορετικούς της εαυτούς, να αποδεχτεί τις αντιφάσεις της. Γιατί και οι σχέσεις με τον εαυτό μας εμφίλιες με ι λογίζονται, παλεύουν μέσα μας οι διαφορετικοί εαυτοί και το ζητούμενο είναι η συμφιλίωση με το αλλότριο, το ανοίκειο, το ξένο μέσα μας.
Η Εριφύλη αρνείται κατηγορηματικά να επιλέξει έναν ενιαίο, κοινωνικά αποδεκτό εαυτό. Περιγράφοντας τον εαυτό της με όρους που φαινομενικά αντιφάσκουν, αναζητά και βρίσκει την ολοκληρωμένη αυτογνωσία και αυτοαποδοχή, μια «πατρίδα» - όχι έναν γεωγραφικό τόπο - αλλά μια εσωτερική κατάσταση, όπου όλοι οι εαυτοί της μπορούν να συμβιώσουν.
[...] Ανατριχιάζω, Εριφύλη, λέει η Φλώρα και αναστενάζει ακόμη πιο βαθιά. Να τον διώξεις αυτόν απ' το κεφάλι σου, παιδί μου. Αποτίναξε την αμαρτία από πάνω σου. Να καταφύγεις στον Κύριο. Πρέπει. Θα σε βοηθήσει.
Αδύνατον, απαντάει η Εριφύλη με φωνή αταλάντευτη. Κατά έναν θαυμαστό τρόπο ανοίγει τους δρόμους που μου απαγορεύονται, τον επισύναψα στον κόμπο με τις αντιφάσεις μου. Έπιασα κι εμένα απ' το μανίκι, με αποδέχτηκα κι ησύχασα. Τα 'χω φτιαγμένα με δύο εαυτούς. Ερωμένη της βλασφημίας, απολωλός πρόβατο, αιρετική για τους μισούς. Καλά διατεθειμένη για τους γύρω μου όσο αντλώ καλόγνωμα από τη συνείδηση της παράβασης για τους άλλους μισούς.
σελ 153-154
Η ίδια αντίφαση άλλωστε δεν αποκαλύπτεται κατα τη διάρκεια της ερωτικής νύχτας, που πέρασαν ο Σπήλιος και η Εριφύλη στο δωμάτιο το με θέα το βουνό;
Παραδέξου το, παίζεις ασέλγεια και προσευχή στα δάκτυλα. Σου το 'χα πει... Δεν με πίστευες... Θέλεις να φέρεις τον κόσμο τούμπα εσύ; Έτσι δεν είπες; Ωραία, άσε σ' εμένα τα σημάδια των συνόρων, Σπήλιο. Μισή καλόγρια, μισή πόρνη ή, πιο καλά, καρδιά καλόγριας και μήτρα πόρνης, Εριφύλη.
σελ 97
Γεωγραφικές και Αρχιτεκτονικές Αναλογίες, Παράλληλες Ιστορίες
____________
Ο Αώος, χώρος ψυχικής μεταμόρφωσης
Ο Αώος δεν είναι απλά ένα ποτάμι, είναι πρωταγωνιστής, είναι τόπος μνήμης που φέρει τα ίχνη της ανθρώπινης εμπειρίας. Ρέει ανάμεσα στις δύο όχθες του, όπως ρέει και η ανθρώπινη ψυχή ανάμεσα στη λήθη και την ανάμνηση, όπως ρέει η μνήμη που άλλοτε χωρίζει κι άλλοτε ενώνει. Λίγο πριν φύγει από το σπίτι της θείας Φλώρας, στο δωμάτιο το με θέα τον Αώο, αφού η Εριφύλη κάνει έρωτα με τον φίλο της, βγαίνει στο μπαλκόνι και πιάνει να σιγοτραγουδάει.
Νιώθει την ανάγκη να δώσει μια απάντηση στον εαυτό της αλλά το νόημα της διαφεύγει, ή δεν μπορεί να εκφραστεί λεκτικά. Κι όμως, αυτό δεν της δημιουργεί σύγχυση, είναι κάτι πιο βαθύ.Η ανακάλυψη του σημαδιού είναι καίρια. Το σώμα φέρει την ιστορία της, τις χειρουργικές επεμβάσεις, τις πληγές που άφησε η ζωή. Είναι μια σωματική απόδειξη της διαδρομής της, ένα χάραγμα της εμπειρίας πάνω στη σάρκα και το σημάδι αυτό γίνεται ορατό ακριβώς τη στιγμή που αναζητά απάντηση.
Η σιωπή του Αώου επιβάλλεται από το νερό, προϋπάρχει του ανθρώπου, ανήκει στη φύση, στον χρόνο της γης και των στοιχείων κι η Εριφύλη απορροφάται, διαλύεται σ' αυτήν τη σιωπή. Η απάντηση που βρίσκει δεν είναι διατύπωση αλλά κατάσταση: η αποδοχή ότι κάποιες αλήθειες - όπως το σημάδι στο σώμα της, όπως η ιστορία της, όπως οι αντιφάσεις της - απλώς είναι, όπως ο ποταμός απλώς κυλά. Η σιωπή του Αώου της διδάσκει ότι δεν χρειάζεται να εξηγήσει ή να δικαιολογήσει τον εαυτό της - αρκεί να τον αποδεχτεί με την ίδια ηρεμία που το νερό αποδέχεται την κοίτη του.
Από το παρελθόν πολλά έχουν χαθεί ή μεταβληθεί, αλλά ο Αώος παραμένει. Είναι το μοναδικό στοιχείο σταθερότητας σε μια ζωή γεμάτη ρήξεις και απώλειες. Ταυτόχρονα όμως, ως ποτάμι που κυλά, ενσαρκώνει την αδιάκοπη ροή και αλλαγή - μια παράδοξη σταθερότητα μέσα στην κίνηση.
Ο ποταμός κυλάει μέσα της- έχει εσωτερικοποιηθεί, έχει γίνει μέρος της ψυχικής της γεωγραφίας. Οι δύο όχθες μπορεί να συμβολίζουν τους δύο εαυτούς, που αναφέρει νωρίτερα, με το ποτάμι να ρέει ανάμεσά τους, να τους συνδέει αντί να τους χωρίζει. Η Εριφύλη δεν αντιστέκεται στο ρεύμα - πλέει μαζί του. Αυτή η παράδοση στη ροή του φέρνει σε μια κατάσταση σχεδόν μυστικιστική: την απομάκρυνση όχι μόνο από τα εξωτερικά, αλλά ακόμα και από τον εαυτό της τον ίδιο.
Δεν πρόκειται για μοναξιά ή απομόνωση - είναι μια διάλυση των ορίων του εαυτού, μια κατάσταση όπου το υποκείμενο συγχωνεύεται με το στοιχείο. Τα δέντρα και οι σκιερές φυλλωσιές προσθέτουν μια αίσθηση προστασίας και σκότους, χώρου όπου μπορεί κανείς να εξαφανιστεί, να ξεκουραστεί από το βάρος της ταυτότητας.
Ο Αώος εντέλει δεν είναι απλώς γεωγραφικό σημείο αναφοράς, αλλά ψυχικός χώρος μεταμόρφωσης - το μέσο μέσω του οποίου η Εριφύλη μπορεί να βιώσει μια κατάσταση πέρα από τις αντιφάσεις, πέρα ακόμα και από τον διχασμένο εαυτό της, σε μια σχεδόν διαλυτική ένωση με τη ροή της ύπαρξης.
Τα λόγια τής ξέφευγαν. Στην πραγματικότητα ένιωθε την ανάγκη να δώσει μια απάντηση στον εαυτό της αλλά και η απάντηση της ξέφευγε επίσης – κι αυτό χωρίς το παραμικρό ίχνος αμφιβολίας. Κατέβασε το εσώρουχό της και κοίταξε το σώμα της. Ένα σημάδι από το ομφαλό ως τους βουβώνες, από αυτά που αφήνουν οι χειρουργικές επεμβάσεις, είχε εμφανιστεί. Η Εριφύλη ένιωσε πως στο μπαλκόνι είχε πέσει μια σιωπή, όχι απαραίτητα οδυνηρή, ούτε βαριά, μια σιωπή από ομίχλη απ' αυτές που στέκονται πάνω από την κοίτη του Αώου πολύ νωρίς τα πρωινά ή αργά το βράδυ, μια γεωλογική σιωπή που το νερό επιβάλλει. Ίσως αυτή να ήταν η απάντηση, σκέφτηκε η Εριφύλη, και έμοιαζε τώρα απορροφημένη από τούτη ακριβώς τη σιωπή.
[...] Από το παρελθόν έμενε μόνο το ποτάμι, κυλούσε μέσα της ανάμεσα σε δύο όχθες κάτω από δέντρα και σκιερές φυλλωσιές. Η Εριφύλη έπλεε μαζί του φτάνοντας στην απόλυτη απομάκρυνση ακόμα και από τον εαυτό της».
σελ. 171-172
Απογευματινή άποψη του Αώου καθώς διασχίζει τον κάμπο της Κόνιτσας, που διακρίνεται στο βάθος. (Φωτογραφίες: Πηνελόπη Θωμαΐδη / Hans Lucas)
__________
«Εμφίλιες αντιπαραθέσεις, η ιστορία του κόσμου μας»
– «Το μοτίβο της φυγής διατρέχει το βιβλίο σας, με τη φυγή άλλοτε να ευοδώνεται και άλλοτε όχι. Πιστεύετε πως μπορεί ποτέ κάποιος να αφήσει οριστικά πίσω του το σπίτι, την οικογένεια, την πατρίδα του;», ρωτάει η Σωτηρία Γεωργαντή την συγγραφέα Ισμήνη Καρυωτάκη, η οποία δίνει την παρακάτω απάντηση:
Ένας λόγος –και ίσως ο βαθύτερος– που καθορίζει τη στάση μου ως προς τη φυγή είναι ότι είμαι γόνος προσφύγων. Οι γονείς μου άφησαν αναγκαστικά πίσω τους μεγάλη περιουσία και έφτασαν στη νέα πατρίδα με τα ρούχα τους. Το σίγουρο είναι πως μου λείπει το γονίδιο που ενθαρρύνει έναν άνθρωπο να μείνει για καιρό στον ίδιο τόπο ώστε να βγάλει ρίζες. Οι φιγούρες του κυνηγημένου, του φυγά, του εξόριστου, του παράνομου, της ερωμένης, του μποέμ, του κοσμοπολίτη, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μοτίβα του πλάνητα –κατά τον Μπένγιαμιν– έχουν επηρεάσει σημαντικά τη συγγραφή μου και στις σελίδες των βιβλίων μου μετουσιώνονται σε ήρωες. Η εγκατάλειψη του οικείου, του αγαπημένου, της θαλπωρής μπορεί να περικλείει οπωσδήποτε ένα ολισθηρότατο ρίσκο, ωστόσο η ανάγκη να εμπιστευτείς στα πόδια σου τη δυσκολία να βρουν τον δρόμο τους πάνω στην άγνωστη τοπιογραφία του χαλιού παραμένει επιτακτική. Με την υπόμνηση ότι η εγκατάλειψη αυτή καθαυτή δεν είναι ποτέ οριστική: Το αίμα, η μητρική γλώσσα, τα μύχια είναι η πατρίδα μας. Στο φινάλε σκέφτομαι καθαρά πως η αποστολή της φυγής ίσως να είναι αυτή: Να σηκώσει επιτέλους τον απαραίτητο κουρνιαχτό στην αναζήτηση του αλλότριου, του ανοίκειου, και του ξένου, σαν επισφράγισμα της συμφιλίωσης με το ξένο μέσα μας. «Αρκετά έμεινα ετούτη τη φορά. Αν έμενα περισσότερο, θα ήμουν ανάξιος της μεγάλης ευλογίας του να είναι κανείς ξένος», με τα λόγια του Ροτ.
– «Αν έπρεπε να γίνει βιβλίο σας ο κόσμος μας, θα είχε καλό, κακό ή αόριστο τέλος;» ρωτάει οΓιώργος Σταυρακίδης την συγγραφέα Ισμήνη Καρυωτάκη, η οποία δίνει την παρακάτω απάντηση:
Έχει γίνει βιβλίο μου ο κόσμος μας, το «φυγόδικος δεν ήμουν» τι άλλο είναι παρά η ιστορία μιας εμφίλιας –το φι με γιώτα— αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ήρωες του, μια συχνά επαναεμφανιζόμενη και επαναλαμβανόμενη ιστορία του «κόσμου μας». Άλλωστε όλα όσα βιβλία έχουν γραφτεί και γράφονται –κατά ένα μεγάλο μέρος— αυτόν καθρεφτίζουν, τον κόσμο μας. Εδώ να πω πως ο κόσμος μας μας έχει χαριστεί, ένα δώρο είναι ο κόσμος μας: Προσωπικά αγωνίζομαι να τον καταλάβω. Τον ζω στιγμή τη στιγμή — με τις κολάσεις και τους παραδείσους του —ανήμπορη να τον αποδεχτώ –αυτόν και τις αντίρροπες εκδοχές του– αφού εμείς οι ίδιοι είμαστε ο κόσμος μας, όσο κι αν αυτό σαν άποψη φέρνει μούδιασμα στο κεφάλι και σφίξιμο στο στομάχι. Κι όσο για το τέλος του: δεν ωφελεί να καρτεράς… ιδέ …αν είναι να ’ρθει, θε να ’ρθεί – αλλιώς θα προσπεράσει!…
«Οι πολλές Ισμήνες», η φράση της συγγραφέως,
το μοντάζ δικό μου
________
«Οι πολλές Ισμήνες»: Η Ισμήνη Καρυωτάκη με τα λόγια τα δικά της
Γεννήθηκα στα Γιάννενα το 1947. Η ίδια η γενέθλια πόλη μαζί και η λίμνη Παμβώτιδα –ως εικόνες και βιώματα των παιδικών μου χρόνων και της εφηβείας μου– παρέμειναν αναλλοίωτα στη μνήμη μου και επηρέασαν σημαντικά την ενηλικίωση μου. Είχα την τύχη σαν παιδί να έχω εξαιρετικούς γονείς και δασκάλους επίσης. Τελείωσα το Δημοτικό της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας και το Γυμνάσιο της Ζωσιμαίας Σχολής –δύο εκπαιδευτήρια των οποίων το κύρος είναι διαχρονικό.
Προέρχομαι από προσφυγική οικογένεια. Οι γονείς μου έχασαν όλη τους την περιουσία στον πόλεμο και [από το Αργυρόκαστρο] έφτασαν στα Γιάννενα άστεγοι και πένητες. Παρόλη τη δυσχερή οικονομική τους κατάσταση μέσα στην οποία μας μεγάλωναν –εμένα και την αδελφή μου– φρόντισαν να μας μεταδώσουν την ευγνωμοσύνη και την εμπιστοσύνη τους στην ίδια τη ζωή. ΄Ηταν άνθρωποι συντηρητικοί μεν, ωστόσο αισθαντικοί και με ανεξάρτητο πνεύμα.
Η μητέρα μου, [Ελπίδα] μια γυναίκα με ανοιχτό μυαλό και καλλιτεχνική κλίση –όπως δείχνουν τα κεντήματα της– παρά τον συντηρητισμό τόσο της εποχής όσο και της τοπικής κοινωνίας –μην ξεχνάμε ότι ζούμε στα Γιάννενα της δεκαετίας του ’50— είχε καινοτόμες και προχωρημένες ιδέες για τις δυο κόρες της. Αυτό που την ενδιέφερε κυρίως ήταν να σπουδάσουμε, ενώ αδιαφορούσε για την ενασχόληση μας με τα οικιακά ή την όποια αποκατάσταση μας μέσω του γάμου.
Ακόμη φρόντιζε να μας φέρει σε επαφή με τα βιβλία, με τη λογοτεχνία γενικότερα, παρόλο που η ίδια δεν είχε την ανάλογη γνωστική παιδεία. Τα λογοτεχνικά βιβλία που πρωτοδιάβασα –στα δώδεκα με δεκατρία μου– ήταν το «Ταπεινοί και καταφρονεμένοι» του Ντοστογιέφσκι, το «Ρεβέκκα» της Daphne du Maurier και το «Ανεμοδαρμένα Υψη» της Έμιλυ Μπροντέ, τα οποία μας τα είχε προμηθεύσει η ίδια η μητέρα μας – τα είχε μάλιστα δανειστεί από φιλικά της πρόσωπα.
Από την τρίτη δημοτικού ήδη, ενώ με παρατηρούσε να ζωγραφίζω –από παιδί ζωγράφιζα με μεγάλη ευχαρίστηση και ευχέρεια– μου έλεγε: Ισμήνη, εσύ όταν μεγαλώσεις θα γίνεις αρχιτέκτονας. Η μητέρα μου στήριξε με πείσμα τον δρόμο της μόρφωσής μας, τόσο τον δικό μου όσο και της αδερφής μου. Η αδελφή μου στα δεκάξι της –μιλάμε για το έτος 1959– πήρε μια υποτροφία να παρακολουθήσει ένα σεμινάριο της αγγλικής γλώσσας στο Λονδίνο. Όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι διατύπωσαν τότε, τις εξαιρετικά αρνητικές απόψεις τους στους γονείς μας, έλεγαν: Μα πως θ’ αφήσετε την κόρη σας, ανήλικη, να φύγει σε ξένη χώρα χωρίς την δική σας επιτήρηση; Οι γονείς μου ωστόσο ενέκριναν το ταξίδι και πήραν θετική απόφαση, η αδελφή μου πήγε στην Αγγλία μόνη της, δεκαεξάχρονη. Μετέπειτα σπούδασε Αγγλική φιλολογία.
Εγώ σπούδασα Αρχιτεκτονική γιατί –όπως ήδη ανέφερα– από παιδί ζωγράφιζα. Η μάνα μου είχε ακούσει ότι η κλίση ενός παιδιού στη ζωγραφική, ανοίγει τον δρόμο του για σπουδές στην Αρχιτεκτονική. Αυτή η εμμονή της, κάποια στιγμή –μεγαλώνοντας, μου έγινε συνείδηση και το πίστεψα. Από τα δώδεκα μου έλεγα, «εγώ θα γίνω αρχιτέκτονας». Το καλοκαίρι του 1965 ήλθα στην Αθήνα για φροντιστήρια. ΄Ηταν το καλοκαίρι που τα Ιουλιανά συγκλονίζανε την Αθήνα. Οι κυβερνήσεις ανεβοκατεβαίνανε, οι διαδηλώσεις και οι σειρήνες συνταράζανε το κέντρο, φωτιές αναμμένες παντού…, κι εγώ –δεκαοκτάχρονη– πηγαινοερχόμουν σπίτι-φροντιστήριο, χωρίς να παίρνω είδηση, ούτε καν να έχω αντίληψη του πολιτικού σκηνικού – δεν είχα ιδέα από πολιτικοποίηση τότε.
Η εσωτερική αυλή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ).
Αθήνα, 1950-1960 Περικλής Παπαχατζιδάκης
Μουσείο Μπενάκη
__________
Η δικτατορία με βρήκε στο δεύτερο έτος της Σχολής. Το πρωί της 21ης Απριλίου του ’67, οι σπουδαστές της Αρχιτεκτονικής –οι περισσότεροι– ήμασταν μέσα στο κτίριο. Είχαμε κάνει κατάληψη και είχαμε κοιμηθεί εκεί, μέσα στα σχεδιαστήρια. Στις 5.00 η ώρα το πρωί μας ξύπνησαν οι φωνές των στρατιωτών –είχαν εισβάλει στο χώρο της Σχολής και μας απειλούσαν με τα όπλα τους. Τα είχαμε κυριολεκτικά χαμένα. Δεν γνωρίζαμε τι συνέβαινε. Μας οδήγησαν έναν-έναν με την κάνη του όπλου πίσω μας προς την έξοδο. Στην Πατησίων παρελαύνανε τα τανκς…. Στη Σχολή κατά την διάρκεια των σπουδών μου ήρθα κοντά με αυτό που λέμε πολιτική ιδεολογία. Η Αρχιτεκτονική ήταν –και είναι– μια σχολή όπου οι σπουδαστές βρίσκονταν σε διαρκή συναναστροφή μεταξύ τους και η πολιτικοποίηση, ειδικά στα χρόνια της χούντας, ήταν αναπόφευκτη. Ο ομαδικός τρόπος που δουλεύαμε μέσα στα σχεδιαστήρια και στα αμφιθέατρα, τα καμαράκια που στήναμε για τις διπλωματικές, οι ολοήμερες και ολονύκτιες διορθώσεις στις εργασίες –ατελείωτες νυκτερινές ώρες μας διόρθωνε ο Βαλεντής στο αίθριο της Αρχιτεκτονικής Σχολής– τα πηγαδάκια, τα ιδεολογικά και τα παρεΐστικα, αυτή η μεταξύ μας συνάφεια και αμεσότητα, όλα αυτά ήταν που με μορφώσανε κοινωνικά και πολιτικά στην Αρχιτεκτονική Σχολή. Από την Αρχιτεκτονική απεφοίτησα το 1970.
Ο αρχιτέκτονας Θουκυδίδης Βαλεντής (1908-1982) ___________
Το ’72 –στο απόγειο του τρόμου της δικτατορίας, λίγο πριν τις διαδηλώσεις και τις καταλήψεις του ’73 που σάρωσαν την πρωτεύουσα–μέσα από τη φιλία μου με την γραμματέα του γραφείου όπου δούλευα ήδη σαν αρχιτέκτονας εκείνο τον καιρό, ήρθα σε επαφή με ανθρώπους της αντίστασης. Ανάμεσα σ’ αυτούς γνώρισα τον αντιστασιακό Κώστα Καρυωτάκη, τον μελλοντικό σύντροφό μου και πατέρα του γιου μου. Ο Κώστας Καρυωτάκης –από τους πρώτους που συλλάβανε στη χούντα, με την ομάδα των 11– είχε καταδικαστεί σε 16 χρόνια φυλάκισης, είχε εκτίσει τα 4,1/2, και του δόθηκε εξιτήριο ενός χρόνου, για λόγους ανηκέστου βλάβης υγείας. Έπρεπε σε ένα χρόνο να επιστρέψει στη φυλακή. Αποφασίσαμε να φύγουμε παράνομα από τη χώρα με πλαστά διαβατήρια. Μετά από ένα ρηξικέλευθο ταξίδι διαρκείας είκοσι ημερών –αναφέρομαι σ΄ αυτό με λεπτομέρειες στο βιβλίο μου «Στους δρόμους», εκδ. «Το Ροδακιό» – φτάσαμε στο Παρίσι όπου και παραμείναμε –αυτοεξόριστοι–μέχρι την πτώση της χούντας στην Ελλάδα.
Σημείωση
Στο μυθιστόρημα αυτό επιχειρείται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, μια ανασύνθεση της δεκαετίας 1967-1977 με φερτά υλικά από την ιστορική και την προσωπική μνήμη. Πρόσωπα υπαρκτά, ελαφρώς παραλλαγμένα για τις ανάγκες μιας αφήγησης που δεν θέλει να υποδυθεί τον ρόλο της Ιστορίας, η Δεσμίνα, ο Σείριος, η Δάφνη, οι Μαΐστροι, η Λώρα, ο Πιερ, ο Σάμι, ο Γκονθάλο πηγαινοέρχονται στο Παρίσι. Τους ακολουθούμε διερευνώντας στ΄ αχνάρια τους τη βαθύτερη έννοια της εξορίας. Κάποιοι από αυτούς ήταν μέλη της οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος» και είχαν συλληφθεί στις αρχές της δικτατορίας, από τον Φεβρουάριο ως τον Απρίλιο του 1968. Οι «Έντεκα» (Θανάσης Αθανασίου, Νίκος Γιανναδάκης, Νίκος Κιάος, Παύλος Κλαυδιανός, Κώστας Καρυωτάκης, Κώστας Γιούργος, Αντώνης Μαργαρίτης, Γιώργος Μποτζάκης, Αντρέας Σαββάκης, Νικηφόρος Σταματάκης, Αριστείδης Θεοδωρίδης) μετά από ανήκουστα βασανιστήρια, πέρασαν από Έκτακτο Στρατοδικείο και έμειναν στις φυλακές για χρόνια, όσα χρειάζονταν για να αποκτήσει περιεχόμενο η φράση από τη σελ. 176 του βιβλίου: «Όσοι αναθάρρησαν και ξεσηκώθηκαν —και ήταν πολλοί— ξέμειναν άποροι με τη γεύση της ψευδαίσθησης πικρή στο στόμα.» Ως εις ουδεμίαν πολιτείαν ανήκοντες.
Δίκη του 1968, πρώτος αριστερά ο Κώστας Καρυωτάκης
_________________
Τα χρόνια της παραμονής μας στο Παρίσι, η ζωή μας έρχεται στην κυριολεξία τούμπα, είναι τα χρόνια όπου ανατρέπονται οι βεβαιότητες και οι δείκτες κατοχύρωσης και ασφάλειας από τις μέχρι τότε οικογενειακές, φιλικές και εργασιακές σχέσεις. Για ένα μεγάλο διάστημα –ένα εξάμηνο περίπου– ζούμε με τον σύντροφό μου σε μια σοφίτα στο Marais, 33 rue du roi de Sicile, που μας έχουν παραχωρήσει φίλοι Έλληνες εξόριστοι, όπου χωράει μόλις ένα μονό κρεβάτι, και όπου κοιμόμαστε σχεδόν με βάρδιες. Τα χρήματα μας είναι ελάχιστα, οι δυσκολίες για ανεύρεση εργασίας τεράστιες. Είμαστε έλληνες εξόριστοι, πολύ δύσκολα αποδεκτοί από γάλλους πατρόνους.
Ισμήνη Καρυωτάκη, Rive Gauche, Παρίσι 1973
________
Στο Παρίσι τους πρώτους μήνες εργάστηκα σαν ταξιθέτρια, σαν βοηθός σε διπλωματικές εργασίες φοιτητών, σε κοπή σλάιτς για οικονομικά σεμινάρια, σαν σχεδιάστρια σε αρχιτεκτονικά γραφεία, πωλήτρια σε λαϊκή αγορά, σαν ελαιοχρωματιστής, στα παλαιοβιβλιοπωλεία της rive gauche επίσης… Στην καλύτερη περίπτωση δούλευα για μια-δυο εβδομάδες, μετά έπρεπε να ψάξω κάπου αλλού. Αυτό το αλισβερίσι από γραφείο σε γραφείο κι από δουλειά σε δουλειά –έχω μετρήσει συνολικά 14 εργασιακά πόστα– κράτησε τους τέσσερις πρώτους μήνες της διαμονής μας στο Παρίσι. Ένα πρωί πήρα την απόφαση –με το ντοσιέ των εργασιών μου υπό μάλης— να πάω από μόνη μου στο γραφείο του Γιώργου Κανδύλη και να ζητήσω δουλειά. Ο Κανδύλης με δέχτηκε ο ίδιος στο γραφείο του, έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον, μιλήσαμε, και με διαβεβαίωσε πως με την πρώτη ευκαιρία θα με ειδοποιήσει. Δεν τον πίστεψα είν’ αλήθεια. Σε δέκα μέρες την ώρα που βρισκόμαστε με τις βαλίτσες έξω από την είσοδο του σπιτιού μας, έτοιμοι να φύγουμε για το Collioure στη νότια Γαλλία –με τα τελευταία μας χρήματα– εμφανίζεται μπρος μας ο ταχυδρόμος κρατώντας ένα τηλεγράφημα. Ο George Candilis μου ζητούσε να περάσω επειγόντως από την agence Candilis. Απίστευτη χαρά και μεγάλη ανατροπή στην εκεί παραμονή μας. Το Παρίσι αρχίζει να μας αγκαλιάζει. Μια αγκαλιά που σίγουρα έχει να κάνει με τη αποδοχή μας στο περιβάλλον της agence, από τους καινούργιους συνεργάτες και φίλους στο γραφείο Κανδύλη. Στο γραφείο Κανδύλη παρέμεινα μέχρι που έφυγα από το Παρίσι.
Sémiramis Buildings, Casablanca, Marocco, 1951
Το χρώμα και η συλλογικότητα ίσως είναι δύο στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο του Γιώργου Κανδύλη (1911- 1995). Επηρεασμένα από τη ζωή του στη Γαλλία και τους δασκάλους του στην Ελλάδα, τα χρώματα είναι συγκεκριμένα: μπλε, κίτρινο, κόκκινο χωρίς προσμίξεις, και τοποθετούνται βάσει προσανατολισμού και δημόσια χρήση.
____________
Στην Αθήνα επέστρεψα οριστικά το καλοκαίρι του 1975. Επέστρεψα για να γεννήσω τον γιo μας. Η απόφαση μας δεν ήταν εύκολη αλλά καθώς τώρα στην Ελλάδα είχαμε ήδη μεταπολίτευση, σκεφτήκαμε πως θα ήταν ίσως καλύτερο να επιστρέψουμε στη χώρα μας. Μέσα στα επόμενα χρόνια, ωστόσο, μετά την επιστροφή μας στην Ελλάδα, ανατρέπονται όλα τα σχέδια και οι προβλέψεις μας. Ο σύντροφός μου, ο Κώστας Καρυωτάκης, μετά από ένα μοιραίο καρδιακό επεισόδιο –νοσούσε ήδη με στένωση της στεφανιαίας βαλβίδας λόγω των βασανιστηρίων στα χρόνια της φυλάκισης του–, πεθαίνει σε ηλικία 34 χρόνων.Το 1977, εγώ, όντας μητέρα ενός αγοριού μόλις 16 μηνών, βιώνω την άγρια εμπειρία θανάτου του πατέρα του. Τα μετέπειτα χρόνια –’77 με ’81 –– είναι πολύ δύσκολα για μένα –οπωσδήποτε συναισθηματικά κυρίως.
Για ένα μικρό χρονικό διάστημα από το ‘79 μέχρι το ’80 εργάζομαι στην Αγροτική Τράπεζα στις Τεχνικές Υπηρεσίες. Την ίδια χρονιά, ή ίσως ένα χρόνο πριν, ο Κανδύλης επιστρέφει στην Ελλάδα μετά από πρόταση του ίδιου του Καραμανλή να αναλάβει τον σχεδιασμό και την εκτέλεση ενός μεγάλου έργου –του Πολιτιστικού Κέντρου Αθήνας. Η συγκυρία της δυνατότητας να συνεργαστώ για άλλη μια φορά με τον Γιώργο Κανδύλη έχει σαν αποτέλεσμα την παραίτησή μου από την τράπεζα. ΄Ετσι, εντάσσομαι στην «ομάδα Κανδύλη» και εργάζομαι για το Πολιτιστικό Κέντρο Αθήνας μέχρι και το ’85, αν θυμάμαι καλά. Το οικόπεδο όπου θα κατασκευαζόταν είναι αυτό που βρίσκεται πίσω και κάτω από το Βυζαντινό και το Πολεμικό Μουσείο –στο κέντρο της Αθήνας– και που παρέμεινε για πολλά χρόνια ως μία τεράστια τρύπα.[...] Ωστόσο η επικείμενη κατασκευή του έργου ανατράπηκε από την επόμενη κυβέρνηση. Μια μεγάλη απώλεια για την Αθήνα. Αν το Πολιτιστικό Κέντρο Αθήνας είχε πραγματοποιηθεί, θα ήταν πράγματι ένα από τα ωραιότερα κτίρια της πρωτεύουσας, ένα διαχρονικό στολίδι πολιτισμού.
O Κανδύλης μετά την ακύρωση της κατασκευής του έργου «Πολιτιστικό Κέντρο Αθήνας» αποχωρεί από την εταιρεία η οποία είχε στηθεί για την αξιοποίηση την Δημοσίων κτημάτων –Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου– στην οποία υπαγόταν και η «ομάδα Κανδύλη» για τον σχεδιασμό του Πολιτιστικού Κέντρου. Ωστόσο εγώ παραμένω ως εργαζόμενη στην Κτηματική Εταιρεία. Στην ΚΕΔ εμπλέκομαι στην εκπόνηση μελετών που αφορούν σε δημόσια ακίνητα τα οποία υπόκεινται σε καθεστώς περιβαλλοντικής προστασίας –περιβαλλοντικές μελέτες περιοχών NATURA. Με αφορμή τις ως άνω μελέτες διατρέχω την Ελλάδα από βιότοπο σε βιότοπο. Η πρώτη μελέτη αφορά στην Τουρλίδα και τη Λουρονησίδα Μεσολογγίου, περιοχές της Λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου. Ο ενθουσιασμός μου για τις ανάλογες μελέτες ήταν τόσο μεγάλος ώστε με κάνει να πιστεύω πως από τούδε και στο εξής θα αλλάξουν τα πάντα πάνω στο καθεστώς και τις χρήσεις που καθόριζαν ως τότε τους βιοτόπους. Στη συνέχεια ασχολήθηκα με το Δέλτα του Πηνειού στη Λάρισα, τον Αμβρακικό Κόλπο, τη Σαλαώρα, την Κόπραινα Άρτας, τον Άραχθο, το Δέλτα του Έβρου. Δουλέψαμε πολύ στον Έβρο, στην παραποτάμια έκταση του Άρδα. Εκπονήσαμε τη μελέτη μιας κατασκηνωτικής μονάδας με ξύλινα καταλύματα και ήπιες χρήσεις για το περιβάλλον. Αλλά δεν τελεσφόρησε το σχέδιο. Ενώ είχαμε προχωρήσει σε μελέτη εφαρμογής πια, είχαν γίνει οι βάσεις για τα ξύλινα κτίρια, η κρατική χρηματοδότηση διακόπηκε. Θα μπορούσα να μιλάω ατέλειωτες ώρες για τις σχετικές μελέτες και την ατελέσφορη πορεία τους. Εκ των υστέρων άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι η προστασία των περιοχών Natura δεν είναι απλά θέμα εκπόνησης μελετών αλλά είναι κυρίως θέμα κοινωνικοπολιτικό. Η ανάγκη μου να εκφράσω αυτή την άποψη δημόσια, μετά από το ανεκπλήρωτο της εφαρμογής των μελετών μας, με έκανε να καταφύγω στη ζωγραφική και στη συνέχεια στη συγγραφή.
Άρχισα να ζωγραφίζω με αφορμή τους βιότοπους. Τα θέματα ήταν επηρεασμένα από το περιβάλλον των βιοτόπων χωρίς βέβαια να είναι αναπαραστατικά. Το 1997 έκανα την πρώτη μου έκθεση ζωγραφικής στην γκαλερί 24, στην Κλεομένους. Στα έργα μου ήθελα να συνδυάσω γραφή και εικόνα. Χρησιμοποίησα παστέλ ξηροπαστέλ, λαδοπαστέλ και σινική μελάνι, μ’ ενδιέφερε πολύ και η ποιότητα του χαρτιού, χρησιμοποίησα γιαπωνέζικα χαρτιά. Την πρώτη έκθεση ακολούθησε η δεύτερη, ύστερα η τρίτη…, η ζωγραφική είχε γίνει πια μια ενασχόληση οριστικά αναγκαία για μένα.
Συμβαίνει πράγματι μερικές φορές οι τόποι να είναι πιο ισχυροί από τα πρόσωπα, σχολιάζει η Ισμήνη Καρυωτάκη, μιλώντας στη Μαρία Νίκαγια το βιβλίο της «Μετατροπή, Αντλιοστάσιο, Γιάλοβα», εκδόσεις «Το Ροδακιό». Οι τόποι έχουν μια διάρκεια μέσα στο χρόνο, είναι παντοτινοί. Ένα πρόσωπο κάποια στιγμή μπορεί και να το χάσεις. Κάποιοι τόποι παραμένουν, μέσα μας τουλάχιστον, διαχρονικά αναλλοίωτοι. Εξάλλου ναι, υπάρχουν τόποι με τους οποίους ταυτίζεσαι. Δηλαδή βλέπεις τον εαυτό σου μέσα τους, είναι ο καθρέφτης σου. Έχω και ένα απόσπασμα του Γιόζεφ Μπρόσνκι στο βιβλίο, τη φράση «όταν αντίκρισα την εικόνα ήταν σαν να εισχώρησα στην ίδια την αυτοπροσωπογραφία μου». Κι εγώ έτσι ακριβώς ένιωσα στη Γιάλοβα. Ήταν σαν να έβλεπα τον εαυτό μου απέναντι.
Στην συνέχεια, καθοριστικό ρόλο για την εμπλοκή μου στην συγγραφή –και έκδοση– βιβλίων, έπαιξε η ανάληψη μιας περιβαλλοντικής μελέτης για την λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας στην περιοχή της Πύλου, στη Μεσσηνία. Εκεί υπάρχει ένα Αντλιοστάσιο –προορισμένο από τη δεκαετία του ’50 να αντλήσει τα νερά της λίμνης. Μου προτείνανε από την Ορνιθολογική Εταιρεία να αναλάβω τη μελέτη της μετατροπής του Αντλιοστασίου σε Σταθμό Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης. Όταν η Νίκη Καρδακάρη της Ορνιθολογικής Εταιρείας ήρθε και με βρήκε και μου πρότεινε την ανάληψη της μελέτης για το κτίριο του Αντλιοστασίου, δέχθηκα άμεσα την πρόταση της και επισκέφθηκα μαζί της την περιοχή. Μέχρι τότε όμως δεν είχα αντίληψη του κτιρίου. Αυτό το κτίριο με ενέπνευσε. Το είδα σαν άνθρωπο. Σαν έναν φυσικό οργανισμό, ένα ζωντανό κομμάτι της λιμνοθάλασσας. Το Αντλιοστάσιο, όπως σας είπα, ήταν ήδη κατασκευασμένο από τη δεκαετία του ’50 με ξεκάθαρο σκοπό. Και ενώ είχε κατασκευαστεί με τη σαφή προδιαγραφή να αποξηράνει τη λίμνη, εγώ «είδα» πως, αίφνης, το κτίριο αυτό «απέκτησε συνείδηση», ήρθε σε επαφή με την ίδια τη λιμνοθάλασσα, «συνομίλησε» μαζί της και «αποφάσισε» να μην την αποξηράνει. Αυτό με συντάραξε.
Όταν πρωτοπήγα στο Αντλιοστάσιο και ανέβηκα επάνω –γιατί είχε μια σκάλα κυκλοτερή ως επάνω–, μαγεύτηκα. Ανήκε στο Διβάρι τότε, εκεί ήταν ιχθυοτροφεία. Οι άνθρωποι είχαν μέσα τα δίχτυα τους, υπήρχαν κάποια πατάρια ξύλινα –ανεβασμένα ψηλά. Ανέβηκα μέσα από τις σκαλίτσες και είδα από τα παράθυρα του Αντλιοστασίου όλη την περιβάλλουσα περιοχή. Ήταν ένα πράγμα που δεν το πίστευες! Πουλιά τριγύρω και μια απεραντοσύνη ατελείωτη. Εκτός από το Αντλιοστάσιο –που όμως έπαιζε ήδη ένα ρόλο φυσικού παρατηρητηρίου– δεν υπήρχε κανένα άλλο κτίριο που θα μπορούσε να απασχολήσει το μάτι του περιπατητή μέσα σ΄ αυτόν τον επί γης παράδεισο. Η Σφακτηρία από τη μια μεριά, από την άλλη το Ναυαρίνο, πέρα αμπέλια και ελιές. Είχα συγκλονιστεί. Αυτό ήταν που με έκανε να ερωτευτώ τόσο αυτή την περιοχή, τόσο ώστε όταν πια δεν τελεσφόρησε και αυτή επίσης η μελέτη, μου ήταν αδύνατον να μην καθίσω κάτω και ν’ αρχίσω να γράφω για τη μεταξύ μας σχέση.
Και ήταν η πρώτη φορά που κάθισα και έγραψα ένα βιβλίο τόσο εκτενές. Είχα ήδη εκδώσει άλλα δύο βιβλία, αλλά εκεί τα κείμενα ήταν πολύ πιο περιορισμένα. Αυτή τη φορά ήταν καθαρή λογοτεχνία. Μέσα από τη σχέση μου με το Αντλιοστάσιο, λοιπόν, έφτασα να διαπιστώσω πως είχα μια οριστικά δυνατή κλίση προς τη συγγραφή, πράγμα που δεν είχα ανακαλύψει μέχρι τότε, και ίσως ούτε καν υποψιασθεί. Για να πω την αλήθεια, σε αυτή την περίπτωση, επειδή έγραψα το βιβλίο, κάπου ένιωσα ότι ολοκληρώθηκε ο έρωτάς μου. Δηλαδή υπήρξε μια ανταπόκριση. Γιατί αυτό το βιβλίο -παρόλο που το έγραψα όχι με την ελπίδα ότι θα διαβαστεί από πολύ κόσμο-, έγινε τόσο αποδεκτό και αγαπήθηκε τόσο πολύ που είχα εκπλαγεί. Και η εκπλήρωση ίσως είναι ακριβώς αυτό. Ότι αυτή η ανάγκη μου, η επιθυμία να μάθει όλος ο κόσμος γι’ αυτόν τον τόπο, τη Γιάλοβα και το Αντλιοστάσιο, κατά κάποιον τρόπο πραγματοποιήθηκε. Είχα εντυπωσιαστεί γιατί, ενώ δεν ήμουν τότε γνωστή συγγραφέας, ασχολήθηκαν με το βιβλίο οι εφημερίδες. Εγώ ήμουν απλά μία αρχιτεκτόνισσα που είχε εκδώσει δύο βιβλία, τα οποία περιείχαν πιο πολύ σχέδια και ζωγραφιές. Το βιβλίο για τη Γιάλοβα έγινε αντικείμενο κριτικής εφημερίδας, από τη Μάρη Θεοδοσοπούλου, η οποία ήταν μία πολύ αυστηρή κριτικός, εξαιρετική ωστόσο. Και έγραψε ένα ακριβοδίκαιο άρθρο για το βιβλίο, που με άφησε ενεή. Ήταν στο κυριακάτικο «Βήμα». Η Τζούλια η Τσιακίρη, η εκδότρια του Ροδακιού με πήρε τηλέφωνο – μέσα στο τρένο ήμουν– λέγοντας μου: «Ισμήνη τρέξε να πάρεις το Βήμα!». Κατέβηκα στο σταθμό της Ομόνοιας –το θυμάμαι σαν τώρα–πήρα το «Βήμα», άρχισα να διαβάζω και δεν πίστευα στα μάτια μου…
Καρκαλού - Σταύρος Τορνές (1984)
Με τους: Στέλιο Αναστασιάδη, Μάριο Καραμάνη, Ισμήνη Καρυωτάκη
__________
[... ] Μια ακόμα πτυχή των εργασιακών μου επιδόσεων ήταν η εμπλοκή μου στο χώρο του Κινηματογράφου:
Τον Μάρτη του ‘83, ένα Σαββάτο της Αποκριάς, στον τρίτο όροφο του νεοκλασικού με τον αριθμό 56 της οδού Καλλιδρομίου, ο Στέλιος Αναστασιάδης – ζωγράφος, μάγειρας και ηθοποιός, που έζησε διαδοχικά στην Αλεξάνδρεια, στο Παρίσι, στη Βουδαπέστη, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στην Αθήνα, στο Γκούμπιο, στα Χάνια, στην Αθήνα…, κοσμοπολίτης, ανεξάρτητος και ανένταχτος καλλιτέχνης, ασυμβίβαστος και μποέμ προσθέτει στο ενεργητικό του μια ακόμη από τις πολυάριθμες installations της ζωής του: πραγματώνει και αξιώνεται την ολοκλήρωση ενός αποκριάτικου ξεφαντώματος με χαρακτήρα διονυσιακής γιορτής συμβάλλοντας έτσι στην ευόδωση του προσωπικού στοιχήματος μιας άλλης σπάνιας φυσιογνωμίας εκείνης της βραδιάς, του σκηνοθέτη Σταύρου Τορνέ –όπου Σταύρος Τορνές κινηματογραφιστής, ποιητής εικόνων, φιλόσοφος, προφήτης μηνυμάτων για τον πλανήτη, ένας από τους μεγαλύτερους σημερινούς κινηματογραφιστές. Το στοίχημα της βραδιάς είναι η διεκπεραίωση της ταινίας «Καρκαλού».
Ο Στέλιος Αναστασιάδης συμμετέχει ήδη στην ταινία σαν πρωταγωνιστής, η παραγωγή της, ωστόσο, αντιμετωπίζει αδιέξοδο και τα γυρίσματά της έχουν διακοπεί. Το ίδιο βράδυ, εγώ, έχω την τύχη να παραβρεθώ σε αυτήν την τελούμενη ευωχία, προσκεκλημένη και συνοδευόμενη από τον Μάριο Καραμάνη –συμπρωταγωνιστή του Στέλιου Αναστασιάδη στην ίδια ταινία. Η συνάντηση μου με τις δύο ξεχωριστές παρουσίες της βραδιάς, τον Σταύρο Τορνέ και τον Στέλιο Αναστασιάδη, είναι απρόσμενα καθοριστική για μένα και έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμετοχή μου ως ηθοποιού στην «Καρκαλού» –στο ρόλο της πολυπρόσωπης γυναίκας– και την από κει και πέρα αδόκητα γόνιμη συναναστροφή μου με τις δύο φυσιογνωμίες – φαινόμενα του ελληνισμού της διασποράς.
Παρακινημένη από τον εξωπραγματικό χαρακτήρα των βιωμάτων μου στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας αναλαμβάνω να εκθέσω τη μοναδικότητα των εικόνων της ταινίας «Καρκαλού» του Σταύρου Τορνέ, συναρθρωμένη στο ανεπανάληπτο της ζωής του Στέλιου Αναστασιάδη, και συγγράφω – το 2015 –το έκτο κατά σειράν βιβλίο μου – εκδόθηκε από «Το Ροδακιό» το 2019–με τον τίτλο «Χωρίς Ταξίμετρο». Το ’85, ο Σταύρος Τορνές σκηνοθετεί την επόμενη ταινία του το «Ένας ερωδιός για τη Γερμανία», στην οποία επίσης, συμμετέχω ως σκηνογράφος και φωτογράφος πλατώ, αυτή τη φορά.
Ένας Ερωδιός για τη Γερμανία - Σταύρος Τορνές (1987)
Το κύκνειο άσμα του σκηνοθέτη και ίσως η πιο αυτοβιογραφική του ταινία
__________
[…] Η πολυδαίδαλη διαδρομή μου μέσα από τις τέχνες –όλα αυτά τα χρόνια– από την αρχιτεκτονική, στην σκηνογραφία, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, στη ζωγραφική, και τέλος στη συγγραφή, με δίδαξε εντέλει κάτι πολύ σημαντικό: Η «τέχνη» είναι «μία». Οι τέχνες μεταξύ τους είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Ο δημιουργός από τη στιγμή που θα εμβαπτισθεί σε ένα από αυτά με ζέση και έρωτα, θα μπορέσει με το ίδιο πάθος να περάσει ίσως σε ένα επόμενο «δοχείο» – αν το θελήσει βέβαια και αν διακατέχεται οπωσδήποτε από τον ίδιο αρχικό ενθουσιασμό. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι «τα πάντα περιέχονται στην αρχιτεκτονική», αν η λέξη «αρχιτεκτονική» ερμηνευθεί από τους «εργάτες» της σαν «η αρχή των τεχνών».
[Τα παραπάνω αποσπάσματα προέρχονται από τη συνέντευξη,
που έγινε τον μήνα Μάιο 2020, σε τρείς τηλεφωνικές συνδιαλέξεις
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου