Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

«Βλέπετε τουτουνούς τους καλαμαράδαις; Αυτοί θα μας φαν το κεφάλι μια μέραν», Οδυσσέας Ανδρούτσος

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ιππεύων, σχέδιο του Άνταμ Φρίεντελ (1830 περίπου)
_____________

«Ένας μικρός Αλή Πασάς της Γκιαούρ Λειβαδιάς»

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε στην Ιθάκη, γύρω στα 1790 και οφείλει το όνομά του - αρχαϊκό, σύμφωνα με τη λόγια τάση της εποχής - στη Μαρουδιά, γυναίκα του Λάμπρου Κατσώνη. «Διά την πολλήν αυτού ζωηρότητα», η μητέρα του Ακριβή «θα τον πέμψει εις πλοίον εκ νεαράς ηλικίας», προκειμένου να τιθασεύσει τον χαρακτήρα του. 
Ο πατέρας του Οδυσσέα, καπετάν Ανδρούτσος, είχε λάβει μέρος στην επανάσταση του Λάμπρου Κατσώνη και αφού συνελήφθη από τους Βενετούς, παραδόθηκε στους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε το 1797 στην Κωνσταντινούπολη. 

Σε ηλικία 15 ετών καταλήγει στα Γιάννενα, χάρη στην πάγια συνήθεια του Αλή Πασά να καλεί στη αυλή του τα ορφανά τέκνα των παλαιών κλεφτών. Η σωματική του ρώμη τού δίνει το τιμητικό δικαίωμα να μπει στην ιδιαίτερη φρουρά του πασά, στους τσοχανταραίους και σύντομα να προαχθεί σε τσαρκατζή, μέλος της σωματοφυλακής, η οποία δεν αριθμούσε πάνω από εκατό νοματαίους – Αρβανίτες οι περισσότεροι.

Στα Γιάννενα ο Οδυσσέας έμαθε αρβανίτικα, ιταλικά και κυρίως, γαλουχήθηκε στον αληπασαλίδικο τρόπο ζωής και εμποτίστηκε με ορισμένα κακοήθη χούγια που θα τον συνοδεύσουν στον υπόλοιπο βίο του: ήταν φιλάργυρος, δόλιος και καχύποπτος, σε βαθμό που ποτέ δεν έλεγε το μέρος όπου θα έπεφτε να κοιμηθεί και συχνά μεταμφιεζόταν όταν επρόκειτο να ταξιδέψει.

Έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη του Τεπελενλή, μόλις στα είκοσι έξι του και χωρίς κλέφτικη ή αρματολική πείρα, ο Οδυσσέας τοποθετείται, το 1816, ως αρματολός της «Γκιαούρ Λειβαδιάς» – λεγόταν έτσι εξαιτίας της αριθμητικής υπεροχής των χριστιανών απέναντι στους Αρβανίτες, τους Τούρκους και τους Εβραίους. Στην επαρχία αυτή, πολύ σύντομα, ο Ανδρούτσος εξελίσσεται σε «μικρό Αλή», οργανώνοντας στρατιωτική δικτατορία ή στραταρχία κατά την εκφραστική της περιοχής και αντιγράφοντας πιστά τα φερσίματα του Τεπελενλή.

Η αποστασία του Αλή κλόνισε την ισορροπία στην περιοχή και έκανε φανερό στον Ανδρούτσο ότι δεν θα μπορούσε να κρατήσει το αρματολίκι της Λειβαδιάς, χωρίς υποστήριξη από τα Γιάννενα. Τόσο για τους χριστιανούς αρματολούς, που αντλούσαν το κύρος τους κατευθείαν από τον πασά των Ιωαννίνων, όσο και για τους Τουρκαλβανούς, που απάρτιζαν το ισχυρό στράτευμά του, οι λύσεις ήταν μόνο δύο: είτε θα κατέφευγαν στα σουλτανικά στρατεύματα είτε θα στρέφονταν προς την Ελληνική Επανάσταση, που ακόμα δεν είχε εκδηλωθεί.

Ο Ανδρούτσος επέλεξε τη δεύτερη λύση, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, εγκατέλειψε την Ανατολική Στερεά και περνώντας από την Πρέβεζα - όπου διέμεναν η μάνα και η γυναίκα του – θα περάσει μαζί τους στην Ιθάκη. Εκεί θα μείνει ως τα τέλη του 1820, από κει θα μπαρκάρει σε εμπορικό πλοίο και μεταμφιεσμένος - κινδύνευε άμεσα τόσο ως αληπασαλής όσο και ως απλός Ρουμελιώτης – θα φτάσει στις 15 Μαρτίου του 1821 στην Πάτρα. Μετά από συνεννοήσεις με τους Φιλικούς θα περάσει στην απέναντι ακτή με προορισμό τον Βάλτο ή το Ξηρόμερο.

Μόνος, έξω από την επαρχία του και απροσανατόλιστος ακόμα – αρματολός που θα ξεσήκωνε πληθυσμούς οι οποίοι δεν ανήκαν σε δική του περιοχή ήταν ασυνήθιστο τότε - προσπαθεί με σπασμωδικές κινήσεις να προσεγγίσει τους Γαλαξειδιώτες, θυμίζοντάς τους την προσωπική του θέση στην περιοχή:

«Εγώ, καθώς γνωρίζετε καλώτατα, ημπορώ να ζήσω βασιλικά, με πλούτια, τιμαίς και δόξας. Οι Τούρκοι, ό,τι κι αν ζητήσω, μου το δίνουνε παρακαλώντας, γιατί το σπαθί του Οδυσσέως δε χωρατεύει· έπειτα κοντά στα άλλα ενθυμούνται τον πατέρα μου που τους εζεμάτισε».

Paul Joanovitch, The Sword Dance, Private Collection
______________

Δεν ανήκε πια στα Γιάννενα, τον είχε κερδίσει η Επανάσταση...

Η επαναστατική σταδιοδρομία, ωστόσο, του Οδυσσέα Ανδρούτσου θ' αρχίσει μετά το μαρτυρικό θάνατο του Διάκου στην Αλαμάνα, που είχε αναλάβει «αρχηγός των αρμάτων της Λειβαδιάς», όταν ο Οδυσσέας έφυγε για την Ιθάκη. Ο Διάκος μαζί με τον Πανουργιά, τον Δυοβουνιώτη, τον Σκαλτσά και τον Κομνά Τράκα, προσπάθησαν, χωρίς επιτυχία, να συγκρατήσουν τη στρατιά του Ομέρ Βρυώνη, που μέσω της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας, κατευθυνόταν στην Πελοπόννησο. 

Ο πρώην αληπασαλής Ομέρ Βρυώνης είχε την ατυχή – όπως αποδείχτηκε μια βδομάδα μετά, στο Βαλτέτσι – έμπνευση να ενισχύσει το στράτευμά του με τον προσεταιρισμό ντόπιων ολιγαρχών, αντί να στραφεί με ραγδαία προέλαση προς τον Ισθμό, καθώς ο δρόμος ήταν ελεύθερος μετά την αποχώρηση του Δυοβουνιώτη και του Πανουργιά. Όταν ο Ομέρ Βρυώνης έμαθε ότι ο Οδυσσέας βρισκόταν στην Ευρυτανία, του έγραψε σαν παλιός φίλος, τάζοντάς του, για να τον δελεάσει, την αρχηγία ολόκληρης της Ανατολικής Ελλάδας.

Αυτή ήταν η γλώσσα που μιλιόταν στην αυλή των Ιωαννίνων και έτσι ξεκίνησαν και τα «καπάκια» - γνωστή σε όλους και αποδεκτή χερσοελλαδίτικη τακτική - που πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε πέτρα σκανδάλου και ισχυρότατο πολιτικό επιχείρημα στα χέρια του Μαυροκορδάτου, διαχωρίζοντας τους καπετάνιους σε «πατριώτες» και «προδότες», ανάλογα με την τροπή των πραγμάτων και τις ατομικές του επιδιώξεις.

Φτάνοντας, λοιπόν στη Γραβιά - στο μικρό χάνι, που ο Βρυώνης είχε ορίσει ως τόπο συνάντησης με τον Οδυσσέα -  σκόπευε να προβεί σε συμφωνίες με το παλιό του φίλο, όχι να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο. Η σκέψη να κλειστούν στο πλινθόκτιστο χάνι – «μια αυλή, με πληθoύρια και στη μέση ένα χαμηλό σπίτι μ' ένα πάτωμα» - ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα σχέδια του Δυοβουνιώτη και του Πανουργιά, που ήθελαν να πιάσουν το γιοφύρι της Χαϊνίτσας και κατόπιν τις γύρω πλαγιές. 

Το τόλμημα ήταν πρωτάκουστο όσο και το τελικό του αποτέλεσμα που μυθοποιήθηκε δικαιολογημένα από τους ιστορικούς. Το στεφάνι της δάφνης, που κέρδισε ο Κολοκοτρώνης στο Βαλτέτσι, το είχε πλέξει ο Οδυσσέας κι εκείνος του το πρόσφερε, αναστατώνοντας και κρατώντας τους πασάδες στη Ρούμελη.

Είναι αξιοσημείωτη, ωστόσο, η σκηνή με τον δερβίση μπεκτατσή, που προηγήθηκε έφιππος για να μιλήσει πρώτος στον Οδυσσέα: 

«Πού πας»; ρώτησε ο Ανδρούτσος, αλβανιστί.

«Πάω κατά τα Σάλωνα», απάντησε ο δερβίσης. 

Ακολούθησαν εκατέρωθεν βρισιές και ο δερβίσης έπεσε από το άλογο χτυπημένος στην κεφαλή. Ο Φιλήμων δίνει την καλύτερη ερμηνεία αυτού του συμβολικού περιστατικού. 

«Ο Ομέρ Βρυώνης, συναυλικός ων και φίλος του Οδυσσέως από του Αλή πασά, απέστειλε τούτω τον δερβίσην αυτόν, όπως υπενθυμίση τας περί γενικής οπλαρχίας υποσχέσεις τούτου και κατορθώση ούτω την κένωσιν του πανδοχείου. Ο Οδυσσεύς, γνωρίζων καλώς, οίον παρά τους Τούρκους φέρει ηθικόν αποτέλεσμα η πτώσις ενός τοιούτου απεσταλμένου, και θέλων εν ταυτώ, όπως διακόψη πάσαν περί της υποταγής αυτού ελπίδα του Ομέρ Βρυώνου, πρώτον μεν απηγόρευσε τοις άλλοις τον κατά τούτου πυροβολισμόν, πριν ο ίδιος ρίψη, κατόπιν δε προσηγόρευσεν αυτώ αλβανιστί». 

Άρα, με μια συμβολική πιστολιά, ο Οδυσσέας, διερρήγνυε τους δεσμούς του με τους παλαιούς συναγωνιστές, συναυλικούς και μπράτιμους. Δεν ανήκε πια στα Γιάννενα, τον είχε κερδίσει η Επανάσταση.

Η αλήθεια είναι ότι η Επανάσταση τον κέρδισε και τον έχασε εν μιά νυκτί. Μπορεί να φαίνεται αλλόκοτο, αλλά ο θρυλικός Οδυσσέας έλαμψε μόνο στη Γραβιά. Ο υπόλοιπος βίος του, παρότι κατάμεστος από επαναστατικές προσπάθειες, δεν θα αποδώσει το παραμικρό. Εύλογη λοιπόν είναι η αναφώνηση του Παπαρρηγόπουλου: 

«A, διατί να μη πέση την ημέραν εκείνην ο Οδυσσεύς! Επιζήσας ουδέν μεν μέγα διέπραξεν έκτοτε, καίτοι κτησάμενος υπεροχήν ομολογουμένην, περιποιήσας δε εις την φιλαρχίαν αυτού χαρακτήρα όντως προδοτικόν, ετελεύτησε δέσμιος οικτρώς»

Σώζοντας την Επανάσταση στο «ξενοδοχείον της Γραβιάς», ο Οδυσσέας είχε υπογράψει μέγα συμβόλαιο με όλα τα κακά δαιμόνια και τις αντινομίες του Αγώνα. Όντως, στο διάστημα μέχρι τη δολοφονία του, δεν θα (του επιτραπεί να) επιτύχει άλλη νίκη, θα κατασυκοφαντηθεί, θα διωχθεί, θα στραφεί προς τους Τούρκους, ωσότου αφήσει την τελευταία του πνοή στην Ακρόπολη.


Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου με την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη.
ΜΑΧΗ ΕΙΣ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ ΤΟ ΧΑΝΙ.
____________

«Βλέπετε τουτουνούς τους καλαμαράδαις; Αυτοί θα μας φαν το κεφάλι μια μέραν»

Μέχρι να φτάσουμε εκεί και μέχρι να εμφανιστεί η «κεντρική διοίκηση», ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κατάφερε να εξασφαλίσει στην περιοχή της Βοιωτίας τόση ασφάλεια, ώστε «ο λύκος επεριπάτει με την προβατίναν». Στις  στρατιωτικές επιχειρήσεις, όμως οδηγούνταν από αποτυχία σε αποτυχία, έως και τη μάχη των Βασιλικών, στις 26 Αυγούστου, στην οποία ατυχώς δεν έλαβε μέρος. 

Παράλληλα άρχισαν να διαδίδονται εναντίον του πολλές συκοφαντικές πληροφορίες, οι οποίες έφτασαν στον πρίγκιπα Υψηλάντη, με την μορφή επιστολής, στην οποία κατήγγελλαν τον τοπάρχη της Βοιωτίας, ως «ανάξιον της αρχηγίας, τουρκολάτρην, δωροδοκημένον από τον Ομέρ πασάν και αίτιον των δυστυχιών της Λεβαδείας και των συνομόρων επαρχιών». Ο Υψηλάντης θα γράψει στον Οδυσσέα ένα αυστηρό γράμμα - καθότι «το δεινότερον πάντων επί της εποχής του πολέμου ήτο η επί τουρκισμώ κατηγορία» - τονίζοντας ότι «... ακούω πως εσύ ο Οδυσσεύς εκατήντησες να κλειστής εις μοναστήριον...».

Ο Ανδρούτσος, παραταύτα, δέχτηκε να λάβει μέρος στη συνέλευση της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος και να ψηφίσει μαζί με τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς την πρωτάκουστη «Νομική Διάταξη» του Νέγρη, που ούτε λίγο ούτε πολύ ίδρυε δικό του αυτοτελές κρατίδιο μέσα στην ανάστατη χώρα, υπερβαίνοντας σε καιροσκοπισμό ακόμα και τον προϊστάμενό του, τον Μαυροκορδάτο.

Το μένος του Νέγρη εναντίον του Υψηλάντη - ο οποίος επιζητούσε ένα «γκοβέρνο μιλιτάρε», συνεπικουρούμενος από την κάστα των στρατιωτικών - τον ώθησε μέχρι την ανήκουστη σκέψη να μην επιτρέπει την είσοδο των επαναστατικών στρατευμάτων της λοιπής Ελλάδος στη δική του επικράτεια. Αντίθετα ο Άρειος Πάγος είχε το δικαίωμα να ζητήσει τη βοήθεια ξένων – έστω και ερήμην της κεντρικής αρχής.

Εμβρόντητοι οι κατά κανόνα αναλφάβητοι οπλαρχηγοί έμοιαζαν με μικρά παιδιά απέναντι στους ξεσκολισμένους «καλαμαράδες που έδεναν και έλυναν μπροστά στα μάτια τους ανεξέλεγκτοι. Απ' όπου και η φράση του πάντα καχύποπτου Ανδρούτσου: «Βλέπετε τουτουνούς τους καλαμαράδαις; Αυτοί θα μας φαν το κεφάλι μια μέραν».

Με το πανίσχυρο αληπασαλίδικο ένστικτό του, ο Οδυσσεας υποπτεύθηκε εξαρχής ότι κάτι ριζικό αλλάζει. Ο Φιλήμονας διασώζει τα ακόλουθα λόγια του: «Ανόητοι, μη κολακεύησθε σήμερον βλέποντες τους πολιτικούς ταπεινωμένους ενώπιον υμών. Ταπεινούνται αυτοί, όπως υψωθώσι· υψούμενοι δε, ταπεινώσουσιν ημάς διά πάσης ραδιουργίας, αντικαθιστώντες τους μικρούς και κινούντες αυτούς κατά των κατωτέρων». Μ' έναν λόγο ο Οδυσσέας φοβόταν μην χάσει την επαρχία και το κεφάλι του - σε τέσσερα χρόνια οι φόβοι του θα βγουν αληθινοί.

Στο μεταξύ, Ιανουάριο του 1822, ανακοινώνεται η εκστρατεία κατά της Εύβοιας (Γριπονήσι), στην οποία ο Οδυσσέας σπεύδει να λάβει μέρος. Αν κατόρθωνε να καταλάβει τον Καράμπαμπα, η θέση του θα άλλαζε άρδην. Η κατοχή φρουρίου ισοδυναμούσε με ανώτατο στρατιωτικό αξίωμα. Αιφνίδια ωστόσο κι ενώ οι ντόπιοι τον υποδέχονται με ενθουσιασμό, αποφασίζει - Φλεβάρη μήνα - να εγκαταλείψει την πολιορκία και να επανέλθει στα λημέρια του. Η απάντηση στα απελπισμένα γράμμματα των καπεταναίων που ζητούν εξηγήσεις, είναι σιβυλλική: «σαν θα είναι καιρός θα μιλήσει».


Νίκος Εγγονόπουλος, Οδυσσέας Ανδρούτσος, 1953, Λάδι σε χαρτόνι
_______________

«Σαν θα είναι καιρός θα μιλήσω...»

Τι του χρειαζόταν άραγε ο καιρός; Τα πράγματα ήταν απλά: είχαν αρχίσει κιόλας οι δόλιες πολιτικές ενέργειες εναντίον του εκ μέρους του Αρείου Πάγου. Το στρατήγημα ήταν σαφές· θα τον ανακαλούσαν εσπευσμένα και θα έστρεφαν εναντίον του ό,τι κι αν αποφάσιζε. Υπάκουος στη διαταγή; Θα βαρυνόταν με την εγκατάλειψη της εκστρατείας. Ανυπάκουος; Θα βαρυνόταν με την απειθαρχία απέναντι στο αίτημα των αρεοπαγιτών.

Στα μέσα Μαρτίου φτάνουν ο Υψηλάντης με τον Νικηταρά για να ανακόψουν την αναμενόμενη κάθοδο του Δράμαλη. Οι καλοθελητές έχουν ήδη προλάβει να κεντρίσουν την έμφυτη καχυποψία του: «Ο Νικήτας και ο Υψηλάντης ενώθηκαν οι δυο κι έχουν ένα σώμα κι έρχονται αναντίον σου να σε βαρέσουνε, να μείνουν αυτείνοι εις το ποδάρι σου». Οι υποψίες εν τέλει διασκεδάζονται και οι τρεις άντρες συνδέονται με φιλία, η οποία καταθορυβεί τον Άρειο Πάγιο, που ενεργεί πάντα καιροσκοπικά και βάζει σε εφαρμογή σχέδιο εξόντωσης του Οδυσσέα,που την πρώτη φορά θα αποτύχει.

Στη συνέχεια του απονέμουν τον βαθμό του χιλιάρχου - και όχι του στρατηγού ως όφειλαν - διορισμό τον οποίο ο Οδυσσέας αρνείται με περιφρόνηση και μαθαίνοντας ότι τα σώματά του διαλύθηκαν, σπεύδουν να δελεάσουν τον Νικήτα, ο οποίος μπορεί να μην διακρίθηκε ποτέ για την πολιτική του οξύτητα, ήταν όμως αμέμπτου τιμιότητας άνθρωπος και διόλου αρχομανής. Στις δύο επιστολές που έλαβε, ο Νικήτας Σταματελόπουλος αποκρίθηκε στις 27 Απριλίου 1822 - μέσω του γραμματικού του φυσικά, ως αναλφάβητος που ήταν - ψέγοντας τον Άρειο Πάγο για την πολιτική του και την πλημμελή επιμελητεία και υπογραμμίζοντας ότι δεν έπρεπε να δεχτούν την παραίτηση του Οδυσσέα και να «τον θεατρίζουν εις τον κόσμον ως ένοχον».

Η επιστολή του Νικήτα όχι μόνο δεν μετέπεισε τον Άρειο Πάγο, αλλά επέσπευσε τη μηχανορραφία κατά των ανυπάκουων στρατιωτικών, συμπεριλαμβάνοντας στους ανεπιθύμητους και τον Υψηλάντη, που αναχωρώντας από το Μοριά, δεν δίστασε να υψώσει τη σημαία της Φιλικής με τον φοίνικα - κίνηση που αρκούσε να τον χαρακτηρίσει αντίπαλο του καθεστώτος.

Ο Άρειος Πάγος στέλνει τότε δύο πρώην αληπασαλήδες, τον Αλέξη Νούτσο ως επιθεωρητή και τον Χρήστο Παλάσκα ως αντικαταστάτη του Οδυσσέα, σε μια περιοχή που εκείνος θεωρούσε δεδομένη αναντάμ παπαντάμ. Η εξόντωση και των δύο δεν ήταν δυνατόν να αποφευχθεί. Η κυβέρνηση, χωρίς να λογαριάσει ότι ο Ανδρούτσος ήταν ο μόνος ικανός να ανακόψει τη στρατιά του Δράμαλη και ανήμπορη να τον συλλάβει, επικηρύσσει – για πρώτη φορά στα χρονικά της Επαναστάσεως – την κεφαλή του αντί πέντε χιλιάδες γρόσια. 

Peter Von Hess, Ο Οδυσσέας και ο Γκούρας καταστρέφουν 
τους εχθρούς στην Φοντάνα (Έγχρωμη λιθογραφία)
____________

Επικεφαλής του στρατεύματος τοποθετείται ο Γκούρας, που πρώτη φορά αντιμετωπίζει τη δυνατότητα να πάρει τη θέση του προστάτη του. Γράφει ο Μακρυγιάννης: 

«Τώρα έβαλαν τον Δυσσέα σκότωσε τον Αλέξη Νούτζο, τον σεβάσμιον άρχοντα. Πόσο ψυχώνει η Τουρκιά μ’ αυτό, πόσο αδυνατίζομε εμείς! Το ίδιον και τον Παλάσκα. Δεν είναι αληθινό οπού τον έβαλαν, τον Δυσσέα, αυτείνοι και τους σκότωσε; Τους έστειλαν δυο ξένους μέσα εις το σπίτι του, ‘σ τον τόπο του τον πατρικόν, και τον φορτώθηκαν αυτόν και τους ανθρώπους του. Ποιον άλλον καπετάνιον πείραξαν; Μόνον τον Δυσσέα. [...]

Κλαίγει ο Κωλέτης και οι άλλοι κυβερνήται μας τον χαμόν του Αλέξη και Παλάσκα σαν τη φώκια, όπου κλαίγει τον πνιμένον όσο που σαπίζει, και κάθεται και τον τρώγει. Έτζι θα φάνε κι εμάς τους δυστυχείς. Σε συμβουλεύω, αδελφέ Γκούρα, να πας ν’ ανταμωθείς με τον Δυσσέο και ν’ αδελφωθείς και να πάμε εις τα πόστα μας, ότι θα μπούνε οι Τούρκοι αντουφέκηγοι και θα δώσουμε λόγον δι’ αυτό εις τον Θεόν και ‘σ τους ανθρώπους.

[...] Σηκωθήκαμε και πήγαμε εις τον Άγιον Λουκά κι ανταμωθήκαμε με τον Δυσσέα και φιληθήκαμε...»

Προτού αποσυρθεί στη Μαυρότρουπα, πάνω από τη Βελίτσα, «οργισμένος, απλησίαστος και αδρανών»,ο Οδυσσέας, αρχίζοντας συνομιλίες με τους Τουρκαλβανούς σωματάρχες, παλιούς συναδέλφους του από τα Γιάννενα, θα επιτύχει μια αποσκίρτηση των αλβανικών σωμάτων του Δράμαλη, που ισοδυναμούσε με περηφανή νίκη. Αν και προ του γενικού κινδύνου και της κατακραυγής, θα αμνηστευθεί, δεν θα του αναγνωριστεί ότι με αυτό το «καπάκι» έσωσε την Πελοπόννησο, στερώντας από τον Δράμαλη τα ισχυρότερα σώματά του. 

Ο Δράμαλης θα διαβεί βέβαια, για να πάει στον αγύριστο, και ο Οδυσσέας δεν θα παραλείψει να εκφράσει το μένος του κατά της κυβερνήσεως γράφοντας στον αντιπρόεδρο του εκτελεστικού Θανάση Κανακάρη: «Σας στέλνω τριάντα χιλιάδες Τούρκους για να σας διορθώσουν. Κάντε τους ό,τι θέλετε. Εγώ σας υπόσχομαι να μην αφήσω να περάσουν άλλοι κι αναλαμβάνω τον σερασκέρ Χουρσήτ πασά...»


Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Οδυσσέας Ανδρούτσος και Ιωάννης Γκούρας 
καταστρέφουσι εν Φοντάνα μέγα τουρκικό στρατό το 1822
______________

«Γύρευε κάστρο εις τον ουρανό κι όταν το 'βρε εις την γης, έτρεξε σαν το όρνιον εις το ψοφίμι...»

Τότε, μ’ ένα γύρισμα της τύχης - «γύρευε κάστρο εις τον ουρανό κι όταν το 'βρε
 εις την γης, έτρεξε σαν το όρνιον εις το ψοφίμι», σχολιάζει την συγκυρία ο Μακρυγιάννης - ο Οδυσσέας θα βρεθεί αίφνης από επικηρυγμένος και κατασυκοφαντημένος, φρούραρχος των Αθηνών και αρχιστράτηγος της Ανατολικής Ελλάδας. Στις 27 Αυγούστου, με σώμα τριακοσίων οπλοφόρων και με τους Γκούρα, Μακρυγιάννη, Μαμούρη, Κατσικογιάννη θα μπει στο κάστρο της πόλης και, με λυμένα τα χέρια, θα κάνει ό,τι μπορεί για ν' αποδείξει στους ντόπιους ότι η πόλη τους δεν τελούσε υπό προστασία αλλά υπό στυγνή κατοχή.

Καθώς οι αρεοπαγίτες έχουν φρυάξει για την απροσδόκητη επιτυχία του εχθρού τους, ο Οδυσσέας από τη μια απαντάει σε κάθε απειλή με τη γνωστή του θηριωδία, παστρεύοντας δηλαδή τα «αγκάθια» κι από την άλλη, με «ψευτοκάπακο» καθυστερεί τους εχθρούς. Όταν θα γράψει στο εκτελεστικό περιμένοντας μια επικύρωση των πράξεών του, υπουργός των στρατιωτικών θα είναι ένας θανάσιμος εχθρός του - ο Κωλέττης - η επιστολή του οποίου, στις 21 Δεκεμβρίου 1822, προς τους Υδραίους, προδικάζει την τελεσίδικη προγραφή του Ανδρούτσου.

Αρχές του1823, ο Οδυσσέας θα μπει στο ελεύθερο Μεσολόγγι με τιμές και δόξες και από κει θα περάσει στο διχασμένο Μοριά, όπου θα συναντηθεί με τον Κολοκοτρώνη. Οι δυο άντρες είχαν δύναμη, αλλά διέφεραν μεταξύ τους στην κρίση και στις αποφάσεις. Ο Κολοκοτρώνης ήθελε μεν ν' απαλλαγεί από τους πολιτικούς, αλλά δεν δεχόταν «να μαγαρίσει τα χέρια του», ενώ ο Οδυσσέας ήθελε να ξεπαστρέψουν τους κοτσαμπάσηδες, επειδή φοβόταν ότι «αύριο θα τους σύρουν στη φούρκα».


Θανάσης Απάρτης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, 1958
___________

Θεατής στα μοραΐτικα και υδραίικα μασκαραλίκια, μουσαφίρης στο Άργος και στην πραγματικότητα ανεπιθύμητος ξενομερίτης, ο Οδυσσέας θα παραστεί στη Συλίμνα, θα δώσει όρκο πίστεως, και θα αισθανθεί ακόμα πιο ξένος όταν θα πληροφορηθεί το συμπεθεριό του Κολοκοτρώνη με τον εχθρό του Δεληγιάννη και την αποδοχή της αντιπροεδρίας του εκτελεστικού. Καπάκια κι εδώ μεταξύ ντόπιων, υπαναχωρήσεις και ανέντιμες συμμαχίες.

Αναχωρεί για την Αθήνα μαζί με τον Νέγρη - για τον οποίο δήλωνε ότι «δύναται να πωλήσει και να αγοράσει δέκα φοράς την Ελλάδα» - και ο Ιανουάριος του 1824 τον βρίσκει να πολιορκεί τη Χαλκίδα, χωρίς επιτυχία και πάλι. Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι τα πολιτικά μέσα έχουν μεγαλύτερη ισχύ από από τα όπλα, ο Οδυσσέας αρχίζει, έστω και αργά, να μυείται στη νέα «πολεμική τέχνη». Ο μεγάλος του καημός, ένας ρουμελιώτικος πολιτικός συνασπισμός που ν' αποφασίζει ανεξάρτητα από τους μοραΐτες - η «ιερή συνέλευση» όπως ονομάστηκε - σήμανε και το τέλος της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Ποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι ο νίκητής της Γραβιάς θα καταντούσε πολιτικός συνεργάτης του Νέγρη, του πιο φαύλου φαναριώτη απ’ όσους κατέβηκαν στον Αγώνα;

Η δεύτερη κάθοδός του στο Μοριά μοιάζει περισσότερο με απονενοημένο διάβημα. Όλες του οι αναφορές στην κυβέρνηση μένουν αναπάντητες, του δίνουν να καταλάβει ότι είναι παρείσακτος και, για του λόγου το αληθές, γίνεται στόχος τριών δολοφονικών ενεργειών που εξύφανε ο Κωλέττης. 

Το αποκορύφωμα του κατατρεγμού του είναι η ανάθεση της αρχηγίας των όπλων στον Κίτσο Τζαβέλλα. Οι πολιτικοί γνώριζαν ότι ισχυρότερο πλήγμα δεν μπορούσε να δεχθεί ένας οπλαρχηγός από την αντικατάστασή του - και δη από Σουλιώτες. Όλοι περιμένουν μια δυναμική αντίδραση από μέρους του, αλλά ο κατατρεγμένος δεν θ’ αντισταθεί. Αντίθετα ο Γκούρας, με την υποστήριξη της Διοίκησης και με τα χρήματα της πρώτης δόσης του δανείου έχει καταφέρει να εδραιώσει τη θέση του έναντι του Ανδρούτσου, που χωρίς φίλους και συμμάχους, χωρίς κάστρο και αρχιστρατηγία, νιώθει παρείσακτος στον ίδιο του τον τόπο.


Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: «Ο Ήρως της Γραβιάς Οδυσσεύς Ανδρούτσος το 1821» (1912)
___________

Από την οχύρωση της Ακροπόλεως στην οχύρωση της Μαυρότρουπας...

Η Σπηλιά αποτελεί απτή απόδειξη του αδιεξόδου στο οποίο είχε περιέλθει ο Ανδρούτσος και στον τρόπο που αντιδρούσε στον έξωθεν κλοιό. Από την οχύρωση της Ακροπόλεως είχε ξεπέσει στην οχύρωση της Μαυρότρουπας. Για να φτάσει κανείς στην είσοδο της Σπηλιάς, έπρεπε να αναρριχηθεί σε ξύλινες σκάλες μανταλωμένες στα βράχια. Ύψους σαράντα περίπου πόδια, η πρώτη σκάλα ήταν κάθετη, ενώ η δεύτερη σχημάτιζε γωνία και οδηγούσε σε μια τρίτη σκάλα στηριγμένη σε γείσωμα. Κατόπιν υπήρχε μια καταπακτή που, όταν έβγαιναν οι αμπάρες, οδηγούσε σε μια θολωτή καμάρα με τουφεκίστρες. Έξω από την κάμαρα υπήρχε ταράτσα με προμαχώνα και ανοίγματα για κανόνια. Το ύψος της Σπηλιάς έφτανε τα τριάντα πόδια και πάλι με σκαλοπάτια έφτανες σε ένα άλλο δώμα από συμπαγή πέτρα. Υπήρχαν ακόμα πολλές μικρότερες κάμαρες που συνδέονταν με στοά. Μια από αυτές είχε μετατραπεί σε παρεκκλήσι. Σημειωτέον ότι η Σπηλιά διέθετε δικό της νερό από μια κρυφή φλέβα του βουνού, οπότε αν αποσύρονταν οι σκάλες, μετατρεπόταν σε απάτητο φρούριο. Το ύψος της εισόδου από τη γη έφτανε περίπου τα διακόσια μέτρα. Στα χρονικά της Επαναστάσεως δεν υπάρχει άλλη περίπτωση οπλαρχηγού που να είχε κατασκευάσει ένα παρόμοιο καταφύγιο.

Εκεί είχε εγκαταστήσει την οικογένειά του, αφότου την απέσυρε από την Ακρόπολη, με τέσσερις φρουρούς διαφορετικής εθνικότητας καθώς και έναν σκύλο αγραφιώτικο - σωστό λιοντάρι. Εκεί θα μπορούσε ο Οδυσσέας να κρύβεται για πολλούς μήνες, ωσότου αλλάξουν τα πράγματα και μεταβάλλει γνώμη η κυβέρνηση. Όταν του το πρότεινε ο Τρελόνυ, η απάντηση ήταν αποστομωτική: ένα λάφι στα τελευταία του είναι πιο επίφοβο από ένα λιοντάρι αποκλεισμένο στη φωλιά του. 

Όντως δεν έμεινε αποκλεισμένος, μόνο που αυτή τη φορά είχε σημάνει η ώρα των Τούρκων. Μέσα στην παραφορά του γράφει στον Στάνχοπ: «...για να προφυλάξουμε τη ζωή μας τελευταίο καταφύγιο δεν μας μένει τίποτ’ άλλο παρά να προσπέσουμε στο έλεος των Τούρκων». Στέλνει τον Μουσταφά Γκέκα - έμπιστο Τουρκαλβανό - στον Ομέρ πασά, δηλώνει υποταγή με τον όρο να λάβει το καπετανάτο του Ευρίπου. Είναι φανερό δηλαδή ότι τέσσερα χρόνια αγώνα δεν έχουν άλλάξει διόλου τα κριτήριά του: διατηρεί ακόμα την αυταπάτη ότι μπορεί να επιβιώσει σαν αρματολός της προεπαναστατικής περιόδου.

Η εξόφθαλμη, αυτή τη φορά, συμμαχία με τον εχθρό επισφραγίστηκε με ένα σώμα ντελήδων καβαλάρηδων που τον ακολούθησαν δίκην φρουράς και έναν μπέη, ο οποίος είχε άναλάβει την επιτήρηση του καπετάνιου, «ακολουθώντας με όμμα γαλήνιον, πλην ενύποπτον όλας τας κινήσεις του».

Τον Φεβρουάριο του 1825 ο Τρελόνυ - φύλακας της σπηλιάς - βγήκε από το κρησφύγετο και συνάντησε στη Λειβαδιά τον Οδυσσέα, ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει ότι με τα νέα τάχα καπάκια επεδίωκε να σώσει τους πληθυσμούς και να ασκήσει πίεση στην κυβέρνηση για να εξασφαλίσει το μερίδιό του από το δάνειο. Ο Άγγλος δεν πείστηκε από τις εξηγήσεις του και δεν δίστασε να του προτείνει να δραπετεύσουν στην Ιθάκη με το πλοίο του συνταγματάρχη Μπέικον. Κάθε προσπάθεια όμως ήταν μάταιη· η τύχη του είχε κριθεί. Η κυβέρνηση και ο Μαυροκορδάτος είχαν αποφασίσει τη φυσική εξόντωση του Ανδρούτσου. 

Τα γεγονότα της Μαυρότρουπας θυμίζουν μυθιστόρημα περιπετειών. Ο Σκωτσέζος Φέντον, που ήδη ήταν με τον Τρελόνυ στο κρησφύγετο, είχε συνωμοτήσει με τον Ζάρβις, άνθρωπο του Μαυροκορδάτου και τον Γουάιτκομπ. Με αφορμή ένα αγώνισμα σκοποβολής, τη στιγμή που ο ανύποπτος Τρελόνυ σημάδευε το στόχο, οι δύο Άγγλοι τον πυροβόλησαν πισώπλατα. Ο Γουάιτκομπ προσπάθησε να ξεφύγει προς την έξοδο, αλλά ο σκύλος τού έκλεισε το δρόμο. Παρευθύς, εμφανίζεται ο Κάμερον (δεκανέας σε γαλλικό σύνταγμα πυροβολικού, που έμενε στη Σπηλιά) και πυροβολεί τον Φέντον στο κεφάλι, ενώ ο Τούρκος Αχμέτ, (άλλο μέλος της Σπηλιάς, κρεμάει τον Γουάιτκομπ ανάποδα. Ο Τρελόνυ είχε χτυπηθεί στη γνάθο και έφτυσε πολλά δόντια. Το άλλο βόλι τον έπληξε στη ράχη  και σφηνώθηκε στη σπονδυλική στήλη. Παρά την απουσία γιατρού, η θηριώδης φύση του θα τον βοηθήσει να αντεπεξέλθει.

Η Σπηλιά θα παραδοθεί στη Διοίκηση από την Ανδρούτσαινα, ενώ ο Τρελόνυ θα φτάσει στη Ζάκυνθο με αγγλικό πλοίο. Στο μεταξύ ο Οδυσσέας, παρά την υποστήριξη του Πανουργιά, νιώθει τον κλοιό γύρω του να στενεύει. Η κυβέρνηση έχει όλα τα εχέγγυα για να τον θεωρεί εχθρό του Αγώνα και του λαού και να ονομάζει την καταδίωξή του «κακοδυσσέως η πανήγυρις». 



«Κακοδυσσέως η πανήγυρις»

Θριαμβευτής του εμφυλίου, ο Γκούρας εισπράττει στο Ναύπλιο σαράντα χιλιάδες γρόσια και άλλες εκατό χιλιάδες για την καινούργια εκστρατεία. Ξεκινώντας στις 11 Μαρτίου μαζί με τον Κριεζώτη και έξι χιλιάδες στράτευμα, φροντίζει να πάρει μαζί του και τον αδελφό του Ανδρούτσου Βαγγέλη για να προσδώσει δικαιότερο χαρακτήρα στην καταδίωξη. Διαπιστώνοντας μάλιστα την απροθυμία των πληθυσμών βγάζει προκήρυξη για να τους συσπειρώσει: «Ανάγκη λοιπόν μικροί και μεγάλοι να οπλισθήτε και ενωμένοι με τα υπό την οδηγίαν μου στρατεύματα του Έθνους να εκδικηθήτε εναντίον του εξωλεστάτου τούτου Οδυσσέως και του συμβούλου του μιαρωτάτου Άγγλου Τρελλώνη».

Όταν πια και οι δικοί του - ακόμα και τ’ αδέλφια του - αρχίζουν να φεύγουν δελεασμένοι από την αντίπαλη παράταξη, που τους έταζε «τριών μηνών μισθούς», το μόνο που απομένει στον Οδυσσέα είναι είτε να καταφύγει οριστικά στου Τούρκους είτε να παραδοθεί ελπίζοντας στην επιείκεια των πολιτικών εχθρών του. Η παράδοσή δεν έγινε χωρίς αμοιβαίες υποσχέσεις. Ο Κριεζώτης - που είχε συμπολεμήσει με τον καταζητούμενο στην Εύβοια - ζήτησε να συναντηθούν και επικαλέστηκε τον πατριωτισμό του και τους κινδύνους της πατρίδας από την απόβαση του Ιμπραήμ. Μάλιστα αν άφηνε τους Τούρκους του υπόσχονταν - του Γκούρα μη εξαιρουμένου - να τον αφήσουν ήσυχο. Για την ειλικρίνεια του Κριεζώτη δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο ο Γκούρας «πολιτευόταν» εκείνη την ώρα τον αντίπαλό του. Δεν ήθελε μόνο να έμφανίσει την παράδοση σαν στρατιωτική νίκη, αλλά απέβλεπε και στους «θησαυρούς» της Σπηλιάς, που εύκολα θα περιέρχονταν στα χέρια του.

Ωσότου ο Ανδρούτσος μεταχθεί στην Αθήνα, θα συμβούν πολλά - ακόμα και απόπειρα να τον απαγάγουν οι δικοί του - αλλά η μόνη λύση ήταν να πείσει την κυβέρνηση να τον περάσουν από «κριτήριο» για να αποδείξει την αθωότητά του. Φτάνοντας αλυσοδεμένος στην Αθήνα, θα αντιμετωπίσει για πρώτη φορά τη διαπόμπευση.

«Η υπόληψις αυτού παρά τω λαώ και τους στρατιώτας είχε παντελώς εκπέσει, και οικτράν πλέον μόνον εικόνα πεπτωκότος μεγαλείου παρίστα ο Οδυσσεύς. Αι γυναίκες ερράπιζον αυτόν το δε πλήθος ολίγου δειν ελιθοβόλει καθ’ οδόν τον ήρωα του χανίου της Γραβιάς», γράφει ο Καρλ Μέντελσον-Μπαρτόλντι.

Ανάλογη εχθρότητα αντιμετώπισε τον πρώτο καιρό, όταν άνθρωποι βαλτοί από τον αντιφρούραρχο Μαμούρη τον περιύβριζαν και τον προπηλάκιζαν με απώτερο σκοπό να θεωρηθεί επικίνδυνος και να κλειστεί στο κάστρο. Πράγματι κλείστηκε τελικά στον «Γουλά», τον φράγκικο πύργο της Ακρόπολης. 


«Γουλάς» ή «Κουλάς», ο φράγκικος πύργος της Ακρόπολης, όπου φυλακίστηκε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος
____________
Η δολοφονία

Στις 6 Ιουνίου θα δολοφονηθεί από τους Μαμούρη, Τριανταφυλλίνα, Παπακώστα και Θεοχάρη με σκληρά βασανιστήρια. Η διαταγή είχε δοθεί από τον Γκούρα με την εξής συνθηματική έκφραση προς τον Μαμούρη: «να φροντίση να πωλήση το λάδι, διότι εάν μείνη απούλητον η τιμή θα ελαττωθή μεγάλως και θα χαθή».

Η ιατροδικαστική έκθεση που συνέταξε ο Ιταλός Βιτάλης πιθανώς είναι η μοναδική στον κόσμο έκθεση όπου εκτός του θανάτου πιστοποιείται και το ποιόν του θανόντος. «Τα θραύσματα του κροταφικού οστού, επί του οποίου το κάταγμα, προσβαλλόντα τον εγκέφαλον, επέφεραν αυτοστιγμεί τον θάνατον, άξιον εις κακούργον προδότην της πατρίδος».


Kοζή Δεσύλλα, Προσωπογραφία του Oδυσσέα Aνδρούτσου, γύρω στα 1870.
Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα
______________

Πηγές

  • Κωστή Παπαγιώργη, Τα καπάκια, Βαρνακιώτης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος, εκδόσεις Καστανιώτη
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, εκδόσεις Μπάυρον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου