Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018

«Σας γράφω - αυτό ’ναι όλο κι όλο...», Αλεξάντρ Σ. Πούσκιν, Ευγένιος Ονέγιν


..μα η Τάνια δίχως παίξιμο αγαπά...

Απελπισμέν’ η Τάνια άκουε με πίκρα [...] 

Η σκέψη την καρδιά της είχε αγγίσει, 
κι’ ήρθε στιγμή και τούτη ν’ αγαπήσει 
σα σπόρος οπού πέφτοντας στη γη, 
ανθίζει με την Άνοιξη όταν βγει. — 

Η φαντασία της η ξαναμμένη 
από του πάθους της τον πυρετό, 
δίψαε να πιει τ’ ολέθριο πιοτό!..
Κι’ από καιρό στα στήθη πληγωμένη 
απ ’ την αδημονία την κρυφή, 
πρόσμεν’ ακοίμητη κάποιον να ’ρθει. 

Κι’ ως σπάζουν της αναμονής τα δίχτυα, 
τα μάτια ανοίγει κράζοντας: «Αυτός 
είναι!.» Κι’ αλλοί της! Τόσα μερονύχτια 
τούτος ειν’ όνειρό της και σκοπός!..
Κι’ όλα λοιπόν την ποθητή μας κόρη 
άπαυτα τη χτυπούν με μάγο δόρυ 
και της μιλούν για κείνον!.. 

Με πόση προσοχή τώρα μεγάλη 
ρομάντζα αυτή διαβάζει ερωτικά, 
και αχ, με πόσην απληστία πάλι 
την ξελογιάστρ’ απάτη τους τρυγά. 

Αναστενάζει κλέβοντας το κλάμα 
μιας άλλης ή τον ενθουσιασμό
κι αποστηθίζει μ’ άστατο παλμό
του ποθητού της ήρωα το γράμμα.[....]




Tatyana from Eugene Onegin (Painter Rudakov, 1949)



Αχ! Τάνια, Τάνια πολυαγαπημένη,

δακρύζω και πονώ τώρα για σε!
Σε τύραννο μοντέρνο έχεις δοσμένη 
τη Μοίρα σου και θα χαθείς, ωϊμέ!
Μα πρώτα — στην τυφλή σου την ελπίδα
να φτάσεις στης χαράς την κορωνίδα —
στην πλησμονή του κόσμου θα ριχτείς,
του πάθους το νεκτάρι θα γευτείς
και το φαρμάκι του θ’ αποστραγγίσεις·
θα σε λυκνίζουν όνειρα τρελλά
κι’ η φαντασία θα σε ξεγελά
πως στ’ άσυλο της ευτυχίας θα ζήσεις!.
Μα θα σου ξεπροβάλει πάντα εμπρός
ο ίδιος, ο μοιραίος πειρασμός.

Μα πιο ένοχ’ η Τατιάνα γιατί νάναι;
μήπως γιατ΄ήταν έτσι απλοϊκιά
κι ουδ’ είχε μάθει πώς εξαπατάνε
και πίστευε σ΄ονείρατα η φτωχειά;

Ψύχραιμα η κάθε μια κοκέττα κρίνει,
μα η Τάνια δίχως παίξιμο αγαπά
και σαν παιδί μ’ αθώα καλωσύνη
αφήνεται στον έρωτα τυφλά!

Δε λέει: πρέπει για λίγο ν’ αναβάλω
ώσπου άσφαλτα στο δίχτυ να τον βάλω,
με πιο αυξημένη αξία ερωτική·
κι ως η κουφότητά του κεντρηθεί
μ’ ελπίδες, θ’ αντικρύσει μ’ έκπληξή του,
πρώτα να του ματώνω την καρδιά
κι ύστερα ζήλειας να τον τρώει θρακιά
και σαν αιχμάλωτος στη φυλακή του,
παμπόνηρα θα ψάχνει νάβρει ευθύς
τον τρόπο να ξεφύγει ο δυστυχής.

Illustration for Alexander Pushkin’s Eugene Onegin by Lidia Timoshenko


Το γράμμα της Τατιάνας στον Ονέγιν
Ποιος της ενέπνευσε τόση μαγεία
κι αφέλεια τα λόγια κι αρμονία;

Σας γράφω - αυτό ’ναι όλο κι όλο ορίστε!
Σαν τι κι η γλώσσα πιότερο να πει;

Γνωρίζω πως και μόνο αν το θελήστε,
την καταφρόνια θα 'χω γι αμοιβή.

Αλλά λίγο πονόψυχος αν είστε
δεν θα μ’ εγκαταλείψετε ποτές
στου φοβερού Γραφτού μου τις χτυπιές.

Ν
α σιωπήσω στην αρχή ποθούσα

και την ντροπή μου αυτή, πιστέψτε πως,
ποτέ δεν θα γνωρίζατε ασφαλώς,
αν την ελπίδα δεν διατηρούσα
να σας ξανάβλεπα, όχι συχνά,
έστω την εβδομάδα μια φορά,
για ν' άκουγα τον ήχο της φωνής σας
μια λέξη να 'λεγα κι ύστερα πια
στο νου να κλώθω μέρα και νυχτιά:
πότε θα ξαναβγώ πάλι μαζί σας.

Μα λεν μισάνθρωπος πως είστε σεις 
και πως η εξοχή σας φέρνει πλήξη.
Μ’ αν εδώ τα στερούμεθα όλα εμείς, 
σας έχουμ’ όμως τη χαρά μας δείξει.

Γιατί ήρθατε στον τόπο μας; Ωϊμέ!
Στ' απόμερο χωριό μου ρημαγμένη, 
ποτέ δεν θα σας γνώριζα, ποτέ!
Κι' ουδ’ η ψυχή μου θα 'νοιωθ’ η καημένη 
τον άμετρο τον πόνο που τη ραίνει!!

Θάχα με τον καιρό ίσως γιατρευτεί, 
κάποιου άλλου θα με μάγευε τ’ αστέρι 
και θα γινόμουνα πιστό του ταίρι 
και μάνα των παιδιών του ζηλευτή.

Όχι! Στον κόσμο σ’ άλλον πια κανένα 
δεν θα 'χα την καρδιά μου δώσει εγώ, 
γιατί αποφάσισε ο Θεός για μένα, 
να 'μαι δική σας όσο κι αν θα ζω.

Έβαλα τη ζωή μου εγέγγυό μου 
να σμίξουμε σε τίμια συντροφιά 
κι ήρθες - το ξέρεις - από το Θεό μου, 
για φύλακάς μου μέχρι τάφου πια.

Έβλεπα στ’ όνειρό μου τη μορφή σου,
κι αθέατο, σε είχα λατρευτό.
Στο βλέμμα σου έλιωνα το θαυμαστό 
και χρόνια αντήχαε μέσα μου η φωνή σου.


Όχι! Δεν ήταν ονειροπαρμός· 
τι, μόλις μπήκες και το είχα νοιώσει, 
μ’ είχες ολάκερην αναστατώσει 
και είπα μέσα μου: να 'τος αυτός!

Δεν ειν’ αλήθεια; Πάντα σε γροικούσα.
Συ μ’ απαλές του μίλαγες φωνές 
όταν ζητιάνους και φτωχούς βοηθούσα, 
κι όταν δεητικά παρακαλούσα 
να γιάνουν των θλιμμένων οι πληγές!...

Και τη στιγμήν εκείνη την αγία, 
δεν ήσουν Συ, γλυκιά μου οπτασία, 
που στο τρεμούλιασμα της σκοτεινιάς 
έσκυβες στο πικρό μου προσκεφάλι;

Και Συ δεν ήσουν που μ’ ελπίδα πάλι 
μου φτέρωνες τους πόθους της καρδιάς;

Ποιος είσαι τάχα; Ο φύλαξ άγγελός μου, 
για είσαι ο πονηρός ο πειρασμός μου;

Τους δισταγμούς μου λύσε τους, εσύ! 
Μπορεί και να 'ταν όραμα κανένα 
κι η δόλια μου απατήθηκε ψυχή 
και βγήκε κρίση αλλοιώτικη για μένα.

Μ’ ας είναι!... Από τώρα η δυστυχής 
τη Μοίρα μου σε σένα παραδίνω, 
ζητώντας σου να με υπερασπιστείς, 
με δάκρυα θερμά που εμπρός σου χύνω!... 

Σκέψου πως είμαι μόνη μου εδώ 
και πως κανείς δε με καταλαβαίνει· 
ο λογισμός μου, πίστεψέ με, άσθμαίνει 
και πρέπει σιωπώντας να χαθώ.

Σε καρτερώ. Μ’ ένα σου βλέμμα μόνο 
ανάστησέ μου ελπίδα στην ψυχή 
ή σβήσε, τ’ όνειρό μου το τραχύ 
με τη μορφή σου, αλλοί μου!... Τελειώνω... 
Να το διαβάσω, βάσανος βαρύς!...

Πεθαίνω από τρομάρα κι από αισχύνη
αλλ ’ η τιμή σου μου 'ναι εγγυητής
κι αφήνομαι σ’ αυτήν μ’ εμπιστοσύνη.






...αν μας ενώσει ο γάμος, οι θλίψεις μας θε ναν’ όση κι η άμμος.


«Αν μέσα στου Νοικοκυριού τα κάστρα
ολοζωής ποθούσα να κλειστώ,
αν Μοίρα μ’ έχριζε χαμογελάστρα
σύζυγος και πατέρας να γινώ
κι αν της Οικογενείας η εικόνα
με μάγευε για δυο λεπτά και μόνα,
άλλην έξω από Σας μνηστή καμιά
δεν θ’ αναζήταγα μ’ αποθυμιά,
γιατί στο πρόσωπό σας — λέγω —μόνο
βρήκα τό πρωτινό μου ιδανικό.

«Δεν πλάστηκα όμως για την ευτυχία! 
Μήτε την εκυνήγησα ποτές!
Κι’ οι αρετές σας μάταιες στην ουσία 
μιας κι’ είμαι ανάξιος εγώ γι’ αυτές. 
Πιστέψτε πως, αν μας ενώσει ο γάμος, 
οι θλίψεις μας θε ναν’ όση κι η άμμος. 

Τι, κι’ αν σας αγαπήσω σαν τρελλός; 
Θάρθει με τη συνήθεια ο κορεσμός 
και τότε των δακρύων σας η κρήνη, 
αντίς να μου γιατρεύει την καρδιά, 
μια νέα θα της μπήγει νυστεριά.
Και κρίνετε μονάχη δεσποσύνη, 
ποια ρόδ’ απ τον Υμέναιο θα βγουν 
στα χρόνια που ξωπίσω μας θαρθούν.

«Υπάρχει άλλο χειρότερο στην πλάση 
απ’ τη φαμίλια, που η γυναίκα πια, 
νυχτόημερα και δίχως να ησυχάσει, 
κλαίει τον ανάξιο σύζυγο η φτωχειά;

Κι ο άνδρας, την αξιάδα της νοώντας,
— μ’ αδιάκοπα την Τύχη βλαστημώντας — 
κατσούφης σαν εμέ και σιωπηρός, 
ζηλιάρης είναι πάντα και ψυχρός;

Αυτό λοιπόν ζητούσατε το θάμα
τότε, που στον κρυφό σας κραδασμό, 
γιομάτη αφέλεια και λογισμό 
μου γράφατε τ’ ωραίο κείνο γράμμα;... 
Τέτοια σας έλαχε κλήρα πικρή
γραμμένη από μια Μοίρα φοβερή;

«Ο χρόνος πάει σαν τ’ όνειρο το πράο!..
Πάνε και της ψυχής μου τα φτερά!
Μ ’ αγάπη αδελφική σας αγαπάω 
Κι ίσως ακόμα και πιο τρυφερά.

Μ’ ακούστε με χωρίς οργής ιδέα:
Θ’ αλλάζει πάντα κάθε κόρη νέα 
τα όνειρά της μέσα στη ζωή
καθώς το δέντρο που φυλλοροεί
και με την Άνοιξη άλλα φύλλα βγάζει.
Έτσι είναι θεσπισμέν’ από ψηλά.
Κι εσείς θε ν’ αγαπήστε πάλι, αλλά
προσέχτε την καρδιάν όταν κοχλάζει, 
μη δεν σας νοιώσουν όπως τώρα εγώ 
και στου χαμού πιαστήτε το ζυγό.»

Το γράμμα του Ονέγιν στην Τατιάνα





Και μ’ όλο που δεν έδινε ποτές 
καμιάν αξία στις επιστολές, 
όμως το φοβερό που ζούσε δράμα 
ξεπέρναε τις δυνάμεις του πολύ,
κι έγραψε τούτη την επιστολή.

Προβλέπω να 'ναι ίσως προσβολή 
για σας αυτή μου η ομολογία 
και της ματιάς σας η αλαζονεία 
μου στάξει περιφρόνησης χολή.

Τι θέλω τάχα; Τα πικρά μου στήθια 
σε Σας τ’ άνοίγω και για ποιο σκοπό;
Σε ποιες χαιρέκακες χαρές αλήθεια, 
δίνω αφορμή μ' αυτά που θα σας πω... 

Μπρος μου, παλιά, σας έριξεν η Μοίρα!... 
Ως είδα της στοργής σας το σπινθήρα 
δεν του 'δωσα - το λέω - πίστη καμιά 
κι απ’ της συνήθειας φεύγοντας το δρόμο 
στον άγραφο μου πίστεψα το Νόμο: 
την άτερπη μη χάσω λευτεριά.

Και να τι άλλο πια είχε μας χωρίσει.
Ο Λένσκι έπεσε θύμα ο ποθητός·
κι απ’ ό,τι ως τότε λάτρευα στη φύση, 
αποτραβήχτηκα διαπαντός 
κι έφυγα, ξένος μ’ όλους, γι' άλλα μέρη, 
μήπως και βρω στον - οίστρο της φυγής - 
την ευτυχία, Θε μου, της ψυχής!

Τι σαρκασμός, αλλά και τι μαχαίρι!...
Μ’ αν σας θωρούσα όλες τις στιγμές 
κι έτρεχα στων βημάτων σας το ρέμα 
κι έκλεβα τις πλανεύτρες σας ματιές 
και τα χαμόγελα, μ' άγρυπνο βλέμμα, 
κι άκουα της λαλιάς σας τους ρυθμούς 
κι έννοιωθα της ψυχής σας την εντέλεια 
και λησμονούσα πόνους και καημούς... 
τι ευτυχία θα 'ταν υπερτέλεια!

Απ’ όλα στερημένος πια, παντού 
σέρνω μοιραία το βήμα μου ολοένα!... 
Πολύτιμες οι μέρες του Θεού 
μα φθίνοντας, σκορπώ τα μετρημένα 
μου χρόνια από τη Μοίρα των θνητών. 
Πλούτος είναι το πλήθος των ετών!... 
Μετρήθη όμως της ζήσης μου το ράμμα 
κι οι ώρες της για να παραταθούν 
πρέπει να ξέρω απ’ της αυγής το φτάμα 
πως την ημέρα αντάμα θα μας δουν. 

Φοβούμαι μήπως τ' αυστηρό σας μάτι 
- στην ταπεινή παράκλησή μου αυτή - 
ξεκρίνει κάποιου δόλου το πλεμάτι 
κι ακούσω τη μομφή σας την καυτή. 

Να ξέρατε, πόσο ’ναι φρικαλέο, 
να φλέγομαι από δίψα ερωτικιά, 
και με το λογισμό να περιχέω 
δροσιά στη φλογισμένη μου καρδιά· 
να θέλω να ριχτώ στα γόνατά σας 
κι’ αδειάζοντας την κρήνη του ματιού 
να πω τα όσα αισθάνομαι μπροστά σας 
με το γλυκό σκοπό του τραγουδιού!... 

Κι όμως με ψυχραιμίαν οπλισμένος 
όταν σας βλέπω, συζητώ με Σας 
κι ήρεμος δήθεν, βλέμματα χαράς 
κερνώ σας πάντα ο τρισδυστυχισμένος. 

Ας είναι κι έτσι!... Για ν' αντισταθώ, 
δεν έχω καμιά δύναμιν εντός μου!... 
Τετέλεσται!... Δικός σας ο εαυτός μου 
κι εγώ πια στο Γραφτό μου θ’ αφεθώ.

Illustration for Alexander Pushkin’s Eugene Onegin by Lidia Timoshenko


Σας αγαπώ! Με άλλον όμως έχω παντρευτεί.....

Ονέγιν, ήμουν τότε που σιωπούσα,
καλλίτερη κι ακόμα δροσερή, 
και μ’ όλη την ψυχή σας αγαπούσα.

Μα πέστε! Στην καρδιά σας τ’ είχα βρει; 
Αγνή σκληράδα η ανταπόκρισή σας!
Δεν άξιζε καθόλου στη ζωή σας 
η αγάπη μιας αθώας κοπελλιάς;

Και τώρα, Θε μου, χάνομαι με μιας
σαν συλλογιέμαι το ψυχρό σας βλέμμα 
και την κατήχηση! Δεν φταίτε!... Μη
φοβάστε!... Κείνη τη φριχτή στιγμή 
δείξατε το ευγενικό σας αίμα 
κάνοντας ό,τι κρίνατε σωστό, 
γι’ αυτό κι’ ευγνώμονα ευχαριστώ.

Τότε στη ερημιά, έξω απ’ τη χώρα 
κι από τη μάταιη δόξα μακρυά, 
διόλου δεν σας άρεσα... Πώς τώρα 
με κυνηγάτε μ’ άπνοη καρδιά 
και τόσα βέλη μου ’χετε πετάξει;

Μήπως γιατί στην Υψηλή την Τάξη 
γυρνώ με πρόσωπα περιωπής;
Γιατ’ είμαι πλούσια κι επιφανής;
Γιατ’ έχω άντρα ανάπηρο απ ’ τή μάχη 
και μας λατρεύουν όλοι στην αύλή, 
ή μήπως γιατί τούτ’ η προσβολή 
θα θέριευε σαν καρποφόρο στάχυ, 
χαρίζοντάς σας φήμην εραστού 
στα πλήθη εδώ του κόσμου του γνωστού; 

Κλαίω... Αν δεν εβγάλατ’ απ’ το νου σας
την Τάνια σας ως τώρα μια φορά, 
μάθετε, τους δριμείς ονειδισμούς σας 
κι εκείνα σας τα λόγια τα ψυχρά, 
θε να τα προτιμούσα κατά βάθος 
από το ντροπερό σας τούτο πάθος, 
απ’ τις επιστολές και τους καημούς.

Στους άγουρούς μου εκείνους στοχασμούς 
ίσως — τότε — να δείξατε συμπόνοια 
ή σεβασμό στα χρόνια μιας μικρής...
Μα τώρα; Μπρος στα γόνατά μου εσείς
πώς συντριφτήκατε!... Τι καταφρόνια!...
Πώς σκλάβωσαν τα πάθη σας το νου
 δίχως καμιάν ελπίδα λυτρωμού;

Για μένα, Ονέγιν, τουτ’ η πολυτέλεια 
— κάλπικη μάσκα της παλιοζωής — 
οι θρίαμβοι, τα σπίτια μου τα τέλεια 
κι οι Εσπερίδες, χάνοντ’ όλα εύθύς 
και ψιθυρίζω μέσα μου: παράτα 
τη μαραζώστρα τούτη μασκαράτα, 
την αίγλη, τους θορύβους, τους καπνούς 
για δυο βιβλία και τους ποθεινούς 
κήπους, για το σπίτι και το κτήμα, 
γι’ αυτά τα μέρη που, τι συφορά, 
σας είδα, Ευγένιε, πρώτη φορά 
και για τ’ απλό, φτωχό εκείνο μνήμα, 
που κείτεται η Βάγια μου νεκρή 
μ’ ένα σταυρό κι ένα ξερό κλαρί...»

Πόσο μας ζύγωσεν η Ευτυχία!
Μα είχε πια η Μοίρα μου κριθεί. 
Ίσως και νάχα κάμει απροσεξία 
πάνω στο σπαραγμό μου το βαθύ. 
Με δάκρυα μ’ εξόρκιζεν η μάνα
και για την άμοιρη φτωχή Τατιάνα 
ίσοι βγήκαν οι κλήροι ολονών: 

Παντρεύτηκα!.. Παρακαλώ λοιπόν 
να με αφήστε δίχως πρόφαση άλλη. 

Ξέρω πως στην καρδιά σας τη θερμή 
κρύβεται περηφάνεια και τιμή.
Σας αγαπώ! (το ψέμμα τι θα βγάλει;) 
Με άλλον όμως έχω παντρευτεί 
και θα του μείνω αιώνια πιστή.» 

Αλ. Σ. Πούσκιν, Ευγένιος Ονέγιν,
μτφρ. Ν. Παπακωνσταντίνου, εκδόσεις Δωδώνη

Pushkin's novel Eugene Onegin 
 illustrated by Elena Petrovna Samokish-Sudkovskaya 


«Πρόκειται για το καλύτερο έργο μου....»


Ο Πούσκιν, άρχισε να γράφει τον Ευγένιο Ονέγιν στις 9 Μαΐου του 1823, εξόριστος στην Οδησσό. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ολοκληρώνει το 1ο Κεφάλαιο και γράφει στο φίλο του ποιητή Βιαζέμσκι:

«Σε ότι αφορά τις ασχολίες μου, γράφω τώρα κάτι που δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά μυθιστόρημα σε στίχους – διαβολεμένη διαφορά. Στον τύπο του Δον Ζουάν. Για έκδοση ούτε λόγος: γράφω εντελώς πρόχειρα.»

Τον Γενάρη του 1824 γράφει στον αδελφό του για το ατελείωτο ακόμη έργο του: 

«Πρόκειται για το καλύτερο έργο μου, μην ακούς το Ραγιέφσκι που το επικρίνει - περίμενε από μένα ρομαντισμό, βρήκε σάτιρα και κυνισμό και - ειλικρινά - δεν κατάλαβε τίποτα.»

Το έργο τελείωσε ύστερα από εργασία οκτώ χρόνων, τον Οκτώβρη του 1831 και δημοσιεύτηκε  στα 1833.  Ο κορυφαίος Ρώσος κριτικός της εποχής Vissarion Belinsky
χαρακτηρίζει τον «Ευγένιο Ονέγιν» «εγκυκλοπαίδεια της ρωσικής ζωής και καθρέφτη
της εθνικής συνείδησης στην πρώτη της αφύπνιση». Ο ίδιος ο Πούσκιν αποκαλεί την
αισθητική αντίληψή του που αποτυπώνεται στον «Ονέγιν» ρομαντικό ρεαλισμό και
τον εαυτό του «ποιητή της πραγματικότητας»



πήρξε ένας «χαρισματικός εγωιστής», στο πρόσωπο του οποίου είναι έκδηλες όλες οι αντιφάσεις της ρώσικης προοδευτικής αριστοκρατίας: νάρκισσος αλλά και δημοκράτης, αριστοκράτης, αλλά και επαναστάτης, κινηματίας, δεκεμβριστής. Όμως είχε και ισχυρή θέση στη δημόσια διοίκηση, όταν δεν ήταν εξόριστος στο Νότο. Γαλλόπνευστος αλλά και εθνικιστής, διαφωτιστής και εθνεγέρτης. Ρομαντικός, αλλά και ρεαλιστής.

Αλλά πέθανε νέος. Και μάλιστα άδοξα. Σε μονομαχία. Για μια γυναίκα. Η εγωπάθεια του ποιητή, νίκησε κάποια μέρα τη νηφαλιότητα του διανοούμενου. Και να σκεφτεί κανείς, ότι σε τούτο το κορυφαίο του αριστούργημα, ο ίδιος ο Ευγένιος Ονέγιν σκοτώνει ένα φίλο, έναν ευαίσθητο, ρομαντικό, λεβέντη ποιητή... Σε μονομαχία. Για μια γυναίκα...


Σημασία δεν έχει πώς γράφεις, αλλά τι γράφεις..


Ένας νεαρός, «φωτισμένος» αριστοκράτης της Ρωσίας, νοιώθοντας πλήξη από την κενότητα του τρόπου ζωής της τάξης του, καταφεύγει σε κάποιο κτήμα στην επαρχία. Ερωτύλος από τη φύτρα του, γοητεύει την Τατιάνα, μιά παρθένα της τοπικής «αριστοκρατίας», που η αδελφή της η Όλγα είναι ερωτευμένη μ’ ένα νεαρό ποιητή, το Βλαδίμηρο Λένσκη. 

Για να παίξει ο Ευγένιος, φλερτάρει έντονα την Όλγα σε κάποιο χορό, προσβάλλοντας έτσι και την Τατιάνα και την Όλγα και τον ποιητή, που είναι και φίλος του. Ο ποιητής τον καλεί σε μονομαχία, και ο Ευγένιος τον σκοτώνει. Κυνηγημένος από τις τύψεις, φεύγει από το χωριό, και χρόνια αργότερα στη Μόσχα, συναντάει τη σεμνή Τατιάνα, τώρα πια τιμημένη σύζυγο κάποιου πρίγκηπα και στρατηγού. Κι αυτός, που τόσο σκληρά την είχε κάποτε απομακρύνει, τώρα την ερωτεύεται τρελλά, και δοκιμάζει απάνω της το δονζουανισμό του. Εκείνη, του ομολογεί ότι τον αγαπάει, αλλά είναι αποφασισμένη να μείνει πιστή στον άντρα της. 

Εδώ τελειώνει απότομα το έπος του ο Ποιητής. Ένα έπος που θυμίζει πολύ Μπάυρον, πολύ Δον Ζουάν, αλλά που έχει την ξεχωριστή, δικιά του προσωπικότητα, τη σφραγίδα του Πούσκιν τη μοναδική, του Ρώσου Πούσκιν, του διαφωτιστή Πούσκιν, του επαναστάτη Πούσκιν.

Είναι αξιοζήλευτος ο τρόπος του ποιητή να ξεφεύγει από την περιγραφή του βίου και της πολιτείας του Ευγένιού του, και να ξεχύνεται στη Ρωσία, να την αναλύει, να την κριτικάρει.

Τα κύρια πρόσωπα του έπους είναι αντιπροσωπευτικότατοι τύποι της ρώσικης ανώτερης τάξης του καιρού τους, περιγραμμένοι αξιοθαύμαστα από τον Πούσκιν. Ο Ευγένιος είναι μάλιστα ο πιο αντιπροσωπευτικός. Ένας καλοαναθρεμένος γόης, μορφωμένος, αντιφατικός, που μένει τελικά αδρανής, παρασυρμένος από τις αντιφάσεις του. Τυπικό δείγμα του καιρού του. Δεν είναι ούτε η «έκφραση του Σατανά», ούτε η «αποθέωση του ερωτισμού», ούτε ο «Σκεπτικισμός προσωποποιημένος». Είναι ένας Ρώσος σαν μυριάδες άλλους.

Το ίδιο
 και ο Λένσκη. Μόνο που αυτός εκφράζει την αντιφατικότητά του πιο δημιουργικά, κάνοντας ποίηση. Ευαίσθητος, ρομαντικός, χάνεται άδικα για κάποιο ζήτημα τιμής. Ο Πούσκιν...

Το
 ίδιο κι η Τατιάνα. Δεν είναι ούτε Φαίδρα, ούτε Πηνελόπη. Είναι μιά Ρωσίδα. Κι η Ρωσίδα η γυναίκα, όπως είπε κάποτε ο Πούσκιν, είναι μιά ψυχή. Η Ρωσίδα η γυναίκα την εποχή εκείνη, δεν είχε αξία μακρυά από το πλευρό κάποιου άντρα...
Δημήτρης Παπακωνσταντίνου (απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου)




«Pushkin's Farewell to the Sea» by Ivan Aivazovsky and Ilya Repin (1877) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου