Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Φλεβάρης των φλεβών, Φλεβάρης των ποιητών


Φλεβάρης, πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη
__________

Φλεβάρης, η σιωπηλή μεθόριος του χρόνου

Ο Φλεβάρης των ορίων: ανάμεσα στο τέλος και στην αρχή. Ούτε βαθύς χειμώνας, ούτε άνοιξη ακόμα.

Ο Φλεβάρης, το στερνοπούλι του χειμώνα, το δεύτερο εγγόνι του χρόνου, ο μήνας των φλεβών, η προσμονή της κρυφής δράσης του νερού στις ρίζες.

Ο Φλεβάρης, ο πιο χαρούμενος και σκανδαλιάρης μήνας, που αν και κουτσός, ξέρει να χορεύει, να διασκεδάζει, να αγαπά τις σκανταλιές, να ερωτεύεται και να τρυπώνει στις πιο απίθανες νύχτες του χειμώνα σκορπώντας  γέλιο, χαρά και αναστάτωση με τις μεταμφιέσεις του.

Ο Φλεβάρης, με το λαβωμένο παιδικό πόδι και τα δακρυσμένα μάτια, «που άγρια τα κύματα κυλάει» αλλά και πλήρης ανοιξιάτικων υπαινιγμών και υποσχέσεων, γενναιόδωρα προσφέρει της μυγδαλιάς τα ευάλωτα άνθη.

Ο Φλεβάρης, της ανάληψης του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας - η ζωή πορεύεται με ερείπια, ημιτελή σχέδια και παρατημένες προθέσεις κι είναι η επιθυμία που μας κρατά ζωντανούς.

Ο Φλεβάρης δεν φωνάζει, υποχωρεί, μαζεύεται και υπόγεια προετοιμάζει το φως. Είναι ο μήνας που το σκοτάδι αρχίζει ανεπαίσθητα να χάνει τη δύναμή του — και αυτό ακριβώς τον κάνει τόσο ανθρώπινο. 


Σπύρος Βασιλείου, Καλαντάρι του 1947 με παροιμίες των μηνών
____________


«Δάκρυσαν τα μάτια του Φλεβάρη...»


«…Ήρθε κάποτε μέρα κακιά κι ο ένας από τους μήνες, ο Φεβρουάριος που τα άλλα παιδιά τον φώναζαν Φλεβάρη, λαβώθηκε άσχημα στο ένα του πόδι. Δεν κατάφερνε πια να τρέξει τριάντα ολόκληρες μέρες όπως άλλοτε, μα μόνο είκοσι οκτώ και οι άλλοι τον έβγαλαν Κουτσοφλέβαρο…

- Δεν είναι μήνας σωστός! Δεν τον θέλουμε στο παιχνίδι! Mίλησαν άσπλαχνα ένα πρωί δύο από τους μήνες - παιδιά. Οι άλλοι δέκα συμφώνησαν, χωρίς να το καλοσκεφτούν. Και τον έβγαλαν από το παιχνίδι… Δάκρυσαν τα μάτια του Φλεβάρη…»

Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, 
Τα παιδιά του χειμώνα, εκδόσεις Πατάκης


Έργο της Graciela Rodo Boulanger
_________


Ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο 

Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.

— Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.

Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει.  Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.

— Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…  

— Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!

Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.

— Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄  αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα.  Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος!

— Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης. 

— Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια.

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε:

— Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο;

— Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης.

— Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω.

— Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη;

— Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά.

— Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης.

Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά. 

Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του:

— Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο!

Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι. Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι.

— Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση.

— Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη.

Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει.

— Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος!

— Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος.

Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω.

— Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι;

Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα.

Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι,  μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!...

Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!...

— Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοι της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει.

Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν!

Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε…

Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν:

— Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα.

— Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης.

— Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο.

Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου.

— Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω;

— Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης.

Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς.

— Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης.

«Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε:

— Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά.

Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου!



Irina Kolesnikova, Two buffoons
___________


—Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;,
παραξενεύτηκε ο παππούς.

Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε:

— Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή…

Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης.
Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά.

— Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε.

Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη.

Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν.

Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του.

— Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε!

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του.

— Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο.

-Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.

Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος. Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε:

«Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά.
Ο Χρόνος γυρίζει.
Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!»


Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου,Τα παιχνίδια του Φλεβάρη, 
εκδόσεις Πατάκης


Louise Jopling (1843-1933), Phyllis (1883)
________

Η Φυλλίς απεικονίζεται να υποφέρει από μεγάλη θλίψη αφού εγκαταλείφθηκε από τον Δημοφώντα. Μια εκδοχή της ιστορίας αναφέρει πώς η Φυλλίς άρχισε να μαραίνεται και να μαραίνεται ενώ περίμενε τον εραστή της και τελικά πέθανε από θλίψη. Ωστόσο, οι θεοί ήθελαν να τη σώσουν και έτσι τη μετέτρεψαν σε αμυγδαλιά, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να περιμένει τον εραστή της. Η αμυγδαλιά έγινε σύμβολο αγάπης και αιώνιας ελπίδας.
_______



Η αμυγδαλιά κι ο Βοριάς

«…Φλεβάρης θα΄ταν… Ηλιόλουστη μέρα από εκείνες που 'χαν ξεχαστεί από τις Αλκυονίδες του Γενάρη. Ο τόπος είχε γεμίσει πράσινο χρώμα και εμείς όλοι κατεβήκαμε στον κάμπο να βρούμε χόρτα, μάραθα που ξέραμε ένα χωράφι που ήταν γεμάτο. Και τρέχαμε χαρούμενοι κι ανέμελοι ανάμεσα στις πέτρες και τα μικρά ρυάκια και ξαφνικά, εκεί δίπλα  στις τσουκνίδες ,τις μαντιλήδες και όλα τα αγριόχορτα το τοπίο άλλαξε. Μια μεγάλη αγκαλιά από λουλούδια που μοσχομύριζαν, άσπρα και ροζ πεντάφυλλα, γέμισαν την  καρδιά μας φως, χαρά κι ελπίδα. Σαν όνειρο , σαν οπτασία μια νεράιδα με κατάξανθα μακριά μαλλιά μας προσπέρασε τρέχοντας.

 Ποια ήταν, πως; Το κατάλευκο φόρεμά της γεμάτο μικρά μικρά ανθάκια. Κι όλος ο τόπος μοσχομύρισε …Να 'ταν η Άνοιξη που βιαζόταν να έρθει. Μα δεν ήταν δυνατόν, έκανε κρύο πολύ, ακόμα Χειμώνας ήταν. Και τότε άστραψε το μυαλό, φωτίστηκε. Η Αμυγδαλιά ήταν, ντυμένη νύφη που έτρεχε να συναντήσει τον αγαπημένο της, τον Βοριά.

Θυμήθηκα όλη την ιστορία… Μας την είχε πει η δασκάλα μας στο σχολείο. Ποιος ξέρει ,έτσι μου φάνηκε, μια ομορφιά στη μέση του χειμώνα, στη μέση του κάμπου, μόνη, έρημη και πενταστόλιστη. Ένα ολάνθιστο δέντρο ανάμεσα σ΄ ένα σωρό άλλα που στέκονταν γυμνά, γκρίζα και αμίλητα. Για μια στιγμή ο άνεμος φύσηξε πολύ δυνατά και κουμπώσαμε τα παλτά μας γιατί νοιώθαμε την ψύχρα του στο σώμα μας. Εκείνη κούνησε λίγο τα κλαδιά της, λίγα ανθάκια έπεσαν, σκόρπισαν, τα πήρε εκείνος μακριά σαν να ήθελε κι αυτός να τα κρατήσει… 

Εμείς καταλάβαμε …η αμυγδαλιά ήταν κι ο Βοριάς, που συναντιόντουσαν μ΄ αυτόν τον παράξενο τρόπο …ανταλλάσσοντας λόγια αγάπης μέσα στο καταχείμωνο. Τούτα τα μικρά σκορπισμένα ανθάκια που στροβιλίζονταν ήταν το δώρο της, για τούτη την τόσο παράξενη σχέση. Ήταν τα …λόγια του αέρα …!»

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα, 
Συλλογή Διηγημάτων, Ηράκλειο 2014


Edward Burne-Jones, Phyllis and Demophoon, 1870
Από τα μαλλιά της Φυλλίδας ξεπροβάλλουν άνθη αμυγδαλιάς.
Birmingham Museums and Art Gallery
__________


Ο Φλεβάρης, που άγρια τα κύματα κυλάει

Ξέρεις τ’ απάτητο βουνό που την κορφή του χιόνι
χειμώνα καλοκαίρι ζώνει;
Εκεί στη ρίζα του βουνού στέκει ένα σπίτι, κάτι
που μοιάζει του Ήλιου το παλάτι.

Μέσα στο σπίτι κάθονται δώδεκα Παλικάρια
με πρόσωπα σαν τα φεγγάρια.

[…] εκεί ο Φλεβάρης, που άγρια τα κύματα κυλάει,
γέρνει στης Μυγδαλιάς το πλάι […] 

Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη Ζωή, Κάποια Τραγούδια ακόμα, 
Οι Μήνες ( απόσπασμα), 1890.


February Rain by Scott Chitwood
_______


Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε...

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
Σε όνειρα
Αλλά καμία φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
Στον παράδεισο-

Τάσος Λειβαδίτης, «Φύλλα ημερολογίου», 
Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, 1990



Alex Colville, February, 1979
___________



Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα 

Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα ρούχα μια νύχτα ερειπωμένη
Αδιάκοπα ταξίδια, χιλιόμετρα αναμνήσεων κι ο σουβλερός
άνεμος στις παγωμένες λίμνες να ποδοπατεί χωρίς έλεος
την εσθήτα του καλοκαιριού
διαβαίνεις κάμπους και λαγκαδιές κρύσταλλα και
σταλαχτίτες ζεσταμένος από την πυροστιά των ματιών
της που θ’ ανθίσουν στη θέα σου
Μα κάποτε αλλάζει κι ο ρυθμός που σε κατέχει
Και οι απαντήσεις είναι πάντα τόσο φευγαλέες
Και το κορίτσι με το βιβλίο της βυζαντινολογίας ανοιχτό στα χέρια του
Δε θα σου πει τον καημό του
Κάθε βράδυ το φως θα δραπετεύει από τις γρίλιες για να
συναντήσει τον άσωτο που δεν έχει γυρισμό
και τα ερωτικά γράμματα σωρεύονται δένονται κατόπι με ροζ κορδέλες
κι ύστερα μια σιωπή μια σιωπή γιομάτη θλίψη σαν φτάνει η
ώρα η επίσημη που θα σκεφτείς εκείνον που αγαπάς
όταν εσύ που κατανίκησες τις αποστάσεις φεύγεις νικημένος
σαν ένα πλοίο με σβησμένα φώτα
ετοιμάζοντας ξανά το γυρισμό σου.


Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, 
 1943- 1997, εκδόσεις ΑΓΡΑ


Paul Cézanne - Mardi gras (Pierot et Harlequin), 1895
Μουσείο Πούσκιν, Μόσχα
__________



«Ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου»

Ο Μπασλάρ θα έκανε μια ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου, όπως έκανε για τη φωτιά. Ο Φεβρουάριος μας διδάσκει την έλλειψη και άρα την επιθυμία. Είναι ο Σαρλώ σ’ εκείνο το παιχνίδι με τον τσολιά τον παλαιστή και την ωραία με το μπικίνι που παίζαμε παιδιά. Χωρίς τον κουτσό που αποτελούνταν από τρία κομμάτια αντί για τέσσερα δεν θα μπορούσαμε να κινήσουμε τα πιόνια του παιχνιδιού που θα ήταν άχρηστο αφήνοντας τις φιγούρες σε συμβολική αταξία. Είναι ακόμα ο μήνας που διδάσκει την ανάληψη του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας. Είναι ο μήνας που διδάσκει, παρά την απατηλή ολότητα της ζωής των επωνύμων που καλλιεργούν οι δημοσιογράφοι, πως η ζωή όλων πορεύεται με ερείπια σχεδίων και προθέσεων και πράγματα ημιτελή και παρατημένα στη μέση. Σωστά έβαλαν εκεί τον καταναλωτικό έρωτα και τις μεταμφιέσεις του καρναβαλιού γιατί και τα δύο είναι στοιχεία της επιθυμίας. Αν συναντούσαμε το αντικείμενο της επιθυμίας μας θα είμαστε νεκροί από επιθυμίες. Δεν θα το συναντήσουμε ποτέ, αλλά σε κάθε απονενοημένη προσπάθεια θα μας δίνεται τόσο όσο να συνεχίσουμε την επόμενη. Κι έτσι ως το τέλος.

Υ.Γ. Καλύτερα θα ήταν να γράψω του Φεβρουαρίου των πόλεων.
Ο Χρίστος Παλαιοπάνος μου θύμισε ένα ακόμα πένθος. Το θεμελιώδες πένθος του ανθρώπου που έχασε το ρυθμό του χρόνου της φύσης. Γιατί εκεί, όπως ίσως θα συμπλήρωνε ο Μπασλάρ στο βιβλίο του Το Νερό και τα Όνειρα, ο Φεβρουάριος είναι μια προσμονή της κρυφής δράσης του νερού στις ρίζες. Η παρήχηση του ρο όχι τυχαία πάει στα δύο ρω του Φεβρουαρίου και επισημαίνει τη δράση του στις ρίζες. Ο Φεβρουάριος είναι το πένθος του Μπωντλαίρ.




Χαρακτικό του καλλιτέχνη Pierre Leroy για τα «Άνθη του Κακού»
___________

   

«Η αξιοπρέπεια του ανυπεράσπιστου Φεβρουαρίου»

«Ο Bachelard θα έκανε μια ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου, όπως έκανε για τη φωτιά. Ο Φεβρουάριος μάς διδάσκει την έλλειψη και άρα την επιθυμία. Είναι ο μήνας που διδάσκει την ανάληψη του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας […]» γράφει σε ένα κείμενό του ο Βασίλης Λαλιώτης.

Ο Φεβρουάριος σημαίνει την κάθαρση, τον εξαγνισμό (κατά το λατινικό «februus»). Είναι το ημιτελές τραγούδι που σμίγει τους αγίους με τα καθάρματα πάνω από τα ανθρώπινα, στο ύψος της τέχνης. Εκεί που όλα αποκαθίστανται, εξαγνίζονται και επιστρέφουν ξανά στην επίγεια ταπεινότητα, αλλά και ταπείνωσή τους. 

«Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν στον παράδεισο …» έγραφε με τον λυρικό του ουτοπισμό ο Λειβαδίτης, ξεχνώντας πως εμείς χρωστάμε στον Φεβρουάριο, όχι αυτός σε εμάς.

Ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που ο Μπωντλαίρ, λίγο πριν τον θάνατό του, φοβήθηκε ότι τα «Άνθη του Κακού» θα μείνουν στην αφάνεια. Οι ευωδιές, όμως, της τέχνης του φθάνουν μέχρι σήμερα. Πιο ισχυρές από τις δυσοσμίες της τότε ζωής του.

Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος με κομμένο πόδι. Για αυτό και η φλέβα του νερού κτυπά πιο δυνατά. Για να υπενθυμίζει στον Οκταβιανό οτι δεν έχει διασωθεί κανένα κείμενό του κι ας του στέρησε μία μέρα για τη δική του αιωνιότητα. Να του θυμίζει ότι έχασε την «επιθυμία» αναζητώντας την «ολότητα», που δεν ήρθε ποτέ.

Η «αξιοπρέπεια του ανυπεράσπιστου» Φεβρουαρίου είναι η παντοτινή νίκη του απέναντι στους άλλους, «ισχυρούς» μήνες.




Februus και Febris που αντιπροσωπεύουν τον μήνα Φεβρουάριο
Χαρακτικό του 1698, The British Museum
__________


Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος
με κομμένο πόδι

Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος
με κομμένο πόδι. Σε μια γωνιά ο Οκταβιανός
γογγύζει και τη φλέβα του νερού κτυπά πιο δυνατά
καρφώνοντας βαθιά βελόνα υστεροφημίας.
Μαύρα ποτάμια ξεχύνονται στις αρτηρίες
σαν το ημιτελές τραγούδι της επιθυμίας
που ψάλλουν ματαίως οι καλένδες.
Ο Αύγουστος είναι ένας Φεβρουάριος
με περίσσιο λυγμό. Όπως τα κείμενα
του Αυτοκράτορα που θάφτηκαν στη λήθη
και ο γιος που δεν ήρθε στη μέρα που προστέθηκε
μένοντας θετό το ψεύδος της corona civica.
«Χειροκροτείστε πολίτες, χειροκροτείστε φίλοι,
η κωμωδία τελείωσε». Ώρα ν’ αρχίσει ο τρύγος.




Art by Margit J Füreder
_______



Του Φλεβάρη το πρόσωπο...

Why, what's the matter,
That you have such a February face,
So full of frost, of storm and cloudiness?

Τι συμβαίνει, λοιπόν,
κι έχεις τέτοιο φλεβαρίσιο πρόσωπο,
γεμάτο πάχνη, μπόρες και συννεφιές;

William Shakespeare, Much Ado About Nothing


Igor Grabar, February Azure, 1904, Tretyakov Gallery, Moscow
___________


Φεβρουάριος

Φεβρουάριος! Πιάσε μελάνη και κλάψε!

Θρηνώντας για τον Φλεβάρη γράψε,

Ενώ η λασπουριά βροντοκοπάει
Και καίγεται την μαύρη άνοιξη.

Βρες παϊτόνι. Δεκάρες δώσε έξι

Με τον ήχο της καμπάνας, με των τροχών την κλαγγή

Πήγαινε εκεί, όπου η νεροποντή

Βροντοκοπάει πιο πολύ από τα δάκρυα και τη μελάνη.

Εκεί, σαν καρβουνιασμένα αχλάδια,

Χιλιάδες κουρούνες από τα δέντρα

Στους λάκκους θα πέσουν, θα καταστρέψουν

Τη στεγνή θλίψη στο βυθό των ματιών.

Σαν μαύρα στίγματα εκεί που έλιωσαν τα χιόνια,

Αυλακωμένος ο αγέρας από τα κρωξίματα,

Όσο πιο τυχαία, τόσο πιο σωστά

Θρηνώντας γράφονται τα ποιήματα.





Nino Ninotti, Fiore d'inverno
__________


Afternoon in February

The day is ending,
The night is descending;
The marsh is frozen,
The river dead. 

Through clouds like ashes
The red sun flashes
On village windows
That glimmer red. 

The snow recommences;
The buried fences
Mark no longer
The road o'er the plain; 

While through the meadows,
Like fearful shadows,
Slowly passes
A funeral train. 

The bell is pealing,
And every feeling
Within me responds
To the dismal knell; 

Shadows are trailing,
My heart is bewailing
And tolling within
Like a funeral bell.

*******

Απόγευμα του Φεβρουαρίου

Η μέρα σβήνει,

η νύχτα κατεβαίνει·

ο βάλτος παγωμένος,

το ποτάμι νεκρό.

Μέσα απ’ τα σύννεφα, 
στάχτη στον ουρανό,

μια κόκκινη λάμψη του ήλιου τινάζεται

στα παράθυρα του χωριού

που αντανακλούν αίμα και φως.

Το χιόνι ξαναρχίζει·

οι θαμμένοι φράχτες

δεν ξεχωρίζουν πια
τον δρόμο 
απ’ την πεδιάδα.

Κι ανάμεσα στα λιβάδια,

σαν σκιές φοβισμένες,

αργά περνά

μια νεκρική πομπή.

Η καμπάνα χτυπά,

κι ό,τι αισθάνομαι μέσα μου

ανταποκρίνεται

στον πένθιμο ήχο της.

Οι σκιές μακραίνουν,

η καρδιά μου θρηνεί

και χτυπά από μέσα

σαν νεκρική καμπάνα.





Benjamin Williams Leader (1831–1923), February Fill Dyke
_____________



February

The month of February,
The month of frost and snow,
When grass is dead, and ways are mire,
And storm-winds blow.

*******

Φεβρουάριος

Ο μήνας ο Φεβρουάριος,
μήνας παγετού και χιονιού,
όπου το χορτάρι νεκρώνεται,
οι δρόμοι βουλιάζουν στη λάσπη
κι οι άνεμοι ξεσπούν.

Christina Rossetti (1830–1894), February 
Time Flies: A Reading Diary (1885)



Nikolai Anokhin, February Stillness
_________


On the wind in February

[...] On the wind in February
Snowflakes float still,
Half inclined to turn to rain,
Nipping, dripping, chill.
Then the thaws swell the streams,
And swollen rivers swell the sea:—
If the winter ever ends
How pleasant it will be!
[...]


**********


Στον άνεμο του Φλεβάρη

Στον άνεμο του Φλεβάρη
νιφάδες ακόμα πλέουν,
μισοδιστακτικές να γίνουν βροχή,
τσιμπώντας, στάζοντας, παγωμένες.
Κι ύστερα το λιώσιμο φουσκώνει τα ρυάκια,
κι οι φουσκωμένοι ποταμοί φουσκώνουν τη θάλασσα:—
Αν τελειώσει ποτέ ο χειμώνας,
πόσο ευχάριστο θα είναι!




Olga Vorobiova, February
___________


February Days


The icy northern blast sweeps by,
From wild wastes of the Arctic snow;
Above us droops a wintry sky,
A bleak white landscape lies below.
But, 'neath the chilly Polar blast,
A low, sweet undertone I hear:
"The wintry storms will soon be past,
And pleasant Spring-time days are near."


********

Ημέρες του Φλεβάρη


Η παγωμένη βόρεια έκρηξη σαρώνει,
από άγριες ερημιές αρκτικού χιονιού·
πάνω μας κρέμεται χειμωνιάτικος ουρανός,
κι απλώνεται από κάτω ένα άδειο, λευκό τοπίο.
Μα, κάτω από την ψυχρή πολική έκρηξη,
μια χαμηλή, γλυκιά φωνή ακούω:
«Οι χειμωνιάτικες μπόρες σύντομα θα περάσουν,
κι οι ευχάριστες ανοιξιάτικες μέρες πλησιάζουν».





Image created by pollo.ai
__________



Leap Year

Little month of February,
You are small, but worthy—very!
Will you grow up like the others,
Like your sister months and brothers?
Every four years with a bound
With a leap up from the ground,
Trying to grow tall as they—
All you stretch is one small day!
Even then you're not so tall
But just the shortest month of all.

*********

Δίσεκτο Έτος


Μικρούλη μήνα Φλεβάρη,
Είσαι μικρός, μα άξιος — πολύ!
Θα μεγαλώσεις σαν τους άλλους μήνες,
Σαν τις αδελφές σου και τ' αδέλφια σου;
Κάθε τέσσερα χρόνια με ένα πήδημα
Μ' ένα άλμα από το έδαφος,
Προσπαθώντας να ψηλώσεις όπως αυτοί —
Το μόνο που τεντώνεσαι είναι μια μικρή μέρα!
Κι ακόμα και τότε δεν είσαι τόσο ψηλός
Αλλά απλώς ο πιο σύντομος μήνας απ' όλους.




Eugène Grasset, La Belle Jardiniere, February, 1896
______________



Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Γιάννης Κοντός, «Δεν υπάρχει αθώος ποιητής»

Νίκος Οικονομίδης, Ο Γιάννης Κοντός γράφοντας στην πολυθρόνα του, 2005.
___________

«Η ποίηση δεν είναι τέχνη αθώων»

Αρκετά νωρίς κατάφερα να διακρίνω δύο ομάδες – κατηγορίες πιο σωστά – συγγραφέων. Εκείνους που έγραφαν με πρωτογενή ποιητική ευφυΐα και εκείνους των οποίων η γραφή συνδεόταν με θεωρητική παιδεία. Ο Κοντός, ακόμα και ιδιοσυγκρασιακά, ανήκε στην πρώτη. Λέω ιδιοσυγκρασιακά, γιατί η φαντασία του είναι συνειρμική, δηλαδή κατεξοχήν στην υπηρεσία της ποίησης και της μεταφοράς.

[…] Τον θυμάμαι να μιλά για την ποίηση – από το 1970 ακόμα –, δηλώνοντας πως «δεν είναι τέχνη αθώων. Πρέπει να πιάνεις πουλιά στον αέρα», έλεγε, εννοώντας έναν δέκτη που ξέρει τι συμβαίνει γύρω του (ξέρει ακόμα κι αυτό που δεν συμβαίνει). «Με το που βλέπεις κάποιον, μικρέ – με έλεγε μικρό τότε –, πρέπει να καταλαβαίνεις πού πάει και από πού έρχεται. Δεν υπάρχει αθώος ποιητής». Η φράση θυμίζει την ιδέα του Ουάιλντ, ότι τα κακά ποιήματα γράφονται με αλήθειες και ειλικρινή αισθήματα.

Είχε την ευχέρεια να χειραγωγεί εικόνες και έννοιες, να συνθέτει έναν προσωπικό (εύκολα αναγνωρίσιμο) κόσμο, «ζωή τού μέσα και του έξω», όπως έγραψαν, «που κυλάει φρενήρης και περίεργα στατική, παρασύρει στο πέρασμά της αισθήματα και αισθήσεις, αναμνήσεις και ιδεολογίες μουσικές και παραστάσεις [...] 

Ράλι

Σήμερα οδηγώ πολύ νευρικά 
και με μεγάλες ταχύτητες την πολυθρόνα μου.
Ήδη έχω σπάσει τρεις φορές 
το φράγμα του νέφους.
Έχουν σακατευτεί, έχουν σκοτωθεί 
πολλοί σωσίες μου.Έμεινα μόνος. Μόνος 
οδηγώ αυτόν τον κίνδυνο.
Περνώ αστραπιαία και με κοιτούν 
με απορία.Ούτε κατάλαβα ποτέ 
γιατί τρέχω έτσι ακίνητος, αφηρημένος,
κοιτώντας αλλού την ησυχία.
Τα σήματα της τροχαίας κάποιος
τα έχει αλλάξει και δείχνουν συνέχεια μονόδρομο.
Πολλές φορές την πόλη την έχω δει ανάποδα
ή έχω πέσει σε βαθιά νερά.
΄Άλλες φορές οι λακκούβες είναι στρωμένες
με μπαμπάκι, η ορατότητα αρίστη.
Όπως αντιλαμβάνεσθε,
όλα μαθηματικώς με οδηγούν
στην επόμενη στροφή που περιμένει:
ο γκρεμός, η θάλασσα, η απογείωση».

Γιάννης Κοντός, Ράλι, από τη συλλογή «Δωρεάν Σκοτάδι», 
εκδ. Κέδρος, 1989


Καμιά θεωρητική ενδοχώρα. Μόνο ένα διαρκές παιχνίδι με εντυπώσεις και πλάγια νοήματα. Από την εποχή μιας κάπως συχνότερης επαφής μας ανακαλώ περιστατικά όπου ακόμα και το τετριμμένο μεταμορφωνόταν. Κρατούσα κάποτε ένα βιβλίο, μια παλιά έκδοση που αγόρασα, και ενώ του μιλούσα σχετικά μ' αυτό, μου έδειξε στο οπισθόφυλλο τον κύκλο ενός φλιτζανιού, ανύποπτη στιγμή κάποιου αγνώστου. 


Η χαμηλή Βλάστηση της Ομιλίας

Στο Νίκο Χουλιαρά

Οι κυματισμοί μέσα μου 
φέρνουν ηλεκτρισμό,αλάτι, 
χώματα, στην άλλη ζωή μου.
Φωτιά το σκοτάδι γύρω.
Τίποτα δεν πετάει. Όλα ἔρπουν. 
Χαμηλή βλάστηση – σιγανές ὁμιλίες 
Τυλιγμένη στις φλέβες σου κοιμάσαι.
Πιάνομαι από λέξεις ελληνικές
και  βαδίζω μέσα στο χαλασμό.
Χρονολογίες η μια πάνω στην άλλη 
δυσδιάκριτες, φαγωμένες από 
τις ιδεολογίες και τη μοναξιά 
του ανθρώπινου εἴδους. 
Κάνω κολάζ προσώπων,
περασμένων – επερχομένων.
Ο χρόνος σε κουνάει λίγο
και πας, χάνεσαι.

Τραμ, τχ. 11-12 (Μάρτης 1979)

Σπάνια τον έβλεπα μετά την απομάκρυνσή του από τον Κέδρο. Στο Δέντρο, για το οποίο πάντα ζητούσα κάτι από την τελευταία δουλειά του, επέμενε να μην υπάρχει η χρονολογία γεννήσεως. Στις σπάνιες συναντήσεις μας κάναμε πάντα εύθυμες αναδρομές. Του θύμιζα μικρά επεισόδια, όπως όταν κάποτε – ξημέρωμα μιας 21ης Μαΐου μου τηλεφώνησε για τα «Χρόνια πολλά». «Γιάννη, σε ευχαριστώ πολύ, είσαι ο πρώτος», του είπα. «Και βέβαια είμαι ο πρώτος», απάντησε, εννοώντας την κατάταξή του στη γενιά και όχι το πρώτο τηλεφώνημα. 

Κι ακόμα, αναφερόμουν σε ένα επεισόδιο με το οποίο ξεκαρδιζόταν η Ρουκ. Όταν ονειρεύτηκα το πρωτοσέλιδο μιας βουλγαρικής εφημερίδας με τίτλο «Τροχαίο ατύχημα του μεγάλου ποιητή Κοντού», το ανακοίνωσα μεσημέρι στον Κέδρο, σε πολυάριθμη ομήγυρη. «Ναι, αλλά έγραφε του μεγάλου», δήλωσε εκείνος με ετοιμότητα. 

Τον επισκέφθηκα στο νοσοκομείο, χωρίς να πιστεύω σ' αυτό που ακολούθησε. Δεν ξέρω αν με γνώρισε. Επαναλάμβανε επίμονα ότι ήθελε να βάλει τα παπούτσια του, να επιστρέψει στο σπίτι. Βγήκα ύστερα από ώρα στη λεωφόρο Αθηνών. Αποφάσισα να οδηγήσω προς την Ελευσίνα και επέλεξα έναν σταθμό στο ραδιόφωνο. Κάτι μάς σπρώχνει επίμονα στη ζωή, ξεχνούμε όπως μπορούμε το κρυμμένο σκοτάδι της.


Κώστας Μαυρουδής, Με αφορμή ένα αφιέρωμα,
Το τοπίο μακριά, Αφιέρωμα στον Γιάννη Κοντό,
επιλογή-επιμέλεια υλικού Μαριγώ Αλεξοπούλου,
εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2025


(από αριστερά) Κώστας Μαυρουδής, Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλης, Γιάννης Κοντός, Σπύρος Τσακνιάς, Χρόνης Μπότσογλου.
__________


Ο Γιάννης και η φασολιά

Ως γιος στρατιωτικού [ο Γιάννης Κοντός]  (μιλούσε συχνά γι’ αυτή την ιδιότητα, γιατί περί αυτού πρόκειται, και μόνο αν σκεφτεί κανείς τις αναγκαστικές μετακινήσεις από πόλη σε πόλη, και τις επακόλουθες αλλαγές σχολείων, ή τη δουλική συμπεριφορά των φαντάρων απέναντι σε όλα τα μέλη της οικογένειας ενός αξιωματικού, για να αναφέρω δύο μόνο χαρακτηριστικά στοιχεία), ο Γιάννης έμενε σχεδόν αναπόφευκτα στου Παπάγου. Πήγα και ξαναπήγα στο σπίτι του εκεί, αλλά τον θυμάμαι κυρίως στριμωγμένο πίσω από το γραφειάκι του στον πέμπτο όροφο του Κέδρου, και στα διάφορα εστιατόρια και στις ταβέρνες όπου τρώγαμε κατά καιρούς.

Μισούσε τα ταξίδια και τις μετακινήσεις γενικότερα, κι έζησε σχεδόν αποκλειστικά στην Αθήνα. Πρέπει να λογαριάσει κανείς ότι, ως εκ της θέσεώς του της επαγγελματικής, δεχόταν διαρκώς προτάσεις για ταξίδια στο εσωτερικό της χώρας, ώστε να παρουσιάσει τα βιβλία του. Βομβαρδιζόταν, για την ακρίβεια, από προτάσεις, τις οποίες αρνιόταν σθεναρά. Και στο εξωτερικό, όμως, απέρριπτε κάθε ευκαιρία να πάει, για ταξίδια αναψυχής ή επαγγελματικά. Μόνο στο Μεταξοχώρι, στην Αγιά της Λάρισας, πήγαινε τα καλοκαίρια, στο εξοχικό του.

Ήταν Ο νευρωτικός. Το αρσενικό άρθρο με κεφαλαίο γράμμα, ή τουλάχιστον με πλάγια. Και μόνο τη μανία του, αν λογαριάσουμε, να σε ρωτάει, πριν σε φιλήσει κάθε φορά που σε έβλεπε, μήπως είσαι κρυωμένος και τον κολλήσεις, φτάνει. Ή την άλλη μανία του, να μην κάθεται όπου υπήρχαν ρεύματα αέρα και κρυώσει. Μιλάμε όχι για μανία, αλλά, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, για αληθινή υστερία.

Ο Γιάννης μου έκανε κατευθείαν κάτι παραπάνω από απλώς θετική εντύπωση με την πρώτη συλλογή του, την «Περιμετρική» (1970). Ώσπου, σε κάποια από τις επόμενες, στις «Φωτοτυπίες» (1977), ανακάλυψα τους κορυφαίους για μένα, αξέχαστους στίχους του ‒έμβλημα ενός καθαρόαιμου αναρχισμού‒, που λένε:

Ακόμα δεν πραγματοποιήθηκε
το παιδικό μου όνειρο:
η ομαδική εκτέλεση των διευθυντών.

[...] Την ποίησή του τη χαρακτηρίζει, υπεράνω όλων, μια ποπ ελαφρότητα. Πρόκειται αναμφισβήτητα για σήμα κατατεθέν της γενιάς του. Και, χωρίς αμφιβολία, οι αγαπημένοι μου στίχοι του που προανέφερα δεν είναι καθόλου χαρακτηριστικοί του έργου του. Ο Κοντός μπορεί να ήταν στο βάθος αναρχικός, όπως ίσως όλοι ανεξαιρέτως οι Νεοέλληνες, κάτι τέτοιο όμως δεν δίνει επ’ ουδενι το στίγμα της ποίησής του.

Δεν ξέρω ποιους στίχους του να διαλέξω για να παραθέσω εδώ, στίχους του που να μου αρέσουν, εννοείται, αλλά και να είναι γενικότερα αντιπροσωπευτικοί της δουλειάς του. Αντιγράφω κάποιους, σχεδόν στην τύχη, σκόρπιους στίχους από διάφορα βιβλία του. Από Τα οστά (1982): 

«Πολλοί άνθρωποι άσπρισαν 
γύρω μου. Γίνανε ασβέστης. 
– Με την κιμωλία τους / γράφω ποιήματα –». 

«Τα ρούχα μας μπερδεμένα 
στην καρέκλα, μοιάζουν 
φίδια σε οργασμό»

«Σήμερα έχουν μεγάλο ταξίδι 
τα μάτια μου. Πηγαίνουν 
από το ένα παπούτσι στο άλλο. 
Όλη μέρα, χωρίς διακοπή». 

«Με το πρόσωπο μέσα στη μουσική
όπως στο νερό».

 Από τη συλλογή Στο γύρισμα της μέρας (1992)

«Με λένε Πάρη, είμαι πενήντα χρονών
και έχω ένα παλιό καφενείο, 
εκατό μέτρα από το ποίημα». 


Μέσα μου, ο Γιάννης, ο ευτραφής, μπον βιβέρ Γιάννης Κοντός, συνδέεται με το πασίγνωστο παραμύθι «Ο Τζακ και η φασολιά». Καθόλου παράξενο, αν σκεφτείς ότι τα ποιήματά του είναι κάτι σαν ποπ παραμύθια. Δηλαδή, καθόλου γκροτέσκα, όπως είναι όντως κάποια από τα κλασικά παραμύθια, αλλά αντιθέτως ευχάριστα και ανάλαφρα, κάποτε και ευτράπελα, σαν καρτούν του Ντίσνεϊ. Εκεί νιώθω ότι βρίσκεται τώρα πια, στην παραμυθοχώρα. Πήγα στην κηδεία του και κατασυγκινήθηκα, τόσο στενοί φίλοι που είχαμε προλάβει να γίνουμε («είχαμε προλάβει», γιατί ούτε που το κατάλαβα, «ανεπαισθήτως όλως», όπως γράφει και ο Καβάφης).

Θυμάμαι πολύ έντονα, πιο έντονα από όσο θα ήθελα μερικές φορές, τη στιγμή που άνοιξαν το φέρετρο πάνω από τον ανοιχτό τάφο και, τιμώντας το σχετικό έθιμο, παράχωσαν μέσα διάφορα προσφιλή του μικροαντικείμενα. Όμως, παρότι παρακολούθησα τον ενταφιασμό του, η αίσθηση που έχω, που εξακολουθώ να έχω, είναι ότι ο Γιάννης δεν πέθανε. Δεν ξέρω αν είδε τον τρομακτικό γίγαντα, την κότα με τα χρυσά αυγά, τη μαγική άρπα και τα ρέστα. Ξέρω, όμως, ότι ανέβηκε από τη φασολιά του Τζακ στον ουρανό, και έκτοτε ζει εκεί πάνω.


Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Ο Γιάννης και η φασολιά, 
Το τοπίο μακριά, Αφιέρωμα στον Γιάννη Κοντό,
επιλογή-επιμέλεια υλικού Μαριγώ Αλεξοπούλου,
εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2025



(από αριστερά) Γιάννης Κοντός, Αργύρης Μπακιρτζής, Γιώργος Μαρκόπουλος, Κώστας Σιδέερης, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Στο Tivoli, Γενάρης 2009.
____________



«Στο μικρό ποίημα ζει ένας πεθαμένος ποιητής»

Τα μικρά ποιήματα απομνημονεύονται ευκολότερα. Ξεκλειδώνουν μεγάλα συναισθήματα χωρίς τα ίδια να διακινδυνεύουν συναισθηματικά.

Τα μικρά ποιήματα είναι ακριβή. Γιατί, συνήθως, έχουν πληρώσει πανάκριβα το γεγονός της ύπαρξής τους.

Φοριούνται όλες τις ώρες. Είναι σαν το απλό μαύρο φόρεμα στις ντουλάπες των γυναικών – βάζοντας μια βαρύτιμη καρφίτσα, το κάνεις βραδινό. Αρκεί να κρεμαστείς από μια μικρή λέξη του ποιήματος και παίρνεις στον λαιμό σου αμύθητα φιλιά. Τις άλλες ώρες δίνεις.

Τα μικρά ποιήματα βολεύονται καλύτερα στις αποσκευές. Χώνουν τη μύτη τους στα φορεμένα ρούχα και συλλέγουν μυρωδιές για την επόμενη έκδοση.

Στα μικρά ποιήματα ζωντανεύουν οι νεκρές φύσεις: «το ώριμο μήλο φωτίζει την κουζίνα».

Τα μικρά ποιήματα αποφεύγουν τις μικρότητες. Όταν λένε «έπεσες σε κενό ανθρώπου» και ζητούν να προσδεθείς, ο καθένας εννοεί πάντοτε τον άνθρωπο που τον αφορά.

Στα μικρά ποιήματα επιτρέπεται το κάπνισμα. Αλλιώς, η νύχτα μένει χωρίς σύνεργα και ο ποιητής χωρίς νύχτα.

Τα θραύσματα της χθεσινής ημέρας / με πήραν στο πρόσωπο και μου αφήσανε σημάδια: είναι το μικρό ποίημα που μόλις διάβασες.

Τα μικρά ποιήματα αφιερώνονται σε μεγάλους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο που στα πιο λεπτά χείλη βρίσκει διέξοδο μια σπουδαία ψυχή (ένα μικρό ποίημα αφιερώνεται στον Γ.Ε.).

Τα μικρά ποιήματα ξέρουν ότι τα σώματα λιώνουν αλλά, ευτυχώς, δεν το ξέρουν τα ρούχα τους.

Κάθε μικρό ποίημα έχει το ευωδιαστό παρελθόν του. Κάθε σκουριασμένο παρόν έχει το μικρό του ποίημα. Το μέλλον ανήκει στα μικρά ποιήματα.

Στο μικρό ποίημα ζει ένας πεθαμένος ποιητής.

Στο μικρό ποίημα επιζεί το τριαντάφυλλο που της δόθηκε κάποτε το μισό όνομά της.

Στα μικρά ποιήματα κανείς δεν πάει πουθενά. «Πέντε μέτρα παρακάτω» είναι η πραγματοποίηση μιας θανάσιμης απειλής.

Στο μικρό ποίημα «νύχτα βγήκανε οι λέξεις στους δρόμους». Έτσι εξηγείται γιατί σ' ένα μικρότερο τραγούδι «νύχτα γυρνάν οι ποιητές».

Τα μικρά ποιήματα παλεύουν με τον χρόνο, που παλεύει με τα ρούχα των ανθρώπων: Η πονηριά των μικρών ποιημάτων να εξαλείφουν τον χρόνο λόγω ιδιότητας. Και να παλεύουν με τα ρούχα αποκλειστικά.

Στα μικρά ποιήματα «μόνο κάτι χορταράκια... αντιστέκονται στον καιρό». Ασεβείς πόθοι. Η εμφάνιση της Αγνώριστης έχει ήδη συντελεστεί σε παλαιότερο ποίημα.

Τα μικρά ποιήματα αγαπούν να ζωγραφίζονται. Αλλά αυτό συμβαίνει και στα μεγάλα ποιήματα.

Στα μικρά ποιήματα ειπώθηκαν μεγάλα λόγια. Ευτυχώς, τα ξέφτια έφτασαν μόνο μέχρι τον δεύτερο στίχο.

Τα μικρά ποιήματα δεν κρύβουν τίποτε άλλο παρά μόνο σιωπή. Όταν αυτή εκραγεί, θα αποκαλυφθεί, επιτέλους, όλη η αλήθεια για τους φανταστικούς εραστές.

Το μικρό ποίημα είναι σενάριο για ταινία μικρού μήκους. Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ κάνει ένα μεγαλειώδες πέρασμα, προσβλέποντας στην ενσωμάτωση του σηκωμένου γιακά του στο βασίλειο της γραφής.

Στα μικρά ποιήματα τα χέρια είναι δέντρα «και τα κίτρινα πουλιά τους κελαηδούν πράσινα». Τι θέλει να πει ο ποιητής; Όποιος έχει κίτρινες νότες στα μαλλιά του και πράσινα φτερά, αυτός χαϊδεύτηκε παράφορα.

Τα μικρά ποιήματα είναι ζουμερά σαν πορτοκάλια. Μας θυμίζουν φιλιά.

Στα μικρά ποιήματα πρωταγωνιστεί ένα μήλο και φέρνει πιο κοντά μας τον αποθανόντα γιατρό των ψυχών.

Στα μικρά ποιήματα ο φόβος κρατάει δευτερόλεπτα, δηλαδή μια ζωή ολόκληρη του ποιήματος.

Τα παραπάνω γράφτηκαν το 2007 και δημοσιεύτηκαν στο ΠΕΡΙ- ΩΔΙΚΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. Ο Γιάννης Κοντός μόλις μου είχε στείλει στην Καβάλα τη νέα του ποιητική συλλογή, τα Δευτερόλεπτα του φόβου, κι αυτή ήταν η απάντησή μου. Τώρα που ξαναδιαβάζω στο περιοδικό την ιδιότυπη κριτική, σκέφτομαι ότι στην ουσία έγραψα ένα μικρό γράμμα και του το απέστειλα. Απαντώ με δικά του λόγια στα λόγια του. Και ξαναθυμάμαι το προφητικό «τα μικρά ποιήματα ξέρουν ότι τα σώματα λιώνουν αλλά, ευτυχώς, δεν το ξέρουν τα ρούχα τους». Και κάπως έτσι γίνεται η σύνδεση με τα επόμενα.


Τραπέζι για τέσσερις

Στο TIVOLI υπάρχουνε παιδιά και νοστιμιές.
Η απαλή ακινησία ενός κόκκινου καυτερού κασκόλ 
στον απέναντι λαιμό.
Η καστόρινη διάθεση μιας εικοσαετίας.
Το διπλανό μου φλογερό πιρούνι σου.
Ό,τι δεν τρώγεται είναι τα πεινασμένα μάτια στην εξώπορτα.
Θέλω να ανταμώνουμε τα μεσημέρια 
τρυφεροί κι ανίδεοι για τις κρυφές μας πείνες 
και πιο τρυφεροί που φαγωθήκαμε κρυφά 
απ' τον πανούργο εαυτό του καθενός μας.
Γιατί στο TIVOLI μαζεύονται παιδιά σαν εραστές.
Η πείνα κόβει – πιο μαχαίρι
κι ύστερα αργοπορεί.
Τρυπάει το πιρούνι – πιο αστέρι 
που πέφτει να καρφώσει την ευχή.

Χρόνια έψαχνα να βρω αυτή τη φωτογραφία. Είχα φάει τον τόπο. Τη βρήκα, τελικά, χθες μέσα σ' ένα «άσχετο» βιβλίο. Ήταν Γενάρης του 2009, δεκαέξι χρόνια πριν! Βρέθηκα στην Αθήνα, ειδοποίησα εγκαίρως τον Γιάννη Κοντό, «θέλω να μου τηλεφωνήσεις ότι έρχεσαι τρεις μέρες νωρίτερα», πάντα τρεις μέρες, έτσι μου έλεγε, και κλείσαμε ραντεβού να φάμε οι τέσσερις στο Tivoli της Μπενάκη. Όταν τελειώσαμε, πέρασε και ο Αργύρης Μπακιρτζής με τον Κώστα Σιδέρη να πουν ένα γεια. Είναι φανερό ποιος αντιστοιχίζεται με ποιον στίχο. Ο Κοντός ήταν καθισμένος απέναντί μου. «Ωραίο καστόρι, Γιώργο», είπα στον Μαρκόπουλο και μου είπε ότι το φοράει εδώ και είκοσι χρόνια – τα καστόρια ομορφαίνουν παλιώνοντας, σκέφτηκα. Ο Βαγγέλης μπήκε μέσα φωνάζοντας «πεινάωωω». Αξέχαστο μεσημέρι. Έγραψα το ποίημα μόλις γύρισα στην Καβάλα.

Τον Μάιο της ίδιας χρονιάς δημοσιεύτηκε στο τεύχος 1822 της Νέας Εστίας. Κυκλοφόρησε επίσημα το 2017 με τα Δανεικά Αγύριστα. Φέτος συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τον θάνατό του. Βρέθηκε η φωτογραφία. Ο Γιάννης Κοντός, μαζί με τον Βασίλη Στεριάδη, θεωρώ ότι υπήρξε από τους πιο επιδραστικούς ποιητές της Γενιάς του '70. Ξέρω πολύ καλά τι λέω. Κάποιοι, ευγνώμονες, έχουν ήδη αναγνωρίσει ότι του οφείλουν χάριτες, άλλοι ησυχάζουν. Επίσης, όλοι ξέρουμε ότι ο Κοντός θα έπρεπε να «ακούγεται» συχνότερα, γιατί ακούγεται βαθύτερα, από άλλους εκπροσώπους της ίδιας φουρνιάς. «Μικρή, απορώ τι ήρθες να κάνεις στην Αθήνα», με πείραζε. «Ούτε ένα ουισκάκι ήπιες πριν από το φαγητό, ούτε κεφτεδάκια με καυτερή σάλτσα έφαγες». Είχα φάει από την κανονική. Μερικές φορές πρέπει να κάνεις 700 τόσα χιλιόμετρα για να γράψεις ένα δεκαπεντάστιχο ποίημα. Γιάννη, βλέπω τη φωτογραφία. Όλοι οι υπόλοιποι έχουμε μεγαλώσει. Εσύ παραμένεις νέος. 
 
Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Τα μικρά ποιήματα, 
Το τοπίο μακριά, Αφιέρωμα στον Γιάννη Κοντό,
επιλογή-επιμέλεια υλικού Μαριγώ Αλεξοπούλου,
εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2025


(από αριστερά) Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Γιάννης Κοντός, Γιώργος Μαρκόπουλος, Βαγγέλης Ραπτόπουλος. Στο Tivoli, Γενάρης 2009.
__________


Από τη συλλογή  «Δευτερόλεπτα του φόβου»

Οι στίχοι του Γιάννη Κοντού από τη συλλογή «Δευτερόλεπτα του φόβου» αποπνέουν μια βαθιά μελαγχολία που γεννιέται από την αντίληψη της φθοράς και του χρόνου που διαβρώνει τα πάντα - σώματα, αντικείμενα, λέξεις, μνήμες. Η σκόνη πέφτει όπως τρίζουν τα δοκάρια του ουρανού και μας ασπρίζουν τα μαλλιά, όχι από κάποια μεγάλη καταστροφή αλλά απλώς επειδή περνάνε τα χρόνια, και αυτή η ήσυχη, σχεδόν ανεπαίσθητη διάβρωση είναι πιο τρομακτική από οποιαδήποτε βίαιη κατάληξη. 

Τα ρούχα είναι παλιά, τσαλακωμένα, μπαλωμένα, τρύπια - αλλά μέσα στην εφημερότητά τους κρύβουν κάτι από την αιωνιότητα, μια παγίδα που ξέρει πολλά. Οι άνθρωποι πέφτουν σε κενά άλλων ανθρώπων, προστίθενται ονόματα σε δεξαμενές λυγμών, τα σώματα είναι άγουρα αλλά φυλλοβόλα, ο ουρανός τρύπιος με δίχτυα του Θεού που αφήνουν τα ψάρια να περνούν ελεύθερα - κι αυτή η ελευθερία είναι συγχρόνως χάρη και εγκατάλειψη. 

Η ποίηση κινείται ανάμεσα σε μικρές, καθημερινές εικόνες - πλυμένα ρούχα, καπάκια μπίρας, φεγγάρι σκαλωμένο σε γιακά, φρούτο που ψάχνει χώμα να σαπίσει - και σε υπαρξιακές αποκαλύψεις για το τίποτα που αναδύεται καπνός, τη φθορά της αιωνιότητας, το μισοσκόταδο που είναι άγουρο δαμάσκηνο στο αττικό φως. 

Υπάρχει μια τρυφερότητα μέσα στην απελπισία, μια αγάπη που φτάνει σαν σκουπιδάκι στον ουρανό όταν ανεβαίνει η στάθμη του νερού, ένα φεγγάρι που φιλά απεγνωσμένα γύρω από καπνό και λύπη, μια επανάσταση που έρχεται από το βάθος του τοπίου κόκκινη θάλασσα μουγκρίζοντας - αλλά τελικά το μόνο που μένει είναι η ψίχα του χρόνου, τα ίχνη που μας κάνουν κατάστικτους για να μας γνωρίζουν στον παράδεισο, και ο ηθοποιός που έπαιξε τον ίδιο ρόλο μια ζωή κι έγινε κλασσικός, μέχρι που μια μέρα κοκάλωσε, τα ξέχασε όλα, κι έλεγε σαν χαμένο παιδί στην ακρογιαλιά «θα, θα, όταν θα», προσπαθώντας να κλάψει.


Έπεσες σε κενό ανθρώπου.
Προσδέσου.

**********

Στη δεξαμενή των λυγμών σου
πρόσθεσε το όνομα μου.

***********

Σκόνη πέφτει, όπως τρίζουν τα δοκάρια
του ουρανού.
Μας ασπρίζουν τα μαλλιά.
Δεν πρόκειται να γίνει καμιά καταστροφή,
απλώς περνάνε τα χρόνια.

*********

Η τεθλασμένη σου ματιά.

******

Το παλιό ρούχο έχει τη χάρη του.
Κρύβει παγίδες.
Ξέρει πολλά.

*******

Νύχτα βγήκανε οι λέξεις στους δρόμους

********

Ο τρύπιος ουρανός.
Τα τρύπια δίχτυα του Θεού
-για να περνάνε τα ψάρια ελεύθερα.

*********

Τα πλυμένα ρούχα.
Τα ξεχασμένα σχήματα.
Τα τσαλακωμένα λόγια.

********

Το μπαλωμένο ρούχο
έχει κάτι από την αιωνιότητα του εφήμερου.

********

Όταν ανεβαίνει η στάθμη του νερού,
η αγάπη μου σκουπιδάκι φτάνει στον ουρανό.
Οι χαμηλές ομιλίες στα τρένα
χρυσάφι για το μέλλον.
Ώριμο μήλο φωτίζει την κουζίνα
και βρίσκω τον δρόμο σου.

*******
 
Τα άγουρα σώματα έχουν και αυτά τη γήρανση τους.
Τα περισσότερα είναι φυλλοβόλα. 

*********

Τα κόκκινα μαλλιά σου φωτιά στην γειτονιά.
Τα πράσινα δεν ήρθανε ακόμη.

**********

Ο αέρας, ο αέρας τα πήρε όλα
και άφησε ένα κατακάθι μνήμης,
μια λάσπη στο μυαλό.
Οι αποθήκες των ονείρων μου
είναι πάντα γεμάτες χώμα.

**********

Τι μου φταίει το ποίημα,
εάν το ποτάμι δεν περνάει
μέσα από το σπίτι μου.

*********

Το φεγγάρι, σκαλωμένο στο γιακά σου,
σε φιλάει απεγνωσμένα.
Γύρω καπνός, αυτοκίνητα και λύπη.

********* 

Στη δεξαμενή των λυγμών σου
πρόσθεσε το όνομα μου.

*******

Καπάκια μπίρας πεταμένα μέσα
στο μυαλό της παλιάς γυναίκας,
που τώρα ασπρίζει σιγά σιγά και χάνεται.

*********

Η γαλάζια πετσέτα σου, που όταν σκουπίζεσαι
γίνεται κατακόκκινη.

********

Τα κινούμενα σχέδια του Χάρου.
Τι φθορά και αυτή η αιωνιότητα.
Τι σκουλήκι.

******

Τα θραύσματα της χθεσινής ημέρας
με πήραν στο πρόσωπο και μου αφήσανε σημάδια.
Το σαράκι μέσα στην ησυχία της νύχτας
δημιουργεί μουσική και το λαβύρινθο του.

********

Τα πουλιά βουτούσαν στο απόγευμα
όπως στο νερό.
Τους άρεσε να παίζουν με τη φωτιά.

********
 
Ο πεθαμένος έβαφε τα παπούτσια του.
Έχει να κάνει δρόμο και δρόμο
σε βραχώδη και σκονισμένα σύννεφα,
μέχρι να ξαναέρθει στη γη
και να κρυφτεί στο σπιτάκι του κήπου.

********

Η ντουλάπα θα χαθεί, θα γίνει σκόνη.
Τώρα όμως είναι αιώνια,
κρύβει τα ρούχα σου.

******
 
Όταν παλεύεις με τον ύπνο
και τον μαύρο κισσό
που έρπει στο σώμα σου
τα ξημερώματα.

*******
  
Το τοπίο ήταν δεδομένα θλιμμένο.
Φύσαγε νοτιάς, σκοτείνιαζε
και όλοι κοιτούσαν κάτω το χώμα.
Κάπου έβρεχε κι ένα παιδάκι έκλαιγε.
Ένα άλογο μάσαγε τον αέρα.
Όμως από το βάθος του τοπίου
ακούγοντας ιαχές και κλαγγές όπλων.
Η επανάσταση ερχότανε
κόκκινη θάλασσα μουγκρίζοντας.

********
 
Ένα φρούτο κύλησε στο δρόμο.
Ψάχνει για χώμα,
για να σαπίσει ήρεμα.

*******
 
Ασαφή τα όρια αυτής της νύχτας
που σε περιμένω.
Όπως χαλάει ένα ρολόι
και το κάνεις βίδες
για να βρεις το μυστικό του.
Την ψίχα του χρόνου.
Βλέπεις το τίποτα
να αναδύεται καπνός.

********
 
Από εκείνο τι σπίτι βγαίνει μουσική.
Ανεβαίνει σαν νερό να μας πνίξει.
Κάποιος εκεί μέσα παίζει με τις λέξεις
στα σκοτεινά. Ρίχνει πεσσούς.

*********
 
Αφήνεις τα ίχνη σου πάνω μου
και γίνομαι κατάστικτος.
Έτσι με γνωρίζουν στον παράδεισο.

*********
 
Το μισοσκόταδο μέσα στο εκκλησάκι
άγουρο δαμάσκηνο στο αττικό φως.

*******
 
Σκόνη πέφτει, όπως τρίζουν τα δοκάρια
του ουρανού.
Μας ασπρίζουν τα μαλλιά.
Δεν πρόκειται να γίνει καμιά καταστροφή,
απλώς περνάνε τα χρόνια.

********
 
Στην άκρη του καλοκαιριού,
ο μεταξοσκώληκας τρώει φως
και βγάζει μετάξι για την νύχτα.

*******
 
Το μισό του προσώπου έσκαβε το φως.
Το άλλο μισό ήτανε στο σκοτάδι.
Ηθοποιός και παίζει τον ίδιο ρόλο μια ζωή.
Κλασσικός έγινε. Ο ίδιος νιώθει σαν να αναβοσβήνει
το φως και κλείνει τις πόρτες.
Έτσι μια μέρα κοκάλωσε.
Τα ξέχασε όλα.
Τα μόνα που έλεγε, όπως χαμένο παιδί
στην ακρογιαλιά : «θα, θα, όταν θα»,
και προσπαθούσε να κλάψει.

Γιάννης Κοντός, Δευτερόλεπτα του Φόβου, 
Εκδόσεις Κέδρος, 2006




«Μικροί, μονόχορδοι ποιητικοί αφορισμοί»


Από τα χειρόγραφα του Γιάννη Κοντού

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Γιάννης Κοντός έγραφε ταυτοχρόνως μεγάλα σε έκταση ποιήματα και μικρούς, μονόχορδους ποιητικούς αφορισμούς, με αστραποβόλα επινοητικότητα. Ζούσε την τέχνη του με προσήλωση ασκητική, γράφοντας τρεις με τέσσερις ώρες ημερησίως και πάντοτε πρωί, από τις έξι και μισή έως τις δέκα περίπου, οπότε πήγαινε στο γραφείο. 

Ο χρόνος τρέχει, φάτε χόρτο.

********
Τα σκληρά σου χέρια μαλακώσαν με τον καιρό. Άσ' τα γυμνά, είναι τα μάτια σου.

*************

Μη γλεντάς έτσι, δεν πρόκειται αύριο να σε εκτελέσουν. Πάρε με δόσεις οικόπεδο στο Καβούρι.

***********

Η σκιά σας θα σας κρατήσει παρέα όλη νύχτα. Βάλτε της λίγο κόκκινο.

***********

Αναμαλλιασμένα δέντρα έρχονται στον ύπνο της και της θυμίζουν το τζελ για πάντα.

**********

Η σιωπή των ανθρώπων, πέτρες που κυλούν σε πλαγιά βουνού.

**********

Ο αέρας που φυσά, θα μας πάρει τη φωνή και θα την πάει αλλού.

***********

Αυτόπτης μάρτυρας είναι ο καιρός στη σκουριά των λόγων σου απόψε.


Το τοπίο μακριά, Αφιέρωμα στον Γιάννη Κοντό,
επιλογή-επιμέλεια υλικού Μαριγώ Αλεξοπούλου,
εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2025





«Φιλοτέχνησα πολλά πορτρέτα του Γιάννη»

[...] Φιλοτέχνησα πολλά πορτρέτα του Γιάννη. Είχα πάει αρκετές φορές σπίτι του. Με γύρισε σε όλα τα δωμάτια, όλοι οι τοίχοι των οποίων ήταν ασφυκτικά γεμάτοι με φωτογραφίες και πίνακες ζωγραφικής, που του είχαν χαρίσει οι φίλοι του. Εκατοντάδες βιβλία σε στοίβες, εκτός από τις φορτωμένες βιβλιοθήκες, παντού γύρω, σε καθίσματα, πολυθρόνες, καναπέδες, στο πάτωμα, όπου υπήρχε οριζόντια επιφάνεια. Ένα πραγματικό χάος! Άδεια μόνο μια πολυθρόνα, όπου καθόταν και έγραφε τα ποιήματά του. Όπως μου εκμυστηρεύτηκε, ξύπναγε πολύ πρωί, έγραφε και μετά πήγαινε στο γραφείο του, στους εκδοτικούς οίκους όπου εργαζόταν.

Στον χώρο του λοιπόν έφτιαξα αρκετά σχέδια, που τα ολοκλήρωσα μετά στο εργαστήριό μου με χρώμα σε διάφορα υλικά.

Σπίτι του τον είδα τελευταία φορά τον Σεπτέμβριο του 2014. Ήταν ήδη άρρωστος, αλλά αρνιόταν να πάει σε γιατρούς. Γενικά δεν πρόσεχε καθόλου την υγεία του. Φοβόταν, αδιαφορούσε, είχε παραιτηθεί; Ποιος ξέρει; Στο Αττικό Νοσοκομείο, όπου αναγκαστικά μεταφέρθηκε τον άλλο μήνα, τον επισκέφθηκα τελευταία φορά, τέσσερις μέρες πριν «φύγει».

Με γνώρισε, μιλήσαμε, ρώτησε πολλά, αλλά ύστερα «χάθηκε». Μιλούσε ασυνάρτητα, φώναζε να τον βοηθήσω να σηκωθεί και να τον πάρω από εκεί.

Νίκος Οικονομίδης, Για τον Γιάννη
Το τοπίο μακριά, Αφιέρωμα στον Γιάννη Κοντό,
επιλογή-επιμέλεια υλικού Μαριγώ Αλεξοπούλου,
εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2025



Νίκος Οικονομίδης, ο Γιάννης Κοντός στην πολυθρόνα του. 
Μελάνι σε χαρτί, 2004
______________


«Μου αρέσει η αγκαλιά της νύχτας. Εκεί μπορείς να κρυφτείς πιο εύκολα»

– Γιατί «Δευτερόλεπτα του φόβου» ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου σας;

Ο φόβος είναι ένα αίσθημα που το έχουν όλα τα έμβια όντα, για την αναζήτηση τροφής, συντρόφου, για την αλλαγή της ημέρας. Ο φόβος του τι θα έρθει.

Νιώθετε απειλή;

Νιώθω απειλή γενικότερη. Ο γυμνός άνθρωπος πάνω στη γη νιώθει απειλή. Από το άγνωστο σύμπαν καταρχήν. Είμαστε ένας κόκκος άμμου… Η απειλή συμφέρει τον καλλιτέχνη, για να δημιουργεί.

– Με πατέρα στρατιωτικό, φαντάζομαι τις μετακινήσεις λόγω μεταθέσεων…

– Ποτέ δεν ξεχνώ τα στρατόπεδα που πήγαινα μικρός, τους φαντάρους που έβλεπα, τις μηχανές των αυτοκινήτων, την οδήγηση, τον λαϊκό τρόπο ζωής τους, τις λαϊκές μουσικές με τα τραγούδια του Τσιτσάνη, τον Καραγκιόζη που παίζανε στα στρατόπεδα. Πάμπολλων ανθρώπων τα πρόσωπα στην επαρχία και στην Αθήνα, έμειναν μέσα μου και τα μετέτρεψα σε λογοτεχνία.

– Οι πιο ευχάριστες αναμνήσεις;

– Επειδή ήμουν μοναχοπαίδι έβρισκα χαρά στο να παίζω μόνος μου θέατρο, να υποδύομαι ρόλους. Ίσως εκεί να είναι και η καταβολή της αδυναμίας μου στο θέατρο. Μου έδινε χαρά να υποδύομαι. Το δεύτερο που έδινε χαρά ήταν το διάβασμα.

– Γιατί σας αρέσει να υποδύεστε;

– Κρύβω έτσι τα πολύ απλά αισθήματα μου. Της αγάπης, τα ανθρώπινα.

– Δυσάρεστες αναμνήσεις;

– Όταν δεν με παίζανε τα παιδιά. Είχα ένα παράπονο για την απόρριψη. Ίσως γιατί ως μοναχοπαίδι δεν είχα άλλους ανθρώπους δίπλα μου, αδέρφια.

– Τη στιγμή που γράφετε, τι συμβαίνει;

– Έχω πλήρη συνείδηση. Μεγαλώνοντας ελέγχω το υλικό μου πάρα πολύ και δεν συμβαίνει τίποτα ιδιαίτερο. Γράφω.

– Γιατί εκδίδετε βιβλία;

– Διότι η λογοτεχνία είναι πλατφόρμα επικοινωνίας με τους άλλους. Είναι ανάγκη εσωτερική να επικοινωνώ με τους τρίτους.

– Τι συμβαίνει με τη δημοσίευση ενός βιβλίου;

– Πριν γίνει, ζω με το βιβλίο. Όταν δημοσιευτεί, δεν με ενδιαφέρει πλέον. Το δημόσιο ξεγύμνωμα με κάθε βιβλίο μού έχει γίνει συνήθεια.

– Μήπως ανάγκη;

– Απόλυτη ανάγκη. Δεν ζω διαφορετικά.

– Κάθε τέλος, μια νέα αρχή;

– Ναι. Γι αυτό είμαι αισιόδοξα λυπημένος. Και λατρεύω το χιούμορ.

– Ανταγωνισμός με τους ομότεχνους;

– Δεν υπάρχει. Όπως και η ζήλια. Ίσως είναι πολύ εγωιστικό αυτό, αλλά δεν ζηλεύω κανέναν στην Ποίηση και τη λογοτεχνία.

– Υπονοείτε ότι νιώθετε πιο πάνω από τους άλλους.

– Ας μη το συζητήσουμε αυτό (γέλια). Πρώτος εγώ το είπα εγωιστικό.

– Τρόπος ζωής;

– Βγαίνω από το σπίτι μια – δυο φορές την εβδομάδα. Έχω προγραμματισμό. Κάθομαι ήσυχα, πάρα πολύ ήρεμα και σκέφτομαι τις καλές στιγμές. Όταν σκέφτομαι τις άσχημες στιγμές, βάζω μουσική.

– Αγαπάτε την τάξη;

– Έχω τακτοποιήσει από τις κινήσεις μου, ως τα αισθήματά μου. Παρόλη την ασπίδα όμως που φτιάχνω, τραυματίζομαι καθημερινά από πολλά πράγματα.

– Το ότι κάνετε κάτι που το κάνουν λίγοι, σας δίνει ψήγματα οίησης, έπαρσης έναντι των άλλων;

– Μικρότερος, μέχρι τα τριάντα, είχα μια ιδιαίτερη περηφάνια ότι ξεχωρίζω. Τώρα νιώθω ότι είμαι κάποιος που γράφει και είναι σαν όλους τους άλλους ανθρώπους. Είμαι το μοντέλο του καθημερινού καλλιτέχνη.

– Από πότε γράφετε;

– Ενσυνείδητα από δεκαεπτά ετών. Επηρεασμένος από Ελύτη, Σεφέρη και Λόρκα. Σταθμός για την πορεία μου είναι η γνωριμία με πολλούς λογοτέχνες. Το 1971 με βοήθησε πάρα πολύ ο Τάκης Σινόπουλος. Γνώρισα και με βοήθησαν πολύ τους Αλέκο Αργυρίου, Αλέξανδρο Κοτζιά και Στρατή Τσίρκα.

– Στα βιβλία σας «Ευγενή μέταλλα» για αυτούς δεν γράφετε;

– Ναι για τους σημαντικότατους ανθρώπους που γνώρισα μέχρι και το 1980. Έκανα επίσης φιλίες με εικαστικούς και έτσι έγραψα για ζωγράφους. Είμαι εικαστικός ποιητής. Με σεμνότητα λέω, ότι συνεχίζω αυτό που έκαναν ο Ελύτης και ο Σαχτούρης. Ο Ελύτης θυμίζω ότι το 1946 έγραφε στην Καθημερινή κριτική εικαστικών. Ο Σαχτούρης είναι επίσης εικαστικός, με πολύ χρώμα στα έργα του.

– Μεγάλοι δάσκαλοι;

– Εκτός των Σινόπουλου, Σαχτούρη, Σεφέρη, αγάπησα όλη τη γενιά του τριάντα. Τον Ρίτσο, τον Εμπειρίκο και άλλους. Μεγάλωσα με αυτή τη γενιά. Έτσι μπήκα στο μοντερνισμό και είμαι φανατικός του.

– Γίνεται ελλειπτικότερη η δουλειά σας με τα χρόνια.

Είναι η φόρμα που μου πάει. Άλλωστε είμαι και προληπτικός, από φόβο. Αποφεύγω τα ζυγά. Είμαι των μονών αριθμών. Περπατάω στα ίδια πεζοδρόμια δεκαετίες τώρα και μετράω τα μονά πλακάκια. Τρία, πέντε, επτά…

– Ποια η εικόνα που έχετε για την σύγχρονη ελληνική Ποίηση;

– Τα τελευταία τριάντα χρόνια γίνανε πολλά πράγματα από τη νεότερη γενιά. Παρόλη την έξαρση της παραλογοτεχνίας τα τελευταία χρόνια, βγήκαν πολλοί νέοι ποιητές.

– Τι θα πείτε στον νέο ποιητή;

– Εάν βεβαιωθεί ότι θα είναι τρόπος ζωής του το γράψιμο, ότι δεν θα μπορεί να κοιμηθεί χωρίς αυτό, να συνεχίσει.

– Να συμβαδίζει η ζωή του, με τις αξίες που προβάλλονται στο έργο του;

– Δεν νομίζω ότι είναι τόσο αυστηρά τα πράγματα, τύπου Λιστ ή Σικελιανού, όπου η όψη, τα οικονομικά, τα ερωτικά, έδειχναν πώς ζει, ο δημιουργός. Με ενδιαφέρει το πορτρέτο του καθημερινού ανθρώπου. Άλλη ξεχωριστή περίπτωση ήταν ο Πάουντ. Δεν θα τον διαβάσουμε, επειδή έγειρε το μυαλό του κάποια στιγμή;

– Χάνονται οι πραγματικές αξίες;

– Ποτέ ένας καλλιτέχνης δεν χάνεται σε όποιο χώρο κι αν δουλεύει, αν είναι ιδιαίτερη προσωπικότητα, με καλή καλλιτεχνική πρόταση. Αυτά που λένε περί οργανωμένων ομάδων και κυκλωμάτων δεν ισχύουν. Τα περί κλίκας τα λένε οι παραλογοτέχνες.

– Οι οποίοι ανθίζουν τελευταία…

– Βγαίνουν πολλά βιβλία που δεν τα θεωρώ λογοτεχνία. Η σοβαρή λογοτεχνία θα επιζήσει.

– Θα μιλάμε μετά πενήντα χρόνια, για τη γενιά του ‘70;

– Αυτά που λένε διάφοροι, ότι θα μείνει το έργο τους, τα ακούω βερεσέ. Στην ελληνιστική περίοδο, υπήρχαν εκατοντάδες υμνογράφοι, ποιητές. Κι έμεινε μόνο ο Ρωμανός ο Μελωδός. Δίνω όριο, σκληρότατο, τριάντα – σαράντα χρόνια μετά το θάνατο ενός καλού λογοτέχνη να υπάρχει κάτι δικό του σε μια ανθολογία.

– Το μεγάλο σας όνειρο;

– Χωρίς να απορρίπτω την προηγούμενη ζωή μου, θέλω να ζω όπως ζω τα τελευταία χρόνια. Νιώθω μια ωριμότητα, σε συνδυασμό με μια ιδιαίτερη παιδικότητα. Έχω έμμονή στην παιδικότητα, στη χαρά του απρόοπτου. Βλέπω πράγματα για πρώτη φορά, ενώ τα έχω δει χιλιάδες φορές.

– Τι είναι ο χρόνος;

– Άμμος που τη βάζεις στην κλεψύδρα και τρέχει. Χρώμα που ξεφτίζει σιγά – σιγά, που έρχεται με δύναμη πάνω σου και σε χτυπάει στο κεφάλι.

– Θέλω το μυστικό τώρα. Γιατί μονίμως φοράτε κασκόλ;

– Από το 1966, δεν το αποχωρίζομαι ποτέ. Νεαρός τότε παρακολούθησα στο Εθνικό Θέατρο τον Ιβάνωφ του Τσέχωφ με τον Δημήτρη Χορν, σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Ο Χορν φορούσε κασκόλ. Η ατμόσφαιρα του έργου και ο ήρωας, μου έδωσαν το έναυσμα.


Στιγμές

Μπροστά στο λευκό χαρτί;

Μοναξιά, τρυφερότητα, αγωνία κι άλλα πολλά. Μεταφυσική. Ερωτικό συναίσθημα πληρότητας.

Απόρριψη;

Αυτή με κάνει να μην τσακώνομαι, να μη χάνω τους ανθρώπους. Ενώ είμαι μοναχικό άτομο, δεν θέλω να χάνω τους ανθρώπους. Είμαι άνθρωπος της ισορροπίας.

Αναγνώριση;

Με κολακεύει να μου λένε, μιλάμε για σας, έχω διαβάσει τα βιβλία σας. Αυτό σημαίνει ότι έχουν μπει υποδορίως στη φόδρα του ποιήματος.

Παιδικότητα;

Μια ανασφάλεια. Ανάγκη να με αγαπάνε. Καταφυγή στην αθωότητα.

Φιλία;

Μεγάλη ασφάλεια. Εξομολογητική διάθεση. Πολλές φορές, θεωρώ τη φιλία ισόποση του έρωτα.

Έρωτας;

Το άλφα και το ωμέγα. Σε βοηθάει να ζήσεις.

Αφή;

Καταλήγει στη σχέση της αγάπης και του έρωτα. Η αφή του ανθρώπινου σώματος είναι κάτι θεϊκό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, την αίσθηση της αφής των χειλιών του πατέρα μου, όταν με φιλούσε στο μέτωπο, για να δει αν έχω πυρετό.

Συναναστροφές;

Ως νέος ποιητής ήθελα να συναναστραφώ ανθρώπους, να παίξω, να τσακωθώ. Τώρα κάνω οικονομία χρόνου. Βγαίνω δύσκολα. Φυλάγομαι.

* Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό "Κ" τον Ιανουάριο του 2007.

Γράφει ο Γιώργος Δουατζής
Γιάννης Κοντός (1943-2015): «Μου αρέσει
η αγκαλιά της νύχτας. Αισθάνομαι ασφαλής.
Εκεί μπορείς να κρυφτείς πιο εύκολα»
Το τοπίο μακριά, Αφιέρωμα στον Γιάννη Κοντό,
επιλογή-επιμέλεια υλικού Μαριγώ Αλεξοπούλου,
εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2025




Ο Γιάννης Κοντός διά χειρός Γιάννη Ψυχοπαίδη
_____________

Γιάννης Κοντός, Αυτοβιογραφία

Όταν ήμουν έφηβος και μερικά χρόνια μετά, έπαιρνα στην τύχη ένα λεωφορείο και πήγαινα στο άγνωστο. Έτσι έμαθα πολλές λεωφορειακές γραμμές και τις ακραίες συνοικίες της Αθήνας. Ένα από αυτά τα λεωφορεία είχε την επιγραφή «Περιμετρική». Αυτό ήταν. Όταν μάζεψα τα ποιήματα των τελευταίων ετών, με διορθώσεις, αλλαγές και προσθαφαιρέσεις, έδωσα αυτόν τον τίτλο στο πρώτο μου βιβλίο. Τώρα νιώθω λίγο σαν τον Τεννεσσή Ουίλλιαμς με το Λεωφορείον ο πόθος! Τότε τα πρόσωπα της λογοτεχνίας καταλάμβαναν τεράστιες εκτάσεις του εσωτερικού μου κόσμου. Και τώρα το ίδιο συμβαίνει, αλλά, θα έλεγα, με τη λογική παράμετρο να παίρνει το μερτικό της. Τότε εκδηλωνότανε σαν τρελός έρωτας. Έτσι λοιπόν όλες οι υποθέσεις μου ήτανε: ο Καβάφης, ο Λόρκα, η Αξιώτη, ο Χατζιδάκις, ο Πεντζίκης, ο Μαγιακόφσκι, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Ρεμπώ, ο Καρυωτάκης, τα ρεμπέτικα, οι Μπητλς, η Παξινού, ο Κουν, ο Μπέργκμαν, ο Τσαρούχης, ο Μακρυγιάννης, ο Σινόπουλος, ο Αναγνωστάκης, η Βακαλό, ο Ρίτσος, ο Ιωάννου, ο Τσέχοφ, ο Εγγονόπουλος, ο Παπαλουκάς, ο Παρθένης, ο Θεόφιλος, ο Πάουντ, ο Καραγάτσης, ο Θεοτοκάς, ο Χατζής, ο Ουίλλιαμς, ο Κάφκα, ο Καμπανέλλης, ο Μπέκετ, ο Μάλλερ, ο Μητρόπουλος, ο Σκλάβος, και άλλα πρόσωπα και κείμενα.

Μόλις απολύθηκα από τον στρατό μάζεψα τα ποιήματα (τα είδε ο αξέχαστος Γιάννης Νεγρεπόντης), έψαξα γύρω από την Ομόνοια για τυπογραφείο και στο πρώτο υπόγειο μπήκα. Η ταμπέλα έγραφε: Α.Ι. Χρυσοχού, Ο.Ε., Γερανίου 7, τηλ. 536471. Παρέδωσα τα ποιήματα και πεντέμισι χιλιάδες δραχμές που μου έδωσε ο πατέρας μου, έδωσα και ένα σχέδιο που έκανα ο ίδιος, να παριστάνει ατελώς ένα παράθυρο αθηναϊκού σπιτιού, και δεν θυμάμαι σε πόσο διάστημα βγήκε (με μεγάλη αγωνία) το πρώτο μου βιβλίο. Με αυτόν τον τρόπο και τυπικά πολιτογραφήθηκα συγγραφέας, νοίκιασα ένα τρίκυκλο, φόρτωσα τα βιβλία και τα πήγα στο πατρικό μου σπίτι. Τα στοιβάξαμε στην ντουλάπα και άρχισα τα σχετικά. Αποστολές σε ποιητές και συγγραφείς. Και κάτι που δεν γνώρισαν οι νεότεροι. Με μια σακούλα γύρα στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας, να αφήνεις παρακαταθήκη το πολύ τρία αντίτυπα, να παίρνεις την απόδειξη και να πηγαίνεις παρακάτω. Ήξερα πολλούς βιβλιοπώλες που μου υπομειδιούσαν και παίρναν το «εμπόρευμα». Δύο με δέχτηκαν με χαρές γιατί με γνώριζαν πολλά χρόνια – αυτά ποτέ δεν ξεχνιούνται –, ο Βαγγέλης και η Μαρία Λάζου στη Δωδώνη, Ασκληπιού, και ο Στρατής Φιλιππότης στην Εστία, Σταδίου. Τα βράδια συχνά πυκνά πήγαινα στις δύο αυτές βιτρίνες και χάζευα το βιβλίο μου. Μετά πήραν τον δρόμο τους τα πράγματα. Συνέχεια στο ταχυδρομείο του Συντάγματος (για αποστολές), που τότε ήτανε στη Στοά Σπυρομήλιου (πλάι από το Μπραζίλιαν). Μετά άρχισαν να έρχονται τα πρώτα γράμματα και μπιλιέτα.




Το κυριότερο όμως σ' αυτή τη λεπτή φάση της ζωής μου, γνώρισα από κοντά καλλιτέχνες που με σημάδεψαν. Λοιπόν, είδα, μίλησα και συνδέθηκα με τους: Τάκη Σινόπουλο, Κίμωνα Φράιερ, Μάνο Χατζιδάκι, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Γιώργο Ιωάννου, Στρατή Δούκα, Μάρκο Αυγέρη, Γιάννη Ρίτσο, Κική και Άθω Δημουλά, Λιλίκα Νάκου, Λούλα Αναγνωστάκη (και φυσικά ποτέ δεν ξεχνώ τη Νανά Καλλιανέση και τον παλιό Κέδρο), Αλέξανδρο Κοτζιά, Αλέκο Αργυρίου, Κώστα Τσιρόπουλο, Μίλτο Σαχτούρη, Μανόλη και Νόρα Αναγνωστάκη, Ματθαίο Μουντέ, Δημήτρη Δούκαρη, Μποστ, και άλλους πολλούς. Μια βρύση με πρόσωπα άνοιξε και δρόσισε τη ζωή μου και τη σκέψη μου.

Συνάντησα και συνδέθηκα πολύ με τις ποιήτριες και τους ποιητές της γενιάς μου. Ακόμη, με ζωγράφους και ηθοποιούς. Αργότερα ήρθαν οι νεότεροι και νεότατοι.

Γιατί πάντα πίστευα και πιστεύω ότι η λογοτεχνία έχει συνέχεια, κυματισμούς και ρυθμούς. Επαναλαμβάνω αυτό που λέω στη σχολή θεάτρου: «Αν δεν υπήρχε ο Παλαμάς, δεν θα υπήρχε ο Σεφέρης».


(Από αριστερά, όρθιοι) Γιάννης Κοντός, Τάκης Σινόπουλος, Ζωή Κοντού, μητέρα του ποιητή, Αναστάσιος Πεπονής, Μάκης Κοντός, πατέρας του ποιητή, Αλέξανδρος Αργυρίου. 
(καθιστοί) Μαρία Σινοπούλου, σύζυγος του Τάκη Σινόπουλου, Κίμων Φράιερ, Γιώργος Ιωάννου. Απόκριες στο πατρικό του ποιητή.
_________________


Και όλα αυτά μεσούσης της Χούντας και της βαριάς σκιάς των γεγονότων της ανελευθερίας και της βίας. Με αυτές τις συνθήκες περίπου ζυμώθηκα και είδα χρυσάφι και στάρι τη γλώσσα μας. Με σημάδεψαν πολλοί άνθρωποι, και γεγονότα τυχαία στάθηκαν μοιραία για την προσωπικότητά μου και κυρίως για τον μέσα μου κόσμο. Κλοιό και αγκαλιά συναισθημάτων δημιούργησαν μερικές απεγνωσμένες αγάπες, ή αυτό που λέει ο Ελύτης, οι γυναίκες που αγάπησα χωρίς ελπίδα. Και οι φίλοι έπαιξαν μεγάλους ρόλους στη ζωή μου. Έτσι, με ανθρώπους έχτισα σπίτι. Ύστερα από λίγο γνώρισα τον Θανάση και φτιάξαμε το βροχερό βιβλιοπωλείο Ηνίοχος. Αργότερα μου είπε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος το μυστικό. Από το πρώτο ποίημα της Περιμετρικής, «Καταιγίδα», πήρε την ιδέα και κέντησε ένα από τα ωραιότερα τραγούδια, την «Κίτρινη πόλη», σε μουσική του Γιάννη Σπανού.


Καταιγίδα

Έπιασε το πόμολο της πόρτας
κι ένιωσε τέτοια μοναξιά που έσκυψε
και φίλησε το κρύο σίδερο.
Ξέρετε, τα πόμολα γνωρίζουν πολύ καλά
να ξεχωρίζουν το χέρι του κυνηγημένου
από το χέρι του καλού αστού.
Κυνηγημένος και στάζοντας αίμα
άνοιξε την πόρτα
και μπήκε μέσα στο σκοτάδι
τη στιγμή π’ ακούγονταν
από το ραδιόφωνο ένας σκοπός
- «τάχα τι να γύρεψαν
στα χλωμά σου μάτια…»
(συμπληρώνοντας έτσι
το σκηνικό της καταιγίδας του)




Κίτρινη πόλη

Κίτρινη πόλη, παραμονές βροχής
το πόμολο της πόρτας παγωμένο
Ακόμα μια νύχτα που σε περιμένω
μα πάλι δε θα ‘ρθεις

Πέρασ’ η ώρα, ντιβάνι μισερό
στρωσίδι που μυρίζει απ’ τη κλεισούρα
Ακόμα μια νύχτα στην ανεμοδούρα
να τρέμω τον καιρό

Βήματα ξένα στη σκάλα την παλιά
θα είναι ο απέναντι εργένης
Ακόμα μια νύχτα που ζεις και πεθαίνεις
σε άλλη αγκαλιά


Κίτρινη Πόλη
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Ερμηνεία: Χάρις Αλεξίου
Από τον δίσκο «Χάρις Αλεξίου 2», 1976
___________

Και ήρθαν και πέρασαν καλοκαίρια, χειμώνες και Σεπτέμβριοι μεταφυσικοί, όπως έγραφε στο ποίημα «Σεπτεμβριανό φως» ο Τάκης Σινόπουλος, και δεν σε πρόδωσα ποτέ, μάτια μου. Και πολύ τραγούδησα και πολύ εσιώπησα για σένα. Δρόμους με οδοφράγματα και δρόμους πλατείς διαβήκαμε. Πέταξα, δίψασα, πείνασα και δεν παραπονέθηκα. Έφαγα ξερό ψωμί και ποίημα. Λοιδορήθηκα από ασεβείς, αλλά η πίστη μου με έσωσε μέσα στην έρημο και βρήκα νερό και μετά πηγή. Το ποτάμι προσπαθώ να το περάσω χρόνια. Με μάτια διψασμένα πέφτω στην αγκαλιά σου και κοιμάμαι ήσυχα, μικρό παιδί. Από πάντα ήσουνα η μουσική και η ζωγραφική για μένα.

Άλλες νύχτες καθόμουνα και κοιτούσα με τις ώρες το σπίτι του Σεφέρη (Άγρας 20). Το παρατηρούσα να αλλάζει γωνίες, να αναπνέει, να πλέει ανάλογα με το φως του φεγγαριού. Εκείνη την εποχή μπαινόβγαινα σε κινηματογράφους και θέατρα, σε σημείο να είναι οι σκοτεινές αίθουσες προέκταση του δωματίου μου. Αυτή είναι περίπου η μικρή ιστορία της Περιμετρικής και των ανθρώπων της. Και το ταξίδι συνεχίζεται. Κοιτάζω πίσω τον δρόμο και βλέπω να έρχεται προς το μέρος μου, μόνος και φωτεινός, ο Γιώργος Χειμωνάς, στα μαύρα ντυμένος, στα βελούδινα.

Γιάννης Κοντός Απρίλιος-Ιούνιος 2000

* Η Αυτοπροσωπογραφία περιλαμβάνεται στο Υστερόγραφο της Περιμετρικής, στη 2η έκδοση της συλλογής.

Το τοπίο μακριά, Αφιέρωμα στον Γιάννη Κοντό,
επιλογή-επιμέλεια υλικού Μαριγώ Αλεξοπούλου, 
εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2025


Νίκος Οικονομίδης, Γιάννης Κοντός, 2009
_________