Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

«...με την Τέχνη να του κάνει τα χατήρια», Γιάννης Κοντός, Θανάσιμα επαγγέλματα


Ποιητής, Μουσικός και ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει...

«..γιατί ποτέ δεν ήταν ποιητές, 
το χώμα που πατούν να προσκυνούνε..»

«Δίκοπη ζωή», Μάνος Ελευθερίου

Οι ποιητές δεν θέλουν χώρο, ούτε οι μουσικοί, οι πλανόδιοι, που παίζουνε για τους άστεγους και τους λυπημένους.

«Λαχειοπώλες τ΄Ουρανού, μοιράζουν αριθμούς σε ξωτικά κι αγγέλους».

Είναι πουλιά οι ποιητές, ακουμπάνε στη γη μόνο για να προσκυνήσουν το χώμα.

Κι όταν η Τέχνη τους κάνει τα χατήρια, μάς βρίσκουν και στην άλλη ζωή, «κουκούτσι της συνείδησής μας», να μας τραγουδήσουν το μέλλον και το παρόν.

Ίσως γι αυτό «το θαύμα το περιμένουμε απ’ τους αλήτες, τα παιδιά, τους ποιητές»


Ο Γιάννης Κοντός - ποιητής κι όταν πεζολογεί - με «δρομοδείκτες» τα βιβλία του Γιώργου Σεφέρη, της Μέλπως Αξιώτη, του Νίκου Γαβριήλ - Πετζίκη, του Γιώργου Ιωάννου, του Βασίλη Βασιλικού και του Μένη Κουμανταρέα, απλώνει περισσότερο τη φόρμα του, διεισδύει, αποκαλύπτει  και αποκαλύπτεται. Κάτω και πίσω από τα πενήντα πέντε «θανάσιμα επαγγέλματα» του βιβλίου - μικρά δοκίμια στοχασμού πάνω στο θάνατο - βρίσκεται ο ίδιος ο ποιητής με τις απορίες, τις αγωνίες, τις ελπίδες, τις βεβαιότητές του.


Marc Chagall, Le Poète allongé, 1915, Tate Modern, London

Σε κρυφά μονοπάτια βαδίζουν οι ποιητές....


Με σιδερένιο κεφάλι. Να τα καταπίνει όλα και να παράγει χρυσάνθεμα. Λύπες, χαρές να ακούει το μάτι του. Χιλιόμετρα πίκρας να πίνει μαζί με φαρμάκι και να γεννά μετάξι ελευθερίας. Σαν κόκκο άμμου να βλέπει τον κόσμο και η άμμος της ερήμου να είναι το σπίτι του και να περπατά κάτω από τον καυτό ήλιο και να πιστεύει ότι δροσίζεται.

Τις λέξεις τις τινάζει σαν λεπίδες στο στόχο. Και ο στόχος είναι εκεί που κάνετε ότι δεν βλέπετε.

Άνοιξε μία πόρτα και μπήκανε πολλά άγρια ζώα, που τα εξημέρωσε με ένα σφύριγμα. Ήρθανε και κάθισαν στα πόδια του μηρυκάζοντας την ησυχία.

Ο ποιητής νεύει στους ανέμους να έρθουν, να φορέσουν τα κόκκινα και να βάψουν τα ποτάμια. Να βάψουν τους αγγέλους, τα τραγούδια και τις φωνές των απελπισμένων. Όπως βλέπετε οι απελπισμένοι έχουν σπορά μεγάλη. Με αυτό το σιτάρι θα χορτάσει ο κόσμος, και τα αδέσποτα σκυλιά.

Και έρχεται η επόμενη μέρα και είναι ίδια με τις προηγούμενες. Η ελπίδα έχει στερέψει και καράβια βούλιαξαν. Δεν θα γλυτώσει κανείς. Η επανάσταση καθυστερεί και το μπαρούτι τέλειωσε. Μια απέραντη νύχτα γίνεται η έξοδος των πολιορκημένων. Οι οιμωγές των λαβωμένων περισσεύουν. 


Μετά ξυπνάνε όλοι και λένε κακό όνειρο ήτανε και γυρνάνε στις δουλειές τους. Και δουλειές τους είναι το εμπόριο και η ρουφιανιά. Η θάλασσα θα ήθελε να μπει στα σπίτια τους, αλλά την εμποδίζουν οι μαύρες σκέψεις τους. 

Σε κρυφά μονοπάτια βαδίζουν οι ποιητές. Μη φοβάστε θα αναστηθούν και θα σας βρουν σε όποια σχισμή και αν κρύβεστε. Θα σας πουν το μέλλον και το παρόν. Φοράνε πάντα τα ρούχα της βροχής και φέρνουν ξηρασία. Το χώμα θέλει νερό και το νερό κουπιά και λείπει η βάρκα. Ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο κάθεται στον ώμο τους σαν το κοράκι του Πόε και σάς λέει τη μοίρα σας. 

Με αυτά και με τα άλλα θα τελειώσει η ζωή. Όμως αυτοί οι αλαφροΐσκιωτοι θα σας περιμένουν και στην άλλη ζωή. Όπως αντιλαμβάνεστε δεν θα απαλλαγείτε ποτέ από αυτούς, γιατί είναι το κουκούτσι της συνείδησής σας. Όπου και αν το φυτέψεις θα πιάσει και θα βγάλει καρπό ή ωδικά πτηνά.

Γιάννης Κοντός, Ποιητής, Θανάσιμα επαγγέλματα
Μικρά πεζά, Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2014


Marc Chagall, 1911, Trois heures et demie (Le poète), Philadelphia Museum of Art


«Κάρφωνε το βιολοντσέλο στο όνειρο και ταξίδευε»

στον Μάνο Χατζιδάκι


Έκλεινε το βιολοντσέλο στη θήκη του και ήτανε σαν να κρύβει όλα τα μυστικά του. Μεγάλο το όργανο, μικρός αυτός, το σήκωνε με δυσκολία στους ώμους. Άλκης το όνομά του. 
Από παιδάκι τον τραβούσε αυτός ο ήχος και ήθελε να τον κατακτήσει. Μεγάλο το μέγεθός του, μικρός ο κόσμος του, αλλά γεμάτος φως, ασήμια και νότες. 

Είχε διαβάσει ένα διήγημα του Τσέχωφ, πώς ένας πλανόδιος μουσικός έκρυψε στη θήκη μια γυναίκα και την έκλεψε από τον άντρα της! Μονολογούσε «θα κάνω και εγώ το ίδιο με τη Μαρία». Δεν του άρεσαν οι αίθουσες συναυλιών. Ήθελε να παίζει σε κήπους και στους δρόμους και έτσι ξετύλιγε το φως και μοσχοβολούσε η περιοχή. 

Ένα κομμάτι που του άρεσε πολύ ήτανε η σουίτα μπαλέτου Το βόδι στα κεραμίδια, του Ντάριους Μιγιώ - και όλο μονολογούσε: κι αν σπάσουν τα κεραμίδια; 



Κάρφωνε το βιολοντσέλο στο όνειρο και ταξίδευε. Δεν ήθελε να μεγαλώσει, ήθελε να μείνει παιδί. Και όλο κλεινότανε στον εαυτό του και στη μεγάλη θήκη. Έπαιζε κρυφτό με το χρόνο και πάντα κέρδιζε.

Παραμιλούσε ανέβαζε πυρετό. Οι γονείς του τον πήγαν σε πολλούς γιατρούς, αλλά δεν βρίσκανε λύση. Τον στείλανε ταξίδια μακρινά, να ξεχάσει. Τι να ξεχάσει τη ζωή του; Μόλις γύριζε πάλι τα ίδια. Έφυγε από το σπίτι. Ενώθηκε με κάτι μουσικούς του δρόμου και παίζανε για τους άστεγους και τους λυπημένους. Έκανε σπίτι του τη θήκη και ο Άλκης χάθηκε μια ξάστερη νύχτα του χειμώνα αφήνοντας τα ίχνη του στο χιόνι. Και δεν έκλεψε ποτέ τη Μαρία.

Ήθελε να μείνει μόνος του με το στροβίλισμα της μουσικής και ένα μαύρο σκυλί και αυτό του δρόμου, που το τραβολογούσε με ένα σχοινί μαζί του στα ατέλειωτα ταξίδια του.

Σε αίθουσα συναυλιών δεν πάτησε το πόδι του ποτέ. Όταν ένιωθε μοναξιά διάβαζε το ποίημα «Καισαρίων» του Καβάφη και έπαιζε σόλο τον «Χορό των σκυλιών» από το Χαμόγελο της Τζοκόντας του Μάνου Χατζηδάκι. Έτσι πέρασε η ζωή του με την Τέχνη να του κάνει τα χατήρια.


Γιάννης Κοντός, Μουσικός, Θανάσιμα επαγγέλματα,
Μικρά πεζά, Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2014



«..γιατί όλοι θέλουν φρέσκο αέρα..»

Αυτός που μαζεύει τον αέρα. Αυτό συνήθως γίνεται πρωί. Με ένα φτυάρι ή μία σκούπα φέρνει τον αέρα μέσα σε ένα σακί. Αφού γεμίσει πολλά σακιά τα δένει σφιχτά με σκοινί, τα βάζει σε μία αποθήκη και βγαίνει στην αγορά. Αρχίζει και πουλά φρέσκο αέρα με λίγο ουρανό για συμπλήρωμα. Τον μοσχοπουλά γιατί όλοι θέλουν φρέσκο αέρα. Ό,τι περισσεύει το κάνει κονσέρβα. Κάνει και εξαγωγές. Το προϊόν του το ονομάζει: «Ερωτικό φίλτρο» και κάνουν ουρές οι φτωχοί και οι δυστυχισμένοι.


 Έκανε λεφτά με ουρά που λένε. Σκέφτηκε να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του και να πουλάει και φως. Ωραίο φως, καθαρό για να τυφλώνει τους επίορκους και να δίνει χαρά στους καλούς. 

Μετά σκέφτηκε να πουλήσει χειμώνες» και πάει λέγοντας. Ποτέ λειμώνες. Τις νύχτες θέλει να μαζέψει και ρίχνει δίχτυα, αγκίστρια, παραγάδια. Βγάζει κομμάτια νύχτας σαν ασήμι και τα πουλά σε τεχνίτες και εμπόρους. Δεν είναι παραμύθι: όλοι θέλουν περιπέτεια και τρόμο. 

Τώρα ο ίδιος γυρνάει στις φτωχογειτονιές και μαζεύει σκουπίδια. Κάνει ένα επάγγελμα που ανθεί στις μέρες μας και πλησιάζει τα αστέρια. «Μικρός που είναι ο κόσμος και μεγάλος ο έρωτάς μας. Κατηφόρες που έχει ο χρόνος και ανηφόρες τα φιλιά σου. Ο θάνατος μία απέραντη λεωφόρος» λέει ο αντίλαλος του εαυτού σου.


Γιάννης Κοντός, Και ένα επάγγελμα που δεν υπάρχει, Θανάσιμα επαγγέλματα,
Μικρά πεζά, Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2014


Η λέξη στο μαχαίρι, τα μυστικά στους δρόμους......

Πίσω από τα καθημερινά τα πράγματα
Υπάρχει ένα καθημερινό όνειρο
Να πάρεις το λεωφορείο
Να πιεις καφέ ν'αποστρέψεις τα μάτια

Από ψεύτικους ουρανούς
Πολιτικές εξουσίες
Εξουσίες ξυράφια
Από ψεύτικους ουρανούς

Η λέξη στο μαχαίρι
Τα μυστικά στους δρόμους

Γιάννης Κοντός, Νίκος Καλλίτσης, Αφροδίτη Μάνου
Απόπειρα (1981)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου