Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Ν. Καζαντζάκης, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά




Κείμενα και πλούσιο φωτογραφικό υλικό για τη ζωή του, πλήρης εργογραφία και βοηθήματα για τους μελετητές του έργου του. 







Ένας διανοούμενος συναντά στον Πειραιά ένα γέρο μιναδόρο μακεδονικής καταγωγής, και επιστρέφει στο γενέθλιο νησί του για να εκμεταλλευτεί ένα λιγνιτωρυχείο. Επιθυμεί να αφιερωθεί σε μιαν εργασία χειρωνακτική, με την ελπίδα να γιατρευτεί από τη θεωρητική του αδράνεια. Αλλά σύντομα αλλάζει στόχους, γιατί ο γερο-Αλέξης Ζορμπάς αποκαλύπτει ένα ανεξάντλητο θησαυρό από εμπειρίες, που μαγεύουν τον διανοούμενο. Η εκμετάλλευση του ορυχείου γίνεται έτσι ένα πρόσχημα, που τους επιτρέπει να χαρούν ατέλειωτες συζητήσεις και αλήτικες περιπέτειες, που προκαλούνται από την παρουσία μιας γερασμένης Γαλλίδας σαντέζας, ιδιοκτήτριας του κοντινού πανδοχείου. Ο Ζορμπάς είναι μια ύπαρξη αχόρταγη, χωρίς προκαταλήψεις, και δέχεται ατάραχα τη φτώχια και την πραγματικότητα του νησιού, που καταβάλλουν τον νέο του σύντροφο. Ωστόσο, οι δυο φίλοι έχουν κάτι κοινό: την ανησυχία, στον Ζορμπά παράφορη, στον αφηγητή υποταγμένη, μπροστά στο μυστήριο της ζωής. Το ύφος, άκρως πλούσιο και τολμηρό, καθώς απεικονίζει ανάγλυφα την έντονη διαφορά ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες και σε δύο αντίθετες αντιλήψεις τού κόσμου, καθιστά τον Ζορμπά ένα από τα καλύτερα έργα τού Καζαντζάκη.


Πολλές φορές πεθύμησα να γράψω το βίο και την πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, ενός γέρου εργάτη πού πολύ αγάπησα. 

Στη ζωή μου, οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα όνείρατα· από τους ανθρώπους, ζωντανούς και πεθαμένους, πολύ λίγοι βοήθησαν τον αγώνα μου. Όμως, αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι άφησαν βαθύτερα τ' άχνάρια τους στην ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τρεις τέσσερεις: τον 'Όμηρο, τον Μπέρξονα, το Νίτσε και το Ζορμπά.

Ο πρώτος στάθηκε για μένα το γαληνό κατάφωτο μάτι -σαν το δίσκο του ήλιου- που φωτίζει με απολυτρωτικιά λάμψη τα πάντα· ο Μπέρξονας με αλάφρωσε από άλυτες φιλοσοφικές αγωνίες που με τυραννούσαν στα πρώτα νιάτα· ο Νίτσε με πλούτισε με καινούριες αγωνίες και μ' έμαθε να μετουσιώνω τη δυστυχία, την πίκρα, την αβεβαιότητα σε περηφάνια· κι ο Ζορμπάς μ' έμαθε ν' αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο.



Βασισμένη στο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη "Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά,  η ταινία "Zorba the Greek" είναι αμερικανική ταινία της δεκαετίας του 1960, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη με τους Άντονυ Κουΐν, Άλαν Μπέιτς, Ειρήνη Παππά και Σωτήρη Μουστάκα. 

Η ταινία απέσπασε τρία βραβεία Όσκαρ το 1964, με σημαντικότερο το Όσκαρ β' γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της Λίλα Κέντροβα, στο ρόλο της Μαντάμ Ορντάνς. Η μουσική της ταινίας, την οποία έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης, έγινε παγκοσμίως γνωστή ως Συρτάκι. Οι σκηνές της ταινίας γυρίστηκαν στην παραλία Σταυρός στην Κρήτη.

 Το απόσπασμα με το οποίο ασχοληθήκαμε αναφέρεται στη γνωριμία του συγγραφέα-alter ego του Ν. Καζαντζάκη- με τον ήρωα του βιβλίου του.
Σ' ένα καφενείο του Πειραιά, ξημερώματα, βροχή, αέρας, με τις πιτσιλιές της θάλασσας να φτάνουν στο μικρό καφενεδάκι............
Από την αρχή είναι ολοφάνερη η αντίθεση ανάμεσα στον μετρημένο διανοούμενο, που "ζυγίζει καλά τα πράγματα πριν ενεργήσει και τον παρορμητικό και ασυγκράτητο Ζορμπά.

- Τι συλλογιέσαι;, μου κάνει, κουνώντας τη χοντρή του κεφάλα. Κρατάς και του λόγου σου ζυγαριά,ε; Ζυγιάζεις με το δράμι, ε; Μωρέ, πάρε απόφαση, κατά διαόλου οι ζυγαριές! 



Η γνωριμία στο λιμάνι του Πειραιά



Το τρελό σχέδιο



Το ναυάγιο του σχεδίου - ο χορός




Η επιχείρηση του λιγνίτη πήγε κατά διαβόλου. Ο Ζορμπάς κι εγώ κάμαμε ό,τι μπορούσαμε για να φτάσουμε, γελώντας, παίζοντας, κουβεντιάζοντας, στην καταστροφή. Δε σκάβαμε να βρούμε λιγνίτη, αυτό ήταν μια αφορμή για τους απλοϊκούς φρόνιμους ανθρώπους, «για να μη μας πάρουν με τις λεμονόκουπες» έλεγε ο Ζορμπάς και σκούσε στα γέλια. «Μα εμείς, αφεντικό» (μ’ έλεγε αφεντικό και γελούσε) «εμείς αφεντικό, έχουμε άλλους, μεγάλους σκοπούς. -Ποιους, μωρέ Ζορμπά;» τον ρωτούσα. « Σκάβουμε για να δούμε, λέει, τι δαιμόνους έχουμε μέσα μας.»            
Ν. Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο»







Συναντηθήκανε δυο φίλοι 
εις τον Περαία μια φορά 
τον έναν λέγαν Καζαντζάκη 
τον άλλον λέγανε Ζορμπά. 

Ο ένας δάσκαλος μεγάλος 

Κρητίκαρος και στοχαστής 
ο άλλος ήτανε αντάρτης 
φαγάς πιοτής και μερακλής. 

Και βάζουν πλώρα για την Κρήτη 

με φεγγαράκι και βοριά 
να βρούνε τάχατες λιγνίτη 
μ'αυτοί γυρεύαν λευτεριά. 

Εξαγριώνονται οι παπάδες 

για τον μεγάλο ποιητή 
οργιάζουνε οι καλαμαράδες 
και το νε λένε κομμουνιστή.

Στίχοι: Κώστας Μουντάκης
Μουσική: Κώστας Μουντάκης
Ερμηνεία. Μάνος: Μουντάκης



Αφήγηση Καζαντζάκης - Ζορμπάς

Κώστας και Μάνος Μουντάκης (1976)

Γερός ορθόκορμος, ντελής, ψυχή, καρδιά μεγάλη.

Άπονος και δουλευταράς, αλήτης γλεντοκόπος.
Παλικαράς, ελεύθερος, δίκαιος χωρίς πατρίδα.
Με τη ζωή αγαπητικός κι αδείλιαστος στο Χάρο.


Λιοντάρια, χιόνια, Όλυμπους, λύκους, κομιτατζήδες, 

λιγνίτες και Αγιά Σοφιά, γυναίκες και πατρίδες, 
αυτός όλα τα χόρευε, τα πίστευε τα ζούσε.
Τα `τρωγε τα `κανε χορό, ποτό και τα γλεντούσε.

Όταν συλλογίζουμαι με τι θροφή
τόσα χρόνια με τάιζαν τα βιβλία και οι δάσκαλοι
για να χορτάσουν μια λιμασμένη ψυχή
και τι λιονταρίσιο μυαλό για θροφή 
με τάιζε ο Ζορμπάς μέσα σε λίγους μήνες, 
δύσκολα μπορώ να βαστάξω την οργή και την θλίψη μου.

Πες μου Ζορμπά, πρώτη φορά είναι που πας στην Κρήτη;

Έτυχες να `κανες ποτέ με Κρητικούς παρέα;
Αχ αφεντικό, όταν ήμουνα στα μαύρα μου τα γένια
τριανταδυό τα δόντια μου και το μυαλό τρακόσια, 
μπορεί και πεντακόσια, αλλά τετρακόσια δεν τα `χα.

Έκανα τον πραματευτή σε χώρες και κοντοχώρια

κι είχα σε κάθε ένα χωριό όλο και καμιά χήρα.
Φτήνια, ζωή καλόβολη για τη Μακεδονία
μα σ’ αυτήν την καλοπόρευση που `χαμε εμείς κει πάνω, 
να μη σου τα πολυλογώ ξεσπάθωσε η Κρήτη
πάνω στα `97 και πιάνει το ντουφέκι
και παρατώ τις πραματιές και την καλοβολάδα
μαζί με τς άλλους ρέμπελους και να `μαστε στην Κρήτη.

Θαρρείς εδά αφεντικό πως θα σου τ’ αραδιάσω

πόσα κεφάλια τούρκικα εκάρφωσα στον τρίφτη, 
πόσες κοιλιές εξέσκισα και δάγκωσα καφάδες 
όπως τα λένε οι Κρητικοί; Ντρέπομαι, δεν το κάνω.
Γιατί εδά έχω λογική και σκέφτομαι ο έρμος.
Πόσα αφτιά εκόψαμε και πόσες ατιμίες, 
πόσες κλωψιές, πόσες σφαγές εκάναμε οι αντάρτες.

Και να φωνάζεις του Θεού να κατεβεί κι εκείνος

να βοηθήσει δα κι Αυτός σε τούτα εδώ τα χάλια.
Δεν εκατέβηκε βέβαια αλλά του φωνάζαμε βοήθεια.
Και ούλα αυτά εφέρανε τον πρίγκιπα στην Κρήτη, 
τη λευτεριά, τη λευτεριά. Αφεντικό τη λευτεριά, τη λευτεριά.
Φωνές, χαρές, αλαλαγμούς, χορούς και πανηγύρια
την ώρα αυτή που πάτησε ο πρίγκιπας στη Σούδα
μα δεν εκράτησε πολύ κι ύστερα πάλι άλλα
να μη στα πολυλογώ, αλαξοβασιλίκια.

Κρήτη με δάφνη και μυρτιές, σημαίες, μπαϊράκια

κι ένα λαό ολότροζο για την ελευτερία.
Ώστε αυτά τα φονικά και ποταμούς το αίμα, 
χρειάζεται η λευτεριά για να `ρθει στους ανθρώπους;



Χορός Ζορμπά

Για μένα όπου γης είναι πατρίδα 

κι αν έχω άδειο πορτοφόλι, 
είναι δικιά μου η πλάσις όλη 
και ζω στο κόσμο αυτό χωρίς ελπίδα.

Όπλες κι όπου του βγάλει η βράση, 

αν φτιάσει η δουλειά ή αν χαλάσει
δεν έδωσα ποτέ μου δεκαράκι
αν είναι λεωφόρος ή σοκάκι.

Αγάπη έχω μόνο τη ζωή μου, 

το χάρο δεν τον εφοβούμαι
και όσα πάνε κι όσα `ρθούνε, 
είναι κοντό και σάπιο το σχοινί μου.

Σαν άντρας θέλω να πεθάνω, 

σα μερακλής το κέφι μου να κάνω
κι άσε τον άλλο κόσμο να γελάσει, 
δε ξέρει τι ζητά σ’ αυτή τη πλάση.

Ο νους μου ανεμόμυλος γυρίζει, 

ποιος κάνει πόλεμο κι ειρήνη, 
ποιος λευτεριά και δικαιοσύνη
και γίνεται κουρκούτι και σαστίζει.

Αφεντικό στην ιστορία γράψε

και τη δική μου θεωρία:
Τον κόσμο άρτσι μπούτσι και λουλάς, 
υπογραφή Αλέξης ο Ζορμπάς.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου