Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

«Το Γυρί, στα όρια της πολιτείας ή στα όρια του κόσμου», Κοσμάς Πολίτης


Το πρώτο μου Πάσχα (1965), Σκαγιοπούλειο Ορφανοτροφείο. 


Οι πόλεις ζούνε πιο πολύ απ’ τους ανθρώπους τους......

Ανάγκη επιστροφής στον γενέθλιο τόπο, προσπάθεια να ψηλαφίσεις το απότυπωμά σου, να συλλαβίσεις την ιστορία σου μέσα από το λόγο και τις εικόνες, τώρα που οι απουσίες πληθαίνουν κι αραιώνουν οι παρουσίες.

***************************************************************************************************

Ένα καλοκαίρι στο Γυρί, μια γειτονιά, «στα όρια της πολιτείας ή στα όρια του κόσμου», εκεί που οι άνθρωποι, τότε και πάντα, «αγαπούμε, υποφέρουμε, αγωνιζόμαστε».

• Η οδός Ιεροθέου Αρχιεπισκόπου, άδηλη, φαρδιά και σκονισμένη, με τα κυπαρίσσια , τις μουριές και το χώμα πατημένο από βαριά ποδάρια εργατικά, αναγκεμένα.

• Το Παναχαϊκό, το Κάστρο, οι εξοχές της Άνθειας και του Γηροκομειού, η Βαράσοβα να καθρεφτίζεται στο κρύσταλλο της θάλασσας.

• Η Αγία Τριάδα, η Αγιά- Βαρβάρα, που κάνει θάματα, ο Παντοκράτορας κι οι σκαλωσιές σαν δεκανίκια γύρω στον τρούλο τ’ Άγιου Αντρέα.

• Το Ορφανοτροφείο και τα παιδιά με τα ξυρισμένα τα κεφάλια να τριγυρνάνε απασχολημένα στο περιβόλι και τ’ άλλα παιδιά, κυλισμένα στη σκόνη, άλλοτε να κοιτάνε ψηλά και να δίνουν βιτσιές του αέρα με μακριά καλάμια κυνηγώντας νυχτερίδες κι άλλοτε να ξαμολιούνται στο Κάστρο για εξερευνήσεις και στη θάλασσα για ψάρεμα.

• Τα Ψηλαλώνια με την εξέδρα μουσικής, η πλατεία Βουδ, το «Λυρικόν» και τα κορίτσια του μπαλέτου, ο μπερντές του Καραγκιόζη, η ποδοσφαιρική ομάδα του «Παναχαϊκού Συλλόγου», ριγωτές φανέλες και κόκκινα πανταλονάκια.

• Ο Φάρος με το καφενείο καταμεσής της θάλασσας, τα εξοχικά μαγαζάκια - μισομπακάλικα, μισοταβέρνες, μισοκαφενεδάκια - με τις κουτσές καρέκλες και τα λιγδερά τραπέζια να μιλάνε στην καρδιά.

• Τα χαμόσπιτα, τα λιακωτά και οι βίλες, τ’ αμαξάκια, τα εργοστάσια της σταφίδας που έδιναν δουλειά για τρεις μήνες στους αδέκαρους χαραμοφάηδες.

• Το Τρελοκομείο στις Ιτιές και τα μούτρα τα χλωμιασμένα με άπλανη τη ματιά πίσω από τις σιδεριές.

• Το Πτωχοκομείο στην Ακτή Δυμαίων με τη μοναδική ανθισμένη μπαμπακούλα στην είσοδο του χτιρίου.

• Λαούτο και χοροί και φωτιές κι ο γύφτος απ’ τα Καντριάνικα να επιδεικνύει ως παράσημο τιμής μια ουλή κάτω απ' το δεξί πλευρό του – για την πατρίδα.

• Η δίκη για το «επ’ αυτοφώρω» και τα παιδιά να κάνουν χάζι, σκαρφαλωμένα στα κλωνιά του πλάτανου έξω από το «Μπουγιούκ Ντερέ»

• Κι η νέα που φαρμακώθηκε από έρωτα στην Απάνω Χώρα, τραγούδι στο στόμα του αοιδού-διακονιάρη και σκοπός κλαψιάρικος στη φυσαρμόνικα που τον συνοδεύει.

Τρεις μήνες καλοκαίρι, μέχρι να φθινοπωριάσει, ν’ αρχίσει να λασπώνει από τις βροχές η Ιεροθέου - ν' απλώνεται η υγρασία, στο στοιχείο τους οι άνθρωποι της πολιτείας, βαριοί και πλαδαροί - , ν’ αρχίσει η γειτονιά να συμμαζεύεται σιγά σιγά ως του Αγίου Αντρέα που αντρειώνει το κρύο.

Τι κι αν ο Σάββας δεν θα καταφέρει να ξεγλιστρήσει από του χάροντα το στόμα, όπως και το αδελφάκι του, δυο χρονών μωρό, όπως κι η Κούλα με τη γαλάζια ποδιά και τα κίτρινα καλτσάκια - ο θάνατος είναι κάτι που γίνεται...

Τι κι αν «στραβώνει η ζωή» και φεύγεις από έναν τόπο, ο τόπος ζει πάντα πιο πολύ απ’ τους ανθρώπους του……..

«Οι πόλεις ζούνε πιο πολύ απ’ τους ανθρώπους τους.
Ζούνε ακόμη πιο πολύ από το όραμα που κάποτε τις γέννησε,
κι από το χέρι που τις έχτισε λαμπρές.
Η δύναμή τους είναι η αδιαφορία της ύλης για όσους τις ενοικούν.
Όπλο τους, ένας χρόνος μεγαλύτερου βεληνεκούς»

Ρέα Γαλανάκη



«Ο άνθρωπος ζει όσο μιλούν γι’ αυτόν»

Ο Κοσμάς Πολίτης (κατά κόσμον Παρασκευάς Ταβελούδης, 16 Μαρτίου 1888 - 23 Φεβρουαρίου 1974) εμφανίστηκε στα γράμματα αιφνίδια, το 1930, σε ηλικία 42 ετών, ενώ ήδη είχε αξιόλογη επαγγελματική σταδιοδρομία, με το μυθιστόρημα Λεμονοδάσος.

Το 1934 μετατέθηκε στην Πάτρα, όπου ανέλαβε την υποδιεύθυνση του υποκαταστήματος της τράπεζας, ενώ εν τω μεταξύ είχε συνάψει σχέση με μια άλλη γυναίκα και είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πάτρα έγραψε την Eroica, που τιμήθηκε το 1939 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και έγινε κινηματογραφική ταινία το 1960 από τον Μιχάλη Κακογιάννη.


Το 1942 πέθανε η κόρη του Φοίβη (Κνούλη το χαϊδευτικό της), κατά τη διάρκεια του τοκετού. Αυτό το γεγονός τον συγκλόνισε και θεώρησε τον εαυτό του υπεύθυνο, καθώς πίστευε ότι αν δεν είχε εγκαταλείψει το σπίτι του, η κοπέλα θα ζούσε ακόμα. Επέστρεψε τότε στη γυναίκα του, με την οποία επανασυνδέθηκε. 

Από τότε ζούσε αποκλειστικά από τις μεταφράσεις του και από την πενιχρή σύνταξη που του πλήρωνε η Τράπεζα μέχρι το 1945. Επιπλέον πούλησε την κατοικία του στο Παλαιό Ψυχικό σε κάποιον μαυραγορίτη, στον οποίον πλήρωνε ενοίκιο για να παραμένει εκεί. (Αργότερα, το 1945 περίπου, το σπίτι του δημεύτηκε και πλήρωνε ενοίκιο στο Δημόσιο). 

Το 1944 έγινε μέλος του Κ.Κ.Ε. και το 1945 δημοσίευσε το μυθιστόρημα Το Γυρί, που αντικατοπτρίζει τους κοινωνικούς προβληματισμούς του. Στο Γυρί, οι πρωταγωνιστές είναι παιδιά και εργάτες από τις φτωχότερες τάξεις με όνειρα, ελαττώματα και προσδοκίες. 

Ιδρυτικό μέλος της Ε.Δ.Α., κατήλθε στις εκλογές στην περιφέρεια Πατρών, χωρίς να εκλεγεί, το 1951. 

Το 1967, την ημέρα του πραξικοπήματος, πέθανε η σύζυγός του Κλάρα κι ο ίδιος συνελήφθη και ανακρίθηκε ως αριστερός. Αφέθηκε τελικά ελεύθερος μετά από παρέμβαση του Ροζέ Μιλιέξ, καθηγητή του γαλλικού Ινστιτούτου και της γυναίκας του Τατιάνας Γκρίτση - Μιλιέξ.

Το 1973 μπήκε στον Ευαγγελισμό λόγω αναπνευστικής και καρδιακής ανεπάρκειας, μεταφέρθηκε για λίγο στον οίκο ευγηρίας Relax Palace στο Μαρούσι και ένα χρόνο αργότερα ξαναμπήκε στον Ευαγγελισμό, όπου πέθανε.




Ένα βιβλίο όπου δε συμβαίνει τίποτε......

Κατά βάθος ο Κοσμάς Πολίτης, παρά το γεγονός ότι έκανε επάλληλες προσπάθειες, με τα τρία μυθιστορήματά του[ Λεμονοδάσος (1930), Εκάτη ( 1933), Εroïca (1937) ], να εκφράσει τον κρυφό φόβο του ανθρώπου που ζει και δεν ξέρει τι ακριβώς τον περιμένει ύστερα, εκείνο που θα του άρεσε να πραγματοποιήσει θα ήταν να εκφράσει αυτό το οντολογικό αίσθημα σ' ένα βιβλίο όπου «δε συμβαίνει τίποτε».

Η Eroica αποτελεί μια πρόοδο απ' αυτή την άποψη. Ο Πολίτης θα πετύχει πληρέστερα το σκοπό του μέσα στον πόλεμο γράφοντας Το Γυρί (1944). Η περίπλοκη σχέση με τα πρόσωπα του έργου του, που ο Πολίτης είχε πραγματοποιήσει στην Eroica, εδώ απλώνεται κυρίαρχα και εκδηλώνεται μ' ένα διττό αίσθημα, ίσης απόστασης του συγγραφέα προς όλα τα πρόσωπα (εκείνο που οι ειδικοί ορίζουν σαν ειρωνεία), και μαζί τρυφερής συμπόνιας, που ποτέ δεν ξεφεύγει από τη σεμνότητα, προς όλα τα πρόσωπα, προς όλους τους ανθρώπους της γης.


Mario Vitti, Η Γενιά του Τριάντα, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1989



Πάτρα 1935 [Πηγή: tetartopress.gr] 



« La terre où l’ on souffre, où l’ on lute» 
A.F

(Η προμετωπίδα του μυθιστορήματος)


Από τον κήπο της έπαυλης Βουδ. στο τετράγωνο των οδών Γ.Ολυμπίου, Ζαλόγγου, Σουλίου και Καποδιστρίου, 1915) [ Πηγή: Τάσσος Σταθόπουλος, Patras Memories ]

Η συνοικία του Ορφανοτροφείου....

Τη γειτονιά την ίδια την έβλεπε πρώτη φορά. Σε καμιά γωνιά του δρόμου δεν υπάρχει πινακίδα. Κάποιος από τους γειτόνους έκανε τελευταία μια μεταγραφή στο υποθηκοφυλακείο και πληροφόρησε τους άλλους πως το δρόμο τους τον λένε οδός Ιεροθέου Αρχιεπισκόπου σε όλο του το μάκρος: από τη μικρή πλατεία Βούδη με το παλιό αρχοντικό - εκεί που βρίσκεται και η ταβέρνα του Κασάρη- ως κάτω στην παραλιακή οδό που πάει στις Ιτιές. Ωστόσο, αν ήθελε κανένας να βρει το μέρος τούτο, έπρεπε να ζητήσει τη συνοικία του Ορφανοτροφείου. Και πάλι θα ρωτούσαν: Ποιο ορφανοτροφείο, το αγροτικό;

Το «Εθνικό Σκαγιοπούλειο Αγροτικό Ορφανοτροφείο Αρρένων Πατρών» ιδρύθηκε το 1926 από τον Παναγιώτη Σκαγιόπουλο με σκοπό την ανατροφή, περίθαλψη, στοιχειώδη εκπαίδευση και την άσκηση στη γεωργία των ορφανών παιδιών του πολέμου. (Πηγή: http://skagiopouleiostudy.blogspot.gr/)


Οδός Ιεροθέου Αρχιεπισκόπου, ένας δρόμος άδηλος, φαρδύς και σκονισμένος, σαν εξοχικός.

Η ονομασία συνοικία δεν ταιριάζει τόσο. Ούτε και προάστιο. Ένας δρόμος άδηλος, φαρδύς και σκονισμένος, σαν εξοχικός. Χωρίζει τη μεσημβρινή εσχατιά της πόλης από τα περιβόλια και από κάτι εχτάσεις που απλώνονται χορταριασμένες με δω κι εκεί ένα χαμόσπιτο ή κάποιο μαγαζάκι. Τις αυλακώνουν μονοπάτια χαραγμένα κατά το διάβα των περαστικών, έτσι, ακανόνιστα και φιδωτά, το χώμα πατημένο από βαριά ποδάρια εργατικά. Δεν είναι φρόνιμο ν' αψηφάς τα μονοπάτια τούτα και να τραβάς από τα χέρσα, γιατί λασπιάζει ο τόπος από τις βροχές και χώνεσαι στο βούρκο πάνω από τον αστράγαλο. Σαν έμπαινε η άνοιξη, θεριεύανε τα γαϊδουράγκαθα, οι τσικνίδες κι οι τριβόλοι. Σε κάθε πατημασιά κινδύνευες να ξεσκιστείς και να ματώσεις.

Την εποχή που ανθίζαν ήταν υπέροχα τα γαϊδουράγκαθα. Σαν ν' ακουμπίζαν πάνω κει πλήθος πεταλουδίτσες - λευκές, μενεξεδιές, γαλάζιες— και φτερουγίζανε μάταια να ξεφύγουν απ' τ' αγκάθια. Τα πυράχτωνε ο ήλιος, τα καμπύλωνε, μπλέκανε σχέδια — σχέδια το 'να με τ' άλλο σα φιλιγκράνι εργασμένο σε υλικό πολύτιμο που μόλις βγήκε από τη φωτιά του χρυσικού. Ένα θερμό αμάλγαμα, κοκκινωπό ακόμη σε πολλές μεριές, πυρό, με τόνους κίτρινους και ανοιχτό τριανταφυλλί εκεί που πάει να κρυώσει.

Ένα κομμάτι από το δρόμο τραβάει μέσ' από πρασινάδες γκριζωπές. Αρχίζοντας απ' τη μικρή πλατεία περνάει μπρος στα περιβόλια, συνέχεια το χτήμα του Αγροτικού Ορφανοτροφείου ώσπου να στρίψει προς το εκκλησάκι για τα ορφανά. Τα σπίτια είναι χτισμένα όπως όπως στην αντικρινή πλευρά, χαμόγια φτωχικά το περισσότερο, ασβεστωμένα παρδαλά, κεραμιδί, γαλάζιο ή ώχρα κι άλλα ίδια κατάλευκα εξωκλήσια, 

καθένα πλάι στο κηπάκι του.

Όπως κι αν είναι, η οδός Ιεροθέου
—το μέρος τούτο μπρος στα περιβόλια - έχει μια σύσταση ξεχωριστή ολότελα. Ίσως να τη χρωστάει στο ρεύμα του ανέμου που κατεβαίνει από το βουνό — α, κάτι τρίβει ο άνεμος απ' το μυαλό του ανθρώπου, λεπταίνει ακόμη ως και τ' άψυχα. 

Τις νύχτες του καλοκαιριού, όσο λουφάζ' η άλλη χώρα μέσα στην ασφυξία της μαλάτσας, εδώ φυσάει το αγέρι του βουνού και μαστιγώνει τα αίματα...


Ίσως το άλλο στοιχείο της, η σκόνη, να πρόσθετε την ξωτικιά του χάρη. Ο δρόμος τυλιγότανε μέσα σ' ένα κυματισμό από πέπλα, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις παίρνανε κάποιο περίγραμμα ρευστό, ακαθόριστο, ιδεατό —τρεμουλιαστό και ιριδισμένο καθώς οι πέτρες και τα φύκια κάτω από τη διαφάνεια της θάλασσας...


Η Τριών Ναυάρχων, τέλη δεκαετίας '50


Οι παραμέσα συνοικίες — ακόμα και οι κοντινές όπως τα Ψηλαλώνια και η οδός Τριών Ναυάρχων - διατηρούσαν μιαν ατμόσφαιρα πηχτή, χοντροκομμένη, κυβισμένη, αδρή.
Μόλις έβγαινες στο δρόμο τούτο, βρισκόσουν κιόλα σ' ένα καινούριο κλίμα ψυχικό - κάτι σαν κατανόηση, σαν άφεση αμαρτιών. Ένιωθες, προτού ακόμη τις κατατοπίσεις, να δημιουργιόνται σχέσεις αναπάντεχες, παράδοξες - και πως τα λόγια που θα μεταχειριστείς αργότερα να τις διατυπώσεις, δε θα μπορούν να ερμηνέψουν ατόφια την πραγματικότητα: κάτι σαν περιέργεια εσωτερική, σε ανισορροπία με τον τρόπο που εκφράζεται. Μιαν αρχική εντύπωση που της μαντεύεις ενδιαφέροντες εξελιγμούς - χαρούμενους ή θλιβερούς, δεν έχει σημασία. Ίσως η ποίηση να 'χει κάποιο ανάλογο ξεκίνημα.

Όλοι στη γειτονιά ζούσανε μεροδούλι μεροφάι. Εξαίρεση αποτελούσε ο κύριος Μαλιγκρόπουλος, ο τυπογράφος. Το σπίτι όπου έμενε ήταν ιδιοχτησία της γυναίκας του —παλιό και σαραβαλιασμένο, μόλις που έστεκε ορθό, μα ωστόσο ιδιοχτησία της κι έπαιρνε νοίκι από το πάνω πάτωμα.!

Την Κυριακή το απόγεμα, την ώρα που οι άλλοι καθόντανε στις πόρτες και τσάκιζαν πασατέμπο, ξεκινούσε αυτός με την γυναίκα του και με την κόρη της από ένα πρώτο γάμο —μια όμορφη ψηλή κοπέλα ως είκοσι χρονώ— και ανέβαιναν στα Ψηλαλώνια να πάρουν το γλυκό τους και ν' ακούσουν τα μεγάφωνα.





Η αρχική περίφημη σιδεριά της εξέδρας μουσικής στα Ψηλαλώνια. Αργότερα αντικαταστάθηκε με πρόχειρα κάγκελα 
(Ν. Μολόχας, Οι πλατείες της Πάτρας, "συλλογές", Αργύρης Βουρνάς, Αθήνα 1998)



...μια παιδιάτικη φωνή που κάθε τόσο καλούσε....... 

Ωσότου βασιλέψει ο ήλιος,
αντηχούσαν τα τσαπίσματα στο χτήμα του ορφανοτροφείου, μουντά, μ' επιμονή• θαρρείς το βάζαν πείσμα να μην τελειώσ' η μέρα. Στο βάθος ξεχώριζε το χτίριο, μια οικοδομή ψηλή, μακρόστενη. Τα παράθυρα χάσκαν σε τρεις σειρές πάνω στην παγωμένη εσωτερική του ερημιά. Κάτι παιδιά με ξυρισμένα τα κεφάλια τριγύριζαν απασχολημένα μέσα στο περιβόλι. Ένας άντρας χειρονομούσε σα να 'δινε διαταγές. Άλλα τέτοια κεφάλια σκύβανε πάνω στ' αυλάκια ψάχνοντας κάποιο θησαυρό. Οι αξίνες λαμπυρίζανε κοκκινωπές μέσα στη δύση, έτσι όπως σηκωνόντανε βαριές και ξανάπεφταν με ανακούφιση.
Μα ο ίσκιος μάκραινε σιγά σιγά. Όλα τούτα που έμοιαζαν εκεί, στο βάθος του περιβολιού, σαν τελευταία φωτισμένη προβολή, σκοτείνιασαν κι αφανίστηκαν. Μαζί τους πάψαν και οι θόρυβοι. Απόμεινε μονάχα μια παιδιάτικη φωνή που κάθε τόσο καλούσε από κει μέσα:

— Καλαντζόπουλόοος! Καλαντζόπουλόοος! — 
και μάκραινε όσο πήγαινε: Κα-λαν-τζό-που-λόοοος... Κα-λαν-τζό-που-λόοοος...



Ωσότου βασιλέψει ο ήλιος, αντηχούσαν τα τσαπίσματα στο χτήμα του ορφανοτροφείου...... (http://skagiopouleiostudy.blogspot.gr/)

.
..Κολλητά στο συρματόπλεγμα, πλάι στα κυπαρίσσια του ορφανοτροφείου, ο Σάββας λέει σε κάποιον που καθότανε κατάχαμα πίσω από κει:

— Ώχου, νυχτώνει, άργησα.

Γυρίζοντας το σούρουπο απ' της κυρίας Ελισάβετ, ξυστά στο συρματένιο φράχτη, ξαφνιάστηκε από μια φωνή πλάι στ' αυτί του:

— Βρε συ μικρέ!

Κάποιο ψηλό αγόρι στεκότανε κάτω από τα κυπαρίσσια, λίγο σκυφτό για να το παίρνει ο τόπος.

— Εσένα λέω, έλα δω.

— Τι με θες; ρώτησε ο Σάββας.

— Τίποτα, να, καμιά φορά σ' ακούω που περνάς και τραγουδάς.

— Πώς σε λένε;


 Καλαντζόπουλο.

— Α! έκανε ο Σάββας και θέλησε να φύγει. [.....]



Στα μισοσκότεινα ο Σάββας εξέταζε το μεγάλο αγόρι. Δίστασε μια στιγμή.
— Εσύ 'σαι που φωνάζουν κάθε βράδυ;

— Μίλα πιο σιγανά μην τύχει και μας πάρουν είδηση.

— Πώς είναι το μικρό σου όνομα;...

— Το μικρό μου όνομα;... Στάσου να δεις...


θα το θυμηθεί, του λέει. Τόσα χρόνια έχει ν' ακούσει το μικρό του όνομα, του φάνηκε παράξενο τώρα που ρώτησε ο Σάββας. Είναι συνήθεια να τους φωνάζουν όλους με το παράνομα για να τους ξεχωρίζουν. Αλλιώς θα τους μπερδεύανε, γιατί όπως φαίνεται πολλά παιδιά έχουν το ίδιο όνομα.

— Το θυμήθηκα! Κωστάντζος.

Τόσα χρόνια τώρα έχει να τ' ακούσει, μα ωστόσο τ' όνομα του είναι Κωστάντζος. Είναι βέβαιος γι' αυτό.

— Πάτησα τα δεκάξι φέτος. Είμαι από τους πιο μεγάλους. 

— Θα σε φωνάξουν πάλι απόψε;


Ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα. Βαρέθηκε εδώ μέσα. Του χρόνου πια θα φύγει, ξεσκάλισε τα γράμματα και την κηπουρική.

— Καλά είν' εδώ δε λέω, μα ωστόσο πια βαρέθηκα.

— Θα πας στο σπίτι σου;

— Στο σπίτι μου;
απόρησε ο άλλος.

— Εκεί που κάθουνται οι δικοί σου.
Μια προσπάθεια ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του αγοριού. Έξυσε το ξυρισμένο κρανίο του. Οι δικοί του;... Κάπου βέβαια θα πάει, κάπου θα τον στείλουν, το μόνο που θυμάται είναι πως βρίσκεται από μικρός εδώ, στο ορφανοτροφείο.

— Ίσως μου βρουν δουλειά σε κάποιο χτήμα. Δε λέω, είναι καλά, νά 'χει και ζωντανά το χτήμα να τα νοιάζομαι. [......]

— Από τα βαθιά του περιβολιού ακούστηκε η φωνή:

— Καλαντζόπουλόος!... Καλαντζόπουλόος!... Ο Σάββας τινάχτηκε.

— Μη σε μέλει, του κάνει ο Κωστάντζος, δε με βρίσκουν - και στάθηκε μπροστά σ' ένα κορμό κυπαρισσιού. — Δε χτύπησε ακόμα το κουδούνι για το βραδινό φαΐ. [......]



http://skagiopouleiostudy.blogspot.gr/ 


Χτύπησε το κουδούνι. Ο Κωστάντζος βγήκε από τον κρυψώνα του κι έφυγε τρέχοντας κατά κει.

Μέσα στο γυμνό υπόστεγο του ορφανοτροφείου, τα παιδιά με το ξυρισμένο κεφάλι στεκόντανε ορθά μπροστά στο πιάτο του καθένα, έξω από τους μπάγκους. Τέσσερα μακρόστενα τραπέζια πιάναν ολόκληρη την αίθουσα.

Τα παιδιά ρίχναν το βάρος του κορμιού τους πότε στο ένα πόδι, πότε στο άλλο. Στο κεφαλοτράπεζο ξεχώριζε μια θέση από τη μοναδική πετσέτα που ήτανε στρωμένη κάτω από το πιάτο αντί τραπεζομάντιλο.

— Σςςς..., έκανε κάποιο αγόρι απ' τα μεγάλα για να πάψει το μουρμουρητό καθώς κι ο κρότος από τα καρφιά των παπουτσιών πάνω στο τσιμεντένιο πάτωμα.


Ο επιστάτης μπήκε φουριαστός και τράβηξε κατά τη θέση όπου φάνταζε η πετσέτα.

— Καλαντζόπουλος!
— Παρών.
— Σε θέλει ο κύριος διευθυντής —τώρα, προτού καθίσεις στο τραπέζι.

Ο Κωστάντζος αργοκουνήθηκε λιγάκι έτσι ορθός στη θέση του κι έπειτα βγήκε από την αίθουσα. Ο επιστάτης μύρισε το γιασεμί που κράταγε στο χέρι.

— Μαρδώνης!
— Παρών!
— Προσευχή.
— Κύριε ημών, αξίωσον ημάς... [.....]

— ...και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν —τελείωσε την προσευχή ο Μαρδώνης.

Όλα μαζί τα χέρια σηκωθήκανε για το σταυρό. Τα παιδιά δρασκέλισαν τους μπάγκους με κάποια φασαρία και κάθισε στη θέση του καθένα.

Σε λίγο γύρισε κι ο Καλαντζόπουλος. Πριν πιάσει το πιρούνι, έριξε μια ματιά στις χούφτες του που ήτανε κόκκινες και φουσκωμένες. Τα παιδιά, τρόγυρα στο τραπέζι, αλληλοσκουντιόντανε με τους αγκώνες.


Από τα εγκαίνια του ιδρύματος (1928) Οι πρώτοι τρόφιμοι και το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο του Ορφανοτροφείου [Πηγή: http://skagiopouleiostudy.blogspot.gr/] 


Ποιος ξεπέφτει τώρα πια εδώ χάμω στο Γυρί;

Αυτό εδώ το μέρος που τ' ονόμαζαν το Γυρί, που τώρα γέμισ' εργατιά και το πλημμύρισε η προσφυγιά στα Γερανέικα και πάνω, ήταν ο περίπατος της αριστοκρατίας, η καλύτερη εξοχή. Άχτιστα όλα τούτα, δώθε από τα Ψηλαλώνια. Μόνο πέντ' έξι αρχοντικά μέσα στα περιβόλια.

— Θέλει να πει τις βίλες,
εξήγησε η κυρία Βιχτωρία.

— Καταλαβαίνουν οι κύριοι... Το αρχοντικό του Βούδη στέκεται ακόμα πάνω στην πλατεία, το περιβόλι με τις μαγνόλιες και τα πεύκα. Ωχ, πώς μου θυμίζουν οι μαγνόλιες την Κεφαλλονιά.

Έμεινε σε συλλογή, κάθε τόσο ανασήκωνε τα φρύδια σα ν' απορούσε για τόσα που περάσανε και πάνε.
— Μόνο το αρχοντικό του Βούδη κατοικιέται ακόμα, κι αυτό που νοίκιασες του λόγου σου, κύριε Φίλιππα.


Η βίλλα του Βουδ (1960). Μέχρι και την εποχή της επταετίας βρισκόταν στη γωνία όπου σήμερα δεσπόζει μια πολυκατοικία, ακριβώς απέναντι από την ομώνυμη πλατεία. (Πηγή:http://dete.gr)


Έπιασε πάλι τη διήγησή του. Το ορφανοτροφείο, τα χρόνια εκείνα ήταν άχτιστο ακόμα. Τ' αμάξια που ερχόντανε από την πόλη για περίπατο, φέρνανε το γύρο προς τα δω και στρίβαν κάτω δεξιά, εκεί που φτιάξαν τώρα κάτι εργοστάσια. Όχι της πιάτσας, αμάξια ιδιωτικά. Ε, σαν οδηγούσε ο κύριος Περόπουλος το εγγλέζικο αμαξάκι με τις ουγγαρέζικες φοράδες! — όλ' οι σταφιδεμπόροι τον θέλαν για γαμπρό. Μα εκείνος είχε το μάτι καρφωμένο στην Αθήνα.

— Βέβαια, έφαγε λεφτά, και ξένα και δικά του. Θα μου πεις, νά τώρα πώς κατάντησε. Λένε πως τον συντηρά ο κουνιάδος του με κάτι λίγα που του στέλνει. Τι τα θες, ήτανε αρχόντοι εκείνοι. Τον γνωρίζεις τον κύριο Περόπουλο;

— Τον κύριο πρόξενο;
χαμογέλασε ο αστυνόμος με κάποια ειρωνεία. Έπειτα πήρε ύφος σοβαρό, ξερόβηξε και λέει: — Καθωσπρέπει κύριος.
Η κυρία Βιχτωρία έγνεψε του Γερόλυμου.

— Ναι, καθωσπρέπει κύριος, βεβαίωσε κι αυτός.

Λοιπόν, απ' τους παλιούς, άλλοι χάσαν τα λεφτά τους, άλλοι τα φάγαν, άλλοι φύγανε. Α, εκείνοι ξέραν να γλεντούνε με τις πριμαντόνες, πόσα και πόσ' αμπέλια πουληθήκανε! Άλλαξαν χέρια όλα τα χτήματα εδώ γύρω. Μα οι τωρινοί δεν είναι μερακλήδες, άνθρωποι χτεσινοί, τ' αφήσανε και ρέψανε. Να, μέσα στα περιβόλια φαίνουνται ακόμη κάτι ερειπωμένα αρχοντικά, ξέσκεπα, μισογκρεμισμένα, το ένα μάλιστα ίσια με τη γης, μονάχα οι μαρμαρένιες του κολόνες μείνανε από δαύτο.


— Ποιος ξεπέφτει τώρα πια εδώ χάμω στο Γυρί;



Στην εξοχή της Πάτρας γύρω στα 1920 
(Αθηνά Κακούρη, Με τα χέρια σταυρωμένα, εκδόσεις Πατάκη) 


Από το λιακωτό.....

Ανέβηκε στο λιακωτό. Η πολιτεία συμμαζευότανε κατσούφα και ασήμαντη μέσα στην έχταση του πρωινού. Γύρω στον τρούλο του Άγιου Αντρέα οι σκαλωσιές μοιάζουν με δεκανίκια. Πότε τον μαστορεύουν και πότε τον γκρεμίζουν κατάντησ' ένα μπετονένιο βάσανο κι αυτός κι η εκκλησιά.

- Πάνε τριάντα χρόνια που άρχισαν να τη χτίζουν, του εξήγησε μια μέρα η κυρία Βιχτωρία. Μια χτίζουν, μια ξηλώνουν, ποτέ δε θα τελειώσει. Ας όψονται οι ντόπιοι για την κατάρα του Άγιου: πουλήσανε την κάρα του στους φράγκους.



Το 1908 θεμελιώθηκε ο ναός του Α. Ανδρέα από τον Βασιλιά Γεώργιο Α' Το 1934 ανυψώθηκε ο τρούλος. 



Η Βαράσοβα πρόφτασε να κατρεφτιστεί στο κρύσταλλο της θάλασσας ντυμένη κιόλα με τα μπλάβα της κάτω από μια γάζα τριανταφυλλιά. Σα μια παλιά φιλάρεσκη που είναι, θ' αλλάξει ακόμη ως το βράδυ ένα σωρό φορές τα πέτρινα φουστάνια της.

Μπροστά εδώ απλώνεται ο κάμπος, λιπαρός, πηχτός από αμπέλια και δεντροπερίβολα. Μια πράσινη σπατάλη. Κάποια καμπαναριά ρίχνουν ηλιοσταλάματα που οι φυλλωσιές τ' απορροφούνε και αναθρώσκει ένας φτωχικός καπνός πιο πέρα. Το χρώμα του προδίνει πως καίνε ξύλα μες στο τζάκι.

Μέσα στην τόση έχταση σκορπά η σκέψη ελεύθερη, περαστική, δίχως να επιμένει ενοχλητικά: τα τρογύρω βουνά, ηδονισμένα κάτω από τον πρωινό παρθένο ήλιο, χαμήλωσαν στην απόσταση τα διάσελα, δε φράζουνε το δρόμο να την ξαναστείλουν πίσω να πιπιλίσει το μυαλό. Μακριά, οι καρόδρομοι χύνουνται μες στον κάμπο σαν προέχταση από τα ξεροπόταμα που τυραννούνε τις πλαγιές του Παναχαϊκού. Ο κοντινός του όγκος βάραινε τη διαύγεια.

Οι πρωινοί διαβάτες λοξεύουνε πάνω στο δρόμο, ρίχνουνε μιαν υποψιασμένη ματιά στο λιακωτό και πάν' εκεί που πάνε, αναπόστρεφτοι, αναγκεμένοι, τελειωτικοί. Ακλιμάτιστος, παράταιρος ακόμη στο Γυρί μόλο που πέρασε κοντά ένας χρόνος.


Η παλαιά προβλήτα Αγ. Νικολάου, έργο του 1881. Στο άκρο ο Φάρος και ο κυματοθραύστης, έργα της ίδιας εποχής. Στο βάθος τα δυο βουνά της Αιτωλίας, η Χαλκίς (Βαράσοβα) αριστερά και ο Ταφιασσός (Παλιοβούνα) δεξιά. (Πηγή: λεύκωμα πόλεως Πατρών, Γεωργίου Στεφ. Τσονακίδη) 


Τέτοια ώρα, το βραδάκι, άρχιζε η κίνηση. Ο κοσμάκης κατέβαινε προς τα εδώ από τα Γερανέικα και την Αγία Τριάδα να κάνει τον περίπατό του γιατί ο δρόμος τούτος είναι 
φαρδύς και δεντροφυτεμένος.

Από τη μια, τα κυπαρίσσια του ορφανοτροφείου, σε όλο το μάκρος του περιβολιού,
πλάι το ένα στ' άλλο, άκρη άκρη, αμέσως πίσω από το συρματόπλεγμα που τα μαντρώνει. Τα «μαύρα» κυπαρίσσια, καθώς λένε. Μόνο που τούτα εδώ είναι σταχτιά και
οι χειμωνιάτικες βροχές ακόμη, που διαρκούνε μήνες, δεν καταφέρνανε ολότελα να τα ξεπλύνουν απ' τη σκόνη.


Τις μουριές, που ισκιάζουνε τα σπίτια στην αντικρινή πλευρά του δρόμου, τις ξεσκόνιζαν όπως όπως τα παιδιά ρίχνοντας πετονιές και πέτρες να κατεβάσουν μούρα.


Σκολνούσαν και τα εργοστάσια. Οι κοπέλες γύριζαν από τη δουλειά, δυο δυο, τρεις τρεις μαζί, φλυαρώντας μεταξύ τους, φτιασιδωμένες, με φουσκωμένα στήθια και ρέμπελους γοφούς. 

Στις πόρτες των σπιτιών βγαίναν οι γειτόνισσες να πούνε τα δικά τους ανασαίνοντας την υγρασία που ξεθύμαινε το νοτισμένο χώμα των περιβολιών. Τα παιδιά κυλιόντανε στη σκόνη. Άλλα, παραπέρα, στήνανε καρτέρι καταμεσής του δρόμου κοιτάζοντας ψηλά και δίνανε βιτσιές του αέρα με μακριά καλάμια κυνηγώντας νυχτερίδες.




http://www.kolivas.de/archives/179498


Επί φραγκοκρατίας

Κάποιο απόγεμα, τα παιδιά της γειτονιάς 
ξεκίνησαν απ' την πλατεία Βούδη και πήραν των ματιών τους να δουν πού θα τα βγάλει ο δρόμος ίσια που τραβάει κατά την Πάνω Χώρα. Το κάστρο δεν φαινόταν από δω, μόνο τα σπίτια που ανηφόριζαν αρκουδίζοντας. Μα το 'βλεπε καθένας από το λιακωτό του, ψηλά στο λόφο, πάνω από τα σπίτια - έτσι, τα παιδιά λογάριαζαν πως σίγουρα η ανηφοριά εκείνη θα τα 'φερνε στο κάστρο. Κάθε γιορτή επίσημη περίμεναν τις κανονιές. Άστραφτε πρώτα η λάμψη, μετρούσαν ως τα έξι - δίχως βιασύνη, όπως χτυπάει το ρολόι - κι έπεφτε η κανονιά: μπουούμ... Ο κύριος Νικολάκης τους είπε πως το κάστρο χτίστηκε πριν από πεντακόσια τόσα χρόνια. 

- Επί... επί... Στάσου να δεις πώς το 'λεγε...

- Επί φραγκοκρατίας.



Τα παιδιά, σα φτάσανε στην Πάνω Χώρα, στη συνοικία του Παντοκράτορα, βγήκανε προς το πίσω μέρος, εκεί που αρχίζει πια η εξοχή και φαίνεται δεξιά ο κάμπος και ζερβά η θάλασσα κι αντίκρυ ένα δασάκι από πεύκα που οι κορφές τους ξεπροβάλλουν πίσω από ένα φρύδι χθαμαλό και το ακολουθάνε ώς κάτω μέσα στο ανακάτωμα της ρεματιάς.

Πάνω απ' το κεφάλι τους πύργωνε η γωνιά του κάστρου, το μετερίζι της μπασιάς, θεόρατη και κοφτερή σα νά 'σκιζε τον ουρανό. Κοκκίνιζε στη δύση του ήλιου, μέσ' από μιαν αψίδα φαινόταν κάποιο βάθος σκοτεινό κι από μια τρύπα πιο ψηλά πετάχτηκ' ένας ίσκιος φτερωτός και χάθηκε αθόρυβα. Το δυνατό μελτέμι σφύριζε μέσα στα χαλάσματα, δυο κυπαρίσσια γερνάνε τό 'να στο άλλο, κρυφομιλούσαν κι έπειτα χωριζόντανε γέρνοντας απ' την άλλη. Κάτι σύννεφα μαβιά σκοντάφτανε πάνω στις μολυβένιες κορυφές του Παναχαϊκού. —Ψηλά, εκεί που η γης τελειώνει κι αρχίζει ο ουρανός, κύριε Φίλιππα, του εξήγησε ο Σάββας για να καταλάβει.

Ο Θάνος, το μεγαλύτερο απ' τα παιδιά, πρότεινε τότε, έτσι, άκαρδα:

— Τι λέτε, μπαίνομε στο κάστρο;

— Ας μπούμε
, είπανε κι οι άλλοι δίχως να κουνηθούν από τη θέση τους.

Θα νυχτωθούμε, λέει τότε ο Θάνος. Νά 'ρθομε άλλη μέρα, με τον ήλιο.

Στάθηκαν για λίγο στην πλατεία του Παντοκράτορα, μπροστά στην εκκλησία. Είχαν ακούσει πως κάποτε ήταν τούρκικο τζαμί κι έπειτα που οι αρματολοί το κυρίεψαν λειτουργήθηκε στο όνομα του Παντοκράτορα. Έπιασαν τη συζήτηση. Βέβαια, ο Παντοκράτορας είναι μεγάλη εκκλησιά, ως τρεις φορές σαν τη δική τους την Αγιά-Βαρβάρα. Ναι, μα η Αγια-Βαρβάρα κάνει θάματα, ο Παντοκράτορας δεν λογαριάζεται μπροστά της.

— Τον βλέπω από το λιακωτό μας, είπε ο Σάββας. Θαρρείς πως γονατίζει ανάμεσα στα σπίτια, κάποιες φορές πως τρεμουλιάζει σα νερό, πως πάει να σαλέψει..



Τα σίδερα της φυλακής είναι για...

Περισσότερο απ' όλα εκεί πάνω χαζέψανε κάποιο μεγάλο χτίριο που τα παράθυρά του ήτανε φραγμένα σταυρωτά με σίδερα. Ένας σκοπός βημάτιζε μπροστά στην πόρτα. Μέσ' από τα σίδερα κάτι χλωμές μορφές κοιτάζουνε το χρόνο χωρισμένο σε τετράγωνα. 

Κάποιος τους έγνεψε στο Θάνο — στο Θάνο της κυρίας Ελένης, όχι στον άλλο, το μεγάλο Θάνο:

 — Ε, παιδί, αγόρασέ μου ένα κουτί τσιγάρα — και πέρασε το χέρι του από τα κάγκελα για να του δώσει τα λεφτά. Ο Θάνος έκανε δυο βήματα να πάει πιο κοντά, μα έπειτα γύρισε απότομα και το 'βαλε στα πόδια σα να τον κυνηγούσαν. Τ' άλλα παιδιά τρέξανε το κατόπι του και τον προφτάσαν πια σαν πέρασαν και την πλατεία Βούδη, μέσα στη γειτονιά. Σταθήκανε λαχανιασμένα. Τότε ο μεγάλος Θάνος αποιτ;πήρε το μικρό:

— Τι τρόπος ήταν ο δικός σου! Μας ντρόπιασες! 

Μπήκε στη μέση και ο Μάνθος:

— Βέβαια, τι ξέρεις από λεβεντιά; Έχομε κι εμείς μια ολόιδια φωτογραφία του πατέρα μου, έτσι, πίσω από ένα παράθυρο με κάγκελα, ήτανε τότε που τον πιάσανε λαθρέμπορα.

— Την είδα κι εγώ! πετάχτηκε η Αλεξάντρα που τριγύριζε κοντά τους καθώς τους βρήκε μαζεμένους. Την είδα στο καπνοπωλείο. Ξέρω κι αυτό που γράφει από κάτω: τα σίδερα της φυλακής είναι για...


Ο ψηλός πύργος του κάστρου που σώζεται Βορειοανατολικά και είναι γνωστός σαν ειρκτή λειτουργούσε ως εγκληματική φυλακή από το 1880 μέχρι το 1926. Όσο λειτουργούσαν οι φυλακές κάθε κατάδικος έφερνε από το σπίτι του τη στολή της αρεσκείας του και η εικόνα των φυλακισμένων κάθε άλλο παρά κρατούμενους θύμιζε. Η μόνη έννοια των αρχών ήταν μόνο να μην αποδράσουν οι φυλακισμένοι. 


Ο αθλητισμός, η ευγενής άμιλλα, ο στίβος ούτος....

Κάτω, τα παιδιά τρέχανε σα να θέλαν να προφτάσουν κάτι. Από τη γωνιά του ορφανοτροφείου, πάνω στο δρόμο που διασχίζει κάθετα την οδό Ιεροθέου, ξεπρόβαλε η ποδοσφαιρική ομάδα του «Παναχαϊκού Συλλόγου» επιστρέφοντας απ' την προπόνηση. Το γήπεδο βρισκότανε κάπου εκεί, ανάμεσα στα χέρσα.

Πηγαίνανε κουνώντας τα μαυριδερά τους μπράτσα, τεντωμένοι, τριχωτοί, επίφοβοι, το μούτρο τους γυαλιστερό από ιδρώτα. Οι ριγωτές φανέλες και τα κόκκινα πανταλονάκια φαντάζανε από μακριά. Περάσανε δίχως να ρίξουν ούτε μια ματιά στα κοριτσόπουλα που βγήκαν στα παράθυρα. Κάποιος με πανταλόνια γκολφ και σκούρα μπλούζα τους συνόδευε, κρατώντας το ποδόσφαιρο από το κορδόνι.

Τα παιδιά, όλα μαζί, άρχισαν να φωνάζουν χτυπώντας παλαμάκια πάνω στο ρυθμό:

— Πα-να-χαϊκός! όπως τις μέρες που παιζόταν επίσημο παιχνίδι με τον άλλο σύλλογο, τον Ολυμπιακό. Μα εκείνες ήταν οι μεγάλες δόξες και πρέπει να 'χουν τώρα υπομονή να περιμένουν την πρώτη φθινοπωρινή συνάντηση.

Τότε άδειαζε η πόλη μέσα στο Γυρί. Συρρέανε από κάθε συνοικία, πεζοί, με αμάξια, με αυτοκίνητα, πάνω σε κάρα, σε λεωφορεία, με ό,τι μέσο. Τα καφενεία, σε όλη τη διαδρομή, στολίζανε το πεζοδρόμιο με γλάστρες και στήνανε τα μεγάφωνα. Διάφορα τραγούδια και σκοποί τραβιόνταν από τα μαλλιά μέσ' από το χωνί, πάλευαν μεταξύ τους να βγάλει ο ένας τα μάτια του αλλουνού ή να τον πιάσει από το λαιμό και να τον πνίξει. Το ίδιο και οι φωνές των μικροπουλητάδων... Από το γήπεδο ερχόταν μια βουή ανάκατη.

 Ξαφνικά, ξεσπούσε μια μυριόστομη κραυγή: 

— Γκόολ! — και η μουσική του δήμου παιάνιζε κάποιο παλιό εμβατήριο.

ΠΓΕ-ΟΣΦΠ 2-0 (1931) Πηγή: http://www.paliapatra.gr/


Από νωρίς είχαν περάσει όλοι αυτοί με τα όργανά τους, δυο δυο γραμμή, σεινάμενοι κουνάμενοι, καμαρωμένοι μέσα στην κόκκινη στολή. Ένα σωρό κορδόνια και άλλα τέτοια μπιχλιμπίδια τους κρεμόντανε στο στήθος, από τη μια μασχάλη ως την άλλη. Πάνω στα πηλήκια γυάλιζαν τα χρυσά σιρίτια, τα τρομπόνια αστράφτανε στον ήλιο.

 Δυο πιτσιρίκοι, το ίδιο κόκκινα ντυμένοι και χρυσά, κρατούσαν την γκρανκάσα ο ένας απ' τη μια ο άλλος απ' την άλλη, κι αυτός που πήγαινε από πίσω βάραγε κάθε τόσο για βηματισμό: μπρουμ-μπρουμ-μπρουμ, μπρουμ-μπρουμ-μπρουμ... 
Μπροστά και πλάι έτρεχε η μαρίδα χοροπηδώντας με αλαλητό, πότε βαδίζανε πάνω στα χέρια, με το κεφάλι κάτω και τα πόδια τους ψηλά και πότε κάναν τούμπες στον αέρα.

Στο γήπεδο γινόταν πάντα κάποιο καβγαδάκι. Σπάζανε μερικά κεφάλια, σταματούσε το παιχνίδι, σφυρίγματα, τρέχαν οι πολισμάνοι. Κάποιος απ' το συμβούλιο ανέβαινε σε μια καρέκλα:

— Ο αθλητισμός, η ευγενής άμιλλα, ο στίβος ούτος, κύριοι... Σε λίγο σφύριζε ο διαιτητής —ο ρεφερής καθώς τον λένε— και συνεχιζόταν το παιχνίδι.

Στο τέλος, όλο το πλήθος ξεχυνότανε για την επιστροφή. Τα καφενεία γεμίζανε με κόσμο. Η μουσική του δήμου έκανε πάλι την εμφάνιση της: μπρουμ-μπρουμ-μπρουμ, μπρουμ-μπρουμ-μπρουμ...

Οργίαζαν τα μεγάφωνα. Οι νικητές θριάμβευαν παρελαύνοντας με ανοιχτά αυτοκίνητα, κρεπαλιασμένοι, ρέμπελοι, αγκαλιασμένοι με παξιμάδες και φιλεναδούλες. 

Γυμναστήριο Παναχαϊκού το 1904, χτισμένο σε οικόπεδο που αγοράστηκε το 1895 από τον Παναχαϊκό. Βρισκόταν στο οικόπεδο Γεωργίου Ολυμπίου, Μεσολογγίου, Καποδιστρίου και Παναχαϊκού. Πουλήθηκε το 1955 για να κατασκευάσει η Παναχαϊκή την κερκίδα στο γήπεδό της. (Πηγή: Σιν Πγε: Patras old photos-Πάτρα,φωτογραφίες από τα περασμένα χρόνια


Ένα καφενείο καταμεσής της θάλασσας....

Θυμόταν ο Σάββας —πριν έρθει ακόμα το μωρό, στο άλλο σπίτι [το πατρικό της Θάλειας στην οδό Αράτου]  — πως ο πατέρας του φορούσε μια χρυσή αλυσίδα στο γιλέκο, από τη μια του τσέπη ως την άλλη. Τις Κυριακές το απόγεμα κατέβαιναν οι τρεις μαζί, παίρνανε κάποιο δρόμο και φτάνανε στην παραλία. Ένα καφενείο καταμεσής της θάλασσας, μια στρογγυλή εξέδρα τρόγυρα σ' έναν πύργο. Αν δε γελιέται, είναι ο ίδιος πύργος που τον βλέπει τώρ' από μακριά, όποτε ανεβαίνει στην ταράτσα του σπιτιού.

Έτρωγαν γλυκά, έπαιζε η μουσική, περνούσαν βάρκες μες στη θάλασσα και καραβάκια με πανιά, κάτι θεόρατα βαπόρια βρισκόντανε αραγμένα εκεί πλάι. Μόνο που ώρες ώρες ερχότανε μια μπόχα σαν από ψοφίμι. — Φαίνεται πως έφτασε φορτίο με μπακαλάο, έλεγε ο πατέρας του.

Έφευγαν πια τη νύχτα, με τα ηλεκτρικά. Τέτοια ώρα περνούσε ταχτικά στην παραλία ο σιδερόδρομος, αργά αργά, μιαν ατέλειωτη γραμμή ξεσκέπαστα βαγκόνια γεμάτα με καρπούζια. Κάποιος μ' ένα φανάρι πήγαινε μπρος από τη μηχανή και παραμέριζε τον κόσμο... Θυμότανε ακόμη ο Σάββας πως μια φορά είδε το φεγγάρι να κατρακυλάει από τα σκαλιά πλάι στην εκκλησιά του Άι Νικόλα κι άλλη φορά το 'δε να μπλέκει, έτσι όπως ήτανε σα γάντζος, μες στα σκοινιά των καραβιών .


Ο παλιός Φάρος, Έκδοση ΦΩΤΟ ΣΤΟΛΙΔΗ (Giannis Mylonas, Patras Memories - Αναμνήσεις απ' την παλιά Πάτρα


Πάμε περίπατο.....

Μια που έλειπε, λοιπόν, η κυρία Ελισάβετ, ο Πιτσίκας βρήκε την ευκαιρία να ξεφύγει με το Σάββα.

— Πάμε περίπατο, του λέει.

Τον πήρε προς το κάτω μέρος που πάει κατά τη θάλασσα. Το κομμάτι τούτο της οδού Ιεροθέου έχει διαφορετική ατμόσφαιρα, δίχως την πρασινάδα των περιβολιών και τη μαγεία της σκόνης. Μικρομάγαζα, κρασοπουλιά, ο φούρνος, ο μπακάλης, ένα γαλατάδικο. Πιο κάτω ακόμη βαρελάδικα, μανάβικα και χασαπιά. Το χώμα είναι πατημένο και υγρό. Απ' τα τσιγκέλια κρέμουνται σφαχτάρια, τουρτουριασμένα, ολόγυμνα, μόνο μια τούφα τρίχες στην άκρη της ουράς, με την κοιλιά τους ανοιχτή και στυλωμένη μ' ένα καλαμάκι για να φαίνεται πιο μέσα η νεφραμιά. Έξω από ένα ταμπάκικο στέκουν αραδιασμένες τάβλες με καρφωμένες πάνω τις προβιές για να στεγνώνουνε στον ήλιο, τα σκέλια τεντωμένα να ζητούνε ακόμα έλεος. Κάτι νερά λιμνάζανε μπροστά εκεί. Μια ξινισμένη οσμή, στιφόπικρη, αψιά.


Ο Πιτσίκας με το Σάββα περάσανε τη σιδερογραμμή για να φτάσουνε στην παραλία. Εκεί κοντά φαινότανε μέσα στις φυλλωσιές η οπισθία είσοδος του σταθμού του 'Αγι-Αντρέα, μαυρισμένη από καρβουνόσκονη και λάδια.



Το αμαξοστάσιο του Αγ. Ανδρέα Από το αρχείο του Niek Opdam στο Flickr. ( 1975) [Πηγή: Alexios Katefidis, ‎Patras Memories - Αναμνήσεις απ' την παλιά Πάτρα]



Το πρωινό είχε προχωρήσει κι η άσφαλτο της παραλίας ήτανε καφτερή κάτω απ' τις πατούσες.— Έλα, του λέει ο Πιτσίκας. Από κει, πλάι στο γεφυράκι, περνάει το ρέμα που κατεβαίνει από την Εγλυκάδα και χύνεται στη θάλασσα. Κάτι θα καταφέρομε. [.....]

Η θάλασσα ήταν ασπριδερή, ακούνητη, μ' εδώ κι εκεί κάτι αχνάρια μπλάβα, σα να 'χανε απομείνει από ανάλαφρες πατημασιές και πλάι τους χρυσάφιζε ο ήλιος καθώς χρυσάφιζε και πάνω από τα βράχια, πάνω από το κεφάλι του ψαρά, πάνω από κάθε πλάσμα. Όλα είχαν αλαφρώσει, τριγύρω ένας αχνός, κι η γη ακόμη ανασηκωνότανε, δεν άγγιζε τη θάλασσα. Οι γλάροι σκορπίσανε ψηλά σα νά 'τανε χαρτάκια στον αέρα. 

Στα ρηχά, σύρριζα στο βυθό, πέρασ' ένα ψαράκι γκριζοκίτρινο σέρνοντας πίσω ένα κοπάδι γόνο. [.......]

Από μακριά ένας γδούπος. Κάτι σα να 'πεφτε στη θάλασσα βαρύ και αντιλαλούσε. Ο Πιτσίκας αφουγκράστηκε.

- Βολάζουνε, λέει στο Σάββα. Ρίξανε δίχτυ και βολάζουνε για να τρομάξουνε τα ψάρια να παν κατά το μέρος του διχτυού. Για τούτο δεν τσιμπάει σήμερα. Ε που να...

Μάζεψε το αρμίδι. Από μακριά ερχόταν μια γαΐτα κι αργοκαλάριζε προς τα εδώ. Κάποιος
στεκόταν ορθός στην κουπαστή, τα σκέλια του ανοιχτά, σήκωνε πάνω απ' το κεφάλι του τη βολαχτήρα* , διάγραφ' ένα κύκλο με μια κίνηση πλατιά και χτύπαγε τη θάλασσα. Ίδιος αυτός που στέκεται στην πλώρη του ακάτιου πάνω στη λίμνη Αχερουσία. 
Μπλουούμ..., αντιλαλούσε ο γδούπος απ' τα βαθιά.


* Η βολαχτήρα ήταν μια διάτρητη πέτρα κρεμασμένη από ένα σκοινί με την οποία χτυπούσαν οι ψαράδες την κουπαστή της βάρκας για να διώξουν τα ψάρια προς τα δίχτυα.




Σκούνες, τρεχαντήρια και βάρκες, δεμένα σε πυκνό σχηματισμό, στην ιχθυόσκαλα της Πάτρας και στο φόντο ο Άγιος Ανδρέας, στα καλούπια. (1959) [Πηγή: Dimitris Papagiannakis‎, Patras Memories - Αναμνήσεις απ' την παλιά Πάτρα]


Τα κορίτσια του μπαλέτου εδώ δίνανε τα ραντεβού τους..

Από το περιβόλι ακουγόντανε γέλια και ομιλίες. Τώρα και δυο μέρες είχε μεγάλη κίνηση, γιατί τα περισσότερα κορίτσια του μπαλέτου από το θίασο που έφερε το «Λυρικό» —το θερινό θέατρο πίσω από τα Ψηλαλώνια — είχαν νοικιάσει φτωχοκάμαρες εκεί τριγύρω.

Εδώ δινόντανε τα ραντεβού.

- Δε θα κρατήσει και πολύ, μουρμούριζε η κυρία Βιχτωρία. Η κάθε μια θα βρει και πέντε δέκα για να τη σπιτώσουν σε ξενοδοχείο.

Η Αντρομάχη διαμαρτυρήθηκε:

- Δεν έχεις δίκιο, Βιχτωρία μου. Οι θιασάρχες τους βάλανε κανονισμό: ένα μονάχα φίλο σε κάθε πολιτεία. Το πολύ δυο.




ΛΥΡΙΚΟΝ ΘΕΑΤΡΟΝ - Θερινό θέατρο που λειτούργησε από το 1930 μέχρι το 1978. Διαγωνίως του 3ου Γυμνασίου Πατρών στην οδό Βύρωνος(Τεμπονέρα) Πηγή: http://www.paliapatra.gr

Τώρα που μέσιαζε ο Αύγουστος.....

Τώρα που μέσιαζε ο Αύγουστος και όσο πάει ο ήλιος έρχεται κατά δω απ' το βοριά, όλο και κάτι αλλάζει και στις συνήθειες της γειτονιάς καθώς αλλάζει και στις συνήθειες του ουρανού.

Σαν πιο συμμαζεμένες οι φωνές τα βραδινά, το ίδιο τα μπράτσα και τα ξέστηθα λαιμά, η δροσερή φωνή του γιάτσου με το λινό σακάκι εξαφανίστηκε, ο άλλος με τις λεμονάδες παρουσιάστηκε μ' ένα καλάθι αραποσίτια. Καθώς τα καψαλίζει πάνω στη φουφού θαρρείς πως πέφτουνε τα πρώτα μαραμένα φύλλα... 



Πωλητής καλαμποκιών (1935) [Πηγή: Φωτογραφιες Μνημες Παραδοση]


Η σαρδέλα φτήνυνε με τον καινούριο γόνο που μεγάλωσε, το πράμα είναι άφθονο, κάπου κάπου οι πουλητάδες ξεπέφτουν και στη γειτονιά ετούτη.



Πωλητής ψαριών( 1964) David Hurn 
[Πηγή: Φωτογραφιες Μνημες Παραδοση]



O βαρεκινάς απόμεινε πιστός —μα όλο ανεβάζει την τιμή:

— Τρία φράγκα η βαρεκίνα για τα ρούχα!

Περάσανε οι δρίμες και τα μερομήνια. Τα λιακωτά της γειτονιάς ανεμίζουν σημαιοστολισμένα με τα ρούχα της μπουγάδας, έτοιμα ν' αρμενίσουν μες στη γαλάζια έχταση.




..μια νέα φαρμακώθηκε εις την Απάνω Χώρα..

Τα μελτέμια σηκώσανε τη σκόνη. Σαν ίσκιος μέσα στην ιριδισμένη καταχνιά της, ο διακονιάρης αργοσέρνει τη φωνή του ανοιγοκλείνοντας τη φυσαρμόνικα, πατημασιά πατημασιά, ψάχνοντας με το πόδι του συρτά πού να πατήσει. Κρατάει το κεφάλι γυρμένο προς τα πίσω σαν κάτι να οραματίζεται ή σα να περιμένει μια έμπνευση από τον ουρανό:


Ακούσετε να σας ειπώ
τη ρίμα που 'βγε τώρα,
μια νέα φαρμακώθηκε
εις την Απάνω Χώρα...

Η φυσαρμόνικα τον συνοδεύει μ' ένα σκοπό κλαψιάρικο. Την άνοιγε διάπλατα και όπως την ξανάκλεινε σιγά σιγά κουνώντας τα καπάκια μέσα κι έξω, βγαίνει από κει ένας λυγμός.



Η νέα αγαπά ένα νιο, 
αγάπα την κι εκείνος, 
η νέα ήταν έμπιστη
μα δίγνωμος εκείνος...


Οι γειτόνισσες προσέχανε το θρήνο με το κεφάλι τους γυρτό στο πλάι, μια έκφραση λυπητερή χυνότανε στα πρόσωπα σα να 'βλεπαν μπροστά τους τη φαρμακωμένη που τραγουδάει ο τυφλός.

 Ένα ξυπόλητο παιδί πήγαινε πόρτα πόρτα με τεντωμένο χέρι μουρμουρίζοντας για ελεημοσύνη. Σαν ακουγότανε από μακριά ένα κάρο ή κάποιο αυτοκίνητο, έτρεχε στο ζητιάνο, τον έπιανε από το σακάκι και τον οδηγούσε να προφυλαχτεί.

— Ωχ, την άμοιρη κοπέλα, θρηνολογούσαν πίσω του οι γειτόνισσες.

Κάποια έμαθε πως τ' όνομα της φαρμακωμένης ήταν Ερωμφίλη και πως δούλευε στο μοδιστράδικο εκείνο της οδού Καραϊσκάκη που γράφει απ' έξω «Ιωάννα - Μόδες».


— Μα λέει στην Απάνω Χώρα.


— Εκεί καθότανε μα δούλευε στο μοδιστράδικο της Ιωάννας. Για να την τραγουδάει με τόσο πάθος πρέπει να 'ναι αλήθεια πως φαρμακώθηκε από έρωτα η κοπέλα.




Φωτό: Σπύρος Χρονόπουλος, ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΩ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ




«Κι ήρθαν οι γύφτοι οι λαλητάδες......Κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι μουσικοί», Κωστής Παλαμάς                                                                                                     
Τώρα λοιπόν που μέσιαζε ο Αύγουστος, έκαναν και οι γύφτοι διαβήματα να στήσουν τα τσαντίρια τους κι εφέτος μέσα στο χτήμα του γιατρού. Η Αλεξάντρα θυμότανε πως πέρσι του Άι-Δημήτρη χορέψανε οι γύφτισσες κι ο γέρος έπαιζε λαούτο κι έπειτα πια, την ώρα που βασίλευε ο ήλιος, τραγούδησε η κόρη της Μαρούκας και όλα στάθηκαν τρόγυρα σα νά 'ταν ζωγραφιά. Τόσο χασομερούσε ο ήλιος που κοντά εφτά η ώρα έφεγγε ακόμα. Τότε οι γύφτισσες ανάψανε φωτιές καίγοντας τα ξερόχορτα κι έπεσε το βραδάκι μονομιάς.


Η γειτονιά έφερνε αντίδραση στην εγκατάσταση των γύφτων. Από τη δημαρχία όμως είπαν πως όλα είν' εντάξει, δεν υπάρχει λόγος, οι γύφτοι γραφτήκανε δημότες και απόχτησαν ψήφο. Αυτοί ωστόσο προτιμούσανε να καλοπιάσουν και τη γειτονιά. Κατέβηκε, λοιπόν, από τα Καντριάνικα ο ίδιος γέρος που έπαιζε λαούτο και παρουσιάστηκε στη μπίρα του Γερόλυμου. Βάζοντας το χέρι στην καρδιά —μάρτυρας του ο Θεός κι ο κύριος αστυνόμος που βριακότανε μπροστά— βεβαίωσε πως είναι ήσυχοι άνθρωποι και πως αυτός πολέμησε στο Δομοκό για την πατρίδα. Τράβηξε το πουκάμισό του μέσ' απ' το πανταλόνι κι έδειξε μια ουλή κάτω απ' το δεξί πλευρό.



Τα Καντριάνικα πήραν το όνομά τους από τα εργοστάσια μεταξιού που λειτουργούσαν εκεί κατά τη Βυζαντινή εποχή. Η λέξη είναι σύνθετη (καντρια+Ιωάννης) και σημαίνει τα εργοστάσια του Ιωάννη. Ο Ιωάννης ήταν ο γιος της ονομαστής Δανιηλίδας, Αρχόντισσας των Πατρών, που έζησε τον 9ο αιώνα. [Πηγή: http://www.thebest.gr/]


.....βλέπω φαρδύ μπερντέ!

Στο μεταξύ, μεγάλοι και μικροί, βρήκαν καινούρια διασκέδαση τον Καραγκιόζη. Κάθε βραδινό γινότανε η κριτική στις πόρτες. Οι πιτσιρίκοι μάθαν το τραγούδι της αρχής, αυτό που τραγουδά ο βοηθός του καραγκιοζοπαίχτη κάνοντας τους ίσκιους να χορεύουνε πάνω στο μπερντέ ώσπου να μαζωχτεί ο κόσμος:


Οι γυναίκες βάζουνε
στα χείλια κοκκινάδι
και μ' αυτό γυρίζουνε
στο δρόμο μέρα βράδυ. — Βόλτα! Ωωχ...


— Ακούτε τα, για σας τα λέει, πειράζανε οι άντρες τις γυναίκες τους.


Θα μου βρεις και μένα μνια, 
όμορφη κοπέλα νια...


Πέντε δραχμές για τους μεγάλους, δυο για τα παιδιά. Μα τούτα δεν πολυσκοτιζόντανε για είσοδο. Σκαρφάλωναν στις μουριές και από κει χαζεύανε τον Καραγκιόζη.. [...]

Το μπερντέ του Καραγκιόζη τον έστησε ο Σάμουρας. Παράτησε το καπνοπωλείο και άνοιξε τώρα τελευταία ένα καινούριο καφενείο λίγο πιο δω απ' του Χαλκωματά. Πάνω στο μπάγκο έστησε μια μικρή βιτρίνα και μέσ' από το τζάμι κόλλησε τη φωτογραφία εκείνη που τον έδειχνε πίσω από το καγκελόφραχτο παράθυρο της φυλακής. Για να ξέρουνε ποιος είναι. [....]

Πλάι εκεί βρισκότανε η μάντρα με τον Καραγκιόζη. Στην αρχή, πολλοί κουνούσαν το κεφάλι, μέσα του Αυγούστου, θ' αρχίζανε σε λίγο οι ψύχρες και τα πρωτοβρόχια. Κι έπειτα, όλος ο κόσμος μέσα στην πολιτεία είχε συνηθίσει να πηγαίνει στου Μαρούδα, εκεί που έπαιζε ολόκληρο καλοκαίρι ο φημισμένος Παναγής. Ποιος είν' αυτός ο Μπουσουλάκος από την Καλαμάτα που ρεκλαμάρει ο Σάμουρας;... Μα τούτος ήξερε διάφορα τερτίπια. 

—Προχτές, τους λέει, περνούσε ο Παναγής με τη γυναίκα του από δω. Χμ —της κάνει— γυναίκα, έφτασε ο Μπουσουλάκος, δε μου πολαρέσει. Δε βαριέσαι! του λέει εκείνη... Άκου με, βρε γυναίκα, βλέπω φαρδύ μπερντέ!

Όπως κι αν είναι, πιάστηκε ο Μπουσουλάκος. Ο κόσμος έφτανε κοπαδιαστός από τις γειτονιές. Πάνω στο μπερντέ χορεύανε οι ίσκιοι.


Παντρεμένη μου μικρή,
γιατί φαίνεσαι ωχρή — Βόλτα! — Ωωχ!


— Χα-χα-χα-χα! Χι-χι-χι! ξεκαρδιζόντανε στις πόρτες οι κοπέλες.



Παράσταση Καραγκιόζη [σύνθεση του Ευγένιου Σπαθάρη]


...το σπίτι εκείνο πάνω στο δρόμο των Ιτιών......

Μια Κυριακή απόγεμα η τρελή της γειτονιάς ήρθε και κάθισε στο πλάι τους, πάνω σε μια πελεκημένη πέτρα. Σα νύχτωσε ήρθε ο μικρός και την παράλαβε ήσυχα ήσυχα.

Τούτο επαναλαμβανότανε κάθε βραδινό. Πάνω στην πέτρα η τρελή δεν έβγαζε μιλιά. Τη συνηθισμένη ώρα ερχότανε και την έπαιρνε ο μικρός. Τα παιδιά τους ακολουθούσαν σε απόσταση, σα να τους χώριζε από την τρελή κάποιος επίσημος καρνάβαλος που σέρνει το μανδύα του μέσα στη σκόνη.

Το ανησυχαστικό σημάδι παρουσιάστηκε το βράδυ που σηκώθηκε η τρελή από την πέτρα που καθότανε και τράβηξε με ησυχία κατά το θέατρο του Καραγκιόζη. Την άφησαν να μπει δίχως να της ζητήσουν εισιτήριο. Είχε αρχίσει κιόλα η παράσταση, μονάχα ο μπερντές φωτούσε και πάνω στο μπερντέ ο καμπούρης ίσκιος τραγουδούσε παίζοντας κιθάρα.

Στα μισοσκότεινα, ο κόσμος δεν κατάλαβε καλά καλά τι γίνηκε, ξάφνου ακούστηκαν φωνές εκεί από πίσω, ανάκατες με το τραγούδι της τρελής... Έπειτα που συνεχίστηκε η παράσταση, σα να 'τανε ο λαιμός του Καραγκιόζη πιο λιγνός και το κεφάλι του σα να κουνούσε, σα να 'γερνε μπροστά. Είπαν πως η τρελή τον έπνιξε από ζήλεια.

Την άλλη μέρα συσκέφτηκαν οι επίτροποι της ενορίας. Αποφάσισαν να στείλουν το παιδί στο Αγροτικό, εκείνη θα την έκλειναν στο δημοτικό τρελοκομείο. Ρώτησαν κάποιο γιατρό. Ζήτησε αυτός να μάθει την περίπτωση, δε γίνηκε ανάγκη να εξετάσει την τρελή, του τα εξήγησε όλα ο κύριος Μαλιγκρόπουλος.

Για τρελοκομείο χρησίμευε κάποιο παλιό μεγάλο σπίτι πάνω στη παραλία, στο δρόμο των Ιτιών. Τα παράθυρα είχαν σιδεριές. Μα ήταν εύκολο να δεις πίσω από κει κάμποσα χλωμιασμένα μούτρα, ξεμαλλιασμένα, με άπλανη ματιά. Μόνο σα μάνιαζε η θάλασσα μπροστά εκεί κι αφροκοπούσε, τότε θαρρείς το βάζαν πείσμα oι τρελοί να παραβγούν μαζί της. Ούρλιαζαν μέσα στο ζουρλομανδύα, οι φύλακες γυρνούσανε με τη μαγκούρα κι απόμεναν κλεισμένα τα παραθυρόφυλλα. 



Το 'Ασυλο φρενοβλαβών στις Ιτιές, [Πηγή: http://lyrasi.blogspot.gr/2012/07/blog-post.html]



Τίποτ' άλλο δε συμβαίνει. Ευκάλυπτοι και ιτιές ξύνουνε τα ντουβάρια του σπιτιού, τα δέντρα ζούνε τ' όνειρο της τρέλας τους για ένα ξερίζωμα και μια φυγή. Ένα καμιόνι ξεφορτώνει κάρντιφ για το πλαϊνό εργοστάσιο χαρτοποιίας κι οι μαύροι άνθρωποι φτύνουνε μαύρο σάλιο, σκυφτοί, αράδα ένας ένας μέσα στο μαύρο κουρνιαχτό.

Ο μεγάλος οδυρμός, που σπάραζε η καρδιά του ανθρώπου, γίνηκε το πρωί που πήγε η κουστωδία να παραλάβει το μικρό. Ξεγελάσανε την τρελή με δόλο. Μόλις το πήρε είδηση ξέφυγε από τους δυο που την κρατούσαν κι έτρεξε να προφτάσει το παιδί. Μα είχε κλείσει πίσω του η καγκελένια πόρτα του περιβολιού και το ανέβαζαν κιόλα θριαμβευτικά τη μαρμαρένια σκάλα που πάει στα προπύλαια με τις κολόνες. Γαντζώθηκε η τρελή στα κάγκελα, έκανε τέτοιο θρήνο που ραγίσανε ως και οι πέτρες, μοιρολογούσε και σερνότανε στη γης ίδια η Παναγιά μπροστά στον επιτάφιο του γιου της... 

Την αποσπάσανε με χίλια ζόρια, τη μπάσανε σ' ένα ταξί και τη μετάφεραν στο σπίτι εκείνο πάνω στο δρόμο των Ιτιών.



Το άσυλο φρενοβλαβών στις Ιτιές Πηγή: http://lyrasi.blogspot.gr/2012/07/blog-post.html


...καρφιά πάνω στη σιδερογραμμή.....

Η καινούρια διασκέδαση του Σάββα, που τη σοφίστηκε ο Πιτσίκας, ήτανε να τοποθετεί καρφιά πάνω στη σιδερογραμμή, πλαγιασμένα έτσι που η μύτη να βρίσκεται αντίθετα με τη φορά του τρένου. Έπειτα κατέβαιναν στο χαντάκι που χωρίζει τη γραμμή από τα περιβόλια και περίμεναν. Το τρένο έφτανε με βουητό, τράνταζε ο τόπος, ο μηχανοδηγός κι ο βοηθός του κατάμαυροι πάνω στη μηχανή, μιαν αστραπή από σπίθες και αχνό, έσκιζε τον αέρα σαν οριζόντια ρουκέτα και χανότανε μακριά... 

Τα δυο παιδιά κρατιόντανε από το χέρι. Τρέμαν τα γόνατά τους. Αφού σκορπούσε πια ο καπνός, τότε ανάσαιναν πιο ελεύθερα. Οι μπρόκες καταντούσανε αγνώριστες πάνω στη σιδερογραμμή, λείες, πλατσουκωτές, ίδια μικρά σπαθάκια. Απόμεναν θερμές από την πίεση, γυαλιστερές, με κόκκινα σημάδια εδώ κι εκεί.



Θέλει πετονιά με αλογότριχα ο κωβιός.....

Πήγανε ακόμη μια φορά στο ψάρεμα, πρωί πρωί, μόλις που έβγαινε ο ήλιος πάνω από τον Παναχαϊκό. Τους έτυχε όμως μια μεγάλη αναποδιά. Ο Πιτσίκας έβαλε στο αρμίδι πιο βαρύ μολύβι να βουλιάζει ως το βυθό, εκεί που κρύβουνται οι κωβιοί ανάμεσα στις πέτρες. Μόλις πάτωσε το δόλωμα τσιμπάει ένας κωβιός και τρέχει στο θολάμι του για να το φάει. Φαινότανε ολοκάθαρα ο πάτος, μια μια κουφάλα, οι κοκκινόμαυροι αχινιοί πάνω στις πέτρες, ένα ψάρι κόκκινο, αρματωμένο με αγκάθια σερνότανε στο βυθό κι έπειτ' απόμενε ακίνητο σα να παραμονεύει. 

— Θα 'ναι σκορπίνα, είπε ο Πιτσίκας... Τράβηξε το αρμίδι να φέρει έξω τον κωβιό. Μα έμπλεξε αυτό ανάμεσα στις πέτρες και κόβεται σα να 'τανε κλωστή.

— Βρε συ, του λέει έπειτα ο πατέρας του, δε σου 'πα ένα σωρό φορές πως θέλει πετονιά με αλογότριχα ο κωβιός; Τι μου 'βαλες παράμαλλο;

Από τη μέρα εκείνη βρήκανε το μπελά τους το άλογο του μανάβη, το άλογο του Νεοκλή που δεν ξεχώριζε αν ήταν μαύρο ή άσπρο από την καρβουνόσκονη που έσερνε το αμαξάκι με τις νταμιτζάνες. Σιμώνανε με τρόπο οι δυο μικροί, τραβούσανε με δύναμη όπως τύχαινε, μια τρίχα ή πολλές μαζί απ' την ουρά, και κάναν πίσω μονομιάς για να ξεφύγουν την κλοτσιά.



Η δίκη για το «επ' αυτοφώρω»

Για κείνο το περιστατικό βούιξε η πολιτεία ολόκληρη ...Κατάφερε η αστυνομία επιτέλους κι έπιασε τη γυναίκα του έμπορου μέσα σε κάποια γκαρσονιέρα.

Ο δικηγόρος του έμπορου — λέγανε πως κι ο ίδιος ήταν σύμφωνος — φρόντισε να διαδοθεί σε ολόκληρη την πόλη πως τη μέρα εκείνη θα γινότανε η δίκη για το «επ' αυτοφώρω». Ξεσηκώθηκε λοιπόν και η γειτονιά να πάει στο δικαστήριο σέρνοντας πίσω της το παιδομάνι. Από την πόρτα της αυλής της η κυρία Ελισάβετ παρακολουθούσε με αγανάχτηση την έξοδο.

— Κανένας δε θα το κουνήσει από δω! φοβέρισε το τσούρμο της, ούτε ο Σάββας ούτε κανένας από σας!

Και όπως ο Πιτσίκας χτυπούσε χάμω τα πόδια του από το πείσμα, του άστραψ' ένα μπάτσο.

Μα όταν γυρίσανε πίσω τα παιδιά της γειτονιάς κατά το μεσημέρι, τίποτα δεν απόμεινε κρυφό. Βέβαια, δεν μπόρεσαν να τρυπώσουν μες στην αίθουσα, ούτε και στην αυλή του δικαστηρίου ή ν' ανεβούν στα σκαλοπάτια, τόσο ήτανε το πλήθος. 

Μαύρισε ο δρόμος εκεί μπροστά κι ακόμη ως τα πεζοδρόμια της οδού Κορίνθου, αυτή που βγάλαν τώρα «Τετάρτης Αυγούστου». Τα παιδιά, ωστόσο, καταφέρνανε να σκαρφαλώσουν κάπου, στα κάγκελα μιας πόρτας, άλλα στα κλωνιά του πλάτανου έξω από το «Μπουγιούκ Ντερέ»*  ή πάνω στις μουριές πλάι στο «Συντριβάνι». 

Με κόπο ανοίγανε δρόμο οι χωροφυλάκοι μέσ' από τη συρροή για να περάσουν τη γυναίκα.

Χάλαγε ο κόσμος από τα γιουχαίσματα.

— Δε ντρέπεσαι μωρή!
— Μωρή που βάζεις κοκκινάδι στο...

Φούντωσε η χλαλοή, τη φτύνανε κατάμουτρα, φώναζαν: — Πόρνη! Πόρνη!...

— Τι θα πει αυτό; ρώτησε ο Σάββας.
— Δεν ξέρω, φωνάζαμε κι εμείς μαζί τους: πόρνη, πόρνη!...

Πάνω σ' ένα δέντρο κάποιο παιδί από άλλη γειτονιά βάραγε μια ροκάνα, κρίμα που δε σκεφτήκαμε να πάρομε μαζί μας την τρουμπέτα του Θανάση.

'Επειτα διαδόθηκε πως θα την έβγαζαν από την πίσω πόρτα κι έτρεξε ο κόσμος κατά κει. Μα ήταν μοναχά τερτίπι, άδικα περιμένανε μια ώρα. Κάποιος φώναξε από την άκρη: — Να 'τη! 

— Να 'τη! και είδαν να περνάει εν' αυτοκίνητο και μέσα μια γυναίκα με δυο χωροφυλάκους.
— Ήτανε όμορφη; ρώτησε ο μεγάλος Θάνος που δεν είχε προφτάσει να τη δει.
— Κρατούσε ένα μαντίλι μπρος στο μούτρο της.
— Τι έκανε και τη δικάσανε;

Τα παιδιά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

— Λένε πως ήταν άτιμη και παλιοβρώμα.


*«Μπουγιούκ Ντερέ»(Το μεγάλο χαντάκι):Καφενείο που ιδρύθηκε το 1899 στο Νέο Δρόμο - όπως ονομάστηκε το 1856 η οδός Καλαβρύτων (Δ. Γούναρη από το 1934). Ήταν το μεγαλύτερο καφενείο της πόλης και στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του διέθετε στο πίσω μέρος κήπο με δέντρα. Το καφενείο ίδρυσε ο Μήτρος Παρνασσός, γνωστός παλικαράς της εποχής, "γοητευτικός αφηγητής και αστείρευτη πηγή ανεκδότων" (Πηγή: paliapatra.gr)


Η οδός Γούναρη από το ύψος της Καραϊσκάκη. Κάτω αριστερά διακρίνεται το Δικαστικό Μέγαρο, έργο του Πάνου Καραθανασόπουλου. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 1926 και ολοκληρώθηκε το 1931.[ Πηγή:Patras Memories - Αναμνήσεις απ' την παλιά Πάτρα] 



Οι τρεις μήνες που τρέφουνε τους δώδεκα.....


Τώρα που τελειώσανε τα πρωτοβρόχια, η λιακάδα του Σεπτέμβρη χυνότανε ήπια, σα χάδι ολόθερμο, ταχτοποιούσε πάλι όλες τις λεπτομέρειες που είχε ανακατώσει μες στη φούρια του ο θυμωμένος ήλιος του καλοκαιριού. Ως πέρα, ως τις μακρινές κορφές του Ωλένου*φαντάζανε ολοκάθαρες, μαβιές, πάνω σ'ένα φλοκάτο σύννεφο λευκό που είχε απομείνει ωστόσο ασάλευτο στην άκρη εκείνη του ουρανού.

Η οδός Ιεροθέου 
κι οι δρόμοι ως την Πάνω Χώρα γεμίζανε από κόσμο κυριακάτικα που το 'ριχνε στο γλέντι. Όλοι αυτοί που εννιά μήνες τριγύριζαν χασομέρηδες κι αδέκαροι, πιάσαν τώρα λεφτά δουλεύοντας στα εργοστάσια της σταφίδας, ο ένας καρφωτής, ο άλλος στοιβαδόρος ή στο μακινάρισμα. Οι τρεις μήνες που τρέφουνε τους δώδεκα. 

Και οι κοπέλες φαντάζαν κουνιστές, το κοκκινάδι και η πούδρα σε στρώμα πιο παχύ πάνω στο πρόσωπο. Και τούτες παρατούσανε προσωρινά κάθε άλλη δουλειά για να δουλέψουνε στο διάλεγμα — εδώ το μεροκάματο ανέβαινε ως πενήντα τέσσερις δραχμές.

Πες τα λεφτά, πες το καθημερινό ανακάτωμα γυναίκες με άντρες, κατά το Νοέμβρη πια βρίσκανε δουλειά και οι παπάδες με τα στεφανώματα. Μα και δίχως τούτα, πολλά φουστάνια κρεμάζαν μύτη πίσω και σηκωνόντανε μπροστά.

* Ώλενος : ονομασία του όρους Σκόλλις που βρίσκεται στην περιοχή της αρχαίας πόλης Ωλένου, δίπλα στο χωριό Άνω Αλισσός. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα το αναφέρει ως "Ωλένια πέτρα"


Ταρσούλη Αθηνά (1884-1975), Το άπλωμα της σταφίδας


...στο φτωχοκομείο...

..... η κυρία Ελισάβετ πήρε μαζί της τον κύριο Κώστα να πάνε στο φτωχοκομείο. ...Βρήκανε τον κύριο Νικολάκη μέσα σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη αδειανά κρεβάτια. Μόνο εκείνος κειτόταν στο δικό του. Μπαίνοντας στον αυλόγυρο, είδανε κάμποσα γεροντάκια, να λιά-ζουνται στο απάγκιο. Βασίλευε μια ησυχία εδώ πέρα, στις απάτητες παραμεριές πρασίνιζε το χορταράκι καθώς και μες στη στέρνα που απόμενε ξερή και είχε χορταριάσει. Κάπου απ' έξω ένα μακρύ κλωνί τριανταφυλλιάς καβάλησε τον τοίχο της αυλής, έπεφτε ως κάτω και σερνότανε σε μάκρος πάνω στην πατημένη γης.

— Είναι όμορφα, είπε ο κυρ-Κώστας κι έδειξε τη μοναδική ανθισμένη μπαμπακούλα πλάι στην είσοδο του χτιρίου.

— Κυρία Ελισάβετ, μου περνάει μια ιδέα, στην ηλικία μου ένας άνθρωπος... Το λέω έτσι, όχι πως θα το κάνω, γιατί θα τους κακοφανεί στην Τράπεζα να μάθουνε πως εγώ, ένας παλιός κλητήρας κατάντησα σ' ένα φτωχοκομείο... Μου δίνουνε τη σύνταξη για να κρατήσω αξιοπρέπεια, μου το 'πε ο κύριος διευθυντής. Ωστόσο θα ξενοιάζαμ' εδώ μέσα, κι εγώ και η κορούλα μου...

Μέσα στην αίθουσα με τ' αδειανά κρεβάτια ο κύριος Νικολάκης μιλούσε μοναχός του. Τα μάτια του απομένανε μισάνοιχτα, πάνω στο μούτρο του αναπαυότανε η γαλήνη. Μόνο τα χείλια του αναδευότανε ακατάπαυτα σ' ένα μουρμουρητό. Μα ούτε λέξη δεν ξεχώριζες.

Το μαξιλάρι βαθούλωνε κάτω από το κεφάλι του ανασηκωμένο από τη μια μεριά κι από την άλλη. Έξω από την κουβέρτα το ένα του μπράτσο απόμενε σαν κοιμισμένο κατά μάκρος του κορμιού.

Από τ' ανοιχτά παράθυρα έμπαινε ο ήλιος χασομερώντας πάνω στις καφετιές κουβέρτες υπογραμμίζοντας εδώ ένα λεκέ, αλλού μια τρύπα ή ένα ξέφτι. Οι ασβεστωμένοι τοίχοι παίρνανε μια κιτρινωπή γυαλάδα.[ ....... ]

Ο ήλιος όλο και λάξευε στενεύοντας πάνω στον ξεγδαρμένο τοίχο, κάνοντας ολοένα πίσω να ξεφύγει απ' το παράθυρο. Η κυρία Ελισάβετ αναστέναξε [...] κι απόμενε με τη ματιά της καρφωμένη έξω απ' το παράθυρο. Μια φοινικιά λιαζόταν στο απόμακρο τριγυρισμένη από λοξά γλιστρήματα χελιδονιών — αλήθεια, τούτα θα φύγουνε σε λίγο, θα 'ρθουνε όπου να 'ναι τα λελέκια να τα πάρουν στο ταξίδι για τα μέρη εκείνα, που χτίζουνε τις φωλιές τους το Γενάρη.

Το Πτωχοκομείο Πατρών "Ο Απόστολος Ανδρέας".Συστάθηκε το 1876. Το 1906 μεταστεγάστηκε στα κτίρια της Ακτής Δυμαίων.  [Πηγή:paliapatra.gr ]

Η κυρία Ελισάβετ θυμόταν πάλι τα σκυλιά του δρόμου. Κάτι αναδευότανε μες στο μυαλό της, κάτι δεν καταλάβαινε γιατί όλη την ώρα έκανε μια χειρονομία όπως ν' απορούσε. Στο τέλος αναστέναξε άλλη μια φορά κουνώντας το κεφάλι. Τι τριγυρνά μέσα στο νου του κύριου Νικολάκη όσο παραμιλάει; 

Άγγιξε τον ώμο του κυρ-Κώστα που είχε αποκοιμηθεί κι αυτός.
— Πάμε, του λέει.

Στους διαδρόμους είχε κάποια κίνηση. Τα γεροντάκια παράτησαν την αυλή και μπαίναν μέσα ένα ένα. Κοιτάζονταν μεταξύ τους με ύπουλες ματιές, γεμάτες αμοιβαία υποψία. Στην είσοδο της μάντρας ο φύλακας τα 'χε με κάποιον ασπρομάλλη:

— Δε ντρέπεσαι να 'ρχεσαι τέτοια ώρα; Γουρσούζη! Αφιλότιμε! Παίρνεις άδεια για έξοδο και πας και ζητιανεύεις! Ριζίλεψες το ίδρυμα! Μωρέ αλλού αυτά, μην κλαψιαρίζεις άδικα —σήμερα το πρωί δεν ήσουν στην πλατεία Όλγας και άπλωνες το χέρι; Θα κάνω αναφορά να σε πετάξουν από δω!

— Κύριε φύλακα, με διαβάλανε, με διαβάλανε σου λέω, και αυλακώνανε τα δάκρυα τα μάγουλα του γέρου.

Beggar with a Staff in His Right Hand, Francisco Goya

Με το γριγρί, ανάμεσα ουρανό και θάλασσα...


Ως την ώρα που το γριγρί σταμάτησε στην Κάτω Αχαγιά, δεν είχαν ανταλλάξει πολλά λόγια. Στην αβάλη τους περιμένανε οι βάρκες με τις λάμπες, η μια δεμένη πίσω από την άλλη. Το χωριό με το καμπαναριό του επισκοπούσανε από ψηλά, μέσ' από τα πεύκα, τα ψαράδικα σπιτάκια σκόρπια πάνω στη σπανή ακρογιαλιά. Τα κεραμίδια τους ήτανε πετρωμένα για τον άνεμο. Πέντ' έξι ψαράδες τριγύριζαν. Κρεμασμέν' από μια μάντρα φτιαγμένη με παλούκια, στεγνώνανε τα δίχτυα. Πλάι εκεί άναβε η πυροστιά και μια κοπέλα κάτι ανακάτωνε, μ' ένα ραβδί μες στο καζάνι.


— Βράζουν πιτύκι για να βάφουνε τα δίχτυα, εξήγησε ο κύριος Σκλέμπος, ο διευθυντής της φάμπρικας.



Οι λαμπαδόροι μπαίνανε κιόλα μέσα στη γαΐτα ο καθένας. Το τσούρμο φόρτωσε τα δίχτυα. Η μηχανή κλοτσούσε ξεθυμαίνοντας πετρόλαδο. Κατά τις τρεις η ώρα σαλπάρησε το τρεχαντήρι σέρνοντας πίσω του ολάκερη νηοπομπή, τις πέντε βάρκες με τις λάμπες και το πισινό καΐκι. Τέλος Σεπτέμβρη, ο ήλιος της ισημερίας κρατούσε ακόμη δυνατός. Γυρμένος λίγο στη νοτιά, σκάλιζε τώρα τ' ακρογιάλια πιο βαθιά, τα χρώματα που είχαν ξεθωριάσει με το μεγάλο καλοκαίρι παίρνανε πάλι μια καινούρια ένταση, απλωνότανε ρευστά, κυλούσανε κι άλλαζαν τόνο κάθε τόσο.

Πλάι στα βραχάκια μαρμάριζε διάφανα ο βυθός στρωμένος με κοχλίδια. Το κύμα πασπάλισε την πέτρα με άσπρη αλισάχνη και στα σύρριζα, εκεί που όλο τη γλύφει, τη σκέπασε με χνούδι πράσινο γυαλιστερό. 

Μακριά, οι γυναίκες χασομερούσανε ακόμη στην ακροθαλασσιά, κάτι καταπιανόντανε. Ο αχνός ανέβαινε λοξός απ' το καζάνι πάνω στην πυροστιά. [ .......]




Πλησιάζανε στον Άραξο. Το τρεχαντήρι, τραβώντας πίσω του τη συνοδεία, έκανε πιο δεξιά. Διαταγή απ' το λιμεναρχείο γιατί οχύρωναν το ακρωτήρι και ήταν απαγορεμένη ζώνη. Κάτι φαινότανε στο μάκρος, ο καπετάν Βελέντζας είπε κιόλα πως ξεχωρίζει τα κανόνια, προσπαθήσανε κι οι άλλοι να τα δουν μα δεν το καταφέρνανε. [......]


Το ντούκου ντούκου της μηχανής δεν ακουγόταν. Έτσι το πήραν είδηση πως είχαν σταματήσει καταμεσής της θάλασσας. Είχε πέσει ο άνεμος μα η ρεστία σκαμπανέβαζε το τρεχαντήρι και πίσω του χοροπηδούσανε οι δεμένες βάρκες. Λοξά στο βάθος, η μεγάλη σπιάντζα, κίτρινη και γυαλιστερή ανάμεσα Κυλλήνη και Άραξο, έκοβε τον ορίζοντα με μια σπαθιά.


Η μηχανή άρχισε πάλι να δουλεύει. Βολτάρισε το τρεχαντήρι και πήγε να σκορπίσει τις γαΐτες σ' ένα μισόκυκλο φαρδύ, τη μια σε απόσταση από την άλλη. Σε κάθε βάρκα ο λαμπαδόρος, αφού αμόλησε το σίδερο ν' αράξει, καταγινόταν τώρα με τη λάμπα του. Οι σημαδούρες πλέκανε πιο πέρα. Κάποιο άλλο γριγρί προσπέρασε με συνοδεία τις γαΐτες του και ανοίχτηκε σε πιο βαθιά νερά. 

Ο ήλιος είχε δύσει κατά τη μακρινή Κεφαλλονιά. Πάνω από κει ένα συννεφάκι μακρουλό κι άλλα κοπαδιαστά πιο πίσω αστράφτανε ακόμα σαν καλογυαλισμένο χάλκωμα. Το νεαρό φεγγάρι μόλις πρόφτασε ν' ασημώσει από λευκό που ήτανε και κρύφτηκε ίδιο ρόδινο νυχάκι που αποτραβιέται πίσω απ' το βουνό.


Γαΐτα στο ηλιοβασίλεμα.

Ησύχαζε η ρεστία. Ο ουρανός είχε μια γλύκα, έπεφτε κιόλα η νύχτα, μάζωνε τις ισκιές αδειάζοντας τις σ' ένα μοναδικό, βαθύ, πελώριο ίσκιο. Η μηχανή της ξένης ψαροπούλας ακουγότανε μακριά. Έπειτα, σώπασε ολότελα η νύχτα. [.......]

Μια ευτυχία η νύχτα εκείνη, ανάμεσα ουρανό και θάλασσα, θαματουργή πηγή για ονειροπόληση και περισυλλογή. Τα πράματα του κόσμου καταντήσανε ίσκιοι αόριστοι, ανύπαρχτοι σχεδόν, μόλις που ανασαίνανε κάτω από το μερμήγκισμα των άστρων. Ένας κόσμος αόρατος άρχισε τότε να ταξινομιέται.

Είχε ξαπλώσει ανάσκελα πάνω στην κουβέρτα του τρεχαντηριού. Ξαφνικά, ένας διάττοντας αυλάκωσε τον ουρανό. Σαν έσβησε η φωτερή γραμμή άρχισε πάλι ν' αναδεύεται ο ουρανός από το τρεμούλιασμα των άστρων... [.....]




Με σβησμένη μηχανή, το τρεχαντήρι με τη φόρα που είχε αργοπλησίαζε την πρώτη βάρκα. Τα νερά, κάτω από το φως που έριχνε η λάμπα, ακινητούσανε ίδιο πηχτό αναλυμένο μέταλλο.

Ο καπετάνιος, ορθός στην πρύμη, έβαλε το χωνί στο στόμα:
— Βλέπεις τίποτα;
— Τίποτα! φώναξε με το χωνί κι ο λαμπαδόρος από τη γαΐτα.

Η μηχανή έβαλε πάλι μπρος.
— Βλέπεις τίποτα;
— Μικρό κοπάδι, σε τέσσερεις οργιές, φώναξε απ' το χωνί ο άνθρωπος της δεύτερης γαΐτας.

Δοθήκανε οι διαταγές. Το πισινό καΐκι ξαμόλησε τον κάβο κι απόμεινε στη θέση του. Το τρεχαντήρι ζύγωνε πιο κοντά, ήσυχα ήσυχα, κι άρχισε να καλάρει κυκλικά τη βάρκα ρίχνοντας το δίχτυ ώσπου την έζωσε κι έκλεισε ο κύκλος του διχτυού εκεί που είχε σταθεί το πισινό καΐκι. Η γαΐτα με τη λάμπα παράτησε το σίδερο στη σημαδούρα και ξέφυγε από μέσα.
Το τσούρμο είχε παραταχτεί μπροστά στην κουπαστή. Όπως φωτούσε η λάμπα της γαΐτας μέσ' από τη θάλασσα, τα κορμιά διαγραφόντανε κατάμαυρα ενάντια στη λάμψη. [.......]

Το βίντσι από το τρεχαντήρι, μ' ένα χειρισμό γοργό, τραβούσε από τις δυο άκριες το σκοινί που διαπερνάει τους χαλκάδες στο κάτω μέρος του διχτυού και το 'σερνε όλο μαζί προς τα εδώ, σα μια πελώρια σακούλα. Το ψάρι κόχλαζε καταμεσής. Το τσούρμο το μάζωνε από κει μέσα με μακριές απόχες και το 'ριχνε σπαρταριστό πάνω στο τρεχαντήρι. Ένας χείμαρρος από γυαλιστερό ασήμι. [....]



Η φαντασμαγορία εξακολουθούσε. Οι σκοτεινές κορμοστασιές βουτούσαν την απόχη στη φλογισμένη θάλασσα, τη σηκώνανε με δύναμη και με ρυθμό αδειάζοντας γαλαζοπράσινο ασήμι. Τρόγυρα στα κορμιά, ένα στεφάνι φωτερό. Στάζανε ολούθε λαμπερά πετράδια. Η νύχτα έπαιρνε απόκοσμη θωριά, μοναδική, έσβηνε όλες τις άλλες νύχτες, αυτές που πνίγουνται μες σε καπνούς ονειροπόλησης, τις άλλες γύρω σ' ένα πράσινο τραπέζι με πρόσωπα φτιασιδωμένα ή χλωμά, το ανοιχτό βιβλίο που παραδίνεται με υποκριτική ξετσιπωσιά, ένα κρεβάτι που το μαλθακώνουν πειρασμοί ανόρεχτοι, μια βίγλα που μάταια παραμονεύει κάποια αιωνιότητα. Εδώ φανερωνόταν η αιωνιότητα τελειωμένη: θάλασσα κάτω και ψηλά η αστροβολιά...[......]

Η πούλια χλώμιαζε καθώς τελείωνε και η τελευταία καλάδα. Πάνω στην κουβέρτα, ο σωρός από το ψάρι αναδευότανε ακόμα σ' ένα τελευταίο σπασμό. Πού και πού ξεπεταγότανε καμιά σαρδέλα κι έπεφτε παραπέρα. Οι βάρκες ξαναδεθήκανε πίσω από το τρεχαντήρι, το πισινό καΐκι τελευταίο. Η μηχανή άρχισε να δουλεύει για την επιστροφή.
Το τσούρμο φτυάριζε ασήμι, καταγινότανε να στρώσει τη σαρδέλα μέσα στις κάσες με τον πάγο. 

Σύρριζα πάνω στο νερό πέρασε η αυγινή φρεσκάδα. Ένα ένα σβήσανε τ' αστέρια. 




Στα εξοχικά μαγαζάκια: κάτι αυξάνει, κάτι αλλάζει, κάτι χάνεται.....

Πλάι στη σιδηροδρομική γραμμή, ανάμεσα στα περιβόλια, που την πλαισιώνουν από το ένα μέρος, υπάρχουν κάτι μαγαζάκια - μισομπακάλικα, μισοταβέρνες, μισοκαφενεδάκια- χαμένα πίσω από φράχτες με ξερά καλάμια κι από κληματαριές. Μιλούνε στην καρδιά τα μαγαζάκια τούτα με τις κουτσές καρέκλες και τα λιγδερά τραπέζια. 

Εκεί μέσα κουτσοπίνουν δυο τρεις άνθρωποι, λένε κάπου κάπου ένα λόγο κι έπειτα πέφτουνε σε συλλογή δίχως να παίρνουν μιαν απόφαση. Πρέπει να συνηθίσεις τη μιλιά τους για να τους καταλάβεις, ίδια όπως συνηθίζεις τη μιλιά της γης και τα κρυφά μηνύματα που στέλνουνε όσα πλάσματα ζούνε μια μυστική ζωή — που ίσως να φαίνεται αθώα, που ίσως να 'ναι τέτοια και πραγματικά, που ίσως και να μην είναι. Γιατί κανένας δε το ξέρει τι βυσσοδομά ένα μαμούδι, ένας εγωπαθής υάκινθος ή ο συλλογισμένος άνθρωπος που κουτσοπίνει αγναντεύοντας την τύχη μέσα στο διψασμένο του ποτήρι.


Παραλιακό καφενείο κοντά στον Άγιο Ανδρέα, αρχές του 20ου αιώνα [Πηγή: paliapatra.gr ] 


Κάτι αυξάνει, κάτι αλλάζει, κάτι χάνεται — μια τέτοια ιδέα φέρνουν τα εξοχικά ετούτα μαγαζάκια. Κι η μέρα που τελειώνει αμφίβολη, κι η νύχτα που αρχίζει αμφίβολη το ίδιο, το πώς θα ξημερώσει, κι αυτός που πάει πλάι σου τι σκέφτεται και λογαριάζει μέσα στον υπερτροφικό του εγκέφαλο...

Την ίδια ώρα, το σούρουπο, στα Ψηλαλώνια ή κάτω στην εξέδρα, συμβαίνουνε πράματα
θετικά: παίζει το κουαρτέτο, ξεφωνίζουν τα μεγάφωνα, τα πάνε κι έλα των ιδρωμένων γκαρσονιών, τα μοιρολατρικά μωρά μέσα στα καροτσάκια παραδομένα στις ξελογιασμένες παχουλές νταντάδες.

Αν όμως βρίσκεσαι με μια κοπέλα σ' ένα τέτοιο μαγαζάκι, σκέφτεσαι μόνο -  σαν δικαιολογία— πως εδώ είναι πολύ ρομαντικά και πως οι άλλοι δεν κλείνουν μέσα τους τίποτα το ποιητικό. Σύγκαιρα νιώθεις μια μικρή ντροπή και κάνεις υποθέσεις πάνω σ' αυτό που ο κάπελας φαντάζεται καθώς και το ξυπόλητο μεγάλο αγόρι που θα φέρει το κρασί, που άμα θελήσεις να του κουβεντιάσεις παραπειστικά και ξένοιαστα θα σου αποκριθεί με μονοσύλλαβα κοιτάζοντας σε υποψιασμένα και λοξά τρόγυρα στις λαγγόνες. Κι αν τύχει να 'σαι τύφλα ερωτεμένος, κάνεις μέσα στο νου σου σχέδια για μια καλύβα, ένα τζάκι, ένα κηπάκι φυτεμένο μολοχάνθη, μπαμπακούλες, ήλιους και γεράνια......


Ξυπόλυτος σερβιτοράκος [ Πηγή: sociologyalert.blogspot.gr

Μακριά, η μελαγχολική φωνή του τρένου μέσα στο βραδινό. Κάποια ρομβία έπαιζε στο παρακάτω μαγαζί και ακουγότανε τα κουδουνάκια 'πo το ντέφι.




Το εξοχικό κεντράκι (1966)

Γιάννης Ρίτσος, Σπήλιος Μεντής
Μπέττυ και Μιράντα Δήμα

Το εξοχικό κεντράκι μας κουρνιάζει μες στο δείλι 
ματώνει ο ήλιος σαν πληγή το γαλανό μαντήλι..... 

Σε λίγο εδώ θα φτάσουνε τα πρώτα ζευγαράκια 
αχ! τι πουκάμισα ριχτά ή κεντητά μπλουζάκια, 
βροντές γκαζόζας θ’ ακουστούν κάτω απ’ τα δέντρα φως μου
μύρια ταμπούρλα του έρωτα στο πείσμα όλου του κόσμου.....


... σανιδένιες παράγκες τραπεζάκια με σκούρα καρώ τραπεζομάντηλα. ..όλη η υπηρεσία γίνεται από τον ίδιο τον καταστηματάρχη. [ Λόλα, να ένα άλλο

Περίπατος στην εξοχή.......


Ο Φίλιππος και η Κάτια συμφωνήσανε να ξαναϊδωθούν. - Μα όχι εδώ, του λέει, να κάνομε περίπατο στην εξοχή. 



Η συγγραφέας Αθηνά Κακούρη γράφει στη λεζάντα της φωτογραφίας: " Η μητέρα μου με τις τρεις κόρες της, στην υπέροχη τότε εξοχή της Πάτρας. Περίπατος στο Βουνάκι μετά το σχολείο. Φοράμε ακόμα τις ποδιές μας. Είναι οι παραμονές του Β' παγκοσμίου Πολέμου.



Μαραβέλας, εστιατόριο απέναντι από τη Μονή Γηροκομείου
 [ Πηγή: Patras Memories - Αναμνήσεις απ' την παλιά Πάτρα


Έτσι, βρισκότανε συχνά μαζί το βραδινό στις εξοχές της Άνθειας και προς το μέρος του Γηροκομειού. Το ίδιο και τ' απομεσήμερα της φθινοπωρινής λιακάδας. Συνηθίζανε να κάθουνται πλάι σ' ένα πηγάδι, πάνω στο δρόμο που συνόρευε με κάποιο χτήμα.





Άνθεια -Πρώται Ιτέαι [ Πηγή: http://dete.gr] 



.... φθινοπώριασε....

Το φθινόπωρο προχωρούσε
. Ο τσούτης με τ' αραποσίτια έψηνε τώρα κάστανα πάνω στη φουφού του. Κάποιες νύχτες ακουγότανε πάνω στο δρόμο οι φωνές των τσελιγκάδων μαζί με ανάρια κουδουνίσματα και το μουντό περπάτημα των κοπαδιών. Κατεβαίνανε απ' το βουνό τραβώντας για τα χειμαδιά κοντά στη θάλασσα. Η οδός Ιεροθέου Αρχιεπισκόπου άρχισε κιόλα να λασπώνει από τις βροχές.




"Ο καστανάς έτοιμος να γεμίσει το χωνάκι με τον χειμερινό καρπό και ο καρβουνιάρης προσπαθεί να ισορροπήσει τη ζυγαριά του με τα κάρβουνα, για τον αόρατο πελάτη!"
 [ Πηγή: sociologyalert.blogspot] 

Η γειτονιά συμμαζευότανε.......


Η γειτονιά συμμαζευότανε. Σ' ένα μήνα ή τόσο — από του Άγι-Αντρέα κιόλα που αντρείωνε το κρύο ή τα Νικολοβάρβαρα — θα μαζευόντανε οι γειτόνισσες τα βραδινά στο μισοϋπόγειο της Καλλιρόης, τρόγυρα στο μαγκάλι. 

Μπορεί να 'τανε δηλωμένη, τι μ' αυτό, φερνότανε όμως τίμια στη δουλειά της, δε δέχτηκε ποτέ κανέναν άντρα μέσ' απ' τη γειτονιά. Κι ο αγαπητικός της, το χασαπάκι που ερχότανε κάθε Κυριακή για να την πάρει στον κινηματογράφο κι έπειτα να περάσει τη νυχτιά μαζί της, ήτανε ήσυχο παιδί. Τα Σαββατόβραδα είχε πολλή δουλειά, τις άλλες μέρες όμως της βδομάδας τρυπώνανε οι γειτόνισσες το σούρουπο μια μια και στήνανε κουβέντα πλάι στο μαγκαλάκι. Αν τύχαινε να μπει πάνω στην ώρα ένας πελάτης, καλησπέριζε τη συντροφιά και η Καλλιρόη τον έμπαζε στην παραμέσα κάμαρα. Έπαιρνε μαζί και το μαγκάλι. Μα η ζεστασιά κρατούσε. Μετά μισή ωρούλα ξανάφευγε ο πελάτης, η Καλλιρόη έφερνε πίσω το μαγκάλι κι έπαιρνε τη θέση της.




Το σούσουρο [ Πηγή: Λόλα να ένα άλλο ] 


Του Άγι-Αντρέα που αντρείωνε το κρύο......

Όλη την τελευταία βδομάδα φυσούσε ξεροβόρι, στεγνώσανε ως και τα χέρσα που είχανε λασπιάσει απ' τις βροχές, το χώμα πέτρωσε δίχως ακόμα να τριφτεί σε σκόνη. Μα καθώς έπεσε ο άνεμος από την προπαραμονή του Άγι-Αντρέα, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτάζανε τον ουρανό μήπως φανεί κανένα συννεφάκι από το μέρος της νοτιάς, και όπως συμβαίνει κάθε χρόνο ταχτικά, πιάσει καμιά νεροποντή πάνω στην ώρα που θα ξεκινούσε η λιτανεία. 

Και τότε ο δεσπότης, όπως και πέρσι, θα σταματούσε στα μισά του δρόμου για να προφυλαχτεί κάτω από τα βόλτα και θά 'στελνε να πάνε πίσω στη μητρόπολη τα εξαπτέρυγα μαζί με τους παπάδες και την ουρανία...

Έπειτα φύσηξε μαΐστρος, που όλοι τον ξέρουνε για κολαούζο του νοτιά. Όμως ανήμερα του Άγι-Αντρέα έπεσε κι αυτός αυγή αυγή κι έτσι φαινότανε σταθερή για μια δυο μέρες η καλοσύνη του καιρού. Ωστόσο —εκτός από την τωρινή περίσταση— αντί το ξεροβόρι προτιμούσανε τη βροχή, την υγρασία, νιώθανε μέσα στο στοιχείο τους μ' αυτή, βαριοί και πλαδαροί όπως ήτανε οι άνθρωποι της πολιτείας, μαγαζάτορες κι έμποροι.




Λιτανεία του Αγ. Ανδρέου 30 Νοεμβρίου, οδός Μαιζώνος
 [ Πηγή: Patras Memories - Αναμνήσεις απ' την παλιά Πάτρα] 




Κοσμάς Πολίτης, Το Γυρί, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990
[ επιλεγμένα αποσπάσματα] 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου