Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

«Ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του», Ναζίμ Χικμέτ, ένα παραμύθι


Η λογοτεχνία αρχινάει και τελειώνει με το παραμύθι

Για μένα
, όλη η λογοτεχνία, για όλα τα είδη της, αρχινάει με το παραμύθι και τελειώνει με το παραμύθι. Μα πάλι, το παραμύθι είναι πολύ κοντά στην ποίηση. Το παραμύθι με το ρυθμό του, την επανάληψή του, τη λακωνικότητά του, τη φαντασία του, την αγάπη του, την τραγωδία του, την άπλα του, το αντικείμενό του και τον άνθρωπό του, τη δουλειά του, στη φύση και στη δημιουργία του που δε συναπαντηθηκε με το ταίρι του, αλλά και με τις ελπίδες μας, τους φόβους μας, τις αγάπες μας με όλη τη βαθύτητά τους, όλη την απλοχωριά που τα καινούργια αντικείμενα τα κουβαλάνε οι καινούργιοι άνθρωποι, τα καινούργια ζώα με τη δημιουργία τους, είναι βέβαια πολύ κοντά στην ποίηση.

Το παραμύθι ενώνει την ανθρωπότητα


Στη γλώσσα επάνω να ήτανε μια γλώσσα σαν μουσική ακόμα όλων των λαών, όλων των πραγμάτων, όλων των θέσεων της κουλτούρας δεν είναι συνεταιριστικό πράγμα ακόμα. Τη μουσική της Ασίας όταν την ακούσει ο Ευρωπαίος, δε θα μπορέσει με το πρώτο να την καταλάβει. Ο Μπετόβεν με όλη την πολιτιστική αντικειμενικότητα δεν είναι ένας συνθέτης που θα τον καταλάβουνε αμέσως. Μα το παραμύθι είναι όλων των λαών, όλων των εποχών και της κουλτούρας. Το πιο βαθύ αράπικο παραμύθι ο Γιάπιονας ή ο Εγγλέζος θα το καταλάβει αμέσως και θα το αγαπήσει. Ο Ρώσος είτε είναι εργάτης είτε είναι κολχόζνικος είτε είναι γνώστης του ατόμου, στο πιο βαθύ τούρκικο παραμύθι αμέσως θα καταλάβει τη γλύκα. Ένα παιδί απ’ τις Ινάες μαζί με τον πατέρα του μπορούνε ν’ ακούσουνε το ίδιο παραμύθι. Το παραμύθι ενώνει την ανθρωπότητα.

Αργά ή γρήγορα όλοι οι λαοί, πάνω κάτω, τους ίδιους κοινωνικούς δεσμούς γνωρίσανε. Λίγο πιο βαριά, λίγο πιο δυνατά, λίγο πιο περιστροφικά αυλακώνουνε από μια μεγάλη νερομάνα σε μια μεγάλη θάλασσα με σταθερή κατεύθυνση, με ξεχωριστή σημασία, που δεν κοιτάζει στην ωρίμανση λογιώ λογιώ πανοραμάτων τις ξεχωριστές λοξοδρομήσεις. Έτσι τα παραμύθια, λίγο πολύ, το ένα στο άλλο θα μοιάζουνε. Οι διανοούμενοι συναγωνίζονται γύρω απ’ αυτήν την ομοιότητα. Πολλές ιδέες σπρώχνονται μπροστά. 


Το παραμύθι να τ’ ακούς απ’ το να το διαβάζεις είναι καλύτερο. Ν’ αρχίσω να διηγούμαι:


 Ήτανε κάποτε κι έναν καιρό...



Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς. Αυτός ο βασιλιάς, μια μέρα των ημερών, έβγαλε κράχτες στους δρόμους:

- 'Οποιος βρει για μένα τον προφήτη Ηλία και μου τον φέρει, αυτουνού θα του δώσω ό,τι ζητήσει, έτσι οι κράχτες εφώναξαν.

Ποιος θα βρει τον Προφήτη Ηλία; Ο Προφήτης Ηλίας κατέβαινε στο μπαϊράμι του προφήτη Ηλία στη γη. Στους καλούς τους ανθρώπους, μια φορά τους φανερωνότανε στα μάτια τους, μα στους πολύ καλούς ανθρώπους. Όσοι θ’ απαντούσανε θα ζητούσαν, απ’ εκείνον ό,τι η καρδιά τους το θελήσει. Κι ο προφήτης τους το έδινε. Αλλά εκείνο που διέταξε ο βασιλιάς για τον προφήτη ήτανε εύκολο να το βρει;



Khizr and Elijah Praying in Mecca
Illuminated Manuscript collection of Stories of the Prophets


Σ’ εκείνη την πολιτεία ζούσε ένας πολύ φτωχός άνθρωπος. Τα παιδιά του και τα μωρά του δεν ήσανε και λίγα. Με τη βία συντηριότανε, πολλές φορές τα βράδια κοιμόντουσαν νηστικά. Να, αυτός ο άνθρωπος σαν άκουσε τους ντελάληδες, είπε στη γυναίκα του:


- Όπως και να είναι όλοι μας απ’ την πείνα θα πεθάνουμε, το πιο καλό έχω να πάγω στον πατισάχ και να του πω πως θα βρω τον προφήτη Ηλία και θα τον φέρω σ’ αυτόν. Σαράντα μέρες θα ζητάω προθεσμία. Θα θέλω και για σας χρήματα πολλά, τόσο, ίσαμε να πεθάνετε. Σαράντα μέρες ύστερα ο βασιλιάς θα με κρεμάσει εμένα, θα με μακελέψει, σημασία δε δίνω. Τουλάχιστον εσένα και τα παιδιά μας θα γλιτώσω απ’ την πείνα.


"Χαμάλης" (Hamal, Istanbul)

Η γυναίκα αγαπούσε πολύ τον άντρα της. Για να τον κάνει ν’ αλλάξει ιδέα είπε του κόσμου τα λόγια, έκαμε ό,τι ερχόταν απ’ το χέρι της. Αλλά του κάκου. Ο άνθρωπος πήγε στο βασιλιά:

- Βασιλιά μου, του είπε, εγώ θα βρω τον προφήτη Ηλία και θα τον φέρω σε σένα. Θέλω τόσες μέρες διορία και τόσα λεφτά, τα παιδιά μου και τα μωρά μου για να γλυτώσω απ’ την πείνα.

Ο βασιλιάς έδωσε στους ανθρώπους του διαταγή. Ο δικός μας ο άνθρωπος σαράντα μέρες κουβάλησε τρόφιμα στο σπίτι του με τα λεφτά που πήρε απ’ τον πατισάχ. Τα παιδιά και τα μωρά σαράντα μέρες ως να χορτάσουνε φάγανε και ήπιανε.


Στις σαράντα και μια μέρα, ο βασιλιάς φώναξε τον άνθρωπο σιμά του:

- Βρήκες τον προφήτη; τον ρώτησε.

Ο άνθρωπος του αποκρίθηκε:

- Δεν μπόρεσα να τον βρω βασιλιά μου, του είπε. Αν θέλεις και την αλήθεια και να τον βρω δεν μπορώ. Τα παιδιά μου, τα μωρά μου για να γλυτώσω απ’ την πείνα, σου είπα αυτό το ψέμα.

Ο βασιλιάς θύμωσε. Αλλά στον άνθρωπο ποια ποινή να δώσει, πρώτα ήθελε μαζί με τους βεζυράδες να κουβεντιάσει. Ρώτησε τον πρώτο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις για τον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο πρώτος βεζύρης έδωσε αυτή την απόκριση:

- Σαράντα κομμάτια να κάνεις αυτόν τον άνθρωπο και κάθε του κομμάτι να δώσεις στους χασάπηδες να κρεμάσουνε από ένα τσιγκέλι.

Ακριβώς εκείνη την ώρα ένα παιδάκι παρουσιάστηκε στη μέση:

- Ο καθένας, είπε το παιδί, σύμφωνα με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει το παιδί. Γύρισε και ρώτησε στο δεύτερο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις να δώσω στον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο δεύτερος βεζύρης έδωσε αυτή την απόκριση:

- Να γδάρετε το δέρμα του και να το γεμίσετε άχυρο.
Το παιδί που πρόβαλε στη μέση, είπε:

- Ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς ρώτησε στον τρίτο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις εσύ να δώσω στον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο τρίτος βεζύρης έδωσε αυτήνε την απόκριση:

- Βασιλιά μου, αυτός ο άνθρωπος για να πει το ψέμα, αιτία είναι η πείνα. Λιγάκι κι εσείς να έχετε έλεος, αν έχετε λιγάκι ευσπλαχνία να χαρίσετε σε αυτό τον άνθρωπο.

Το παιδί που πρόβαλε στη μέση, είπε:

- Ο καθένας με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς ρώτησε το παιδί:

- Ποιος είσαι εσύ; Από πού βγήκες; Όλο λες: «ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του». Τι θες να πεις με αυτά τα λόγια;

Το παιδί έδωσε αυτή την απόκριση:

- Εκείνο που θέλω να πω είναι αυτό: ο πρώτος βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε χασάπης. Γι’ αυτό είναι που σύμφωνα με το επάγγελμά του για ποινή να μακελέψεις σου το ζήτησε. 


Ο δεύτερος βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε παπλωματάς. Κι εκείνος σου ζήτησε σύμφωνα με το προηγούμενο επάγγελμά του. 

Ο τρίτος ο βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε εργάτης. Η φτώχεια, η πείνα τι είναι, τις ξέρει. Και κείνος, για λόγο της πείνας, τον άνθρωπο που είπε ψέματα ήθελε να τον σχωρέσεις. 

Όσο η σειρά ήρθε σε μένα: Εγώ είμαι ο Προφήτης. Στα μάτια των καλών ανθρώπων φαίνομαι. Ούτε για σένα, ούτε για τους βεζύρηδές σου, αλλά αυτού του φτωχού ανθρώπου και στον τρίτο βεζύρη σου ήρθα για να δειχτώ στα μάτια τους. Άφησε λεύτερο τον άνθρωπο. Εκείνο που είπε το έκαμε, εμένα μ’ έφερε μπροστά σου.


Prophet Elijah Rescuing Nur ad-Dahr from the Sea, a scene from the Hamzanama 
(Persian miniature by Mir Sayyid Ali )


Ο βασιλιάς κι οι βεζύρηδες εμείνανε κατάπληκτοι. 


Ο Προφήτης, ο φτωχός άνθρωπος κι ο τρίτος βεζύρης επειδή ξέρανε πως κακό δε θα κάμνανε, τα χέρια τους, τα βραχιόνια τους, ελεύθερα κουνώντας αφήσανε το παλάτι και φύγανε.

The ascent of Elijah toward heaven
( Northern Russian icon , 1290)

Nαζίμ Χικμέτ, Ο Προφήτης, Παραμύθια (Ναζίμ Χικμέτ, τα έργα του, βιβλίο δεύτερο, 
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή)


Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

...στη διαταγή του ανθρώπου είναι ο κόσμος, Ναζίμ Χικμέτ


Τα τραγούδια των ανθρώπων

Τα τραγούδια των ανθρώπων
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους
πιο βαριά από ελπίδα
πιο λυπημένα
πιο διαρκή.

Πιότερο απ’ τους ανθρώπους
τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια
μου ‘τυχε ν’ απιστήσω κάποτε
στην πολυαγαπημένη μου,
όμως ποτέ μου στο τραγούδι
που τραγούδησα για αυτήν
ούτε ποτέ και τα τραγούδια
μ’ απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ’αυτόν τον κόσμο τίποτα
απ’ όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ’ όσες χώρες γνώρισα
απ’ όσα μπόρεσα να αγγίξω
και να νιώσω
τίποτα, τίποτα
δε μ’ έκανε έτσι ευτυχισμένον
όσο τα τραγούδια…



Αυτοβιογραφία

Γεννήθηκα στα 1902.
Στην πολιτεία που γεννήθηκα δεν ξαναγύρισα άλλη φορά
πίσω να γυρίσω δεν αγαπώ.

Τριώ χρονώ ήμουν στη Δαμασκό έγγονος του Πασά.
Στα δεκαεννιά μου στη Μόσχα φοιτητής
στο Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο.
Στα σαράντα εννιά μου πάλι στη Μόσχα
φιλοξενήθηκα στην Τσέκα-Παρτί

κι απ’ τα δεκατέσσερά μου χρόνια γράφω ποιήματα
ποιος άνθρωπος, τα χορτάρια, ποιος άνθρωπος, τα ψάρια
το είδος τους ξέρει, εγώ των χωρισμών
κάποιος άνθρωπος λογαριάζει απ’ έξω τα ονόματα
των αστεριών να ξέρει, εγώ τους πόθους.

Στις φυλακές κοιμήθηκα και σε ξενοδοχεία μεγάλα
πείνα τράβηξα κι απεργία πείνας μέσα και δεν
υπάρχει φαγητό νομίζω που δε δοκίμασα.

Στα τριάντα μου θέλησαν να με κρεμάσουν
στα σαράντα οχτώ μου το Μετάλλιο της Ειρήνης να δώσουν
σ’ εμένα

στα τριάντα έξι μου έξι μήνες πέρασα
τέσσερα μέτρα στο μαύρο μπετόν.

Στα πενήντα εννιά μου σε δεκαοχτώ ώρες πέταξα
απ’ την Πράγα στην Αβάνα.

Τον Λένιν δεν τον είδα, σκοπός εκράτησα στο φέρετρό του
στα 1924
και στα 1961 επίσκεψη που έκανα στο Μαυσωλείο είναι
στα βιβλία.

Απ’ το Κόμμα μου να με ξεκόψουνε λαχτάρισαν δεν έπιασε
και κάτω απ’ τα είδωλα που γκρεμίστηκαν δε συνθλίφτηκα.

Στα 1951 μ’ ένα νεαρό σύντροφο στη θάλασσα περπάτησα
πάνω στο θάνατο.

Στα 1952 με ραγισμένη καρδιά τέσσερις μήνες
ανάσκελα περίμενα το θάνατο.

Τις γυναίκες που αγάπησα σαν τρελός τις εζήλεψα
τοσοδά φθόνο δεν έκαμα για το Σαρλώ ακόμα,
ξεγέλασα τις γυναίκες μου
δεν ομίλησα πίσωθε των φίλων μου
ήπια μα δε γένηκα νυχτερινός.

Το ψωμί μου το έβγαλα με τον ιδρώ πάντα του προσώπου μου
για του αλλουνού το λογαριασμό
πόσο ευτυχής είμαι
εντράπηκα είπα ψέματα,
είπα ψέματα για να μην καταπονέσω άλλο
μα είπα ψέματα και στα καλά καθούμενα.

Μπίνεψα στο τρένο, στο αεροπλάνο, στο αυτοκίνητο
πολλοί δεν μπορούσανε να μπινέψουν.

Στην όπερα πήγα.
Πολλοί δεν μπορούσανε να πάνε και τ’ όνομα
ακόμα δεν είχαν ακούσει της Όπερας.
Οι πολλοί στα μέρη που πήγαινα εγώ δεν πήγαν
απ’το 1921 κι εδωνά.

Στο τζαμί, στην εκκλησιά, στο ναό, στη χάβρα, στο μάγο
με του καφέ το φλιτζάνι μου το έδειξα να δούνε.

Τα έργα μου σε τριάντα σαράντα γλώσσες τυπωθήκανε
στην Τουρκία μου στα τουρκικά μου είναι απαγορευμένα.

Ακόμα δεν επλάγιασα από καρκίνο
μα να μη με πιάσει δεν είναι στη συμφωνία.

Πρωθυπουργός κτλ. δεν έχω για να γίνω
και μερακλής δεν είμαι αυτής της δουλειάς,
και μια σε μάχη δεν μπήκα
και σ’ ένα καταφύγιο δεν κατέβηκα τα μεσάνυχτα,
και δεν έπεσα σε δρόμους σε βομβαρδισμούς αεροπλάνων,
μα ερωτεύθηκα κοντά στα εξήντα μου,

κοντολογίς σύντροφοι:

Σήμερα στο Βερολίνο είμαι να ψοφήσω από λύπη
σαν άνθρωπος μπορώ να πω πως έζησα.
Κι ακόμα πόσο καιρό θα ζήσω
απ’ το κεφάλι μου τι άλλα θα περάσουν ποιος ξέρει.

(Αυτή η αυτοβιογραφία γράφτηκε στο Βερολίνο της ΓΛΔ στις 11 του Σεπτέμβρη 1962)




Αισιόδοξος

Γράφω ποιήματα,
δεν τυπώνονται,
θα τυπωθούνε, μα......

Προσμένω ένα γράμμα με καλή είδηση
κι ίσως την ημέρα που θα πεθάνω να 'ρθει
χωρίς άλλο θα 'ρθει, μα.....

Ούτε κυβέρνηση, ούτε παράδες, 
στη διαταγή του ανθρώπου είναι ο κόσμος
ίσως εκατό χρόνια κατόπι 
να γίνει. 

Χωρίς άλλο μια μέρα θα γίνει, μα........ 
(Μόσχα 12.9.1957)


Ύμνος στη ζωή

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο
τη ζωή να τη νιώθεις τραγούδι αγάπης
τι όμορφο που είναι να ζεις
σαν παιδί να απορείς και να ζεις.

Κι όμως είναι ν’απορείς πως αυτό το ωραίο τραγούδι
πως αυτή η ζωή η γεμάτη χαρά
έχει γίνει σκληρή
έχει γίνει φτηνή
και τόσο πικραμένη
που να `ναι σιχαμένη

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να σου λένε καλημέρα του κόσμου τα χείλη
τη ζωή να την κάνεις τραγούδι χαράς
τι όμορφο που είναι να ζεις
σαν παιδί να απορείς και να ζεις


Γιάννης Ρίτσος & Ναζίμ Χικμέτ, Θανάσης Πολυκανδριώτης, Στέλιος Καζαντζίδης
 [Τα βιώματά μου,1995]


Για τη ζωή

Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος
Δίχως απ’ όξω ή από πέρα να προσμένει τίποτα
Δε θα `χεις άλλο πάρεξ μοναχά να ζεις.

Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο
Με τα χέρια σου δεμένα
Ή μέσα στ’ αργαστήρι
Με λευκή μπλούζα και μαύρα ματογυάλια
Θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι, 
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα `χεις δει το πρόσωπό τους
Και θα πεθάνεις ξέροντας καλά 
Πως τίποτα πιο ωραίο, τίποτα πιο αληθινό απ’ τη ζωή δεν είναι

Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σαν να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου 
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι, γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις
Όσο κι αν φοβάσαι 
Μα έτσι, γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στη ζυγαριά

Ναζίμ Χικμέτ & Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Γράμματα στην αγαπημένη (1983)



Αυτό Είναι

Είμαι μέσα στο φως που προχωρεί
Tα μάτια μου είναι πλημμυρισμένα από πόθους
Ειν’ ωραίος ο κόσμος


Τα μάτια μου δεν κουράζονται να βλέπουνε τα δέντρα
Τα δέντρα τα τόσο γεμάτα από ελπίδα
Τα δέντρα τα τόσο πράσινα

Ένα μονοπάτι ηλιόλουστο τραβάει μέσα απ’ τις μουριές
είμαι στο παράθυρο του νοσοκομείου
Δε νιώθω τη μυρωδιά των γιατρικών
Κάπου πρέπει ν’ ανθίζουν τα γαρούφαλα
Δε νιώθω τη μυρωδιά των γιατρικών

Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος
Το να μην παραδίνεσαι αυτό είναι




Παραμονή

Αν όχι απόψε τη νύχτα,
αύριο το δίχως άλλο,
θα μπω στη φυλακή.

Μέσα μου φύλλο δε σαλεύει.
Είναι απλόχωρα μέσα μου,
γαλήνια.

Για το λόγο που
σεριανώ το γαλάζιο του ουρανού
σαν ένα πρωτόφαντο παιδί,
για τούτο
ψες
πήγα εγώ
στην πλατεία της πολιτείας
κι είπα:

 "Να μη σκοτώνουμε τ' αδέρφια μας
για του λόγου τους,
να μη σκοτωνόμαστε!".....


Μονάκριβή μου

Μονάκριβή μου εσύ στον κόσμο
μου λες στο τελευταίο σου γράμμα
«Πάει να σπάει το κεφάλι μου,
σβήνει η καρδιά μου.
Αν σε κρεμάσουν, αν σε χάσω θα πεθάνω».

Θα ζήσεις καλή μου, θα ζήσεις.
Η ανάμνησή μου μαύρος καπνός
θα διαλυθεί στον άνεμο.
Θα ζήσεις αδερφή
με τα κόκκινα μαλλιά της καρδιάς μου.
Οι πεθαμένοι δεν απασχολούν πιότερο από ένα χρόνο
τους ανθρώπους του εικοστού αιώνα.

Ο θάνατος ένας νεκρός που τραμπαλίζεται
στην άκρη ενός σχοινιού.
Σε τούτο εδώ το θάνατο
δεν αντέχει η καρδιά μου.

Μα να `σαι σίγουρη πολυαγαπημένη μου
αν το μαύρο και μαλλιαρό
το χέρι κάποιου φουκαρά ατσίγγανου
περάσει στο λαιμό μου τη θηλιά, 
άδικα θα κοιτάνε μες στα γαλάζια μάτια
του Ναζίμ να δουν το φόβο.
Στο σούρπωμα του στερνού μου πρωινού
θα δω τους φίλους μου κι εσένα.

Και δε θα πάρω μαζί μου
κάτω απ’ το χώμα
παρά μόνο την πίκρα
ενός ατέλειωτου τραγουδιού.

Μέλισσά μου με τη χρυσή καρδιά, 
με τα μάτια πιο γλυκά απ’ το μέλι
τι κάθισα και σου `γραψα
πως ζήτησαν το θάνατό μου.

Η δίκη μόλις άρχισε
δε κόβουν δα και στα καλά καθούμενα
έτσι το κεφάλι ενός ανθρώπου
σαν να `τανε γογγύλι.

Έλα, έλα μη μου σκας 
όλα αυτά `ναι μακρινά ενδεχόμενα. 

Έλα και μη ξεχνάς
πως η γυναίκα ενός φυλακισμένου
δεν κάνει να `χει μαύρες έγνοιες.

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος & Ναζίμ Χικμέτ
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Γράμματα στην αγαπημένη (1983)



Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
μέσα απ' τους θορύβους του θανάτου
και της νίκης
Να συλλογιέμαι εσένανε
μέσα απ' τη φυλακή
κι έχοντας περασμένα τα σαράντα

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
Να το 'να χέρι σου
σ' ένα ύφασμα γαλάζιο ξεχασμένο,
ξεχασμένο

Και να 'μαι στα μαλλιά σου
η ραθυμιά η περήφανη
της Ινσταμπούλ της γης μου

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι,
να γράφω λόγια σένα,
να σε κοιτάζω πλαγιασμένος
έτσι ανάσκελα μες στο κελί μου
Μια λέξη που ΄χες πει
την τάδε μέρα,
στο τάδε μέρος
Όχι η λέξη η ίδια
μα αυτός ο τρόπος που είχε,
που είχε μέσα της
να κλείνει όλο τον κόσμο

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
Για σένα θα σκαλίσω ακόμα
τόσα πράγματα
Θα φτιάξω ένα μικρό κουτί,
ένα δαχτυλίδι
Θα υφάνω τρεις οργιές μετάξι
Και ξαφνικά πετιέμαι ορθός
τρέχοντας να χουφτώσω
του παραθυριού τα κάγκελα
Και να φωνάζω στον γαλάζιο ουρανό 
της λευτεριάς, 
όλα μου τα τραγούδια
που ΄γραψα για σένα

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος & Ναζίμ Χικμέτ
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Γράμματα στην αγαπημένη (1983)


Νέα

Άρρωστα
αδέρφια μου,
θα γίνουμε καλά...
Οι πόνοι, οι αφανισμοί, θα πάψουνε.
Μαλακά, χλιαρά
σαν ένα ανοιξιάτικο βράδυ, θα κατεβεί η καλοπέραση.
Άρρωστα αδέρφια μου,
λίγο ακόμα υπομονή, λίγο ακόμα πείσμα.
Πίσω απ' την πόρτα που περιμένει δεν είναι ο θάνατος,
είναι η υγεία.
Πίσω από την πόρτα είναι ο κόσμος
σαν τα πουλιά.

Θα σηκωθείτε απ' τα κρεβάτια σας θα πορευθείτε
του αλατιού, του ψωμιού, του ήλιου τη γλύκα
εξαρχής θ' ανακαλύψετε,
θα κιτρινίσετε σαν λεμόνι, σαν κερί θα λιώσετε,
θα γκρεμιστείτε σαν ένας άδειος πλάτανος ξαφνικά.

Αδέρφια μου άρρωστα,
εμείς δεν είμαστε λιμάνια ούτε κεριά ούτε πλάτανος,
εμείς είμαστε άνθρωποι, δόξα τω Θεώ,
δόξα τω Θεώ ξέρουμε, τις ελπίδες μας να σμίξουμε στο φάρμακό 
μας.

"Θε να ζήσω πρέπει!"
λέγοντας
θα στηρίξω το πόδι
θ' αντιστέκομαι.

Άρρωστα
αδέρφια μου,
Οι πόνοι, οι αφανισμοί, θα πάψουνε.
Μαλακά, 
χλιαρά
σαν ένα ανοιξιάτικο βράδυ, θα κατέβει
βαριά, ανάμεσα απ' τα πράσινα δέντρα, η καλοπέραση.

(Φραντίσκο Λάζνι 30.6.1954)


Η πιο όμορφη θάλασσα

Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή
που δεν την αρμενίσαμε ακόμα.
Το πιο όμορφο παιδί δε μεγάλωσε ακόμα.

Τις πιο όμορφες μέρες, 
τις πιο όμορφες μέρες μας, δεν τις ζήσαμε ακόμα.
Δεν τις ζήσαμε ακόμα.

Κι ό,τι πιο όμορφο,
Κι ό,τι πιο όμορφο θα `θελα να σου πω,
Δε στο `πα ακόμα, δε στο `πα ακόμα.

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος & Ναζίμ Χικμέτ
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Γράμματα στην αγαπημένη (1983)



Όπως ο Κερέμ

Είναι βαρύς ο αγέρας σαν μολύβι
Φωνάζω, φωνάζω, φωνάζω
Ελάτε γρήγορα σας φωνάζω
Να λειώσουμε το μολύβι

Κάποιος μου λέει
Φωτιά θα πάρεις απ’ την ίδια σου φωνή
Θα γίνεις στάχτη
Στάχτη σαν τον Κερέμ
Που κάηκε απ’ τον έρωτά του

Και εγώ του λέω
Ας καώ, ας γίνω στάχτη σαν τον Κερέμ
Αν δεν καώ εγώ
Αν δεν καείς εσύ
Αν δεν καούμε εμείς
Πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη


Ναζίμ Χικμέτ (απόδοση: Γιάννης Ρίτσος)
Μουσική, ερμηνεία: Μάνος Λοΐζος
Γράμματα στην αγαπημένη (1983)



Αισιόδοξος άνθρωπος

Όταν ήτανε παιδί δεν έκοψε της μύγας το φτερό
τενεκέ δεν έδεσε στης γάτας την ουρά
στα κουτιά των σπίρτων δε φυλάκισε τις κατσαρίδες
των μερμυγκιών τη φωλιά δεν εχάλασε
μεγάλωσε
όλες αυτές τις δουλειές σ' εκείνονε φκιάσανε
όταν απόθανε ήμουνα στο προσκέφαλό του
ένα ποίημα διάβασε είπε
γεια στον ήλιο γεια στο πέλαγο
τα καζάνια του ατόμου για μήνες φκιαστού,
γεια στης ανθρωπιάς το μεγαλείο.

(Μπακού, 6 Δεκέμβρη 1958)


Είμαι αγάπη...

Είμαι κομμουνιστής
Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ως τα νύχια,
αγάπη θα πει βλέπω, σκέφτομαι, κατανοώ,
αγάπη θα πει το παιδί που γεννιέται,
το φως που πλημμυρίζει
αγάπη θα πει να δέσεις μια κούνια στ’ άστρα
αγάπη θα πει να χύνεις τ’ ατσάλι μ’ απέραντο μόχθο
Είμαι κομμουνιστής.
Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ως τα νύχια…

[Από τον επίλογο του μυθιστορήματός του «Οι Ρομαντικοί» (Όμορφη που ‘ναι η ζωή!…)
μτφρ. από τα γαλλικά Κώστας Κοτζιάς, εκδόσεις Θεμέλιο]


Η τελετή της κηδείας μου

Απ’ τη δικιά μας την αυλή θα σηκωθεί η κηδεία μου;
Πώς θα με κατεβάσετε από το τρίτο πάτωμα;
Στο ασανσέρ δε χωράει το φέρετρό μου
κι οι σκάλες είναι στενές.

Ίσως θα είναι στην αυλή ίσαμε το γόνατο ο ήλιος και τα 
περιστέρια,
ίσως θα πέφτει χιόνι και φωνές παιδιών θα ’ναι γιομάτη,
ίσως θα είναι βρεγμένη απ’ τη βροχή η άσφαλτος
και στην αυλή θα στέκονται σαν κάθε μέρα
οι τενεκέδες με τα σκουπίδια.

Στο καμιόνι, με ντόπιο στολίδι κι ανοιχτό
το πρόσωπό μου θα φορτωθώ
και θα μπορεί να στάξει στο μέτωπό μου από τα περιστέρια,
γουρλίδικο θα είναι.
Η μουσική να ’ρθει και να μη ’ρθει δεν έχει σημασία,
θα ’ρθουν κοντά μου τα παιδιά,
είναι μερακλίδικα τα παιδιά με τους νεκρούς.

Από πίσω μου θα κοιτάζει το παράθυρο της κουζίνας,
το μπαλκόνι μου θα με περάσει με τα τσαμασίρια της.
Στην αυλή αυτή εγώ έζησα ευτυχισμένος όσο δεν ξέρετε εσείς.
Σε όλους σας χρόνια πολλά εύχομαι φίλοι μου της αυλής.

(Μόσχα, Απρίλης 1963)


Πηγές 
  • Ναζίμ Χικμέτ, τα έργα του (2 τόμοι), Σύγχρονη Εποχή
  • Ναζίμ Χικμέτ, Οι ρομαντικοί, Θεμέλιο
  • http://www.stixoi.info/

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Ο καλός Δράκος κατεβαίνει μόνο μια φορά..., Νίκος Καββαδίας, Λι


Marion Hänsei, "Between the Devil and the Deep Blue Sea"


Τα μάτια της χόρευαν... τα χέρια της μιλούσαν...

...Έδειχνε ίσαμε οχτώ χρονώ. Το μουτράκι της ήταν άσχημο μα δε χόρταινες να βλέπεις τα μάτια της, που χόρευαν αδιάκοπα.

- Τι θέλεις, ρώτησα.


- Να σε δουλέψω όσο μείνετε, μου απάντησε με χελιδονίσια εγγλέζικα.

- Τι ξέρεις;


- Σάρωμα, σφουγγάρισμα. Μαντάρω και κάλτσες.

Τα χέρια της μιλούσαν. Σου 'δινε να καταλάβεις με χειρονομίες.

- Θα μου δίνεις φαΐ για μένα και τον αδερφό μου. Δεν τρώμε πολύ. Δε θα σου στοιχίσει. [......]



Στάθηκε μπροστά μου πατώντας ανάλαφρα στα δάχτυλα των ποδιών για να δείξει ψηλότερη.

- Λοιπόν θα με πάρεις;

- Ναι. Πώς σε λένε;

Μου 'πε κάτι που θά'ταν αδύνατο να το θυμηθώ και να το ξαναπώ.

- Θα σε λέω Λι, της είπα.

Συμφώνησε.

- Πόσο χρονών είσαι;

Σήκωσε τα δάχτυλα και με μούντζωσε και με τα δέκα δάχτυλα. 
Κατάλαβα. [...]




Πρέπει να το πάω στο σπίτι.....

Μπήκαμε στο Καρρέ. Πήρα ένα αυγό ωμό και της το 'δωσα. Το 'σπασε και το 'δωσε του αδερφού της. Το κατάπιε σα φίδι.

- Φάε ό,τι θέλεις, της είπα.

- Δώσε μου, αποκρίθηκε.

- Διάλεξε μόνη σου.

Δίστασε. Πήρε λίγο απ'όλα και τα τύλιξε σ' ένα χαρτί. Κίνησε να φύγει. Την κάθισα δίπλα μου με το ζόρι. Πήρα ένα μπισκότο και το πλησίασα στο στόμα της. Έσφιξε τα χείλια της.

- Γιατί δεν τρως;


- Πρέπει να το πάω στο σπίτι.

- Φάε αυτό, θα σου δώσω κι άλλο.


- Και το άλλο θα το πάω.

- Ποιος σ' έμαθε έτσι;


- Κανείς.

- Τότε;

Τσιμουδιά. Το πήρε, έκοψε λίγο και το μάσησε ανόρεχτα. Έδωσε το περισσότερο στον αδελφό της που το κατάπιε σα γλάρος. [...]



κι ό,τι δεν ξέρω το μαθαίνω τώρα από σένα....


Το απόγευμα ανέβηκα στον Ασύρματο. Έλαμπε από την πάστρα. Το ίδιο κι η κάμαρά μου. Η μικρή καθόταν σ'ένα πεζούλι, το μωρό κοιμόταν στα γόνατά της. Σηκώθηκε και το 'βαλε στην πλάτη.

- Πολλά βιβλία, είπε, είναι δικά σου;


- Ναι.

- Και τα 'χεις διαβάσει;

- Όλα.


- Θα ξέρεις πολλά.

- Όχι περισσότερα από σένα,
συλλογίστηκα, κι ό,τι δεν ξέρω το μαθαίνω τώρα από σένα, στα σαράντα μου. [...]




... Καθώς μιλούσε την τράβηξα απαλά και θέλησα να την καθήσω στα γόνατά μου. Αρνήθηκε κι έφυγε βιαστικά χωρίς - για πρώτη φορά - να πάρει το μικρό μαζί της. Λυπήθηκα. Φοβήθηκα μήπως τούτο το δεκάχρονο κορίτσι πήρε στραβά το χάδι μου. Δεν πρόλαβα να βγάλω συμπέρασμα. Και ξανάρθε κρατώντας από το χέρι μια δεκαοχτάχρονη πατριώτισσά της.

-  Εγώ είμαι μικρή, μου 'πε σοβαρά. Δεν έχω μάθει ακόμη την τέχνη. Τούτη ξέρει.....

Της εξήγησα. [......] 


Θα με θυμάσαι όταν φύγω; 

Το βράδυ όταν ετοιμάστηκε να φύγει τη ρώτησα αν θα 'θελε την άλλη μέρα να 'ρθει  μαζί μου να σεργιανίσουμε την πολιτεία.

Άνοιξε τα ματάκια της όσο δυνόταν.

- Αλήθεια μου λες; 

Της ορκίστηκα κάνοντας τα δικά μου δάχτυλα παγόδα. Το πίστεψε. [.......]

Είμαι ένας ατζαμής - ο μεγαλύτερος που ξέρω - στις κρίσιμες ώρες. Λέω κάτι κουβέντες, που δεν έχουν καμιά θέση κείνη την ώρα και που τις θυμούνται οι άλλοι και περισσότερο απ' όλους εγώ όταν έρχονται στο νου μου, την ώρα που πάω να κοιμηθώ, και με βασανίζουν. Είναι κάτι παγίδες που στήνω σ' εμένα τον ίδιο.


- Θα με θυμάσαι όταν φύγω; τη ρώτησα. Θα με θυμάσαι;

Δεν αποκρίθηκε. Γιατί το 'πα; Για να μου απαντήσει μ' ευχαριστίες; Να μου δείξει τι μου χρωστούσε; Ποιος δαίμονας ξέρει; Και με γαργαλάει με την ουρά του, καταστρέφει την ευτυχισμένη στιγμή και κάνει τους άλλους να τραβιούνται από μένα. [...]




Έχεις βυζάξει γάλα δικό μας. Γι' αυτό δε γελάς...

Πήγαμε στο Carousel και κει είδα να βρίσκει μέσα της το παιδί. Γελούσε, ξεφώνιζε σα σφιγγόταν απάνω μου όταν το βαγονέτο έπεφτε κάθετα και ξανανέβαινε. Από κει δεν ήθελε να ξεκολλήσει. Ακόμη λίγο, μου 'λεγε, άλλη μια φορά. Φαινόταν να 'χε ξεχάσει το Σαμπάν. Έτσι νόμιζα.

— Να είχα μαζί μου το αδερφάκι μου, είπε ξαφνικά.

— Το μωρό;

— Ναι. Να το 'χα τώρα.

— Δε θα καταλάβαινε.

— Όμως θα το φέρω κάποτε. Πάμε τώρα. Θέλω να του πάρω ένα μύλο, από αυτούς που τους κινά ο άνεμος. Με δικά μου λεφτά.

Ήμουνα κείνη την ώρα μονάχος στα χέρια της. Κρατιόμουνα να μην κλάψω. Αυτή με προστάτευε. Ακούσαμε γέλια. Δυνατά. Σα να γελούσε ένας λαός. Σηκώσαμε τα μάτια μας κι είδαμε ψηλά κρεμασμένες σε κοντάρια κινέζικες χάρτινες μάσκες πού γελούσανε, στριφογύριζαν τα μάτια, άνοιγαν διάπλατα το στόμα. Γελούσε κι η Λι. Γύρισε και μ' είδε.

— Γιατί δε γελάς; Δε σ' έχω δει να γελάς.

— Μα βέβαια γελάω, αποκρίθηκα, δε βλέπεις;

— Οι μόνοι Κινέζοι που 'δα να γελάνε δυνατά, είπε, είναι τούτοι εδώ. Οι ψεύτικοι. Εμείς γελάμε με τα μάτια, τα χείλια, τ' αυτιά. Είχες παραμάνα Κινέζα;

— Δε θυμάμαι, καθόλου. Δεν έχω ακούσει κάτι τέτοιο.

—Εγώ ξέρω. Έχεις βυζάξει γάλα δικό μας. Γι' αυτό δε γελάς! Έγνεψα με το κεφάλι.



Ο καλός Δράκος κατεβαίνει μονάχα μια φορά. .... Εγώ τον είδα.

Το ΜΕΣΗΜΕΡΙ, όταν ήρθε το όρντινο — θα φεύγαμε την άλλη μέρα με το Asia του Triestino— της το 'πα. Δεν έδειξε καμιά ταραχή. Ετοιμάσαμε μαζί τις βαλίτσες μου. Της χάρισα την κουβέρτα μου, το μαξιλάρι, το στρώμα και δυο σεντόνια ιρλαντέζικα. Με φώναξε ο καμαρώτος και κατέβηκα στην καμπίνα του Καπετάνιου.Ο Καπετά Χαράλαμπος είχε πάρει το σοβαρό του ύφος. Έβαλε το χέρι στον ώμο μου.

- Πάρε όσα αυγά περίσσεψαν, είπε, και μια ντουζίνα κονσέρβες σολομό. Δώσε τα στην ψυχοκόρη σου να μην πάνε χαμένα. Κάθε πρωί ερχόταν και μου γέμιζε το θερμός νερό.
Της το 'πα.

- Τώρα είμαι πλούσια, είπε. Καμιά σ' όλα τα Σαμπάν δεν έχει το βιος μου.

Κατέβασε το κεφάλι της.

- Το ευχαριστώ είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δυο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου δε χωράει πληρωμή.


- Θα ξαναγυρίσω, της είπα.

- Κανείς δεν ξαναγυρίζει. Ο καλός Δράκος κατεβαίνει στα σπίτια μας μονάχα μια φορά. Πολλοί δεν τον έχουν ούτε συναντήσει. Εγώ τον είδα.

- Τότε γιατί δεν τον δένεις με σκοινί της Μανίλλα, να μη σου φύγει.


- Όσοι τον αγγίσανε μίκρυνε. Έγινε ένα σκουλήκι ίσαμε το νύχι μου. Σκλαβωμένος δε μπορεί πια να κάνει καλό.


- Πώς είναι;

- ... είναι κεντημένος με χρυσές κλωστές σε μεταξωτό του Σαντούνγκ.

- Και πώς βοηθάει;

- Δε βοηθάει. Προλαβαίνει. Όταν κάποιος πέσει στο ποτάμι, κανείς δικός του δεν τον βοηθάει. Δεν πρέπει. Το σωστό είναι να τον προλαβαίνουν πριν πέσει.


Είναι νάνος, σκέφτηκα. Δεν είναι φυσικό να μιλάει έτσι.

- Την αλήθεια, πες μου την αλήθεια, της είπα. Πόσο χρονών είσαι;

- Όσο και προχτές που με ρώτησες. Δέκα. Μα γιατί ρωτάς; 


Έφυγε τα μεσάνυχτα. Περίμενα πολλήν ώρα πως θα γυρίσει να με χαιρετήσει. Δε φάνηκε.


..αντικείμενο άνευ αξίας...


Στο τελωνείο του Πειραιά, ένας ελεγκτής, ψάχνοντας τις αποσκευές μου, βρήκε στον πάτο ενός σάκου που δεν είχε ανοίξει από την ημέρα που αφήσαμε το καράβι ένα μικρό δέμα από στρατσόχαρτο. Το άνοιξε. Ξετύλιξε με προσοχή μια μικρή παλιά παντιέρα που 'χε στο μάκρος της ένα Δράκοντα κεντημένο με χρυσοκλωνιά ξεφτισμένη.

Τη χαρακτήρισε "αντικείμενο άνευ αξίας" και την ξανάβαλε στη θέση της.


25.12.68

Νίκος Καββαδίας, Λι, εκδόσεις Άγρα


"Between the Devil and the Deep Blue Sea" (ολλανδο-αγγλική ταινία, 1995), της Marion Hänsel  εμπνευσμένη από τη νουβέλα του Νίκου Καββαδία "Λι".  Πρωταγωνιστές ο Stephen Rea (στο ρόλο του ασυρματιστή Νίκου) και η Ling Chu (στον ρόλο της νεαρής κινέζας Λι)