Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

«Κάθε σελίδα πληρωμένη μ' ένα εφιαλτικό όνειρο…. ο Δεκέμβρης του ’44», Άλκη Ζέη

Η επίθεση στη διαδήλωση της Κυριακής της 3ης του Δεκέμβρη, έγινε με εντολή της κυβέρνησης του Παπανδρέου και του αρχηγού της Ελληνικής αστυνομίας, Άγγελου Έβερτ. 54 νεκροί και 70 τραυματίες τα θύματα της. 
 (Σπύρος Λιναρδάτος: Πολιτική και Πολιτικοί)


Είχε ξεκινήσει μια μεγάλη διαδήλωση. Οι οπαδοί του ΕΑΜ διαμαρτύρονταν για τον αφοπλισμό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. (Dmitri Kessel)

Ο ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη..... 


Ο ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη. 
Κι ο ένας Δεκέμβρης χειρότερος απ' τον άλλο.

Τον ένα χρόνο η Πάργα τον άλλο οι Συρακούσες·
κόκαλα των προγόνων ξεχωσμένα, λατομεία
γεμάτα ανθρώπους εξαντλημένους, σακάτηδες, χωρίς πνοή

και το αίμα αγορασμένο και το αίμα πουλημένο
και το αίμα μοιρασμένο σαν τα παιδιά του Οιδίποδα
και τα παιδιά του Οιδίποδα νεκρά.
Αδειανοί δρόμοι, βλογιοκομμένα πρόσωπα σπιτιών
εικονολάτρες και εικονομάχοι σφάζουνταν όλη νύχτα.

Παραθυρόφυλλα μανταλωμένα. Στην κάμαρα
το λίγο φως χώνουνταν στις γωνιές
σαν το τυφλό περιστέρι.... 

Γιώργος Σεφέρης, Τυφλός, 
 [Α΄. Από τις «Μέρες του 1945 – 1951»] 
[ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄]

Η αστυνομία είχε διαταχθεί να σταματήσει τη διαδήλωση και είχε σχηματίσει ένα κλοιό στο δρόμο. (Dmitri Kessel)


Ο Δεκέμβρης του '44.......να μην είχε υπάρξει στη ζωή μου...

Αν με ρωτούσαν τι θα 'θελα να έχει εξαφανιστεί από τη ζωή μου, από τα τόσα που πέρασα, και δεν ήτανε και λίγα, θ' απαντούσα αμέσως χωρίς καν να σκεφτώ: Ο Δεκέμβρης του '44. Θα ήθελα να μην είχε υπάρξει στη ζωή μου. Να μην είχε υπάρξει στην Ιστορία.

Και τώρα που γράφω γι' αυτόν, δεν ψάχνω να βρω τις αιτίες, δεν με νοιάζουν πια. Ξέρω πως κάθε μου σελίδα θα την πληρώσω μ' ένα εφιαλτικό όνειρο. Ύστερα από τόσα χρόνια... εδώ στις Βρυξέλλες... περιτριγυρισμένη από παιδιά και εγγόνια, στο μεγάλο μου δωμάτιο με τα ψηλά ταβάνια και παράθυρα που φτάνουν ως πάνω, ζέστη μέσα, έξω κρύο, ο ήλιος όμως λάμπει και κάνει σαν καθρέφτες τα τζάμια των απέναντι σπιτιών. Μια σειρά σπίτια χτισμένα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όπου οι στέγες τους δεν ξεπερνούν η μια την άλλη. Όλες με κεραμίδια, άλλα βυσιννιά, άλλα μαύρα κι άλλα κεραμιδί χρώμα. Μικροί κήποι με τους φράχτες τους ασπασμένους με καταπράσινα φυτά - χειμωνιάτικα. Αυτοκίνητα αραιά και συμμετρικά παρκαρισμένα. Κάθε τόσο περνάει κανένα αθόρυβα από τον δρόμο και πού και πού βγάζει κανείς βόλτα τον σκύλο του.

Κι εγώ τώρα θα συνεχίσω να γράφω στον υπολογιστή για τον Δεκέμβρη που θέλω να σβήσω από τη μνήμη μου. Θα γράφω σκηνές σαν να είναι κινηματογραφική ταινία. Γιατί ο φακός της μνήμης μου τις κατέγραψε και βγαίνουν τώρα σαν τα αρχεία της ΕΡΤ, για να έρχονται μπροστά σου όσο και να θέλεις να τις ξεχάσεις.



Ένα τεράστιο πλήθος γέμιζε το δρόμο μπροστά από τον αστυνομικό κλοιό. (Dmitri Kessel)


«Χτυπάνε»

Η Διδώ κι εγώ στην πλατεία Συντάγματος. Δεν θυμάμαι πώς βρέθηκα μαζί της. Ο Γιώργος θα πήγαινε με τους ηθοποιούς του. Γιατί δεν πήγα κι εγώ μαζί; Άγνωστο.

Κρατιόμαστε χέρι χέρι με τη Διδώ μην χαθούμε. Λαοθάλασσα. Ανεβαίνουμε τα σκαλιά της πλατείας ακριβώς απέναντι από τον Άγνωστο Στρατιώτη. Τραγουδάμε. Η Διδώ με τη φωνή πριμαντόνας κι εγώ παράφωνα. «Λαοκρατία κι όχι βασιλιά...».

Ξαφνικά η Διδώ ξεφωνίζει: «Χτυπάνε». Μου δίνει μια σπρωξιά, πέφτουμε αριστερά, ανάμεσα σε κάτι αγκαθωτούς θάμνους. Η Διδώ δεν προσπαθεί να σηκωθεί. Μένουμε εκεί χάμω στ' αγκάθια. «Χτυπάνε από τη στέγη του παλατιού τον κόσμο» μουρμουρίζει εκείνη.

Ακούγονται φωνές, πολυβολισμοί, μα πάλι τραγούδι: «Το 'χουμε βάλει βαθιά μες στην καρδιά μας, λαοκρατία και όχι βασιλιά...».

Τραγούδι, πυροβολισμοί, πολλοί τώρα, κι ο κόσμος τρέχει, πέφτει μπρούμυτα...


«Πυροβολούν άοπλους»… Μερικά σώματα έμεναν ακίνητα στο δρόμο. (Dmitri Kessel)


Τι θα γίνει να ρωτάς.....


Βρεθήκαμε
 στο σπίτι. Δεν ανεβαίνουμε απάνω, καθόμαστε στα σκαλιά. Αμίλητες. Γρατζουνισμένες. Η Διδώ μου βγάζει τ' αγκάθια από τα μαλλιά κι εγώ από το παλτό της.

Ευπρεπιζόμαστε. Να μας δει ο μπαμπάς!

- Πάλι καλά που ματώσαμε από αγκάθια, λέει η Διδώ. Μπορούσανε να 'τανε και σφαίρες.

- Θείτσα, τι έγινε;

- Τι θα γίνει να ρωτάς, λέει κι αγκαλιαζόμαστε. Ένα αγκάθι μ' έχει τρυπήσει για τα καλά, το νιώθω στη χούφτα μου.

Εκείνη λέει ν' ανέβουμε στο σπίτι. Εγώ θέλω να πάω στο σπίτι του Γιώργου, να δω αν γύρισε. Δεν μ' αφήνει. «Θα 'ρθει εκείνος, σίγουρα». Ανεβαίνουμε. Η μαμά κι ο θείος Πλάτων στέκονται στην πόρτα. Μας ακούσανε κι απορούσαν τι κάνουμε τόση ώρα στις σκάλες. «Να φτιαχτούμε λίγο... φαίνεται, έχουμε το χάλι μας... μην μας δει έτσι ο μπαμπάς... πού πήγαμε; Στη Δέσποινα και τον Μπάστα. Είχε κάτι ξεχάσει η Διδώ σπίτι τους και πήγα μαζί της».

Η Διδώ νευρίασε.

- Εδώ σκοτώνουνε και...

Ο θείος Πλάτων κι η Διδώ αποφάσισαν να μείνουν σπίτι μας. Μετά, βγήκαν τα χωνιά το βράδυ κι έλεγαν: «Αύριο όλοι στην κηδεία των θυμάτων, μην λείψει κανείς». Βγήκε κι ο Θανασάκης μ' ένα χωνί. Είχε ψηλώσει, δεκατεσσάρων χρονών, η φωνή του δεν είναι πια παιδική, λίγο παράτονη ακούγεται μέσα από το χωνί.

«Όλοι αύριο στην...»
Βγήκε στο μπαλκόνι της η κυρία Μιράντα με τη ρόμπα της:

- Σκάσε, παλιόπαιδο. Θέλουμε να κοιμηθούμε.

Η κυρία Μιράντα... που έκανε καιρό να μιλήσει στη μαμά στον ενικό... που δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή της κι όλο έλεγε «με συγχωρείτε», ενώ δεν είχε φταίξει σε τίποτα.

Ο Γιώργος πέρασε πολύ αργά. Ήταν καλά κι εμείς το ίδιο κι αυτό έφτανε. Αύριο όμως θα πηγαίναμε μαζί. Θα ερχότανε πρωί πρωί να με πάρει. Είδε τη Λενούλα με τα μάτια πρησμένα και τρόμαξε. Με ρώτησε τι έχει.

- Ο μπαμπάς, λέω, δεν την άφησε να βγει και θα την περίμενε ο Γκάτσος.

Ένα πανό που βρισκόταν στην κορυφή της πομπής, έγραφε: «όταν ο λαός είναι αντιμέτωπος με τον κίνδυνο της τυραννίας πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στις αλυσίδες και τα όπλα». Ήταν πιτσιλισμένο με αίμα. (Dmitri Kessel)


Κι άρχισε ο Δεκέμβρης....

Από την Ομόνοια ως το Σύνταγμα ένας κόσμος γονατισμένος να τραγουδάει το «Επέσατε θύματα...». 

Κι άρχισε ο Δεκέμβρης. Τριάντα τρεις μέρες...

Νιώθω σαν να είμαι οπερατέρ και γυρίζω καρέ - καρέ τις σκηνές φρίκης.

Ανεβαίνουμε με τον Άδωνη Κύρου τη Λήμνου. Πάμε στην πλατεία Κυψέλης που έχει μια συγκέντρωση της ΕΠΟΝ. Έχουμε αργήσει γιατί πονούσε το πόδι του που είχε τραυματιστεί στην Κατοχή. Πάει σιγά σιγά κουτσαίνοντας. 

Ξάφνου, στη μέση της Λήμνου, ακούμε έναν τρομαχτικό θόρυβο, σαν να έπεσε βόμβα. Κοιταζόμαστε. Κραυγές κι ύστερα τρέχει κατεβαίνοντας τον δρόμο κόσμος τρομαγμένος, φωνάζοντας: «Μας σκοτώνουν». Τους πιο πολλούς τους ξέρουμε. Βλέπω τη φίλη μου την Αθηνά που τρέχει αλαφιασμένη. Τη σταματάω. Φοράει ένα χοντρό σκούρο πράσινο παλτό. Στην πλάτη της είναι καρφωμένο ένα κομμάτι σίδερο. Μιλάει μπερδεμένα. Κάνω να της βγάλω το σίδερο. «Μηηη» μου αρπάζει κάποιος το χέρι, «είναι πληγωμένη, μην τραβήξεις το σίδερο».

Η Αθηνά δεν το ξέρει πως είναι πληγωμένη. Σαν να παραμιλάει.

- Μας χτύπησαν... οι Άγγλοι άκουσαν τα χωνιά που φώναζαν πού θα μαζευτούμε... πέταξαν όλμο... στη μέση... πάνω στη στέγη... η Ζωρζ...

- Τι η Ζωρζ; Την ταρακουνάω.

- Το χέρι της, το πόδι της, κρεμότανε...

- Ζει; ξεφωνίζω.

- Φώναζε, ούρλιαζε.

Η Αθηνά τρέμει σύγκορμη. Ο Άδωνης τη συγκρατεί. Ξέχασε το πόδι του. Έρχεται κι ένα άλλο γνωστό παιδί. Θα την πάνε σπίτι της. Μένει κοντά.

Εγώ τρέχω να πάω στο σχολείο. Από την αντίθετη μεριά τρέχουν άλλοι, πέφτουν απάνω μου.

- Η Ζωρζ; τους ρωτάω.

Δεν ξέρουν, με προσπερνάνε.

Στο σχολείο, στην αυλή. Μπροστά μπροστά κάτω ξαπλωμένη η Αλίκη γεμάτη αίματα, το πόδι της κρέμεται, το κρατάει με τα δυο της χέρια. Ουρλιάζει. Στην αυλή κεραμίδια, σίδερα, άνθρωποι, όλα ανάκατα. Μέσα από το μισογκρεμισμένο κτίριο δυο νεαροί κρατάνε μια κοπέλα, άλλος από τους ώμους, άλλος από τα πόδια. Την έχουν σκεπάσει με ένα παλτό. Μέσα στα αίματα, το γνώρισα το παλτό της Ζωρζ. Βογκάει. Τα μάτια της διάπλατα. Δεν με βλέπει.

- Ήρθε γιατρός, φωνάζει κάποιος. Ποιος ξέρει αγγλικά;

- Γιατί αγγλικά; Πάω κοντά της. Ζουμ.

Ο φακός απάνω της.

- Ησύχασε, της λέει αυτός που ήξερε αγγλικά, βρέθηκε γιατρός, είναι Αμερικανός!

Ο γιατρός σκύβει από πάνω της και τότε εκείνη με το χέρι που δεν είχε πληγωθεί αρχίζει να τον χτυπάει και να φωνάζει: «Στάλιν... Στάλιν». Την κρατάνε δύο, της ξεσκεπάζουν το πόδι και το χέρι. Μέσα στα αίματα. Θαρρείς, κρέμονται.

Ύστερα δεν ξέρω, είχα λιποθυμήσει. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, είδα από πάνω μου τον Γιάννη, τον αδελφό του Γιώργου, με την άσπρη μπλούζα του• νόμιζα πως ονειρεύομαι. Φορούσε ένα περιβραχιόνιο κι έγραφε κάτι με κόκκινα γράμματα. Η αυλή έχει αδειάσει. Μόνο αίματα παντού και πέτρες και ξύλα.

- Η Ζωρζ, ξεφωνίζω τώρα.

Ο Γιάννης με παίρνει αγκαλιά.

- Την πήραν. Έλα, θα σε πάω σπίτι.

- Όχι, σε παρακαλώ, πάμε να τη βρούμε.

- Δεν ξέρω πού την πήγαν. Θα μάθω, σου δίνω τον λόγο μου.

«Στάλιν... Στάλιν...» ξεφώνιζε και μου έρχεται η στριγκλιά της στ' αυτιά μου. «Στάλιν...» και χτύπαγε τον αμερικανό γιατρό με το γερό της χέρι.

Σαν τατουάζ έχει κολλήσει αυτή η σκηνή απάνω μου για πάντα.


Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδόσεις Μεταίχμιο ( σελ. 328-334)


.. άφηναν πρόχειρους ξύλινους σταυρούς στα σημεία που είχε χυθεί το αίμα των θυμάτων. (Dmitri Kessel)


Τότε που πολλά όνειρα έγιναν εφιάλτες....

Οι φωτογραφίες ανήκουν στον Ουκρανό φωτογράφο Dmitri Kessel, που, ως πολεμικός ανταποκριτής για το περιοδικὸ Life, αποβιβάστηκε τον Οκτώβριο του 1944 στον Πειραιά, μαζί με τα Βρετανικά στρατεύματα.

Οι φωτογραφίες που μας έδωσε από την Ελλάδα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου Σπαραγμού ξαφνιάζουν με τη διεισδυτικότητά τους και την απλότητα που καταγράφουν μαινόμενες στιγμές της Ιστορίας μας. 

Ο Kessel ήταν παντού και κατέγραφε… Τον πόνο, τον θυμό, την αγωνία, την ταπείνωση, την περηφάνια, τον αγώνα και το πάθος ενός αγωνιζόμενου λαού…

Όταν ρωτήθηκε γιατί έβαλε τη ζωή του σε κίνδυνο κατά τη φωτογράφηση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, απάντησε πολύ απλά ότι "somebody had to".



Γράφει ο Πέτρος Γαϊτάνος, το Νοέμβρη του 1994, στην εισαγωγή του Λευκώματος "DMITRI KESSEL, ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ '44", Εκδόσεις ΑΜΜΟΣ 

Οι φωτογραφίες που ο Dmitri Kessel έβγαλε στην Ελλάδα του 1944 έμειναν περισσότερο ανέκδοτες και παρουσιάστηκαν τον Αύγουστο του 1994, πενήντα χρόνια μετά, όταν ένας άλλος μεγάλος φωτογράφος του αιώνα μας, ο Ντέηβιντ Ντάνκαν, έφερε στην Αθήνα αυτό το πολύτιμο υλικό και μας το έδωσε λέγοντας.
«Ο Ντμίτρ Κέσελ ήταν εδώ, κάτω από την Ακρόπολη, στις 3 Δεκεμβρίου 1944. Τότε που πολλά όνειρα έγιναν εφιάλτες και ο ηρωισμός, η αγωνία και το πάθος μάτωσαν αυτή την όμορφη χώρα. Σας στέλνει, μέσα απ’ την καρδιά του, όσα θραύσματα μάζεψε από εκείνα τα γεγονότα. Τη δική του φωτογραφική μαρτυρία».





Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Επιστροφές νοερές στα χρόνια της νεότητας, Ιάκωβος Καμπανέλλης


Αναμνήσεις και καταγωγές θεραπευτικές

Δεν ξέρω αν καταφέρω να διατυπώσω αυτό που θέλω να πω και που είναι η σκέψη, η αυτάρεσκη, έστω φαντασιοπληξία, ότι ψυχικά συγκατοικούμε με τους προγόνους μας. Ότι είμαστε φυσικά «γέννημα» των γονιών μας, «θρέμμα» του τρόπου ζωής της κοινωνίας που ζούμε, της εικόνας του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά, και μιας μνήμης χωρίς λήθη, που μας τη μετέδωσαν τα φυλετικά μας γονίδια φέρνοντάς την, ας πούμε, από τα χρόνια που ο Κούρος στο Φλεριό έσπασε το πόδι του πριν φτάσει στον προορισμό του.


Ο Κούρος στο Φλεριό των Μελάνων, Νάξος

Όταν ένας άνθρωπος χάνει τη μνήμη του, όταν παθαίνει αμνησία, θεωρείται και είναι ψυχοπαθής. Τα συμπτώματα είναι κρίσεις μελαγχολίας κι ένα οδυνηρό αίσθημα μοναξιάς. 

Όταν ένας τόπος αρνείται τις μνήμες του, κατασκευάζει την αμνησία του με το να αφαλοκόβεται από το παρελθόν και τις παραδόσεις του, είναι ένας υποψήφιος ψυχοπαθής. 

Ούτε μεμονωμένα κάποιο άτομο, ούτε ένας τόπος μπορούν να ζήσουν χωρίς αναμνήσεις, χωρίς καταγωγές, χωρίς νοερές επιστροφές σε πρόσωπα και γεγονότα της περασμένης ζωής. Αυτή την ανάγκη την είχε πάντα ο άνθρωπος.

Όλοι μας σε κάποιες δύσκολες ώρες έχουμε καταφύγει στις αναμνήσεις μας, κι αυτές συχνά μας έχουν σώσει από άλλες καταφυγές! Ίσως επικίνδυνες. Έχουν ευτυχώς αυτή τη θεραπευτική ιδιότητα οι αναμνήσεις, γιατί τι άλλο είναι από γεγονότα της καταγωγής μας, μυθοποιημένα μάλιστα από τις ενστικτώδεις λειτουργίες του χαρακτήρα μας.

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Από σκηνής και από πλατείας Εκδόσεις Καστανιώτη 1990


Παρηγορητικοί οικογενειακοί μύθοι...

.. Αναφέρομαι κυρίως στις πρώτες δεκαετίες της ζωής μου και σε γεγονότα που διαμόρφωσαν το χαρακτήρα μου, τον τρόπο σκέψης μου και δρομολόγησαν τις πιο σημαντικές αποφάσεις μου.

Γεννήθηκα στη Νάξο το Δεκέμβρη του 1921. Από το σόι του πατέρα μου τόπος καταγωγής μου είναι η Χίος και από το σόι της μητέρας μου η Κωνσταντινούπολη.

Ωστόσο ο τόπος που εγώ γεννήθηκα είναι η Χώρα της Νάξου, όπου κατέφυγε έναν αιώνα πριν από τη δική μου γέννηση ο προπάππους μου. Είχε έρθει στη Νάξο μ' ένα καΐκι που μετέφερε πρόσφυγες από τη Χίο τις ημέρες της μεγάλης σφαγής που διέπραξαν οι Τούρκοι το 1822. Ήταν ο μόνος που γλίτωσε από μια πολυμελή οικογένεια ψαράδων, και τη σωτηρία του συνόδευε ο μύθος πως μια μαυροφόρα γυναίκα -υπονοούσαν φυσικά την Παναγία- τον έκρυψε σε μια σπηλιά και ύστερα φρόντισε να τον παραλάβει ένα καΐκι που ξέφευγε προς τις Κυκλάδες.

Αναφέρω αυτόν τον «οικογενειακό μύθο» γιατί πιστεύω πως συντέλεσε στην ψυχοσύνθεση, τον τρόπο σκέψης, τη συμπεριφορά κάποιων απογόνων του μικρού χιώτη πρόσφυγα - και νομίζω κι εμένα. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι βασικοί χαρακτήρες σε έργα, όπως ο Κυρ Ιορδάνης και η Αστά στην "Αυλή των θαυμάτων", ή η Γυναίκα στο μεγάλο μονόπρακτο "Η Γυναίκα και το Λάθος" είναι πρόσφυγες από την Ιωνία με μια μυθοπλαστική φαντασία στις δύσκολες ώρες της ζωής τους.

Στη Νάξο του 1822 ο μικρός πρόσφυγας παρουσιάστηκε στη Μητρόπολη για περίθαλψη και έδωσε το όνομα Φώτης Θαλασσινός και Καμπανέλλης.


Ιάκωβος Ψαρράς (Ιορδάνης), Μαργαρίτα Λαμπρινού (Αστά).
Η αυλή των θαυμάτων (1983) Εθνικό Θέατρο: Νέα Σκηνή
Σκηνοθεσία: Κώστας Μπάκας

Παιχνίδια που δεν τελείωναν στο φτιάξιμό τους.....

Όταν γεννήθηκα εγώ, στις 2 Δεκεμβρίου του 1921, ο πατέρας μου Στέφανος Καμπανέλλης και η μητέρα μου Αικατερίνη, το γένος Λάσκαρη, είχαν ήδη πέντε παιδιά, και μετά από μένα γέννησαν άλλα τρία.

Το μέρος όπου μεγάλωσα, η Χώρα της Νάξου, είναι παραθαλάσσιο. Επειδή τότε δεν είχαμε ούτε καν μία μπάλα για ποδόσφαιρο, τα παιχνίδια μας ήταν πάντα με τη Φύση και πάντα τα φτιάχναμε μόνοι μας. Πηγαίναμε σε μια ακρογιαλιά – Ορώντα έλεγαν το μέρος. Ήταν η «αποθήκη» των υλικών μας εκεί. Χρησιμοποιούσαμε τα ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα. Παίρναμε ένα κομμάτι σανίδι, το κόβαμε λίγο, το διορθώναμε. Ένα κομμάτι από τενεκεδοκούτι έμπαινε στην πρύμνη, για τιμόνι. Πανιά ήταν τα φτερά από τα κοράκια συνήθως, άλλες φορές από γλάρους. Έτοιμο το καραβάκι μας. Το ρίχναμε στη θάλασσα και, ανάλογα με τον καιρό, πιστεύαμε ότι το έβρισκαν παιδιά από τη Μύκονο ή την Πάρο απέναντι. Αυτή είναι μια εικόνα που μου έρχεται πάντα στο μυαλό.



Όπως και ένα άλλο παιχνίδι που κάναμε: πηγαίναμε σε ένα λόφο κοντά στη θάλασσα που ανέφερα πριν και σκάβαμε αυλάκια – κάτι λαγούμια, στενά μεν, αλλά με μεγάλο μήκος. Στη συνέχεια, τα σκεπάζαμε από πάνω με χώμα, φύλλα ή ό,τι άλλο βρίσκαμε. Ήταν για να κυκλοφορούν το χειμώνα, οι σαύρες και τα μυρμήγκια, χωρίς να βρέχονται. Αισθανόμασταν ότι κάνουμε κάτι σημαντικό έτσι – δεν ήταν μόνο για να περάσει η ώρα...

Τα συγκεκριμένα παιχνίδια δίνουν μια προέκταση σ' αυτό που γίνεται: το καραβάκι που δεν πλέει απλώς αλλά που το βλέπαμε να φεύγει, να πηγαίνει κάπου, που πιθανόν είχε κάποιον παραλήπτη. Ή τα αυλάκια για τα μυρμήγκια και τις σαύρες είχαν μια συνέχεια, μια χρήση. Ήταν, δηλαδή, παιχνίδια που δεν τελείωναν στο φτιάξιμό τους. 


«Εσύ θα γίνεις συγγραφέας»

Ήμουν στην τρίτη δημοτικού. Αγαπούσα πολύ τον δάσκαλό μου. Ηταν ένας ψηλός και εύρωστος άνδρας, ο οποίος όμως, είτε σου έλεγε μια καλή κουβέντα είτε σε μάλωνε, είχε τον ίδιο βαρύ τόνο στη φωνή του. Κι αν δεν καταλάβαινες ακριβώς τις λέξεις που χρησιμοποιούσε, παιδευόσουνα να δεις αν σε έχει επαινέσει ή αν σε έχει επιπλήξει. 

Έχοντας διακρίνει στις εκθέσεις μου κάποια πράγματα που του άρεσαν, μου είπε με τον κατηγορηματικό τρόπο που περιέγραψα:«Εσύ θα γίνεις συγγραφέας»
Εγώ δεν ήξερα τι σημαίνει αυτή η λέξη. Το μυαλό μου πήγε στο ότι θα γίνω «αχθοφόρος» ή «σκουπιδιάρης». Λέω «κάτι κακό» θα είναι κι έβαλα τα κλάματα...

Robert Doisneau

"..η μαγεία του διαβάσματος μου απεκαλύφθη χάρη σ' αυτό το δώρο την κατάλληλη ώρα."

Εκείνον τον καιρό ο πατέρας μου με άδεια ασκήσεως εμπειρικού φαρμακοποιού εργαζόταν σαν φαρμακοποιός και είχε κάποια οικονομική άνεση. Γι'αυτό και τα μεγαλύτερα από τ' αδέλφια μου μπόρεσαν να τελειώσουν το γυμνάσιο.

Το 1930 όμως ο πατέρας μου υποχρεώθηκε να παραδώσει το φαρμακείο που νοίκιαζε, έμεινε ουσιαστικά άνεργος και, μετά από μάταιες προσπάθειες να μας συντηρήσει κάνοντας άλλες δουλειές, αποφάσισε να μετακινηθούμε στην Αθήνα. Οι συνθήκες αυτής της μετακίνησης ήταν τόσο κακές, που μας έκαναν να νιώθουμε όπως οι μικρασιάτες πρόσφυγες που αποτελούσαν την αξιολύπητη φτωχολογιά στη Νάξο.

Ήμουν δεκατριών χρονών, είχα τελειώσει την Α' Γυμνασίου κι ήμουν ιδιαίτερα καλός στην Έκθεση, γενικά στα Ελληνικά, στην Ιστορία και τη Γεωγραφία. Αλλά στις προσωπικές μου «αποσκευές», φεύγοντας από τη Νάξο, κουβαλούσα κάποια σημαδιακά αποκτήματα και βιώματα. Δυο χρόνια πριν, κάποιο πλουσιόπαιδο από την Αθήνα που παραθέριζε με την οικογένειά του στη  Νάξο μού είχε χαρίσει έναν τόμο της Διάπλασης των Παίδων, το "Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα" του Ιουλίου Βερν και το "Παραμύθι χωρίς όνομα" της Πηνελόπης Δέλτα. Νομίζω πως, εκείνον τον καιρό, δεν αποκλείεται να ήμουν σε ολόκληρο το νησί το μοναδικό παιδί με εξωσχολικά βιβλία.

Πάντως  Το βιβλίο που ιδιαίτερα με συνεπήρε ήταν το "Παραμύθι" της Δέλτα. Ένα χρόνο μετά, ένας θίασος που πέρασε από το νησί έδωσε παραστάσεις με πατριωτικά και κωμικά σκετς. Ήταν η πρώτη φορά που εγώ και τα συνομήλικά μου παιδιά είδαμε θέατρο. Το εντάξαμε στα παιχνίδια μας αποστηθίζοντας διαλόγους και αφηγήσεις από το "Παραμύθι", παίζοντας το θάνατο του Πολύδωρου μέσα σε μια παλιά άχρηστη βάρκα τραβηγμένη στο γιαλό.


Το Παραμύθι χωρίς όνομα (1959) 
Θίασος Βασίλη Διαμαντόπουλου, Μαρίας Αλκαίου - Νέο Θέατρο 
Σκηνοθεσία: Βασ. Διαμαντόπουλος, Σκηνικά - Κοστούμια: Γιώργος Βακαλό, 
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Να μη χωράς στον εαυτό σου...

Σ
την Αθήνα η ζωή ήταν δύσκολη για την οικογένειά μας με συνέπεια να πρέπει κι εγώ να δουλέψω και να πηγαίνω σχολείο τη νύχτα. Η σκέψη να μάθω μια τέχνη φαίνεται πως ώθησε τον πατέρα μου να με γράψει στη νυχτερινή Βιοτεχνική Σχολή - ήταν παράρτημα της Σιβιτανιδείου Σχολής στην Αθήνα - για να σπουδάσω Τεχνικό Σχέδιο. Όταν τελείωσα αυτή τη σπουδή, που πρέπει να ομολογήσω ότι καθόλου δεν μ’ ενδιέφερε, έπιασα δουλειά σε μια τεχνική εταιρία. 

Αν έχουν κάποια σημασία οι παραπάνω λεπτομέρειες στο βιογραφικό ενός συγγραφέα, αυτή έγκειται στο ότι πέρασα την εφηβεία και τη νιότη μου με μια διαρκή τάση φυγής - και θα πρόσθετα και μελαγχολίας: μια ψυχική κατάσταση που επίσης μεταφυτεύτηκε σαν γνώρισμα σε βασικούς χαρακτήρες έργων μου, όπως ο Αλέξης στην "Έβδομη ημέρα της Δημιουργίας", ο Δημήτρης στην "Ηλικία της νύχτας" και η Στέλλα στο "Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια." Το δράμα αυτών των θεατρικών προσώπων που αναφέρω ενδεικτικά είναι ότι «δεν χωράνε στον εαυτό τους».

Η 'Εβδομη Ημέρα της Δημιουργίας. Εθνικό Θέατρο, Β' Σκηνή, 1955-56 
Σκηνοθεσία: Κωστής Μιχαηλίδης
Βύρων Πάλλης (Αλέξης), Τζένη Καρέζη (Χριστίνα) 

Η Ηλικία της νύχτας (1959) 
 Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν 
 Σκηνοθεσία: Κάρολος Κουν 
Σκηνικά - Κοστούμια: Γιάννης Στεφανέλλης


Τα υπαίθρια παλαιοβιβλιοπωλεία, ένας ιδανικός χώρος φυγής...... 

Ευτυχώς για μένα στα στενάχωρα εκείνα νεανικά χρόνια βρήκα έναν ιδανικό χώρο φυγής.Ήταν τα υπαίθρια παλαιοβιβλιοπωλεία στη γωνία των οδών Αθηνάς και Λυκούργου.Ήμουν τόσο τακτικός πελάτης και οι σχέσεις μου με τους μαγαζάτορες έγιναν τόσο φιλικές, που τελικά δεν χρειαζόταν ν' αγοράζω όλα τα βιβλία που ήθελα να διαβάζω. Εκείνα που ήταν σε πολλούς τόμους, ή για άλλους λόγους ακριβά, μπορούσα κατ' εξαίρεση να τα νοικιάζω μ' ένα δίφραγκο τις εκατό σελίδες. 

Μπορώ χωρίς υπερβολή να ισχυριστώ ότι στα δεκαοχτώ μου χρόνια είχα κιόλας διαβάσει ένα μέγα μέρος από την παγκόσμια πεζογραφία, ποίηση και ιστορία. Κι ακόμη είχα καταφέρει να μάθω μόνος μου γαλλικά και, βοηθούμενος από τα λεξικά μου, να διαβάζω στο πρωτότυπο Αλφόνς Ντωντέ, Ανατόλ Φρανς, Αντρέ Ζιντ. 

Αυτό το τελευταίο θα ήταν μόνο μια περιαυτολογία, αν στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν των Ες-Ες, όπου έμεινα κρατούμενος τα χρόνια 1943-45, τα γαλλικά μου δεν είχαν συντελέσει στο να βγω από κει ζωντανός.

Οι υπαίθριοι βιβλιοπώλες στην οδό Μασσαλίας.

Πηγές: 
  • http://www.kambanellis.gr
  • Αφιέρωμα στον Ιάκωβο Καμπανέλλη (www.lifo.gr)
  • Εθνικό θέατρο, Η αυλή των θαυμάτων, Πρόγραμμα της παράστασης 2011-12, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

«Εσύ μητέρα, καμία άλλη, παρά μόνο εσύ», Τουλούζ Λωτρέκ


Στη φωτογραφία ο Ανρί Τουλούζ- Λωτρέκ 
– ο «τοσοδούλης» όπως τον αποκαλούσαν οι συμμαθητές του – μωρό 

Ο «τοσοδούλης»

O Ανρί ντε Τουλούζ- Λωτρέκ (Henri Marie Raymond de Toulouse-Lautrec-Monfa, γεννήθηκε στο μεσαιωνικό Hôtel du Bosc του Αλμπί - όμορφης πόλης κοντά στην Τουλούζ στις 24 Νοεμβρίου του 1864 και ανήκε σε ξεπεσμένη οικογένεια ευγενών της νοτιοδυτικής Γαλλίας, που μπορούσε να καυχιέται ότι οι πρόγονοί της φτάνουν ακόμα και στην εποχή του Καρλομάγνου.

Οι
 γονείς του συνδέονταν μεταξύ τους με συγγένεια πρώτου βαθμού, πρακτική που ήταν ευρύτερα διαδεδομένη εκείνη την εποχή προκειμένου να διατηρηθεί η περιουσία της οικογένειας μεταξύ των μελών της. 

Ο Ανρί Τουλούζ- Λωτρέκ με τον πατέρα του, Alphonse de Toulouse-Lautrec και το θείο του (1877)


Η μητέρα του καλλιτέχνη
Adèle Adèle Zoé Tapié de Céleyran (περίπου 1860)


Adèle Zoé Tapié de Céleyran. 1861


«Η ουλή» γεννάει το ποίημα – ίσως και κάθε έργο τέχνης…..

Με παρομορφωμένο κορμί και εύθραυστη υγεία, που οφειλόταν σε κληρονομική νόσο των οστών και που επιβαρύνθηκε από δύο ατυχήματα, το 1878 και 1879, ο Τουλούζ - Λωτρέκ, θα στραφεί προς τη ζωγραφική. Η φυσική του μειονεξία κάνει αδύνατη τη στρατιωτική σταδιοδρομία, την οποία επέλεγαν συνήθως οι δευτερότοκοι γιοι της οικογένειας και τον αποκλείει από τις κοινωνικές και αθλητικές δραστηριότητες της τάξης του.

Οι πρόγονοι και συγγενείς του άλλωστε, είχαν πάθος με το κυνήγι, τα άλογα και τη ζωγραφική. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια της γιαγιάς του, Gabrille: 

« Αν κάποιος από τους γιους μου σκοτώσει ένα πουλί στο κυνήγι, εξασφαλίζει ταυτόχρονα τρεις απολαύσεις: να το σκοτώσει, να το φάει και να το ζωγραφίσει». 


Φωτογραφία της οικογένειας στο Château du Bosc (1896) 
Αριστερά καθισμένος ο Τουλούζ- Λωτρέκ σε ηλικία 22 ετών


Η καλλιτεχνική κλίση του Τουλούζ - Λωτρέκ εκδηλώθηκε, σύμφωνα με δική του μαρτυρία, το 1868, στη βάφτιση του ξαδέλφου του Raoul Tapié de Ceyléran. Ο μικρός Ανρί, ο οποίος τότε ήταν μόλις 4 ετών, καθώς ακόμα δεν γνώριζε να γράφει τ' όνομά του, σκέφτηκε: 

«Θα ζωγραφίσω ένα βόδι». Από εκείνη τη μέρα, το παιδί θα σχεδιάζει σε σχολικά τετράδια και σε περιθώρια βιβλίων, γεμίζοντας τις σελίδες τους με ζωηρές εικονογραφήσεις. Οι αποδείξεις αυτής της πρώτης παιδικής δραστηριότητας φυλάσσονται κατά εκατοντάδες με πολύ ζήλο από τη μητέρα του, η οποία το 1882 θα αστειευτεί μιλώντας για το «δικό μας μελλοντικό Μιχαήλ Άγγελο»

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η περιθωριοποίηση και απόρριψη που αντιμετώπιζε ο Τουλούζ- Λωτρέκ όξυνε το αίσθημα πικρίας και την κυνική φλέβα του, η οποία στο εξής θα τείνει να μετατρέπει οποιαδήποτε εικόνα σε καρικατούρα, ακόμα και τη δική του.Είτε αυτό ισχύει είτε όχι, από εκείνα ήδη τα χρόνια είναι γεγονός ότι καταφεύγει στην καλλιτεχνική δραστηριότητα ως ένα είδος αναπλήρωσης. 



...σαν να κρύβεται πίσω από τα αντικείμενα...

Στη μοναδική γνωστή αυτοπροσωπογραφία του ζωγράφου σε ελαιογραφία, ο καλλιτέχνης επιλέγει να ζωγραφίσει τον εαυτό του σε επιφυλακτική πόζα. Η αποστασιοποίησή του από το θεατή υπογραμμίζεται, αφενός μέσω του καθρέφτη, που κάνει την αντανάκλαση της εικόνας του θολή, και αφετέρου μέσω του «φράγματος» που δημιουργούν τα αντικείμενα του πρώτου πλάνου. Κυρίαρχος ένας μελαγχολικός τόνος, καθώς ο νεαρός καλλιτέχνης μοιάζει σαν να κρύβεται πίσω από τα αντικείμενα, τόσο που η μορφή του δεν υπερέχει καθόλου σε σχέση μ' αυτά. 


Αυτοπροσωπογραφία σε καθρέφτη (1882-83)
Αλμπί, Μουσείο Τουλούζ - Λωτρέκ

«Juno Lucina»

Ο
Τουλούζ - Λωτρέκ είχε μια βαθιά και στοργική σχέση με τη μητέρα του. Αυτή είναι η κυρίαρχη προσωπικότητα στην παιδική του ηλικία, που τον προστατεύει και τον φροντίζει κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης ανάρρωσης του, μετά το σπάσιμο των ποδιών του.

Η κόμισσα Adèle de Toulouse-Lautrec. (1882)


Ο νεαρός Ανρί, που τη χαρακτηρίζει σ' ένα γράμμα «Juno Lucina» (Ζωοδότρια Ήρα), την αποδίδει εδώ με την αυταρχικότητα της Μητέρας, αλλά και με την πυραμιδοειδή ιερατική όψη μιας Παρθένου. 

Η κόμισσα απεικονίζεται σε εσωτερικό χώρο - ανύπαρκτες οι αναφορές, όμως κατά πάσα πιθανότητα ο πίνακας εκτελέστηκε στο εξοχικό σπίτι του Malromé, κοντά στο Μπορντώ. Η κυρίαρχη λευκή τονικότητα, σβησμένη με απαλές πράσινες γραμμές, συμβάλλει στο να δοθεί στη μητέρα του καλλιτέχνη αγγελική και ταυτόχρονα αυστηρή όψη. 


Η μητέρα του καλλιτέχνη, κόμισσα Αντέλ ντε Τουλούζ - Λωτρέκ (περ. 1883) 
Αλμπί, Μουσείο Τουλούζ - Λωτρέκ


«Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με όμορφα χέρια, που πήγαινε καθημερινά στην εκκλησία», γράφει ο  Paul Leclercq, φίλος του ζωγράφου.

Ο
δεσμός του Τουλούζ-Λωτρέκ με τη μητέρα του έδωσε το έναυσμα για ψυχολογικές ερμηνείες που βλέπουν στην κόμισσα, χωρισμένη με το σύζυγό της, μια κτητική μητέρα, νοσηρά δεμένη με το μοναδικό της γιο (ένας αδελφός του είχε πεθάνει σε βρεφική ηλικία). 

Portrait of Madame la Comtesse Adèle de Toulouse-Lautrec, 1882. 


Ωστόσο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη γενναιοδωρία αυτής της γυναίκας, η οπoία με τη μεγάλη της δωρεά έκανε εφικτή τη δημιουργία του μουσείου του Αλμπί αφιερωμένου στο γιο της. Περισσότεροι από 200 πίνακες και άλλες τόσες σπουδές, αφίσες και λιθογραφίες, μας επιτρέπουν να έχουμε μια σχεδόν ολοκληρωμένη εικόνα για το έργο του Τουλούζ-Λωτρέκ.


Adèle de Toulouse-Lautrec



Countess Adele Zoe de Toulouse Lautrec, 1883

«...βιολετί μαλλιά και χαρακτηριστικά στο κίτρινο του λεμονιού.....»

Ο πίνακας -προσωπογραφία της μητέρας του καλλιτέχνη φιλοτεχνήθηκε το καλοκαίρι του 1886 στο σαλόνι του εξοχικού σπιτιού στο Malromé, το οποίο η κόμισσα είχε επιπλώσει προσωπικά και πράγματι αντανακλά τον επιφυλακτικό και αυστηρό χαρακτήρα της, όπως τον περιγράφουν οι σύγχρονοί της. Στον πίνακα αυτό πάντως, ο Τουλούζ-Λωτρέκ εκδηλώνει ιδιαίτερη ευαισθησία για τον εσωτερικό κόσμο της μητέρας του και λεπτότητα στον τρόπο με τον οποίο την αποδίδει, απορροφημένη από την αγαπημένη της ασχολία, το διάβασμα.

Ο Τουλούζ - Λωτρέκ θα εκθέσει αυτή την προσωπογραφία της μητέρας του σε ομαδική έκθεση στην Τουλούζ με το ψευδώνυμο «Treclau» (αναγραμματισμός του Lautrec). Οι αντιδράσεις των κριτικών δεν είναι πολύ θετικές, όπως γίνεται σαφές από την κριτική του J. de Lahonde στη Le Messager de Toulouse:

«Ιδού ο παράξενος πίνακας υπογραμμένος με το ευδιάκριτο ψευδώνυμο Treclau. Ασφαλώς, δεν θα πρέπει να ενθαρρύνουμε παρόμοιες απόπειρες. [...] Οι περισσότεροι επισκέπτες οπισθοχώρησαν τρομοκρατημένοι μπροστά στο θέαμα των βιολετί μαλλιών και των χαρακτηριστικών στο κίτρινο του λεμονιού, που φέρνουν στο νου λιωμένα λαχανικά. 

Όμως, αν απομακρυνθούμε τρία-τέσσερα βήματα, στην απόσταση απ’ όπου κανονικά θα κοιτάζαμε έναν πίνακα σε μια αίθουσα, συνειδητοποιούμε ότι αυτή η φαινομενική βαρβαρότητα είναι στην πραγματικότητα υπολογισμένη, ότι το προφίλ αποκτά αξία και στερεότητα, παρά τις αβέβαιες πινελιές. […..]

Ο κύριος Treclau έχει ενταχθεί πλέον στην παρέα της οποίας ο [Εμίλ] Μπερνάρ είναι αρχηγός. […. ] 

Του συνιστούμε θερμά να λιποτακτήσει.»

Η κόμισσα Αντέλ ντε Τουλούζ - Λωτρέκ στο σαλόνι της (1886) 
Αλμπί, Μουσείο Τουλούζ - Λωτρέκ

«Γερο-τρελέ»

Σχετικά με τις τελευταίες στιγμές του, λέγεται ότι μπήκε στο δωμάτιό του ο πατέρας του, προσωπικότητα ιδιαίτερα εκκεντρική που εμφανιζόταν σπάνια. Όλοι εξέφρασαν την έκπληξή τους, εκτός από τον Henri, ο οποίος είπε: 

«Καλέ πατέρα, το ήξερα ότι δεν θα έχανες το σκότωμα». 

Ο πατέρας του, όπως συνήθιζε, συμπεριφέρθηκε ιδιαίτερα εκκεντρικά: πρότεινε να κόψουν το μούσι του Henri, όπως όριζαν κάποια αραβικά έθιμα, και να χρησιμοποιήσουν τα κορδόνια του για να διώξουν τις θορυβώδεις μύγες. 

«Γερο-τρελέ», ήταν τα τελευταία λόγια του Henri.

Ο πατέρας του Τουλούζ-Λωτρέκ, Alphonse de Toulouse-Lautrec με σκοτσέζικη ενδυμασία


Ο πατέρας του Τουλούζ-Λωτρέκ, μεταμφιεσμένος σε ιππότη του μεσαίωνα


Γυναίκες ζωντανές, χωρίς προσποιήσεις...

Χάρη στην αγάπη του για τη γυναίκα, ο Τουλούζ-Λωτρέκ «παραδίδει στην αθανασία» καλλιτέχνιδες, χορεύτριες, ηθοποιούς, μοντέλα, τραγουδίστριες και αμέτρητα κορίτσια της νύχτας που σήμερα θα είχαμε ξεχάσει. 

Τη γυναίκα ζωγράφισε ο Lautrec σε άπειρες συνθετικές παραλλαγές με οίστρο ψυχής και φαντασίας και με αδιάβλητο πάντα γνώμονα την αλήθεια της. Πεπεισμένος ότι η τέχνη δεν καθυποβάλλεται στη δοκιμασία της καταδυναστευτικής κοινωνικής ευυποληψίας, απενοχοποίησε το βλέμμα από συμβατικούς περιορισμούς προκειμένου να πραγματευθεί ανεπιτήδευτα και απροσποίητα την καθημερινότητα ενός μικρόκοσμου στο πλαίσιο του οποίου εγνωσμένα ενέγραψε και τη δική του μοίρα.

Η
ψυχή του, ενώ έσφυζε από ζωή και ασίγαστα τον ωθούσε σε παρορμητικές εξάρσεις και εξάψεις, έφερε αθεράπευτα το τραύμα των δυσαναλογιών ενός δύσπλαστου σώματος με το οποίο ο άνδρας καλλιτέχνης έπρεπε να λειτουργήσει. Μέσα στη νεφελωμένη ψυχή του ο κόσμος των αισθήσεων αντικατοπτριζόταν με αδυναμίες, ανασφάλειες και μια βαθιά εξπρεσιονιστική αγωνία. Τις γυναίκες που δεν μπορούσε να έχει γήινα και φυσικά τις κατέκτησε με τη σχεδιαστική του δεινότητα.

«Τα επαγγελματικά μοντέλα πάντα φαίνονται αφύσικα, ενώ εκεί οι γυναίκες είναι ζωντανές. Είναι αυτές που είναι χωρίς προσποιήσεις.» 

Ξεκινώντας από τη μητέρα του, στα χέρια τής οποίας πέθανε αλκοολικός και συφιλιδικός σε ηλικία μόλις 37 ετών, λέγοντάς της «Εσύ μητέρα, καμία άλλη, παρά μόνο εσύ», ο Τουλούζ-Λωτρέκ προέβαλλε καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου του με μεγάλη δύναμη και ευαισθησία τη γυναικεία φιγούρα»


Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά, επιμελήτρια της έκθεσης «Τoulouse Lautrec» που διοργανώθηκε στο Τελλόγλειο Ιδρυμα Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης το 2010



Ο Lautrec  στο Malromé με τη μητέρα του, 1898



Ο Lautrec με την μητέρα του στον κήπο του  Malromé. 
Foto Natanson, 1900

Πηγές
 
  • Τουλούζ Λωτρέκ, μεγάλοι ζωγράφοι, Βιβλιοθήκη Τέχνης, η Καθημερινή
  • https://dimartblog.com/2016/09/09/toulouse-lautrec/
  •  http://www.limnosfm100.gr/component/k2/item/1223.html
  •  http://www.aloj.us.es/galba/MONOGRAFICOS/LAUTREC/fotosfamiliares.htm
  • http://www.amolenuvolette.it/root/image/abrupt_clio_team.folder/toulouse%20lautrec%201873-1901.folder/

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

«....ήταν απ' αυτούς τους ανεξάρτητους τύπους….», Maria Stone, Υπέροχο πλάσμα


Yoko Tanji, Japanese Illustrator 

Φοβόμουνα μην πληγωθώ.......

Εντάξει
, τα 'θελα κι εγώ, όμως αυτός με πολιόρκησε. Με ακολούθησε, με περιτριγύριζε. Έκανε κύκλους γύρω μου, αργά, σταθερά, ώσπου με πλησίασε και με άγγιξε. Τρυφερά. Εγώ φοβόμουν στην αρχή, φοβόμουνα τη δέσμευση• ζούσα για χρόνια μόνη, όχι ακριβώς ευτυχισμένη, μα βολεμένη στις ρουτίνες μου. Φοβόμουνα μην πληγωθώ. Όμως εν τέλει δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ σ’ αυτές τις πράσινες ματάρες και την καστανόξανθη χαίτη. Του άνοιξα το σπίτι μου και την καρδιά μου.
Και ξαφνικά η ζωή μου άλλαξε. Επιτέλους είχα κάποιον δικό μου, κάποιον άλλο να σκεφτώ εκτός από το άθλιο σαρκίο μου. Μετά απ’ όλη αυτή τη μοναξιά κάποιος μ’ αγάπησε. Η τύχη μου γύρισε. Ένοιωθα εκείνο το ξεχασμένο συναίσθημα: ευτυχία! Πολλές φορές με τσάκωνα να σιγοτραγουδάω. Είχα κάποιον ν' αγαπάω και να φροντίζω - όχι ότι ήθελε και πολλή φροντίδα, ήταν απ' αυτούς τους ανεξάρτητους τύπους. Ευγενικός και τρυφερός, μα αισθανόμουν ότι πάντοτε κρατούσε μια ανεπαίσθητη απόσταση. Είναι νωρίς, έλεγα μέσα μου, θα συνηθίσει.

Aurélia, Corinne Reignier. Woman with black cat


Όταν ερχόταν στο κρεβάτι μου ήταν αξιολάτρευτος....

Τον φώναξα «υπέροχο πλάσμα». Ήταν. Ήταν η ομορφιά και η τελειότητα ενσαρκωμένες. Δεν χόρταινα να κοιτάξω αυτά τα πράσινα μάτια που μισόκλειναν ράθυμα και το λεπτό, μυώδες σώμα του. Μερικές φορές μοιραζόμασταν ένα καλό γεύμα. Ποτέ δεν έτρωγε πολύ, μα πάντα χαμογελούσε ικανοποιημένος. Όταν ερχόταν στο κρεβάτι μου ήταν αξιολάτρευτος. Στην αρχή τρυφερός, ύστερα άγριος (μερικές φορές μου άφηνε σημάδια, μα ήξερα πως δεν το κάνει επίτηδες) και πάντα παιχνιδιάρης, του 'λεγα γλυκόλογα και οι μικρές φωνούλες του με κάνανε να λιώνω. Όταν χορταίναμε χάδια και παιχνίδια φώλιαζε στην αγκαλιά μου με κλειστά τα μάτια κι εγώ χάιδευα το απαλό κορμί του. Τρυφερά. Όμως ποτέ δεν καταδέχτηκε να μείνει και να κοιμηθεί μαζί μου. Όσο κι αν τον παρακαλούσα. πάντα μου γύρναγε την πλάτη κι έφευγε. Μα πάντα ξαναρχόταν.

Πέρασαν έτσι μερικοί ευτυχισμένοι μήνες. Μα το υπέροχο πλάσμα μου αντί να συνηθίσει μαζί μου άρχισε να γίνεται νευρικό. Μερικές φορές τον έβλεπα να με κοιτάει σιωπηλός λες και με ζύγιζε, λες και περίμενε να κάνω κάποιο λάθος. Εκείνη η μικρή απόσταση μεγάλωνε. Όλο και πιο συχνά χανότανε τα βράδια, δεν απαντούσε, έκανα μέρες να τον δω. Κι όταν ερχόταν, τις μισές φορές ήταν απόμακρος, ούτε να πλησιάσει το κρεβάτι. Πολλές φορές δε μ' άφηνε ούτε να τον αγκαλιάσω. Εγώ ήμουν τρομοκρατημένη και του '
κανα όλα τα χατίρια, ανεχόμουν κάθε του καπρίτσιο, δεν τόλμαγα να τον πιέσω γιατί φοβόμουν μην τον χάσω.

Gato by Nuno Rodrigues: PAINTED BY MOUTH


I will not reign, 
to serve I disdain, 
the cat I remain

Δεν βασιλεύω
Δεν καταδέχομαι να υπηρετώ
Παραμένω η Γάτα

[Από την πλακέτα που βρίσκεται στο γατόσπιτο της οδού Άγρας 21 στο Μετς]



Noma Bliss


Ήταν πολύ καλό για να 'ναι αληθινό.....

Δεν τα κατάφερα. Την τελευταία φορά που ήρθε ήταν πολύ ψυχρός. Κατάλαβα ότι δεν θα τον ξαναδώ. Ήταν πολύ καλό για να 'ναι αληθινό.

Πλάνταξα στο  κλάμα. Έκλαιγα βδομάδες. Ό,τι κι αν έκαναν οι φίλοι μου ήμουν απαρηγόρητη.

Ακόμα είμαι. Πέρασε καιρός, σιγά σιγά ξαναβρήκα τους μοναχικούς ρυθμούς μου, όμως μου λείπει το υπέροχο πλάσμα. Πολύ. Τα άδεια βράδια ανοίγονται μπροστά μου σα βάραθρα που χάσκουν να με καταπιούν. Προσπαθώ να τα γεμίσω με δουλειά μα δε γεμίζουν. Οι φίλοι μου μου λένε «βρες κάποιον άλλον» όμως, όσους κι αν είδα, κανείς δεν είναι σαν κι αυτόν. Όσο κι αν ψάξω δεν το πιστεύω ότι θα ξαναβρώ τόσο τρυφερό και όμορφο γάτο.


Maria Stone, Υπέροχο πλάσμα, 
Η αποτυχημένη πριγκίπισσα και άλλες ιστορίες με κακό τέλος, 
εκδόσεις ΚΟΑΝ


Yoko Tanji, Japanese Illustrator 




Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

«Εσύ τι ξέρεις απ’ αυτά - εσένα τα γράμματα σ’ έχουνε άσκημα δαμάσει.», Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο

Ο Γιώργος Ιωάννου:Τοξότης... όχι Σκορπιός.

Τοξότης, όχι Σκορπιός......


Το 1964 κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο με πεζογραφήματα του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «Για ένα φιλότιμο» 

Γράφτηκαν στο διάστημα 1961 - 1964  στο Καστρί της Κυνουρίας όπου πρωτοδιορίστηκε ο συγγραφέας και  στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου αποσπάστηκε για δύο χρόνια και  ίδρυσε το Ελληνικό Γυμνάσιο. 

"Με την παραμικρή αφορμή φεύγω στην έρημο. Βαθιά στην ανοιχτή έρημο, είναι σα θάλασσα• πάντοτε έκαμνα το συνδυασμό τους. Εδώ έχω ανακαλύψει χίλιους τρόπους για να κουκουλώνω, σαν τη γάτα, τη λύσσα μου. Δίνω λύσεις φανταστικές μέσα στην πιο ιδανική απομόνωση και απεραντοσύνη.[.......]

Πέφτω μπρούμυτα και σκαλίζω με τα δάχτυλα την άμμο. Πιο μέσα βρίσκω μια κίτρινη σκόνη σα θειάφι. Στην επιφάνεια όμως είναι σαν το σπυρωτό σιμιγδάλι, που κάμναμε χαλβά στα γενέθλιά μου. Αυτό γινόταν βέβαια, πριν φυτευτεί μέσα στη γη ο πρώτος άνθρωπός μας, και πριν διαπιστώσω με απογοήτευση, ότι τόσα χρόνια δεν ανήκα στον αστερισμό του Σκορπιού αλλά του Τοξότη. Έτσι με είχαν διαβεβαιώσει, όχι φυσικά από πρόθεση, αλλά κάνοντας λάθος. Προτιμούσα το Σκορπιό• και εκτός αυτού έχασα περισσότερο την εμπιστοσύνη μου και κάθε όρεξη για γιορτασμούς αμφίβολων γενεθλίων."


Γιώργος Ιωάννου, Ο ξενιτεμένος, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Ο Γιώργος Ιωάννου στη Λιβύη το 1961

Κακά μαντάτα πάλι - κυρίως απ’ τον εαυτό μου.


Όσο να δέσει κάποιος μέσα μου,
έχει πεθάνει.

Γ. Ιωάννου, Γύρω μου νύχτα μέρα, 
(από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα,1963)

Τα κοπάνησα στην καντίνα απόψε. Και δεν πρέπει καθόλου να πί­νω, γιατί πολλά λέω και κάνω συνήθως. Μέθυσα απαίσια με ανιζέτα — μοιάζει κάπως με το δικό μας το ούζο αυτό το σπίρτο. Κακά μαντάτα πάλι - κυρίως απ’ τον εαυτό μου.

Αλλά κι αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει. Αμέσως μόλις μπήκα, γύρω μου σχηματίστηκε μια παρέα. Με κερνούσαν συνέχεια και με κανένα τρόπο δε μ’ άφηναν να τους κεράσω. Ζηλεύω πολύ αυτές τις συντροφιές. Έχω χάσει άδικα των αδίκων τα χρόνια μου με κεί­νους τους άνοστους λογοτέχνες. Τα παιδιά αυτά με αγαπούν, το παραδέχομαι. Η αγάπη τους όμως είναι ίδια με κείνη, που έχουμε για τον καλόβολο συνταξιδιώτη. Κορυφώνεται κατά το μέσο του ταξιδιού, για ν’ αρχίσει να σιγοσβήνει όσο τελειώνουν τα χιλιόμε­τρα. Στο τέλος μπορεί να μην πούμε ούτε αντίο. Όποιος έχει μιλή­σει τα περισσότερα και τα ειλικρινέστερα είναι ο χαμένος. Το ’χω υπόψη μου αυτό το παιχνίδι, κι όμως θέλω με όλη μου την καρδιά να ξαναμιλήσω.



Το Νέον της Ομόνοιας το 1970 (Φωτό: Ανδρέας Μπέλιας)

Τί­ποτα δεν εξαλείφεται, κακά τα ψέματα...

Έχω την υποψία.πως σ’ όλο αυτό το διάστημα καθόταν στο απέ­ναντι τραπέζι αυτός που πρόκειται να γίνει φίλος μου. Έπινε δήθεν αδιάφορα, μα εγώ ξέρω πως το μάτι του και το αυτί του ήταν εδώ σε μένα. Να δούμε ποιος απ’ τους δυο μας θα προσπέσει. Πάν­τως θα βουρλιζόμαστε έτσι για πολύ καιρό. Είναι βαρύς από μυ­στικά κι αυτός το διαισθάνομαι• και θα πρέπει να σκέφτεται ολοένα το ίδιο πράγμα. Θα δοκιμάσω κι αυτουνού την αντοχή με αποκαλύψεις και θα δούμε. Μ’ αυτή τη μέθοδο έχω χάσει όλους τους ανθρώπους μου σιγά σιγά.Ο πιο στενός μου φίλος, πάντως, πήγε τελευταία από γάμο.

Η ανιζέτα είναι αψιά, ιδίως όταν την ανακατεύεις με μπύρα. Τί­ποτα δεν εξαλείφεται, κακά τα ψέματα. Μ’ ένα γρόσι στο τζιου - μποξ άρχισαν τα ζεϊμπέκικα του Μητσάκη:

Όσο βαριά ειν τα σίδερα...

Κάποιος χορεύει και μάλιστα καλά. Αγαπάει, λένε, απελπισμένα ένα ανήλικο.


Κάποιος με παρατηρεί, με σκέφτεται δυνατά, νιώθω σα βάρος. Άναψαν κιόλας οι ιστορίες για το πώς ξεγλίστρησε ο καθένας μας απ’ την όλο στοργή πατρίδα.


Henri Cartier-Bresson, Χορευτής ζεϊμπέκικου, Πειραιάς 1953

Με τρέφει η απελπισία, αυτό το χαλάρωμα είναι που φοβάμαι.

Στο μώλο ο γερανός αρπάζει με τις δαγκάνες του βράχους και τους ξαναβυθίζει στο πέλαγος. Είναι φορτωμένοι απολιθώματα ψα­ριών και οστράκων. Δεν είναι ανάγκη να ’σαι σοφός για να κατα­λάβεις τι έχει συμβεί.Οι πέτρες είναι βέβαια κατά μας• απ’ το πέλαγο και πέρα αρχίζει, θαρρείς, η πατρίδα. Ο γερανός με το φω­τάκι του συνεχίζει να στρέφεται• μια προς εμάς, μια κατά τη θά­λασσα, και κει χαμηλώνει. Έτσι, μου φαίνεται, θ’ αρπάξει και μέ­να καμιά μέρα.

Μια τέτοια νύχτα γλυκιάς χαράς θα τρέξω κατά το μώλο. Μέ­σα στο μεθύσι μου και στην άφθαρτη ακόμα εκτίμηση των φίλων. Όταν με ξαναβρούνε θα με σηκώσουνε στους ώμους τους. Εδώ ευτυχώς δεν υπάρχουν νεκροθάφτες. Ο φιλαράκος μου ο δύτης θα μ’ έχει βγάλει απ’ τη θάλασσα. Όλα τα έχω προβλέψει. Με τρέφει η απελπισία• αυτό το χαλάρωμα είναι που φοβάμαι.


Ο Γιώργος Ιωάννου στη Λιβυκή έρημο το 1962


Εγώ στη θέση του θα ήμουν ράκος, σκεπτόμενος κυρίως το μέλλον..

Ο Νταντίνης πλαγιάζει απόψε, κινδύνεψε πάλι τη ζωή του. Τον ζητούσα στο μώλο, μόλις βγήκα απ’ τα γραφεία. Μου είπαν πως ζαλιζόταν όταν ανέβηκε απ’ τη θάλασσα. Ξαναφόρεσε το φόρεμα και βυθίστηκε, όσο να συνέλθει. Με υποδέχτηκε στην κάμαρά του με γέλια και φωνές. Εγώ στη θέση του θα ήμουν ράκος, σκεπτόμενος κυρίως το μέλλον. Μ’ έφαγαν πολλά πράγματα, δεν ξέρω ποιον άτιμο να πρωτοδείρω. Παρατηρημένο τέλος πάντων• κάθε βράδυ έχω νέες αφορμές για πιοτό και απανωτά τσιγάρα.

Ένα σφουγγάρι, μου είπε, έβλεπε• ριζωμένο όμως πιο βαθιά απ’ ό,τι συνήθως κατεβαίνει. 


Αν και ήξερε καλά τον κίνδυνο, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τ’ αφήσει. Αμολήθηκε, κι αμέσως ένιωσε να μουδιάζει ολόκληρος. Το ξερίζωσε εντούτοις• κι ούτε ξέ­ρει με τι χέρια το κατόρθωσε αυτό.

Μαύρο και γλιστερό σαν πάθος, κείτονταν σ’ ένα πανέρι το σφουγ­γάρι. Θα γίνει όμορφο κι αυτό στον ήλιο και στον αέρα.


Σφουγγαράδες, Αίγινα, 1950-55, Βούλα Παπαϊωάννου 
 Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη

Μα, για ένα φιλότιμο.......

Και γιατί το ’κανες αυτό; Αφού κανένας απολύτως δε σ’ έβλεπε, γιατί το ’κανες; του φώναξα.

Μα, για ένα φιλότιμο, απάντησε ήσυχα. Και κατόπι πρόσθεσε με σημασία: Εσύ τι ξέρεις απ’ αυτά - εσένα τα γράμματα σ’ έχουνε άσκημα δαμάσει.


Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Η αμαρτία της μόρφωσης δεν κρύβεται εύκολα....

Ο Γ
. Ιωάννου καταγράφει τα λαϊκά πλήθη όπως στις κοινωνικές ταινίες του Κούνδουρου, του Κακογιάννη ή του Αλέξη Δαμιανού. Στους προσφυγικούς μαχαλάδες, παρατηρεί τις μάνες, τις συζύγους, παρατηρεί σχολαστικά τους άντρες. Άλλοι θα φύγουν μετανάστες και άλλοι θα παραμείνουν για να πολλαπλασιάσουν την Ελλάδα του. Λιτοδίαιτοι, αδύνατοι αλλά σφιχτοδεμένοι Έλληνες, χωρίς νωθρότητα και βουλιμία, περιτμημένοι από την κατοχική ανεπάρκεια αλλά δουλεμένοι και εργατικοί. «Τους πληροφορεί το αίμα τους για μένα, όπως και το δικό μου με κάνει να τους κατέχω ολόκληρους». Κατά βάθος δε θα ήθελε να ξεφύγει ποτέ από κοντά τους, να μη συγχρωτίζεται τους «άνοστους λογοτέχνες». 
Θεόδωρος Γρηγοριάδης Πηγή: www.lifo.gr


Εργάτες σε αλευρόμυλο στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1961 [Φωτογράφος Henri Cartier-Bresson.]


Ομολογώ πως αισθάνομαι πολύ άσχημα, όταν τα πρωινά, καθώς τρέχω με την τσάντα κάτω απ’ τη μασχάλη, διασταυρώνομαι με τις παρέες των εργατών. Κατεβαίνουν απ’ τις συνοικίες τους βιαστικοί και στραφτεροί, όλο ζωντάνια και ελεύθερο βάδισμα. Ποιος ξέρει σε τι κρεβάτια πλάγιασαν κι απόψε κι έχουν αυτή τη λάμψη. [....]
Ανεβαίνω στο γραφείο κι αμέσως ζαρώνει η καρδιά μου. Οι αγαπητοί μου συνάδελφοι καταφθάνουν λαχανιασμένοι. Κάθε πρωί μελετώ σχολαστικά τήν καλημέρα τους, το ύφος τους και τη ματιά τους. 

Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έγινε και μαζεύτηκαν όλες οι μπαγιάτικες φάτσες πάνω στο δικό μου το κεφάλι. Εκείνο όμως που με απελπίζει περισσότερο είναι, πως το ίδιο σχεδόν συμβαίνει και σε όλα τα άλλα γραφεία. Αυτό το διεπίστωσα μόνος μου τελευταία, όταν πάνω στην αγανάκτησή μου, είπα ν’ αλλάξω και πάλι δουλειά, για να μην τους βλέπω όλη μέρα μπροστά μου. 

Κατόπι σκέφτηκα πως θα τους έχει αποξεράνει έτσι, σώμα και καρδιά, το πολύ διάβασμα, το κλείσιμο ή η βαθιά σκέψη. Σηκώθηκα και ξαναπήγα στις διάφορες μεγάλες σχολές για να τους δω νεαρούς και φρέσκους φρέσκους. Χώθηκα βέβαια στις αίθουσες των πρωτοετών. Εδώ, είπα, μέσα σ’ αυτό το φυτώριο, θα φανεί το πράγμα. Και όμως η εντύπωσή μου ήταν εξίσου αποκαρδιωτική• το επόμενο κύμα, δεν αποκλείεται, να είναι χειρότερο. Κι αν υπάρχει κανείς ζωηρός και ανοιχτόκαρδος, γρήγορα αντιλαμβάνεσαι πως θεωρείται πνευματικώς ύποπτος και βρίσκεται σε καραντίνα. Δεν είναι επομένως το διάβασμα αυτό που φταίει. Ο τύπος προϋπάρχει και μάλιστα με το παραπάνω. Κάτι άλλο θα πρέπει να ξεδιαλέγει τους ανθρώπους από δω ή από κει. Εκείνο πάντως που βάζει σε σκέψεις είναι ότι οι πιο πολλοί γραμματισμένοι κατάγονται απ’ το λαό.


Σκέφτομαι μήπως πρέπει ν’ αλλάξω επάγγελμα και όχι μονάχα γραφείο. Τώρα όμως είναι μάλλον αργά• ούτε τέχνη ξέρω, ούτε για να πάω μαθητευόμενος έχω την ηλικία και το κουράγιο, αλλά ούτε τα χαρτιά και τα κατάστιχα χωνεύω. Θα ήθελα, είναι αλήθεια, προ πολλού να ήμουν εργάτης• παράλληλα όμως να έχω αυτή την ίδια ψυχή, τις ίδιες γνώσεις και τα ίδια μυαλά. 

Για να εξακριβώσω περισσότερα έχω, κατ’ επανάληψη τρυπώσει στους τόπους της δουλειάς τους. Κάθε επάγγελμα έχει τους δικούς του τύπους, αλλά σε ορισμένα πλειοψηφούν οι καλύτεροι. Ανάμεσά τους υπάρχουν έξυπνα πλάσματα, που ούτε να τα ονειρευτούν θα μπορούσαν στα γραφεία. Εντούτοις μόνοι τους ομολογούν πως δε στάθηκε δυνατό να προχωρήσουν άλλο στα γράμματα. Αυτό το λίγο όμως που κάνουν τώρα, το κατέχουν καλά, όσο ουδέποτε οι μορφωμένοι τα δικά τους. Από δω θα πηγάζει αυτή η αυτοπεποίθησή τους και η ψυχική τους όμορφιά. Επιπλέον είναι και η σκληραγωγία. [.......]

Εγώ αντίθετα λυπάμαι που η αμαρτία της μόρφωσης δεν κρύβεται εύκολα. Αλλιώς θα είχα αναμιχθεί τελείως μαζί τους, καθώς μάλιστα υπάρχει στις παρέες τους τόση δίψα για αληθινή φιλία και εκτίμηση. Εξάλλου έχω καθήκον να μείνω πιστός στην καταγωγή μου.

Πάντως
, ποτέ μου δε θα ξεχάσω πόσο χάρηκα, όταν κάποτε γυρίζοντας με καράβι απ’ τα ξένα με ρώτησαν οι τελωνειακοί, προτού δουν τα χαρτιά μου, αν είμαι ναυτικός. Ώστε μπορούσα να είμαι σαν αυτούς, εφόσον κι αυτοί οι πεπειραμένοι γελιούνται τόσο.

Γιώργος Ιωάννου, Εξαίσια αστική μας κοινωνία, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Ο Γιώργος Ιωάννου μπροστά στο ξενοδοχείο Ομόνοια. Φωτ. Ανδρέας Μπέλιας


Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό από την εξομολόγηση...

«Το πρώτο βιβλίο του Γ. Ιωάννου, το "Για ένα φιλότιμο", απαρτίζεται από εικοσιδύο μικρά αφηγήματα ή σκίτσα ή χρονικά, ιδίως από τη ζωή του έμμεσα αυτοβιογραφούμενου συγγραφέα. Όλα είναι στο πρώτο πρόσωπο κι έχουν την εξωτερική μορφή της απλής, ξερής, ασυγκίνητης και ασχολίαστης καταγραφής [...].

Το μικρό αυτό βιβλίο έχει ολότελα προσωπικό τόνο και χαρακτηρίζεται από την εξομολόγηση• θα έλεγε κανείς πως ο Γιώργος Ιωάννου εξομολογείται εδώ για να λυτρωθεί, πως αυτό τού είναι μια άμεση και ακατανίκητη ανάγκη υποκειμενική.»

Απόστολος Σαχίνης


«Σκάβοντας αδιάκοπα μέσα του δίχως έλεος, τρίβοντας το δέρμα του πάνω στα πράγματα και μιλώντας επίμονα σε πρώτο πρόσωπο χωρίς περιστροφές, ο Ιωάννου ανοίγει έναν δρόμο μέσα από τις πληγές του. Η αλήθεια του αντιμάχεται τις τεχνητές κατασκευές, το ύφος του επιβάλλεται γυμνό: δεν ναρκισσεύεται, δεν μεγαληγορεί, δεν ψευτίζει. Χρειάζεται να έχεις μέσα σου μεγάλα αποθέματα ειλικρίνειας για να μη φοβάσαι την κοινότοπη έκφραση, την τριμμένη λέξη, την απλή κουβέντα - αν και, φαντάζομαι, ένα έμπειρο μάτι δεν θα δυσκολευτεί ν’ αναγνωρίσει, πίσω από τον λιτό πεζογράφο, τον άνθρωπο που πάλεψε χρόνια με τις λέξεις, θητεύοντας στην ποίηση [...].

Π. Μουλλάς

Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό από την εξομολόγηση. Ίσως γι αυτό είμαι τόσο πελαγωμένος και δεν ξέρω τι μου γίνεται. Κάποτε νόμιζα πως, αν μιλήσω, θα πέσει ο ουρανός να με πλακώσει. Τότε ὀμως ήμουν είκοσι χρονώ και όταν ήμουν στα είκοσι. δε μου φάνηκε τίποτα που έγινα εικοσιένα• μάλλον ήταν καλύτερα γιατί πήγα φαντάρος. Ο πανικός μ' έπιασε μετά τα τριάντα, και τώρα δεν ξέρω από πού να κρατηθώ. 


Γιώργος Ιωάννου, Τα κελιά, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Δεν ξέρω αν αυτά που σκέφτομαι προάγουν ή όχι την ανθρώπινη υπόθεση. Κι όχι βέβαια πως δε μ’ ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Το πρώτο όμως που προσπαθώ, είναι να μιλώ με ειλικρίνεια, με ευλάβεια μάλλον. Διψώ για εξομολόγηση, που πάντοτε ανακουφίζει κάπως.

Γιώργος Ιωάννου, Ώρα για το κουκούλι, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Ο συγγραφέας οφείλει να μιλάει καθαρά κι εγώ πέρασα από πολύ δύσκολες καταστάσεις, καθώς από νωρίς προσανατολίστηκα στη μη απόκρυψη των πραγματικών σχέσεων και αισθημάτων μου. Όλα, βέβαια, μέσα στην πραγματικότητά μου και την εν γένει ιδιοσυγκρασία μου. 

Η αποδοχή των κειμένων μου και των λεγομένων μου από τους πιο πολλούς γύρω μου, μού έφερε ένα είδος λύτρωσης από τις πραγματικά τρομερές εσωτερικές πιέσεις, φοβίες και μοναξιές, που ένιωθα προτού μιλήσω, όπως εγώ ήθελα, και που με οδηγούσαν κατ' ευθείαν προς την ψυχασθένεια. Ιδίως αφότου έγραψα σε πεζό λόγο και μάλιστα σε πρώτο πρόσωπο, αίροντας έτσι και «αμαρτίες» που δεν είχα ο ίδιος διαπράξει, και παρ’ όλα αυτά έγινα αποδεχτός και όχι μόνον δεν διώχτηκα ανοιχτά, αλλά προκάλεσα και την έκφραση εκτίμησης πολλών, ένιωσα να σηκώνεται ένα μεγάλο βάρος από την ψυχή μου, να θραύεται το κέλυφος της απομόνωσης και να πλημμυρίζομαι από αδιατάρακτη ηρεμία.

Από συνομιλία του Γιώργου Ιωάννου με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο, Περιοδικό Η λέξη, τεύχος 39, Νοέμβρης 1984