Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

«Με την αγάπη μεγάλωνα, πιο πολύ απ' ότι με τις πληγές... », Erri De Luca, Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια



Ένα σώμα κλεισμένο στο κουκούλι του κι ένα κεφάλι να πασχίζει να το παραβιάσει......

«Δέκα χρόνια κρατούσα». Η παιδική ηλικία τελειώνει επίσημα μόλις προσθέσεις στα χρόνια σου το πρώτο μηδενικό. Στριμωγμένος στο ίδιο κατσιασμένο κορμάκι του πιτσιρίκου, ανάστατος από μέσα κι ασάλευτος απόξω. Ένα σώμα κλεισμένο στο κουκούλι του κι ένα κεφάλι να πασχίζει να το παραβιάσει…..

Γνώριζα τους μεγάλους εκ των έσω, εκτός από ένα ρήμα που τους άρεσε να το μεγεθύνουν: το ρήμα amare, «αγαπώ». Στην πρώτη γυμνασίου το χρησιμοποιούσαμε στο μάθημα της λατινικής γραμματικής ως υπόδειγμα για τα ρήματα της πρώτης συζυγίας, που λήγουν σε –are. Έτσι απαγγέλαμε χρόνους και εγκλίσεις του λατινικού «αγαπώ». Ήταν μια λιχουδιά υποχρεωτική, για μένα που δεν μ’ ενδιέφερε η ζαχαροπλαστική. Πιο πολύ απ’ όλα με εκνεύριζε η προστακτική: ama. Αγάπα.

Στην κορύφωση του ρήματος, οι ενήλικες ή παντρεύονταν ή σφάζονταν αναμεταξύ τους. Στα βιβλία υπήρχε συνωστισμός πολύς γύρω από το ρήμα «αγαπώ». Γύρω μου δεν το ’βλεπα ούτε το γνώριζα το ρήμα «αγαπώ».

Στο γυμνάσιο δεν υπήρχε τμήμα για κορίτσια, ήταν αρρένων. Στο τέλος του μαθήματος, τ’ αγόρια πήγαιναν στην έξοδο του γυμνασίου θηλέων. Χαζολογώντας, τ’ ακολουθούσα, ήταν στο δρόμο μου προς το σπίτι. Εκεί μπροστά οι φωνές άγγιζαν την υστερία. Καλέσματα, τσιρίδες, γέλια, σπρωξίματα, ένα τσούρμο αντράκια χώνονταν μέσα στο άλλο τσούρμο, πετυχαίνοντας την πρώτη επαφή, ένα τρίψιμο στα κορμιά του μυστηριώδους αντίθετου φύλου. Ήταν δυο τράπουλες ολοκαίνουριες, που ανακατεύονταν σφιχτά σφιχτά και με θόρυβο. Αρσενικό και θηλυκό τόνιζαν στο έπακρο τις διαφορές τους, θέλοντας ν’ αρέσει το ένα στο άλλο.



Φωτογραφία του Σπύρου Χαλκιά
 [Πηγή: http://www.lamprakides.gr/blog/?p=1235]


Το κορίτσι με τη νότια υπεροψία

Στην παραλία, εκείνο το καλοκαίρι, είχα λυσσάξει με τα τετράγωνα των σταυρολέξων, με γρίφους, αναγραμματισμούς και κρυπτόλεξα. Αν δεν τα έλυνα, δεν κοίταζα τις λύσεις που δημοσιεύονταν στο επόμενο τεύχος. Άφηνα τα κενά πίσω μου και προχωρούσα.

Κάτω από την ομπρέλα της θάλασσας παραδίπλα, ένα κορίτσι από το Βορρά περνούσε την ώρα του διαβάζοντας αστυνομικά βιβλιαράκια, τα ίδια που η γιαγιά μου καταβρόχθιζε μέσα σε μια μέρα. Σάστιζα, πώς μπορούσε να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο ολόκληρο μέσα σε μια μέρα. Ακόμα και σήμερα περνώ αργά αργά πάνω από τις αράδες, πηγαίνω με τα πόδια σε σχέση με κάποιον που διαβάζει με ταχύτητα ποδηλάτη. Η μικρή διάβαζε έτσι, γρήγορα και χωρίς να την αποσπά τίποτα γύρω της. Η μάνα της τη διέκοπτε φωνάζοντάς τη να κάνει μια βουτιά, να δροσιστεί. Παρατούσε πάνω στην πετσέτα το βιβλίο ανοιχτό και υπάκουε στο κάλεσμα χωρίς να ενοχληθεί, χωρίς καν να πεταχτεί απότομα. Και δεν έκανε εξεζητημένες κινήσεις όταν ερχόταν σ’ επαφή με το νερό, βυθιζόταν μέσα ανάλαφρη, σαν να ’μπαινε στο διπλανό δωμάτιο. Κολυμπούσε ύπτιο και πρόσθιο, δέκα λεπτά, και ξανάβγαινε έξω. Τίναζε πάνω στην άμμο τις καστανές πλεξούδες της και ξάπλωνε να διαβάσει.


Amanda Russian, Beach Read

Την κοίταζα με περιέργεια. Κι εκείνη, γυρίζοντας σελίδα, κοίταζε βιαστικά προς το μέρος μου, σοβαρή, μ’ ένα ερωτηματικό ανάμεσα στα φρύδια. Δε μου περνούσε ούτε από μακριά η σκέψη μιας έλξης. Δεν προκαλούσε καμία αντίδραση στο σώμα μου το δικό της, έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη και διάβαζε. Το δικό μου παρέμενε απόρθητο, δεν μπορούσα καν να εξηγήσω γιατί στην πόλη έκλαιγα και στη θάλασσα όχι. Πρέπει να ’φταιγε το αλάτι, που έμενε κολλημένο πάνω μου όλο το καλοκαίρι, προστατεύοντάς με σαν ασπίδα.

Το κορίτσι δεν έμοιαζε μ’ εκείνα που έβγαιναν με το ανακατεμένο τσούρμο απ’ το σχολείο. Γύρω της έδινε την αντίθετη εντύπωση, σιωπής και άπλας. Περνούσε ένα ταχύπλοο από αστραφτερό ξύλο, έσερνε μια λευκή ουρά πίσω απ’ την έλικα, ακκιζόταν. Εκείνη δε γύριζε να κοιτάξει. Περνούσε το καραβάκι των έντεκα και σκόρπιζε τριγύρω κύματα, που όποιος ήξερε να τα δαμάζει τα χαιρόταν. Οι μανάδες παρατάσσονταν στη σειρά, βιγλάτορες, κάποια φώναζε το παιδί της που είχε βγει απ’ το οπτικό της πεδίο, αυτή τίποτα, πλήρης αδιαφορία. Τη συνέχαιρα για τη νότια υπεροψία της, που σίγουρα δεν ήξερε πως την είχε.


Συνειδητοποιούσα κάτι πρωτόγνωρο: έδινα σημασία σ’ ένα άτομο συνομήλικό μου. Ποτέ δε θα επέτρεπα στον εαυτό μου την πρωτοβουλία: «Τι διαβάζεις;». Το ήξερα ήδη.

Sally Mann photography


«Μη σπαταλάμε χρόνο με βλακείες»

Μετά το καραβάκι των έντεκα, η μαμά μού έδινε είκοσι λιρέτες για ένα παγωτό γρανίτα στο μπαρ. Πήγαινα να το απολαύσω στο κιόσκι, κάτω απ’ το ξύλινο στέγαστρο. Την ώρα που ψώνιζα, πλησίασε κι εκείνη, ζήτησε το ίδιο. Ενώ ξετυλίγαμε τα παγωτά, εκείνη είπε: «Εγώ διαβάζω αστυνομικά». Σαν να ήταν το πιο συνηθισμένο πράγμα, απάντησα χαμηλόφωνα: «Το ξέρω, τα ίδια φέρνω στη γιαγιά μου κάθε Κυριακή. Αυτή τα διαβάζει τη Δευτέρα και τις υπόλοιπες έξι μέρες περιμένει».

«Πάμε να καθίσουμε», είπε εκείνη κι εγώ προχώρησα, όχι μέχρι τους πασσάλους, σταμάτησα στα ξύλινα σκαλοπάτια.

«Τι τάξη πας;» ρώτησα.

«Μη σπαταλάμε χρόνο με βλακείες. Εσύ γιατί είσαι έτσι;»

Έκανα να μαντέψω: «Μ’ αρέσει ό,τι είναι γραμμένο, εφημερίδες, κατάλογοι. Ξέρω απέξω τον κατάλογο και τις τιμές του μπαρ. Διαβάζω τα πάντα».

«Κι εγώ, αυτό όμως δεν εξηγεί γιατί δεν είσαι μαζί τους», και κοίταξε προς μια μικρή παρέα που έπαιζε μπάλα στην άμμο.

«Δεν κολλάω μαζί τους, δε μ’ αρέσουν τα παιχνίδια τους. Το απόγευμα πάω για κολύμπι ή στην παραλία των ψαράδων να δω που τραβάνε τα δίχτυα. Ένας τύπος που γνωρίζω με παίρνει καμιά φορά για ψάρεμα στη βάρκα του. Ξέρω από κουπί, λίγο».

«Εγώ είμαι συγγραφέας».

Ξαφνιάστηκα, ρούφηξα τη μύτη μου, από κοντά ένιωσα πιο έντονα το αμυγδαλόλαδο που χρησιμοποιούσε για προστασία απ’ τον ήλιο.

«Τι μου λες, συγγραφέας! Άρα ξέρεις πώς είναι καμωμένοι οι μεγάλοι, τις κινήσεις τους. Κι εγώ τις ξέρω, αλλά δεν έχω γράψει τίποτα, δε θέλω να καταλάβουν ότι τους πήρα είδηση».

«Δεν έχω ιδέα από μεγάλους, δε μ’ ενδιαφέρουν, εγώ γράφω ιστορίες για ζώα. Μελετώ τη συμπεριφορά τους: με το σώμα τους κάνουν ολόκληρες συζητήσεις, σαν κι αυτές που σ' εμάς κρατούν μία ώρα και στο τέλος ούτε που καταλαβαινόμαστε. Εγώ προσπαθώ να κάνω όπως αυτά, να μη σπαταλώ χρόνο».

Ήρθε η μάνα της προς το μέρος μας, εγώ λόγω καλής ανατροφής πετάχτηκα όρθιος και είπα: «Καλημέρα, κυρία, εγώ λέγομαι...», η γυναίκα χαμογέλασε βεβιασμένα και μας προσπέρασε στη σκάλα.

«Έκανες την κίνηση που κάνει το λυκάκι», είπε εκείνη.

«Δε σπατάλησα χρόνο;»

«Τα ζώα χαιρετιούνται πολύ συχνά. Και τώρα σε χαιρετώ κι εγώ». Σηκώθηκε κι ακολούθησε τη μητέρα της. Εγώ γύρισα να δω το χέρι μου που κρατούσε το παγωτό. Πασαλειμμένο, έσφιγγε ένα σκέτο ξυλάκι.


Sally Mann photography

Αρσενικών ανταγωνισμοί....

Τριγύρω, κάτι παιδιά με κορόιδευαν. Κοίταξα προς το μέρος τους κι αυτά γέλασαν. Στις καμπίνες είδα γραμμένο στον τοίχο με κιμωλία πως αγαπούσα το κορίτσι, είδα τα ονόματά μας. 

Αγάπη; Δυο που μιλάνε καθισμένοι; Ιδέα δεν είχαν για το ρήμα «αγαπώ» που προκαλούσε τόσες καταστροφές στα μυθιστορήματα. Μου ήρθε η επιθυμία να τα σβήσω, έπειτα το ξανασκέφτηκα. Χρειάζεται μεγάλη αναισθησία όταν ακούς να μιλούν άσκημα για σένα. Η μαμά μου είχε μια παροιμία, όταν άκουγε να συκοφαντούν κάποιον: «Του γαϊδάρου το τομάρι, όσο τον κακολογούν, γυαλίζει». [.....]

Την ώρα του παγωτού καθόμαστε στα σκαλάκια μας κι έχουν έρθει κάτι παιδιά να παίξουν μπάλα. Είχαν φτιάξει τέρμα ανάμεσα στους πασσάλους, κατάλαβα πως ήθελαν να μου ρίξουν μπαλιές. Σημάδευαν επίτηδες προς εμάς. Εγώ άλλαξα θέση για να προστατέψω το κορίτσι. Απέκρουσα με το ένα χέρι δύο μπαλιές, έπειτα μια λάθος μπαλιά κατέληξε στο μπαρ. Βγήκε ο λουτράρης και τους ξαπόστειλε, δεν αστειεύεται αυτός. Κατάλαβα πως μ’ έχουν άχτι αυτά τα παιδιά, είναι πιο μεγάλα, με περνάνε τουλάχιστον ένα χρόνο. Στο σχολείο υπάρχουν αντιπάθειες, δε δίνω σημασία, εδώ όμως στενοχωριέμαι για κείνη, που δε φταίει σε τίποτα. [.....]

Πήγα να κάνω το τελευταίο μπάνιο. Ένα από τα παιδιά που μου έριχναν μπαλιές, ένας μπουλούκος, ήρθε ξοπίσω μου. Τον άκουσα να λέει στους άλλους: 


«Θα δείτε πατητή που θα του κάνω». 

Δε γύρισα πίσω στην ομπρέλα, βούτηξα στη θάλασσα. Αυτός έπεσε με την κοιλιά κι ερχόταν προς το μέρος μου, κολυμπούσε χτυπώντας τα χέρια πάνω απ’ το νερό. Εγώ γύρισα ανάσκελα και βάλθηκα να κολυμπώ όπως είχα μάθει στο κολυμβητήριο. Είμαι προπονημένος, δεν κατάφερνε να με ακολουθήσει, αγκομαχούσε, γύρισε στην ακτή.[....]

Στην παραλία έπρεπε να είμαι σ’ επιφυλακή. Είχα καταντήσει στόχος, σκαρφίζονταν τρόπους να με πειράζουν. Στη θάλασσα δεν μπορούσαν να με ακολουθήσουν, στη στεριά ήταν τρεις και γύρευαν αφορμή. Εγώ διάβαζα το περιοδικό με τα σταυρόλεξα, ξαπλωμένος στην αμμουδιά, αυτοί περνούσαν τρέχοντος δίπλα μου για να ρίξουν πάνω μου άμμο. Το έκαναν εναλλάξ. Ένα-δυο λεπτά και ξανάρχιζαν. 

Στη θάλασσα είχα πιάσει έναν αχινό. Τον έκρυψα κάτω από ένα πολύ λεπτό στρώμα άμμου, δίπλα στο περιοδικό μου. Πέρασε ο πρώτος, που τη γλίτωσε παρά τρίχα, ο δεύτερος φορούσε σαγιονάρες, ο τρίτος, ξυπόλυτος, τον πάτησε και πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Προσγειώθηκε με μια στριγκλιά και κυλίστηκε στην άμμο ίσαμε τη θάλασσα. Κατέφθασαν οι άλλοι δύο να δουν την πατούσα του που ήταν κόσκινο από μαύρα σημαδάκια. Είναι ενοχλητικό και πονάει, τ’ αγκάθια πρέπει να βγουν ένα ένα με λάδι και τσιμπιδάκι. Τον ποδοπατημένο αχινό τον είχα σπρώξει μακριά. 

Το κορίτσι το είχε δει. Πριν από μένα είχε καταλάβει πως κάποια σχέση είχε κι αυτή με την αντιπάθεια εκείνων των τριών για μένα. Κοίταζαν εξαγριωμένοι προς το μέρος μου, εγώ εξακολουθούσα να διαβάζω. Εν αγνοία μου, εκεί διαδραματιζόταν μια σκηνή ανταγωνισμού μεταξύ αρσενικών. Εκείνη μου το είπε, ξαφνιασμένη απ’ τη φάση με τον αχινό - γιατί να χρησιμοποιήσω ένα ζώο σαν όπλο. 

Μου έλεγε πως την εποχή του ζευγαρώματος τα αρσενικά παλεύουν για να βατέψουν τα θηλυκά σε οίστρο. Αστεία μου φαινόταν η λέξη, τη συνδύαζα με την τέχνη.

«Όπως σ’ εμάς με τον Τρωικό Πόλεμο», θέλησα να πω, από τα πιο πρόσφατα διαβάσματά μου.

«Δεν είναι το ίδιο, σ’ εμάς μπαίνει στη μέση η επιθυμία να συντρίψεις τον ηττημένο, στα ζώα είναι μόνο μάχη για την αγάπη».

Στα δικά της χείλη, εκείνη η λέξη δεν ηχούσε αρχαία. Την έλεγε τονίζοντας το «άλφα», ενώ εγώ το πρόφερα δειλά. Τη μιμήθηκα τονίζοντας ακόμα περισσότερο το «άλφα» της.

«Και λοιπόν; Τι σε κάνει να γελάς; Αγάπη: μια λέξη πολύ αξιοσέβαστη στη φύση».

«Συγγνώμη, με ξάφνιασε το “άλφα” σου».

«Γιατί, εσύ πώς το προφέρεις;»

Ντρεπόμουν να το πω.

«Λοιπόν; Ντρέπεσαι; Παιδάκι είσαι ακόμα, μωρέ».

«Αγάπη».

«Βλέπεις; Δεν είναι γελοίο. Είναι σοβαρή υπόθεση. Για τα ζώα είναι η πιο ισχυρή ώθηση, όταν τη νιώσουν. Ξεχνούν να φάνε, 
να πιούνε.


Robert Doisneau, Shy kids with glasses, 1956


Εκείνη τη μέρα πήγα στο μπαρ να πάρω δυο παγωτά γρανίτα. Καθώς επέστρεφα, ένας απ’ τους τρεις ήρθε πίσω μου και με μια απότομη κίνηση μου τα έριξε κάτω. Γύρισα στην ομπρέλα λέγοντας πως μου έπεσαν. Το κορίτσι το είχε δει.

«Πρέπει να προσέχεις».

«Λυπάμαι, τα κρατούσα άσκημα, μου έπεσαν».

«Σοβαρολογώ, πρέπει να προσέχεις».

Σηκώθηκα να πάω στη θάλασσα, σηκώθηκε κι εκείνη. Μπήκε στο νερό όπως ακουμπά ένα φύλλο, εγώ όπως βυθίζεται ένα κουπί. Τσέκαρα μήπως μας είχαν ακολουθήσει.

«Δεν έρχονται», είπε, «μπροστά μου δεν αναμετριούνται μ’ εσένα που τα καταφέρνεις καλύτερα στο νερό». 

Δε θα ’φτανα να κάνω εκείνη τη σκέψη ούτε είχα συνειδητοποιήσει την ετοιμότητα του κοριτσιού. Δεν απάντησα, σαστισμένος που με τσάκωσε ν’ ανησυχώ.

«Το κόλπο με τον αχινό θα σε κάνουν να το πληρώσεις».



Η πρώτη φράση αγάπης: «Η παλάμη του χεριού σου είναι καλύτερη απ’ το κοίλωμα της αχηβάδας
»

Αντί ν’ αντιδράσω, βούτηξα κάτω απ’ το νερό. Αναδύθηκα ξέπνοος με πιο ξεκαθαρισμένες ιδέες.

«Πάτσισα με τα παγωτά».

«Δεν είσαι ιπποπόταμος, δε σκέφτεσαι καλύτερα κάτω απ’ το νερό. Εκείνο ήταν μόνο ένα πείσμα, άλλα έχουν κατά νου».

«Κι εσύ πώς το ξέρεις;»

«Απλώς το ξέρω».

«Δε φοβάμαι»
, είπα, κι ήταν αλήθεια. Δε με τρόμαζε να έχω εχθρούς.

«Δεν έχει διαφορά αν φοβάσαι ή όχι. Πρέπει να προβλέπεις τις κινήσεις τους».

«Ναι, αλλά πώς; Εδώ δεν ξέρω ούτε τις δικές μου. Κι έπειτα, στ’ αλήθεια, δε με τρομάζει να πονέσω, να χτυπήσω. Δε με νοιάζει. Το σώμα μου δεν το ’χω σε πολλή εκτίμηση και δε μ’ αρέσει κιόλας. Είναι παιδικό κι εγώ δεν είμαι πια παιδί. Το ξέρω εδώ κι ένα χρόνο, εγώ μεγαλώνω και το σώμα μου όχι. Μένει πίσω. Γι’ αυτό, και να διαλυθεί, δεν πειράζει. Ίσα ίσα, αν διαλυθεί, αναγκαστικά από κει θα βγει το καινούριο σώμα». 

Είπα αυτά τα λόγια με μια παράξενη ζέση και σοβαρότητα. Αιφνιδιάστηκε, έμεινε συλλογισμένη.

«Ε, ηρέμησε, καλέ, με τρόμαξες», είπε και βούτηξε κάτω απ’ το νερό. Βούτηξα κι εγώ για να την τραβήξω πάνω κι εκείνη μου έπιασε το χέρι. Βγήκαμε στην επιφάνεια ν’ ανασάνουμε, εκείνη κρατούσε ακόμα το χέρι μου.





Το αγαπημένο μου ρήμα, κρατώ, αποκτούσε υπόσταση. Πώς μπορεί να το ξέρει; Το σκέφτηκα κι απάντησα στον εαυτό μου: απλώς το ξέρει. Δεν είχα αγγίξει τίποτα τόσο στιλπνό μέχρι τότε. Ούτε μέχρι σήμερα, τώρα το ξέρω. Της το είπα, πως η παλάμη του χεριού της ήταν καλύτερη απ’ το κοίλωμα της αχηβάδας, καθώς βγαίναμε στην ακτή, χωρίς να κρατιόμαστε. 

«Το ξέρεις πως είπες μια φράση αγάπης;» είπε πηγαίνοντας προς την ομπρέλα.

Μια φράση αγάπης; Ούτε που ξέρω τι είναι, τι της πέρασε απ’ το μυαλό; Αυτή ξέρει πιο πολλά για μένα μέσ’ από τα ζώα, αλλά έχει κάνει λάθος. Είπα μια φράση έκπληξης. Η αφή είναι η τελευταία αίσθηση στην οποία δίνω σημασία. Κι όμως, είναι η πιο διαδεδομένη, δε βρίσκεται σε ένα μόνο όργανο του σώματος, όπως οι άλλες τέσσερις, είναι διάσπαρτη σ’ όλο το σώμα. Κοίταξα το χέρι μου, μικρό, κάπως χοντρό, και λίγο τραχύ επίσης. Ποιος ξέρει τι να ένιωσε εκείνη στο δικό της. Δεν μπορούσα να ρωτήσω, μπορεί να ήταν κατά λάθος μια ερώτηση αγάπης.



Π
ρέπει να ξεφορτωθώ αυτό το παιδικό κορμί που δε λέει να μεγαλώσει....

Πρέπει να ξεφορτωθώ αυτό το παιδικό κορμί που δε λέει να μεγαλώσει. …. πρέπει να πάω να τους βρω εκείνους τους τρεις και να με καταχερίσουνε ώσπου να μου σπάσουνε το τσόφλι. Μιας κι από μέσα δεν μπορώ να το παραβιάσω, πρέπει να γίνει από έξω. Πρέπει να πάω να τους βρω.

Σήμερα ξέρω πως το σώμα μεταβάλλεται σύμφωνα με τη χρήση που του έχει οριστεί, με βραδύτητα δέντρου. Διάφορα σχήματα πέρασαν απ’ το δικό μου ωσότου γίνω ο κρεμανταλάς που είμαι τώρα. Στα δέκα μου χρόνια πίστευα στην αλήθεια του ξυλοκοπήματος. Μου φαινόταν χρήσιμο το ανεπανόρθωτο.
[.....]

Είχα αποφασίσει τη μέρα και την ώρα, αλλά δεν τους έβλεπα.

Α
ποφάσισα να γυρίσω στην ακροθαλασσιά, που είχε αδειάσει κάπως. Πέρασα μπροστά από τις εγκαταστάσεις όπου πήγαινα για μπάνιο. Καθισμένοι σ’ ένα τοιχάκι, οι τρεις έπαιζαν χαρτιά. Με είδαν, μάζεψαν τα χαρτιά και στα γρήγορα κατέβηκαν τα σκαλάκια προς τη θάλασσα. 


Δεν την περίμενα εκείνη την αντίδραση, τους ακολούθησα. Ένας απ' αυτούς είπε:

 «Ρε, είναι μονάχος του». 

Ακριβώς, είχαν φανταστεί ότι μπορεί και να με ακολουθούσε ο ψαράς. 

«Είναι μονάχος», ξαναείπαν. 

Τριγύρω ψυχή, με περικύκλωσαν, από πίσω μού ήρθε ένα σκαμπίλι που μ' έριξε πάνω στους άλλους δύο. Άρχισαν σι ξυλιές, ούτε που μέτρησα πόσες. Ο ένας μ’ έκανε να φέρω τα χέρια μου στη μύτη, κι όταν βρέθηκα κάτω πια, με μια τελευταία κλοτσιά βυθίστηκα. Ξέρω πως δεν αντιστάθηκα. Πόνοι ναι, δυνατοί, αλλά και μια πεισματάρικη ηρεμία από μέσα μου δε μ’ άφησε να ουρλιάξω.

Ξύπνησα σ’ ένα φορείο, στο υγειονομείο του νησιού. Η μαμά ήταν κοντά μου και μου έδιωχνε τις μύγες. Ήθελα να της χαμογελάσω, αλλά μια σουβλιά στα χείλη μ’ εμπόδισε. 

«Ποιος ήταν, παιδί μου;» Δεν απάντησα. Το σώμα μου πονούσε σ’ ένα σωρό σημεία, το πρόσωπό μου ακόμα πιο πολύ, έπειτα το στήθος, κι έβλεπα θολά. «Ποιος ήταν, άντρας;» Ήθελα να της πω: εγώ ήμουν.




Η δεύτερη φράση αγάπης: «Τα χέρια σου γιατρεύουν» 

Η είδηση διαδόθηκε στη μικρή κοινωνία των παραθεριστών. Έρχονταν άνθρωποι για πληροφορίες, ακόμα και το κορίτσι ήρθε, με τη μητέρα του. Η μαμά τις δέχτηκε ευγενικά. Μπήκαν στο δωμάτιο και το κορίτσι πάγωσε. Η μητέρα της σχολίασε κάτι, δεν ξέρω τι, δεν άκουγα πια. Μου είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Με κοίταζε κατάματα, μπορούσα κι εγώ να κάνω το ίδιο, τα μάτια μου είχαν ξεπρηστεί, έμενε το μελάνιασμα γύρω γύρω. Οι δυο μαμάδες βγήκαν έξω, η δική της έκανε να τη σκουντήσει για να τη βγάλει απ’το δωμάτιο, εκείνη έκανε όχι με το κεφάλι, απότομα, και τα μαλλιά της ανέμισαν ελαφρά. Βγήκαν έξω αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Εκείνη την έκλεισε κι ήρθε να καθίσει στο κρεβάτι.

«Πού είχαμε μείνει; Α, ναι, στο χέρι». 

Κι έκλεισε το χέρι μου ανάμεσα στα δικά της. Τα δάχτυλά μου βρίσκονταν ανάμεσα σε δυο σεντέφια πιο μαλακά κι από την ψίχα του ψωμιού. Όμως δεν της το είπα.

«Δεν έπρεπε ν’ αφήσεις να σου το κάνουν αυτό», είπε σκληραίνοντας τον τόνο. 

Εγώ άνοιξα το στόμα μου ν’ απαντήσω, εκείνη έβαλε το δάχτυλό της πάνω του: 

«Μη λες τίποτα. Δε γίνεται στη φύση, τρία αρσενικά να τα βάζουν με ένα. Τώρα αυτό είναι θέμα της δικαιοσύνης. Ξέρω πως δε θέλησες να τους καταγγείλεις. Έτσι η δικαιοσύνη γίνεται πιο δύσκολη, πρέπει να σκαρφίζεται καινούριους δρόμους. 

«Για πες μου, λοιπόν: θες να εκδικηθείς;»

«Ούτε γι’ αστείο, εγώ πήγα γυρεύοντας να με δείρουν».

«Όχι δα. Σε είχαν βάλει στόχο εξαιτίας μου κι ήθελαν να σε χτυπήσουν. Έπρεπε να προσέξεις και να τους αποφύγεις κι έπρεπε κι εγώ να είμαι πιο κοντά σου. Μπροστά μου δε θα σ’ έδερναν. Τ’ αρσενικά δεν κάνουν άναντρες πράξεις μπροστά σε μια γυναίκα».

[......] Μου έπιασε πάλι το χέρι, ένιωσα πρώτα εκεί κι έπειτα σ’ όλο το σώμα ένα ξέσπασμα χαράς, ζεστασιάς, ευγνωμοσύνης. Της το είπα: 

«Τα χέρια σου γιατρεύουν».

«Αυτή είναι η δεύτερη φράση αγάπης που λες».

Μπήκαν μέσα οι μαμάδες με τα φλιτζανάκια του καφέ, εκείνη κρατούσε ακόμα το χέρι μου ανάμεσα στα δικά της. Μπροστά στον κόσμο, το ρήμα κρατώ διαλαλούσε τα δικαιώματά του.

«Θα γιάνει γρήγορα», είπε και στις δυο. Έπειτα σηκώθηκε και υποσχέθηκε πως θα ξαναρχόταν.


Ήταν δύο εχθροί, όχι μόνο αντίπαλοι πια.....

Ήμουν στα μισά ενός σταυρολέξου όταν η φωνή, σαν διακόπτης, με σταμάτησε.


«Χωρίς όπλα, με χέρια και πόδια γυμνά, ο πρώτος που θα βγάλει φωνή, χάνει». 

Εκεί έξω άρχιζε μια βουβή μα και ηχηρή σκηνή, όπως όταν τινάζουν τα χαλιά. Παραβίασα την εντολή να μη σαλέψω, ζύγωσα στο μακρόστενο φως απ’ την πόρτα. 

Δύο, εκείνοι οι δύο, έρχονταν στα χέρια. Ιδρωμένοι, αναψοκοκκινισμένοι κάτω απ’ την πρέσα του ήλιου, αναζητούσαν ο ένας το αδύνατο σημείο του άλλου, το συκώτι, το πρόσωπο. […..] Ξεφυσούσαν βραχνιασμένοι, τους έτρεχαν τα σάλια, μπαινόβγαιναν στο περίγραμμα της χαραμάδας μου. […..]

Στη σιγή του ασάλευτου αέρα οι γδούποι ήχησαν σαν χτύποι σε τύμπανο. Έπεσαν πάνω στην άμμο και στα σανίδια του διαδρόμου, ανάβλυσε το πρώτο αίμα. Ελευθερώθηκαν ο ένας από τον άλλο κι αμέσως σηκώθηκαν πάλι όρθιοι κι έκαναν την ίδια κίνηση, να μαζέψουν άμμο στη χούφτα τους και να την πετάξουν ο ένας στα μούτρα του άλλου. Γύρισαν την πλάτη για να την αποφύγουν. […..]

Ο πιο ψηλός κατάφερε στα γρήγορα την πρώτη γροθιά στα μούτρα. Ο χοντρός έφερε τα χέρια του στο στόμα, ο άλλος επωφελήθηκε για να του δώσει μια κλοτσιά στην κοιλιά. Ήταν δύο εχθροί, όχι μόνο αντίπαλοι πια. [……]

Ακολούθησαν κι άλλα χτυπήματα φαρμακερά, ποτισμένα με το δηλητήριο του μίσους, όμως αδύναμα πια. Τέλος πιάστηκαν από τα μαλλιά και σ’ ένα ύστατο σφιχταγκάλιασμα κατέληξαν να δαγκώνονται, ουρλιάζοντας από πόνο κι οι δυο. Ξεκόλλησαν, νικημένοι απ’ τα χτυπήματα και την εξάντληση. Κουλουριασμένοι πάνω στην άμμο, γύρευαν να συγκρατήσουν το ουρλιαχτό που είχε βγει κι ήθελε κι άλλο να ξεσπάσει.



Sicily, Italy, 1956 (photo by René Burri)

«Αυτός νίκησε».....

«Χάσατε», η φωνή της ψυχρή ξεμύτισε απ’ το πλάι, από μια γωνιά αθέατη σ’ εμένα. Άκουσα χτύπημα στην καμπίνα και κάλεσμα να βγω.

'Ηταν σίγουρη πως ήμουν εκεί μέσα, πιο σίγουρη κι από μένα που δεν ήξερα πού βρισκόμουν και γιατί έπρεπε να βρίσκομαι εκεί. Οποιοδήποτε σημείο ήταν καλύτερο από κείνο το δωματιάκι απ’ όπου είχα κρυφοκοιτάξει τη ματαιότητα του μίσους και του αίματος.

 «Μπορείς να βγεις τώρα».

 Ήταν μια διαταγή στην οποία έπρεπε να υπακούσω. Έβγαλα το σύρτη και πρώτη εκείνη έσπρωξε την πόρτα. Το φως στο πρόσωπό μου μ’ έκανε να σηκώσω το χέρι για ν’ αμυνθώ. Εκείνη μ’ έπιασε απ’ τον αγκώνα παρακινώντας με να προχωρήσω στον σανιδένιο διάδρομο. Οι δυο στο έδαφος κάθονταν κουλουριασμένοι, δεν μπορούσαν ούτε να κοιτάξουν.

«Αυτός νίκησε», είπε δείχνοντας εμένα. Πήρε στα χέρια της το πρόσωπό μου κι έκανε να με φιλήσει στο στόμα. Εγώ από ένστικτο τινάχτηκα κι έτσι με φίλησε στη μέση της μύτης, που ήταν ακόμα κόκκινη και πρησμένη, ξυπνώντας μου τον πόνο.

«Όχι», είπε εκείνη, «στάσου ακίνητος», και με φίλησε στο στόμα με το ζόρι και με τέτοια διάρκεια, που αναγκάστηκα ν’ αναπνέω από τη μύτη. Ξεκόλλησε από τα χείλη μου πλαταγίζοντας τα δικά της.

Είχα μείνει ακίνητος να την κοιτάζω.
«Μα, καλά, εσύ δεν κλείνεις τα μάτια όταν φιλάς; Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια». 




«Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν».......

«Τα είδες όλα;»

«Ακόμα βλέπω».

«Όχι, λέω πριν, τα είδες όλα; Έπρεπε να είσαι παρών». Χρειαζόταν μάρτυρας όταν απένεμε δικαιοσύνη, χωρίς μάρτυρα έμενε μισερή. Εγώ είχα εμπλακεί άθελά μου, είχα υποχρεωθεί να φορτωθώ ένα ρόλο ευθύνης. Δεν την ήθελα και προσπάθησα να την πάρω κι από τους δικούς της ώμους. «Χτυπιόνταν από μίσος αναμεταξύ τους, όχι εξαιτίας σου».

«Τότε δεν είδες τίποτα. Χτυπιόνταν για μένα, όπως έπρεπε να γίνει για ν’ αποδοθεί δικαιοσύνη. Τα χτυπήματα που σε πλήγωσαν έπρεπε να πληγώσουν τους ίδιους. Έτσι ισοφαρίζεται η δικαιοσύνη».

Δεν τους καταλάβαινα εκείνους τους συλλογισμούς της, το πληγωμένο σώμα στην αρχή ήταν ένα, το δικό μου, και τώρα γίνονταν τρία. Δεν ισοφάριζε, αντίθετα γινόταν ακόμα πιο άνιση κείνη η δικαιοσύνη. Αμήχανος μπροστά στη σιγουριά της, τόλμησα μια δευτερεύουσα ερώτηση. «Γιατί είπες στην αρχή πως κανείς δεν έπρεπε να βγάλει φωνή;»

«Μα δεν καταλαβαίνεις; Αν φώναζαν, μπορεί να ’ρχόταν κόσμος να τους χωρίσει».

«Κι αν φώναζε μόνο ο ένας και παραδινόταν;» 

«Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν».

Sally Mann, "The dark nature of childhood and adolescence.."

Το ξέρουμε πως δε θα ξαναϊδωθούμε......


Μείναμε ως το σούρουπο. Πριν από τις αναχωρήσεις είθισται ν’ ανταλλάσσουμε διευθύνσεις, να υποσχόμαστε πως θα γράψουμε. Είπαμε: εμείς όχι. 

«Δε θα σέρνουμε μια υπόσχεση που θα την αθετήσουμε μετά. Το ξέρουμε πως δε θα ξαναϊδωθούμε. Κι αν τύχει και συμβεί, θα είμαστε διαφορετικοί και δε θ’ αναγνωρίζει ο ένας τον άλλον. Εσύ θ’ αλλάξεις σουλούπι και φωνή, τα ψαρίσια μάτια όχι, ίσως μπορέσω να σε αναγνωρίσω απ’ αυτά. Πάμε τώρα στο σπίτι, κι ας μείνουμε μαζί για το τελευταίο βράδυ».

«Φεύγεις αύριο;»

«Ναι».


Σήμερα ξέρω πως εκείνη η αγάπη-νεοσσός περιείχε όλα τα αντίο που θα επακολουθούσαν. Καμιά τους δε θα κοντοστεκόταν, δε θα γνώριζα γάμο ούτε θα στεκόμουν στο πλευρό κάποιας, μπροστά σ’ έναν τρίτο που θα ρωτούσε: «Δέχεσαι την...;». 

Η αγάπη θα ήταν ένας σύντομος σταθμός ανάμεσα σε περιόδους απομόνωσης. Σήμερα σκέφτομαι μια τελική χρονική στιγμή από καινού με μια γυναίκα, με την οποία θα συνέπιπτα όπως γίνεται με την ομοιοκαταληξία στο τέλος των λέξεων.


The Divers by George Hoyningen-Huene

....."οπλισμένος με ελαφρόπετρα και βελόνι που πλέκουν τις κάλτσες"...

Εκείνη τη μέρα είχα δει για πρώτη φορά να σπαταλιέται το κόκκινο του αίματος των άλλων. Δεν είχα βγει απ’ την καμπίνα για να το εμποδίσω. Έπρεπε να ταραχτώ μ’ εκείνα τα χτυπήματα, κι όμως εγώ παρακολούθησα αδρανής μέχρι που τέλειωσαν.

Όταν την άφησα, μου ανέβηκε στο κεφάλι η ντροπή, η ατίμωση, που δεν είναι κοκκίνισμα στο πρόσωπο, είν’ ένας δρυοκολάπτης που σκαλίζει τη φωλιά του στο γέρικο δέντρο. Είχα φανεί λίγος. Δεν ήμουν αυτός που επιζητώ να είμαι. Ρωτάω τον εαυτό μου και τρέμω πως θα τον βρω λειψό. 

Πριν από τότε δεχόμουν την αδυναμία μου, αδυναμία παιδιού που αναλύεται σε δάκρυα, μετά όμως από το ξύλο που έφαγα, μετά τις πληγές, την είχα ξεπεράσει κι είχα αφεθεί στις βίαιες αλλαγές. Και στην πρώτη απόπειρα να φερθώ ως ένα άλλο, νέο πρόσωπο, δεν είχα καν αναγνωρίσει την ευκαιρία. 

Εξακολουθούσε να είναι αληθινός ο ορισμός της εκ μητρός γιαγιάς μου, έλεγε σ’ εκείνη την ιδιαίτερη διάλεκτό της πως ήμουν οπλισμένος με ελαφρόπετρα και βελόνι που πλέκουν τις κάλτσες. Ήταν η προίκα μου, ήμουν οπλισμένος με μια πέτρα χωρίς βάρος και με μια βελόνα που λύγιζε αμέσως.

Μετά την έκπληξη ότι μπορούσα να κατονομάσω τη λέξη αγάπη, ερχόταν η φυσική εμπειρία της ντροπής, ένα γερό κράτημα πάνω στα νεύρα. Ντροπή για το ότι άφησα να χυθεί το αίμα εκείνων των δύο χωρίς να κάνω την παραμικρή κίνηση να το εμποδίσω. Δεν ήμουν πια παιδάκι, αντί γι’ αυτό ήμουν σε γενικές γραμμές ένα τίποτα.


Henri Cartier-Bresson

«Σου αρέσει η αγάπη;»

Η συνάντηση ήταν στο μόλο, εκείνη ήταν ήδη εκεί, κάτω από ένα φανάρι ζωσμένο από νυχτοπεταλούδες. Απομακρύνθηκε από κοντά τους, με πλησίασε και είπε διασκεδάζοντας φανερά: 

«Πλύθηκες για χάρη μου; Κολακευμένη όσο δεν παίρνει, αφέντη μου».

«Αυτό είναι το πρώτο μου ραντεβού, δεσποσύνη».

Τραβήξαμε προς την παραλία των ψαράδων, άδεια το βράδυ. Οι βάρκες παραταγμένες στη στεριά πρόσφεραν στήριγμα στην πλάτη κι ανάμεσά τους όλη τη γαλήνη που μας χρειαζόταν. Καθίσαμε στην άμμο, κοντά κοντά, ο ώμος μου ακουμπούσε στον δικό της, δε μας ερχόταν όρεξη να μιλήσουμε. Λίγες φωνές έρχονταν από τα καμαράκια των ψαράδων, όχι απ’ τη θάλασσα, που γαργαλούσε την ακτή.


«Σ’ αρέσει η αγάπη;» ρώτησε κοιτάζοντας ίσια μπροστά της, όπου υψωνόταν το πλαϊνό μιας βάρκας που ήταν βαμμένη με άσπρη μπογιά κι είχε και μια γαλάζια φάσα.


«Πριν απ’ αυτό το καλοκαίρι, διάβαζα για την αγάπη στα βιβλία και δεν καταλάβαινα γιατί οι μεγάλοι παθιάζονταν τόσο. Τώρα το ξέρω, φέρνει αλλαγές, και στους ανθρώπους αρέσει ν’ αλλάζουν. Δεν ξέρω αν εμένα μ’ αρέσει, όμως τώρα την έχω, ενώ πρώτα δεν υπήρχε».

«Την έχεις;»

«Ναι, κατάλαβα πως την έχω. Άρχισε απ’ το χέρι μου, την πρώτη φορά που μου το ’πιασες. Που το κράτησες, αυτό το ρήμα είναι το αγαπημένο μου».

«Λες χαζομάρες. Είσ’ ερωτευμένος μαζί μου;»

«Έτσι λέγεται; Άρχισε απ’ το χέρι μου, που ερωτεύτηκε το δικό σου. Έπειτα ερωτεύτηκαν οι πληγές μου κι άρχισαν να γιατρεύονται στα γρήγορα, το βράδυ που ήρθες να με δεις και μ’ άγγιξες. Όταν βγήκες απ’ το δωμάτιο, ήμουν καλά, σηκώθηκα από το κρεβάτι και την άλλη μέρα ήμουν στη θάλασσα».


«Άρα λοιπόν σου αρέσει η αγάπη;»


«Είναι επικίνδυνη. Πληγώνουμε άθελα μας, κι έπειτα, για χάρη κάποιας δικαιοσύνης, πληγώνουμε κι άλλο. Δεν είναι μια καντάδα στο μπαλκόνι, μοιάζει με καταιγίδα όταν φυσάει γαρμπής, η θάλασσα ανταριάζει κι ανακατεύεται στον πάτο. Δεν ξέρω αν μ’ αρέσει».



Το φιλί, ο πρώτος καρπός της γνώσης.......


«Το φιλί που σου ’δωσα, εκείνο τουλάχιστον σου άρεσε;»

«Αυτό δεν το ’δωσες σ’ εμένα, το ’ριξες στα μούτρα εκείνων των δυο που πάλευαν στο χώμα».

Έτσι όπως καθόμασταν πλάι πλάι στο μισόφωτο, οι λέξεις έρχονταν στην επιφάνεια γοργές, σαν φυσαλίδες.

«Επομένως, σου χρωστώ ένα ολότελα δικό σου;»

Στράφηκε προς το μέρος μου. Από ένστικτο θέλησα να γυρίσω από την αντίθετη πλευρά, όμως μια απρόσμενη δύναμη μου γύρισε κεφάλι και λαιμό προς τη μεριά της. Σίγησε η φλυαρία που μου είχε έρθει αβίαστα όσο δεν την κοίταζα. Ήταν τόσο όμορφη κοντά μου, με τα χείλη μισάνοιχτα. Με συγκινούν τα χείλη μιας γυναίκας, γυμνά όταν ζυγώνουν για να φιλήσουν, γδύνονται απ’ όλα, απ’ τις λέξεις και κάτω.

«Κλείσ’ τα, ευλογημένε, τα ψαρίσια μάτια σου».

«Μα δεν μπορώ. Αν έβλεπες κι εσύ αυτό που βλέπω εγώ, δε θα μπορούσες να τα κλείσεις».

«Πού τα σκαρφίζεσαι αυτά τα κομπλιμέντα, νεαρούλη;»

«Τι κομπλιμέντα; Λέω αυτό που βλέπω».

«Έλα, φτάνει τώρα».

Πέρασε τα δάχτυλά της πάνω απ’ τα μάτια μου κι έπειτα μ’ εκείνα τα δάχτυλα κατέβηκε στα πλάγια της μύτης, περνώντας από το στόμα ίσαμε το πιγούνι. Κι έβαλε τα χείλη της στο στόμα μου, μισάνοιχτο απ’ το σάστισμα.

«Θαύμα», είπα όταν ξεκόλλησε με πολύ αργές κινήσεις.

«Αυτό ήταν για σένα. Σε ξαναρωτάω, σ’ αρέσει η αγάπη;»

«Ε, ναι, αν είναι αυτό, ναι». Σκέφτηκα πως από κείνη τη στιγμή κι έπειτα θα κατανοούσα όλα τα βιβλία.

Προστέθηκαν κι άλλα φιλιά ανάμεσα στις βάρκες. Μετά απ’ το καθένα αντιλαμβανόμουν ότι μεγάλωνα, πιο πολύ απ’ ό,τι με τις πληγές. Δε μου ζητούσε πια να κλείνω τα μάτια. Έβλεπα τα βλέφαρά της να χαμηλώνουν κι έπειτα να σφαλίζουν τη στιγμή ακριβώς που ακουμπούσε τα χείλη της στα δικά μου. Πέρασε και τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου, μελετούσε το πρόσωπό μου, έσκαγε ένα χαμόγελο κι ύστερα πάλι άλλο φιλί. Τα χέρια της γίνονταν χάδια.

Μείναμε καθισμένοι πλάι πλάι, με τα γόνατα λυγισμένα και τα πόδια μαζεμένα. Τα φιλιά έπαιρναν ώθηση απ’ τα τακούνια που μπήγονταν στην άμμο. Ανηφόριζαν τους σπονδύλους ίσαμε τα κόκαλα του κρανίου, ίσαμε τα δόντια. Μέχρι σήμερα ξέρω πως είναι ο υψηλότερος στόχος στον οποίο φτάνουν τα σώματα. Από εκεί πάνω, απ’ την κορυφή των φιλιών, μπορείς έπειτα να κατεβείς στις παροξυσμικές περιδινήσεις του έρωτα.



Η κάμαρα ανάμεσα στις βάρκες φωτίστηκε απ’ το φεγγάρι που είχε ανεβεί στην πλώρη μπροστά. Ξεκολλήσαμε, τα χείλη μας μουδιασμένα. Το δρόμο προς τα σπίτια μας τον διανύσαμε στα τυφλά, τον χάναμε βαδίζοντας πλάι πλάι. Σ’ ένα σταυροδρόμι χωριστήκαμε, λύνοντας τα χέρια μας, άλλος χαιρετισμός δε χρειαζόταν. 

Η Εύα κι ο σύντροφός της, βγαίνοντας απ’ τον κήπο, είχαν ήδη αποκτήσει όλα τα αγαθά του κόσμου. Η ζωή που προστέθηκε μετά, μακριά απ’ τον τόπο εκείνο, ήταν ένα ξεστράτισμα.


The lake, I want so much to go spend time at the lake.I love summer time lake nights...nothing like it.


Erri De Luca, Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια, εκδόσεις κέλευθος

2 σχόλια:

  1. Α-ΠΙΣ-ΤΕΥ-ΤΟ !!! ότι ομορφότερο έχω διαβάσει τελευταία !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μεγαλώνουμε και μοιάζει απίστευτα και αποκαλυπτικά μαγικό να "πλευρίζουμε" τα δέκα μας χρόνια με όλα τα μελλοντικά τους σχήματα, που πασχίζαμε πυρετωδώς να εξωθήσουμε από το ασφυκτικά τσουρούτικο κουκούλι του παιδιού!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή