Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Με τον τρόπο του Κ.Π. Καβάφη: Ηλίας Λάγιος, Εν επαρχιακή χωροδεσποτεία μεσαιωνικού Βασιλείου



"Σε κάποιον που επιθυμεί να συνεχίσει να είναι ποιητής και μετά το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, παρατηρούσε ο Έλιοτ, είναι απαραίτητο να υπάρχει η “ιστορική αίσθηση”. Θα πρέπει, δηλαδή, σύμφωνα με τον δημιουργό της Έρημης Χώρας, ο ποιητής να αντιλαμβάνεται το παρελθόν όχι μόνον στην “παρελθοντική”, αλλά και στην “παροντική” του διάσταση. Και πιο αναλυτικά: ο ποιητής που επιθυμεί να συνεχίσει να είναι ποιητής και μετά το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του οφείλει να γράφει έχοντας στα κόκκαλά του όχι μόνον την αίσθηση της γενιάς του, αλλά και την αίσθηση ότι ολόκληρη η λογοτεχνία της Ευρώπης, από τον Όμηρο και μετά, και μαζί μ’ αυτήν και ολόκληρη η λογοτεχνία της χώρας του, έχει μια ταυτόχρονη ύπαρξη και συνθέτει μια ταυτόχρονη τάξη. [......]

"Ένας ποιητής με “ιστορική αίσθηση”, όπως ακριβώς την περιγράφει ο Έλιοτ, που συνέχισε να είναι ποιητής και μετά τα εικοσιπέντε του, υπήρξε ο Ηλίας Λάγιος. Αυτός δε που είχε στη νεότητά του καταγγείλει τους «εαυτότροπους», κατέληξε να γίνει ένας από τους πλέον “εαυτότροπους” ποιητές της γενιάς μας. Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού κάθε ισχυρού ποιητή κατεξοχήν “εαυτότροπη” είναι η μοίρα." 


Βαγγέλης Κάσσος




[Το 2003 συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από τον θάνατο του Καβάφη και οι “Αναγνώσεις” της Αυγής τίμησαν τον αλεξανδρινό με ένα αφιέρωμα που αποτελείτο από ποιήματα δεκατεσσάρων νεωτέρων ποιητών, καλύπτοντας το ηλικιακό φάσμα από τα 47 έτη του Βαγγέλη Κάσσου μέχρι τα 21 του Χάρη Ψαρρά.

Ο Ηλίας Λάγιος συμμετείχε με αυτό το ποίημα, όπου οι καβαφικές απηχήσεις συναρθρώνονται με τον σχολιασμό της πολιτικής επικαιρότητας.


Είναι λοιπόν απαραίτητο να σημειώσουμε πως, μια εβδομάδα πριν τη δημοσίευση του ποιήματος, οι δυνάμεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας έχουν καταλάβει τη Βαγδάτη, παρά την αντίθεση του γαλλογερμανικού άξονα και άλλων χωρών, όπως η Ρωσία και η Κίνα. Επίσης, την εβδομάδα που έπεται, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρόκειται να συναντηθούν στην Αθήνα, εν μέσω των προγραμματιζόμενων αντιπολεμικών διαδηλώσεων. Όπως προβλέπει το ποίημα, η αίγλη της υψηλής διεθνούς παρουσίας θα καταλήξει σε μπούμερανγκ για την ελληνική κυβέρνηση, που προσδοκούσε πολιτικά οφέλη.

Τα πρόσωπα του ποιήματος: Κώστας Σημίτης, Τζώρτζ Μπους, Τόνι Μπλερ, Σαντάμ Χουσεΐν, Γιωργάκης Παπανδρέου, Ευάγγελος Βενιζέλος, Βάσω Παπανδρέου, Κώστας Λαλιώτης, ο πατήρ Μπους...] 



Πολιτισμός και βαρβαρότητα


Ο πίνακας «Νούμερο ισορροπίας» του γερμανού ζωγράφου Μπερντ Στόλτσεν, εμπνευσμένος από τον πίνακα «Ο διευθυντής του σχολείου αγχωμένος» του Καρλ Σπίτσβεγκ (Κολονία, 1841), παρουσιάζει τον πρόεδρο Μπους σε μια ασταθή γέφυρα ενώ πίσω του ακολουθεί τυφλός και τραυματισμένος ο βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ. Ο ιρακινός πρόεδρος Σαντάμ Χουσεΐν αντικατοπτρίζεται στο νερό σαν φάντασμα και στο βάθος φαίνεται η φλεγόμενη Βαγδάτη


Του Κωνσταντίνου Άρχοντος είναι μεγάλη η στενοχώρια. 

Αλλοιώς τά ‘χε γνωρίσει στο μυαλό του, αλλοιώς τα βούλονταν. 
Πως θα συνάζονταν στην χωροδεσποτεία οι υψηλοί Αυθέντες, 
κι οι σκεπασμένες στο μετάξι Κύρισσες κι' όλο το Αρχοντολόι, 
πως θα γενόνταν εορτές λαμπρές και τελετές και τα παρόμοια 
που κολακεύουν και φαιδρύνουνε τον γραίκικο λαό της βαρωνείας, 
να ξεχαστή με πανηγύρεις και βεγγαλικά η πίκρα κι' η ανέχειά του.


Και πάνω που ‘σταιναν περίλαμπρο διάκοσμο, και πάνω 
που ξεσκονίζανε τ' αρχαία αγάλματα, των εθνικών τ' ανάγλυφα, 
που γυάλιζαν τ' ασημικά και τα εικονοστάσια της Ορθοδοξίας, 
πήγε και του καρφώθηκεν του Βασιλέως άψα τρανή για πόλεμο 
-θα την συνδαύλισε, ασφαλώς, κι' ο κονστουλάτωρ του, ο Αντώνιος της

Ιγγλιτέρας.

και σύναξαν φουσάτα σιδηρόφρακτα και κίνησαν για πού; 
στις ξεραϊλες και στις ερημιές της απωτάτης Μεσοποταμίας, 
κηρύχνοντας σταυροφορία, να ξεμπερδεύουνε με τον τρελλό Χαλίφη

Χουσεϊνη,

για να λυτρώσουν, λέει, απ' τα δεινά και τα μαρτύρια, ποιους; τους

άπιστους!


Τι τα ‘θελεν κι αυτός και δέχθηκε του φέουδου την επιτροπεία; 
Ήταν σαν πέθαινεν απ' τις ακολασίες και τις ασωτείες του ο Βαρώνος,

πού ‘χε ρημάξει κι ερημώσει, τρώνοντας τον πλούτον της, την

επικράτεια

αυτός φουσκώνοντας πολιτικές κι οι σύμβουλοί του το πουγκί τους,

και μέχρι που να ενηλικιωθή ο Γεωργίτζης, ο πρωτότοκος 
(αναθρεμμένος, σπουδαγμένος στην Αυλή, θεληματάρης του Ηγεμόνος), 
φορτώθηκε στους ώμους του διακυβέρνηση κι ευθύνες, 
τους τσακωμούς των ευγενών, τις διαβολές, τα σπιουνέματα, 
τον Κυρ Ευάγγελον με του ερπετού τα μάτια, της Κυράς Βασιλικής 
πέρλες κακόγουστες και μάνητες, και την λυκίσια όψη του Κωνστάντιου. 

Βέβαια, σωστά τα λογαριάσαν ο Γεώργιος ο Δεύτερος κι ο Αντώνιος 
οπού με τ' αρπαγμένο του Σαρακηνού χρυσίον θα γονατίσουν τους

Αυθέντες,

κι οι κομητείες και τα δουκάτα τους κατ' όνομα θα τους ανήκουν μόνον

και θά ‘ναι ξένοι, παρεπίδημοι και δούλοι στην δικιά τους γη. 
Μα τι τον νοιάζει αυτόν; Ήταν, ποτέ του, παραπάνω από ήσκιος ήσκιου;


Και τώρα, παν περίπατο οι ετοιμασίες κι οι λόγοι οι καρναβαλικοί, 
οπού ξιππάζουν, εύμορφα, ομιλητές κι ακροωμένους∙ 
και τώρα, παν περίπατο κι οι λιγοστές ελπίδες του 
να επιλύση, ειρηνικά, το θέμα του καστέλλου της Τζυπρίας. 

Όχι πως δεν το ξέρει που, κρυφίως, συνωμοτούν ο Δούκας της Φραγκιάς

κι ο Δούκας της Αλαμανίας. Που πιάσαν κι έστειλαν γραφή προδοτική 
στην παγωμένη Μοσκοβία, στον Τσάρο Βόριδα. Κι άλλη γραφή,

προδοτικότερη, 
στον αινιγματικό Μεγάλο Χάνο του Πεκίνου και στους μανδαρίνους του

(φόρου υποτελείς, Τσάρος και Χάνος του Ηγεμόνος, μα, ωστόσο...). 
Και πού το ξέρεις, τι; Όταν καλπάζουν τ' άλογα, μεριάζει το χορτάρι.


Και έτσι, αντί να τήνε προσδοκά, τώρα την Σύναξη την τρέμει, 
που θά ‘ρθουν, υπό τον Αντώνιον, οι πιστοί του Βασιλέως να βγάλουνε

Βουλή,

πως χρέος όλοι, Αυθέντες κι Άρχοντες, τον Ηγεμόνα να συνδράμουνε. 
Και σαν ν' ακούη (κουτός δεν είναι) και τους Δούκες να ψελλίζουνε 
για του πολέμου τα δεινά, για πόνο ανθρώπινο, κι άλλα χριστιανικώς

ψυχωφελή.


Τάχα που τους εμπόδισαν αυτά σαν συστρατεύθηκαν με τον παλιό

Ηγεμόνα,

(πατέρα του σημερινού) και ξεθεμέλιωναν την Μεσοποταμία, 
και σκότωναν, και δήωναν, και βιάζανε, και διαγουμίζανε την χώρα,

μόνο που τότε, ο γέροντας, μοίρασε σ' όλους μερδικό απ' τα λάφυρα.

Κι όμως, μ' αυτά κι εκείνα θέριεψαν τον Θρόνο κι ο Γεώργιος το

ξεκαθάρισε

μαζί θα πολεμήσουνε, το βιός δικό του -εξόν την λεία του Αντωνίου. 

Μα πού, στο διάβολο, θυμήθηκαν την Μεσοποταμία; 

Και θα βρεθή στην μέση αυτός, ο ταπεινός κι αδύναμος, 
κι από την μια θα τον τραβούν και θα τον σέρνουν απ' την άλλη. 
Και πες, συντάσσεται με τον Αντώνιο. Θα του κόψουνε 
οι Δούκες, παρευθύς, τα λίαν γενναία δοσίματα, 
και τότες θα του λείψουν ως και τα χρειώδη για την Βαρωνεία 
και θα επακολουθήσουν στάσεις χωρικών και γκρίνιες των εμπόρων. 

Και πάλι, πες, βρίσκει κουράγιο, στέκεται στο πλάι Φραγκιάς κι

Αλαμανίας.

Τότες οργίζεται ο Βασιλιάς κι ο Αντώνιος, πρόθυμος, αμέσως ξαμολάει

επάνω του

τον άγριο Κόμη της Τουρκιάς, παλιό του εχθρό, που μανιωμένος τον

λιανίζει

Κι έπειτα; Βάζουνε στο πόδι του, ως λύση σωτηρίας και πειθούς τον

Γεωργίτζην,

ανήλικος ξανήλικος, τεμπελχανάς και άνους, μα πιστός του Γεωργίου. 
Και χάνονται για πάντα πλέον, οι γλύκες οι αξεστόμιστες, της

εξουσίας και της δυνάμεως.


Τώρα τις νύχτες, ολομόναχος και κατηφής, περιπατεί στα ολάδεια

δώματα,

αυτά που φανταζόταν στολιγμένα θριαμβικώς με θυρεούς κι οικόσημα της

Σύναξης,

βαδίζει στα ψηφιδωτά πατώματα, μηχανικά τους πίνακες κυττά 
αφηρημένος ένα αντίγραφο του Σκόπα, σύμπλεγμα Νύμφης και Σατύρων, 
κι εδώ το πάει, κι εκεί το πάει, δεν βγάνει απόφαση.


Τι τό ‘θελεν ο Παντοδύναμος κι επήγε κι έπλασε την Μεσοποταμία; 


“Αναγνώσεις”, τχ. 26, 13/4/2003 



Ένα τμήμα του κώδικα του Χαμουραμπί

"Ο μεγάλος Αραγκόν είχε πει ότι το ελληνικό αλφάβητο είναι χάρμα οφθαλμών: ο Ηλίας έδειχνε τον σεβασμό του στη γλώσσα, με την προτίμησή του σε παλαιικές γλωσσικές μορφές.

Αλλά και με το μάτι του φιλολόγου να αντιμετωπίσω το έργο του, βρίσκω ότι και η συμβολή του Λάγιου είναι κυρίως γλωσσική. Η ποίησή του εδράζεται πάνω σε έναν συνεχή και πρωτότυπο διάλογο με τα λεκτικά και πολιτιστικά στρώματα της ελληνικής λογοτεχνίας, απ’ τον Όμηρο ως τον Καρυωτάκη. Είναι η γεφύρωση μιας πολιτισμικής και φιλοσοφικής διαλεκτικής, ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν. Μέσω της διακειμενικότητας, της ανάκτησης της προσωδιακής παράδοσης, του γλωσσικού ψηφιδωτού που αναμιγνύει λέξεις, φράσεις, ιδέες, παρμένες απ’ όλο το φάσμα του ελληνικού πολιτισμού, ο Λάγιος ανανέωσε την ποιητική γλώσσα, σε μια περίοδο που διακρίνεται από έντονους πειραματισμούς, ένδειξη της αγωνιώδους προσπάθειας να ξεπεραστεί η επίδραση της γενιάς του ’30, ώστε να συνδεθεί με τους μείζονες (Καβάφη, Καρυωτάκη), αλλά και με τους ελάσσονες ποιητές των αρχών του 20ού και του τέλους του 19ου αιώνα. 

Ο Λάγιος ήταν ένας διαφορετικός γλωσσο-δημιουργός, που έδωσε νέες διαστάσεις και αναπάντεχες προοπτικές σε μια γλώσσα που από τρεις χιλιάδες χρόνια είναι έκφραση υψηλότατης ποίησης.

Μας έδειξε ότι είναι δυνατόν να εκφράσουμε τα σημερινά μας συναισθήματα (από τη χαρά μέχρι την τραγωδία) και τα μικροπράγματα της καθημερινής μας ζωής χρησιμοποιώντας το γλωσσικό υλικό πασών των γενεών, και μας είπε ότι μιλώντας αυτήν την πολυδιάστατη γλώσσα μπορούμε να μιλήσουμε καλύτερα, ή μάλλον να μιλάμε, για τον εμφύλιο, για το ευαγγελικό μήνυμα, για τη λογοτεχνία, για τον έρωτα, συνελόντι για τη ζωή, χωρίς ρητορείες και με πρωτόγνωρο τρόπο.

Αυτό νομίζω, πέραν από τις αισθητικές αρετές του, οφείλουμε στον Ηλία Λάγιο και αυτό θα του εγγυηθεί μια πολύ σημαντική θέση στη νεώτερη ελληνική ποίηση.

Χαίρε Ηλία, sit tibi terra levis. 

Μάσσιμο Κατσούλο 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου