Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

"Ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;", Νίκος Καββαδίας, Kuro Siwo


Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.


Νίκος Καββαδίας, ο γραφικός ασυρματιστής, που όργωνε τις θάλασσες γράφοντας ποιήματα, προσπαθώντας "να περπατήσει στα δυό του πόδια", όπως έλεγε ο ίδιος. 





Ο Μαραμπού θα είναι πάντα εδώ...

Του Νίκου Βιδάλη


Ο ποιητής «των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων», ο εραστής της θάλασσας. Βαθιά ανθρώπινος, αλλά με ένα στοιχείο -εσκεμμένα ίσως επιλεγμένο- εξωτισμού, συγκίνησε, συγκινεί και θα συνεχίσει να διαβάζεται με πάθος. Ο Νίκος Καββαδίας «μας άφησε τα «ταξίδια» του αιώνια παρακαταθήκη, «κι ο λόγος» του «μες στο μυαλό» μας «να σφυρίζει».

Kατά καιρούς τον έχουν αποκαλέσει ποιητή του ταξιδιού και της φυγής, του εξωτισμού και του κοσμοπολιτισμού, της θάλασσας και της περιπέτειας. Και πράγματι, αυτός ο «τρυφερός και απλός άνθρωπος» κατάφερε να δημιουργήσει έναν μυθικό κόσμο γεμάτο με μαχαίρια, ανεμόσκαλες, καραβοφάναρα, πληρωμένους έρωτες, παράξενες ζωγραφιές κεντημένες στο κορμί, μεθύσια, καβγάδες, αρρώστιες τροπικές και βοτάνια για τον πυρετό, σμήνη πουλιών και λιμάνια σκοτεινά, μουσώνες, τρικυμίες, πληγές θανατερές, πλοία φορτωμένα με χασίς, μπαρ του λιμανιού, καταγώγια και μπορντέλα, άγκυρες στο πέλαγο χαμένες, νεαρά κορίτσια από τη Χιλή και γυναίκες μαύρες του Μαρόκου, άστρα του Νοτιά και ένα δυσεύρετο μικρό κοχύλι, φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά και κομπολόγια από κοράλλια.



Πίσω, όμως, από την κρούστα του εξωτισμού βρίσκεται μια εξαιρετικά προσεγμένη ποίηση με κρυμμένα νοήματα, λέξεις αμφίσημες και αλληγορικές, φωτοσκιάσεις εντάσεων και σιωπών, η οποία οφείλει -ως έναν βαθμό- την αξία της στην αίσθηση του «χειροποίητου» που αφήνει στον αναγνώστη: Ότι, δηλαδή, φαίνεται απλό και αυθόρμητο εμπεριέχει την περισυλλογή, τη δοκιμασία και την προσπάθεια... αλλά και ένα αξεδιάλυτο μυστήριο και μια σκοτεινή γοητεία που ναρκώνει.



Από το αφιέρωμα του περιοδικού Ως3 στον  Ν. Καββαδία για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Ολόκληρο το αφιέρωμα εδώ






Το ποίημα Kuro Siwo προέρχεται από τη συλλογή Πούσι (1947) Μπορείτε να βρείτε όλα τα ποιήματα της συλλογής εδώ

Έτος 1947. Οι Γερμανοί έχουν φύγει, έχει αρχίσει ο Εμφύλιος. Με δημοψήφισμα επανέρχεται η βασιλεία. H Ιταλία υπογράφει συνθήκη και παραχωρεί τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα. Το δόγμα Τρούμαν παρέχει οικονομική βοήθεια. Σχέδιο Μάρσαλ. Αλληλοδιαδοχή ελληνικών κυβερνήσεων, ενώ ο «δημοκρατικός στρατός» σχηματίζει «κυβέρνηση» του βουνού υπό τον Μάρκο Βαφειάδη. 

Στο χώρο της φιλολογίας: ο Τενεσή Ουίλιαμς δρομολογεί το Λεωφορείο ο Πόθος, ο Αλμπέρ Καμύ εξορκίζει την Πανούκλα, εκδίδεται το Ημερολόγιο της Αννας Φρανκ και στο Κουμράν ανα-καλύπτονται τα «Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας». Το βραβείο Νομπέλ απονέμεται στον Αντρέ Ζι-ντ. Εκδίδεται το Contre Temps της Μιμίκας Κρανάκη, Το Γαλαξίδι της Εύας Βλάμη και O Απρίλης είναι πιο σκληρός του Στρατή Τσίρκα.

Ο Καββαδίας είναι 37 ετών. Από τις εκδόσεις του φίλου του Νότη Καραβία κυκλοφορεί τον Ιανουάριο, σε 1.000 αντίτυπα, η δεύτερη συλλογή του ΠΟΥΣΙ (14 ποιήματα)

«Στο "Πούσι" ακολουθείται απόλυτα η πιο σφιχτή παραδοσιακή μετρική», γράφει ο Αργυρίου. «Ρί-μες πλεκτές ή σταυρωτές αποκλειστικά, τη μόνη ελευθερία που έχουν είναι να υπάρχουν κάποτε στο ίδιο ποίημα εναλλασσόμενες χωρίς νόμο. Και είναι περίεργο διότι όταν όλη η άλλη ποιητική πρωτοπορία (της γενιάς του '30, στην οποία ουσιαστικά ανήκει) αναζητώντας το καινούργιο καταλήγει στον ελεύθερο στίχο, εκείνος υποχωρεί στον πιο άψογο μετρικά στίχο». Κάτι ανάλογο έκαναν, ως προς τη γλώσσα, τόσο ο Εγγονόπουλος όσο και ο Εμπειρίκος• στην άνθηση της δημοτικής προτίμησαν την καθαρεύουσα.

Στο "Πούσι" ο λόγος είναι λυρικότερος, σαφώς λογιότερος, με θαυμάσιους στίχους («τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ' αρέσουν», «και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου»), με διάθεση στοχαστική αλλά και κάποια ψήγματα ραφιναρισμένου χιούμορ - όχι και τόσο συνηθισμένου είδους στην ποίησή μας. Τίθεται λ.χ. το κεφαλαιώδες ερώτημα «O μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι», ισορροπώντας έτσι στην ακραία λαϊκή ρήση: «Για το πέλαγο ειν' στραβό, για στραβά αρμενίζουμε»!






Το «Πούσι» είναι το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Καββαδία, τυπωμένο 15 περίπου χρόνια μετά το «Μαραμπού». Μέσα σ' αυτά τα χρόνια (1933-47) πολλά συνέβηκαν που επηρέασαν τη ζωή και το έργο του ποιητή: Oι εμπειρίες του από τα καράβια και τα λιμάνια, τα χρόνια που πέρασαν κι άμβλυναν τις επιθυμίες, όνειρα που διαψεύστηκαν, ο πόλεμος. Υποχωρήσεις, συμβιβα¬σμοί, προσφιλή φορτία που ρίχνονται στη θάλασσα. Αλλά, παράλ-ληλα, και μια άκαμπτη (η ίδια η νεανική) δύναμη γι' αντίσταση, που συχνά φθάνει σε δραματικές κορυφώσεις.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό 
κι είν' αλάργα τόσο ή Τοκοπίλλα. 
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα. 

Εδώ ο ποιητής αφήνει πια την επίπεδη γραφή του «Μαραμπού». Όπως γράφει και ο Αιμ. Χουρμούζιος «ο στίχος είναι υπαινικτικός κι όχι πλαστικός. Νοσταλγικός μάλλον παρά δημιουργός άμεσων συγκινήσεων από την επαφή του αναγνώστη με τον ποιητή. Έχει τη γοητεία όλων των πραγμάτων που βρίσκονται σε κάποιαν απόσταση από το καθημερινό, συνηθισμένο και τυπικό γεγονός»  

Στο «Μαραμπού» κυριαρχούσε η έξαρση, ο αφηγηματικός, ο ευθύς τρόπος. Υπήρχε μια ιστορία: έναυσμα για την εκτόνωση, διέξοδος μιας, σχεδόν πάντα, ανικανοποίητης επιθυμίας. Στο «Πούσι» αντίθετα, ο Καββαδίας δε μας διηγείται πια, τις περισσότερες φορές, συγκεκριμένες θαλασσινές ιστορίες, αλλά πολλά κι ασύνδετα στιγμιότυπα από τη ζωή του στα καράβια, εναλλασσόμενα, την ίδια σχεδόν στιγμή, με μνήμες από οικογενειακά του συμβάντα, περιπέτειές του και διαβάσματα.

Το ποίημα γίνεται δυσκολότερο, πολλές φορές χρειάζεται αποκρυπτογράφηση, προπάντων όταν προσωπικά ή οικογενειακά επεισόδια ή πρόσωπα μπλέκονται με το παρόν .Ποιος θα μας πει, ποιες ήταν οι εμπειρίες, δικές του και ξένες, που απρόοπτα παρεμβάλλονται στους στίχους του και τους χαρίζουν την ομορφιά του απρόοπτου, «τροχίζοντας τα σπαθιά του λόγου» που τόσο του άρεσαν;

Στο «Πούσι» κυριαρχεί το δεύτερο πρόσωπο, το «Εσύ», κάτι που δίνει μεγαλύτερη αμεσότητα και θέρμη στην εξομολόγηση αλλά και βαθύτερη συνοχή στο βιβλίο . Τα ποιήματα μοιάζουνε σα γράμματα ενός ναυτικού σε συγγενείς και φίλους ή μάλλον σα σύντομες κάρτ-ποστάλ από λιμάνια. Οι αφιερώσεις που υπάρχουν σ' όλα, σχεδόν, τα ποιήματα, οι παραλήπτες τους. Και τα εικονογραφημένα με ναυτικές φιγούρες φίλων του ζωγράφων ξεχωριστά δίφυλλα της πρώτης έκδοσης, ένα για κάθε ποίημα, εντείνουν την εντύπωση μιας συλλογής γραμμάτων. Εδώ δεν υπάρχει ο νέος του «Μαραμπού» που φλέγεται για τις αμαρτωλές εμπειρίες, για φολκλορική «ναυτοσύνη», αλλά ο ναυτικός που μέσα στο πούσι ενός ακαθόριστου παρόντος ζητάει να συνδεθεί με τη στεριανή ζάλη ή ξορκίζει τον τυφώνα να βρει περήφανο θάνατο μεσοπέλαγα.

Κι έπειτα στις ξέρες του Ακορά
τσούρμο τ’ άγριο κύμα να μας βγάλει 
τέρατα βαμμένα πορφυρά 
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι. 

Τον κατηγόρησαν τον Καββαδία (Χουρμούζιος, Γεράνης) πως στάθηκε αδιάφορος «σ' όλη την άλλη την έξω από τα καράβια, τις αντέννες, τις βάρδιες και τους πνιχτούς μεθυσμένους έρωτες των λιμανιών ζωή)), πως έμεινε ξένος στα δράματα του έθνους του. Τι λάθος! Αυτός που ζούσε με πάθος την κάθε μέρα που περνούσε κι έγραφε πάντα εν «εξάρσει», που ο κάθε στίχος του ήταν κι ένα κομμάτι από μια ζωή αφιερωμένη στη δράση, στη βιοπάλη, στον έρωτα. Οι άνθρωποι στο «Πούσι» στη «Βάρδια» και στο «Τραβέρσο» είναι βασανισμένοι, τσακισμένοι που, όμως, ακόμα ελπίζουν, κολασμένοι κι όμως αγνοί, αγωνιστές μιας προσωπικής ελευθερίας πάνω από κάθε κατασκευασμένο «σχήμα» ή ιδεολογικό «περίγραμμα».

Τάσος Κόρφης, Νίκος Καββαδίας, Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, Πρόσπερος (σσ. 19-23)


Γιώργος Χατζής, Καββαδίας

Ο Νίκος Καββαδίας δεν είναι ο εγωκεντρικός περιηγητής που αντιπαρατίθεται ατομικά στον κόσμο και τον ερευνά για να γνωρίσει τον εαυτό του. Ο κόσμος είναι γοητευτικός γιατί υπάρχουν οι άνθρωποι –η μεγάλη ανθρωπότητα, το εξελιγμένο αυτό κομμάτι της φύσης που αγωνίζεται ενάντια στη φύση και δημιουργεί τη ζωή και το πνεύμα. Παλεύει και ματώνει και νοσταλγεί, αλλά δε φεύγει ποτέ από τον αγώνα, γιατί αυτός είναι πάθος δυνατό σαν τη μοίρα.
Έτσι, μέσα στο Πούσι του Καββαδία, το ανθρώπινο τοπίο είναι στο πρώτο πλάνο και το φυσικό τοπίο στο πλαίσιο. Κι εκεί ακόμα που λείπει ο άνθρωπος, το κύριο βάρος το παίρνουν τα έργα του, τα καράβια κι οι μηχανές, τα παράξενα φανάρια των θαλασσών, τα μυστηριώδη λιμάνια κι ακόμα και τα ζώα, οι παπαγάλοι κι οι πίθηκοι μπαίνουν κι αυτοί στο ανθρώπινο κλίμα κι έρχονται συντροφικά να παρηγορήσουν τον άνθρωπο στη μοναξιά του, όταν κλεισμένος στο κήτος του καραβιού κουμαντάρει τη μηχανή και το κύμα, μικρός Θεός που καταχτά την απόσταση πασαλειμένος ψαρόλαδο και κατράμι. Πόσο το νιώθει κανείς διαβάζοντας την ποίηση του Καββαδία, πως είναι απότολμο πράμα να μιλάς για τον άνθρωπο πριν γνωρίσεις καλά τη γη που τον φτιάνει! Το ταξίδι είναι πάντα η πιο βέβαιη πηγή της σοφίας.

Τη γης αυτή που ʼναι γεμάτη δυστυχία και ομορφιά, ο ποιητής την ανακαλύπτει κάθε στιγμή μέσα από το πούσι του μυστηρίου της και την αγαπά γιατί μπορεί να την υποτάζει. Τα οράματά του είναι γήινα και γι’ αυτό είναι βέβαια και μεγάλα, γιατί η γης είναι το πραγματικότερο ανθρώπινο περιβάλλον κι είναι στα μέτρα του ανθρώπου από τη στιγμή που ο άνθρωπος μπορεί να κινιέται και να φαντάζεται.




Ο Νίκος Καββαδίας ξεκίνησε ανιχνεύοντας τον ποιητικό του ορίζοντα κάτω από την επίδραση των μελαγχολικών ποιητών Καρυωτάκη, Ουράνη και Μπωντλαίρ. Το λαϊκό του υπόστρωμα και η σπάνια αίσθηση της επιλογής των πιο εκλεκτών στοιχείων στη χρήση της εικόνας και της γλώσσας έχουν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός λαμπικαρισμένου ποιητικού καθρέφτη, μέσα στον οποίο δεσπόζει η απλότητα, η σαφήνεια και η ευστοχία της κατάδειξης και μετάδοσης των νοημάτων του. 
Η γνώση της γλώσσας των ναυτικών, η υιοθέτηση της ψυχοσύνθεσής τους και η χρήση των κωδικών επικοινωνίας τους προσδίδει στην ποίησή του έναν χαρακτήρα μοναδικότητας που δεν επαναλαμβάνεται σε άλλον ποιητή. Ξεπερνάει την πλήξη του Ουράνη, την αιτιώδη σχέση των πραγμάτων στον Καρυωτάκη, την αβυσσαλέα τάση φυγής του Μπωντλαίρ και με έναν απλό και φυσιολογικό τρόπο η ποίησή του μας μεταφέρει στη μαγεία ενός τόσου γνώριμου και άλλο τόσου απροσδιόριστου αλλού.
Το Πούσι (1947) είναι η πιο άρτια συλλογή του, τεχνικά άψογη και ποιητικά απέριττη. Η αγωνία της φυγής μάς ενώνει εδώ με το άγχος ενός μόλις πραγματοποιήσιμου ονείρου. Η ποίηση μάς γνωρίζει με αυτό που κατά βάθος επιθυμείται και που, ταυτόχρονα, συνάγεται ως ηθικό δέον και ως μυστικώς επιθυμούμενο. Η ποίηση γίνεται αποκάλυψη μιας μύχιας λαχτάρας για έναν αψεγάδιαστο, αλλά τόσο ανθρώπινο και λιτό κόσμο. Καθαρή γλώσσα, ευγενικό συναίσθημα, λεπτό και, κάποτε, πικρό χιούμορ και, πάνω απ’ όλα, κοφτερή τεχνική σε ρυθμό και μέτρο, με ζυγισμένες τροχαϊκές και ιαμβικές ανάσες, με επιτεύξεις σπάνιας ομοιοκαταληξίας, με τόλμη στην έκφραση και την κρυπτική καταφυγή. 





Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ιντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.

Περ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σού 'πανε μια κούφιαν ώρα στην Αθήνα.

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μεσ' στο μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;"

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυό μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος πού 'χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα!.. η λαμαρίνα όλα τα σβήνει!
Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μιά ζώνη
κ' εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ' το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.




O Καββαδίας ενσωματώνει στο ποίημά του στοιχεία από τη ζωή των ναυτικών και τις εμπειρίες που αποκομίζουν από τα ταξίδια τους.

  • Οι αντίξοες συνθήκες, μαρτυρικός ύπνος, αρρώστιες, σωματικές ταλαιπωρίες, έλλειψη καθαριότητας (δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια, Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ'ανάβει, χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει)
  • Τα εμπόδια του μεγάλου ταξιδιού (Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο)
  • Απότομες κλιματολογικές αλλαγές, κίνδυνοι από τις άσχημες καιρικές συνθήκες (Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει)
  • Η ρουτίνα της εργασίας (χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια)
  • Η νοσταλγία των αγαπημένων προσώπων και η προσπάθεια να απαλύνουν την μοναξιά με ζώα υποκατάστατα της ανθρώπινης ζεστασιάς  και της ακόμη πιο άπιαστης στεριανής ζωής. (Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια που σου 'πανε μιαν κούφια ώρα στην Αθήνα, Απόψε ψόφησαν οι δυό μου παπαγάλοι
    κι ο πίθηκος πού 'χα με κούραση γυμνάσει. )
  • Οι ερωτικές μνήμες (κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να σφυρίζει)
  • Η εσωτερική μοναξιά στον ασφυκτικά περιορισμένο χώρο του καραβιού (Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη, Η λαμαρίνα!... η λαμαρίνα όλα τα σβήνει)

Στο ποίημα “Kuro Siwo”, η αφηγηματική φωνή περιγράφει άλλο ένα τυπικό, δηλαδή παλίνδρομο και τελικά ατέρμονο και αδιέξοδο, καββαδιακό ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο: μπροστά, στον Νότο και την ομίχλη· πίσω, στην ανάμνηση και τον εφιάλτη· και εν τέλει στο πουθενά, σε μια τυφλή πορεία στο θαλάσσιο άπειρο. Η φωνή, όπως συχνότατα εν γένει στη συλλογή, μεταπίπτει κυρίως από το συλλογικό Εμείς στο ενδοσκοπικό Εσύ (με αποδέκτη της αποστροφής τον ίδιο τον εαυτό). Το Εγώ σχεδόν απουσιάζει από το “Kuro Siwo”, εξαϋλώνεται: το έχει “σβήσει”, θαρρείς, κι αυτό “η λαμαρίνα”, το έχει καταπιεί το πούσι της Ίντιας, αλλά πάνω από όλα το έχει σαρώσει το Κούρο Σίβο: το πανίσχυρο ρεύμα μιας απλής κουβέντας που άκουσε “μια κούφιαν ώρα στην Αθήνα”.
Μια φορά μόνο αναδύεται το Εγώ ως πρόσωπο της αφήγησης στο ποίημα: για να ανακοινώσει μια ακόμη απουσία, μια ακόμη εγκατάλειψη, φαινομενικά δευτερεύουσα, εφόσον αφορά τα κατοικίδια του καραβιού, αλλά, ακριβώς επειδή επισωρεύεται στα ερείπια της προηγούμενης, τέτοια που φαντάζει εντελώς παράλογη, ακατανόητη και άρα, αν είναι δυνατόν, ακόμη πιο τραγική.

Το ποίημα κινείται γύρω από τρία θέματα: (α) της σωματικής αίσθησης που δίνει υλική υπόσταση στο άλγος της ψυχής (η ακοή πονάει από την ανάμνηση, η όραση θολώνει από το πούσι, την τρικυμία και τη “μεγάλη λύπη”, η αφή και η όσφρηση φυλακίζονται στα βρωμερά ερεθίσματα του καραβιού)· (β) της τραγικής συναίσθησης (ότι το καράβι είναι πλασματικό υποκατάστατο μιας άλλης πιθανότητας, μιας άλλης ζωής που δεν κερδήθηκε, που την ακύρωσε η άρνηση)· και (γ) της συνειδητότητας που αμφισβητείται καθώς η αφήγηση μετεωρίζεται ανάμεσα στον σκληρό ρεαλισμό και την ονειρική αυταπάτη.

“Kuro Siwo” ή “Black Stream” ονομάζεται ένα πανίσχυρο θαλάσσιο ρεύμα, που κινείται από τον νότιο προς τον βόρειο Ειρηνικό και μαζί του παρασύρει το καράβι του ποιήματος – άβουλο, παθητικό και μοιραίο στην τραγική του ψευδαίσθηση πως ελέγχει τον πλου. Το Κούρο Σίβο ανάγεται σε σύμβολο των δυνάμεων που ελέγχουν τη βούληση και καθορίζουν τη μοίρα των ναυτικών.

"Ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;" 
Το Kuro Siwo είναι φυσική δύναμη ασφυκτική, ισχυρότερη τόσο από τη βούληση του ανθρώπινου νου όσο και από τη δύναμη της τεχνολογίας . Όσο και αν προσπαθεί να ελέγξει την πορεία του ταξιδιού του, ο ναυτικός είναι στο έλεος της θάλασσας. Παρόλα τα όργανα προσανατολισμού, η πορεία του είναι στην ουσία τυφλή και το καράβι, με όλα του τα μέσα, παραδέρνει σαν ακυβέρνητο. Ο ναυτικός στο τιμόνι έχει την ψευδαίσθηση ότι ελέγχει την πορεία, αλλά στην πραγματικότητα απλά “κοιτάει” την πυξίδα να μετακινείται, σχεδόν ανεξάρτητη και αυτόβουλη, υποταγμένη στην πειθώ του πανίσχυρου, απροσμάχητου Κουροσίβο.




« …Σίδερα. Χαρά στο πράμα! Να βάλεις μια δεκάρα στην μπάντα και να τα μουτζώσεις για πάντα. Να μην κατεβαίνεις στο γιαλό. Να μην τα θυμάσαι…Όμως ποιος είδε πιο ανοιχτές πληγές απ’ αυτές της σκουριάς στα πλευρά τους, ή της παλιωμένης μοράβιας; Ποιος άκουσε πιο ανθρώπινο κλάμα από τούτο της τσιμινιέρας που μαρκαλίζει την ομίχλη, ή από κείνο που λαχαίνει σε θύελλα, χωρίς κανένα χέρι να σύρει το σύρμα της σφυρίχτρας; Να σκούζει μονάχη της, καθώς παντρεύεται με τον άνεμο… Δυο μάτια. Πράσινο το ‘να, σμαράγδι. Τ’ άλλο κόκκινο, ρουμπίνι. Τα λένε πλευρικά. Φώτα γραμμής. Είναι μάτια. Τα καράβια δεν τα πάμε. Μας πάνε.» 


Νίκος Καββαδίας («Βάρδια» (1954)



Αναζητήστε στοιχεία της ζωής των ναυτικών, παρόμοια με αυτά που αναφέρονται στο Kuro Siwo στα ποίηματα του Ν. Καββαδία που ακολουθούν. Τα ποιήματα προέρχονται και από τις τρεις  ποιητικές συλλογές του, "Μαραμπού", "Πούσι", "Τραβέρσο":


Πούσι

Στὴν Ἑλένη Χαλκούση

Ἔπεσε τὸ πούσι ἀποβραδὶς
-τὸ καραβοφάναρο χαμένο-
κ᾿ ἔφτασες χωρὶς νὰ σὲ προσμένω
μὲς στὴν τιμονιέρα νὰ μὲ δεῖς.

Κάτασπρα φορᾶς κ᾿ ἔχεις βραχεῖ,
πλέκω σαλαμάστρα τὰ μαλλιά σου.
Κάτου στὰ νερὰ τοῦ Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν ἐποχή.

Μᾶς παραμονεύει ὁ θερμαστὴς
μὲ τὰ δυό του πόδια στὶς καδένες.
Μὴν κοιτᾶς ποτέ σου τὶς ἀντένες
μὲ τὴν τρικυμία· θὰ ζαλιστεῖς.

Βλαστημᾶ ὁ λοστρόμος τὸν καιρὸ
κ᾿ εἶν᾿ ἀλάργα τόσο ἡ Τοκοπίλλα.
Ἀπὸ νὰ φοβᾶμαι καὶ νὰ καρτερῶ
κάλλιο περισκόπιο καὶ τορπίλλα.

Φύγε! Ἐσὲ σοῦ πρέπει στέρεα γῆ.
Ἦρθες νὰ μὲ δεῖς κι ὅμως δὲ μ᾿ εἶδες
ἔχω ἀπ᾿ τὰ μεσάνυχτα πνιγεῖ
χίλια μίλια πέρ᾿ ἀπ᾿ τὶς Ἐβρίδες.






Σταυρὸς τοῦ Νότου


Στὸ Γιῶργο Θεοτοκᾶ

Ἔβραζε τὸ κύμα τοῦ Γαρμπῆ.
Ἤμαστε σκυφτοὶ κι οἱ δυὸ στὸ χάρτη
γύρισες καὶ μοῦ ῾πες πὼς τὸ Μάρτη
σ᾿ ἄλλους παραλλήλους θά ῾χεις μπεῖ.

Κούλικο στὸ στῆθος σου τατού,
ποὺ ὅσο κι ἂν τὸ καῖς δὲν λέει νὰ σβήσει.
Εἶπαν πὼς τὴν εἶχες ἀγαπήσει
σὲ μία κρίση μαύρου πυρετοῦ. 

Βάρδια πλάι σὲ κάβο φαλακρὸ 
κι ὁ Σταυρὸς τοῦ Νότου μὲ τὰ στράλια. 
Κομπολόι κρατᾶς ἀπὸ κοράλλια 
κι ἄκοπο μασᾶς καφὲ πικρό. 

Τὸ Ἄλφα τοῦ Κενταύρου μία νυχτιὰ
μὲ τὸ παλλινώριο πῆρα κάτου.
Μοῦ ῾πες μὲ φωνὴ ἑτοιμοθανάτου: 
«Νὰ φοβᾶσαι τ᾿ ἄστρα τοῦ Νοτιᾶ». 

Ἄλλοτε ἀπ᾿ τὸν ἴδιο οὐρανὸ
ἔπαιρνες τρεῖς μῆνες στὴν ἀράδα, 
μὲ τοῦ καπετάνιου τὴ μιγάδα, 
μάθημα πορείας νυχτερινό. 

Σ᾿ ἕνα μαγαζὶ τοῦ Nossi Be 
πῆρες τὸ μαχαίρι, δύο σελίνια
μέρα μεσημέρι ἀπὰ στὴ λίνια 
ἄστραψες σὰ φάρου ἀναλαμπή. 

Κάτου στὶς ἀχτὲς τῆς Ἀφρικῆς 
πᾶνε χρόνια τώρα ποὺ κοιμᾶσαι.
Τὰ φανάρια πιὰ δὲν τὰ θυμᾶσαι 
καὶ τ᾿ ὡραῖο γλυκὸ τῆς Κυριακῆς.





Cambay's water
Στον Π.Π. Παναγιώτου

Φουντάραμε καραμοσάλι στὸ ποτάμι.
Εἶχε ὁ πιλότος μας τὸ κούτελο βαμμένο
«κι ἂν λείψεις χίλια χρόνια θὰ σὲ περιμένω»
ὡστόσο οἱ κάβοι σου σκληρύναν τὴν παλάμη.

Θολὰ νερὰ καὶ μίλια τέσσερα τὸ ρέμα,
οἱ κούληδες τρῶνε σκυφτοὶ ρύζι μὲ κάρι,
ὁ καπετάνιος μας κοιτάζει τὸ φεγγάρι,
πού ῾ναι θολὸ καὶ κατακόκκινο σὰν αἷμα. 

Τὸ ρυμουλκὸ σφύριξε τρεῖς καὶ πάει γιὰ πέρα,
σαράντα μέρες ὅλο ἐμέτραγες τὰ μίλια,
μ᾿ ἀπόψε -λέω- φαρμάκι κόμπρα εἶχες στὰ χείλια,
τὴν ὥρα πού ῾πες μὲ θυμό: «Θά ῾βγω ἄλλη μέρα...»

Τὴ νύχτα σοῦ ῾πα στὸ καμπούνι μία ἱστορία,
τὴν ἴδια ποὺ ὅλοι οἱ ναυτικοὶ λένε στὴ ράδα,
τὰ μάτια σου τὰ κυβερνοῦσε σοροκάδα
κι ὅλο μουρμούριζες βραχνά: «Φάλτσο ἡ πορεία...»

Ξημέρωσε κ᾿ ἦρθε ὁ φακίρης μὲ τὰ φίδια,
ἡ Μαχαράνα τοῦ Μαζὸρ δὲ φάνηκε ὅμως!...
Μ᾿ αἰσχρὲς κουβέντες τὸν ἐπείραζε ὁ λοστρόμος
καὶ τοῦ πετοῦσε ἀπὰ στὰ φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μᾶς περιμένουν στὸ Μπραζίλι.
Τὸ πρόσωπό σου θὰ τὸ μούσκεψε τὸ ἀγιάζι.
Ζεστὸν ἀγέρα κατεβάζει τὸ μπουγάζι
μὰ οὔτε φουστάνι στὴ στεριὰ κι οὔτε μαντήλι.




ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ



"Φαίνεται πια πως τίποτα - τίποτα δεν μας σώζει..."
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ


Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει. 
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.

Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι, 
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια, 
που αβρές μαθήτριες τ' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει. 
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ...Σκεφτείτε...Εγώ.
Ένα καράβι...Να σας πάρει, Καίσαρ...Να μας πάρει...
Ένα καράβι, που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε. 
- Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν, 
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα

σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε, 
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
εσείς τσιγάρα "Κάμελ" να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος, 
- μια γριά σ' ένα πολύβουο καφενείο -
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια 
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.


Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα, 
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα, 
λόγια κοινά, κενά, "καπνός κι αθάλη"
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα 'τανε, 
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν' αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.





Οἱ 7 νάνοι στὸ s/s Cyrenia


Στὴν Ἔλγκα 


Ἑφτά. Σὲ παίρνει ἀριστερά, μὴν τὸ ζορίζεις.
Μάτσο χωρᾶνε σὲ μία κούφιαν ἀπαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστὲς, στεριὰ μυρίζεις.
Ὁ πιὸ μικρὸς ἀχολογάει μ᾿ ἕνα καλάμι.

Γυαλίζει ὁ Σὴμ τῆς μηχανῆς τὰ δύο ποδάρια. 
Ὁ Ρὲκ λαδώνει στὴν ἀνάγκη τὸ τιμόνι.
Μ᾿ ἕνα φτερὸ ξορκίζει ὁ Γκόμπι τὴ μαλάρια
κι ὁ στραβοκάνης ὁ Χαρὰμ πίτες ζυμώνει.

Ἀπ᾿ τὸ ποδόσταμο πηδᾶν ὡς τὴ γαλέτα.
-Μπορῶ ποτὲ νὰ σοῦ χαλάσω τὸ χατίρι;
Κόρη ξανθὴ καὶ γαλανὴ ποὺ ὅλο ἐμελέτα
ποιὸς ρήγα γιὸς θὲ νὰ τὴν πιεῖ σ᾿ ἕνα ποτήρι.

Ραμὰν ἀλλήθωρε, τρελέ, ποὺ λύνεις μάγια, 
κατάφερε τὸ σταυρωτὸ τοῦ Νότου ἀστέρι
σωρὸς νὰ πέσει, νὰ σκορπίσει στὰ σπιράγια
καὶ πές του κάτω ἀπὸ ἕνα δέντρο νὰ μὲ φέρει.

Ὁ Τότ, τοῦ λείπει τὸ ἕνα χέρι μὰ ὅλο γνέθει, 
τοῦτο τὸ ἀπίθανο σινάφι νὰ βρακώσει.
Ἐσθήρ, ποιὰ βιβλικὴ σκορπᾶς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δὲ μιλᾶς; Γιατί τρεκλίζουμε οἱ διακόσιοι;

Κουφὸς ὁ Σάλαχ, τὸ κατάστρωμα σαρώνει.
-Μ᾿ ἕνα ξυστρὶ καθάρισέ με ἀπ᾿ τὴ μοράβια.
Μὰ εἶν᾿ ἕνα κάτι πιὸ βαθὺ ποὺ μὲ λερώνει.
-Γιέ μου, ποῦ πᾶς; -Μάνα, θὰ πάω μὲ τὰ καράβια.

Κι ἔτσι μαζὶ μὲ τοὺς ἑφτὰ κατηφορᾶμε.
Μὲ τὴ βροχή, μὲ τὸν καιρὸ ποὺ μᾶς ὁρίζει.
Τὰ μάτια σου ζοῦνε μία θάλασσα, θυμᾶμαι ...
Ὁ πιὸ στερνὸς μ᾿ ἕναν αὐλὸ μὲ νανουρίζει.

Colombo 1951

* Τὸ ποίημα αὐτὸ ἀποτέλεσε ἀπάντηση τοῦ Καββαδία σὲ πρόταση τῆς ἀνιψιᾶς του νὰ φανταστεῖ ὀνόματα γιὰ τοὺς μυστηριώδεις «Ἑφτὰ Νυχτοπερπατητὲς»ποὺ συνάντησε στὸ μυθιστόρημα τοῦ Οὐῶλτερ Σκὸττ «Ὁ τοξότης τοῦ Λουδοβίκου ΙΑ´».

FATA MORGANA




Στη Θεανώ Σουνά 


Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό 
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, 
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί, 
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι, 
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη. 

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά. 
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά, 
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει. 

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.

Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.




Ο μελοποιημένος Νίκος Καββαδίας

Τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία  έγιναν ευρέως γνωστά και έφτασαν στα χείλια των περισσοτέρων ανθρώπων από τις μελοποιήσεις τους. Πρέπει να είναι ο ποιητής που μελοποιήθηκε περισσότερο απ’ όλους αναλογικά με το συνολικό μέγεθος του ποιητικού του έργου. Από τα συνολικά 52 ποιήματα που έχουν δημοσιοποιηθεί έχουν μελοποιηθεί τα 28 (πολλά όπως το «Πούσι», η «Αρμίδα», το «Καραντί» κ.ά έχουν μελοποιηθεί και περισσότερες από μία φορές).  

Αν και πρώτος ήταν ο Γιάννης Σπανός αυτός που μελοποίησε στίχους του Νίκου Καββαδία, εκείνος που έχει συνδέσει το όνομά του με αυτό του ποιητή, όσον αφορά τις μελοποιήσεις, είναι ο Θάνος Μικρούτσικος. Άλλωστε ήταν αυτός που μελοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του μαρκόνη ποιητή. Πολλοί ίσως να μην γνωρίζουν ότι αυτός που τραγούδησε πρώτος το μελοποιημένο “Καραντί' του Θάνου Μικρούτσικου ήταν ο Κώστας Θωμαΐδης το 1986 σε δίσκο 78 στροφών. 

Αξιολογότατη και εντελώς διαφορετική ήταν η προσέγγιση της Μαρίζας Κωχ στους στίχους του Κόλια (όπως τον έλεγαν οι φίλοι του). Επίσης, η ποίηση του ασυρματιστή ήταν η αιτία δημιουργίας ενός συγκροτήματος εκ Ναυπλίου ορμώμενο, τους Ξέμπαρκους. Ουσιαστικά μιλάμε για ένα ντουέτο που κατέθεσε μια και μοναδική δουλειά και μετά διαλύθηκε. Η δουλειά αυτή ήταν πάνω σε στίχους του Νίκου Καββαδία και δεν είχε καμία σχέση με τις προηγούμενες και με τις επόμενες μελοποιήσεις.

 Όλες οι υπόλοιπες μελοποιήσεις είναι σκόρπιες σε διάφορους δίσκους και από διάφορους καλλιτέχνες. Επίσης πρέπει να παρατηρηθεί ότι σε πολλά τραγούδια έχουν κοπεί τετράστιχα από ποιήματα και έχει αλλοιωθεί σε μεγάλο βαθμό η στίξη που βοηθάει για την καλύτερη κατανόηση των ποιημάτων. 






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου