Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

« Μα ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει....», Κλυταιμνήστρα ή το έγκλημα, Marguerite Yourcenar


Κλυταιμνήστρα
John Collier (1882)


«Μα κι ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
και πρέπει αυτό απ'όλους ν'ακουστεί.
Άλλοι με κολακεία σε σκοτώνουν
Κι άλλοι με ματιά φαρμακερή
Μ'ένα φιλί σκοτώνουν οι δειλοί,
Κι οι γενναίοι άνδρες με σπαθί.

Νέοι σκοτώνουν άλλοι την αγάπη τους
Κι άλλοι σαν γενούνε γέροι.
Με χέρι Λαγνείας άλλοι τήνε πνίγουνε
Κι άλλοι με Πλούτου χέρι

Κι επειδή πιο γρήγορα παγώνει έτσι το κορμί,
Οι πονόψυχοι σκοτώνουν με μαχαίρι...»


Όσκαρ Ουάιλντ, Η μπαλάντα της φυλακής του Ρέντινγκ


Κλυταιμνήστρα 
John Collier (1914)


« Όταν παύουν να σ' αγαπούν γίνεσαι αόρατος. Δεν αντιλαμβάνεσαι πια πως έχω ένα κορμί.» 

Marguerite Yourcenar, Φωτιές


Σκότωσα, αυτόν τον άνθρωπο........


Θα σας εξηγήσω, κύριοι, Δικαστές... Αμέτρητες είναι οι κόγχες των ματιών που έχω μπροστά μου, τα στεφάνια τα χέρια τα απιθωμένα στα γόνατα, τα γυμνά ποδάρια που πατάνε στο βράχο, οι πετρωμένες οι κόρες απ' όπου σταλάζει το βλέμμα, τα στόματα τα κλειστά όπου η σιωπή ωριμάζει μια κρίση. Έχω, μπροστά μου, ένα κριτήριο από πέτρα. 


Σκότωσα, αυτόν τον άνθρωπο, μ' ένα τσεκούρι, μέσα σ' έναν λουτήρα, με τη βοήθεια του άθλιου εραστή μου που δεν κατάφερνε ούτε να του κρατήσει τα πόδια. 


The murder of Agamemnon, from an 1879 illustration from Stories from the Greek Tragedians by Alfred Church


Την ιστορία μου, τη γνωρίζετε - ποιος, από σας, δεν την έχει επαναλάβει χιλιάδες φορές μετά από ένα γερό φαγοπότι και ενώ χασμουριόνταν οι δούλες, και ποια είναι αυτή από τις γυναίκες σας που δεν ονειρεύτηκε έστω και για μια νύχτα νά 'ταν η Κλυταιμνήστρα. 

Οι εγκληματικές σκέψεις σας, οι ανομολόγητες σας επιθυμίες κατρακυλάνε απ' τις κερκίδες και μεταγγίζονται μέσα μου έτσι που μια φρικτή συναλλαγή να σας κάνει εσάς, συνείδηση μου και μένα, κραυγή σας. Μαζευτήκατε 'δω για να ξαναπαιχτεί η σκηνή του φόνου μπροστά στα μάτια σας, κάπως συντομότερα βέβαια απ' όσο στην πραγματικότητα έγινε γιατί καθώς το δείπνο της νύχτας σας καλεί στην εστία, το ανώτερο που μπορείτε να διαθέσετε για να μ' ακούσετε να κλαίω είναι, το πολύ-πολύ, μερικές ώρες. Και μέσα σ' αυτό το μικρό διάστημα, όχι μονάχα οι πράξεις μου, αλλά και τα κίνητρά μου θα πρέπει να εκτεθούν στο άπλετο φως, αυτά, που για να διαπιστωθούν, πήραν σαράντα χρόνια.





"Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου......."

Τον περίμενα, ετούτον τον άντρα, προτού αποκτήσει ακόμα ένα όνομα, ένα πρόσωπο, από τότε που δεν ήταν ακόμα παρά η μακρινή δυστυχία μου. Το αναζήταγα μέσα στο πλήθος των ζωντανών ετούτο το πλάσμα, το απαραίτητο για τις μελλοντικές απολαύσεις μου. Πώς παρατηρούμε προσεκτικά τους διαβατικούς καθώς περνάν μπροστά από το γκισέ ενός σταθμού για να βεβαιωθούμε πως, πράγματι, δεν είναι αυτοί που περιμένομε, μόνον έτσι κοίταξα στη ζωή μου τους άντρες.

Γι' αυτόν με φάσκιωσε η τροφός μου όταν βγήκα από την κοιλιά της μητέρας μου, για να κρατώ τους λογαριασμούς του πλούσιου αρχοντικού του έμαθα να λογαριάζω στο αβάκιο του σχολειού. Για να στολίσω το δρόμο που μπορεί να πατούσε κάποτε το πόδι αυτού του αγνώστου που θα με έκανε δούλα του, ύφανα στρωσίδια και φλάμπουρα με χρυσοκλωστή και τόση ήταν η απορρόφηση μου στο έργο μου, που 'δώ κι εκεί, λίγες σταγόνες από το αίμα μου κύλησαν και στάξαν πάνω στο απαλό φάδι. Οι γονείς μου, μου τον εδιάλεξαν, αλλά και αν με άρπαζε χωρίς την ευχή των δικών μου, πάλι στη θέληση τους θα 'χα υπακούσει αφού κρατάμε τις προτιμήσεις μας απ' αυτούς κι αφού αυτός που αγαπούμε είναι πάντα αυτός που ονειρεύτηκαν οι προγονοί μας. 


Francois Gerard, (1787) 
Η Κλυταιμνήστρα μαθαίνει για τη θυσία της κόρης της, Ιφιγένειας


Τον άφησα να θυσιάσει το μέλλον των παιδιών μας στις αντρίκιες φιλοδοξίες του - ούτε καν έκλαψα, όταν η κόρη μου πέθανε για αυτές. Δέχτηκα να χωνευτώ μέσα στη μοίρα του σαν ένα φρούτο μέσα στο στόμα, για να μην του δώσω άλλο από μια αίσθηση γλύκας.

Κύριοι Δικαστές, δεν τον γνωρίσατε παρά όταν είχε πια βαρύνει από τη δόξα, όταν είχε πια γεράσει από δέκα χρόνια πολέμου, σαν ένα είδος πελώριο είδωλο φθαρμένο από τα χάδια των γυναικών της Ασίας, σπιλωμένο από τη λάσπη των ορυγμάτων. Μόνον εγώ τον είδα στις θεϊκιές μέρες του. 

Πόσο με γαλήνευε να του πηγαίνω με το μεγάλο χάλκινο δίσκο το ποτήρι το νερό που θα διάχεε μέσα του τ' αποθέματα της δροσιάς του, πόσο μου άρεσε να του ετοιμάζω μέσα στην πυρωμένη κουζίνα τα φαγητά που θα κατασίγαζαν την πείνα του και θα τον γιόμιζαν αίμα. Πόσο με γαλήνευε, όταν είχα πια βαρύνει από το ανθρώπινο σπέρμα, να βάζω τα χέρια μου πάνω στη μεγάλη κοιλιά μου όπου βλάσταιναν τα παιδιά μου. Το βράδυ, όταν γύριζε από το κυνήγι, ριχνόμουν όλο χαρά πάνω στο χρυσαφί στήθος του. 


Frederic Leighton (1874) 
Η Κλυταιμνήστρα από τις επάλξεις του Άργους παρακολουθεί τις φωτιές που θα αναγγείλουν την επιστροφή του Αγαμέμνονα.


Δέκα χρόνια παραφυλώντας για το κουτσό βήμα του ταχυδρόμου στο δρόμο..... 

Αλλά οι άντρες δεν είναι φτιαγμένοι για να ζεσταίνουν σ' όλη τους τη ζωή τα χέρια τους στη φλόγα της ίδιας εστίας: έφυγε, για νέες κατακτήσεις, και μ' άφησε, 'κει, σαν ένα μεγάλο αδειανό σπίτι που βοά από το χτύπο ενός άχρηστου ρολογιού. 

Ο χρόνος που πέρασα μακριά του κυλούσε αργός, άλλοτε σταγόνα με τη σταγόνα κι άλλοτε κατά κύματα, σαν το αίμα που χάνεται, αφήνοντας με κάθε μέρα που πέρναγε και πιο φτωχεμένη σε μέλλον. Μεθυσμένοι αδειούχοι μου περιγράφανε ποια ζωή πέρναγε στους καταυλισμούς των μετόπισθεν: ο στρατός της Ανατολής έβριθε από γυναικομάνι: Θεσσαλονικιές Οβριές, Αρμένισσες της Τιφλίδας που τα γαλανά μάτια τους κάτω από τα σκοτεινιασμένα τους βλέφαρα σε 'καναν να σκέφτεσαι πηγές στα βάθη μιας σκοτεινής σπηλιάς, τουρκάλες βαριές και γλυκιές σαν κι αυτά τα γλυκίσματα που φτιάχνουν με μέλι. Λάβαινα, επιστολές, τις μέρες των επετείων πέρναγα τη ζωή μου παραφυλώντας για το κουτσό βήμα του ταχυδρόμου κάτω στο δρόμο. 

Την ημέρα πάλευα με την αγωνία, τη νύχτα με την επιθυμία, αδιάκοπα με το κενό, αυτή την ύπουλη μορφή της δυστυχίας. Τα χρόνια περνούσαν το 'να μετά τ' άλλο κατά μήκος των έρημων δρόμων σαν μια πομπή από χήρες• η πλατεία του χωριού μαύριζε από τις μαυροφόρες. Τις μακάριζα, κείνες τις δύστυχες, που δεν είχαν γι' αντίζηλο παρά μόνο τη γη και που τουλάχιστον ήξεραν πως οι άντρες τους κοιμόντουσαν μόνοι. 

Στο πόδι του επιθεωρούσα τα έργα στους αγρούς και στους θαλασσινούς δρόμους. Αποθήκευα τις σοδειές. Διέταζα και παλούκωναν τα κεφάλια των ληστών στον πάσσαλο της αγοράς. Το όπλο του μεταχειριζόμουνα για να σκοτώνω τις κουρούνες, και της δικιάς του της φοράδας τα πλευρά σπηρούνιζα με τις γκέτες μου τις φτιαγμένες από καστανό πανί. Σιγά-σιγά έμπαινα μες στο πετσί του άντρα που μου έλειπε και που με είχε στοιχειώσει. Κατέληξα να κοιτάζω με το ίδιο μάτι μ' αυτόν τους χιονάτους λαιμούς των θεραπαινίδων. 



Bernardino Mei (1654)
Ο Ορέστης σκοτώνει τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα


Και η μοιχεία, συχνά, δεν είναι άλλο από μία μορφή, απεγνωσμένη, της πίστης.

Ο Αίγισθος κάλπαζε δίπλα μου στα χέρσα χωράφια - η εφηβεία του συνέπιπτε με την εποχή της χηρείας μου - είχε σχεδόν φτάσει στην ηλικία όπου θα 'πρεπε πια να ζει με τους άντρες• με ξαναγύριζε πίσω, στις μέρες εκείνων των διακοπών όπου μέσα στα δάση αλλάζαμε με τα ξαδέλφια φιλιά. Δεν τον έβλεπα τόσο σαν ένα εραστή όσο σαν ένα γιο που η απουσία μού 'χε χαρίσει. Πλήρωνα τις σέλλες και τα άλογα που αγόραζε. Δεν τον απατούσα μονάχα, τον εμιμόμουνα κιόλας: για μένα ο Αίγισθος δεν ήταν παρά το αντίστοιχο των γυναικών της Ασίας ή του μισητού Άργυννου. 

Κύριοι Δικαστές, μόνον ένας άντρας υπάρχει στον κόσμο: όλοι οι άλλοι, για όλες τις γυναίκες, δεν είναι άλλο από ένα σφάλμα, ή από ένα θλιβερό υποκατάστατο. Και η μοιχεία, συχνά, δεν είναι άλλο από μία μορφή, απεγνωσμένη, της πίστης. Αν απάτησα κάποιον, αυτός είναι σίγουρα τούτος ο έρμος ο Αίγισθος. Τον χρειαζόμουνα για να δω ως ποιον βαθμό μου ήταν αναντικατάστατος εκείνος που αγαπούσα. 

Όταν κουραζόμουν να τον χαϊδεύω ανέβαινα στη βίγλα και ξενυχτούσα με τον σκοπό. Μια νύχτα, ο ορίζοντας στην Ανατολή πήρε φωτιά τρεις ώρες πριν από την αυγή. Η Τροία, καιγόταν: από την Ασία, ο άνεμος, παράσερνε πάνω από θάλασσες αποκαΐδια και σύννεφα στάχτης. Οι σκοπιές άναψαν στις βουνοκορφές τις φωτιές της χαράς: ο Άθως κι ο Όλυμπος, η Πίνδος και ο Ερύμανθος φλέγονταν σαν πυρές- η τελευταία φλόγινη γλώσσα ήρθε και κάθισε αντίκρυ, πάνω στο μικρό λόφο που εδώ και είκοσι πέντε χρόνια μου έφραζε τον ορίζοντα. Έβλεπα το κρανοφορεμένο μέτωπο του σκοπού να χαμηλώνει για να δεχτεί τα ψιθυρίσματα των κυμάτων: κάπου, στη θάλασσα, ένας άντρας ντυμένος στο μάλαμα ακουμπούσε τον αγκώνα του στην πρύμη αφήνοντας την έλικα να τον φέρνει με την κάθε στροφή της και πιο κοντά στη γυναίκα του και στο σπιτικό του. 

Κατέβηκα απ' τη βίγλα και πήρα ένα μαχαίρι. Ήθελα να σκοτώσω τον Αίγισθο, να πω να πλύνουν τα ξύλα του κρεβατιού και το πέτρινο πάτωμα του δωματίου, να βγάλω απ' την κασέλα το φόρεμα που φορούσα τη μέρα που έφυγε, να εξαλείψω αυτά τα δέκα χρόνια σαν ένα σκέτο μηδενικό μέσα στο σύνολο των ημερών μου

Περνώντας μπρος από τον καθρέφτη, στάθηκα να χαμογελάσω. Ξαφνικά, είδα τον εαυτό μου - κι αυτή η εικόνα μου θύμισε πως είχα γκρίζα μαλλιά. 



William Merritt Chase, The Mirror (1883)


...να πέθαινα μέσα σ' αυτό το αγκάλιασμα.

Κύριοι Δικαστές, δέκα χρόνια, είναι κάτι - είναι κάτι μακρύτερο από την απόσταση ανάμεσα στην πόλη της Τροίας και το παλάτι των Μυκηνών. Αυτή η γωνιά του παρελθόντος είναι, επίσης, ψηλότερη από το μέρος όπου αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε γιατί μόνο να κατέβουμε μπορούμε το Χρόνο, κι όχι να τον ανέβουμε. Είναι όπως στους εφιάλτες: το κάθε βήμα που κάνομε μας απομακρύνει από το στόχο αντί να μας τον φέρνει όλο και πιο κοντά. Στη θέση της νέας γυναίκας του ο βασιλιάς θά 'βρισκε στο κατώφλι ένα είδος παχύσαρκης μαγείρισσας• θα τη συνέχαιρε για την τάξη που θα επικρατούσε στα κοτέτσια και στα κελάρια• για μένα, δε θά 'πρεπε να περιμένω άλλο από λίγα ψυχρά φιλιά. Αν είχα τη δύναμη, θα σκοτωνόμουνα πριν γυρίσει, για να μη διαβάσω στο πρόσωπο του την απογοήτευση του που μ' έβρισκε μαραμένη. Αλλά ήθελα να τον ξαναδώ τουλάχιστον πριν πεθάνω. 

Ο Αίγισθος έκλαιγε στο κρεβάτι μου, σκιαγμένος σαν παιδί ένοχο που νιώθει πως πλησιάζει η πατρική τιμωρία. Τον ζύγωσα• πήρα την πιο απαλά ψεύτρα φωνή μου για να του πω ότι τίποτα δεν φανέρωνε τις νυχτερινές συναντήσεις μας και πως ο θείος του δεν είχε λόγο να πάψει να τον αγαπά. Ενώ μέσα μου έλπιζα πως κιόλας, τά 'ξερε όλα, και πως ο θυμός μαζί με τη λαχτάρα του για εκδίκηση θα μου ξανάδιναν μια θέση στη σκέψη του. Για μεγαλύτερη σιγουριά, με τα γράμματα που θα του ανέβαζαν στο πλοίο, έβαλα ένα ανώνυμο γράμμα που μεγαλοποιούσε τα λάθη μου: ακόνισα το μαχαίρι που θα μου άνοιγε την καρδιά. Αναλογιζόμουνα πως μπορεί και να με 'πνιγε με κείνα τα δυο χέρια του που τόσες φορές είχα φιλήσει• τουλάχιστον ας πέθαινα μέσα σ' αυτό το αγκάλιασμα.


The return of Agamemnon, from an illustration in 1879 for Stories from the Greek tragedians Alfred Church.


Γύρισε....δεν ήτανε μόνος...είχε στο πλάι του εκείνη την Τουρκάλα μάγισσα... 


Ήρθε η μέρα που το πολεμικό πλοίο έριξε την άγκυρα του στο λιμάνι του Ναυπλίου μέσα σε μια κοσμοχαλασιά από ζητωκραυγές και γιορτή. Οι πλαγιές, οι σκεπασμένες από κατακόκκινες παπαρούνες, ήταν σα να 'χανε στολιστεί στην εντολή του καλοκαιριού. Ο δάσκαλος είχε δώσει μια μέρα σχόλης στα παιδιά του χωριού. Οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν. Περίμενα στην Πύλη των Λεόντων. Ένα ρόδινο σκιάδι φκιασίδωνε τη χλωμάδα μου. Οι ρόδες της άμαξας έτριζαν πάνω στην απότομη πλαγιά. Οι χωριάτες ζεύτηκαν στα αμάξια για ν' ανακουφίσουν τα ζώα. 


Στη στροφή του δρόμου είδα επιτέλους τη στέγη της άμαξάς του να ξεπερνά εκείνον το ζωντανό φράχτη και αντιλήφθηκα πως ο άντρας μου δεν ήτανε μόνος. 

Είχε, στο πλάι του, εκείνη την Tουρκάλα μάγισσα που 'χε διαλέξει για μερίδιο του από τα λάφυρα, κι ας ήταν κάπως στραπατσαρισμένη από τα παιχνίδια των στρατιωτών. Ήταν, σχεδόν, παιδί. Είχε όμορφα σκοτεινά μάτια μέσα σ' ένα κιτρινωπό πρόσωπο διάστικτο από μελανιές. Της χάιδευε το μπράτσο για να την εμποδίσει να κλάψει. Τη βοήθησε να κατεβεί απ' την άμαξα. Με αγκάλιασε ψυχρά, μου είπε πως υπολόγιζε στη γενναιοδωρία μου για να καλομεταχειριστώ αυτή τη νεαρή κόρη που ο πατέρας της κι η μητέρα της είχαν πεθάνει. 



Evelyn De Morgan, Cassandra

Έσφιξε το χέρι του Αίγισθου. Είχε, κι αυτός, αλλάξει. Περπάταγε και λαχάνιαζε. Ο πελώριος και κόκκινος σβέρκος του ξεχείλιζε από το γιακά της πουκαμίσας του. Τα βαμμένα κόκκινα γένια του εξαφανίζονταν μέσα στις δίπλες του στήθους του. Ήταν ωραίος ωστόσο, αλλά ωραίος σαν ταύρος όχι πια σαν θεός.

Ανέβηκε μαζί μας τα σκαλιά του προθάλαμου που είχα πει και είχανε βάψει πορφυρά όπως την ημέρα των γάμων μας, για να μην φανεί το αίμα μου πάνω σ' αυτά. Είναι ζήτημα αν μου έριξε μία ματιά. Στο δείπνο, δεν πρόσεξε πως του είχα ετοιμάσει όλα τ' αγαπημένα του φαγητά. Ήπιε δύο, ήπιε τρία ποτήρια. Ο σκισμένος φάκελλος του ανώνυμου γράμματος εξείχε από μια τσέπη του. Έκλεισε το μάτι στον Αίγισθο. Στο επιδόρπιο, ψέλλισε μεθυσμένος λίγες χοντράδες για το πώς παρηγοριούνται οι γυναίκες. 



Jérôme-Martin Langlois (1810)
Η ατίμωση της Κασσάνδρας

Η ατελείωτη βραδιά συνεχίστηκε στην ταράτσα μέσα σ' ένα σμήνος από κουνούπια. Μιλούσε τούρκικα με τη συντρόφισσά του. Ήταν, καθώς φαινόταν, θυγατέρα κάποιου αρχηγού φυλής. Από μια κίνηση της που έκανε, κατάλαβα πως περιμένει παιδί. Μπορεί να 'ταν δικό του, μπορεί να 'ταν καποιανού απ' όλους εκείνους τους στρατιώτες που την είχαν παρασύρει με γέλια έξω από το πατρικό στρατόπεδο και με το μαστίγιο την είχαν κυνηγήσει μέχρι τις δικές μας τις τάφρους. 


 Όλες οι γυναίκες το ξέρουν το μέλλον.....


Φαίνεται πως είχε το χάρισμα να μαντεύει το μέλλον για να μας διασκεδάσει, μας διάβασε το χέρι. Τότε χλώμιασε, και τα δόντια της άρχισαν να χτυπάνε. 

Clytemnestra anticipates murdering her husband.
Martha Graham Dance Company


Και 'γώ, Κύριοι Δικαστές, και 'γω το ήξερα επίσης το μέλλον. Όλες οι γυναίκες το ξέρουν το μέλλον: πάντα το περιμένουν πως το τέλος δε θα 'ναι καλό. 

Είχε το συνήθειο να κάνει ένα ζεστό μπάνιο προτού πάει για ύπνο. Ανέβηκα να ετοιμάσω: ο θόρυβος του νερού που 'τρεχε μου επέτρεπε να κλαίω δυνατά, με λυγμούς. Το λουτρό ζεσταινόταν με ξύλα. Ένα τσεκούρι για τα ξύλα σερνόταν στο πάτωμα - δεν ξέρω γιατί, το έκρυψα πίσω από τις πετσέτες. Για μια στιγμή, ένιωσα μια παρόρμηση να τα τακτοποιήσω όλα με τέτοιο τρόπο που να φανεί σαν ένα ατύχημα που δε θ' άφηνε ίχνη, έτσι που μόνο η λάμπα του πετρελαίου να μπορούσε να θεωρηθεί ένοχη. 

Αλλά ήθελα να τον υποχρεώσω έστω πεθαίνοντας, να με κοιτάξει κατάφατσα: μόνο και μόνο γι' αυτό τον εσκότωνα, για να τον εξαναγκάσω ν' αναλογιστεί πως δεν ήμουν ένα αντικείμενο χωρίς σημασία που μπορούν να το προδίδουν ή να το παραχωρούν στον πρώτο τυχόντα. 



Η Κλυταιμνήστρα διστάζει πριν χτυπήσει τον κοιμισμένο Αγαμέμνονα
Pierre-Narcisse Guérin (1817), Μουσείο Λούβρου

Φώναξα σιγανά τον Αίγισθο - έγινε πράσινος, μόλις άνοιξα το στόμα μου - τον πρόσταξα να με περιμένει στο κεφαλόσκαλο. 

Ο άλλος ανέβαινε τα σκαλοπάτια βαρύς - έβγαλε την πουκαμίσα του - το πετσί του μέσα στο ζεστό νερό έγινε βιολετί. Του σαπούνιζα το σβέρκο: τόσο δυνατά έτρεμα που το σαπούνι μου ξεγλίστραγε αδιάκοπα απ' τα χέρια. Αισθάνθηκε μια δυσφορία• απότομα, με πρόσταξε ν' ανοίξω το παράθυρο που ήταν πολύ ψηλό για μένα• φώναξα τον Αίγισθο να με βοηθήσει.

Μόλις μπήκε μέσα, κλείδωσα με το κλειδί την πόρτα. Ο άλλος δεν με είδε, γιατί μας γυρνούσε την πλάτη. Χτύπησα αδέξια το πρώτο χτύπημα που δεν κατάφερε παρά να του πάρει τον ώμο. Τινάχτηκε ολόρθος, και το πρησμένο του πρόσωπο γέμισε μπλάβες κηλίδες• μούγκριζε σαν ένα βόδι. 

Τρομοκρατημένος ο Αίγισθος του άρπαξε τα γόνατα, ίσως για να του ζητήσει συγγνώμην. Έχασε την ισορροπία του πάνω στον γλιστερό λουτήρα κι έπεσε σαν ένα θεριό, με το πρόσωπο στα νερά, μ' ένα γαργαρητό που έμοιαζε με ρόγχο. 

Τότε ήταν που του κατάφερα το δεύτερο χτύπημα, που του άνοιξε το κρανίο. Αλλά νομίζω πως ήταν ήδη νεκρός: δεν ήτανε πια παρά ένα μαλακό και χλιαρό κουρέλι. 


David Scott, Death of Agamemnon (1837), The British Museum


..ποτέ δεν σωζόμαστε, όλα ξαναρχίζουνε πάντα...

Λέχθηκαν πολλά για τα άλικα ποτάμια που τρέχαν: στην πραγματικότητα έχασε ελάχιστο αίμα. Έχυσα πολύ περισσότερο γεννώντας το γιo του. Μετά από το δικό του το θάνατο, σκοτώσαμε και την ερωμένη του - ήταν πιο γενναιόδωρο, αν τον αγαπούσε. Οι χωριάτες πήραν το μέρος μας• δε μίλησαν. Ο γιoς μου ήταν πολύ μικρός για να διαλαλήσει το μίσος του για τον Αίγισθο. 

Πέρασαν λίγες βδομάδες: θα 'πρεπε πια να αισθάνομαι κάπως πιο ήρεμη αλλά το ξέρετε, κύριοι Δικαστές, πως ποτέ δεν σωζόμαστε και πως όλα ξαναρχίζουνε πάντα. Βάλθηκα να τον περιμένω: ξαναγύρισε. Μην κουνάτε τα κεφάλια: σας λέω πως ξαναγύρισε. Αυτός, που μέσα σε δέκα ολόκληρα χρόνια δεν είχε κάνει τον κόπο να ξανάρθει με μια άδεια οκτώ ημερών απ' την Τροία, ξαναγύρισε από το θάνατο. 

Μάταια του είχα κόψει τα πόδια για να τον εμποδίσω να βγει από το νεκροταφείο: αυτό δεν τον εμπόδιζε να τρυπώνει στο σπίτι μου, βράδυ, με τα πόδια του κάτω από τη μασχάλη όπως οι διαρρήκτες κουβαλάν τα παπούτσια τους, για να μην κάνουνε θόρυβο. Με σκέπαζε με τον ίσκιο του. Και δεν έδινε καν την εντύπωση πως αντιλαμβανόταν τον Αίγισθο, που 'ταν αυτού. 

Στη συνέχεια, ο γιος μου με κατάδωσε στο αστυνομικό τμήμα: αλλά κι ο γιος μου, το φάντασμα του θα παραμένει πάντα, το σάρκινο του στοιχειό. Έλεγα πως στη φυλακή θα ήμουν τουλάχιστον πιο ήσυχη αλλά ξαναγύρισε μολαταύτα: θα 'λεγες πως προτιμάει την κρυψώνα μου από τον τάφο του. Ξέρω πως στο τέλος το κεφάλι μου θα πέσει στην πλατεία του χωριού και πως το κεφάλι του Αίγισθου θα περάσει απ' το ίδιο μαχαίρι. 

Ο Ορέστης σκοτώνει την Κλυταιμνήστρα 
Ανάγλυφο ρωμαϊκής σαρκοφάγου περίπου 150 μ.Χ.Αγία Πετρούπολη, 
The State Hermitage Museum


...οι νεκροί δεν κάθονται ήσυχοι, όμως πώς να σκοτώσεις έναν νεκρό.....

Είναι αστείο κύριοι Δικαστές, θα 'λεγε κανείς πως έχω πολλές φορές κριθεί. Αλλά το 'χω πληρώσει ακριβά και το ξέρω ότι οι νεκροί δεν κάθονται ήσυχοι: θα ξανασηκωθώ, σέρνοντας τον Αίγισθο πίσω μου σαν ένα αξιολύπητο λαγωνικό. 

Θα πάρω, νύχτα, τους δρόμους, αναζητώντας τη Δικαιοσύνη του Θεού. Θα τον ξαναβρώ αυτόν τον άνθρωπο σε μια γωνιά της κόλασής μου: ξανά, από την αρχή, θα κλάψω από χαρά στα πρώτα φιλιά του. Μετά, θα μ' εγκαταλείψει, θα πάει να κατακτήσει μία επαρχία του Θανάτου. 

Αφού ο Χρόνος είναι το αίμα των ζωντανών, η Αιωνιότητα θα πρέπει να είναι το αίμα ίσκιων. 



Αγαμέμνων, Κλυταιμνήστρα, Αίγισθος 
Χρήστος Καπράλος (1989), Εθνική Πινακοθήκη


Θα τη χάσω τη δική μου αιωνιότητα περιμένοντάς τον να γυρίσει, έτσι που πολύ γρήγορα θα 'χω γενεί το πιο πελιδνό από τα φαντάσματα. Τότε, θα επιστρέψει, για να με περιφρονήσει• θα χαϊδέψει μπροστά μου την κιτρινιάρα τουρκάλα του μάγισσα, τη συνηθισμένη να παίζει με τα οστά των τάφων. 

Τι θα μου μένει να κάνω; δεν μπορούμε ωστόσο να σκοτώσουμε ένα νεκρό.



Marguerite Yourcenar, Φωτιές, 

μτφρ. Ι. Χατζηνικολή, εκδόσεις Χατζηνικολή


John Downman - The Ghost of Clytemnestra Awakening the Furies



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου