Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

«Ευτυχισμένες Μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ, «Ποιος θα το άντεχε; Μόνο μια γυναίκα»!

Samuel Beckett, 1964, Steve Schapiro 

«Ποιος θα το άντεχε; Μόνο μια γυναίκα»

Λίγ
α έργα μπορούν με τόσο εύστοχο τρόπο όσο οι «Ευτυχισμένες Μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ να αποδώσουν το υπαρξιακό κενό και την προσπάθεια του ανθρώπου να δώσει νόημα και ελπίδα στην καθημερινότητα του, αυτή την καθημερινότητα που άλλοτε τον συνθλίβει και άλλοτε τον λυτρώνει. Η μοναξιά απέναντι στο σύμπαν και η αγωνία για επικοινωνία, από τα πιο οικεία θέματα στην δραματουργική παραγωγή του Ιρλανδού συγγραφέα, εκφράζονται με σπαρακτικό τρόπο (παρά τη μάσκα του κωμικού) από την μεσήλικη Γουίννι.
Το 1960, όταν ξεκίνησε ο Μπέκετ να γράφει τις «Ευτυχισμένες μέρες», είχε ήδη εδραιώσει τη φήμη του στους θεατρικούς κύκλους με το «Περιμένοντας τον Γκοντό».

Ο Μπέκετ σταδιακά αρχίζει να περιορίζει τα διαλογικά μέρη, να προτιμάει τον μονόλογο, να αφαιρεί τις πολλές κινήσεις των ηρώων, να δημιουργεί πιο έντονη αποσπασματικότητα και να χρησιμοποιεί κυρίως τεχνικά  μέσα όπως ήχο και φωτισμό.

Όπως εξομολογήθηκε κάποτε ο ίδιος ο Μπέκετ στην ηθοποιό Μπρέντα Μπρους, κατέληξε να γράψει το έργο σκεπτόμενος ότι «το πιο τρομερό πράγμα που θα μπορούσε να σου συμβεί θα ήταν να μη σου επιτρέπεται να κοιμάσαι, κάθε φορά που θα πήγαινε να σε πάρει ο ύπνος να ακούγεται ένα δυνατό καμπάνισμα και να πετάγεσαι… και σκέφτηκα, ποιος θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει αυτό, να το υπομείνει μάλιστα τραγουδώντας; Μονάχα μια γυναίκα».

Στις «Ευτυχισμένες μέρες», η ηρωίδα είναι εγκλωβισμένη πάνω στη σκηνή σ’ έναν σωρό από σκουπίδια. Ο λόγος της είναι απόλυτα συνυφασμένος με τον επαναληπτικό σε αραιά χρονικά διαστήματα ήχο ενός κουδουνιού.
Η Γουίνι είναι μια παλιά πρωταγωνίστρια του θεάτρου που κάθε βράδυ πρέπει να υποδυθεί έναν ρόλο, χρησιμοποιώντας – αυτό που η ίδια αποκαλεί παλιό στυλ- και που κάποτε της χάρισε στιγμές δόξας.
Εσκεμμένα ο Μπέκετ αφήνει απέξω το πώς και το γιατί, το παρελθόν με άλλα λόγια της ηρωίδας του. Ο θεατής δεν ξέρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε η Γουίνι χωμένη μέσα στα σκουπίδια με μοναδικά της όπλα την τσάντα της και τα αντικείμενα που κατά διαστήματα ανασύρει μέσα απ’ αυτήν. Αντικείμενα θεατρικά όπως ένας καθρέφτης, ένα κραγιόν, μια οδοντόβουρτσα, μια ομπρέλα ή και απόλυτα χρηστικά για μια γυναίκα που χρησιμοποιεί απλώς το κορμί της απ’ τη μέση και πάνω.
Η Γουίνι καθρεφτίζεται και βάφει τα χείλη της φέροντας τη στόφα παλιάς θεατρικής δόξας, κρατάει την ομπρέλα της έτοιμη να απογειωθεί σαν θεταρική Μαίρη Πόπινς ή βουρτσίζει συνεχώς τα δόντια της σαν να διακατέχεται από μια μανία να σιγουρευτεί ότι κι αυτή ακόμα η οδοντόβουρτσα βρίσκεται πάντα εκεί.

Μοναδική παραφωνία αλλά συγχρόνως και αναγκαιότητα είναι η ύπαρξη του Γουίλι που η παρουσία του σ’ αυτήν τη χωματερή έρχεται να ενισχύσει την εικόνα της Γουίνι.
Όταν ο ίδιος ο Μπέκετ σκηνοθέτησε το έργο το 1971( σ.σ: στο Schiller-Theater του Βερολίνου), έδωσε ηθελημένα μεγαλύτερη έμφαση στον Γουίλι, προσπαθώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να αναδείξει τις ιδιαίτερες αποχρώσεις του λόγου της Γουίνι.

Όταν τα αντικείμενα της τσάντας της εξαντληθούν, η Γουίνι θα περάσει στη δεύτερη πράξη του έργου, χωμένη στα σκουπίδια ως τον λαιμό και με μοναδικό απόθεμα τις λέξεις. Ο ήχος του κουδουνιού θα γίνεται όλο και πιο επίμονος, σχεδόν βασανιστικός. Η Γουίνι θα στραφεί στο περιβάλλον της μνήμης της. Θα επαναλάβει την μάλλον βιωματική ιστορία που αφηγήθηκε  και στην πρώτη πράξη, ανίκανη όμως να της προσδώσει ένα λογικό νόημα. Κι έτσι θα σηματοδοτήσει την αέναη συνέχιση των παραστάσεων της, πάντα θαμμένη ίσως πιο βαθιά κάθε φορά, χωρίς όμως να εξαφανιστεί εντελώς απ’τη σκηνή.




Η Βάσω Μανωλίδου ως Γουίνι στις "Ευτυχισμένες μέρες" του Σάμιουελ Μπέκετ. 
Ζωντανή ηχογράφηση της παράστασης που σκηνοθέτησε ο Αλέξης Μινωτής στο Εθνικό Θέατρο το 1980. Γουίλι ο Μηνάς Χατζησάββας 
Μετάφραση: Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου
Σκηνικά/ Κουστούμια: Γιάννης Τσαρούχης





1983-1984 Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος
Μετάφραση: Σκαλιόρας, Κωστής
Σκηνοθεσία: Χουρμουζιάδης, Νίκος
Διαμαντίδου, Δέσπω (ΓΟΥΙΝΙ) 
Παλαντζίδης, Τάσος (ΓΟΥΙΛΙ)


Ο Μπέκετ εξιδανικεύει την ανθρώπινη επικοινωνία, αποδίδοντας σ΄ αυτήν την ευτυχία που αναζητούμε όλοι μας. Η Ουίνι μπορεί να είναι βυθισμένη ως στο λαιμό στην άμμο ευελπιστεί όμως πως κάποιος την ακούει ίσως ο Ουίλι, ίσως ο Θεός, με κάποιον πρέπει να επικοινωνεί για να δικαιολογήσει την παρουσία της στη ζωή. Ο Μπέκετ μέσα από την Ουίνι υπογραμμίζει την μοναδικότητα της ανθρώπινης δημιουργίας και κατ΄ επέκταση της ίδιας της ζωής, βάζοντας την ηρωίδα να χαροποιείται με οτιδήποτε ασήμαντο υπάρχει γύρω της. 

Οι υπαρξιακοί προβληματισμοί δεν λείπουν από το έργο καθώς και οι συμβολικές αναφορές στην φυσική κατάληξη του ανθρώπου, το θάνατο. Η Ουίνι σκεπάζεται από την άμμο; Ή μήπως βουλιάζει η ίδια μέσα σ΄ αυτήν; Η αλλοίωση της ανθρώπινης φύσης ο άνθρωπος που γερνά και υποδέχεται μέρα με τη μέρα το θάνατο του, οφείλει σύμφωνα με τον Μπέκετ να κατανοήσει έστω και για μια στιγμή την μοναδικότητα της κάθε μέρας που ξημερώνει. Τον Μπέκετ ίσως τον είχε απασχολήσει ιδιαίτερα η έννοια του θανάτου μια και το παράδοξο είναι ότι γεννήθηκε την μέρα του παγκόσμιου χριστιανικού πένθους την Μεγάλη Παρασκευή.

Η Αντιγόνη Βαλάκου, αλησμόνητη Γουίνι στις "Ευτυχισμένες Μέρες" στο θέατρο που λειτουργεί με το όνομά της στην Καβάλα (1997) 


"Ευτυχισμένες μέρες"

 του Σάμιουελ Μπέκετ στο θέατρο Σφενδόνη 

σε σκηνοθεσία Μίρκας Γεμεντζάκη - Αννας Κοκκίνου (2002)


Ξεκίνα τη μέρα σου, Γουίνι

Πράξη πρώτη: Μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, με ξανθά κατά προτίμηση μαλλιά, μια σειρά πέρλες γύρω από τον λαιμό, κορσέ, μπράτσα γυμνά, θαμμένη στη γη από τη μέση και κάτω. Εκτυφλωτικό φως πάνω στο πρόσωπό της, τα χέρια της σε διαρκή κίνηση, μονολογεί ακατάπαυστα. Μοναδικός ακροατής της επί σκηνής ένας άνδρας: λέει ελάχιστα και δεν την κοιτάζει σχεδόν ποτέ.
Πράξη δεύτερη: H ίδια γυναίκα, μόνο που τώρα βρίσκεται βαθύτερα μέσα στο χώμα και μόνο το κεφάλι της προεξέχει. H ίδια φλυαρία.
«Κάποτε ίδρωνα πολύ. Τώρα σχεδόν καθόλου. H ζέστη είναι πολύ μεγαλύτερη. Ο ιδρώτας πολύ λιγότερος. Αυτό είναι που βρίσκω τόσο υπέροχο. Τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσαρμόζεται. Στις συνθήκες που αλλάζουν». H δραματική ειρωνεία είναι απόλυτη, αγγίζει τα όρια της τελειότητας: βυθισμένη στο χώμα, ακινητοποιημένη κάτω από τον ήλιο, με μοναδική συντροφιά έναν άνδρα που διαβάζει εφημερίδα, η Γουίνι βρίσκει παρ' όλα αυτά «υπέροχο» τον τρόπο με τον οποίο προσαρμοζόμαστε «στις συνθήκες που αλλάζουν».
Δεν είναι πως δεν έχει συναίσθηση της κατάστασής της: δεν δείχνει να τη θεωρεί τόσο παράξενη όμως, ούτε μοιάζει να οδηγείται σε απόγνωση εξαιτίας της. Αντιθέτως, συνεχίζει τις δραστηριότητές της κανονικά: πλένει τα δόντια της, ψαχουλεύει την τσάντα της, βγάζει το καθρεφτάκι, βάζει κραγιόν, φτιάχνει τα μαλλιά της, αναπολεί τα παλιά, εξυμνεί τους κλασικούς, ονειρεύεται, σχολιάζει, ενθουσιάζεται, ελπίζει.
Τι είναι αυτό που τη βοηθάει να αρχίζει αδιαμαρτύρητα κάθε φορά τη μέρα της με το χτύπημα του κουδουνιού; Τι είναι αυτό που τη βοηθάει να συνεχίζει χαρωπή να μονολογεί, ενώ το στόμα της λίγο λίγο γεμίζει άμμο; Στο περίφημο δοκίμιό του για τον Προυστ, ο Μπέκετ παραπέμπει στο σχόλιο του γάλλου συγγραφέα σύμφωνα με το οποίο «η συνήθεια είναι η δεύτερη φύση μας», αυτή που μας κάνει να «αγνοούμε την πρώτη» και καθιστά την ύπαρξή μας «ελεύθερη από τη σκληρότητα και τη μαγεία της». H συνήθεια απαλύνει τον φόβο, απομακρύνει τον κίνδυνο. Χαρίζει ασφάλεια, ομοιομορφία, ηρεμία. «Ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα, καμία αλλαγή. Κανένας πόνος» λέει η Γουίνι, η οποία έχει ούτως ή άλλως εξασφαλίσει ιδανικό σύμμαχο κατά της ανίας: «Υπάρχει βέβαια η τσάντα. H τσάντα. Θα μπορούσα να απαριθμήσω τα περιεχόμενά της; Όχι. Τα βάθη της ποιος ξέρει τι θησαυρούς κρύβουν. Τι παρηγοριές. Ναι, υπάρχει η τσάντα».
Όπως όλοι σχεδόν οι μπεκετικοί ήρωες, η Γουίνι είναι και αυτή θύμα του χρόνου. Του χρόνου που «δεν περνά, δεν περνά δίπλα σου αλλά στοιβάζεται γύρω σου, λεπτό πάνω στο λεπτό, απ' όλες τις πλευρές, ολοένα και πιο βαθιά», όπως γράφει αλλού ο Μπέκετ. Συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε τον χρόνο ως κάτι που κινείται προς τα μπροστά - που «κυλάει», που «περνά» -, για τη Γουίνι όμως ο χρόνος μένει στάσιμος, μια αυξανόμενη μάζα που την αιχμαλωτίζει, την πνίγει. H Γουίνι, αν κάτι πρέπει να σημαίνει η κατάσταση του σώματός της, είναι ότι δεν προχωράει, δεν πάει μπροστά ούτε πίσω, μένει εδώ, στο παρόν. Δεν υπάρχει γι' αυτήν παρελθόν ή μέλλον. Τίποτε δεν κάνει το χθες να ξεχωρίζει από το σήμερα και το αύριο, τίποτε δεν αλλάζει, ποτέ, ως την τελευταία λέξη, την τελευταία πνοή.
Μια γυναίκα θαμμένη στη γη να μονομαχεί με τον χρόνο που καταβροχθίζει το σώμα, το μυαλό, τον λόγο της: δύσκολα θα βρούμε σε όλη τη δραματουργία εικόνα που να συμπυκνώνει την ύπαρξή μας με τέτοια καθαρότητα, τέτοια ακρίβεια, τέτοια δύναμη.


Αγγέλων Βήμα (2006-7)


Ευτυχισμένες μέρες...κύριε Μπέκετ;

Μετάφραση:Λευτέρης Γιοβανίδης, Σκηνοθεσία: Κοραής Δαμάτης, 

Σκηνικά-Κοστούμια: Νίκος Σαριδάκης, Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα,
Παίζουν: Κοραής Δαμάτης, Μανώλης Χουρδάκης 


Η Γουίννυ, η βασική ηρωίδα του έργου, βυθισμένη ως τη μέση στο κέντρο ενός λόφου από ξερό χώμα, ξυπνάει και ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τη μέρα της. Παρά τον εύθυμο χαρακτήρα της και τη φιλαρέσκειά της, η Γουίννυ, γνωρίζει απόλυτα τα όριά της και τις ήττες της ζωής της. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει το κάθε σήμερα και το κάθε αύριο, είναι, όπως λέει και η ίδια «.άγρια γελώντας μέσα στον πιο σκληρό πόνο».


Η απόλυτη πραγματικότητα του εγκλωβισμού που βρίσκεται, δεν της επιτρέπει να φύγει, να μετακινηθεί, να «πετάξει», την κρατά άρρηκτα και ασφυκτικά δεμένη με τη γη, όπου το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να βουλιάζει, χάνοντας σιγά - σιγά την αίσθηση του ορίζοντα, δεν υπάρχει για αυτήν ούτε λύτρωση, ούτε τέλος. Ο εγκλωβισμός αυτός θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε και σε οποιονδήποτε, στη σχέση δύο ανθρώπων μέσα σε μια κρεβατοκάμαρα, σε μια πολυκατοικία, σε μια πόλη.

Σ' αυτή τη μοναχική πορεία, την συντροφεύει, τυπικά θα έλεγε κανείς, ο σύντροφός της Γουίλλυ. Η σχέση τους, διάτρητη, αλλά αναγκαία, σηματοδοτεί ακόμη περισσότερο την αποξένωση και τη διάλυση. Και τα δύο κωμικοτραγικά πρόσωπα, ζούνε από συνήθεια, ανήμποροι, ανυπεράσπιστοι, ανίκανοι να σκεφτούν και να πράξουν.

Με όπλο του το τραγικό χιούμορ, που ο Μπέκετ παίρνει από την καθημερινότητα και που θεωρεί ίσως ότι είναι το τελευταίο στήριγμα της ανθρώπινης ύπαρξης, βλέπει κανείς την τρυφερότητα που έχει ο συγγραφέας για τα πρόσωπά του και την ανθρωπιά με την οποία τα κοιτάζει. Τους βλέπει κατάκοπους από τη ζωή να επιμένουν με πείσμα να τη ζήσουν με όποιο τρόπο, με όποιο κόστος, παντού, σε κάθε ευκαιρία, υπογραμμίζει αυτή την υπομονή, την επιμονή και το κουράγιο.





Οι ήρωες μπορεί να είναι δύο άνθρωποι που η δύναμη της συνήθειας τους ανάγκασε να ζουν στον ίδιο χώρο, υπήρξαν όμως ερωτευμένοι στα χρόνια της νιότης τους. Η σχέση τους, λαβωμένη από την αποξένωση και την παραίτηση, χρίζεται αναγκαία, λόγω του γήρατος. Ο Γουίλλυ, για να βγει από την τρύπα που ζει, πρέπει να κάνει συγκεκριμένες κινήσεις, μικρές και υπομονετικές κινήσεις, να συρθεί με τα γόνατα, αφήνοντας το κεφάλι τελευταίο...
Ο Μπέκετ διδάσκει πως η σύνθεση των λέξεων και των εικόνων, στην πιο απλοποιημένη τους μορφή, περικλείουν όλη την ουσία του κόσμου. Δεν υπάρχει πιο απλός τρόπος για να εκφράσει κανείς τη σκληροτράχηλη καθημερινή πραγματικότητα που υπάρχει ανάμεσά μας, από το να σου πει πως στο κανάλι της επιβίωσης σέρνεται ο άνθρωπος με τα γόνατα... Δεν υπάρχει πιο παραστατικός τρόπος για να δηλώσει κάποιος πως η συνήθεια, το γήρας και η μοναξιά, μας βαλτώνουν, πως ο συμβατικός χρόνος είναι ένας περίπατος σε κινούμενη άμμο, από το να το αναπαραστήσει μέσα από μία εικόνα ενός ανθρώπου που βρίσκεται εγκλωβισμένος ως τη μέση μέσα σ' ένα λόφο!

Στα έργα του, ο Μπέκετ αρνείται συνειδητά την πλοκή, ακόμη πιο ολοκληρωτικά από τους υπόλοιπους συγγραφείς του θεάτρου του παραλόγου. Αντί μιας γραμμικής εξέλιξης, παρουσιάζει τη διείσδυσή του στην ανθρώπινη ύπαρξη με μια μέθοδο που ουσιαστικά είναι πολυφωνική, ακόμη κι αν αυτή επικεντρώνεται στις σιωπές. 
Υπάρχουν στιγμές σιωπής που μπορεί να νοιώσει κανείς πως έχει φτάσει στην απόλυτη αλήθεια, πως αυτό που συνέλαβε το μυαλό του μοιάζει να προέρχεται από Θεία φώτιση και το κατέχει για κλάσματα δευτερολέπτου, όταν όμως πιάσει από την αρχή την αλυσίδα των σκέψεων του, είναι αδύνατον να οδηγηθεί κλιμακωτά στο ίδιο συμπέρασμα, η αλυσίδα έχει σπάσει...

Η Γουίννυ θα πει: "Υπάρχουν τόσα λίγα πράγματα που μπορεί να πει κανείς, μιλάει κανείς για όλα...". Για τον Μπέκετ, η σιωπή δεν είναι μία εχθρική διάθεση απέναντι στο λόγο, αλλά μια υποσυνείδητη ιδέα πώς θα μπορούσε κάποιος να οδηγηθεί στη σιωπή από ανάγκη να μιλήσει. Η φλυαρία της κατανάλωσης και του δυτικού πολιτισμού παρατηρείται σε πολλά επίπεδα, από το συνωστισμό των αντικειμενικών αγαθών μέχρι την επικοινωνία. Στην κενότητα που απορρέει από όλον αυτόν τον καταιγισμό άχρηστης πληροφόρησης, ανακαλύπτει το άτομο πως δεν έχει κάτι να πει, παρόλα αυτά συνεχίζει να μιλάει, στην ουσία όμως αυτό ακριβώς θέλει να πει: "πως δεν έχει κάτι να πει".

Η θέληση για εφήμερη επικοινωνία βασίζεται στο αντικειμενικό ψέμα, αναλώνεται σε σχέση αντικειμένων, ντύνει μια στάση ανειλικρίνειας με ανθρώπινη ειδή.




Εθνικό Θέατρο της Μεγάλης Βρετανίας, 24 και 25 Αυγούστου 2008
στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών στην Επίδαυρο.


Γουίνι η Φιόνα Σω



Τα Επιδαύρια άνοιξαν με την έξοχη, αστεία και τραγική μπεκετική ηρωίδα, η οποία επανήλθε στο κέντρο της αρχαίας ορχήστρας θαμμένη σε έναν λόφο από μπάζα και με μόνα της εφόδια μια μαύρη τσάντα, μια μοβ ομπρέλα, μια οδοντόβουρτσα, ένα μπουκάλι, έναν μεγεθυντικό φακό, ένα πιστόλι. Προσεύχεται, πλένει τα δόντια της, φτιάχνει τα μαλλιά της, μακιγιάρεται, ψαχουλεύει την τσάντα της, ανοίγει την ομπρέλα της, κάνει τα πάντα για να γεμίσει τη μέρα της εξισορροπώντας την ακινησία και τη σωματικότητα, τη σημερινή γυναίκα και τη θεατρίνα του «παλιού στυλ», βουλιάζοντας στο «μνημειώδες άνυδρο σκηνικό», νικήτρια απέναντι στις λέξεις που λιγοστεύουν και στο υπαρξιακό κενό.

2013-14 Θέατρο Τέχνης  Κάρολος Κουν, Πλάκα (Φρυνίχου)

Μετάφραση:Ερρίκος Μπελιές 
Σκηνοθεσία: Λίνα Ζαρκαδούλα 
Σκηνικό-Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης 
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου  
Παίζουν: Ναταλία Τσαλίκη (Γουίννυ), Δημήτρης Κανέλλος (Γουίλλυ) 


Η Γουίννυ μονολογεί ακατάπαυστα, το στόμα της μια πηγή που αναβλύζει απλές σκέψεις, στίχους των κλασικών, θραύσματα αναμνήσεων, φόβους και την αδιάκοπη επιθυμία της να ζήσει «άλλη μια ευτυχισμένη μέρα». Παρά τον εγκλωβισμό της, η Γουίννυ είναι εύθυμη, φιλάρεσκη, με χιούμορ, υπομονετική, γενναία και αισιόδοξη.

Σε αυτή τη θεατρική παράσταση περιγράφεται τόσο γλαφυρά η αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης, η φθορά του χρόνου, οι γεμάτες αποξένωση σχέσεις, η καθημερινή απογοήτευση και η ανυπέρβλητη μοναξιά. Η Γουίννυ εύχεται να μην είχε ανάγκη να την ακούει κάποιος, αλλά είναι ανθρώπινο... Ένα συγκινητικά ανθρώπινο έργο, όπως μόνο η αιχμηρή και ταυτόχρονα τρυφερή πένα του Μπέκετ ήξερε να «πλάθει».

Η Γουίννυ και οι «Ευτυχισμένες μέρες» καταφέρνουν να μας εμφυσήσουν ελπίδα και δύναμη να αντιμετωπίσουμε ό,τι είναι για τον καθένα από μας πηγή εγκλωβισμού. Γιατί όπως είχε πει ο Μπέκετ, η Γουίννυ είναι «ένα πουλί με λαδωμένα φτερά», στο τέλος όμως τη νιώθουμε να πετάει.



Η Γουίνι, η ηρωίδα στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ: «μισοθαμμένη» παρέα με την προσευχή, την ομπρέλα, τη μεγάλη μαύρη τσάντα και τις λέξεις, μιλάει διαρκώς, μονολογεί και δημιουργεί το δικό της σύμπαν.

Ναταλία Τσαλίκη,
 η ηθοποιός που την υποδύεται: «εγκλωβισμένη» στη σκηνή, με τον δικό της «μονόλογο», εξηγεί την επιλογή και το ταξίδι της στον κόσμο του Ιρλανδού νομπελίστα
συγγραφέα.

Η Γουίνι είναι μια αφορμή. Λέει σπουδαία πράγματα. Είναι και σύμβολο. Αστειευόμενος ο Μπέκετ είχε πει πως μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε τέτοιες συνθήκες. Είναι ένα σύμβολο της προσπάθειας που κάνουμε για να σηκωθούμε, να καταπιούμε όλο αυτό που μας συμβαίνει, να βρούμε δύναμη να συνεχίσουμε και να πούμε "τι ευτυχισμένες μέρες ζούμε"...

Αν τοποθετήσεις τη Γουίνι σε κάποια άλλη εποχή, βλέπεις ότι, εφόσον αυτή η γυναίκα βρήκε το θάρρος να μιλήσει, άρα κι εμείς μπορούμε να αντλήσουμε τη δύναμη για να συνεχίσουμε.

Ο Μπέκετ πίστευε ότι η ζωή χρειάζεται "δύναμη, θάρρος και σκέψη". Και ότι είναι μια ευτυχισμένη μέρα και μόνο το ότι ζω. Επίσης ότι πρέπει να ανακαλύπτεις τη ζωή κάθε μέρα, όπως ο ίδιος ανακαλύπτει κάθε μέρα τις λέξεις. Σαν η ζωή να είναι άλλη μια γλώσσα.

Το πιο δύσκολο σ' αυτό το τετ-α-τετ με τη Γουίνι ήταν η όλη συνθήκη, κυρίως να μπορέσω να πλησιάσω το πνεύμα του Μπέκετ. Μετά ήταν η συνθήκη της απομόνωσης και τελευταία η σωματική δυσκολία. Αλλά οι δυσκολίες δεν τελειώνουν, συνεχίζονται.

Ερωτήματα:

Τι είναι ευτυχία; Η Γουίνι είναι εγκλωβισμένη. Πόσοι εγκλωβισμένοι άνθρωποι υπάρχουν γύρω μας;


Αρκεί να ζεις; Τίποτα δεν αρκεί αν εσύ δεν είσαι δυνατός. Η ζωή από μόνη της είναι ένα δώρο. Πρέπει να νιώθεις ευλογημένος που ζεις - αυτό είναι το σημαντικό και αυτό είναι που χρωστάω στον Μπέκετ. Θέτει τα ερωτήματα που εμείς πρέπει να απαντήσουμε. Ταυτίζομαι με αυτά τα ερωτήματα. Κάθε ρόλος είναι πηγή στοχασμών και αναζητήσεων. Είναι ένα πάρε-δώσε με τη ζωή. Δίνει το ένα στο άλλο. Δεν ξεχωρίζουν αυτές οι δύο ζωές.



3 σχόλια:

  1. Ευχαριστούμε για την εξαιρετική παρουσίαση! Είναι σαν να πήγαμε κι εμείς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. θυμάται κανείς το τραγούδι που τραγούδησε για λίγο η Ναταλία Τσαλίκη ως Γουίνυ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή