Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Στίχοι για τη χώρα που τη λένε «Νοέμβρη»



November's sky is chill and drear,
November's leaf is red and sear.
___________

Ο ουρανός του Νοέμβρη είναι ψυχρός και θλιβερός·
το φύλλο του Νοέμβρη — κόκκινο, ξερό.

Sir Walter Scott

Νοέμβρης, ο μήνας της ήσυχης φωτιάς

Ο Νοέμβρης έρχεται αθόρυβα, με τον άνεμο που παίρνει τα γράμματα, με τις βροχές που ξεπλένουν τη μνήμη. Είναι η ώρα που το φως λιγοστεύει, κι ο κόσμος μοιάζει να θυμάται κάτι που δεν έζησε ποτέ. Τα δέντρα αφήνουν το σώμα τους στη βροχή, οι δρόμοι γίνονται καθρέφτες για τις απουσίες μας. Είναι ο μήνας των απολογισμών, ο καιρός που η πόρτα κλείνει και οι κουρτίνες πέφτουν, για να μετρηθεί ο άνθρωπος με τον εαυτό του. Ο κόσμος μικραίνει, τα φώτα χαμηλώνουν, και τα φύλλα, πριν χαθούν, σείονται σαν ψυχές που δεν πρόφτασαν ν’ αγαπηθούν. 

Είναι ο καιρός των ενδιάμεσων πραγμάτων, ούτε φθινόπωρο ούτε χειμώνας, ούτε τέλος ούτε αρχή. Μόνο μια παρατεταμένη ανάσα, που προσπαθεί να κρατήσει τη ζεστασιά ενός καλοκαιριού που δεν υπάρχει πια. Οι μέρες του είναι βουβές, σαν παλιές φωτογραφίες χωρίς πρόσωπα. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπή, κάτι επιμένει — ένα φως λεπτό, σχεδόν άυλο, που αντιστέκεται στην απώλεια.

Ο Νοέμβρης είναι η εποχή που μαθαίνουμε να ζούμε με τη σκιά μας. Να κοιτάζουμε το κενό και να του μιλάμε με τρυφερότητα. Να αποδεχόμαστε πως η μνήμη είναι κι αυτή ένας τρόπος ύπαρξης — πιο αργός, πιο ήσυχος, πιο αληθινός. Ο Νοέμβρης κουβαλά την απουσία των φίλων, των παιδιών, των ονείρων …κι όμως, μέσα στο ψύχος του, ανάβει ένα φως βιολέτας, μια επιμονή της μνήμης. 

Στις πλατείες του καίει ακόμα η φωτιά της εξέγερσης. Είναι μήνας μετέωρος, ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, στην πτώση και στη γέννηση. Τα σύννεφα σκιάζουν τη θάλασσα, τα τοπία θολώνουν, κι ωστόσο κάτι μέσα τους ανασαίνει — μια υπόσχεση άνοιξης που δεν έρχεται ποτέ. Κι όταν περάσει, αφήνει πίσω του εκείνο το βάρος «που πάντα είναι πιο βαρύ απ’ όσο νόμιζες» — τη γλυκιά μελαγχολία της ύπαρξης, που ούτε θάβεται ούτε ξεχνιέται.


_________


Όσα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου...

Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε 
τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. 
Τι κάναμε στη ζωή μας; Ποιοι είμαστε; 
Γιατί εσύ και όχι εγώ;

Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει 
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα
χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι.
Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυν-
ση, πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν’
αγαπήσουν.

Ώσπου στο τέλος δε μένει παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελ-
θόν (πότε ζήσαμε;)
και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και 
κανείς δε θα μας θυμηθεί.

Τάσος Λειβαδίτης, Άνεμος του Νοεμβρίου, 
Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, εκδόσεις Κέδρος


Andrew Wyeth, November First, 1950 
___________


Ο ίδιος αδιατάρακτος Νοέμβρης...

[…] Ο ίδιος αδιατάρακτος Νοέμβρης
με σημαίες παντού χθεσινής βροχής
παραδομένα στη γύμνια τα δέντρα –
δυο τρία φύλλα μόνον εστασίαζαν υπάρχοντας.

Κική Δημουλά, Ατροφικό ένστικτο, 
Ποιήματα, εκδόσεις Ίκαρος, 2011


Carl Larsson, November, 1882 
___________


9 Νοεμβρίου

9 Νοεμβρίου
Χτες βράδι φτάσανε οι εφημερίδες.
Η τελευταία 4 του Νοέμβρη. Τρέχουν τα χέρια 
τρέχουν τα στόματα τα μάτια. Τα μαντάτα της Κίνας
το Μούγδεν λέει, το Γιάγκ Σι, το Πεκίνο – κάτι ονόματα
πολύ τ᾽ αγαπήσαμε χτες βράδι πολύ
πολύ αγαπιόμαστε κάτου απ᾿ τα λοξά μάτια της Κίνας…

Στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων 
Κοντοπούλι Λήμνου, 1948-1949
__________

Γιάννης Ρίτσος, Ημερολόγιο εξορίας Ι,τόμος Ε', 
Τα Επικαιρικά (1945-1969), εκδόσεις Κέδρος


Γιάννης Στεφανίδης «Ομοτράπεζοι». Προέρχεται από σπουδή με νερομπογιά εκ του φυσικού που έγινε το 1948, στο Κοντοπούλι της Λέρου, όπου ο ζωγράφος ήταν εξόριστος μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο και άλλους 150, περίπου, κρατούμενους.
_____________


Νοέμβρης μήνας...

Άφησέ τους ακόμα μια μέρα με τις μικρές τους λέξεις ,
με τους μικρούς περιπατητικούς θανάτους, Νοέμβρης μήνας,
κάτω απ τα λίγα ολόχρυσα δέντρα.
Θεέ μου τι μόνοι, τι ξένοι ο ένας στον άλλον…

Γιάννης Ρίτσος, Σαν προσευχή, Γραφή τυφλού, 
Ποιήματα, ΙΑ τόμος, εκδόσεις Κέδρος 


«Θεέ μου τι μόνοι, τι ξένοι ο ένας στον άλλον…» 
Φωτογραφία από τον Samuel Austin
___________

Νοέμβρης, βροχή, αναμονή...

Νοέμβρης·  Οι δύο ευκάλυπτοι μες στη βροχή·  τα σανιδένια τραπέζια·  παλιές αποθήκες γυμνές·  κόκκινος τοίχος μουσκεμένος·  ούτε ξυλουργός ούτε τζαμάς ούτε ηλεκτρολόγος —κανένας. Ένα, δύο, Κύριε, —γιατί; —Τέσσερα, εφτά, Κύριε, - πόσο; Τα σκαλοπάτια γλιστράνε. Ο φρουρός κατεβαίνει το  λόφο. Ο άλλος επάνω στο φυλάκιο μ' ένα τρανζίστορ, Κύριε. Βρεγμένα τα μαλλιά σου —α, τα μαλλιά σου να τ ’ αγγίξω. Μου πήρε ο αγέρας άπ' το χέρι το τσιγάρο, το 'ριξε στη λάσπη. Α , Κύριε, πόσο; —πέντε, εφτά, και πέντε, εφτά, και πάλι πέντε.

Συνέχεια αναμονής·  Μήνες και μήνες περιμέναμε. Κοιτούσαμε το δρόμο. Τίποτα. Μαντατοφόρος δε φαινότανε. Το μονοπάτι πέτρες κι αγκάθια. Οχτώβρης, Νοέμβρης, Δεκέμβρης. Και το μακρύ τραπέζι λησμονημένο κάτω απ’ τα δέντρα. Ώσπου, στο τέλος, έφτασε ο επιστάτης·  ακούμπησε στο βρεγμένο τραπέζι τα δώδεκα μεγάλα ποτήρια. Το ’να τού έπεσε κάτω· έγινε θρύψαλα. Και θα ’πρεπε πάλι απ ’ την αρχή να περιμένουμε.

Γιάννης Ρίτσος, Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη [1967 - 1971], 
[Σειρά πρώτη, Λέρος, Νοέμβριος 1967 - Ιανουάριος 1968], 
Ποιήματα 1963-74,τόμος Ι' εκδόσεις Κέδρος


Nikos Hadjikyriakos-Ghikas, Rainy Landscape II, 1977 
___________


«...μεσημέρι, στο φως του Νοέμβρη»

Ακούμπησε το μέτωπο στο τζάμι του παράθυρου. Το τζάμι πολύ ψυχρό —πιότερο τώρα, μεσημέρι, στο φως του Νοέμβρη. Κάπου, μέσα στο σπίτι, πίσω από τη ράχη του, το νιώθει με ακρίβεια, είναι ενα κυκλικό στίγμα θερμότητας, — ναι, κυκλικό· — μήπως το ξυπνητήρι πάνω στο τραπέζι; μήπως το ποτήρι ή το ποίημα; — όχι· μάλλον τα μήλα ξεχασμένα στη φρουτιέρα της τραπεζαρίας, διπρόσωπα κι αυτά — κίτρινο, κόκκινο· —προφάσεις, προφάσεις· ενώ η σιωπή διαυγής, κρυσταλλωμένη ακινητεί στο τζάμι.

Γιάννης Ρίτσος, Κρυστάλλωση, Χειρονομίες [1967 - 1970], 
Ποιήματα, τόμος Ι', εκδόσεις Κέδρος


«μάλλον τα μήλα ξεχασμένα στη φρουτιέρα της τραπεζαρίας, διπρόσωπα κι αυτά...»
Picture created by Freepik AI
___________


Η κίτρινη σελήνη του Νοεμβρίου...

Μας άγγιξε ψυχρό 
το φθινοπωρινό λυκόφως.

Χλωμό το φως αργεί
 — λησμονημένη προτομή του ποιητή
σ' εγκαταλελειμμένο πάρκο.

Πως ερημώθηκε ο τόπος.
Τα εξοχικά κέντρα κλεισμένα.
Απ' τα σπασμένα τζάμια τους
περνοδιαβαίνουν οι άνεμοι
σφυρίζοντας
στις άδειες φιάλες
και στα κατάκοπα πολύφωτα.

Μέσα στο δάσος 
οι έρημοι πάγκοι
συνομιλούν μυστικά
με τα πεσμένα φύλλα
και με τους ίσκιους.

Εδώ κι εκεί απομένουν
τα μαύρα σημάδια
κι οι στάχτες
απ' τις φωτιές που ανάβαν
χαρούμενα παιδιά
τα βράδια του θέρους.

Λίγο πιο κάτω 
η θάλασσα θαμπή
ξεδιπλώνει τα ρίγη
του ατελεύτητου δέους.

Νεκρά
τα φωτεινά κορμιά
των εφήβων
λιώνουν κάτω απ' τα φύκια.

Στην αμμουδιά περνούν
σκυφτές κάτω απ' το σούρουπο
μαυροντυμένες γριές
γυρεύονατς τα ίχνη
των πνιγμένων παιδιών τους
και τ' απορρίματα της θύελλας.
Που μοιράσαμε τον ήλιο;

Στο άνοιγμα αυτό του δάσους
φτάνουν τη νύχτα
τα φοβισμένα ελάφια
και κοιτάζουν με μάτια νωπά
την κίτρινη σελήνη του Νοεμβρίου.[...]

Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή Συμφωνία XXVI (απόσπασμα), 
Ποιήματα 1930-1960, Εκδόσεις Κέδρος Αθήνα,1972


«..τα φοβισμένα ελάφια και κοιτάζουν με μάτια νωπά
την κίτρινη σελήνη του Νοεμβρίου»
Picture created by Freepik AI
__________


«...εκείνη η αθωότητα μέσα στο κρύο του Νοέμβρη» 

Μεγάλο μαύρο σύννεφο σα θάνατος, προχώρησε απ᾿ τους λόφους 
ίσα πάνω στη θάλασσα, σκιάζοντας τον ορίζοντα ως πέρα, 
σκιάζοντας και το μικρό καράβι που 'χαμε διαλέξει. Δεν έμεινε πια 
παρά η μικρή τυφλή με το καλάθι της μπροστά στο καφενείο
και τα πολλά αποτσίγαρα πατημένα μες στ' άδεια βαγόνια των 
τραίνων.
Τότε ο πατέρας της τυφλής, τυφλός κι αυτός, πλησίασε την κοντόσωμη 
γυναίκα,
της σήκωσε το πηγούνι. «Εγώ – της είπε – θα σου το δείξω». Κι αμέ- 
σως -
έγινε πάλι εκείνη η αθωότητα μέσα στο κρύο του Νοέμβρη 
που ένας ένας ανάβαν το κερί τους κι ανεβαίναν τη σκάλα.

Αθήνα, 28. ΧΙ.72

Γιάννης Ρίτσος, Γραφή τυφλού, Κάτω απ᾿ το σύννεφο, 
Ποιήματα, ΙΑ τόμος, εκδόσεις Κέδρος 


_________


16 και 17 Νοεμβρίου 1973
 

Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973

Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν 
εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη 
των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον 
πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, – πως μεγαλώνει το 
μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 Νοεμβρίου

Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους 
πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το
 ξύδι-
ποιος θα πει: περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα 
προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή 
διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους 
πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

Γιάννης Ρίτσος,16 και 17 Νοεμβρίου 1973



Νίκη Καραγάτση, «
Πολυτεχνείο». 
Στα αριστερά του καμβά αναγράφεται με λευκή μπογιά: «16 Νοεμβρίου 1973 οι φοιτηταί καίνε τη σημαία της 21 Απριλίου μπροστά στο Πολυτεχνείο»
______________


Ετούτος ο Νοέμβρης

[…] Ετούτος ο Νοέμβρης θα μείνει καρφωμένος
μέσα στο χρόνο, με τις ατέλειωτές του νύχτες,
με το βοριά στα στηλωμένα μάτια μας,
με τους τριγμούς κλαριών ή πατημάτων,
κρωγμούς ή συνθηματικές κραυγές συνωμοτών.

Δεν ξεγελιόμαστε απ' τα τεχνάσματα σας.
Κάποιος ρίχνει κόκκινο χρώμα στα ποτάμια —
δεν έρευσε από φλέβες τόσο κόκκινο.
Κάποιος βάφει πορφυρένια τη θάλασσα
και τα σύννεφα στάζουν αίματα, αίματα,
πλημμυρίζουν οι δρόμοι.

Λεία Χατζοπούλου - Καραβία, 
Προς Αντιγόνην (απόσπασμα), Αθήνα, 1975.




Βάσω Κατράκη | «Μνήμη ΙΙ – Κατάθεση Στεφάνου» (1986)
___________


...και ξαφνικά

πιάσαν οι ζέστες το Νοέβρη


...και ξαφνικά

πιάσαν οι ζέστες το Νοέβρη

καλοκαιριά

στην καρδιά του χειμώνα.

Ήταν οι ανάσες των παιδιών,

κοντά – κοντά,

σαν να ’ταν μια αναπνοή

κι οι ανάσες στα παράθυρα

κοντά – κοντά,

σα να ’τανε ένα μπαλκόνι η Αθήνα,

κι οι φωτιές που καίγανε στους δρόμους τα 
σκουπίδια,

κοντά – κοντά,

σα να ’ταν πυρκαγιά,

κι ήταν οι σφαίρες

κι ήταν το αίμα.

Και ξαφνικά

πιάσαν οι ζέστες το Νοέβρη

κατακαλόκαιρο

στη μέση του χειμώνα.

Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής, Ένας Ζεστός Νοέβρης, 
Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Nοέβρη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1995

  

Μάριος Βατζιάς, Η παρουσία του ήρωα, 1976

__________


Ψηλά στα Ζαγόρια, Νοέμβρης μήνας με ψιλόβροχο...

«Μια εικόνα. Ενα τοπίο που, όσος καιρός κι αν πέρασε, λειτουργεί μέσα μου μουσικά. Έχει ρυθμό, αναπτύσσεται στο χρόνο... Ψάχνοντας τότε, το '69, για το χωριό της "Αναπαράστασης", βρέθηκα σ' ένα χωριό ψηλά στα Ζαγόρια. Νοέμβρης μήνας με ψιλόβροχο. Μαύριζε η γκρίζα πέτρα από νερό. Πένθιμες γυναικείες φιγούρες χάνονταν στα ερείπια. Μια γέρικη φωνή τραγουδούσε στο έρημο καφενείο: "Μωρή κοντούλα λεμονιά..." Στάθηκα εκεί στην άκρη. Η φωνή ράγισε κι έσπασε έπειτα από λίγο. Έμεινε το τοπίο με τη βροχή. Έμεινα κι εγώ.»

[απόσπασμα από συνέντευξη του Θόδωρου Αγγελόπουλου στον Μισέλ Φάις 
στη στήλη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 31/5/2002]


Αναπαράσταση (1970)- Θόδωρος Αγγελόπουλος (Κοντούλα λεμονιά)
_________


...δύο του Νοεμβρίου ξημερώματα


Πρώτη φορά σ' ενός νησιού τα χώματα
δύο του Νοεμβρίου ξημερώματα

βγήκα να δω τον κόσμο και μετάνιωσα
τα «ζόρικα» που λεν αμέσως τα 'νιωσα.

Μήνες εννέα πριν την πρώτη μέρα μου
δούλευα για το σπέρμα του πατέρα μου

και πεντακόσιους τρεις κατά συνέχεια
μετά - για την ψευτιά και την ανέχεια.

Δύσκολο δύσκολο της γης το πέρασμα
και να μη βγαίνει καν ένα συμπέρασμα.

Μέσα στον εαυτό μου τόσο κρύφθηκα
που μήτε ο ίδιος δεν τον αντελήφθηκα.

Ώσπου μια μέρα το 'φερε η περίσταση
κι αγάπησα χωρίς καμιάν αντίσταση

αλλά και στην προσπάθεια την ελάσσονα
πάντοτε βρε παιδιά μου τα θαλάσσωνα

πρώτον διότι κυνηγούσα το Άπιαστο
και δεύτερον γιατ' ήμουν είδος Άμοιαστο.

Εφ' ω και αφού την τύχη μου σιχτίρισα
πίσω στον εαυτό μου ξαναγύρισα.

Οδυσσέας Ελύτης, Το τραγούδι του Ποιητή, 
Μαρία Νεφέλη, εκδόσεις Ίκαρος


Ο Οδυσσέας Ελύτης, σε ηλικία δύο ετών, Ηράκλειο
__________
 

...τον μικρό Νοέμβρη

Τον Μάρτη περικάλεσα
και τον μικρό Νοέμβρη
Τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας έβρει 

Γιατ’ είμαστε μικρά παιδιά
είμαστε δυο Ελληνάκια
Μες στα γαλάζια πέλαγα
και στ’ άσπρα συννεφάκια 
[...]

Οδυσσέας Ελύτης. Τα Ελληνάκια, 
Τα ρω του Έρωτα, εκδόσεις Ύψιλον


 Σούλα Μπιρμπίλη,Τα Ελληνάκια από τον δίσκο Μίκης Θεοδωράκης, 
Μικρές Κυκλάδες του Οδυσσέα Ελύτη
__________


«...που του μικρού σου Νοέμβρη το καλύβι άπονα έπληξε...»

[...] Ν' ακούς αγάλματα πέτρινα και ρυάκι Εμπεδοκλέους είναι μαγεία.
Προπαντός αν περπατείς γυμνόπους.

Κι όσα η άμυαλη γραφή σου που υφαρπάζει
Από μια, σε αποδρομή, μεγάλη στενοχώρια· που
Του μικρού σου Νοέμβρη το καλύβι άπονα έπληξε.

Κείνο το εν είδει ρόδου δώρο που δεν έκανα. 

Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον, 1998, εκδόσεις Ίκαρος


René Magritte, Le Coup au coeur, 1952
__________


Οχτώ Νοέμβρη. Εποχή των χρυσανθέμων ...

Οχτώ Νοέμβρη. Εποχή των χρυσανθέμων –
γυαλί σπασμένο το κορμί σου καταγής.
Ντυμένη θαύματα στη δόξα των ανέμων
τον αιματόφυρτο καιρό αιμορραγείς.

Οχτώ Νοέμβρη πια ποτέ δε θα ξανάρθει
σαν θεατρίνα που έχει σβήσει αλκοολική 
κι ένα παιδί που μεγαλώνει μες στη στάχτη
θα διδαχτεί απ’ τους θεούς τη μαντική.

Μες στα νεκρά τα καφενεία πέφτει χιόνι
κι έξω περνάει μια κηδεία της συμφοράς.
Των αισθημάτων λάμπει πάντοτε το αφιόνι
σ’ ένα κουτί μέσα κλεισμένο ζαφοράς.

Πρέπει να μάθεις να διαβάζεις το σκοτάδι
σαν ένα σώμα, στην αρχή συλλαβιστά.
Να κατακτήσεις και το μπλε που είναι στον Άδη.
Να ιδρώνουν θάνατο οι χορδές και τα πνευστά.

Σ’ ένα δωμάτιο τρεις γιατροί συλλογισμένοι
πίνουν θανάτους μιας ζωής πριν μ’ αρνηθεί.
Και συνεχώς με ψηλαφίζουν σαστισμένοι
γιατί το μέλλον μου λυσσάει για να σωθεί.

Παλιά φεγγάρια της αγάπης τα μπακίρια.
Πλεχτές κουβέρτες με τοπάζι και χρυσό.
Μυρίζουν κίτρινο και δάφνη τα σανίδια
και πίνω αρώματα και οινόπνευμα να ζω.

Μες στις βελόνες του ένας ράφτης καρφωμένος –
διαμάντια το αίμα του, καρφίτσες και κλωστές.
Ένα παλτό μεταποιεί σαν μαγεμένος
να το φορέσουν των ανέμων εραστές.

Οχτώ Νοέμβρη και το σπίτι ταξιδεύει
σ’ ενός σουλτάνου τις αυλές ψηφιδωτό.
Του σώματός μας τα κρυφά και τα ερέβη
μόνο της τέχνης μας φυλούν την κιβωτό.

Ποιμένες άγγελοι στα μωβ των αθανάτων
πενθούν και ψάλλουν τη μεσίστια ζωή.
Κι εγώ στο έλεος πενθώ των αοράτων
και των προβάτων που πηγαίνουν για σφαγή.

Απόψε τίποτα δεν έχεις να δηλώσεις.
Η νομιμότητά σου εξωπραγματική.
Αρκεί σαν γράμμα τη ζωή σου να διπλώσεις
κι ύστερα παίζεις κοπτική και ραπτική.

Οχτώ Νοέμβρη. Εορτή των Αρχαγγέλων.
Των Μιχαήλ και Γαβριήλ Ταξιαρχών.
Δεν έχει νόημα πως κάψαμε το μέλλον.
Το κέρδος μένει και σωμάτων και ψυχών.

Κι όπως τις ροζ τις εποχές των χρυσανθέμων
πλανόδιοι θίασοι πουλούσαν μαγικά
έτσι κι εσύ μέσα στη δόξα των ανέμων
τα αινίγματά σου αθροίζεις με μηδενικά.

Μάνος Ελευθερίου, Η δόξα των ανέμων 
(Από την ποιητική συλλογή «Η πόρτα της Πηνελόπης», 
2004, εκδόσεις Γαβριηλίδη.


Ο Μάνος Ελευθερίου διαβάζει Ελευθερίου
_________


«Νοέμβρης, θα με ξεχάσεις...»

Νοέμβρης, θα με ξεχάσεις,
αν γίνουν τα κύματα στεριά και γιασεμιά τα φύκια…

Θα με θυμάσαι,
όταν στο μαξιλάρι το δάκρυ, θα κεντά την τελευταία φυγή.

Θα γυρίσεις,
Αύριο, όταν η αξόδευτη αγάπη γίνει μοίρα ελεύθερη…

Ζωή Δικταίου, Κέρκυρα Νοέμβρης 2015

«November Sea» by Carol Thompson 
_______


Κατά μήνα Νοέμβριον υπήρχε το ψέμα

Με τη γέννα της μέρας σε πήραν σου πήραν τα ρούχα 
γυμνός.
Θα ορμήσει μέσα σου ανυπόφερτος πόνος.
Το κεντρικό σου κόκαλο θα τσακιστεί θα βογγήξεις.
Από κάτω η θάλασσα – μνήμη.
Και σου δείχνουν τι ξέρεις γι᾿ αυτόν κι αυτός πλη-
σιάζει
με του φίλου το πρόσωπο το χαμόγελο δόκανο.
Γιατί έρχεται αυτός κι εσύ αναγνωρίζεις τον άλλο 
το ξερό φάντασμά του.
Γιατί έρχεται η εκδρομή με τα δέντρα πολλά στον 
αέρα σαλεύουν.
Έρχεται ξαφνικά η γαλάζια φοιτήτρια και σου λέγει 
εσείς
με βιάσατε με.
Κατά μήνα Οκτώβριον υπήρχε το ψέμα.
Κατά μήνα Νοέμβριον υπήρχε το ψέμα.
Και τα πόδια Γενάρη Φλεβάρη και Μάρτη 
δροσερά την αυγή ως ψηλά που το χέρι
μια κοιλάδα Απριλίου – Μαΐου με βιάσατε εσείς 
με χτυπήσατε με.

Τάκης Σινόπουλος, Το χρονικό, 
Ακόμη μια νύχτα V, εκδόσεις Κέδρος



No... όπως Νοέμβρης


No sun—no moon!
        No morn—no noon—
No dawn—
        No sky—no earthly view—
        No distance looking blue—
No road—no street—no “t’other side the way”—
        No end to any Row—
        No indications where the Crescents go—
        No top to any steeple—
No recognitions of familiar people—
        No courtesies for showing ’em—
        No knowing ’em!
No traveling at all—no locomotion,
No inkling of the way—no notion—
        “No go”—by land or ocean—
        No mail—no post—
        No news from any foreign coast—
No park—no ring—no afternoon gentility—
        No company—no nobility—
No warmth, no cheerfulness, no healthful ease,
   No comfortable feel in any member—
No shade, no shine, no butterflies, no bees,
No fruits, no flowers, no leaves, no birds,
        November!

________

Ούτε ήλιος — ούτε φεγγάρι!
Ούτε πρωί — ούτε μεσημέρι —
Ούτε αυγή — 
Ούτε ουρανός — ούτε θέα στη γη —
Ούτε απόσταση να φαίνεται γαλάζια  —
Ούτε δρόμος — ούτε σοκάκι — ούτε «απέναντι μεριά» —
Κανένα τέλος σε καμιά σειρά  —
Καμιά ένδειξη για το πού οδηγούν οι καμπύλες των σπιτιών —
Καμιά κορφή καμπαναριού —
Κανένα γνώριμο πρόσωπο —
Κανένας να χαιρετήσεις ευγενικά —
Κανένας που να ξέρεις!
Κανένα ταξίδι — μετακίνηση καμιά,
Καμιά υποψία για τον δρόμο — καμιά ιδέα —
«Κανένας πηγαιμός», ούτε στη στεριά ούτε στη θάλασσα.
Ούτε αλληλογραφία — ούτε γράμμα —
Καμιά είδηση από ξένες ακτές —
Κανένα πάρκο — κανένα τηλεφώνημα — καμιά απογευματινή χαλάρωση —
Καμιά συντροφιά — καμιά ευγένεια.
Καμιά ζεστασιά, καμιά χαρά, καμιά αίσθηση συνοχής,
Καμιά αίσθηση άνεσης σε κανέναν .
Καμιά σκιά, καμιά λάμψη, καμιά πεταλούδα, καμιά μέλισσα,
Κανένα φρούτο, κανένα λουλούδι, κανένα φύλλο, κανένα πουλί —
Νοέμβριος!

Thomas Hood (1799 –1845), Νο
(Δική μου προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά)


Blow, Blow Thou Winter Wind, by John Everett Millais (1829-1896), 1892.
____________


Νοέμβρης, η «Νορβηγία της χρονιάς»


«November always seemed to me 
the Norway of the year»

«Είναι επίσης Νοέμβριος. Τα μεσημέρια είναι πιο λακωνικά και τα ηλιοβασιλέματα πιο αυστηρά, και τα φώτα του Γιβραλτάρ κάνουν το χωριό ξένο. Ο Νοέμβριος μου φαινόταν πάντα η Νορβηγία της χρονιάς... »

(από επιστολή της Emily Dickinson, αρχές Νοεμβρίου του 1865, 
με παραλήπτη την συχνή αλληλογράφο της Elizabeth Holland)


John Atkinson Grimshaw, November Moonlight, 1886, ARC Museum
__________


Ο Νοέμβρης κρέμασε το Γρανιτένιο Καπέλο του...

The Day grew small, surrounded tight 
By early, stooping Night —
The Afternoon in Evening deep
Its Yellow shortness dropt —
The Winds went out their martial ways
 The Leaves obtained excuse —
November hung his Granite Hat
Upon a nail of Plush —

_________

Η Μέρα συνέχεια μίκραινε, πιεσμένη
Από μια Νύχτα κυρτωμένη και πρόωρη
Το Απόγευμα έριχνε το λιγοστό του Κίτρινο
Στο βαθύ Δειλινό —
Οι Άνεμοι έβγαλαν τιίς πολεμικές τους συνήθειες
Τα Φύλλα ζήτησαν άδεια και την πήραν –
Ο Νοέμβρης κρέμασε το Γρανιτένιο Καπέλο του
Πάνω σε καρφί Βελουδένιο

Emily Dickinson, Έλα στον κήπο μου. Ποιήματα,
μτφρ. Κώστας Λάνταβος, εκδόσεις Αρμός, 2013


Το σπίτι της Emily Dickinson, Amherst, Massachusetts
_____________


Γράμμα το Νοέμβριο

Love, the world
Suddenly turns, turns color. The streetlight
Splits through the rat's tail
Pods of the laburnum at nine in the morning.
It is the Arctic,

This little black
Circle, with its tawn silk grasses - babies hair.
There is a green in the air,
Soft, delectable.
It cushions me lovingly.

I am flushed and warm.
I think I may be enormous,
I am so stupidly happy,
My Wellingtons
Squelching and squelching through the beautiful red.

[This is my property.
Two times a day
I pace it, sniffing
The barbarous holly with its viridian
Scallops, pure iron,

And the wall of the odd corpses.
I love them.
I love them like history.
The apples are golden,
Imagine it . . .

My seventy trees
Holding their gold-ruddy balls
In a thick gray death-soup,
Their million
Gold leaves metal and breathless.]

O love, O celibate.
Nobody but me
Walks the waist high wet.
The irreplaceable
Golds bleed and deepen, the mouths of Thermopylae.

_______________


Αγάπη μου, ο κόσμος

ξαφνικά αλλάζει, αλλάζει χρώμα.

Το φως του δρόμου

ξεχύνεται σκίζοντας τους μακρόστενους

καρπούς του ψυχανθούς εννιά η ώρα το πρωί.

Είναι η Αρκτική.

Αυτός ο μικρός ο μαύρος

κύκλος, με την καστανόξανθη μεταξένια χλόη του – μαλλιά

μωρού.

Υπάρχει στον αέρα ένα πράσινο,
απαλό, απολαυστικό.

που με θάλπει τρυφερά.

Είμαι ξαναμμένη και ζεστή.

Νομίζω πως είμαι τεράστια,

είμαι τόσο βλακωδώς ευτυχισμένη,

οι γαλότσες μου
πλατσουρίζουν και πλατσουρίζουν βαθιά 
μέσα στο όμορφο κόκκινο.

[…]

Ω αγάπη μου, ω άσπιλε.

Κανείς εκτός από μένα

δεν περπατά σε τούτο τον υγρότοπο μέχρι το κόκαλο βρεγμένος.

Τα αναντικατάστατα

χρυσαφιά ματώνουν και βαθαίνουν, τα στόματα των Θερμοπυ-

λών.

Sylvia Plath, Γράμμα το Νοέμβριο, Ποιήματα, 
μτφρ. Ελένη Ηλιοπούλου, Κατερίνα Ηλιοπούλου, εκδόσεις Κέδρος


Court Green, Devon England: το σπίτι όπου ζούσε η Sylvia Plath με τον Ted Hughes και τα παιδιά τους. Η φράση «This is my property» αναφέρεται κυριολεκτικά στο σπίτι και μεταφορικά στο εσωτερικό της βασίλειο, την ψυχή της.
___________


Θλιμμένος Νοέμβρης

i
This creature kneeling 
dusted with snow, its teeth 
grinding together, sound of old stones 
at the bottom of a river

You lugged it to the barn 
I held the lantern, 
we leaned over it 
as if it were being born.

ii

The sheep hangs upside down from the rope, 
a long fruit covered with wool and rotting. 
It waits for the dead wagon 
to harvest it.

Mournful November 
this is the image 
you invent for me, 
the dead sheep came out of your head, a legacy:

Kill what you can't save 
what you can't eat throw out 
what you can't throw out bury

What you can't bury give away 
what you can't give away you must carry with you,
it is always heavier than you thought.

___________

i

Αυτό το πλάσμα, γονατισμένο, 
σκονισμένο από το χιόνι, τα δόντια του 
τρίζουν μεταξύ τους, ήχος από παλιές πέτρες
στον πάτο ενός ποταμού.

Το ’συρες ως την αποθήκη·
εγώ κρατούσα το φανάρι,
σκύψαμε από πάνω του
σαν να γεννιόταν.

ii

Το πρόβατο κρέμεται ανάποδα απ’ το σκοινί,
ένας μακρύς καρπός, σκεπασμένος με μαλλί και σήψη.
Περιμένει το κάρο των νεκρών 
να το θερίσει.

Θλιμμένος Νοέμβρης,
αυτή είναι η εικόνα 
που εφευρίσκεις για μένα:
το νεκρό πρόβατο βγήκε απ’ το κεφάλι σου, μια κληρονομιά:

Σκότωσε ό,τι δεν μπορείς να σώσεις
πέταξε ό,τι δεν μπορείς να φας
θάψε ό,τι δεν μπορείς να πετάξεις

χάρισε ό,τι δεν μπορείς να θάψεις
ό,τι μένει πρέπει να το κουβαλήσεις μαζί σου 
πάντα είναι πιο βαρύ
απ’ όσο νόμιζες.

Margaret Atwood, November, You Are Happy (1974)



ό,τι μένει πρέπει να το κουβαλήσεις μαζί σου 
______________________


Νύ­χτα Νο­έμ­βρη


With faint dry sound, 
Like steps of passing ghosts, 
The leaves, frost-crisp'd, 
break from the trees 
And fall. 



_______

Άκου…

Μ’ ήχο ξε­ρό,

(Φα­σμά­των βή­μα­τα)

Τα φύλ­λα σπάνε με τριγ­μό

Και παν –.

Adelaide Crapsey (1878-1914), November Night



Art by Lynne Bellchamber
_______


Μια νύχτα του Νοέμβρη


I marked when the weather changed,
And the panes began to quake,
And the winds rose up and ranged,
That night, lying half-awake.


Dead leaves blew into my room,
And alighted upon my bed,
And a tree declared to the gloom
Its sorrow that they were shed.


One leaf of them touched my hand,
And I thought that it was you
There stood as you used to stand,
And saying at last you knew!

________

Άλλαξε ο καιρός, το κατάλαβα
Και τα τζάμια άρχισαν να τρέμουν,
Και οι άνεμοι ξύπνησαν και ταξίδευαν
Εκείνη τη νύχτα, που ξαπλωμένος ξαγρυπνούσα.

Τα νεκρά φύλλα μπήκαν στο δωμάτιό μου,
Και κάθισαν στο κρεβάτι μου πάνω,
Κι ' ένα δέντρο μίλησε στο σκοτάδι
Για τη λύπη του που εκείνα πέφτουν και δεν ξαναγυρνάν.

Ένα φύλλο άγγιξε το χέρι μου,
Για μια στιγμή νόμισα πως ήσουν εσύ
Όρθια όπως στεκόσουν παλιά,
Μ' εκείνο το βλέμμα που έλεγε
τώρα ξέρω!

Thomas Hardy, A Night in November
(Δική μου προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά)


A Night in November (Thomas Hardy) (Suno AI)
_________


Του Νο­έμ­βρη η Φι­λο­ξε­νούμε­νή μου


My sorrow, when she’s here with me,
     
Thinks these dark days of autumn rain

Are beautiful as days can be;

She loves the bare, the withered tree;
     
She walks the sodden pasture lane.
Her pleasure will not let me stay.
     
She talks and I am fain to list:

She’s glad the birds are gone away,

She’s glad her simple worsted grey
     
Is silver now with clinging mist.
The desolate, deserted trees,
     
The faded earth, the heavy sky,

The beauties she so truly sees,

She thinks I have no eye for these,
     
And vexes me for reason why.
Not yesterday I learned to know
     
The love of bare November days

Before the coming of the snow,

But it were vain to tell her so,
     
And they are better for her praise.

_________

Η Θλί­ψη μου, εδώ σαν βρί­σκε­ται στο πλά­ϊ,

Βλέ­πει τις μέ­ρες χι­νο­πω­ρι­νής βροχής 

Με τέ­τοι­ο κάλ­λος που πα­ρό­μοι­ο δεν χω­ρά­ει·

Τα μα­ρα­μέ­να τα γυ­μνά δεν­τριά αγα­πά­ει·

Και μο­νο­πά­τια παίρ­νει ολόβρε­χτης βο­σκής.
Έχει τό­ση χα­ρά που μου δα­νεί­ζει λί­γη.

Μι­λά και ’γω κρα­τώ πι­στή κα­τα­γρα­φή:

Χαί­ρε­ται τα που­λιά μα­κριά να ‘χου­νε φύ­γει,

Το γκρί­ζο χαί­ρε­ται μαλ­λί που την τυ­λί­γει

Κα­θώς η ομί­χλη το κα­λύ­πτει μ’ αση­μί.
Τα δέν­τρα τα άχα­ρα και τα πα­ρα­τη­μέ­να,

Την μα­ρα­μέ­νη γη, τον μαύρο ουρα­νό,

Τα όμορ­φα όλα όσα από μέ­σα κοι­ταγ­μέ­να,

Μά­τια θαρ­ρεί γι’ αυτά δεν μου είναι χα­ρι­σμέ­να,

Κι ειν’ η μομ­φή της πως δεν έχω λό­γο εγώ.
Μό­λις εχτές με επι­σκέ­φθη­κε η γνώ­ση

Τις άδει­ες μέ­ρες του Νο­έμ­βρη ν’­ αγα­πώ

Προ­τού το χι­ό­νι έρ­θει και πά­λι να το στρώ­σει.

Κάλ­λιο γι’ αυ­τά εκεί­νη  έπαι­νο να δώ­σει,

Μα μοιά­ζει μά­ται­ο για με να της το πω.

Robert Frost (1874 – 1963), My November Guest



«November Fog», Nicholas Bell Photography
___________


Βρα­διές Νο­έμ­βρη! Κρύ­ες, ακί­νη­τες κι υ­γρές

NOVEMBER Evenings! Damp and still
They used to cloak Leckhampton hill,
And lie down close on the grey plain,
And dim the dripping window-pane,
And send queer winds like Harlequins
That seized our elms for violins
And struck a note so sharp and low
Even a child could feel the woe.

Now fire chased shadow round the room ;
Tables and chairs grew vast in gloom :
We crept about like mice, while Nurse
Sat mending, solemn as a hearse,
And even our unlearned eyes
Half closed with choking memories.

Is it the mist or the dead leaves,
Or the dead men November eves?

_______


Βρα­διές Νο­έμ­βρη! Κρύ­ες, ακί­νη­τες κι υ­γρές
Τό­τε του Λέ­καμ­πτον τυ­λίγαν τις κορ­φές·
Στον γκρί­ζο τό­πο α­πλω­νόν­ταν χα­μη­λά
Τα τζά­μια που έ­στα­ζαν θο­λώ­νον­τας τα υ­γρά,
Μ’ α­νέ­μους ξέ­νους, Αρ­λε­κί­νους που τρελ­ά
Με βια αγ­κα­λιά­ζαν τις φτε­λι­ές μας σαν βι­ο­λιά,
Και βγά­ζαν ή­χο τό­σο κρύ­ο και σκλη­ρό
Που και παι­δί βα­θιά να ζει το βογ­γη­τό.

Να, τώ­ρα τα 'βα­λε η φω­τιά με τις σκι­ές
Στο θάμ­πος δεί­χνει τις κα­ρέ­κλες τρο­με­ρές:
Κι ορ­μά­με μεις εδώ­θε ε­κεί σαν πον­τι­κοί,
Στην Βά­για πλά­ι – μια νε­κρο­φό­ρα ι­ε­ρή,
Έχον­τας μά­τια, αν και δεν ξέ­ραν α­π’ αυ­τές,
Μι­σο­κλει­σμέ­να από μνή­μες πνι­γη­ρές.

Να φταί­ει η ο­μί­χλη ή τα φύλ­λα τα νε­κρά,
Ή μή­πως οι νε­κροί – Νο­έμ­βρη βρα­δι­νά;

James Elroy Flecker (1884-1915), November Eves
_____________


Η Χώ­ρα Νο­έμ­βριος

It is hard to hear the north wind again,
And to watch the treetops, as they sway.

They sway, deeply and loudly, in an effort,
So much less than feeling, so much less than speech,

Saying and saying, the way things say
On the level of that which is not yet knowledge:

A revelation not yet intended.
It is like a critic of God, the world

And human nature, pensively seated
On the waste throne of his own wilderness.

Deeplier, deeplier, loudlier, loudlier,
The trees are swaying, swaying, swaying.

__________

Σκλη­ρό ν’ α­κούς τον βό­ρει­ο ά­νε­μο ξα­νά,
Και να πα­ρα­τη­ρείς των δέν­τρων τις κορ­φές, σαν σειούν­ται.

Βoυερά σεί­ον­ται βα­θειά, σε μια προ­σπά­θεια,
Τό­σο λι­γό­τε­ρη από την αί­σθη­ση, κι α­π’ τη μι­λιά τό­σο πιο λί­γη,

Μι­λών­τας και μι­λών­τας, ό­πως τα πράγ­μα­τα μι­λούν
Σε 'κείνο το ε­πί­πε­δο που δεν α­πο­τε­λεί α­κό­μη γνώ­ση:

Μια α­πο­κά­λυ­ψη δί­χως α­κό­μη πρό­θε­ση.
Είναι ω­σάν επί­κρι­ση στον Κύ­ριο, τον κό­σμο

Και τη φύ­ση του αν­θρώ­που, στο­χα­στι­κὰ στε­ρε­ω­μέ­νη
Στον πε­τα­μέ­νο θρό­νο της ίδιας του της άγριας ε­ρη­μιάς.

Βα­θύ­τε­ρα βα­θύ­τε­ρα, βρον­τό­φω­να, α­κό­μη πιο βρον­τό­φω­να,
Σεί­ον­ται, σεί­ον­ται, σεί­ον­ται τα δέν­τρα.


Wallace Stevens (1879-1955), The Region November


....Σείονται, σείονται, σείονται τα δέντρα...
____________





Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2023

«Σελήνη έκπαγλη» στη «νύχτα που ’ναι όλη αυτιά»: από τη μακρινή ξαδέλφη Σαπφώ στον Ελύτη


Μοντάζ: Προσωπογραφία Οδυσσέα Ελύτη διά χειρός Γ. Μόραλη (1980) και 2 διαφανογραφίες του Οδυσσέα Ελύτη (Σαπφώ, Ο κήπος με τα ρόδια) από την έκδοση του Ίκαρου (1996)
_____________

«...στροφές ακρωτηριασμένες, μισοί στίχοι, σπασμένες λέξεις»

Η Σαπφώ, η δέκατη μούσα σύμφωνα με ένα επίγραμμα που αποδίδεται στον Πλάτωνα, η κατ’ εξοχήν «ποιήτρια» της αρχαιότητας, τιμήθηκε όσο καμιά άλλη γυναίκα από την ανδροκρατούμενη κοινωνία και διανόηση της αρχαιότητας. Οι Αλεξανδρινοί λόγιοι την συμπεριέλαβαν στον κανόνα των εννιά λυρικών – μόνη γυναίκα ανάμεσα στους άντρες ομότεχνούς της – και κατέταξαν τα ποιήματά της σε εννιά βιβλία, τα οποία δυστυχώς δεν διασώθηκαν. Ελάχιστα αποσπάσματα των ποιημάτων αυτών, έφτασαν ως εμάς, τα περισσότερα σε αποσπασματική μορφή, με εξαίρεση την «Ωδή στην Αφροδίτη», η οποία μας παραδίδεται ολόκληρη από τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα.

Tα ποιήματα-θραύσματα της Σαπφώς – «αθάνατες κόρες» της ποιήτριας, τα ονομάζει  ο Διοσκουρίδης σε επίγραμμά του που περιλαμβάνεται στην Παλατινή Ανθολογία – επιβιώνουν μέχρι σήμερα, παρά τις δυσκολίες παράδοσής τους. Η ανακάλυψη των παπύρων της Οξυρρύγχου στα τέλη του 19ου αιώνα έφερε ξανά στο φως τα ακρωτηριασμένα σαπφικά αποσπάσματα και προκάλεσε αναζωπύρωση των μελετών γύρω από το όνομα της λυρικής ποιήτριας κατά τη διάρκεια του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα. 

Αυτή, μάλιστα, η θραυσματική μορφή των σαπφικών χειρογράφων υπήρξε ένα βασικό έναυσμα και εργαλείο για τον Ελύτη, που προσπάθησε να ανασυνθέσει την παρουσία της στον κόσμο μας και να φέρει στο φως μέσα από το έργο του «μια Σαπφώ, καινούργια, νέα και όσο το δυνατόν ακέραιη, στα μέτρα της σημερινής ευαισθησίας».

Επειδή «στην ποίηση, όπως και στα όνειρα, δεν γερνάει κανείς», ο Ελύτης μιλάει για τη Σαπφώ, «σαν για μια σύγχρονή του, σαν μια μακρινή εξαδέλφη, λιγάκι μεγαλύτερη στα χρόνια, ένα πλάσμα ευαίσθητο καί θαρρετό συνάμα, απ’ αυτά που δεν μας παρουσιάζει συχνά η ζωή».

Ένα μικροκαμωμένο, βαθυμελάχρινο κορίτσι, ένα «μαυροτσούκαλο», όπως θα λέγαμε σήμερα, που, ώστόσο, έδειξε ότι είναι σε θέση να υποτάξει ένα τριαντάφυλλο, να ερμηνεύσει ένα κύμα ή ένα αηδόνι και να πει «σ’ αγαπώ» για να συγκινηθεί η υφήλιος.

Το πρόταγμα στο οποίο υπακούει ο Ελύτης, σύμφυτο με την ποιητική του, είναι αισθητικό γι’ αυτό και  δεν ακολουθεί κατά πόδας φιλολογικές δεσμεύσεις. Σκύβει με υπομονή και σεβασμό πάνω από τους στίχους της Σαπφώς  —«στροφές ακρωτηριασμένες, μισούς στίχους, σπασμένες λέξεις»  — στίχους που κρύβουν «κάλλος και νόημα» μαζί, εξαπολύοντας ποιητική δύναμη, μαγνητισμό και ατόφια αίσθηση ζωής. 


Μικρογραφία από το βιβλίο του Βοκάκιου «Περί διασήμων γυναικών», μάλλον η παλαιότερη απεικόνιση της Σαπφώς στον νεότερο κόσμο. 15-16ος αιώνας,
Πηγή: France (Cognac). Bibliothèque Nationale MS Français 599 fol. 42
______________

«Την Ομορφιά διακόνησα· τι πιο μεγάλο θα μπορούσα...»

Πολύ συχνά, στα πεζά του κείμενα, στ’ «Ανοιχτά Χαρτιά» και στο «Εν λευκώ», ο Οδυσσέας Ελύτης, τέκνο της Αιολίδας κι αυτός, μνημονεύει τη Σαπφώ, εκείνη που, δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω, στον ίδιο γενέθλιο τόπο, τη Μυτιλήνη, πίστεψε στην ποιητική ιδέα και τόλμησε να φέρει στο προσκήνιο το λυρικό «εγώ», τα αισθήματα και τα όνειρα, την ατομική ζωή, τον έρωτα και τα πάθη του.

Ο Ελύτης, παρόλο που άντλησε πολλά στοιχεία από το υπερρεαλιστικό κίνημα, ήδη από το 1943, αυτοχαρακτηρίζεται ως «λυρικός ποιητής», εντάσσοντας εαυτόν στην μακραίωνη λυρική παράδοση του τόπου του και στη ποιητική συγγένεια με την «μακρινή εξαδέλφη του Σαπφώ». 

Σε μια στιγμή που οι θρησκευτικές βάσεις της κοινωνίας είναι ακόμη αυστηρές· που ο λόγος ο επικός έχει τη μονοκρατορία στην έκφραση· που το ηρωικό στοιχείο είναι η μόνιμη και παραδεγμένη αξία· ένας Αρχίλοχος στην Πάρο και μία Σαπφώ στη Λέσβο —για ν’ αναφερθούμε στους κυριότερους — τ’ ανατρέπουνε όλα, φέρνουν τα αισθήματα και τα όνειρα στο πρώτο επίπεδο, τολμούν να μιλήσουν για την ατομική τους ζωή, να πουν τον καημό τους, να τραγουδήσουν, να χορέψουν. Οι πρώτοι στο Αιγαίο και οι πρώτοι σ’ όλον τον γνωστό κόσμο, θέλω να πω στον πολιτισμό που ακόμη σήμερα συνεχίζουμε.

Οδυσσέας Ελύτης, Σαπφώ: ανασύνθεση και απόδοση, Αθήνα, Ίκαρος, 1996

Ως ιέρεια της ομορφιάς, ποιήτρια προικισμένη με τη δύναμη των Μουσών και γι’ αυτό και αθάνατη στη μνήμη των μελλοντικών γενεών, έτσι αυτοσυστήνεται, μιλώντας σε πρώτο ενικό πρόσωπο, η Σαπφώ στην αρχή της ποιητικής ανασύνθεσης του Ελύτη, σε απόλυτη συστοιχία με τη δήλωση του ποιητικού υποκειμένου στο «Άξιον Εστί»: «Θα καρώ Μοναχός των θαλερών πραγμάτων».Ο Ελύτης μοιράζεται με τη Σαπφώ το ίδιο ιδανικό, την άσκηση ή αλλιώς τη λατρεία της ομορφιάς.

την Ομορφιά διακόνησα· τι πιο μεγάλο θα μπορούσα...αλήθεια σε μελλούμενους καιρούς κάποιος θα βρίσκεται να με θυμάτ’ εμένα.

Οδυσσέας Ελύτης, Σαπφώ: ανασύνθεση και απόδοση, Αθήνα, Ίκαρος, 1996

Sappho, print made by John Pye, the elder, after Angelica Kauffman. 
Published by: John Boydell, 1774, The British Museum
__________

«Τέκνα της Αιολίδας»

Στη Σαπφώ, όπως ομολογεί ο ίδιος ο Ελύτης, χρωστάει την μύησή του στην ποίηση, με τρόπο καθοριστικό για τη ζωή και την πορεία του στην τέχνη. Μια εξωλογοτεχνική εμπειρία που βίωσε στο Βρετανικό Μουσείο, «ένας πρασινωπός πάπυρος με χαραγμένο επάνω του, αρκετά καθαρά, ένα απόσπασμα της Σαπφώς», ήταν που ξύπνησε την αγάπη του για την ποίηση. Ήταν η θέαση των ελληνικών γραμμάτων, των συμβόλων μιας ολόκληρης πνευματικής πορείας και ταυτότητας, που βρήκε ανταπόκριση μέσα του, στις πιο βαθιές αισθήσεις και μνήμες του, και τον μετέφερε αμέσως νοερά και μυστηριακά «σ’ ένα γιαλό της Μυτιλήνης» να ακούει το τραγούδι της κόρης του περιβολάρη τους. 

Αντικρίζοντας τον πάπυρο της Σαπφώς, ένιωσε τις απορίες του να ξεχειλίζουν για το μυστήριο της ποιητικής γλώσσας και της διάταξης των συμβόλων της πάνω στη γραφική ύλη. Έτσι κατάλαβε ότι η σαπφική ποίηση δεν έμοιαζε σε τίποτα με την ευκολονόητη σε μορφή και περιεχόμενο ποίηση που διδασκόταν μικρός, αλλά έβρισκε αντιστοιχίες μόνο στα λόγια-ξόρκια της ηλικιωμένης Κρητικιάς μαγείρισσάς τους, τα ακαταλαβίστικα αιρετικά εκείνα λόγια, τα «παλαβάτα», που του ξυπνούσαν θαυμασμό μαζί και δέος, όταν εκείνη τα έλεγε για να διώξει το κακό. Αυτή η βίωση του ποιητικού λόγου από τον Ελύτη με τη συμμετοχή όλων του των αισθήσεων και τις αναλογίες τους στο πνεύμα, θα τον ακολουθήσει σ’ όλη την πορεία της τέχνης και της ζωής του.

Η αγάπη στην ποίηση μου ήρθε από μακριά και, αν μπορεί να το πει αυτό κανένας, έξω απ' τη λογοτεχνία. Το συνειδητοποίησα μια μέρα καθώς τριγύριζα στις αίθουσες του Βρετανικού Μουσείου και βρέθηκα μπροστά σ᾿ έναν πάπυρο πρασινωπό, αν θυμάμαι καλά, με χαραγμένο επάνω του αρκετά καθαρά ένα απόσπασμα της Σαπφώς. Ύστερα από τους σωρούς τα λατινικά χειρόγραφα που κατάπινα τα χρόνια εκείνα ένιωθα μια πραγματική ανακούφιση· μου φαινότανε ότι ο κόσμος ίσιωνε κι έμπαινε στη σωστή του θέση. Αυτά τα λιγνόκορμα συμπαγή κεφαλαία συγκροτούσανε μια γραφική παράσταση διαυγή και μυστηριακή μαζί, που μου 'κανε νόημα φιλικό μες από τους αιώνες. Σα να βρισκόμουν πάλι σ' ένα γιαλὸ της Μυτιλήνης και ν᾿ άκουγα την κόρη του περιβολάρη μας να τραγουδά.

Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 25, Αθήνα, Ίκαρος, 1987.

Ο εκλεπτυσμένος και πλούσιος τρόπος ζωής που είχε αναπτύξει η Λέσβος στον 7ο και 6ο αιώνα, η υγιής ελευθερία των ηθών και η φυσιοκρατική αντίληψη ζωής, σύμφυτη στα τέκνα της Αιολίδας, διαμόρφωσαν την ποιητική φωνή της Σαπφώς: λέξεις «κυανές, που ευωδιάζουν ακόμη απ’ την αλμύρα των θαλασσόχορτων», «μια συζυγία μισή στον ουρανό και μισή στη γη, μισή στην αμφιβολία και μισή στην αθανασία».

Τόσο, θα έλεγες, μεγάλος είναι ο μαγνητισμός που εξαπολύουν οι λέξεις, φτάνει ν’ αποσπασθούν από τον άξονα της χρησιμοθηρικής τους υποτέλειας. Ακόμα και η τοποθέτησή τους εδώ ή εκεί μέσα στο νοερό σύνολο που προϋποθέτουν, μας επιτρέπει ν’αποτυπώσουμε μια νέα μορφή ποίησης που γεννήθηκε την εποχή εκείνη, με τα μετρικά της συστήματα, το λεκτικό της, τα ποικίλα της μυστικά.

Οδυσσέας Ελύτης, Σαπφώ: ανασύνθεση και απόδοση, Αθήνα, Ίκαρος, 1996

Η τεχνική ξεπερνιέται· η φύση όχι. Οι αισθήσεις ποτέ· οι γνώσεις πάντοτε. Ο Έσπερος της Σαπφώς εξακολουθεί να λάμπει πάνω από τα κεφάλια μας…. κι η αχτίδα της σελήνης, έτσι καθώς μας σημαδεύει απ’ τα βάθη ενός ελαιώνα της Μυτιλήνης, μας επιτρέπει να βρεθούμε πιο κοντά στον εαυτό μας, σ’ εκείνα που αγαπούμε — ὄττω τις ἔραται, που έλεγε και η ποιήτρια. Μια ρήση απλή, που πήρε την ισχύ φυσικού νόμου σ' αυτήν την περιοχή κι επέζησε στην ψυχή των νησιωτών, βρίσκοντας χίλιους τρόπους να εκδηλωθεί. Κυρίως από την άποψη της ένστικτης, της ασύνειδης χειρονομίας, που ξέρει να ταυτίζει το χρήσιμο με το ωραίο, αλλά συνάμα και το ωραίο με το ηθικό, στην πιο ριζοσπαστική τους έννοια.

Οδυσσέας Ελύτης, Εν λευκώ, σελ. 19-20, 178, Αθήνα, Ίκαρος, 1993.

Η Λέσβος είναι για τον Ελύτη μια παραμυθένια γη γεμάτη από αιώνιες «βασιλικές» αισθήσεις, ένας αρχετυπικός παράδεισος, που παίρνει  μυθικές διαστάσεις σε όλο το ποιητικό, δοκιμιακό και εικαστικό του έργο. Γονείς και παππούδες αλλά και προπάπποι από την καρδιά της Μυτιλήνης, επόμενο ήταν ο Ελύτης να τη λογαριάσει ως γενέτειρά του και να αναπτύξει μαζί της δεσμούς μ' ένα νησί, που ο Ελύτης το μετέβαλε από απλό γεωγραφικό σημείο σε «τόπο» ποιητικό, δηλαδή συμπαντικό.

 Αν και, όπως λέει, γνώρισε τη Λέσβο στα δεκαεφτά του χρόνια, η καταγωγή του από εκεί και βέβαια «η αίσθηση του καλοκαιριού και του μεσημεριού», που είχε βιώσει ζώντας σε άλλα νησιά του Αιγαίου στα παιδικά του χρόνια, του γέννησαν μέσα του «σύμφωνα με κάποιον μυστηριώδη νόμο» τη φυσιοκρατική αίσθηση των Αιολέων. Την απαθανατισμένη με τόσους τρόπους σχέση του Οδυσσέα Ελύτη με τη Μυτιλήνη την ενισχύει ιδιαίτερα μια αποστροφή του ίδιου, αμέσως μετά την απονομή σ' αυτόν του Νομπέλ: 

«Οι αρχαίοι Αιολείς βλέπανε τα πάντα μέσα από τη φύση κι έτσι εξηγούν οι αρχαιολόγοι το γεγονός ότι στη Λέσβο δεν βρίσκουνε μνημεία. Η Αιολίδα κρατούσε επαφή με τις Σάρδεις, το Παρίσι της εποχής. Γι' αυτό και οι γυναίκες στη Λέσβο είχαν ελεύθερα ήθη, ήταν αισθησιακές και κομψά ντυμένες και γι' αυτό μπόρεσε να υπάρξει και η Σαπφώ. Είναι μια παράδοση που έφτασε κατά μυστηριώδη τρόπο ώς τις μέρες μας. Εγώ, που μεγάλωσα στην Αθήνα και όχι στη Μυτιλήνη, όπως λένε, έχω αυτή την αίσθηση, σύμφωνα με κάποιον μυστηριώδη νόμο. Ετσι, ένας φίλος μού είχε πει ότι, όταν διαβάζει τα ποιήματά μου, βλέπει τη Μυτιλήνη».

 Στην Αιολίδα της Σαπφώς ο Ελύτης ανακάλυψε ότι μπορεί να πραγματωθεί ο επίγειος παράδεισος που συχνά αναζητά στο έργο του.


Η Μυτιλήνη, διαφανογραφία από την έκδοση: Οδυσσέας Ελύτης, Σαπφώ: 
ανασύνθεση και απόδοση, Αθήνα, Ίκαρος, 1996
__________

Η έκπαγλη σελήνη κι η νύχτα, που ’ναι όλη αυτιά... 

Κι επειδή «η φύση δημιουργεί τις δικές της συγγένειες», οι λέξεις «ουρανός, θάλασσα, ήλιος, σελήνη, φυτά, κορίτσια, έρωτας», ως αρμονικό σύνολο, αποτελούν για τον Ελύτη τα ζωτικά στοιχεία της Αιολίδας, του κόσμου της Σαπφώς, ενώ ταυτόχρονα διαπερνούν και τον δικό του ποιητικό κόσμο, συνθέτοντας την προσωπική του μυθολογία. 

Όλα αυτά τα στοιχεία, «χάρη σε μια πρωτότυπη τεχνική», ενώνονται  σ’ ενα σύνολο μυστηριακό, «στο περίφημο απόσπασμα που μάς διασώθηκε για την Ανακτορία, ένα από τα ωραιότερα αποσπάσματα, ίσως το ωραιότερο», σύμφωνα με τον Ελύτη:

[...] Η μορφή της ηρωίδας —που βρίσκεται μακριά στις Σάρδεις— αναδύεται χάρη σε μια πρωτότυπη τεχνική, από τον τρόπο και μόνο που μιλά γι’ αυτήν η ποιήτρια στην πιο αγαπημένη της φίλη. Όσο προχωρούμε, τόσο νιώθουμε το ποίημα να γεμίζει από το μυστήριο μιας γυναικείας μορφής που μήτε ακούμε, μήτε βλέπουμε, παρά μαντεύουμε μονάχα μέσ’ από μια διάθλαση αισθημάτων εξαιρετικά τρυφερών, σταλμένων με το φεγγάρι στην αντικρινή ακτή και ξαναφερμένων μαζί με τη φωνή της απωλεσμένης που η νύχτα, με τα χιλιάδες αυτιά της, μια «νυξ πολύως», αγωνίζεται να συλλάβει πάνω απ’ τα κύματα.

Οδυσσέας Ελύτης, Σαπφώ: ανασύνθεση και απόδοση, Αθήνα, Ίκαρος, 1996

Η θάλασσα - μια περιοχή στις παρυφές μάλλον του κόσμου της Σαπφώς κι όχι στο κέντρο του - αποτελεί έναν χώρο που χωρίζει και ταυτόχρονα ενώνει τα ποιητικά πρόσωπα και κατ’ επέκταση την ποιήτρια με όσα αγαπημένα τους πρόσωπα βρίσκονται μακριά τους. Αλλά κι η ομορφιά της κοπέλας που ξενιτεύτηκε στις Σάρδεις, φανερώνεται μέσα από την αντανάκλαση της λάμψης της σελήνης πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, αφού κοπέλα και σελήνη δένονται αξεδιάλυτα. 

Αν η θάλασσα απλά περιβάλλει την Αιολίδα και τον επίγειο παράδεισο που μπορεί να βιωθεί σ’ αυτήν, η σελήνη, με την απαράμιλλη ομορφιά, τη λάμψη και τις ερωτικές συνδηλώσεις της, εμφανίζεται ως το πιο αγαπημένο ίσως ουράνιο πλάσμα της σαπφικής ποίησης. Η «Fροδοδάκτυλος σελάνα», ασυνήθιστος χαρακτηρισμός, όπως παρατηρούν οι μελετητές του σαπφικού έργου, ξεπροβάλλει, ίδια η ξενιτεμένη κόρη, «όλα τ΄αστέρια γύρω της να εξαφανίσει», μοτίβο που εμφανίζεται και σε άλλο απόσπασμα, στο οποίο ο Ελύτης αποδίδει το επίθετο «κάλαν» ως «έκπαγλη» και χαρακτηρίζει τη γη με το επίθετο «σκοτεινή», λέξη που δεν υπάρχει αντίστοιχη στο σαπφικό κείμενο, ίσως κατ’ αναλογία με τη «μέλαι[ν]αν γη».

κι όσ' άστρα γύρω βρίσκονται στην έκπα
γλη σελήνη παρευθύς το φωτεινό τους πρό
σωπο κρύβουν κάθε φορά που εκείνη ολόγιο
μη καταλάμπει τη γη τη σκοτεινή ανεβαί
νοντας  ◊  ασημοκαπνισμένη.



Στο νυχτερινό μυστηριακό σκηνικό, που στήνει η ποιήτρια, δυο θηλυκές θεότητες, η Σελήνη και η Δροσιά μαζί - κόρη του Δία και της Σελήνης, σύμφωνα με τη μυθολογία - προκαλούν τη βλάστηση ευωδιαστών φυτών. 
 
Η θάλασσα, πάλι, με τη βοήθεια της νύχτας «που ’ναι όλη αυτιά» μεταφέρει «επάνω από τα κύματα» τη φωνή της κοπέλας, «το κάλεσμά της το κρυφό και το ανεξήγητο», στις αγαπημένες της φίλες που τη νοσταλγούν. Η νοσταλγία της «Σαπφώς», της Ατθίδας και των άλλων κοριτσιών, που δεν εμφανίζονται άμεσα στο απόσπασμα, αλλά αντιλαμβανόμαστε την παρουσία τους έμμεσα από την αντωνυμία «ἄμμ’», για την κοπέλα που λείπει από τη συντροφιά τους, έχει σαφώς ερωτικές συνδηλώσεις. Η Σελήνη ως θηλυκή θεότητα έχει ενεργό ρόλο στον έρωτα, όπως φαίνεται από τον μύθο της ερωτικής σχέσης της με τον Ενδυμίωνα, που προφανώς γνώριζε η Σαπφώ. Άλλωστε, λέγεται ότι η ποιήτρια είχε γράψει ένα ποίημα με θέμα ακριβώς αυτόν τον μύθο, το οποίο όμως χάθηκε.

τους ιππείς άλλοι βρίσκουν κι άλλοι τους
πεζούς κι άλλοι τους ναυτικούς πως τ’ ω
ραιότερο είναι (πράγμα) στη σκοτεινή μας
γή· όμως εγώ: κείνο που πιο πολύ αγαπά
ο καθένας  ◊  εύκολο να το νιώσει αυτό κα
νείς· παράδειγμα η Ελένη· που ασύγκριτη
στην ομορφιά μες σ’ όλους τους ανθρώπους
ξάφνου παράτησε τον άντρα της τον ακριβό
◊  κι έβαλε πλώρη για την Τροία δίχως
ποτέ της να γνοιαστεί μήτε για κόρη
μήτε για γονιούς· μα ερωτοχτυπημένη σύγκορμα
τη συνεπηρε η Κύπρις  ◊  αχ  πόσο μ’ ένα
τίποτα λυγά πάντα η γυναίκα! πώς πιάνε
ται απ' αυτό που τρώει το νου της η άμυα
λη και πιο μακριά δε βλέπει! σάμπως και
τώρα την Ανακτορία που’φυγε μακριά μας
λέω τη θυμάται πια κανείς;  ◊  που το κα
μαρωτό της το περπάτημα και του προσώ
που της το φωτεινό το γύρο να δω χίλιες
φορές το προτιμούσα παρά των Λυδών όλα
τ’ άρματα και τους πεζούς με τα σιδερικά
στη μάχη  ◊  όμως το ξέρω πως δε γίνε
ται ποτέ κανείς να ελπίζει σ’ ολάκαιρη την
ευτυχία· ένα μικρό μερίδιο να προσδοκάει
μονάχα·  ◊  κει που δεν το περιμένει...

πολλές φορές από τις μακρινές τις Σάρδεις
εδώ σ’ εμάς γυρίζει ο λογισμός της·  ◊  ε
δώ που σαν θεά φανερωνόταν μαγεμένη απ’
το γλυκό τραγούδι σου!  ◊  τώρα μέσα
στις άλλες γυναίκες της Λυδίας όμορφη ξε
χωρίζει καθώς όταν ο ήλιος έχοντας βασιλέ
ψει πια η σελήνη μ’ ένα κόκκινο θάμπος ξε
προβάλλει  ◊  όλα τ’ αστέρια γύρω της να
εξαφανίσει· κι ένα φέγγος απλώνει ώς πέρα
στ’ αλμυρό το πέλαγος και στους αγρούς με
τα χιλιάδες άνθη  ◊  τότε που η δρόσο λα
μπερή σταλάζει· ζωντανεύουν τα ρόδα και
το τρυφερό μυρώνι και το ζαμπάκι με τη
δυνατή ευωδιά·  ◊  ωστόσο εκείνη με βαριά
καρδιά ολοένα πάει κι έρχεται κι ο νους
της στην Ατθίδα την απαλή που την ποθεί
και πια μαράζωσε η ψυχή της  ◊  άκου φω
νάζει με φωνή μεγάλη εκεί κι εμείς να πά
με· να σμίξουμε μαζί της· κι η νύχτα που
’ναι όλη αυτιά να ξαναπεί πασχίζει επάνω
από τα κύματα που μας χωρίζουν το κάλε
σμά της το κρυφό και το ανεξήγητο...

Η έκφραση «νύξ πολύως» - «η νύχτα που ’ναι όλη αυτιά», όπως την αποδίδει ο Ελύτης,  επαινώντας  τη λυρική της δύναμη – δεν υπήρξε ποτέ. Ο στίχος αυτός αποτελεί συμπλήρωση κάποιου μελετητή στον πάπυρο που πρωτοεκδόθηκε το 1902 και εμφανίζεται στην έκδοση του Edmonds από την οποία αντλεί ο Ελύτης. Κι όμως, η επιλογή αμφίβολης προέλευσης στίχων, όπως ο συγκεκριμένος, φαίνεται να εξυπηρετεί τις προθέσεις του: οι αξιώσεις του δεν ήταν φιλολογικές αλλά «τολμηρά ποιητικές». Η «διαμαντένια έκφραση», με την αυτοδύναμη ακτινοβολία»της, επιλέγεται για να αντιπροσωπεύσει την Σαπφώ στον ταξιδιωτικό σάκο του ποητικού υποκειμένου στον «Μικρό Ναυτίλο»: 

Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ’ ό,τι να ’ναι: τον σάκο μου τον ταξιδιωτικό στον ώμο· στην τσέπη μου έναν Οδηγό· τη φωτογραφική μου μηχανή στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν, και περισσεύει το άδικο...

Άδειασα και ξαναγέμισα τον ταξιδιωτικό μου σάκο. «Μόνο τ’ απαραίτητα» είπα. Κι ήταν αρκετά γι’ αυτή τη ζωή - και για πολλές άλλες ακόμη. Βάλθηκα να τα καταγράφω ένα- ένα: 

ΣΑΠΦΩ
νύξ πολύως




Είτε συνδεδεμένη με τον πόνο της απουσίας του έρωτα, είτε με νυχτερινές θρησκευτικές τελετές, η Σελήνη αντιπροσωπεύει και στη Σαπφώ τη θηλυκή αρχή της δημιουργίας του Κόσμου, καθώς και την πόρτα προς την απόκρυφη φύση της ανθρωπότητας και του σύμπαντος, ταυτισμένη με τις μητριαρχικές, μαγικές τελετές, «τους χορούς, που σ’ άλλους καιρούς, έσερναν τριγύρω στον ωραίο βωμό, της Κρήτης οι κοπέλες», με την πίστη ότι οι φάσεις της σελήνης μπορούν να επιδράσουν στη ζωή του ανθρώπου.

[...] πάει το φεγγάρι πάει κι η Πούλια βα
σιλέψανε· και μόνο εγώ κείτομαι δω μονά
χη κι έρημη  ◊  ο Έρωτας που βάσανα μοι
ράζει  ◊  ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει
◊  μου άρπαξε την ψυχή μου και την τρα
νταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυ
μάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας.

______________

◊ ανέβαινε ψηλά η πανσέληνος
και στου βωμού το χώρο συναγμένες  ◊  κα
θώς σ' άλλους καιρούς της Κρήτης οι κοπέ
λες εσέρναν το χορό τριγύρω στον ωραίο βω
μό και με ρυθμό τα λυγερά τα πόδια τους
χτυπώντας πατούσανε στα τρυφερά των
χόρτων ανθουλάκια.

Χορός, διαφανογραφία από την έκδοση: Οδυσσέας Ελύτης, Σαπφώ:
ανασύνθεση και απόδοση, Αθήνα, Ίκαρος, 1996
____________

Του Ελύτη η σαπφική σελήνη

Ο Ελύτης αναφέρεται συχνά στη σελήνη τόσο στα ποιητικά όσο και στα δοκιμιακά του έργα, συνδέοντάς την αρκετές φορές με τη λυρική ποιήτρια και τη φύση της Αιολίδας που τους ενώνει άρρηκτα. Ο Ελύτης συνθέτει ένα  τελετουργικό σκηνικό, παρόμοιομε της Σαπφώς, στο ποίημά του «Της Σελήνης της Μυτιλήνης: παλαιά και νέα ωδή», που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Tα Ετεροθαλή», προσφέροντάς μας την αίσθηση της σαπφικής σελήνης, όπως εκείνος την ένιωσε. Η αρχαία λυρική ποιήτρια «έφερε μες στον κήπο του παλιού σπιτιού» — ο κήπος είναι κι εδώ σημείο συνάντησης των δυο ποιητών σ’ ένα άχρονο παρελθόν τους  — την «παλιά θαλασσινή Σελήνη» και είναι η Σαπφώ που «κρούοντας βότσαλα μες στο νερό» - μια καθαρά τελετουργική πράξη -  καθιστά το ποιητικό υποκείμενο ικανό ν’ ακούσει το αρχέγονο όνομα του φεγγαριού, «Σ ε λ ά ν α», και την αληθινή του λειτουργία: 

Τόσο μου ομόρφηνες τη δυστυχία – που ξέρω :
Μόνο σε Σένα θα το πω παλιά θαλασσινή Σελήνη μου.

Ητανε στο νησί μου κάποτες εκεί που αν δε γελιέμαι
Πριν χιλιάδες χρόνους η Σαπφώ κρυφά
Σ’ έφερε μεσ’ στον κήπο του παλιού σπιτιού μας
Kρούοντας βότσαλα μεσ’ στο νερό ν’ακούσω
Πως σε λένε Σ ε λ ά ν α και πως εσύ κρατείς
Επάνω μας και παίζεις τον καθρέφτη του ύπνου.

Με τη σελήνη συνδέει τη μορφή κάποιων κοριτσιών της ποίησής του, ο Ελύτης, με τον ίδιο τρόπο που η Σαπφώ δένει μυστηριακά τη μορφή της ξενιτεμένης στις Σάρδεις Ανακτορίας με την «Fροδοδάκτυλο σελάνα»: «η Μαρίνα το κέρας της Σελήνης» στο Άξιον Εστί, «Σελήνη Ελένη αναβρυτή» στα Ετεροθαλή, η Μαρία Νεφέλη: 

[...] απ’ τα νερά της νύχτας τ’ ουρανού κοιτάξετε
πως ανεβαίνω
αμφίκυρτη
σαν τη νέα Σελήνη
και σταλάζοντας αίματα.

Η σελήνη, βέβαια, της Σαπφώς και του Ελύτη δε σχετίζεται σε καμιά περίπτωση με τη σελήνη της ψυχρής λογικής των αστροναυτών, όπως συχνά τονίζεται από τον ποιητή. Άλλωστε, ο ίδιος μας προτρέπει βροντόφωνα: 

Μην ακούτε τον Armstrong. Η μυρωδιά του φεγγαριού θα πρέπει να είναι κάτι ανάμεσα παλαιό φιλί και αιθέριο έλαιο κυπαρισσώνων. 

Και στον «Μικρό Ναυτίλο» επίσης γράφει: 

Οι φανταστικές αλήθειες φθείρονται πολύ πιο δύσκολα. Ο Ρεμπώ επέζησε της Κομμούνας
όπως θα επιζήσει το φεγγάρι της Σαπφώς από το φεγγάρι του Άρμστρογκ.


Στην παραλία, διαφανογραφία από την έκδοση: Οδυσσέας Ελύτης, Σαπφώ: 
ανασύνθεση και απόδοση, Αθήνα, Ίκαρος, 1996
____________


Η πιο λυρική όμως περιγραφή της σελήνης της Αιολίδας γίνεται από τον Ελύτη στο κείμενό του «Η άλλη Λέσβος», που αποτελεί την αρχή του μεγαλύτερου σε έκταση δοκιμίου «Ο ζωγράφος Θεόφιλος». Εκεί ο ποιητής φαίνεται να μας παρουσιάζει την εμπειρία του από τη γη της Αιολίδας, μια εμπειρία βίωσης της υπερπραγματικότητας, αφού ο εξωτερικός κόσμος των αισθήσεων συνενώνεται ισάξια με τον εσωτερικό κόσμο της φαντασίας και του πνεύματος του αφηγητή. Για τη σελήνη λέει:   

[...] από τη στιγμή που η νύχτα πέφτει, αρχίζει μια άλλη ιστορία. Το λόγο τον αποκλειστικό τον έχει - ποιος άλλος; - η Σελήνη. Σ' αυτήν η γη της Αιολίδας, που τα λησμονά όλα σαν όμορφη και άπιστη ερωμένη, παραδίνεται χειροπόδαρα. Διαθέτει άλλωστε η Μυτιλήνη μια δική της ιδιωτική Σελήνη, κληρονομιά νομίζω της Σαπφώς, που δεν έχει καμιά σχέση με την άλλη που μελετούν οι σοφοί και πασχίζουν να εξουσιάσουν. Είναι πολύ πιο μεγάλη από την κανονική, σχεδόν η διπλή, κατακόκκινη και πριονισμένη απ’ το ’να πλάι, με μια μεγάλη μουτζούρα στο μάγουλο, ίδια βάγια των παλιών παραμυθιών. Και βγαίνει πάντοτε αργά, πλαγιαστά, αναδίνοντας άχνες και κυλώντας επάνω στις κορυφογραμμές των λόφων, χωρίς να πέφτει ποτέ της εντελώς ως κάτου στις κοιλάδες με τα λιόφυτα.

Από χίλιες μεριές τότε, από τά κρυμμένα πίσω από τις καλαμιές μποστάνια, τις απόμαχες σάπιες ψαρόβαρκες, τους σκαρφαλωμένους στα ύψη Προφητηλίες, δίνεται τό σήμα, κι ευθύς όλα τα στοιχεία του νησιού αρχινάνε να τρέμουν, ν' αναβοσβήνουν, να μυρμηδίζουν, καθώς μυριάδες τριζόνια. Ύστερα η σιωπή παίρνει ολόκληρο το νόημά της, που σημαίνει, αποχτά ένα βάθος άπέραντο, με φανταστικά τοιχώματα έξαιρετικά ευαίσθητα, οπού και το παραμικρό έντομο να γίνεται ακουστό αιπό χιλιάδες χιλιόμετρα. Είναι αυτό άλλωστε και τό μόνο κοινό χαρακτηριστικό. Γιατί κατά τα άλλα — τις αντιδράσεις της Σελήνης, και τ’ αποτελέσματα της πορείας της, τα νιώθεις διαφορετικά εντελώς, ανάλογα με το μέρος οπού θα τύχει να βρεθείς.

[...] Αλλά εκεί που, πραγματικά, τα δεσμά του χρόνου λύνονται κι η ίδια η βαρύτητα της γης αισθάνεσαι ν' αντισταθμίζεται σαν από ισχυρή ουράνια έλξη, έτσι που όλα τα πράγματα ν' αποχτούν μιαν απίστευτη αλαφράδα και μια επιμηκυντική κατά τα ύψη παραμόρφωση, σαν άλλα νυχτερινά πλάσματα του Θεοτοκόπουλου, είναι, χωρίς αμφιβολία, στον κόλπο της Γέρας. 

[...] Και μήτε πια που σκέφτεσαι να πεις μια καλησπέρα. Δεν ξέρεις αν υπάρχεις για τους άλλους, αν σε βλέπουν καν, αν ακούνε καθόλου τα φωνή σου. Κι ύστερα είναι που τα λόγια σου πια δεν τα ορίζεις. Κι αν κάνεις ότι α νοίγεις το στόμα σου νιώθεις ότι θα  βγούνε κάτι παλιά αιολικά, όλο άλφα καί νυ, κάτι ταν απάλαν Σελάναν — ταν Μυτιλάναν, και τότε, αλήθεια, είναι φόβος όλα τα κατασιγασμένα στοιχεία του νησιού, οι ρυτιδιασμένοι κορμοί των δέντρων, οι πέτρες της ξερολιθιάς, τα αρχέγονα λιοτριβειά, τα μαγκάνια, να σκιρτήσουν ακούγοντας το αληθινό τους όνομα, ν’ αναγνωρίσουν τη μαγική φωνή και ν' αναποδογυρίσουν, θέλω να πω, να φέρουν κυριολεκτικά μέσα-έξω το Χρόνο. Που το απίθανο θα γινότανε πιθανό. Τα σαντάλια της Μνασιδίκας θα ηχούσανε πάλι κάτω απ’ τα φυλλώματα, και η Μίκα, η Γυρίννω, η Ανακτορία, με τις λαμπρές πόρπες στη μέση τους, θα υψώνανε τα γυμνά μπράτσα για ν’ αρχίσουν άλλη μια φορά να τραγουδάν τα Επιθαλάμια:

— παρθενία, παρθενία, ποῖ με λίποισ’ αποίχηι;
— οὐκέτι ἤξω πρὸς σέ, οὐκέτι ἤξω.

Οδυσσέας Ελύτης, Ο ζωγράφος Θεόφιλος, σελ. 262-265, 
Ανοιχτά Χαρτιά,  Αθήνα, Ίκαρος, 1987.


Ο κόλπος της Γέρας, διαφανογραφία από την έκδοση: Οδυσσέας Ελύτης, Σαπφώ: ανασύνθεση και απόδοση, Αθήνα, Ίκαρος, 1996
___________


ΠΗΓΕΣ
  • Οδυσσέας Ελύτης, Σαπφώ: ανασύνθεση και απόδοση, Αθήνα, Ίκαρος, 1996
  • Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1987.
  • Οδυσσέας Ελύτης, Εν λευκώ, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1992.
  • Μαρία Βερρή,  Σαπφώ: Η «μακρινή εξαδέλφη» του Ελύτη, Διπλωματική εργασία, Θεσσαλονίκη, 2020

Copyright © 2/11/2023 Γεωργία Δημητροπούλου