Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργύρης Χιόνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αργύρης Χιόνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

«Όπου κι αν πας, στο ίδιο μέρος θα βρεθείς...», Αργύρης Χιόνης, Ο Δρόμος της Μοναξιάς



Horizons (2018) iconic photography by Achraf Baznani
____________


Πάντα ζήλευα τους ανθρώπους που γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν στον ίδιο τόπο, στο ίδιο σπίτι, στην ίδια οδό, χωρίς να μετακινηθούν ποτέ, ούτε κατά έναν αριθμό, προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Είναι οι άνθρωποι που ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τη φράση «Όταν έμενα στην οδό τάδε...», είναι αυτοί που ποτέ δεν τους έχασαν οι φίλοι, οι δικοί τους ή οι διάφορες δημόσιες υπηρεσίες. Ποτέ, επιστολές, που απευθύνονταν προς αυτούς, δεν επεστράφησαν στον αποστολέα με την ένδειξη «Αγνώστου Διευθύνσεως», γιατί ήταν πάντα εκεί, αμετακίνητοι, πιστοί στην ιδιότητα του παραλήπτη. Είναι οι άνθρωποι που λένε, με κάποιο κρυφό καμάρι: «Αυτό είναι το πατρικό μου σπίτι».

Εγώ, ελλείψει πατρικού σπιτιού και βιοτικής σταθερότητος, έγινα συλλογέας διευθύνσεως, εντός και εκτός της χώρας. Στα συρτάρια της μνήμης μου συνωστίζεται ένα πλήθος από οδούς και λεωφόρους, rues και avenues, straten και lanen, streets και avenues, vie και viali, calles και avenidas...

Όλες αυτές οι διαρκείς μετακινήσεις είχαν ως αποτέλεσμα να καταστεί ο δρόμος σύμβολο σταθερό στη ζωή μου και στην ποίησή μου, και να φτάσω κάποτε στο ακραίο σημείο να ταυτίζομαι μαζί του. Ως παράδειγμα, παραθέτω την τελευταία στροφή από το ποίημα 
«Διασπορά» (Σχήματα απουσίας, 1973):
Στο δρόμο, πάλι στο δρόμο,
κουβαλώντας μέσα μας το δρόμο,
οδοιπόροι και πορείες,
διανύοντας τον εαυτό μας,
χαμένοι μες στον εαυτό μας.

Achraf Baznani, On the Road
________


Εν προκειμένω, δεν πρέπει να παρεξηγηθεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο· το ποίημα έχει γραφτεί για τη δική μου σχέση με τον δρόμο, αλλά οι ποιητές, αδύναμα άτομα, συχνά αναζητούν συντρόφους στην περιπέτειά τους. Η μοναξιά γίνεται έτσι λιγότερο ανυπόφορη, αφού δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί εντελώς.

Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με το επόμενο μικρό πεζοποίημα, το VII από τις «Δώδεκα σπουδές» (Λεκτικά τοπία, 1983). Εδώ, ο ποιητής, ως υποκριτής που είναι, υιοθετεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο, θέλοντας να δείξει ότι έχει πάρει, δήθεν, τις αποστάσεις του και παρακολουθεί, σαν απλός παρατηρητής, την τραγική ταύτιση κάποιου άλλου με τον δρόμο:

Ο δρόμος ξεκίναγε από μέσα του, τον τύλιγε σφιχτά ένα γύρο και ξαναγύρναγε μέσα του. Αυτός έμενε ακίνητος. Πού να πάω, έλεγε, τόσο μεγάλη απόσταση πώς να τη διανύσω, έλεγε.

Achraf Baznani, My Small World, 2014
_________________

Βέβαια, σε κάθε ερωτική σχέση, επέρχονται ενίοτε ρήξεις και συγκρούσεις και αμφισβητήσεις...Σε μια τέτοια λοιπόν φάση της σχέσεώς μου με τον δρόμο (αν θυμάμαι καλά, ήταν μια εποχή που νόμιζα ότι κάπου είχα ριζώσει), και χωρίς να ξέρω τι ακριβώς σκεφτόταν αυτός για μένα, προσπάθησα να τον αντιμετωπίσω ψυχρά και αντικειμενικά, φτάνοντας μέχρι του σημείου να αμφισβητήσω ακόμη και την ύπαρξή του. Έτσι προέκυψε το ποίημα Ι' (Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986):

Ο δρόμος από κάπου αρχινά, κάπου τελειώνει. Όσοι τον διανύουν πάνε κάπου· ο ίδιος πουθενά δεν πάει. Όσοι τον διανύουν ξέρουν την αρχή του και το τέλος του· η αρχή του δρόμου δεν ξέρει το τέλος του, ποτέ δεν έφτασε έως εκεί· το τέλος του δρόμου δεν ξέρει την αρχή του, ποτέ δεν ξεκίνησε απ' αυτήν.

«Παίρνω το δρόμο», λέμε, αλλά ποτέ δεν πάρθηκε κανένας δρόμος.

«Χάνω το δρόμο», λέμε, αλλά ποτέ δεν χάθηκε κανένας δρόμος.

«Γυναίκα του δρόμου, παιδί του δρόμου», λέμε, αλλά ποτέ δεν είχε ούτε γυναίκα ούτε παιδί ο δρόμος.

Παράξενο, αλήθεια... Αναφερόμαστε σ' αυτόν σαν να 'ταν κάποιο πρόσωπο ή ζώο ή πράγμα... Λες να φοβόμαστε στο βάθος ότι δεν υπάρχει δρόμος, ότι δεν υπάρχουν παρά σπίτια ή χωράφια ή δάση δεξιά και αριστερά από μιαν έμμονη ιδέα που τη λέμε δρόμο;

Γράφοντας αυτό το ποίημα, νόμιζα ότι απομυθοποιούσα επιτέλους τον δρόμο, ότι τερμάτιζα μιαν άρρωστη σχέση που μάλλον οδύνη παρά ηδονή μου 'χε προσφέρει. Φρούδες ελπίδες...



Achraf Baznani, The Island of Solitude
__________


Αμέτρητες φορές ξανακύλησα κι άλλες τόσες επεχείρησα εκ νέου την ίαση, για να ξανακυλήσω, μέχρι που έκοψα με μαχαίρι τα ταξίδια και έχτισα ένα σπίτι στο πουθενά, μακριά από πόλεις, οδούς και αριθμούς, μακριά ακόμη κι από χωριά, σ' ένα απλό τοπίο. Μοναδική πρόσβαση στο σπίτι αυτό ένα μονοπάτι που τελειώνει στην αυλή μου, ένα αδιέξοδο. Έχω πια γλιτώσει, έχω λυτρωθεί απ' τη μανία της μετακίνησης, από τη σχιζοφρένεια της ταύτισής μου με τον δρόμο.

Ωστόσο, κάθε σοβαρή αρρώστια, ακόμη κι όταν περνάει, αφήνει πάντα κάποιο κουσούρι, όπως, ας πούμε, η βαριά πνευμονία ένα επίμονο βηχαλάκι. Έτσι, πιάνω, πού και πού, τον εαυτό μου ν' αναρωτιέται:



Ο δρόμος που τελειώνει σ' αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;

Σ' αυτές τις δύσκολες στιγμές, ψιθυρίζω, σαν ξόρκι, τον στίχο του Γιαπωνέζου ποιητή Καμιμούρα Γιουτάκα: Μείνε ακίνητος, αφού, όπου κι αν πας, στο ίδιο μέρος θα βρεθείς ή εκείνον του δικού μας, του Ηρακλείτου: Οδός άνω κάτω μία και ωυτή.

Αργύρης Χιόνης, O Δρόμος της Μοναξιάς, Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, Παράρτημα κειμένων, σελ. 157-161, εκδόσεις Κίχλη [Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή, 26 Απριλίου 2009]


Achraf Baznani, Into the Abyss, 2014
______________


Ο μικρός μεγάλος δρόμος του Αργύρη Χιόνη

Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1943 στα Σεπόλια, από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες, σε ένα σπιτάκι 16 τετραγωνικών. 

Ελλείψει «πατρικού σπιτιού και βιοτικής σταθερότητας», βρέθηκε στο δρόμο, «διανύοντας τον εαυτό του, κουβαλώντας μέσα του το δρόμο». Κι όσο ο δρόμος «τον τύλιγε σφιχτά ένα γύρο σαν φίδι», εκείνος έμενε ακίνητος εντός του, από το φόβο ότι δρόμος δεν υπάρχει. Γιατρεύτηκε από την «αρρώστια» των δρόμων και υπακούοντας «στη βαθύτατη ανάγκη του για επιστροφή στον τόπο όπου τα πάντα γεννιούνται», έχτισε ένα σπίτι στη Φύση, στο πουθενά, σ' ένα «δρόμο που τελειώνει σ' αδιέξοδο». Αλλά κι εκείνος ο δρόμος ακόμα, ίσως «να ονειρεύεται μακρινές αποστάσεις». Αφού 

Ένα ταξίδι
αρχινά, κάθε στιγμή,
χιλιάδες μίλια.

Νάτηνε η αρχή του, εδώ,
κάτω απ' τα πόδια μου. *

Ο δρόμος, ως μεταφορά για το μέσα ταξίδι αλλά και για την πορεία που διήνυσε το έργο του Αργύρη Χιόνη, αποτελεί την βασική ιδέα γύρω από την οποία αναπτύσσεται «Ο Δρόμος της Μοναξιάς». Ο Χιόνης προόριζε το παραπάνω κείμενο ως εισαγωγή στην έκδοση κειμένων του, γραμμένων στην πλειονότητά τους την περίοδο 2008 - 2011. 

Σύμφωνα με τη δηλωμένη βούλησή του, το κοινό θέμα των διηγημάτων είναι «το παράλογο της ύπαρξης και η ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής» και ήταν στις προθέσεις του να μεταπλάσει το εισαγωγικό κείμενο και το σύμβολο του δρόμου, ώστε να ταιριάζει με τα διηγήματα, όπως μας πληροφορεί στο Επίμετρο της συλλογής η Γιώτα Κριτσέλη. Κι όπως προσθέτει η ίδια: «Ήταν μάστορας σε τέτοιου είδους εκ πρώτης όψεως αταίριαστους συνδυασμούς.» 

Δυστυχώς, ο Αργύρης Χιόνης δεν πρόλαβε· έφυγε απ’ τη ζωή, από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου τα Χριστούγεννα του 2011 σε ηλικία μόλις 68 χρόνων. Το βιβλίο πήρε το δρόμο του κι ο Αργύρης Χιόνης το δικό του...

Από το χώμα ερχόμαστε,
στο χώμα επιστρέφουμε.
Στο μεταξύ διάστημα,
παριστάνουμε τους κηπουρούς.*

*Αργύρης Χιόνης, Τα είκοσι ένα τάνκα, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει,
Ποίηση δωματίου, εκδόσεις Γαβριηλίδης

Achraf Baznani, Trapped by Reality
___________



Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2018

«Αν δεν προλάβεις να πεθάνεις νέος, πεθαίνεις νάνος», Αργύρης Χιόνης, Το Μπονσάι,


"I grow old... I grow old...
I shall wear the bottoms of my trousers rolled."



T. S. ELIOT, The Love Song of J. Alfred Prufrock

____________________

Ελάτε τώρα, να σας μετρήσω, του είπε ο αστυνομικός, αφού είχε συμπληρώσει όλα τα άλλα στοιχεία του πάνω στο στο καινούργιο δελτίο ταυτότητας.

«Μα το ύψος μου αναφέρεται στην παλιά μου ταυτότητα», αντέδρασε αυτός·

Ο αστυνομικός χαμογέλασε ειρωνικά. «Τότε, ήσασταν είκοσι ετών τώρα, εξήντα πέντε. Ας κάνουμε μιαν επαλήθευση».

Αν και δεν καταλάβαινε τι νόημα είχε αυτή η επαλήθευση, ανέβηκε στο ειδικό βάθρο, ίσιωσε, σε στάση προσοχής, το κορμί του και ο αστυνομικός κατέβασε, ως το γυμνό κρανίο του, την κρύα μεταλλική μπάρα. «Ένα και εβδομήντα δύο», του ανακοίνωσε, με το ίδιο χαμόγελο.

Ένιωσε να του κόβονται τα πόδια. «Μα πώς είναι δυνατόν;» αναφώνησε. «Τι έγιναν αυτά τα τρία εκατοστά; Ποιος μου τα πήρε;»

«Ο χρόνος, ξέρετε... », αποκρίθηκε ο αστυνομικός, και το χαμόγελό του είχε τώρα μια χροιά συμπόνιας, «...ο χρόνος ροκανίζει τους σπονδύλους. Όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο χαμηλώνει».

Στο άκουσμα αυτών των λόγων, άστραψε κάτι ξαφνικά μες στο μυαλό του κι είδε τον εαυτό του ως μπονσάι και τον χρόνο, διεστραμμένο Γιαπωνέζο κηπουρό, να τον μικραίνει και να τον μικραίνει...

«Α πώς γερνάω... πώς γερνάω...
Το πανταλόνι με μπατζάκια γυρισμένα θα φοράω» 



μουρμούρισε, συνειδητοποιώντας, για πρώτη φορά, την τραγικότητα αυτών των στίχων που, άλλοτε, του φαίνονταν απλώς αστείοι.

«Τι είπατε;» ρώτησε ο αστυνομικός.

«Μπα, τίποτε... Θυμήθηκα μονάχα κείνη τη ρήση των αρχαίων ημών προγόνων:
Ον οι θεοί φιλούσι, αποθνήσκει νέος... και ένα εβδομήντα πέντε».


Ο αστυνομικός γέλασε· αυτός όχι.

Επιμύθιο: Αν δεν προλάβεις να πεθάνεις νέος, πεθαίνεις νάνος.


Αργύρης Χιόνης, Το Μπονσάι, Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, εκδόσεις Κίχλη


...όπως η αγριάδα...

Ο Αργύρης Χιόνης έζησε τα τα τελευταία του είκοσι χρόνια μέσα στη φύση και έξω από την κοινωνία. Ωστόσο, δεν υπήρξε ένας διανοούμενος πολυτελείας. Την κοινωνία την έφαγε με το κουτάλι και στη φύση αναζήτησε, όχι την απόδραση από τα καίρια προβλήματα αλλά, αντίθετα, το απόσταγμα της περιπέτειας της ζωής.

Είχε έναν νονό βιβλιοπώλη που τον μύησε στη γοητεία της λογοτεχνίας, όμως άργησε πολύ να της αφοσιωθεί.

Από τα 13 του καθάριζε βιτρίνες στου Λαμπρόπουλου (όταν πήγαινε στο Νυχτερινό Γυμνάσιο), πέρασε έπειτα στο λογιστήριο του πολυκαταστήματος, δούλεψε στη λαχαναγορά του Παρισιού όταν αυτοεξορίστηκε με τη δικτατορία και κατέληξε σε ένα τυπογραφείο στο Άμστερνταμ όπου έζησε 8 χρόνια.

Στην Ελλάδα επέστρεψε πια το 1977 με τρεις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, για να γίνει… ο μεταφραστής του Αστερίξ, να προκριθεί στον διαγωνισμό της ΕΟΚ και να ξαναξενιτευτεί για μια δεκαετία (1982-1992) ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Αυτός που είχε μεγαλώσει σε ένα προλεταριακό σπιτάκι στα Σεπόλια και άρχισε σπουδές στα 28 του στην Ολλανδία - «ιταλική φιλολογία για να διαβάσω τον Δάντη στο πρωτότυπο» - παραιτήθηκε από τας Ευρώπας «γιατί μπούχτισα από τις μεγαλουπόλεις και απογοητεύτηκα από το σινάφι».

Εγκαταστάθηκε στα 49 του σε ένα χωριό 24 χλμ. από το Κιάτο, το Θροφαρί με τους 30 κατοίκους τον χειμώνα, χωρίς αυτοκίνητο «γιατί δεν οδηγώ», και χωρίς συγκοινωνία, γιατί η Καποδίστρειος αποκέντρωση δεν ευνοεί τα χωριά… «Αλλά δεν μου λείπει τίποτα».


Καλλιεργούσε τις ελιές και τα αμπέλια του, διάβαζε, έγραφε και όπως η αγριάδα του βιβλίου του κι αυτός, με… ρεαλισμό και με όνειρο έφτασε διά του οριζοντίου ύψους πέρα από τα βουνά.



Mark Webster - Cypress Tree Ocean Seascape Oil Painting
__________________________

Διά του οριζοντίου ύψους.....

«Μια φορά και έναν καιρό, πλάι σε ένα πανύψηλο υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό και τεντωνότανε αδιάκοπα στις μύτες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή γιατί, κάθε φορά που έκανε αυτή τη γυμναστική, για μέρες μετά την πόναγε ανυπόφορα η μέση της. 

Το κυπαρίσσι, που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης: 

“Δεν γνωρίζετε τι χάνετε αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και θα ήταν ακόμα πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν. 

Ωστόσο ευελπιστώ ή, μάλλον έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια”. 

Η αγριάδα αν και δεν ήξερε ούτε που βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν από τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τα ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. 

Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε από κει πάνω όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και το Ακαλακούμπα, χώρα ακόμα πιο μακρινή, ακόμα πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγανε ρούμπα. 

Βέβαια όταν ξύπναγε το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό πεδίο της όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντας την να μην βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλακούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λένε ρούμπα.

Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι και αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή (χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν τα επτακόσια), που ο ουρανός είχε ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του κρύβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνεια του έκανε. 

Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστο της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι, που - πώς να το κάνουμε; - αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει το όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου. 

Μετά απ’ αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλίως ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και που έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλακούμπα. Κανένας όμως πια δεν χόρευε εκεί τη ρούμπα.

Ήτανε, βέβαια, ακόμα νεαρά και εστερείτο πείρας, που καν δεν γνώριζε τις φυσικές τις ιδιότητες. Έτσι, ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νi;vθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της, κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε, δύο μέρες τρεις αργότερα, λίγο πιο κεί, μεσ’ απ’ το χώμα να προβάλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας.

“Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!” ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε “καλωσόρισες, γειτόνισσα”, άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια λόγια, να την καλοσωρίζει δηλαδή με την φωνή της. Το ίδιο έγινε, ακριβώς, άλλες δύο μέρες τρεις αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι. 

Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη, αλλά κουτή δεν ήταν.Έτσι, κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα αυτά βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήσαν. 

Λόγια πολλά για να μην λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ’ την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από τα επτακόσια, η αγριάδα είχε ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα τη καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο το κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως τη κορφή τους και πιο πέρα. Για το πιο πέρα δεν μπορώ να πω, τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές την ακολούθησαν, πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στο Ακαλακούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα. 

Επιμύθιο Ι: Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ’ αστροπελέκια είσαι. 

Επιμύθιο ΙΙ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, έως το Ακαλακούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών. 


Αργύρης Χιόνης, Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, εκδόσεις Κίχλη


Σάββατο 22 Απριλίου 2017

«Μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!», Αργύρης Χιόνης


Nicolas Poussin, Venus surprised by satyrs (1626) 

«Never – nevermore»

E.A. POE, «The raven»

ΑΥΤΗ ΕΙΧΕ ΜΟΛΙΣ κλείσει τα είκοσι τρία· αυτός πλησίαζε τα εξήντα. Αυτή είχε μόλις εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή της, αλλά ανυπομονούσε ήδη για αναγνώριση, για καταξίωση. Αυτός, αφού είχε φτύσει αίμα και περάσει διά πυρός και σιδήρου, εθεωρείτο πλέον καταξιωμένος ποιητής και κριτικός.

Ήταν ένα ζεστό απομεσήμερο του Ιουλίου και ήσαν ξαπλωμένοι, ολόγυμνοι, επάνω στο κρεβάτι του. Πριν από λίγο είχανε κάνει έρωτα· αυτή με βαθιούς στεναγμούς και πνιχτές κραυγές «ηδονής»· αυτός με ιδρώτα και άγχος για τη λειψή στύση του.

Αυτή είχε αποκοιμηθεί· αυτός, ξύπνιος και γερμένος στο πλάι, προς το μέρος της, άκουγε την ήσυχη, αμέριμνη ανάσα της και περιεργαζόταν το κορμί της. Ο ύπνος την είχε κερδίσει σε ύπτια στάση, αλλά τα στήθη της δεν κρέμονταν δεξιά κι αριστερά· σφιχτά σαν λεμόνια, σημάδευαν με ρώγες όρθιες το ταβάνι. Τα μπράτσα ήσαν αλαβάστρινα, στομάχι και κοιλιά καμπύλωναν προς τα μέσα, χωρίς ωστόσο να εκθέτουν τα παΐδια του υπερκείμενου θώρακα. Το τρίχωμα του εφηβαίου κατάμαυρο, πυκνοϋφασμένο βελούδο, οι μηροί, κρουστοί, δεν ξεχείλωναν πάνω στο στρώμα· το ίδιο και οι γάμπες. Τα γόνατα διακριτά και τέλεια σμιλευμένα.Όσο για τα πόδια — αχ, τα πόδια! —, δύο κομψοτεχνήματα, με λεπτουργημένους αστραγάλους, τέλεια πέλματος καμπύλη και ακροδάχτυλα σαν ρόδινες, στριφτές καραμελίτσες που σου ’ρχόταν να τις γλείφεις μέχρι να λιώσουν μες στο στόμα σου.



Roberto Ferri, Amor Et Mortem


Απ’ τα δροσάτα πόδια της, στα μαραμένα τα δικά του πέρασε το βλέμμα του και, από κει, στις αχαμνές του γάμπες ανηφόρισε, στ’ αρθριτικά του γόνατα και στους σακουλιασμένους του μηρούς. Στο σμίξιμό τους αντίκρισε, με δέος, τα τζούφια αρχίδια του, στεφανωμένα από γκρίζες γουρουνότριχες, και, λίγο πιο ψηλά, τη χαλαρή κοιλιά που, όπως ήτανε γερτός στο πλάι, πάνω στο στρώμα είχε κυλήσει. Μίσος και αηδία τον κατέλαβαν για το παρηκμασμένο του κορμί. 


Roberto Ferri, IL RITORNO DI PROSERPINA, 2016

Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε και, αφού ο ύπνος δεν έστεργε, ως παρηγορητής, τα μάτια να του κλείσει, το χέρι άπλωσε κι απ’ τη βιβλιοθήκη, πλάι στο κρεβάτι, ένα βιβλίο ανέσυρε, στην τύχη, και στην τύχη (τι φρικτή, Θεέ μου, τύχη!) στην εβδομηκοστή ενάτη το άνοιξε σελίδα κι άρχισε να διαβάζει:


Correggio, Jupiter and Antiope OR Venus and Cupid with a Satyr,1525


Πάει κιόλας χρόνος από τότε που ο Φαρίντ πήρε τη Νάαμα γυναίκα, και κάθε πρωινό το αντρόγυνο κάτω από τις αλέες τριγυρνά, που οι φυλλωσιές τους το ξανάνιωμα του έρωτα θροΐζουν.

Όμως εκείνοι προχωρούν, ο ένας πλάι στον άλλο, αργά αργά, λες και ξεπροβοδίζουνε νεκρό στο μνήμα, λες και τη μουσική δεν αγρικούν των δέντρων, δίχως να λεν μια λέξη, δίχως ούτ’ ένα βλέμμα ν’ ανταλλάζουν.


Μέρα τη μέρα, της Νάαμας τα μάτια βαθουλώνουν, χλωμιάζουνε τα μάγουλά της.

Κι εγώ φαντάζομαι με πόση ηδονή θα αφουγκράζεται, μες στη σιωπή της νύχτας, πλαγιασμένη πλάι στον Φαρίντ, ολόγυμνη, το αργό, μα σταθερό έργο του θανάτου στου γέροντα το σώμα, το τρίξιμο το σιγανό που κανουν oι κλειδώσεις του, καθώς, μία προς μία, τις θρυμματίζει ο χρόνος, το αδιάκοπο της ύπαρξής του ξεχαρβάλωμα.

Όμως, το γλυκοχάραμα, όταν την παίρνει ο ύπνος, εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει.


Antoine van Dyck, Jupiter et Antiope, περ. 1620

Του ήρθε σκοτοδίνη, του ήρθε να σκοτώσει άνθρωπο. Σκότωσε μόνο ένα κουνούπι που ’χε την ατυχία πάνω στην επίμαχη σελίδα να προσγειωθεί, την ίδια ακριβώς στιγμή που έκλεινε με πάταγο και καταγής πετούσε το βιβλίο.

Το λαχταριστό στο πλάι του κορμί λαχτάρησε, σήκωσε το κεφάλι απ’ το μαξιλάρι και, τρομαγμένο, ρώτησε:

«Τι έγινε, αγάπη μου, τι έπαθες;».

Τότε, αυτός την άρπαξε από τα μαλλιά, τα υπέροχα μεταξωτά μαλλιά της, και δυο απανωτά της έριξε σκαμπίλια, φωνάζοντας:

«Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!».


Roberto Ferri, "LACRIME D'AVORIO", 2015

Ύστερα, πριν προλάβει αυτή ν’ αρθρώσει λέξη, φόρεσε ένα πανταλόνι, ένα πουκάμισο κι ένα ζευγάρι εσπαντρίλιες και πήρε τους δρόμους, να την αφήσει μόνη, να μην τη δει να φεύγει, να τον αφήσει, επιτέλους, μόνο.

Επέστρεψε μετά από μια ώρα. Το σπίτι ήταν άδειο· ο Παίκτης Δίσκων Συμπαγών έπαιζε ακόμη το Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου. Πάντα στην επανάληψη το έβαζε εκείνο το κομμάτι, κάθε φορά που έκανε έρωτα. Ενίσχυε την ελλιπή του στύση, την έκανε πιο συμπαγή. Έτσι νόμιζε. 

Τώρα, ωστόσο, πλησίασε τη συσκευή και, μουρμουρίζοντας, με κάποια θλίψη, είν’ αλήθεια, αλλά με πιο πολλή ανακούφιση, «Ποτέ — ποτέ πια», την έκλεισε.

Αργύρης Χιόνης, Το απομεσήμερο ενός φαύνου, Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, εκδόσεις Κίχλη


Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε.... 

Στο «Απομεσήμερο ενός φαύνου» ο φόβος του επερχόμενου γήρατος και η οδυνηρή παραδοχή της απώλειας της λίμπιντο εκ μέρους του αφηγητή επιτείνεται από τη σύγκριση «του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος» της νεαρής ερωμένης του.

Πίσω από τον απλό μύθο προβάλλει ένα πυκνά υφασμένο δίχτυ αναφορών, οι οποίες αναδεικνύουν την αρχετυπικότητα του θέματος. 

Εκτός από τις ρητές αναφορές στον Μαλλαρμέ, τον Ντεμπυσσύ και το μεσαιωνικό, θαυμάσια «μετατονισμένο», ποίημα «Συζυγική ζωή» [από τη συλλογή Το περιβόλι της αγάπης αγνώστου Άραβα ποιητή που έζησε στη Γρανάδα (Ισπανία) τον 10ο ή 11ο αιώνα], υπάρχουν και κάποιες λιγότερο εμφανείς. 

Για παράδειγμα, η στάση του αφηγητή που «ξύπνιος και γερμένος στο πλάι» περιεργάζεται το κορμί της νεαρής κοπέλας ανακαλεί τον εικονογραφικό τύπο του Σατύρου που, γερμένος στο πλάι, κοιτάζει με λαγνεία την κοιμωμένη Αφροδίτη ή νύμφη. Παρόμοια στάση παίρνει και ο γέρος σύζυγος στο ιδιαιτέρως ποιητικό απόσπασμα από τη « Συζυγική ζωή»: όταν τη νεαρή γυναίκα του την παίρνει ο ύπνος, «εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει» (σ. 88).

Η παρουσία της γνωστής επωδού «Ποτέ — ποτέ πια» από το «Κοράκι» του Ε. Α. Πόε λειτουργεί αντιστικτικά προς το θέμα της γεροντικής λαγνείας. Προανακρούεται στο μότο του διηγήματος και ξανακούγεται στην τελευταία φράση, όπου ο αφηγητής αποφασίζει να βάλει τέλος οριστικά στην εποχή των ερώτων.

Η δυσεξήγητη εκ πρώτης όψεως συσχέτιση του Μαλλαρμέ και του Ντεμπυσσύ με τον Πόε [ήσαν λάτρεις και οι δύο του Edgar Allan Poe] στηρίζεται πιθανώς στη σχέση του με την κατά πολύ νεότερή του Λεωνόρα.Έτσι, προστίθεται άλλη μια αναφορά στο διακειμενικό παιχνίδι που χαρακτηρίζει το κείμενο.

Αργύρης Χιόνης, Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, 
εκδόσεις Κίχλη, Επίμετρο, Γιώτα Κριτσέλη


Σχέδιο του Édouard Manet για την έκδοση του ποιήματος L’après-midi d’un faune του Stéphane Mallarmé (1876)

....μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Στο "Απομεσήμερο ενός φαύνου", η ατομική ιστορία αποκτά πανανθρώπινο ενδιαφέρον, καθώς πιθανώς στη θέση του πρωταγωνιστή μπορεί να βρεθεί καθένας από εμάς. Ο σύγχρονος «ευνοημένος» φαῦνος (Faunus, το όνομα του ήρωα ετυμολογείται από το λατινικό ρήμα faveo = ευνοώ), θα λέγαμε ότι βρίσκεται στην πιο δυσμενή θέση, στο απομεσήμερο της ζωής του. Ο σύγχρονος αυτός Παν (Φαύνος= ρωμαϊκή θεότητα των αγρών, όπως ο Παν) χάνει το παν, που γι’ αυτόν δεν είναι η καταξίωση, αλλά η νεότητα. Παραμένει φαύνος (ευνοημένος) στην Τέχνη του, αλλά όχι και στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς το γήρας τον συνθλίβει.


*****
Σαν όνειρο λιγόχρονο επλάστηκε
η νιότη η τιμημένη· ενώ σκληρό και άσκημο
το γήρας, που ήρθε κιόλας και νά κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας·
φρικτό, άτιμο, κάνει τον άνθρωπο αγνώριστον,
απάνω του ξεχύνεται, και του σκοτίζει μάτια και νου.
Mίμνερμος
*****
Με ρωτάει ο καιρὸς
Απὸ ποὺ θέλω να περάσει
πού ακριβώς τονίζομαι
στο γέρνω ή στο γερνώ.....

Κική Δημουλά, Απροσδοκίες, Η εφηβεία της λήθης

*****
Αν δεν μπορέσει, της λέτε ακόμα ότι
ωρίμασε εκείνη η παλιά φοβέρα της
πως θα με φάει ο γέρος αν δεν τελειώσω
το φαγητό μου.

Ωρίμασε έγινα γεύμα γήρατος.
Όχι σε ταβερνάκι ονείρου.
Σε κάποιο λαϊκό μαγέρικο που άνοιξε
ο καθρέφτης.

Κική Δημουλά, Σας άφησα μήνυμα, Ήχος απομακρύνσεων

*****

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
....

Κ.Π. Καβάφης, Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.

*****
Μες στα παλιά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων οι ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι οι πτωχές
και πώς βαριούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.

Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
οι σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται — κωμικοτραγικές —
μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Κ.Π. Καβάφης, Οι ψυχές των γερόντων

*****

«Η τραγωδία των γηρατειών δεν είναι πως είμαστε γέροι, αλλά πως υπήρξαμε κάποτε νέοι»

Όσκαρ Γουάιλντ, Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ


Art by Nicola Samori 


Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Αχ Μαργαρίτα μάγισσα! Αργύρης Χιόνης, "Το δούρειον θήλυ"

Emile Vernon, Starlight (detail)

Η αγάπη κάστρα καταλεί, 
μπεντένια ρίχνει κάτου 
και παλικάρια του σπαθιού
τα ρίχνει του θανάτου.
Αγνώστου
  Δυο βασιλιάδες κάποτε σε πόλεμο...

Ήτανε κάποτε δύο βασιλιάδες που βασίλευαν σε όμορα βασίλεια και, όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ήθελαν και οι δύο να καταργήσουν τα μεταξύ τους σύνορα, όχι για να συμβασιλεύσουν σε ένα μεγαλύτερο βασίλειο, αλλά για να γίνει ο ένας από τους δύο, αφού θα εξολόθρευε τον άλλον, μεγαλύτερος βασιλιάς μεγαλύτερου βασιλείου.

Επόμενο ήταν, λοιπόν, να βρίσκονται, σχεδόν διαρκώς, σε εμπόλεμη κατάσταση και να διεξάγουν μάχες, που, ωστόσο, έληγαν πάντα με ισοπαλία, καθότι, καθώς φαίνεται, οι δυο στρατοί τους ήσαν ισοδύναμοι. Λέω «σχεδόν διαρκώς» γιατί υπήρχαν και κάποιες περίοδοι ανακωχής ή, αν θέλετε, ειρήνης, όταν αμοιβαίως εξαντλούνταν οι οικονομικοί πόροι και το ανθρώπινο δυναμικό, δηλαδή όταν δεν υπήρχαν πλέον θησαυροί στα θησαυροφυλάκια και στρατιώτες στους στρατώνες των δύο αυτών επιφανών και φιλοδόξων βασιλέων.


Εδώ, ωστόσο, πρέπει να κάνω μια παρένθεση για να πληροφορήσω τους αναγνώστες (πράγμα που έπρεπε να είχε γίνει στην αρχή) ότι τα δύο εν λόγω βασίλεια βρίσκονταν στην έξω και μακριά από μας Εσπερία και στην ακόμη εξώτερη νήσο Αλβιώνα• άκουγαν δε το ένα στο όνομα Horn και το άλλο στο όνομα Corn.

Η πληροφορία δόθηκε, η παρένθεση έκλεισε, η ιστορία συνεχίζεται. 



..μια εκπάγλου ωραιότητος χωριατοπούλα.. 

Σε μία, λοιπόν, από αυτές τις περιόδους ανακωχής ή, αν θέλετε, ειρήνης, ο επιφορτισμένος με τη στρατολόγηση παλλακίδων αυλικός, ο κόμης Pander, περιπλανώμενος εν υπηρεσία, με την ακολουθία του, στην κομητεία της Χορνουάλης, έπεσε πάνω σε μια χωριατοπούλα εκπάγλου ωραιότητος, που, με ανασκουμπωμένα μανίκια, μεσοφόρια και φουστάνια, έπλενε μ’ έναν κόπανο στην όχθη ενός ποταμού, ξεμπράτσωτη, γυμνοπόδαρη και ξαναμμένη, σκουτιά, βελέντζες και κιλίμια. Το όνομα αυτής Mayflower.

Σκουτιά, βελέντζες και κιλίμια τα πήρε ο ποταμός και την ωραία κόρη Mayflower την πήρε ο κόμης Pander, δώρο για να την πάει στον αφέντη του, τον βασιλιά του Horn, που, όταν τη ρίξανε στα πόδια του, ημίγυμνη, έχασε το μυαλό του απ' τα κάλλη της. Δεν το ’χασε ωστόσο εντελώς, γιατί ήταν πονηρός κι αμέσως είδε ότι στα χέρια του είχε, επιτέ­λους, το όπλο που θ' αφάνιζε τον μισητό εχθρό του, τον βασιλιά του Corn. 


Eugene de Blaas, The Laundress

....από αγριολούλουδο τζοβαΐρι....

Χωρίς
λοιπόν ούτε στιγμή να χάσει, φώναξε τις κυρίες των τιμών και τους παρέδωσε αυτό το αγριολούλουδο, με τη ρητή εντολή να το μεταμορφώσουνε σε τζοβαϊρι, άξιο να στολίζει στέμμα εστεμμένου. Δήλωσε δε, μαγαλοφώνως, ότι αυτή θα ήταν στο εξής, η ευνοούμενή του και όποιος ή όποια (και τόνισε ιδιαίτερα αυτό το όποια, γιατί στων θηλυκών τα μάτια είδε να λάμπει κιόλας του φθόνου η φλόγα) επιχειρούσε να πειράξει έστω και μια τρίχα της κεφαλής της, έστω και το πιο μικρό νυχάκι του πιο μικρού δαχτύλου των ποδιών της, θα αντιμετώπιζε την μήνιν της μεγαλειότητος του και την εσχάτη των ποινών.
Ωσάν βρεγμένες γάτες απεχώρησαν, πισωπατώντας, οι κυρίες των τιμών κι οδήγησαν στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της την καινούργια του στέμματος ευνοούμενη.


Την άλλη κιόλας μέρα, άρχισε η μεταμόρφωσή της από αγριολούλουδο σε τζοβαΐρι, άρχισε δηλαδή η διαπαιδαγώγησή της και, επειδή δεν ήταν μόνο πανωραία αλλά και πανέξυπνη, μέσα σ’ ένα χρόνο μόνο έμαθε να μιλά και να συμπεριφέρεται σαν γεννημένη σε παλάτι, να παίζει μαντολίνο, να άδει μαδριγάλια και, πάνω σε καμβά, περίτεχνα, πουλιά, λουλούδια κι ελάφια να κεντά με σταυροβελονιά. Διδάχτηκε επίσης κι αφομοίωσε (πράγμα πολύ σημαντικό για τους απώτερους σκοπούς του βασιλιά) την τοπική διάλεκτο του Corn.


Emile Vernon, Starlight

Κι ο βασιλιάς άνοιξε την αγκαλιά του στην ομορφιά και στο θάνατο μαζί....

Ολόκληρο το διάστημα αυτό, επί τριακόσιες δηλαδή εξήντα πέντε νύχτες μόνο μ’ αυτήν κοιμότανε ο βασιλιάς και, την τριακοσιοστή εξηκοστή και έκτη μέρα μάτωσε η καρδιά του όταν, εις ένδειξιν φιλίας και καλών προθέσεων, την έστειλε πεσκέσι στον βασιλιά του Corn. Έτσι 'ναι, βλέπετε, οι βασιλιάδες πάντοτε βάζουν το κοινό συμφέρον πά­νω απ' την προσωπική τους ευτυχία.

Ο βασιλιάς του Corn, σαν είδε το θεσπέσιο θηλυκό, ένιωσε να του λύνονται τα γόνατα και την καρδιά του σαν τρελή να πεταρίζει. Ο ακαριαίος έρωτας τόσο πολύ τον τύφλωσε, ώστε ούτε στιγμή δεν πέρασε από το κεραυνόπληκτο μυαλό του η σκέψη ότι οι προθέσεις του αντιπάλου του μπορεί να μην ήταν τόσο καθαρές. Δεν ήξερε, ο άμοιρος, δεν είχε ως τότε μάθει πως η μεγάλη ομορφιά χέρι με χέρι με το θάνατο βαδίζει. Έτσι, ανυποψίαστος, άνοιξε και στους δυο την αγκαλιά του.

Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μη κλέβουμε από την αιωνιότητα, μόλις η Mayflower διάβηκε σαν αερικό του παλατιού την πύλη, άλλαξε η τάξη των πραγμάτων κι ήρθαν τα πάνω κάτω στο βασίλειο του Corn. Ο βασιλιάς έπαψε να ασχολείται με τη διακυβέρνηση της χώρας κι άλλο δεν έκανε παρά να διοργανώνει γλέντια, τσιμπούσια και χορούς για χάρη της χαράς του, για της καρδιάς του την καρδιά, όπως ονόμαζε τη νέα ερωμένη του. Στο μεταξύ, αφού τόσο οι στρατηγοί όσο και οι λοιποί αξιωματικοί παίρνανε μέρος στα όργια, εγκατέλειπαν οι φρουροί τα πόστα τους και τα στρατόπεδα οι φαντάροι, σκότωναν οι αγρότες τους φοροεισπράκτορες και οι ληστές σκότωναν τους αγρότες κι άδειαζαν τα κελάρια τους. Όπως καταλαβαίνετε, σύντομα, πολύ σύντομα, είχανε γκρεμιστεί οι τέσσερις πυλώνες που στηρίζουνε συνήθως μια ευνομούμενη κοινωνία: ησυχία τάξη, ασφάλεια και οικονομία.

Henri Lévy, Death and the Maiden (detail), 1900

..το αχλάδι έτοιμο να σωριαστεί στο χώμα...

Ο
βασιλιάς του Horn, σαν έμαθε από τους κατασκόπους του, που είχε στείλει επιτόπου, ότι το αχλάδι ήταν έτοιμο να σωριαστεί, με ένα «Αχ!», στο χώμα, εισέβαλε, με έναν μόνο λόχο, στο βασίλειο του Corn κι έφτασε, δίχως ν’ ανοίξει ούτε ρουθούνι, ως τα ανάκτορα.

Είχε μόλις αρχίσει να χαράζει και, καθώς τις πόρτες τις ξεμπάρωτες άνοιγαν οι στρατιώτες, αντίκρισε ο βασιλιάς στου θρόνου την τεράστια σάλα πάνω σε πάγκους, σε ανάκλιντρα και σε τραπέζια, αλλά και καταγής, κορμιά ανδρών και γυναικών, γυμνά και ημίγυμνα, ατάκτως απ’ τη μέθη και τον ύπνο ερριμένα. Ο χώρος όλος έζεχνε κρασίλα, ξερατά, σπέρμα…

Πήρε μαζί του δυο ακολούθους και, δρασκελώντας τα ημιθανή κορμιά, για το βασιλικό τράβηξε κοιτώνα. Σαν έφτασε εκεί, άφησε έξω, ως φρουρούς, τους άνδρες του, μπήκε αθόρυβα μες το δωμάτιο, αθόρυβα έκλεισε την πόρτα πίσω του και αθόρυβα πλησίασε την κλίνη όπου, ντυμένοι μόνο με τη γύμνια τους, κείτονταν ο βασιλιάς του Corn και η ωραία Mayflower. 


Roberto Ferri – Il sepolcro degli amanti 

Ναι, τα καταφέραμε, αλλά είσαι πόρνη......

Δίχως κανένα δισταγμό, χωρίς να πει ούτε μια λέξη, σαν έτοιμος από καιρό, σήκωσε το σπαθί το φονικό και, κατεβάζοντάς το με ορμή πάνω στου κοιμισμένου εχθρού του το λαιμό, αξύπνητο τον έστειλε στον Άδη.

Από το γδούπο που ’κανε η κομμένη κεφαλή, καθώς στο δάπεδο έπεφτε, ξύπνησε αλαφιασμένη η καλλονή. Δεν κράτησε πολύ ωστόσο η ταραχή της…


Όταν κατάλαβε τι είχε γίνει, χαμογέλασε, μ’ εκείνο το χαμόγελο που ’λυνε γόνατα και είπε: 

«Τα καταφέραμε, αγάπη μου, έτσι δεν είναι; Έκανα ό,τι μου ’πες και τα καταφέραμε, έτσι δεν είναι;»

«Ναι , έτσι ακριβώς, αλλά είσαι πόρνη, κεράτωσες το βασιλιά σου, εμένα, το βασιλιά του Horncorn!» της αποκρίθηκε αυτός και ξανασήκωσε το αμείλικτο σπαθί του.



Roberto Ferri. Nella morte avvinti, 2010 (λεπτομέρεια)

Στα χέρια των λέξεων....

Ελπίζω ο αναγνώστης να μου συγχωρήσει αυτή τη φλυαρία, αλλά, ως γνωστόν, μία από τις ελάχιστες απολαύσεις που έχει ο συγγραφέας είναι να εγκαταλείπεται, κάποτε κάποτε, στα χέρια των ερωμένων του, των λέξεων, και ν' αφήνει να τον σέρνουν από τη μύτη όπου αυτές θέλουν.
  • Τα αγνοημένα από την επίσημη Ιστορία τοπωνύμια Horn και Corn, καθώς και το πάντα παρόν Cape Horn (Ακρωτήριο Χορν, στο ακρότατο, προς Νότο, άκρο της μακρότατης Χιλής) έχουν μάλλον κοινή μητέρα τη λατινική λέξη cornu ( = κέρας).
  • Τα ουσιαστικά horn και corn δεν δηλώνουν μόνον το κέρας ζώου, αλλά και ό,τι άλλο έχει σχήμα κέρατος. Ενδεικτικά μόνο, αναφέρω εδώ κάποια παραδείγματα:
  • Horn, πέραν του κέρατος ζώου, ονομάζονται η κεραία ή το κεράτιον εντόμου ή κοχλίου, το μουσικό όργανο κέρας, το κυνηγετικό κέρας (hunting horn), η κόρνα (σάλπιγγα ή κέρας) του αυτοκινήτου, κ.π.α.
  • Corn, πέραν του κέρατος ζώου (βλ. unicorn), είναι ο στάχυς των σιτηρών και, κατ' έπέκταση, τα ίδια τα σιτηρά, το μουσικό όργανο κέρας ή κορνέτα (cornet), ο τύλος (επί το κοινότερον κάλος) στα πόδια, στο μέτωπο ή στο μυαλό, κ.π.α.
  • Είναι, ίσως, σκόπιμο, να αναφέρω εδώ και κάποια επίθετα που έχουν ως ρίζα τα ουσιαστικά corn ή horn. Πρόκειται για τις λέξεις: corny ( = τυλώδης, σιτοφόρος), horned (= κερασφόρος) και horny ( = κερατοειδής, κεράτινος, σκληρός, εξού και στη slang, καυλωμένος).
  • Τέλος, με ρίζα το horny, το ουσιαστικό horniness δηλώνει την τύλωση, τη σκλήρυνση και, στη slang πάντα, την καύλα.

Cernunnos, θεοποιημένο πνεύμα των αρσενικών ζώων με κέρατα για τους Κέλτες, όπως ο Πάνας στην ελληνική μυθολογία ή ο Μινώταυρος στο Μινωικό πολιτισμό.


  • Το ουσιαστικό τής αγγλικής γλώσσας pander σημαίνει «μαστροπός», «μαυλιστής», «προαγωγός». Ω θεοί, οποία, ταυτότης μεταξύ ονόματος και ιδιότητος!
  • Επειδή τα αγγλικά τα έμαθα στην πιάτσα και είναι πολύ πιο φτωχά από τα ήδη αρκετά φτωχά ελληνικά μου, η μόνη σχετική λέξη πού γνώριζα μέχρι τότε ήταν η λέξη pimp ( = νταβατζής).Έτσι, μετά την ανακάλυψη του pander, προσέφυγα εκ νέου στο λεξικό — στο ελληνοαγγλικό αυτή τη φορά — για να δω αν υπήρχε και άλλος Άγγλος μαστροπός. 
  • Υπήρχε όντως και ονομαζόταν procurer, λέξη πού σημαίνει, επίσης, «προμηθευτής» και θυμίζει πολύ τη γαλλική λέξη procureur, η οποία ωστόσο δεν σημαίνει ούτε «μαστροπός» ούτε «προμηθευτής», αλλά «επίτροπος», «πληρεξούσιος» ή «εισαγγελέας ».
  • Η σύζυγος παρ’ όλ' αυτά του κυρίου επιτρόπου ή εισαγγελέως ονομάζεται procureuse, λέξη που, προς όνειδος της ιδίας και του επιφανούς συζύγου της, σημαίνει επίσης «μαστροπός» ή «εκμαυλίστρια».

    José Frappa (1854-1904), Phryne

  • Η ηρωίδα μας οφείλει το όνομά της στο πολυετές ποώδες φυτό λευκάνθεμον του γένους των αγγειοσπέρμων δικοτύλων, της τάξεως των αστερωδών και της οικογένειας των συνθέτων (compositae). Λευκάνθεμον, λοιπόν, ή ασπρολούλουδο ή αστρολούλουδο ή άστρο ή, τέλος και κυρίως, μαργαρίτα.
  • Παραπέμπω, εν προκειμένω», τον φιλομαθή και φιλόμουσο αναγνώστη στο γλυκύτατο άσμα «Μαγιοπούλα» των Ιάκωβου Καμπανέλλη και Μίκη Θεοδωράκη, και, πιο συγκεκριμένα, στους στίχους του ρεφραίν:

Αχ Μαργαρίτα μαγιοπούλα
αχ Μαργαρίτα μάγισσα!


  • Τόσο τα βασίλεια του Horn και του Corn, όσο και το μεγάλο βασίλειο του Horncorn έχουν σβήσει — αν γράφτηκαν ποτέ — απ’τον χάρτη και την Ιστορία. 
  • Δεν συνέβη, ωστόσο, το ίδιο και με τη Mayflower, το μαγιολούλουδο, τη μαγιοπούλα μάγισσα. 
  • Πολλά, πάρα πολλά χρόνια αργότερα, και πιο συγκεκριμένα το 1620, ένα δούρειο πλοίο (αυτό ήταν όντως ξύλινο), μήκους 27 μέτρων και βάρους 180 περίπου τόνων, απέπλευσε από το Σαουθάμπτον της Αγγλίας και, μετά από ταξίδι 66 ημερών, κατέπλευσε στη Μασσαχουσέττη της Αμερικής, όπου, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το Πλύμουθ, αποβίβασε τούς επιβάτες του, 102 φανατικούς πουριτανούς, ιδρυτές του πρώτου μόνιμου αποικιακού οικισμού της Νέας Αγγλίας. 
  • Το πλοίο αυτό έφερε το όνομα «Mayflower» και είχε νηολογηθεί στο όνομα Άγγλων εμπόρων που αποκαλούνταν «Τυχοδιώκτες του Λονδίνου».

Alton S. Tobe, Boarding The Mayflower

Αργύρης Χιόνης, Το δούρειον θήλυ, Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες, 
εκδόσεις Κίχλη [σελ. 25-31, 143-146]


Ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια σπαθιά βαστούνε....
  • Μύθοι, υπαρκτοί ή επινενοημένοι, που δεν απέχουν από την ιστορική αλήθεια. 
  • Η γυναίκα εργαλείο, πολιορκητικός κριός που ανοίγει διάπλατα σφραγισμένες πόρτες και εκπορθεί ισχυρά βασίλεια. 
  • Η εξουσία ανίσχυρη μπροστά στην ομορφιά κι η ομορφιά χέρι χέρι με το θάνατο.
  • Ο έρωτας παντοδύναμος, καστροχαλαστής, ανδροκτόνος.
  • Κι η Μαργαρίτα, η "μάγισσα" που καίγεται στη φωτιά που άθελά της άναψε.


Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

"Σκίτσο ο κόσμος και ανελέητη ο θάνατος γομολάστιχα.", Αργύρης Χιόνης, ό,τι περιγράφει τον περιγράφει.....




ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ


[.....] κι ο ποιητής ο ίδιος
προσωπείο του Τίποτε.

Esteban Argentea Nieve

« Είμαι το έργο μου. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε το έργο μας. Ό,τι κάνεις σε χαρακτηρίζει. Όλοι οι συγγραφείς αυτοβιογραφούνται• ακόμα κι όταν χρησιμοποιούν μύθους και αλληγορίες αυτοβιογραφούνται. Μπορείς ν’ αλλάζεις προσωπεία αλλά παραμένεις πάντα εσύ και μιλάς πάντα για τον εαυτό σου. Το στοίχημα του ποιητή είναι να ταυτιστεί ο αναγνώστης μαζί του, να συμπαρασύρει κάποιους αναγνώστες που θα βρουν τον εαυτό τους μέσα στο δικό του ποίημα.»

Αργύρης Χιόνης



Ο ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΑΣ


Για όσους δεν το ξέρουν, νυχτοφύλακας

δεν είναι εκείνος που φυλά τη νύχτα
-κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να τηνε κλέψει-
αλλά εκείνος που φυλά τ' αστέρια μες τη νύχτα,
τ' αστέρια που πολλοί τα ορέγονται,
γι' αυτό κι ο νυχτοφύλακας,
πάντ' άγρυπνος στο πόστο του,
αδιάκοπα κοιτά τον ουρανό και τα μετρά,
ώρες ατέλειωτες,καπνίζοντας ατέλειωτα τσιγάρα,
μετρά και χάνει το λογαριασμό και ξαναρχίζει,
καπνίζοντας ατέλειωτα μικρά αστέρια.

Τα ξημερώματα, θυμάται μόνο τους διάττοντες που
      χάθηκαν,
αφού του κάψαν με τις καύτρες τους το δέρμα.


Der Nachtwächter, Karl Martin August Splitgerber. Germany (1844 - 1918):
Der Nachtwächter, Karl Martin August Splitgerber.

Ο ΦΟΝΙΑΣ

Ο φονιάς ξυπνά την ώρα που κοιμάται ο ήλιος.

Στο φως της λάμπας ετοιμάζει τα φρικτά του σύνεργα

και ξεκινά για το αιματηρό του νυχτοκάματο.
Δύσκολη όμως έχει γίνει του φονιά η δουλειά·
αυξήθηκε ο ηλεκτροφωτισμός στις πόλεις
ούτε μια σκοτεινή αλέα πια δεν βρίσκει·
κάτω από γέφυρες, μέσα σε βρομερά χαντάκια ελλοχεύει
και του σκουριάζει η υγρασία τις αρθρώσεις,
τρέμουν τα χέρια του και νιώθει το μαχαίρι
του καιρού στην πλάτη του και στα νεφρά του.

Όμως αυτό που πιο πολύ τσακίζει τον φονιά
είναι η απάθεια των θυμάτων του·
όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο λίγο του αντιστέκονται,
τόσο πιο έτοιμα είναι να πεθάνουν.

Με φρίκη διαπιστώνει ο φονιάς ότι, σε λίγο,
θα σκοτώνει μόνο πεθαμένους.


Alain Fleischer:
Alain Fleischer

Ο ΤΖΟΥΤΖΕΣ



στον Νίκο Ζούδιαρη



«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς

«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.

«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,

χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.

«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,

χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.

«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές

«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.

«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,

δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.

«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,

Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.


#despertar O chamado homem civilizado esqueceu-o.. Ele o recorda somente figurativa e metaforicamente, quando, irritado pela sua inaptidão, fala do destino pregando partidas ou de coisas que estão minadas. Ele nunca suspeita que sua própria sombra oculta e aparentemente inofensiva tem qualidades cujo perigo excede os seus mais loucos sonhos. ~ Carl Jung, Figura do Trapaceiro | Michael Cheval:

Ο ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΣΠΟΡΕΥΣ



Μπορεί να έχεις το πρεπούμενο μεράκι

και να ΄ναι αφράτο και παχὺ το χώμα

κι ο σπόρος που έσπειρες να είναι εκλεκτός 
και να ΄χεις τον καιρὸ για σύμμαχο
και να΄ναι η βροχὴ απαλή και τακτική,
κι όμως να μην αξιωθείς να δεις
να σκάει το φύτρο μύτη πράσινη.

Μπορεί να τρως καρπὸ και τα κουκούτσια,
που δίχως σκέψη φτύνεις
σε πατημένο χώμα κι άγονο,
ξέσκεπα κι απροστάτευτα, ν'ανοίξουν, 
να ρίξουν ρίζες και να δέσουν φύλλα,
να δέσουν άνθη και καρπὸ καινούργιο· 
τα κουκούτσια που φτύνεις δίχως σκέψη
και, μάλιστα, με κάποια περιφρόνηση.



“The major crisis of the human race is not of raising our IQs, it is one of elevating our WILL quotients. We must will ourselves to happiness, and thereby experience true health.” -Bruce Lipton:

ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Με ήτα η ζωή τελειώνει·

με ήττα, επίσης.
Α.Χ.



Ι


Καβάλα σ'ένα κουνιστό αλογάκι,
με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί, 
πήρα κι εγώ μέρος στη μάχη, 
στο αίμα,στη φωτιά,στην αρπαγή.

Καβάλα σ ένα κουνιστό αλογάκι,
μπρος-πίσω,πίσω-μπρος,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο,
των ίσκιων στρατηλάτης κι αρχηγός,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο
κι έφτασα τώρα εδώ,
στην κουνιστή μου πολυθρόνα,
μπρος-πίσω,πίσω-μπρος...

Τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο
και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί.
η μάχη,το αίμα,η φωτιά κι η αρπαγή
θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη•
καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει,
ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή.


child on toy horse:

   ΙΙ

                                         μνήμη Maria Blijstra


Ό,τι χαλάει ό,τι σπάζει, περίτρανα τους γέ-
ροντες τρομάζει, με το δικό τους τέλος ομοιά-
ζει, με το δικό τους τσάκισμα από του χρόνου 
τις απρόσεχτες και βιαστικές κινήσεις. Γι' αυ-
τό σιγά σιγά, προσεχτικά, το βάρος του κορ-
μιού τους σε πολυθρόνες και καρέκλες αποθέ-
τουν και φέρνουνε στα χείλη το ποτήρι τους,
κρατώντας το σφιχτά, με τα δυο χέρια. 
«Όσο κρατούν τα πράγματα, κρατώ κι εγώ», 
φαίνεται να 'ναι η κρυφή ελπίδα τους.


girl passing, cafe, drinking, cofee, tea, coffee shop, urban, passerby, reflection, window, overlap, juxtaposition, youth, old age,:

V

μνήμη Γιώργη Μανουσάκη


Η σιωπή είναι το κέλυφος του ήχου. Κλεισμέ-
νος μέσα της, ο ήχος τη ραμφίζει, όπως ραμφί-
ζει το πουλί του αυγού το τσόφλι•  θέλει κι 
αυτός να βγει και να πετάξει. Είναι μοιραίο λοι-
πόν να θρυμματίζεται, κάποια στιγμή, η σιωπή
(τέτοια είναι η τάξη των πραγμάτων), για να 
μπορέσει ο ήχος ν' ακουστεί.  Ωστόσο, αν και 
θρυμματίζεται, ποτέ δεν αφανίζεται, αλλά, έτσι, 
κομματιασμένη, μέσα στον ήχο παρεισφρέει και, 
με παύσεις μαγικές, τον μετατρέπει, από θό-
ρυβο, σε μουσική και ποίηση. 
Υπάρχει, βέβαια, και ένα άλλο είδος σιωπής 
πού δεν κυοφορεί κανέναν ήχο, για τούτο και 
ποτέ δεν θρυμματίζεται. Θαρρώ, δίχως να είμαι 
θετικός, ότι Θανή τη λένε.


VI



Δεν σ' ονομάζω Θάνατο, 
Θανή σ' αποκαλώ•
αφού θα μ' αγκαλιάσεις κάποτε, 
σε προτιμώ γυναίκα.


IX

στον Δημήτρη Χαρίτο

Εν' ασημένιο κέρμα το φεγγάρι, που κάποτε 
τίναξαν στο διάστημα οι θεοί, κορώνα γράμ-
ματα την τύχη παίζοντας αυτού του κόσμου, 
εν' ασημένιο κέρμα που δεν έπεσε ποτέ, αλλ' 
έμεινε εκεί, μετέωρο, στο χάος. Γι' αυτό και 
δεν αποφασίστηκε ακόμα η τύχη αυτού 
του κόσμου, γι' αυτό κι αδιάκοπα κοιτάμε μ' α-
γωνία το φεγγάρι, μην πάει και πέσει απ' του 
χαμού μας την πλευρά.


X

Σ' αυτή τη χώρα, οι άνθρωποι τρέμουν τον θά-
νατο. Κι η πιο μικρή αμυχή στο δέρμα τους 
και το ελαχιστότερο σπυρί που σπάζει θαρρούν 
πως είναι πόρτα απ' όπου, αν δεν προσέξουν, 
θα εισχωρήσει μέσα τους ο θάνατος. Γι' αυτό 
και μ' επιδέσμους αλλεπάλληλους έχουνε τυ-
λιγμένα τα κορμιά τους• μόλις γδυθούν τα σπάρ-
γανα, ντύνονται με τα σάβανα.

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.





«Όταν είμαστε μες στα σκατά ως το λαιμό, δε μένει παρά να τραγουδήσουμε.» 
(Σάμιουελ Μπέκετ)

Ή αλλιώς ο ηρωικός πεσσιμισμός του Αργύρη Χιόνη, αυτός που του δίδαξαν ο Νίτσε, ο Καζαντζάκης, ο Καμύ, ο Μπέκετ, αυτοί που τον βοήθησαν να αντιμετωπίζει «την ύπαρξη και την ανυπαρξία με ένα σαρδόνιο χαμόγελο».

ΧΙΙ

Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η
ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του
Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-
ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-
παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,
σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-
διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-
σεις την καλή ανατροφή σου.


Drinking tea, London, during the Blitz, June 1941:
Drinking tea, London, during the Blitz, June 1941

XIII

στη Μαρία Μιχαηλίδου

Αυτός ο άνθρωπος δεν αντέχει το φθινόπωρο•
τον φθίνει, ανεπανόρθωτα τον φθίνει, κι ας μην 
είναι οπώρα. Είναι, ως εκ τούτου, φυσικό που 
του αντιστέκεται, που σαν τρελός μαζεύει τα 
πεσμένα φύλλα και τα ξανακολλάει στα κλα-
διά των δέντρων.
Θα καταφέρει άραγε να ακυρώσει έτσι του κα-
λοκαιριού την αναχώρηση, την έλευση να μα-
ταιώσει του χειμώνα;


Anka Zhuravleva Arts












XV

Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος. 

XVII

Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
εν’ άδειο βάζο.

Θα το γέμιζες λουλούδια•
έτσι δεν είναι;

René Magritte, L’Éclair:
René Magritte, L’Éclair


ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ


Έρωτας, ποίηση
και μουσική• η αγία
τριάδα του ύψους.

Καμιμούρα Γιουτάκα


DNA

Πριν από μένανε, για μένανε,
είχες τον δρόμο μου χαράξει,
κι όχι τον δρόμο μόνο, αλλά
και την απόκλιση απ' τον δρόμο,
κι είχες ακόμη και την εκλογή μου,
στο σημείο απόκλισης, εκλέξει,
και ήσαν προκαθορισμένες και η αφετηρία
και η πιθανή άρνησή μου να βαδίσω•
ναι, ακόμη και η άρνησή μου υπήρχε
πριν από μένανε, για μένανε.

Η ελευθερία μου είναι μέσα στη βουλή σου.

Jules E. Lenepveu (1819-1898) -  Jeanne d'Arc sur le Bûcher à Rouen (Jeane D'Arc at the Stake in Rouen). Circa 1886-1890.:
Jules E. Lenepveu, Jeanne d'Arc sur le Bûcher à Rouen
"Dieu Nous Annule", Ο Θεός Μας Ακυρώνει



ΑΠΟΡΙΑ ΑΝΑΞΙΟΠΑΘΟΥΝΤΟΣ







Θυμήσου, σε παρακαλώ, πως από χώμα μ'έπλασες 
κι έγινα το δοχείο που σε περιέχει, 
που σχήμα δίνει στη ρευστή υπόστασή σου. 


Μπορεί να είναι η αξία σου μεγάλη, 

όπως του πιο ακριβού αιθέριου ελαίου, 
κι ελάχιστη η δική μου, όπως 
μιας πήλινης κοινής φιάλης, 
χωρίς έμενα όμως να σε περιέχω, 
χωρίς την ταπεινή μου προστασία, 
εξατμίζεσαι. 

Και τώρα θέλεις να με κάνεις πάλι χώμα;...



Michelangelo - Sistine Chapel:
Michelangelo - Sistine Chapel

ΕΛΕΗΣΟΝ ΣΕ

Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να 'χεις
συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων. 
Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας
κατ' εικόνα και ομοίωσίν σου,
πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.
Τώρα είσαι μόνος μέσα σ' ένα πλήθος μόνων.

Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά.

Michelangelo:
Michelangelo - Sistine Chapel

ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ Β'


Από την ίδια αφετηρία ξεκινώντας,
τα χτεσινά μου χνάρια ακολουθώντας,
κάθε καινούργια μέρα, σ' άλλο τέρμα φτάνω.

Καμιμούρα Γιουτάκα

youth and .the long road ahead....:


ΟΧΤΩ ΧΑΪΚΟΥ

α'
Σκίτσο ο κόσμος και 
ανελέητη ο θάνατος 
γομολάστιχα.

β' 
Έσβησε ο κόσμος. 
Μένει αναμμένη, μόνη, 
μια ανεμώνη.


γ'

Για ποια εκίνησε 
κορφή και σε ποια κοίτη 
κατρακύλησε!...

δ'
 Παραπατώντας
έφτασε στον θάνατο• 
τον μέθυσε η ζωή.

ε΄
Σήπεσαι σώμα
στη σιωπή, στην απουσία
άλλων σωμάτων.

στ΄
Θεέ μου, τι αόρατο 
ναυάγιο που είναι 
η έρημη ζωή!

ζ΄
Χειμώνας πάλι•
σβηστή η φωτιά του έρωτα
και η καρδιά μου κρύα.

η΄
Το είδωλό μου 
μέσα στον καθρέφτη 
σαν νεκρή φύση.


"The woods are lovely, dark and deep, But I have promises to keep, And miles to go before I sleep, And miles to go before I sleep..." - Robert Frost:


ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ ΤΑΝΚΑ

α΄
Το χέρι γράφει
κι η ψυχή τινάζεται
έξω απ' το δίχτυ

που της έστησε ο καιρός 
ο ψυχοκυνηγάρης.

γ΄
Το όνειρό μου•
να φυτέψω ένα δέντρο
μεσοπέλαγα•

πουλιά να ξαποσταίνουν 
στα κλαδιά του, απόδημα.

δ' 
Κρατήσου μακριά
απ' τους συνανθρώπους σου,
μην τους ζυγώνεις•

μπορεί να σε κολλήσουν 
επικίνδυνα όνειρα.
ε΄
Αν ακονίζεις
το μαχαίρι αδιάκοπα,
θα το αφανίσεις•

στα χέρια σου θα μείνει 
μόνο η άχρηστη λαβή.

στ΄
Απομίμηση
ζωής ετούτη η ζωή,
σκηνογραφία•

πόρτα ζωγραφισμένη 
σ' ένα τυφλό ντουβάρι.

ζ΄
Ψεύδη τ' αστέρια 
φωτεινά και η σελήνη 
οφθαλμαπάτη.

Κάνε ουρανέ μου κάτι, 
γίνε ξανά αληθινός.


♂ Dream ✚ Imagination ✚ Surrealism Surreal art Girl open Hidden doorway with light:
η΄
Ποτέ το ψεύδος
δεν ψευδίζει, το θρασύ,
ούτε τραυλίζει.

Πάντα η αλήθεια χάνει, 
ντροπαλή, τα λόγια της.

ια΄
Ό,τι ν' αγγίξεις, 
ό,τι να κρατήσεις θες 
το σπας, το χάνεις.

Αν πάψεις να επιθυμείς, 
τότε, τα πάντα θα 'χεις.

ιβ΄
Πλούσιοι και ενδεείς,
ταπεινοί και επηρμένοι,
καλοί και κακοί•

δέντρα προς ξύλευση όλοι,
δέντρα του ίδιου δάσους.

Sarolta Ban This would be cool with pencils:

ιδ΄
Εγώ βαδίζω
προς τον θάνατο ή εκείνος 
προς εμένα;

Ποιος τάχα ο αναμένων, 
ποιος ο αναμενόμενος;

ιζ΄
Ταξίδι ήρεμο,
απ' το κλαδί ως το χώμα,
ταξίδι αθόρυβο.

Τι ζηλευτή η θανή σου, 
φύλλο φθινοπωρινό!

κ΄
Από τα πόδια
ως την κορφή, μετριέται
μόνο το ύψος.

Το ανάστημα αρχινά 
πάνω από το κεφάλι.

κα΄
Ένα ταξίδι 
αρχινά, κάθε στιγμή, 
χιλιάδες μίλια.

Νάτηνε η αρχή του, εδώ, 
κάτω απ' τα πόδια μου.

In Greek mythology, Melinoe is the Goddess of Ghosts. She is the daughter of Persephone, Queen of the Dead and Hades, Ruler of the Underworld. She lives in the Underworld. She has a pale complexion and a short temper and takes after her father in almost every way, except from her beauty which she gets from her mother Persephone. Melinoe has the powers to turn any mortal insane with her phantoms.:


«Βοήθεια!» φωνάζει τo φεγγάρι
«Βοήθεια! Ξεκρέμαστε με απ' αυτή
τη μαύρη ερημιά,
βάλτε με, γρήγορα,
στη φωτεινή σας πιατοθήκη!».


Ποιο απρόσεχτο παιδί
σ' έπιασε πάλι απόψε, φεγγαράκι,
με μουτζουρωμένα δάχτυλα;




ΠΑΙΓΝΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ


Σκέφτομαι μ' αγωνία το ωόν, 
ον και, ταυτόχρονα, μη ον• 
πτηνόν ή ομελέτα.

Δυσμενίδης ο Τυανεύς

Συμπληγάδες νύχτες 
και μόνος στα κουπιά.

Α.Χ.



Michal Karcz


Περιπλανώμενος πλασιέ ανθέων• 
μες στη βαλίτζα μου, 
τσαλακωμένα κρίνα που με κρίνουν.


Προσέξτε, ποιητές, 
μην πλανάσθε στον αέρα, 
μην παριστάνετε τα πετεινά! 
Προσγειωθείτε ή, 
καλύτερα ακόμη, 
υπογειωθείτε!

Κανείς δεν κυνηγάει τα σκουλήκια.

Tomasz Wieja:

Είχε αγωνία• ρώτησε: «Πώς γίνεται άνθρω-
πος κανείς;».
«Προσφέροντας» του απάντησαν.
Δεν είχε άλλο απ' το πανταλόνι του• το πρό-
σφερε και έγινε γελοίος.


«Όσο ζω, γράφω ποιήματα - όνειρα πάνω στα χώματα. Όταν με καταπιούν και χουμοποιηθώ, θα τροφοδοτώ, ως λίπασμα, νέα όνειρα ζωής»
Αργύρης Χιόνης 


Από το χώμα ερχόμαστε,
στο χώμα επιστρέφουμε.
Στο μεταξύ διάστημα,
παριστάνουμε τους κηπουρούς.

Photo Manipulations by Khazei:


«Γιατί έκαψες τη στέγη μου;» ρώτησα τη 
φωτιά.
«Για να κοιτάς τον ουρανό ανεμπόδιστα» 
μου απάντησε.
Από μιαν άποψη είχε δίκιο, τον έβλεπα 
όντως ανεμπόδιστα, αλλ' ήταν τόσο άδειος, 
που έφτιαξα καινούργια στέγη αμέσως.

Ειν' αρκετό το μέσα μου κενό, δεν θέλω κι 
άλλο πάνω απ' το κεφάλι μου.



Έστησα καρτέρι 
στο ποίημα, 
όπως ο κυνηγός 
καρτέρι στήνει 
στον λαγό,
κι ας μην είχε (το ποίημα)
αυτιά μεγάλα,
μύτη υγρή, τρεμουλιαστή,
κι ας μην είχε
τα μπροστινά του πόδια
πιο κοντά
από τα πισινά, 
κι ας μην είχε 
καν πόδια (το ποίημα), 
ήρθε κι έφυγε, γρήγορο 
σαν λαγός,
κι έμεινα μόνο με τον κρότο
της ντουφεκιάς μου
και τον αντίλαλό της
που ειν' ετούτη
η αποτυχημένη απόπειρα
(ποιήματος).


Πέρασε τη ζωή του, 
γράφοντας ποιήματα 
με τη γομολάστιχα.

Digital art selected for the Daily Inspiration #1498:


Αργύρης Χιόνης, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, 
Ποίηση δωματίου, εκδόσεις Γαβριηλίδης