Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Μαγδαληνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Μαγδαληνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

«Με λύτρωσε από την ευτυχία», Μαρία Μαγδαληνή ή η σωτηρία, Marguerite Yourcenar


Magdalen with the Smoking Flame by Georges de La Tour 
_____________

O απόλυτος έρωτας αρρώστια και προορισμός μαζί

Στις παρυφές των απόκρυφων Ευαγγελίων, ο απόλυτος έρωτας επιβάλλεται στο θύμα του σαν αρρώστια και σαν προορισμός μαζί. Μια Μαρία Μαγδαληνή γήινη, προδομένη, ποιητική, ερωτευμένη με τον Χριστό

Η Γιουρσενάρ, στο νεανικό αυτό διήγημα, γραμμένο το 1935, βασίζεται στην παράδοση που θέλει τον Ευαγγελιστή Ιωάννη να μνηστεύεται τη Μαρία Μαγδαληνή, αλλά να μη μοιράζεται μαζί της ποτέ τη συζυγική κλίνη.

«Ο Ιωάννης ερχότανε προς τα μένα από τα βάθη των παιδικών χρόνων του. Γέλαγε στους αγγέλους, τους μόνους του συντρόφους. » 

«Είχε διαλέξει σε μένα το πιο αινιγματικό από τα κορίτσια, με την κρυφή ελπίδα να μην το αποκτήσει ποτέ. » 

Προδομένη από τον άνδρα της που προτιμάει τον Θεό, παντελώς ανέγγιχτη, η Μαγδαληνή επιλέγει να ακολουθήσει το δρόμο της πορνείας. Γίνεται εταίρα.

«Το κάθε χτύπημα, το κάθε φιλί, μου πλάθανε ένα πρόσωπο, ένα λαιμό, ένα κορμί αλλιώτικο από κείνο που ο φίλος μου δεν είχε χαϊδέψει.»

Κοιμάται με εκατοντάδες ανδρικά κορμιά, ώσπου κάποιος εραστής τής μιλάει για τον Θεό
που εμφανίστηκε. Σ’ ένα συμπόσιο με το Θεό και τους Αποστόλους, γεννιέται το μεγάλο πάθος, ο μεγάλος έρωτας. Αλλά αυτό που συνέβη με τον Ιωάννη θα συμβεί και με τον Θεό. Δεν θα την αγγίξει. Ποτέ δεν θα την ποθήσει. 

«Το είδα αμέσως πως δεν θα μπορούσα να τον σαγηνέψω, αφού δεν με απόφευγε.»

«Της δίνει μόνο τη δυνατότητα να κλάψει και να σπαράξει». Κάτι που στο τέλος θα αποβεί παραδόξως, σύμφωνα με τη Γιουρσενάρ, απελευθερωτικό.

«Δε με λύτρωσε ούτε από το θάνατο, ούτε από τα δεινά, ούτε από το έγκλημα…..με λύτρωσε από την ευτυχία»



Pietro Perugino, Mary Magdalene (1500)
_____________

Λέγομαι Μαρία...με λεν Μαγδαληνή

Λέγομαι Μαρία: με λεν Μαγδαληνή. Μαγδαληνή, είναι από το όνομα του χωριού μου, το μικρό μέρος όπου η μητέρα μου έχει χωράφια, όπου ο πατέρας μου έχει αμπέλια. Έχω γεννηθεί στα Μάγδαλα. 

Τα μεσημέρια, πηγαίναμε με την αδερφή μου τη Μάρθα στα χωράφια. Εκείνη έφερνε στους εργάτες σταμνιά με μπύρα, εγώ πήγαινα σ' αυτούς με αδειανά χέρια. Ρουφάγανε το χαμόγελο μου. Τα βλέμματα τους με ψαχούλευαν σαν ένα σχεδόν ώριμο φρούτο που η γλύκα του δεν εξαρτιότανε πια παρά από λίγο ήλιο. Τα μάτια μου ήταν δύο θηρία παγιδεμένα μέσα στο πλέγμα των τσίνουρων. Το σχεδόν μελανό στόμα μου ήταν μια βδέλλα πρησμένη από αίμα. 

Alfred Stevens (1823–1906), Maria Magdalena

...ένας άλλος είχε αγαπήσει τον Ιωάννη προτού να τον αγαπήσω

Ο περιστεριώνας ξεχείλιζε από περιστέρια, το ερμάρι από ψωμί, το σεντούκι από νομίσματα με το κεφάλι του Καίσαρα. Η Μάρθα χαλούσε τα μάτια της μαρκάροντας την προίκα μου με τ' αρχικά του Ιωάννη. Η μητέρα του Ιωάννη είχε ψαροτόπια, ο πατέρας του Ιωάννη είχε αμπέλια.

Την ημέρα των γάμων μας, όταν ο Ιωάννης και 'γω καθόμασταν κάτω από τη συκιά της πηγής, νιώθαμε ήδη να βαραίνει απάνω μας το αβάσταχτο β
άρος μιας εβδομηντάχρονης ευτυχίας. Τους ίδιους χορευτικούς σκοπούς θα παίζαν στους γάμους των κοριτσιών μας• ένιωθα από τώρα βαριά από τα παιδιά που αυτά θα γεννούσαν. Ο Ιωάννης ερχότανε προς τα μένα από τα βάθη των παιδικών χρόνων του. Γέλαγε στους αγγέλους, τους μόνους του συντρόφους. Γι' αυτόν είχα απορρίψει την πρόταση του ρωμαίου εκατόνταρχου. Απόφευγε την ταβέρνα όπου οι πόρνες αναδεύονταν σαν τις οχιές στους διεγερτικούς ήχους ενός θλιμμένου αυλού. Απόστρεφε τα μάτια από το ολόγιομο πρόσωπο των κοριτσιών της φάρμας. 

Το ότι ερωτεύτηκα την αθωότητά του υπήρξε το πρώτο μου αμάρτημα. Δεν ήξερα ότι πάλευα μ' έναν αντίπαλο αόρατο όπως ο πατέρας μας ο Ιακώβ με τον Άγγελο, και ότι έπαθλο εκείνης της πάλης θα 'ταν αυτό το αγόρι με τα ακατάστατα μαλλιά όπου κομματάκια από άχυρο σχημάτιζαν ένα φωτοστέφανο. Δεν ήξερα ότι ένας άλλος είχε αγαπήσει τον Ιωάννη προτού να τον αγαπήσω, προτού να με αγαπήσει. Δεν ήξερα ότι ο Θεός είναι το αποκούμπι των μοναχικών.


Orazio Lomi Gentileschi, Penitent Mary Magdalene (1623)
___________________

... με την κρυφή ελπίδα να μην με αποκτήσει ποτέ

Καθόμουνα στο κεφάλι, στο τραπέζι του γάμου μου, στο γυναικωνίτη. Οι ματρόνες μου σφύριζαν στο αυτί συμβουλές μαστρωπών, συνταγές εταίρων. Ο αυλός στρίγγλιζε σαν παρθένος. Τα κρουστά αντηχούσανε σαν καρδιές. Καθισμένες κατάχαμα μέσα στο μισοσκόταδο οι γυναίκες, πακέττα από πέπλα, τσαμπιά από βυζιά, με μακάριζαν με μια φωνή άτονη για τη βίαιη ευτυχία που θα δοκίμαζα όταν θα δεχόμουνα τον Νυμφίο. Τα πρόβατα που έσφαζαν στην αυλή κλαψούριζαν σαν τα αθώα στα χέρια των χασάπηδων του Ηρώδη. 

Δεν άκουσα, από μακριά, τον Αμνό να βελάζει. Οι καπνιές του σούρουπου τα θόλωσαν όλα στο επάνω δωμάτιο. Η γκρίζα ημέρα έσβησε την αίσθηση του σχήματος και των χρωμάτων από τα πράγματα. Δεν είδα, καθισμένον ανάμεσα στους φτωχούς συγγενείς στην άλλη άκρη του τραπεζιού των αντρών, τον άσπρο αγύρτη που μέσ' από 'να φιλί, μ' ένα άγγιγμα, κοινωνούσε στους νέους άντρες το φρικτό είδος της λέπρας που τους υποχρεώνει να χωρίζονται από τα πάντα. Δεν μάντευα την παρουσία του Γητευτή που κάνει την απάρνηση γλυκιά όσο και μια αμαρτία. 

Κλείσαν τις πόρτες. Κάψανε μύρα για ν' αποχαυνώσουνε τους διαβόλους. Μας άφησαν μόνους. Σήκωσα τα μάτια και κατάλαβα πως ο Ιωάννης είχε περάσει τη γιορτή των γάμων του όπως διασχίζομε μία πλατεία συνωστισμένη από τη χαρά του λαού. Δεν έτρεμε, παρά από πόνο. Δεν χλώμιαζε, παρά από ντροπή. Δεν φοβόταν παρά μια λιποψυχιά της ψυχής, της ανίσχυρης να έχει μέσα της το Θεό. Δεν ήμουνα ικανή να ξεχωρίσω πάνω στο πρόσωπο του Ιωάννη το μορφασμό της αηδίας από το μορφασμό της επιθυμίας: ήμουν παρθένα, και άλλωστε κάθε γυναίκα που αγαπά δεν είναι παρά μια έρμη αθώα. 



Μαρία Μαγδαληνή η Μετανοούσα, El Greco
________________



Αργότερα κατάλαβα πως γι' αυτόν αντιπροσώπευα το χειρότερο σαρκικό λάθος, το νόμιμο αμάρτημα, που επιδοκιμάζει το έθιμο, που είναι ακόμα πιο δαιμονικό γιατί σου επιτρέπεται να κυλιέσαι ξαδιάντροπα μέσα σ' αυτό, που είναι ακόμα πιο επικίνδυνο αφού δεν κολάζεται. Είχε διαλέξει σε μένα το πιο αινιγματικό από τα κορίτσια, με την κρυφή ελπίδα να μην το αποκτήσει ποτέ. 

Καταλάβαινα την αποστροφή του για τις πιο εύκολες κατακτήσεις· καθισμένη πάνω σ' αυτό το κρεβάτι δεν ήμουνα πια παρά μία εύκολη γυναίκα. Η αδυναμία που τον εμπόδιζε να με αγαπήσει δημιουργούσε μια αναλογία ανάμεσά μας, δυνατότερη από αυτές τις αντιθέσεις των φύλων που χρησιμεύουν για να καταστρέφουν την εμπιστοσύνη, για να δικαιώνουν τον έρωτα ανάμεσα σε δυο ανθρώπινα πλάσματα: επιθυμούσαμε, και οι δυο, να παραδοθούμε σε μία θέληση ισχυρότερη από τη δική μας, να δοθούμε, να μας πάρουν: προχωρούσαμε, μπροστά απ' όλους τους πόνους, για να πιάσει μια καινούργια ζωή μέσα μας. 

Αυτή η ψυχή με τα μακριά μαλλιά έτρεχε προς έναν Νυμφίο. Ακουμπούσε το μέτωπό του στο τζάμι, το ολοένα και πιο θαμπό από τον αχνό της ανάσας του - τα κουρασμένα μάτια των άστρων δεν μας κατασκόπευαν πια- η δούλα που παραφύλαγε πίσω απ' την πόρτα μπορεί να πήρε τους λυγμούς μας για στεναγμούς έρωτα. Μια φωνή υψώθηκε μέσα στη νύχτα καλώντας τον Ιωάννη τρεις φορές, όπως γίνεται μπρος απ' τα σπίτια όπου κάποιος πρόκειται να πεθάνει. Ο Ιωάννης άνοιξε το παράθυρο, έσκυψε για να υπολογίσει το βάθος της νύχτας, είδε το Θεό. Δεν είδα άλλο από τα σκότη, είδα, με άλλα λόγια, το μανδύα του. Ο Ιωάννης τράβηξε τα σεντόνια του κρεβατιού, τα 'δεσε για να τα κάνει σκοινί. 
Λαμπυρίδες πάλλονταν σαν αστέρια πάνω στη γη έτσι που έδινε την εντύπωση πως βυθιζόταν στον ουρανό. Έχανα απ' τα μάτια μου εκείνον τον λιποτάκτη τον ανάξιο να προτιμήσει την αγκαλιά μιας γυναίκας από τους κόλπους του Θεού.


Titian, Penitent St Mary Magdalene ( Hermitage Museum)
_______________

Αναχώρηση...

Άνοιξα με προσοχή την πόρτα του δωματίου μου στο οποίο το μόνο που είχε διαδραματιστεί ήταν μια αναχώρηση. Δρασκέλισα τους καλεσμένους που ροχάλιζαν στο διάδρομο. Πήρα από την κρεμάστρα την κουκούλα του Λάζαρου. Η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή για να ψάξω στον προθάλαμο για τα χνάρια των θεϊκών πατημάτων. Τα καλντερίμια όπου σκόνταφτα δεν ήταν τα ίδια με κείνα όπου είχα χοροπηδήσει και είχα παίξει κουτσό μετά το σχολειό. 

Έβλεπα για πρώτη φορά τα σπίτια όπως τα βλέπουν απέξω αυτές που δεν έχουνε σπιτικό. Στις γωνιές των κακόφημων σοκακιών, αισχρές στάλαζαν και πάλι οι συμβουλές από το ξεδοντιασμένο στόμα των προαγωγών. Το ξερατί των μεθυσμένων κάτω από τις καμάρες της αγοράς μου θύμισε τα λακκάκια από το χυμένο κρασί στο πανηγύρι του γάμου. 

Για να μη με πάρει κανένα μάτι, πέρασα τρέχοντας τους ξύλινους διαδρόμους στο χάνι που ζούσε ο εκατόνταρχος. Αυτό το κτήνος ήρθε να μου ανοίξει μεθυσμένο ακόμα από το κρασί που είχε πιει στην υγειά μου στο τραπέζι του Λάζαρου. Θα πρέπει να με πήρε για καμιά απ' αυτές του δρόμου με τις οποίες συνήθιζε να πλαγιάζει. Κράτησα τη μαύρη μάλλινη κουκούλα μου πάνω στο πρόσωπο. Δεν έκανα τις ίδιες δυσκολίες για το κορμί μου. Όταν με αναγνώρισε, ήμουνα ήδη η Μαρία - Μαγδαληνή. 

Του έκρυψα ότι ο Ιωάννης με είχε αφήσει τη νύχτα του γάμου από φόβο μήπως πιστέψει ότι ήταν υποχρεωμένος να χύσει μέσα στο κρασί της επιθυμίας του το ανούσιο νερό του οίκτου. Τον άφησα να πιστέψει ότι είχα προτιμήσει τα τριχωτά μπράτσα του από τα αιώνια ενωμένα σε προσευχή μακριά χέρια του χλωμού μου μνηστήρα: Ο Ιωάννης είχε πετάξει προς τον Θεό - φύλαξα το μυστικό του. 

Τα παιδιά του χωριού ανακάλυψαν πού βρισκόμουν μου πετάξανε πέτρες. Ο Λάζαρος καθάρισε το τέλμα στο μύλο νομίζοντας πως θα ψάρευε από κει το πτώμα του Ιωάννη. Η Μάρθα χαμήλωνε το κεφάλι όταν περνούσε μπρος απ' το χάνι. Η μάνα του Ιωάννη ήρθε και μου ζήτησε ρέστα για την υποτιθέμενη αυτοκτονία του μονάκριβου γιου της. Δεν υπερασπίστηκα τον εαυτό μου, βρίσκοντας πως ήταν λιγότερο ταπεινωτικό αν τους άφηνα να πιστεύουνε όλοι ότι εκείνος ο εξαφανισμένος με είχε τρελά αγαπήσει.


Mary Magdalene by Juan Bautista Maino
____________

...ένα κορμί αλλιώτικο από κείνο που ο φίλος μου δεν είχε χαϊδέψει

Τον άλλο μήνα, ο Μάριος πήρε τη διαταγή να ενωθεί στη Γάζα με τη δεύτερη μεραρχία της Παλαιστίνης. Δεν μπόρεσα να βρω τα απαραίτητα χρήματα για ν' αγοράσω, στο κομβόι του πολέμου ένα απ' αυτά τα εισιτήρια της τρίτης θέσης που πάντα κρατιούνται για τους προφήτες, τους άθλιους, τους αδειούχους, τους Μεσσίες. Ο χανιτζής με κράτησε για να του σκουπίζω ποτήρια. Διδάχθηκα, από το αφεντικό μου, όλη την κουζίνα της επιθυμίας. Έπινα μέλι, που η γυναίκα που περιφρόνησε ο Ιωάννης είχε καταγκρεμιστεί από τη μια μέρα στην άλλη στην τελευταία τάξη των ανθρώπων. Το κάθε χτύπημα, το κάθε φιλί, μου πλάθανε ένα πρόσωπο, ένα λαιμό, ένα κορμί αλλιώτικο από κείνο που ο φίλος μου δεν είχε χαϊδέψει.

Ένας βεδουίνος καμηλιέρης δέχτηκε να με οδηγήσει στη Γιάφα έναντι μερικών περιπτύξεων. Ένας Μαρσεγέζος καραβοκύρης με πήρε στο καράβι του: ξαπλωμένη στην πρύμη αφηνόμουν να με συνεπαίρνει το θερμό τρεμούλιασμα της αφρισμένης θάλασσας. Σ' ένα μπαρ του Πειραιά, ένας Έλληνας φιλόσοφος μου δίδαξε τη σοφία σαν μια ακόμα κραιπάλη. Στη Σμύρνη, η απλοχεριά ενός τραπεζίτη με έμαθε πόσο το σάρκωμα του στρειδιού κι η γούνα των ζώων προσθέτουν σε γλύκα στο πετσί μιας γυναίκας κάνοντάς την ένα αντικείμενο πόθου και φθόνου μαζί. Στην Ιερουσαλήμ ένας φαρισαίος με συνήθισε να χρησιμοποιώ την υποκρισία σαν ένα φκιασίδι που δεν ξεβάφει. Μέσα σε μια τρώγλη της Καισαρείας, ένας γιατρεμένος παράλυτος μου μίλησε για το Θεό. 

Σε πείσμα των αγγέλων που τον θερμοπαρακαλούσαν, θέλοντας αναμφίβολα να τον ξαναγυρίσουν στον ουρανό, ο Θεός εξακολουθούσε να τριγυρνάει από χωριό σε χωριό, εμπαίζοντας τους ιερείς, προσβάλλοντας τους πλουσίους, σπέρνοντας τη διχόνοια στις οικογένειες, συγχωρώντας τις μοιχαλίδες, εξασκώντας παντού το σκανδαλώδες επάγγελμα του Μεσσία. 

Paolo Veronese, The Conversion of Mary Magdalene
____________


....δεν θα μπορούσα να τον σαγηνέψω, αφού δεν με απόφευγε
.

Και η αιωνιότητα, έχει και αυτή τη μόδα της: μια από εκείνες τις Τρίτες όπου δεν προσκαλούσε παρά διασημότητες στο αρχοντικό του, ο Σίμων ο Φαρισαίος είχε την έμπνευση να καλέσει το Θεό. Αν είχα φτάσει στο σημείο να κυλιστώ τόσο χαμηλά, ήταν για να αντιπαρατάξω σ' αυτόν τον τρομερό Φίλο μια λιγότερο αφελή αντίζηλο: αν γοήτευα το Θεό, θα στερούσα τον Ιωάννη από το αιώνιο στήριγμά του·  θα τον υποχρέωνα να ξαναπέσει απάνω μου με όλο το βάρος της σάρκας του. Αμαρτάνομε, γιατί δεν υπάρχει για μας ο Θεός: είναι γιατί τίποτα το τέλειο δεν μας παρουσιάζεται, που στρεφόμαστε στους ανθρώπους. Μόλις ο Ιωάννης καταλάβαινε πως ο Θεός δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας απλός άντρας, δεν θα 'χε πια λόγο να τον προτιμάει από τον κόρφο μου. 

Στολίστηκα σαν για χορό. Αρωματίστηκα σαν για κρεβάτι. Η είσοδός μου στην αίθουσα του συμποσίου έκοψε τις ανάσες. Οι Απόστολοι σηκώθηκαν ταραγμένοι από φόβο μήπως μα-γαριστούν από το άγγιγμα του ποδόγυρού μου - στα μάτια αυτών των ανθρώπων του Καλού, ήμουν ακάθαρτη σαν να μην έπαυα να ματώνω. Μόνον ο Θεός έμεινε ξαπλωμένος πάνω στον πέτσινο πάγκο του: αναγνώρισα από ένστικτο αυτά τα πόδια που 'χαν φθαρεί μέχρι το κόκκαλο περπατώντας σ' όλους τους δρόμους της κόλασής μας, αυτά τα μαλλιά τα γεμάτα από ένα σαράκι από άστρα, αυτά τα τεράστια μάτια του τα καθάρια σαν τα μόνα κομμάτια που του έμεναν από τον ουρανό του. Ήτανε άσκημος σαν τον πόνο. Ήταν λεχρός σαν την αμαρτία.

Έπεσα στα γόνατα, καταπίνοντας το σάλιο μου, ανίκανη να προσθέσω έστω και ένα σαρκασμό στο φρικτό βάρος αυτής της απόγνωσης του Θεού. Το είδα αμέσως πως δεν θα μπορούσα να τον σαγηνέψω, αφού δεν με απόφευγε. Έλυσα τα μαλλιά μου σαν για να σκεπάσω καλύτερα τη γύμνια του λάθους μου, άδειασα μπροστά του τα μύρα των αναμνήσεών μου. 



Christ in the House of Simon, Dieric Bouts (1440)
____________

Η φρικτή μοίρα να ανήκεις σε όλους


 Καταλάβαινα πως αυτός ο παράνομος Θεός θα πρέπει να είχε ξεγλιστρήσει κάποιο πρωί έξω από την πύλη της αυγής, αφήνοντας πίσω του τα πρόσωπα της Τριάδας ν' απορούν, που δεν ήτανε πια παρά μόνο δύο. Είχε μπει, ξένος, στο χάνι των ημερών. Είχε σπαταληθεί σε αναρίθμητους περαστικούς που του αρνιόντανε την ψυχή τους απαιτώντας όμως από αυτόν όλες τις χειροπιαστές χαρές. Είχε υποστεί τη συντροφιά των ληστών, την επαφή με τους λεπρούς, τον τραμπουκισμό των ανθρώπων της αστυνομίας: όμοια με μένα, δεχότανε τη φρικτή μοίρα να ανήκει σε όλους. 

Feast of Simon the Pharisee, Peter Paul Rubens
_____________

...έγινα η δαιμονισμένη του Θεού


Έβαλε πάνω στο κεφάλι του το μεγάλο χέρι του του πτώματος, που έμοιαζε σαν να 'χε ήδη αδειάσει από αίμα: αιωνίως, δεν κάνομε τίποτε άλλο από το να αλλάζουμε σκλαβιά: από την ίδια τη στιγμή που με άφησαν τα δαιμόνια έγινα η δαιμονισμένη του Θεού. Ο Ιωάννης σβήστηκε από τη ζωή μου σαν ο Ευαγγελιστής να μην είχε σταθεί για μένα παρά μόνο σαν Πρόδρομος: μπροστά στο Πάθος, λησμόνησα την αγάπη. 


Tintoretto, Magdalena penitente 
(Musei Capitolini, Roma, 1598-1602)
______________

Δέχτηκα την αγνεία σαν μια τρομερότερη διαστροφή: πέρασα λευκές νύχτες μες στα χωράφια, έχοντας γύρω μου τους Απόστολους, πρόβατα φοβισμένα, ερωτευμένα με τον Ποιμένα. Μακάρισα τους νεκρούς, που πάνω τους πλαγιάζουνε οι προφήτες για να τους αναστήσουν. Βοήθησα τον θείο θεραπευτή στις θαυματουργές θεραπείες του: έτριψα με λάσπη τα μάτια των εκ γενετής τυφλών. Άφησα τη Μάρθα στο πόδι μου, την ημέρα του δείπνου της Βηθανίας, από φόβο μην έρθει ο Ιωάννης και κάτσει κοντά στα ουράνια γόνατα στο σκαμνί που θα άφηνα. Τα δάκρυα κι οι φωνές μου πέτυχαν απ' αυτόν το γλυκό θαυματουργό τη δεύτερη γέννηση του Λαζάρου: αυτός ο σαβανωμένος νεκρός που έκανε τα πρώτα του βήματα στο κατώφλι του τάφου, ήταν σχεδόν το παιδί μας. 



Vincent van Gogh - The raising of Lazarus (after Rembrandt)
Van Gogh Museum, Amsterdam
________________

Στρατολόγησα μαθητές για αυτόν. Βούτηξα τα χέρια μου στο νεροχύτη του Μυστικού Δείπνου. Φύλαξα τσίλιες, στο Όρος των Ελαιών, όσο τελούνταν το κόλπο της Εξαγοράς. Τον αγάπησα τόσο, που έπαψα να τον λυπάμαι: ο έρωτας μου θέριευε αυτή την απόγνωση, που αυτή και μόνον, τον έκανε Θεό. Για να μην καταστρέψω την καριέρα του σαν Σωτήρα, δέχτηκα να τον δω να πεθαίνει όπως μια ερωμένη δέχεται τον καλό γάμο του άντρα που αγαπά. Στην αίθουσα των Χαμένων Βημάτων, όταν ο Πιλάτος μας άφησε να εκλέξουμε ανάμεσα σ' έναν λωποδύτη και το Θεό, σαν όλους τους άλλους φώναξα Βαραββάν.


Juan Correa - The Conversion of Saint Mary Magdalene 
______________


Στα πόδια του άξονα απ' τον οποίο περνούσε όλη η οδύνη του κόσμου...

Τον είδα να πλαγιάζει πάνω στο κατακόρυφο κρεβάτι του αιώνιου γάμου του: παραστάθηκα στο τρομερό δέσιμο των σκοινιών, στο φιλί του σφουγγαριού που ήταν ακόμα ποτισμένο από μια θαλασσινή πίκρα, στο λόγχισμα του στρατιώτη που πάσχιζε να τρυπήσει την καρδιά αυτού του θείου βρυκόλακα από φόβο μήπως ξανασηκωθεί και βυζάξει όλο το μέλλον. Τo 'νιωσα να σπαρταράει πάνω απ' το μέτωπο μου αυτό το γλυκό γεράκι το παλουκωμένο στην πύλη των Χρόνων. Ένα αγέρι νέκρας έγλειφε τον ουρανό, λαφρύ σαν πέπλο. Ο κόσμος έγερνε προς το μέρος της νύχτας, παρασυρμένος από το βάρος του σταυρού. Ο χλωμός καπετάνιος κρεμότανε από τα ξάρτια του τρικάταρτου που καταποντιζόταν από το Σφάλμα: ο γιoς του ξυλουργού ξέπλενε τα λάθη που είχε κάνει στους υπολογισμούς του ο αιώνιος Πατέρας του. 


Crucifixion with Mary Magdalen Luca Signorelli 
Florence, Galleria degli Uffizi
__________________


Τo 'ξερα, ότι τίποτα το καλό δεν θα γεννιόταν απ' το μαρτύριο του: μόνη συνέπεια αυτής της εκτέλεσης θα 'ταν να καταλάβει ο άνθρωπος πως είναι πράγματι δυνατόν να απολυθεί από το Θεό. Ο θεϊκός κατάδικος δεν έχυνε πάνω στη γη άλλο από ανώφελα σπέρματα από αίμα. Μάταια χοροπήδαγαν τα μολυβένια ζάρια της Τύχης μέσα στις πυγμές των φρουρών, τα ιμάτια του άπειρου Χιτώνα δεν έφθαναν για να φτιάξουνε από αυτά ούτε ένα ρούχο.

Sacro Monte di Domodossola, Maria Maddalena ai piedi della Croce
_______________


Μάταια έχυσα πάνω στα πόδια του το οξυζεναρισμένο κύμα των μαλλιών μου· μάταια επιχείρησα να παρηγορήσω τη μόνη μητέρα που έχει συλλάβει Θεό. Οι φωνές μου, φωνές γυναίκας και σκύλας, δεν φτάναν τον πεθαμένο μου κύριο· οι ληστές, τουλάχιστον, μοιράζονταν τον ίδιο πόνο μ' αυτόν: στα πόδια αυτού του άξονα απ' τον οποίο περνούσε όλη η οδύνη του κόσμου, το μόνο που θα 'καναν οι φωνές μου θα 'ταν να ταράξουν το διάλογό του με τον Δισμά.

Detail of Mary kissing the feet of the crucified Jesus, Italian, early 14th century
_______________


σαν ένα ώριμο φρούτο, έτοιμο να σαπίσει μέσα στο χώμα του τάφου

Έστησαν σκάλες, έλυσαν τα σκοινιά. Ο Θεός αποδέθηκε σαν ένα ώριμο φρούτο, έτοιμο κιόλας να σαπίσει μέσα στο χώμα του τάφου. Για πρώτη φορά, το αδρανές του κεφάλι δέχτηκε τον ώμο μου· ο χυμός της καρδιάς του έχριε τα χέρια μας κόκκινα όπως στον τρύγο - ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας πήγαινε μπρος, βαστώντας ένα φανάρι - ο Ιωάννης και 'γω λυγίζαμε κάτω από αυτό το κορμί, το πιο βαρύ απ' τον άνθρωπο - στρατιώτες μας εβοήθησαν να βάλουμε μυλόπετρες στο στόμα του τάφου. 



The Dead Christ Mourned - the Three Maries, Annibale Carracci  (1603)
__________________


Είχα παραιτηθεί από κάθε υπόσχεση για μία ανάσταση...

Γυρίσαμε στην πόλη μέσα στην ψύχρα του ήλιου που είχε πια γείρει. Ξαναβρίσκαμε, αποσβολωμένοι, τα μαγαζιά, τα θέατρα, την αναίδεια των σερβιτόρων στις ταβέρνες, τις απογευματινές εφημερίδες που είχαν καταχωρημένα στα ψιλά τα Πάθη. Πέρασα τη νύχτα μου ξεδιαλέγοντας τα πιο ωραία από τα σεντόνια που είχα σαν πόρνη - με την αυγή, έστειλα τη Μάρθα ν' αγοράσει τα πιο ακριβά αρώματα.




Mary Magdalene by John Rogers Herbert (1859)
________________



Τα κοκκόρια λαλούσαν σαν να μην ήθελαν ν' αφήσουν να ξεχαστεί η μετάνοια του Πέτρου - παραξενεμένη που είχε κιόλας ξημερώσει, πήρα ένα δρόμο για τα προάστια όπου μηλιές θυμίζαν το Λάθος και αμπέλια την Εξαγορά. Αν κι ο αέρας ερχότανε βορινός, δεν ένιωθα τη μυρωδιά του πτώματος του Θεού. Οδηγημένη από μια θύμηση, αυτόν τον αδιάφθορο άγγελο, τρύπωσα μέσα σ' αυτή τη σπηλιά τη σκαμμένη μέσα στα πιο βαθιά μύχια μου-πλησίασα αυτό το κορμί σαν να πλησίαζα το δικό μου τον τάφο. Είχα παραιτηθεί από κάθε ελπίδα για ένα Πάσχα, από κάθε υπόσχεση για μία ανάσταση. 

Mary Magdalene at Jesus Empty Tomb
_________________

Ο Θεός είχε σηκωθεί απ' το θάνατο όπως από μία στρωμνή αϋπνίας

Δεν κατάλαβα ότι η μυλόπετρα είχε ξεσχιστεί σ' όλο το μήκος της από έναν θεϊκό αναβρασμό: ο Θεός είχε σηκωθεί απ' το θάνατο όπως από μία στρωμνή αϋπνίας· ξέστρωτος ο τάφος άφηνε να σέρνονται τα σεντόνια τα δανεικά από τον κηπουρό. Για δεύτερη φορά στη ζωή μου βρισκόμουνα μπροστά σε ένα κρεβάτι όπου δεν πλάγιαζε παρά ένας απόντας. Τα σπυριά των μύρων κατρακύλησαν πάνω στο χώμα του τάφου, έπεσαν στον πάτο της νύχτας. Τα τοιχώματα της σπηλιάς μου επέστρεφαν τα ουρλιαχτά μου του ανικανοποίητου νεκροβόρου.



Mary Magdalene approaching the Tomb, Gian Girolamo Savoldo, 1535-40
________________


...από την άλλη μεριά του καθρέφτη του Χρόνου 

Έχοντας χάσει τις φρένες, χτυπούσα το κεφάλι μου πάνω στο πέτρινο ανώφλι. Το χιόνι των νάρκισσων είχε μείνει παρθένο από ανθρώπινο χνάρι: αυτοί που ήρθανε να κλέψουνε το Θεό είχαν περπατήσει στον ουρανό. Σκυμμένος στο χώμα ο κηπουρός, σκάλιζε μία πρασιά - ανασήκωσε το κεφάλι του κάτω από το μεγάλο ψάθινο του καπέλλο που τον στεφάνωνε με ήλιο και καλοκαίρι. Έπεσα στα γόνατα, πλημμυρισμένη από κείνο το γλυκό τρεμούλιασμα των ερωτευμένων γυναικών που νιώθουν την ουσία της καρδιάς τους ν' απλώνεται σ' όλο τους το κορμί. Είχε στον ώμο του την τσουγκράνα που του χρειάζεται για να ισοπεδώνει τα λάθη μας: κρατούσε, στο χέρι, το κουβάρι το νήμα και το κλαδευτήρι που οι Μοίρες εμπιστεύτηκαν στον αιώνιο αδερφό τους.

Μπορεί να ετοιμαζόταν να κατέβει στην Κόλαση από το δρόμο των ριζών. Ήξερε το μυστικό των τύψεων της τσουκνίδας, της αγωνίας του σκουληκιού της γης: τόσο είχε μείνει η ωχρότητα του θανάτου απάνω του που σου 'δινε μια εντύπωση πως είχε μεταμορφωθεί σε κρίνο. Υποψιαζόμουνα πως η πρώτη του κίνηση θα 'ταν να απομακρύνει από κοντά του αυτήν την αμαρτωλή, τη μιασμένη από την επιθυμία. Ένιωθα σαν γυμνοσάλιαγκας μέσα σ' αυτό το σύμπαν των λουλουδιών. Τόσο δροσερός ήταν ο αέρας, που οι υψωμένες παλάμες μου είχαν την αίσθηση πως ακουμπούσανε σε γυαλί: ο νεκρός κύριος μου είχε περάσει από την άλλη μεριά του καθρέφτη του Χρόνου. 


Η άχνα της ανάσας μου θάμπωσε τη μεγάλη εικόνα: ο Θεός σβήστηκε σαν μία ανταύγεια πάνω στο τζάμι του πρωινού. Το αδιάφανο στόμα μου δεν ήταν ένα εμπόδιο γι' αυτόν τον Αναστημένο. Ένα τρίξιμο ακούστηκε, ίσως απ' το βάθος του εαυτού μου: έπεσα με τα χέρια μου ανοιγμένα σταυρό, παρασυρμένη από το βάρος της καρδιάς μου• τίποτα δεν υπήρχε πίσω από το γυαλί που είχα μόλις σπάσει.

The Three Marys at the Tomb by Peter Paul Rubens
(Mary Magdalene in red)
_______________

Tο μόνο που αγάπησε σε μένα ήταν τα δάκρυά μου

Ήμουν, ξανά, πιο άδεια κι από μια χήρα, πιο μοναχή κι από μια εγκαταλειμμένη γυναίκα. Επιτέλους, γνώριζα όλη την απανθρωπιά του Θεού. Ο Θεός δεν μου είχε πάρει μόνο τον έρωτα ενός πλάσματος, σε μια ηλικία που τα φανταζόμαστε αναντικατάστατα, δεν με είχε στερήσει μόνο από τις ζαλάδες της εγκυμοσύνης μου, από τις υπνηλίες της λεχώνας, από τους μεσημεριάτικους ύπνους μου σαν γριά γυναίκα στην πλατεία του χωριού, από τον τάφο σε μια γωνιά του περίβολου όπου θα με πλάγιαζαν τα παιδιά μου. Μετά την αθωότητά μου, ο Θεός με είχε απαλλάξει κι από τα λάθη μου: όταν πρωτοξεκινούσα στο επάγγελμα της εταίρας, μου στέρησε τις πιθανότητες που 'χα ν' ανεβώ στη σκηνή ή να σαγηνέψω τον Καίσαρα. Μετά το πτώμα του, μου πήρε το φάντασμά του: δεν θέλησε ούτε καν να μεθύσω από ένα όνειρο. Σαν τον χειρότερο ζηλιάρη, κατάστρεψε αυτή την ομορφιά που θα μπορούσε να με ξαναρίξει στα κρεβάτια της επιθυμίας: τα βυζιά μου κρέμονται - μοιάζω με το Χάρο, αυτόν τον παλιό έρωτα του Θεού. Σαν τον χειρότερο μανιακό, το μόνο που αγάπησε σε μένα ήταν τα δάκρυά μου. 



The Magdalene by George Romney
________________


Αλλά αυτός ο Θεός που μου τα λήστεψε όλα, δεν μου τα 'δωσε όλα. Δεν δέχτηκα παρά ένα ψίχουλο της αιωνίας αγάπης· σαν την πρώτη τυχούσα μοιράστηκα την καρδιά του με όλα τα πλάσματα. Οι παλιοί εραστές μου πλάγιαζαν πάνω στο σώμα μου χωρίς να νοιάζονται για την ψυχή μου: ο ουράνιος φίλος της καρδιάς μου δεν φρόντισε να ζεστάνει παρά αυτή την αιωνία ψυχή, και κατ' αυτόν τον τρόπο ο μισός μου εαυτός δεν έπαψε ποτέ να υποφέρει. 


Maestro della Maddalena di Capodimonte, Maddalena penitente
Messina Museo Regionale
________________

Με λύτρωσε από την ευτυχία...

Κι ωστόσο με έσωσε. Χάρη σ' αυτόν, από τις χαρές εγώ δεν εδέχτηκα παρά την πλευρά τους της δυστυχίας, τη μόνη που δεν εξαντλείται.
Ξεφεύγω από τις μονοτονίες του νοικοκυριού και του κρεβατιού, από το νεκρό βάρος του χρήματος, από το αδιέξοδο της ευτυχίας, από την ικανοποίηση της τιμής, από τις γητειές της ατιμίας. Αφού αυτός ο καταδικασμένος στον έρωτα της Μαγδαληνής απέδρασε για τους ουρανούς, και γω δεν θα διαπράξω το ανούσιο λάθος ν' αφοσιωθώ στο Θεό.

Έκανα καλά που αφέθηκα να με κυλήσει το μεγάλο θεϊκό κύμα - δε μετανιώνω που ξαναπλάστηκα από τα χέρια του Κυρίου. Δε με λύτρωσε ούτε από το θάνατο, ούτε από τα δεινά, ούτε από το έγκλημα, γιατί μέσα απ' αυτά λυτρωνόμαστε. Με λύτρωσε από την ευτυχία.



Mary Magdalene, attributed to Gregor Erhart (Louvre).
_____________


Marguerite Yourcenar, Φωτιές
μτφρ. Ιωάννας Χατζηνικολή, εκδόσεις Χατζηνικολή


Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Κασσιανή· «ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας»


Ποιήτρια, όχι πόρνη....

Μέσα στο περιβάλλον της εικονομαχικής έριδας πού σηματοδότησε τον 8ο και τον 9ο αιώνα στο Βυζάντιο έζησε η ποιήτρια Κασσιανή. Μορφή αινιγματική, καθώς τα βιογραφικά στοιχεία που σώζονται για το πρόσωπό της είναι ελάχιστα και αντιφατικά.

Η σύγχυση μεταξύ της Κασσιανής και της πόρνης του Ευαγγελίου, τελείως αβάσιμη βέβαια, οφείλεται στην ταύτιση της ποιήτριας με τον υπέροχο ύμνο που έγραψε για την «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή» και ο οποίος ψάλλεται κατά τον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης (δηλαδή το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης
).

Όπως
 έχει επισημανθεί, πρόκειται για συνηθισμένη περίπτωση ταύτισης συγγραφέα και λογοτεχνικού θέματος, στην οποία όμως, ας συμπληρώσουμε, βοήθησε και η ζωντάνια με την οποία η ποιήτρια αποτύπωσε στο ποίημά της την ψυχική κατάσταση της αμαρτωλής γυναίκας. Πέραν αυτής της εκδοχής, που πηγάζει απο άγνοια, οι σοβαρές θεωρίες είναι δύο:

Η
 μία θέλει την Κασσιανή να μετέχει σε καλλιστεία αγωνιζόμενη για το αυτοκρατορικο στέμμα, ενώ η άλλη τη θεωρεί γυναίκα της αριστοκρατίας της Κωνσταντινούπολης, που αρχικά έγινε μοναχή και στη συνέχεια ηγουμένη σε μονή της Πόλης.

Πράγματι, η Κασσιανή θα πρέπει να είχε μορφωθεί με τον τρόπο των Βυζαντινών γυναικών της αριστοκρατίας. Και μόνο το γεγονός ότι ποιήματά της επέζησαν στη διάρκεια των αιώνων αποδεικνύει τη ρητορική της δεινότητα και, ως εκ τούτου, την αριστοκρατική της καταγωγή, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν θα της είχε δοθεί ποτέ η δυνατότητα να αξιοποιήσει το ταλέντο της.

Η εκλογή του αυτοκράτορα Θεόφιλου
________
Η παράδοση

Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. 

Σε αυτή, που τοποθετείται χρονικά ή στο 821 ή στο 830 ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: 

«Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐρρύη τὰ φαῦλα» «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά », αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα.

Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: 

«Ἀλλά καὶ διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω» «Και από μία γυναίκα τα καλά », αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. 

Ο Θεόφιλος, είτε γιατί θεώρησε την Κασσιανή πολύ έξυπνη και συνεπώς πολύ δυναμική γι' αυτόν, είτε γιατί προς στιγμή εθίγη ο ανδρικός εγωϊσμός του που μια γυναίκα στάθηκε αντάξια της δικής του μόρφωσης και τον αποστόμωσε μπροστά σε τόσο κόσμο, της είπε θυμωμένος 

"ὦ γύναι εἴθε νά ἐσίγας" (γυναίκα, μακάρι να σιωπούσες), 

της γύρισε την πλάτη αμέσως και πρόσφερε το χρυσό μήλο της εκλογής στη 15άχρονη Θεοδώρα από την Παφλαγονία, αρμενικής καταγωγής.

Πάντως το επεισόδιο αυτό αμφισβητείται από τους νεώτερους ιστορικούς. Τα κύρια επιχειρήματα είναι ότι οι διηγήσεις του επεισοδίου εμφανίζονται 100 περίπου χρόνια αφού έζησε ο Θεόφιλος, το διήγημα περιέχει μοτίβα από την περιοχή του μύθου και της μεταγενέστερης δημώδους παράδοσης η οποία δημιουργήθηκε σταδιακά μέσα στους εικονολατρικούς κύκλους ως αντίδραση ενάντια στο μεροληπτικό εγκώμιο της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.



Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος επισκέπτεται τη Μονή των Βλαχερνών, όπως συνήθιζε, 
για να ακούσει τα παράπονα του κόσμου. [Από χειρόγραφο]
_____________________

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. 

Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το τροπάριο της όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. 

Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. 

Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν 

«ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». 

Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.


«Η ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή»

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή,

τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. 

Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, 
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. 

Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, 
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· 

κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, 
ὁ κλίνας τοὺς Οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει· 

καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, 
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις· 

ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, 
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. 

Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, 
τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; 

Μὴ με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Maria Magdalena - Alfred Stevens, 1887
________________

«Η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες»

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,

σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά
πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:

Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,
η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.

Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.

Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.

Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·

αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε,
από το φόβο της κρύφτηκε.

Των αμαρτιών μου τα πλήθη
και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση,
ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου,
εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.

Η μεταφορά είναι από τον Φώτη Κόντογλου

Albert Edelfelt (1854– 1905), Christ and Mary Magdalen.
_____________

«Eγώ η γυναίκα η μολυσμένη των αμαρτιών»

Κύριε
Eγώ η γυναίκα η μολυσμένη
των αμαρτιών
στα σπλάχνα μου αισθάνθηκα
την θεότητά σου
κι έγινα μυροφόρος.

Με οδυρμούς μύρα ακουμπώ
εμπρός από τον τάφο σου.
Τα σπλάχνα μου η νύχτα τα κατέχει
Μανία η ακολασία μου
Σκοτάδι και θάνατος της σελήνης
ο έρως μου της αμαρτίας

Πάρε τα μάτια μου
μαζί με τα δάκρυά τους εσύ
που όρισες η θάλασσα
να κατάγεται από τα σύννεφα

Κλίνε πάνω απὸ τον στεναγμὸ
τον πιὸ βαθύ της καρδιάς μου
Εσύ που έκαμψες τούς ουρανούς
για να χωρέσει το άφατο..

Θέλω να φιλήσω
τα πόδια σου τα ανέγγιχτα
και να τα προστατεύω
μέσα στις θηλειές των μαλλιών μου

Στο σούρουπο του παράδεισου η Εύα
τους κρότους ακούει και ταράζεται
τρόμαξε και εκρύφτη…

Σωτήρα μου και των ψυχών σωτήρα
Ποιος το κουβάρι των αμαρτιών μου
θα έρθει να ξετυλίξει..
Στης τιμωρίας σου την άβυσσο
ποιος πώς να κρατηθεί..

Μην αποστρέψεις
το βλέμμα σου από πάνω μου
Βλέπε με. Την δούλη σου
Εσύ που είσαι το έλεος.

Γιώργος Χειμωνάς, αφιέρωση στον Οδ. Ἐλύτη, 
περιοδ. Χάρτης , τ. 21-23, Νοε 1986, σσ.474-475


Noli me Tangere, 1514, by Titian, National Gallery, London
____________

Σε ποιο πρόσωπο αναφέρεται ο ύμνος;

Στην ανάλυση του ύμνου έχει υποστηριχθεί ότι η πόρνη ταυτίζεται με τη Μαρία Μαγδαληνή, χωρίς ωστόσο η άποψη αυτή να τεκμηριώνεται. Στο ποίημα δεν μνημονεύεται κανένα όνομα γυναίκας και στα ευαγγέλια πουθενά δεν γράφεται ότι η Μαρία Μαγδαληνή ήταν πόρνη. Τα επτά δαιμόνια από τα οποία την ελευθερώνει ο Ιησούς δεν παραπέμπουν ποσώς σε έκλυτο βίο. 

Αν στραφούμε τώρα στις σκηνές όπου γυναίκες αλείφουν τον Ιησού με μύρο, βλέπουμε πως είναι η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, που πλένει τα πόδια του Κυρίου με μύρο στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο (12.3), ενώ στο κατά Ματθαίον η σκηνή διαδραματίζεται στο σπίτι του Σίμωνα, και η γυναίκα που έρχεται κρατώντας το αλαβάστρινο βάζο με το μύρο δεν αναφέρεται πουθενά πως είναι πόρνη.


Mary Magdalene by John Rogers Herbert (1859)
______________

Την πληροφορία για την αμαρτωλή γυναίκα την παίρνουμε από το κατά Λουκάν ευαγγέλιο (7.36-50), που μας δίνει την ωραιότερη περιγραφή της σκηνής. Με εξαιρετικό λυρισμό, από τον οποίο εμπνέεται και η Κασσιανή, ο ευαγγελιστής περιγράφει τη σκηνή της μετάνοιας της πόρνης. 

«Και ιδού γυνή εν τη πόλει ήτις ην αμαρτωλός, και επιγνούσα ότι ανάκειται εν τη οικία του Φαρισαίου, κομίσασα αλάβαστρον μύρου και στάσα οπίσω παρά τους πόδας αυτού κλαίουσα, ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσι και ταις θριξί της κεφαλής αυτής εξέμασσε και κατεφίλει τους πόδας αυτού και ήλειφε τω μύρω».

The Conversion of Mary Magdalene, Paolo Veronese (περίπου1548)
_______________


Το μόνο σημείο πού θα δικαιολογούσε την αναγωγή της πόρνης σε Μαγδαληνή είναι το ότι στις άλλες περιγραφές (κατά Ιωάννην 12.3, κατά Ματθαίον 26.6 και κατά Μάρκον 14.3) ο Ιησούς δράττεται της ευκαιρίας για να προφητεύσει και να αναγγείλει το θάνατό του, συνδέοντας το μύρο με το μύρο της ταφής του. 

Στις σκηνές τόσο της Σταύρωσης όσο και της Ανάστασης είναι βέβαια η Μαρία Μαγδαληνή, που με τις άλλες γυναίκες παρίσταται στα γεγονότα και φέρνει μύρο για να αλείψουν το νεκρό σώμα του Ιησού. Η μυροφόρος Μαγδαληνή δεν έχει σχέση ωστόσο με τη μετανοούσα πόρνη ή με τη Μαρία του Λαζάρου, που εκδήλωσε την 
αγάπη της στο πρόσωπό του αλείφοντας τα πόδια του με μύρο.

Ο θρήνος της Μαρίας Μαγδαληνής πάνω από το νεκρό Ιησού, Arnold Bocklin
________________

Για τη σύγχυση σχετικά με την ταυτότητα της «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυνής», δηλαδή, μοιάζει να ευθύνεται αφενός η ασυμφωνία της αφήγησης της ιστορίας της πόρνης μεταξύ των ευαγγελίων και αφετέρου η θεολογική και πραγματολογική σχέση των σκηνών του μύρου.

Η σύνδεση της πόρνης με τη μυροφόρο Μαγδαληνή βασίζεται στους εισαγωγικούς στίχους του ποιήματος, όπου «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», αισθανόμενη τη θεότητα του Κυρίου, αναλαμβάνει «τάξιν», δηλαδή υπηρεσία, μυροφόρου. Για το λόγο αυτό έχει υποστηριχθεί πως η Κασσιανή ταυτίζει την αμαρτωλή γυναίκα με τη μυροφόρο Μαγδαληνή. 

Θα μπορούσαμε όμως να υποθέσουμε πως η Κασσιανή - που δεν ήταν δυνατόν να μη γνωρίζει σε βάθος τα ευαγγέλια - απλώς συνδέει τις περιγραφές των επεισοδίων που προαναφέραμε με τη σκηνή των μυροφόρων σε μια προσπάθεια μετάδοσης ενός θεολογικού μηνύματος που εξάλλου βλέπουμε να συνδυάζει και άλλα στοιχεία, όπως η συσχέτιση της αμαρτωλής με την Εύα.

Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί η ποιήτρια για την περιγραφή της ψυχικής κατάστασης της αμαρτωλής γυναίκας παρουσιάζει συγγένειες με τις αντίστοιχες περιγραφές της Σταύρωσης στην ομιλητική και την υμνογραφία. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες που παραπέμπουν στην κτίση και στην εξουσία του Κυρίου πάνω της: οι νεφέλαι, το ύδωρ της θαλάσσης, αλλά και ο κλίνας τους ουρανούς, οι οποίες δίνουν έμφαση αφενός στη φιλανθρωπία του Κυρίου και αφετέρου στη μετάνοια της γυναίκας.

Ο
κύριος των νεφελών και του ύδατος της θαλάσσης καλείται να δεχθεί τις πηγές των δακρύων της, ο παντοδύναμος Θεός που λύγισε τους ουρανούς με την άφραστη κένωσή του καλείται να σκύψει στο στεναγμό της καρδιάς της.


Jules Joseph Lefebvre (1836–1911) The Sorrows of Mary Magdalene 
____________________

Αντίστοιχη χρήση εικόνων υπηρετεί τη σειρά των αντιθέσεων που παρατηρούμε στους ύμνους του Πάθους, μόνο πού σ' αυτή την περίπτωση η δομή είναι αντιθετική: ο δημιουργός που σταυρώνεται από το δημιούργημα, ο αναμάρτητος που κατηγορείται από τους αμαρτωλούς κτλ.

Το σώμα του τροπαρίου, δηλαδή η κεντρική αφηγηματική του σκηνή, βασίζεται στον παραλληλισμο της αμαρτωλής με την Εύα: η γυναίκα φιλάει, πλένει με δάκρυα και σκουπίζει με τα μαλλιά της τα πόδια του Κυρίου, τα ίδια εκείνα πόδια που όταν άκουσε τον ήχο τους ένα δειλινό η Εύα στον Παράδεισο, κρύφτηκε από φόβο. 

Οι τελευταίοι στίχοι καταδεικνύουν την αντίθεση ανάμεσα στο πλήθος των αμαρτιών της γυναίκας και το ανέγνωρο της κρίσης του Κυρίου. Η μόνη της ελπίδα είναι η δική της μετάνοια και το έλεός του.

Εισαγωγή της Νίκης Τσιρώνη από την έκδοση ΚΑΣΣΙΑΝΗ η υμνωδός,
εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2002.(αποσπάσματα) 


Dionigi Bussola, Gesù muore sulla croce, (particolare di Maria Maddalena), 1663
_______________

Το τροπάριο της Κασσιανής και ο Κωστής Παλαμάς

Τα
 δραματικά λόγια του τροπαρίου της Κασσιανής δεν ήταν πάλι δυνατόν να μην μιλήσουν και στην περιπαθή και ευαίσθητη ψυχή του ποιητή Κ. Παλαμά, που με πολλούς τρόπους ύμνησε τον κόσμο του Βυζαντίου σε διάφορους τόνους λυρικής μέθης.

 Ζει και αυτός παρόμοιες καταστάσεις κάτω από το βάρος της δικής του αμαρτωλότητας, των τύψεων και της λαχτάρας για συγχώρεση. Τούτο το ποίημα της Κασσιανής, σαν ένα παθητικό κρυφομίλημα, εκφράζει και τη δική του κριματισμένη και αμαρτωλή ψυχή. Νιώθει και τη δική του ψυχική κατάσταση να ταυτίζεται με κείνες της Κασσιανής και της αμαρτωλής μοιχαλίδας. Πολύ συχνά, γεμάτος μυστικοπάθεια και συντριβή, αισθανόμενος την αμαρτία να τον βαραίνη βυθίζεται στη συντριβή που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του έργου του.

Εκείνη η συντριβή, θα πη ο ίδιος, «με βυθίζει σε μια εκστατική προσδοκία, με φτερώνει και μ’ εξαγνίζει, με κάνει να διαβλέπω το είναι μου σ’ έναν καθρέφτη μαγικό, μου φέρνει δάκρυα στα μάτια». (Ποιητική)

Στην «Ποιητική» και στο «Λυρισμό του εγώ» ο ίδιος θα σημειώσει:

«Ο
 ποιητής γνωρίζει, ζει με την αντίληψη και το πάθος, με το φόβο κάποιας ενθύμησης και με την απόγνωση κάποιας συμφοράς. Είναι κάτι σαν αμαρτία και σαν ξεπεσμός, σαν κατρακύλισμα, σαν εξορία, χαμός κάποιου παράδεισου που θα λογάριαζε πως της ήταν αρχικά της ζωής του γραμμένο να κατοικήσει, ένας εκτοπισμός απάνου σε μιαν άγονη πια κι αχάριστη γη. Τον τρώει το σαράκι. Η τύψις. Κάτι που δεν τον αφήνει να πατήσει ποτέ στέρεα. Μια φοβερή αδυναμία...»


Magdalena, Sieger Koder 
________________

Από το τροπάριο της Κασσιανής στέκεται ιδιαίτερα στους στίχους της: «Νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας». Αυτόν τον «οίστρο της ακολασίας» θέλει να πετάξη από μέσα του και να υψωθή προς τον «έμπυρο ουρανό».

Α
ισθανόμενος κι αυτός συχνά την ίδια νύχτα και τον ίδιο οίστρο ακολασίας, μα και τον ίδιο ζοφώδη και ασέληνο έρωτα της αμαρτίας μέσα του, θέλησε να εκφραστή με δικό του τρόπο. 

Ενδοσκοπείται ο ίδιος και καταθέτει μια συγκλονιστική μαρτυρία που αντικαθρεπτίζει την προσωπική, την «εκ βαθέων» δραματική εξομολόγηση και υπαρξιακή τοποθέτησή του. Συνθέτει η παραφράζει το κείμενο του τροπαρίου της Κασσιανής δίνοντάς του το χρώμα της δικής του εσωτερικής κατάστασης, της αυτοσυνειδησίας του, ολόκληρης της ψυχής του, απογυμνωμένης και ανυπόκριτης. 

Σε τούτους τους στίχους του δεν εκφράζει κάποιες σκέψεις η νοήματα που συμφωνούν πολύ η λίγο με τις αρχές της Ορθοδοξίας, αλλά αποτυπώνεται ολόκληρη η στάση ζωής του Χριστιανού. Αυτή τη στάση ζωής την ονόμασε ο ίδιος «Κασσιανισμό» από το όνομα της Κασσιανής, και αποτελεί ασφαλώς μια καθαρά μεταφυσική ενατένιση της ζωής και προσεγγίζει το αληθινό νόημα της Ορθοδοξίας. Παραθέτουμε τους στίχους του:

Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,
μέσ’ στην καρδιά μου!

Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
σου φέρνω μύρα.

Οίστρος με σέρνει ακολασίας ... Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά
με καίει, με λιώνει.

Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.

Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.

Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.

Τ’ άκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε ... Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.

Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.


Magdalena Mural Monestir Pedralbes s.XVIII
_____________


Μα και στο ποίημά του «Νέοι Ανάπαιστοι και Ίαμβοι» των «Βωμών» πάλι ο νους του πηγαίνει στη βυζαντινή καλόγρια και ποιήτρια Κασσιανή και την υμνεί μέσω της αμαρτωλής γυναίκας του Ευαγγελίου:
«Με της Κασσίας καλόγριας
τα δάκρυα, τα τροπάρια
κλαίω, βρέχω, φιλώ τ’ άχραντα,
πόρνη, του θείου ποδάρια.
Ξεπλέκω ολόμαυρα ύστερα
μαλλιά, τα κρίματά μου,
για να σφουγγίσω τ’ άχραντα
ποδάρια του έρωτά μου»


Tintoretto, Magdalena penitente (Musei Capitolini, Roma, 1598-1602)

________________

Το τροπάριο της Κασσιανής και ο Μίκης Θεοδωράκης

Ο Μίκης Θεοδωράκης, σε ηλικία 17 ετών - ζούσε εκείνη την εποχή με την οικογένειά του στην αρκαδική πρωτεύουσα - έγραψε το πρώτο πολυφωνικό του έργο, που ήταν το τροπάριο της Κασσιανής για τετράφωνη χορωδία. Η πρώτη δημόσια εκτέλεσή του έγινε τη Μεγάλη Τρίτη του 1942, στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας στην Τρίπολη. Μάλιστα επικράτησε σε διαγωνισμό μεταξύ τριών Κασσιανών που ψάλθηκαν στις εκκλησίες της Τρίπολης.

Όπως θυμάται ο ίδιος «…από μικρό παιδί έψελνα στην εκκλησία και σε ηλικία 15 ετών «διορίστηκα» μαέστρος στην Χορωδία της Αγίας Βαρβάρας στην Τρίπολη, με την υποχρέωση να γράφω κάθε Κυριακή νέες εκκλησιαστικές συνθέσεις.  Στην Τρίπολη έγραψα πολλά έργα για την εκκλησιαστική χορωδία της Αγίας Βαρβάρας, που σ’ ένα διάστημα ήμουν κι εγώ ο μαέστρος της. Έγραψα πολλά «Σε υμνούμεν», χερουβικά και μία Κασσιανή, την οποία αναπαλαίωσα, την ξανάγραψα. Μετά από σαράντα ακριβώς χρόνια στο Παρίσι πάνω σ’ αυτό το ίδιο μοτίβο στήριξα ένα από τα τελευταία μου έργα, την Τρίτη Συμφωνία»...

Σαράντα χρόνια μετά, στις 27 Μαρτίου 1983, στην εκκλησία του του Αγ.Βασιλείου στην Τρίπολη, ο Μίκης θεοδωράκης διδάσκει «το τροπάριο της Κασσιανής».
____________

Στα 1942, τη Μεγάλη Tρίτη, η Τριπoλιτσά είχε αναστατωθεί από τη μάχη των τριών Κασσιανών, όπως την ονόμασαν. Πραγματικά, μέσα στη νύχτα της ξένης Κατοχής, στα 1942, στην Τρίπολη, τρεις χορωδίες παρουσίασαν τη Μεγάλη Τρίτη τρεις “Κασσιανές” τριών συνθετών που ζούσαν στην Τρίπολη, σε τρεις διαφορετικές εκκλησίες. 

Το τύπωμα και το μοίρασμα διαφημιστικών προκηρύξεων, που προκάλεσε την παρέμβαση των αρχών κατοχής και ο αφορισμός από το δεσπότη, του Γιάννη Παναγιωτόπουλου-Κούρου, με την απαγόρευση να δοθεί η «Kασσιανή» του στη Μητρόπολη, προσέδωσε εκρηκτικό χαρακτήρα στην ατμόσφαιρα. Εκτός από τον Κούρο, ο καθηγητής μου κ. Παπασταθόπουλος είχε γράψει τη δική του «Kασσιανή», που θα την ερμήνευε ο ΜΟΤ (Μουσικός Όμιλος Τριπόλεως) στον Προφήτη Ηλία, κι εγώ τη δική μου, που θα τη δίναμε στην Αγία Βαρβάρα.

Ο Κούρος βρήκε τελικά κάποιο ξωκλήσι. Το έργο του ήταν στηριγμένο στην Αρκαδική Μουσική, δηλαδή μια απλούστευση της βυζαντινής, δικής του επινοήσεως. Ο ίδιος ήταν καθηγητής ιχνογραφίας στο γυμνάσιο, δεξιός ψάλτης στον Αη-Βασίλη, τη μητρόπολη, και κυρίως μέγας τραγουδιστής, με ειδικότητα τα επιτραπέζια «κολοκοτρωναίικα», όπως είναι γνωστά. Πολύ ψηλός, ξερακιανός, θυμόσοφος, καλαμπουρτζής και γερό ποτήρι, αποτελούσε ένα ζωντανό θρύλο. 

Στην «Κασσιανή» του, στη φράση «ως εν των Παραδείσω», είχε βάλει φωνές πού έκαναν “τσίου-τσίου”, δηλαδή τα πουλιά του Παραδείσου, πράγμα που έδινε χειροπιαστά την εικόνα και ίσως γι’ αυτήν την τόλμη ο δεσπότης τον αφόρισε. Δεδομένου ότι η βυζαντινή τέχνη θα πρέπει να παραμένει απογυμνωμένη από ειδωλολατρικά τερτίπια, όπως είναι τα «πουλάκια» ή τα «μουσικά όργανα» ή μια νέα αντίληψη για τη μελοποίηση, που να ξεφεύγει από τα ιερό πρότυπα και την παράδοση της εκκλησίας.

Η σύνθεση της δικής μου «Κασσιανής» έγινε στις αρχές του 1942. Τότε είχα μια δική μου τετράφωνη χορωδία στην Αγία Βαρβάρα, για το μέρος της Λειτουργίας. Έγραφα "Χερουβικά", "Σε υμνούμεν" και άλλα μέρη. Άρχισα τις πρόβες αμέσως. Κάθε φωνή ξεχωριστά. ‘Έτσι κάθε μέρα δούλευα τέσσερις ώρες μόνο για τις φωνές. Ανακάλυψα και ένα θαυμάσιο βαρύτονο -ήταν μόνιμος επιλοχίας- για τον οποίο έγραψα ένα μεγάλο σόλο. 

Λίγο πριν από την παρουσίαση του έργου ένας Αυστριακός αξιωματικός που δήλωνε μαέστρος στην Όπερα της Βιέννης ζήτησε να παρευρεθεί σε πρόβα που έγινε στο σπίτι μου. Ήρθε με άλλους δύο αξιωματικούς της Βέρμαχτ, κοίταξε προσεκτικά τις παρτιτούρες και μας παρακάλεσε να ξεκινήσουμε. Την τετράφωνη ανδρική χορωδία τη διηύθυνα εγώ, ενώ η νεαρή πιανίστα Αποστολάκη συνόδευε στο αρμόνιο. Το ενδιαφέρον των ξένων, που φαίνεται γνώριζαν καλά μουσική, κορυφώθηκε όταν τραγούδησε το σόλο του ο βαρύτονος Νίκος Σαλίβερος, στον οποίο ο αξιωματικός – μαέστρος έδωσε αμέσως την κάρτα του και τον κάλεσε… στη Βιέννη.

Την εποχή εκείνη στην Τρίπολη λειτουργούσε η Παιδαγωγική Ακαδημία με διευθυντή τον Ευάγγελο Παπανούτσο, τον οποίο εγώ και η παρέα μου είχαμε παρακαλέσει να μας μυήσει στον κόσμο της Φιλοσοφίας. Ήμαστε δηλαδή, μαθητές του με την… αρχαϊκή έννοια της λέξης. Ο Παπανούτσος είχε παρευρεθεί στην πρώτη συναυλία μουσικής δωματίου με συνθέσεις μου που δόθηκε στο σπίτι του Ελληνοαμερικανού Μεϊντανή και μάλιστα στο τέλος σηκώθηκε και μίλησε με λόγια θερμά για τα έργα που άκουσε.  Έτσι και μόνο η παρουσία του Παπανούτσου στη δική μου «Κασσιανή» αποτελούσε ένα… στρατηγικό πλεονέκτημα, δεδομένου ότι όπου πήγαινε αυτός, ακολουθούσε σύσσωμη η τοπική… ιντελιγκέντσια! 

Η Μεγάλη Τρίτη ήταν μια υπέροχη ανοιξιάτικη μέρα. Θυμάμαι ότι είχαμε ανεβεί μαζί με τον σολίστ στο καμπαναριό για μια τελευταία πρόβα. Από 'κεί βλέπαμε τον κόσμο να συρρέει και να γεμίζει τον κήπο της εκκλησίας, φορώντας τα γιορτινά του. Η χορωδία ήταν τοποθετημένη στον γυναικωνίτη κι εγώ διηύθυνα με την πλάτη στο κοινό. Πρόλαβα όμως να δω στις πρώτες θέσεις τον πολύτιμο Παπανούτσο, τον Νίκο Δεληβοριά, τον "σταρ" δικηγόρο και μετέπειτα δήμαρχο της Απελευθέρωσης και πολλές άλλες σημαντικές προσωπικότητες.

Χάρη στον πατέρα μου, στη δική μας εκτέλεση, στην Αγία Βαρβάρα,  ήρθαν οι αρχές της πόλης. Πρόλαβα όμως να δω στις πρώτες θέσεις τον πολύτιμο Παπανούτσο, τον Νίκο Δεληβοριά, τον “σταρ” δικηγόρο και μετέπειτα δήμαρχο της Απελευθέρωσης και πολλές άλλες σημαντικές προσωπικότητες.

Ο κόσμος πατείς με πατώ σε. Ψάλαμε από το γυναικωνίτη με μεγάλο τρακ και συγκίνηση. Ακόμα θυμάμαι το φάλτσο που έκανε ο Τάκης, που ως συνήθως τραγουδούσε πάντα λίγο χαμηλά. Τον είδα να τεντώνει το λαιμό του και είπα: «Τώρα θα το κάνει», και το έκανε. Αυτό έσπασε τη μαγεία της στιγμής. Ο Παπανούτσος, όλος χαρά, μάς έσφιγγε τα χέρια στο προαύλιο της αυλής. 

Μετά και οι τρεις χορωδίες σμίξαμε σε μια υπόγεια ταβέρνα. Φάγαμε, ήπιαμε και, οι αθεόφοβοι, ψάλαμε και τις τρεις «Kασσιανές», αφήνοντας την επόμενη μέρα άφωνους τόσο τους οπαδούς μας όσο και τις Αρχές Κατοχής, που για πρώτη φορά στη ζωή τους είδαν να ξετυλίγεται μπροστά τους ένας αδυσώπητος μουσικός πόλεμος με ένα τέτοιο αναπάντεχο τέλος. Θα είπαν ασφαλώς μέσα τους "αυτοί οι Έλληνες είναι τρελοί…".

Καθώς τα θυμάμαι όλα αυτά με μεγάλη συγκίνηση, μου ήρθε ξαφνικά στον νου η σκέψη ότι η «Κασσιανή» μου ήταν έργο Φιλίας. Πραγματικά το κίνητρό μου ήταν να γράψω ένα σύνθετο έργο για τους φίλους μου, που τραγουδούσαν τότε τα πρώτα μου τραγούδια σε εκδρομές και καντάδες κάτω από τα παράθυρα των αγαπημένων μας κοριτσιών…


 
Το Τροπάριο της Κασσιανής σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Χορωδιακό-Εκκλησιαστικό έργο για τετράφωνη μικτή χορωδία και ορχήστρα. Σολίστ: Κυριάκος Καλαϊτζίδης.
___________