Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Χατζιδάκις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Χατζιδάκις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

«Πες το δυνατά να σ’ ακούσουμε: Με είχε καλέσει ο Καραμανλής! Κακό είναι;», Νίκος Γκάτσος, Μάνος Χατζιδάκις


Το ένα πρόσωπο απέναντι στο ένα πρόσωπο.

Το ένα πρόσωπο απέναντι στο ένα πρόσωπο. Τα βλέμματα τους αντικριστά ή σχεδόν αντικριστά. Τα λόγια τους ίσα και στην ευθεία. Κι απ' αυτήν την ευθεία, να κρέμονται οι εκάστοτε παρευρισκόμενοι, αναζητώντας - οι πιο αθώοι - το στέρεο νήμα της ζωής. Πόσοι το βρήκαμε; Μα, πόσοι ήμασταν αθώοι τόσο για να το βρούμε;

- Καλώς τον Μάνο, - ο Γκάτσος.

- Γεια σου Νίκο, - ο Χατζιδάκις, με μιαν απλή χειραψία, χωρίς φιλιά και περιττούς ασπασμούς. Αυτά ήταν για τους επισκέπτες, κυρίως τους περιστασιακούς, που δεν ένιωθαν αποστάσεις. Εκείνοι, μ' ένα σύντομο «είσαι σίγουρος;», ασπάζονταν ο ένας τις ιδέες του άλλου.

Το μεσημεριανό φαγητό στα εστιατόρια ήταν η πρόφαση για τις πολύωρες συναντήσεις τους. [.....]

Ο σχεδόν νεανικός ενθουσιασμός του Χατζιδάκι συχνά προσέκρουε στη συγκροτημένη σκέψη και αντίδραση του Γκάτσου. Του Γκάτσου που, όταν ο ενθουσιασμός του «συνομιλητή» του ξεκινούσε από βάσεις πιο ρεαλιστικές, δεν δίσταζε να ακολουθήσει με την χαρά του μεγαλύτερου αδερφού, με την ικανοποίηση του δασκάλου που βλέπει τον μαθητή του να κάνει ακόμα ένα βήμα πέρα από τα κεκτημένα. 

Πρώτος, συνήθως, έφερνε ο Χατζιδάκις μια κασέτα με τις βασικές μελωδίες, ενορχηστρωμένες ήδη -αν ήταν παλαιότερες- ή παιγμένες από τον ίδιο στο πιάνο και τραγουδισμένες με ψεύτικα λόγια. Μετά, ο Γκάτσος έφερνε τους στίχους και μερικούς εκτός μελωδίας αν τους είχε γράψει από πριν ή αν κάποια ιδέα του τον είχε οδηγήσει αλλού.

- Πάρ' τα αυτά και τ' ακούς στο σπίτι σου - έλεγε ο Χατζιδάκις.

- Πάρ' τα αυτά και τα βλέπεις στο σπίτι σου - έλεγε ο Γκάτσος και γυρνούσαν την κουβέντα τους στα περί πολιτικής και στα περί πολιτισμού, κι αφού σχολίαζαν τους πάντες και τα πάντα, κατέληγαν μαθηματικά στα μεταξύ τους πειράγματα.

Αγαθή Δημητρούκα, ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, 7 ΗΜΕΡΕΣ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΑΘΗΝΑ
06 ΙΟΥΝ 1999


Ο Νίκος Γκάτσος με την Αγαθή Δημητρούκα στο εστιατόριο GB Corner
__________________


«...σήμερα έφαγε με τον πρόεδρο!»

Δεν αργήσαμε να εγκλιματιστούμε στο καινούριο αυτό στέκι, αφενός γιατί βρήκαμε να δουλεύουν εκεί δυο τρεις σερβιτόροι από του Φλόκα και αφετέρου γιατί διαπιστώσαμε πως και το GB Corner είχε φαγητό για το προσωπικό.

Το βασικό τραπέζι τώρα ήταν μακρόστενο, έξι εφτά ατόμων, και βρισκόταν, όπως μπαίναμε από την είσοδο της Πανεπιστημίου, στο δεξί μας χέρι, ανάμεσα στο παράθυρο και στη σκάλα που οδηγούσε στο μπαρ. Maison de boeuf έγραφε η λαϊκή ζωγραφιά πάνω από τον τριθέσιο δερμάτινο καναπέ, τον τελευταίο στη σειρά, κατά τη μέθοδο των σεπαρέ των γαλλικών μπιστρό.

Ο Νίκος καθόταν προς τη μεριά της σκάλας κι εγώ αριστερά του, προς το παράθυρο, απ’ όπου εποπτεύαμε όλο τον χώρο, δηλαδή τις δύο εισόδους, την κουζίνα με το πάσο και τη σκάλα που έβγαζε στο μπαρ και στο πατάρι.

Απέναντι στον Νίκο καθόταν πάντα ο Χατζιδάκις, δεξιά του οποίου, και ακριβώς απέναντι μου, έπαιρνε θέση ο Γιώργος Θεοφανόπουλος. Από τότε ο Χατζιδάκις θεωρούσε τον Γιώργο γιο του και όταν ερχόταν χωρίς αυτόν ο Νίκος τον ρωτούσε: «Πού είναι ο μονογενής; Δε θα έρθει σήμερα;».

Κι ο Χατζιδάκις απαντούσε: «Είναι Κυριακή, και τις Κυριακές πηγαίνει και βλέπει τον παππού του».

Ξέραμε πολύ καλά τι σήμαινε για τον Γιώργο ο παππούς του.



Ο Μάνος Χατζιδάκις - ένας από τους τρεις του καλλιτεχνικού χώρου, μαζί με τον Αλέξη Μινωτή και τον Τάκη Χορν - ήταν τακτικός συνδαιτυμόνας στα κυριακάτικα γεύματα που συνήθιζε να οργανώνει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με φίλους του, πολιτικούς και δημοσιογράφους.
___________

«Κι εσύ πού ήσουνα; Γιατί άργησες;» ρωτούσε πάλι ο Γκάτσος τον Χατζιδάκι.

«Με είχε καλέσει ο πρόεδρος» απαντούσε ο Χατζιδάκις, προφέροντας την τελευταία λέξη χαμηλόφωνα, σαν μυστικό.

Κι ο Γκάτσος άρχιζε το πείραγμα.

«Ποιος σε είχε καλέσει;»

«Ο πρόεδρος!»
απαντούσε ο Χατζιδάκις, ελάχιστα πιο δυνατά.

Κι ο Γκάτσος πάλι: «Δεν άκουσα. Ποιος είπες;».

«Ο πρόεδρος!»
επαναλάμβανε ο Χατζιδάκις. ελαφρώς πιο δυνατά και κοιτάζοντας μην τυχόν τον άκουσε κανείς άλλος.

«Α, ο πρόεδρος!» έλεγε ο Γκάτσος τότε, δυνατά σαν τον κουφό που επιτέλους άκουσε.

«Σιγά! Μη φωνάζεις έτσι» του ζητούσε ο Χατζιδάκις.

Κι ο Γκάτσος, που δεν είχε τον Θεό του, συνέχιζε: «Ποιος πρόεδρος;».

«Ο Καραμανλής» απαντούσε ο Χατζιδάκις πάλι χαμηλόφωνα και εμπιστευτικά.

Κι ο Γκάτσος: «Ποιος είπες;».

«Ο Καραμανλής!»
απαντούσε ο Χατζιδάκις, ελάχιστα πιο δυνατά.

«Μίλα, παιδί μου, να σ’ ακούσουμε: ποιος πρόεδρος;»
«Ο Καραμανλής!» επαναλάμβανε ο Χατζιδάκις, ελαφρώς πιο δυνατά και κοιτάζοντας πάλι μην τυχόν τον άκουσε και κάποιος άλλος, αλλά ποιος να τον ακούσει; Τις Κυριακές, τέτοια ώρα, οι θαμώνες ήταν ελάχιστοι κι έπιαναν την άλλη άκρη του εστιατορίου.

Κι ο Γκάτσος, δήθεν με αγανάκτηση: «Πες το, βρε παιδί μου, τόση ώρα: Ο Καραμανλής! Τι φοβάσαι να το πεις; Πες το δυνατά να σ’ ακούσουμε: Με είχε καλέσει ο Καραμανλής! Κακό είναι;».

Ο Χατζιδάκις έφριττε, εγώ σπαρταρούσα από τα γέλια, κι όταν ερχόταν ο σερβιτόρος για την καινούρια παραγγελία, ο Χατζιδάκις έλεγε ότι είχε φάει κι ότι ήθελε μόνο έναν καφέ, ενώ ο Γκάτσος έβρισκε την ευκαιρία να το τραβήξει κι άλλο: «Τι καφέ θέλεις, Μάνο;».
«Έναν εσπρέσο!»

Κι ο Γκάτσος προς τον σερβιτόρο: «Θα θελήσει κι άλλον αργότερα: σήμερα έφαγε με τον πρόεδρο!».

Η στιχομυθία έκλεινε με τον Χατζιδάκι να λέει στον Γκάτσο μόλις ο σερβιτόρος έφευγε: «Μα δεν υποφέρεσαι πια!».



Αγαθή Δημητρούκα, Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε τον θάνατο (σελ.136-138), εκδόσεις Πατάκη

Περιμένοντας ταξί στο φανάρι Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου
Ν. Γκάτσος, Μ. Χατζιδάκις, Α. Δημητρούκα
__________

«Ο Γκάτσος μ' έμαθε να σκέπτομαι ακριβά κι όχι εύκολα»

Νίκος Γκάτσος – Μάνος Χατζιδάκις. Για 50 σχεδόν χρόνια στενοί φίλοι, συνομιλητές, συνεργάτες. Από την γνωριμία τους το 1942 στο πατάρι του Λουμίδη όπου στην ήδη υπάρχουσα παρέα των ποιητών Βαλαωρίτη, Εγγονόπουλου, Εμπειρίκου, Ελύτη και Γκάτσου προστίθεται ο νεαρός Χατζιδάκις, την Αμοργό που έξεδωσε ο ποιητής το 1943, την πρώτη συνεργασία τους με το Ματωμένο γάμο του Λόρκα σε μετάφραση του Γκάτσου και το θρυλικό "Χάρτινο το Φεγγαράκι" που πρωτοερμήνευσε η Μελίνα Μερκούρη στη θεατρική παράσταση του θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν, "Λεωφορείο ο Πόθος" το 1948, ως το Θάνατο του Νίκου Γκάτσου το 1992 και τους Αντικατροπτισμούς που κυκλοφόρησαν μετά το θάνατό του το 1993.

Όταν γνωρίστηκαν ο Χατζιδάκις ήταν στα 17 και ο Γκάτσος στα 28 και όπως έλεγε ο πρώτος: "Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα και όχι εγώ τον Γκάτσο"

Σε μια συνομιλία με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο στο περιοδικό "Η ΛΕΞΗ" (τεύχος 52 Φλεβάρης 1986) ο Χατζιδάκις μιλάει για τη φιλία του με τον Νίκο Γκάτσο :

"Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα, όχι εγώ τον Γκάτσο. Εγώ ήμουν ο μαθητής. Είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομήλικοί του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη, και οι δικοί μου πάλι το ίδιο, και μείναμε οι δυο μας στο πατάρι του “Λουμίδη” ή του “Πικαντίλλυ” να μιλάμε. Ο Γκάτσος μπορεί να δέχτηκε πληροφορίες από μένα, αλλά όχι επιρροή. Και να σας πω μεταξύ των σπουδαίων μαθημάτων ένα παράδειγμα: όταν σε ηλικία εικοσιπέντε ετών έγραψα για την Μαρίκα Κοτοπούλη μουσική για την “Ορέστεια”, είχα κάνει και δυο θαυμάσια μέρη για τις “Χοηφόρες”, λόγω των οποίων απολάμβανα μεγάλο θρίαμβο εις τον κύκλο των ειδικών.

Είχε επισημανθεί η σημασία τους, η δε Μαρίκα με λάτρευε εν ονόματι των δύο αυτών μεγάλων στιγμών. Όταν λοιπόν ήρθε και τ’ άκουσε ο Γκάτσος, γύρισε και μου έκανε ένα αυστηρότατο μάθημα: ότι αυτά είναι θαυμάσια, αλλά για τον Ευριπίδη κι όχι για τον Αισχύλο. Μου δίδαξε ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο ιερατικό στοιχείο του Αισχύλου – το οποίο αγνοούσα – και στο ύφος του Ευριπίδη, του πιο “σύγχρονου” από τους τρεις τραγικούς. Τότε μάλιστα, για να είμαι ειλικρινής, όπως κάθε μαθητής έτσι κι εγώ λιγάκι θύμωσα, διότι δεν ασπάστηκε τη “μεγαλοφυΐα” μου· αλλά βέβαια αυτό μου έδωσε αφορμή να σκεφτώ και να δω πόσο πράγματι είχε δίκιο και πόσο η δουλειά που είχα κάνει στηριζόταν σε άγνοια του αισχυλικού πνεύματος. Καταλαβαίνετε, ο Γκάτσος ήταν ένας πολύ αυστηρός φίλος.[....]

Είχα την ευκαιρία να μιλήσω πολλές φορές μαζί του για χιλιάδες θέματα και να μου μάθει να σκέπτομαι ακριβά κι όχι εύκολα. Διότι έπρεπε ν’ ανταποκριθώ στη σκέψη του. Ο Γκάτσος γνωρίζει πολύ περισσότερα από όσα σου αφήνει να καταλάβεις όταν είσαι σε μια κατευθείαν συνομιλία μαζί του. Αυτό είναι ίδιον των σοφών ανθρώπων: δεν σου κάνουνε επίδειξη γνώσεων, σου λένε τ’ απαραίτητα, και σε σένα εναπόκειται ν’ αντιληφθείς ότι αυτά τ’ απαραίτητα εμπεριέχουν βαθύτατη γνώση, και δεν είναι απλώς μια στοιχειώδης έκφραση τυχαίων απόψεων".

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

«Μια ελευθερία, που την κερδίζει παίζοντας κανείς μ’ άγρια θηρία.....», Μάνος Χατζιδάκις, Ο λαχειοπώλης τ' ουρανού



Μια ποιητική σπουδή για την ελευθερία..


Αυτό το σχόλιο, θα μπορούσε να 'ταν και μια ποιητική σπουδή για την ελευθερία. Όμως για μια ελευθερία-υπόλειμμα, που ακόμα μετά βίας συντηρείται στον καιρό μας, ανάμεσα από τα σκοτεινά κτίρια των μεγάλων εταιριών και μες από τ’ ανθρώπινα γεννήματα ανέραστων και απωθητικών γονέων. Για μιαν ελευθερία, που την κερδίζει παίζοντας κανείς μ’ άγρια θηρία.


Ο Λαχειοπώλης, ο Ερωτικός κι ο Κεραυνός

Υ
πάρχει ο Λαχειοπώλης τ’ Ουρανού; Και πώς είναι το σώμα του, η μορφή του;
Φαντάζομαι, κάτι σαν τον «Μεγάλο Ερωτικό» που το ’72 ο Μόραλης ζωγράφισε για το δικό μου έργο, μες σε Θεομηνία. Μια αληθινή Θεομηνία. Μια οργισμένη υπενθύμιση, για το πώς μας περιέχει η Φύση και πώς πάει να μας ελέγξει. (Ούτε κι αυτή δεν μας αφήνει ελεύθερους). Το αστεροσκοπείο δεν απαντά. Υφίσταται παθητικά την μπόρα. 

Και είπεν ο Ηράκλειτος: Τα δε πάντα οιακίζει κεραυνός. 

Ιδού λοιπόν μια τριαδική ταυτότητα, που οπωσδήποτε παίζει το ρόλο της στην πρόσφατη κι άγραφτη Ιστορία του νεοελληνικού μας λάθους.

Ο Λαχειοπώλης, ο Ερωτικός κι ο Κεραυνός.

Μήπως κάπου εκεί ανάμεσα δεν ψάχνουμε να βρούμε τα όσα απόμειναν ξεφτίσματα της σχετικής προσωπικής μας ελευθερίας; Αυτής, που σαν τη χάσουμε θα υποχρεωθούμε, ν’ ακούμε τακτικά αυτόν τον άθλιο Φρανσουά Βιγιόν, να τραγουδά για μας τις νύχτες με κιθάρα:
Καλά παιδιά μου, χάσατε
το πιο ωραίο τριαντάφυλλο απ’ 
το καπέλο σας.



Μπορούμε ν’ αντιδράσουμε; Μόνο με περιφρόνηση κι ένα πικρό τραγούδι.

Όμως οι άνθρωποι έχουν πιο πάνω τ’ άχυρα, απ’ το κρεββάτι. Και εννοούν, να διαφεντεύουνε τη μοίρα μας, μες απ’ τ’ αρχοντικά των προεστών, των εμίρηδων και των ξένων αντιπροσώπων. Κι αρχίζει ευθύς το πανηγύρι με τους ευγενικούς, διακριτικούς κατακτητές. Μπορούμε ν’ αντιδράσουμε; Μόνο με περιφρόνηση κι ένα πικρό τραγούδι.

Και οι Σύλλογοι δεν πάνε πίσω.
  • Η επανάσταση του οκτάωρου και του άκοπου κέρδους. 
  • Η επανάσταση των εξασφαλίσεων και των ατέλειωτων διεκδικήσεων.
  • Η επανάσταση των αναπήρων και των ευνουχισμένων παίδων με τις συρταρωμένες κομματικές ευαισθησίες, που ενσαρκώνουν μ’ ευκολία πότε εθνικά και πότε προοδευτικά ιδεώδη.
Ανδρομάχη σε αιχμαλωσία, Frederic Leighton, 1886 [ City of Manchester Art Galleries]


Ο Δούρειος Ίππος υπήρξεν φρυγικός και διόλου ιωνικός...

Ω Ανδρομάχη, πόσο σας σκέφτομαι. Je pense à vous, Andromaque... 

Τι θα εγίνεσθο με μια Τροία ανίκητη; Τρομάζω και να το σκεφθώ. Βλέπετε, μονάχα η ήττα προκαλεί την σκέψη, την αναθεώρηση και την περισυλλογή. Με την ήττα μόνο ξαναγεννιόμαστε κι έχουμε το κουράγιο να ξαναζήσουμε απ’ την αρχή τα ίδια λάθη σε καινούργιες φόρμες. 

Ενώ η νίκη, είναι πανωλεθρία του αισθήματος και εξευτελισμός της ψυχικής ισορροπίας. Η νίκη οδεύει τους νικητές στα ταβερνεία και στα πορνεία. Ας αποκαλύψουμε λοιπόν την αλήθεια Ανδρομάχη. Ο Δούρειος Ίππος υπήρξεν φρυγικός και διόλου ιωνικός. Τι ωφελεί πια να φυλάμε ένα άχρηστο μυστικό;

Ανδρομάχη, είχατε την θεϊκή εύνοια να ηττηθείτε και να σας κλαίμε αιώνια. Ενώ οι νικητές τι πράξαν; Μελοδραματικές ιστορίες, δαπανηρές και λίαν ακατάλληλες για υπερευαίσθητους ενηλίκους.

.....κάθισα στο πιάνο κι άρχισα να παίζω το «όνειρο Αγάπης» του Λιστ. Έξω ο καιρός ήτανε βροχερός. Κι έτσι όπως έπαιζα πιάνο, σκέφθηκα πάλι τον Ηράκλειτο: 

Άνθρωπος ζων, άπτεται τεθνεώτος εύδων, εγρηγορώς άπτεται εύδοντος. Που πάει να πει, πως ο άνθρωπος, όταν κοιμάται πλησιάζει τα όρια του νεκρού και ξύπνιος, τα όρια του κοιμισμένου.



Σκόρπισα τα λαχεία μου....να μην τ΄ αφήσω κέρδος στους πολλούς...

...Σηκώθηκα απ΄ το πιάνο και πλησιάζω τον καθρέφτη. Ήμουνα ξαναμμένος. Είδα το είδωλό μου να κρατά φτερά του παγωνιού και δροσερούς καρπούς του Θέρους. Κι είπα από μέσα μου: 

Είμαι ο Λαχειοπώλης τ΄ Ουρανού. Μοιράζω αριθμούς σε ξωτικά κι αγγέλους. Ο πρώτος αριθμός σημαίνει συνουσία. Βάση ρευστή για δημιουργία. Κι αποφασίζω ευθύς την πιο μεγάλη μου πράξη. Σκόρπισα τα λαχεία μου στους γαλαξίες και στο άπειρο. Έτσι δεν θα 'ναι δυνατό κανείς να ξαναδημιουργήσει, να πράξει το καλό - που λεν - ή το κακό. Σπάταλη η απόφασή μου, μα ο κόσμος πάει για να χαθεί. 

Το λέω για να τ΄ ακούν οι νέοι, και να σκορπίσουν τα λαχεία τους κι αυτοί, όπου μπορέσουν κι όπου βρουν. Να μην τ΄ αφήσουν κέρδος στους πολλούς. Έτσι τουλάχιστον, θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να μας φοβούνται. Ποιους; Εμάς, τους ποιητές. Μια και δεν είναι δυνατό να μας εντάξουν στα συρτάρια τους, σ' ό,τι μπορούν να ελέγξουνε και να προβλέψουν οι ανερχόμενοι πολλοί.

Τους φοβερίζει η άρνησή μας να δεχτούμε φάκελο, κατάταξη, τάξη κι αριθμό.

Τους φοβερίζει η άρνησή μας να ενταχθούμε στις ομάδες αυτών που όταν κοιμούνται, τα χέρια τους είναι από μέσα ή απ΄ έξω από το πάπλωμα. Γιατί τα χέρια τα δικά μας την ώρα του ύπνου, ζωγραφίζουν ελεύθερα τους ανέμους, με χρώματα και με σχηματισμούς πτηνών, και μας τοποθετούν παντοτινά μες στους αιώνες, με την αθάνατη κι ερωτική μορφή του Λαχειοπώλη τ΄ Ουρανού.

(Κυριακή, 13 Μαΐου 1979)

Μάνος Χατζιδάκις, Ο λαχειοπώλης τ' ουρανού, Τα σχόλια του Τρίτου, εκδόσεις Εξάντας, σελ. 135-141


Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

«Σαν παλιό σινεμά», Ο κινηματογραφικός Μάνος Χατζιδάκις



Κύριε Χατζιδάκι, θα 'θελα σ' αυτή τη συνέντευξη να σταθούμε περισσότερο στον κινηματογράφο. Ποια ήταν η πρώτη σας μουσική που γράψατε για ταινία;

Οι αδούλωτοι σκλάβοι το 1946 που σκηνοθέτησαν ο Βίων Παπαμιχάλης και ο Μάριος Πλωρίτης. Σ' αυτή την ταινία έκανε την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση η Έλλη Λαμπέτη.




"Κρύβεις δυο μάτια δακρυσμένα, κουρασμένα απ' τη σιωπή, αργεί να χαράξει μια νέα αυγή..." (Ιωάννα Άλβα, Αυγή)


Πώς ήταν τότε οι συνθήκες για να γραφτεί μουσική σε ταινία;

Γράφαμε σε φωτιστικό φιλμ και δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε το αποτέλεσμα. Το στούντιο ήταν η τραπεζαρία του παραγωγού με τον μπουφέ και το τραπέζι. Εγώ είχα πλήρη άγνοια για την ανάγκη χώρου ειδικού, είχα φέρει πνευστά και χάλκινα όργανα, και το αποτέλεσμα στο σινεμά κατευθείαν ήταν τραγελαφικό.


Ουσιαστικά, εσείς ξεκινήσατε τη μουσική στον ελληνικό κινηματογράφο, γιατί η μουσική σας με το ύφος και την ιδιαιτερότητα της υπήρξε μια πρόταση. Υπάρχουν σημεία επαφής σας με τον σημερινό κινηματογράφο;


Από ένα σημείο και μετά έκανα κινηματογράφο, γιατί έτσι έβγαζα τα προς το ζην. Αντί να κάνω μία άλλη εργασία, βρήκα ότι ήταν αξιοπρεπέστερη. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι αυτή η μουσική θα χρησιμοποιείτο μετά και θα την μνημόνευαν. Γιατί περισσότερο, κάνοντας μουσική μάθαινα την τ
εχνική του κινηματογράφου. Και την έμαθα πολύ καλά ομολογώ, για να μπορώ να έχω ένα ενδιαφέρον μεγαλύτερο απ' αυτό που έδινε η ταινία. Γιατί οι ταινίες ήταν αφελέστατες, μάλλον ανόητες, και καμία σχέση δεν είχαν με το πνευματικό μου επίπεδο. 

Άλλωστε, οι διανοούμενοι του ελληνικού κινηματογράφου ήταν οι τεχνικοί κι όχι οι καλλιτέχνες του. Οι καλλιτέχνες ήταν από άλλη κατηγορία ανθρώπων. Οι τεχνικοί και διαβάζανε, και είχανε ανησυχίες, και ήταν οι άνθρωποι με τους οποίους μπορούσες περισσότερο να επικοινωνήσεις.

Τώρα ποια δουλειά σας αγαπάτε περισσότερο στον κινηματογράφο;

Υπάρχουν μερικές οι οποίες είναι καλές. Ξεχωρίζω τις μουσικές από τις ταινίες Σουίτ Μούβι του Μακαβέγιεφ, το Βρώμικα παλικάρια του Σίλβιο Ναριτσάνο και το Αμέρικα-Αμέρικα του Ελία Καζάν.




Σε μια συζήτηση που είχα με τον Ελία Καζάν μου είπε: «Αν ο Μάνος Χατζιδάκις έμενε στην Αμερική θα ήταν σήμερα ένας από τους πιο διάσημους συνθέτες στον παγκόσμιο χώρο της κινηματογραφικής μουσικής».
 Εγώ προτιμώ αυτό που είμαι εδώ. Πιο πολύ μου ταιριάζει. Το Χόλιγουντ είναι γοητευτικό, αλλά είναι και χώρος νεκροταφείων. Ξέρετε, διαφημίζουν τα νεκροταφεία εκεί. Νομίζω ότι μου ταιριάζει αυτό που έγινα εδώ. Είμαι πιο ισχυρός και για έξω.

Ποιοι είναι οι πιο αγαπημένοι σας ξένοι συνθέτες;

Υπάρχουν πρόσωπα που έκαναν αξιόλογη κι ήταν δάσκαλοι στο είδος της κινηματογραφικής μουσικής, όπως ο Μαξ Στάινερ, ο 'Εριχ Κόρνγκολντ, ο Φραντς Ουάξμαν, ο Μίκλος Ρόζα και ο Άλεξ Νορθ τον οποίο αγαπούσα πολύ.

Με ποιους είχατε φιλίες;

Με τον Ντέιβιντ Ράκσιν, τον Μίκλος Ρόζα, και ήμουνα πολύ φίλος με τον Νίνο Ρότα.

Το τραγούδι σας «Η μπαλάντα των αισθήσεων» με το στίχο του «Σαν παλιό σινεμά» σ' όλους εμάς που αγαπάμε τον κινηματογράφο μας δημιούργησε ιδιαίτερες μνήμες. Τελικά θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει τι σας εκφράζει πιο ουσιαστικά: η μουσική σας στον κινηματογράφο ή το τραγούδι αυτό καθαυτό;

Εμένα το τραγούδι. Μέχρι το '60, που είχα κάνει κάπου 50 ταινίες, τις έκανα για βιοποριστικούς λόγους. Από κει και πέρα πάλι έκανα κάποιες ταινίες για τους ίδιους λόγους, εκτός από το Ποτέ την Κυριακή που δεν το έκανα για βιοπορισμό, γιατί δεν είχαν χρήματα ούτε η Μελίνα ούτε ο Ντασσέν. Τις ταινίες που έκανα κέφι δεν πήρα χρήματα, όπως δεν πήρα και από την ταινία του Καζάν Αμέρικα-Αμέρικα.


Πόσο χρήσιμο είναι το τραγούδι στην εποχή μας;

Το τραγούδι είναι μεγάλη υπόθεση. Και όταν λέω τραγούδι, δεν εννοώ το τραγούδι της διασκεδάσεως και της εκτονώσεως. Εννοώ το τραγούδι που μας αποκαλύπτει, αλλά και μας εκφράζει. 

Η ιδέα ότι το τραγούδι πρέπει να τραγουδιέται, είναι ηλίθια. Ένα απ' τα ωραιότερα τραγούδια είναι η «Ιτιά». Ξέρετε να την τραγουδήσετε; Όχι. Ξέρω να την τραγουδήσω; Όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι αριστούργημα. Κι όταν τ' ακούω, νιώθω χιλιάδες πράγματα να γίνονται μέσα μου. Αυτό είναι το τραγούδι. Η καραμέλα που μας φτιάχνει η βιομηχανία για να τη πιπιλάμε στο στόμα, αυτό δεν είναι τραγούδι. Μπορεί να 'ναι και πολύ ωραία. Υπάρχουν βιομηχανικά προϊόντα τα οποία είναι καλά, αλλά μην τα μπερδεύουμε με τα φυσικά προϊόντα. 

Λοιπόν, το αληθινό τραγούδι δεν έχει σχέση με τη βιομηχανία. Είναι άσχετο από τη μοίρα του βιομηχανικού προϊόντος. Το βιομηχανικό προϊόν γεννιέται, έχει ημερομηνία λήξεως, κάνει τη δουλειά του, έχει φανατικό κόσμο που πάει να τ' αγοράσει. Άλλο η συνήθεια του κόσμου για την κόκα-κόλα κι άλλο το φυσικό νερό. Έχετε δει ποτέ να γιορτάζουμε το νερό; Όχι. Ενώ η κόκα-κόλα παίζεται συνέχεια στις διαφημίσεις. 

Το αληθινό τραγούδι, λοιπόν, είναι σαν το νερό, φυσικό. Κάτι που ο άνθρωπος το 'χει ανάγκη να εκφράσει και να επικοινωνήσει. Αυτό δεν είναι κατ' ανάγκη ούτε της αρεσκείας μας, ούτε των συνηθειών μας.

Έχουμε μπερδέψει πολύ αυτές τις δύο ιδιότητες και λέμε αυτός έχει μεγάλη επιτυχία στο τραγούδι. Τα Παιδιά του Πειραιά φερ' ειπείν, ήτανε ένα τραγουδάκι το οποίο μέσα στην ταινία ήταν πολύ ωραίο, γιατί η Μελίνα ήταν θαύμα. Αλλά έτσι, όπως έγινε αργότερα διάσημο, έγινε εικόνα. Αυτό δεν ήταν το τραγούδι που έφτιαξα. Αυτό που έφτιαξα εξυπηρετούσε μόνο την ταινία. Αν το πάρουμε ανεξάρτητο, έτσι όπως έγινε διάσημο, είναι μία καραμέλα. Λοιπόν, δεν μπορεί να είσαι υπερήφανος για μία καραμέλα, όταν δεν είσαι ο βιομήχανός του, ώστε να βγάλεις τα χρήματα.



Blue ( ή τα βρώμικα παλληκάρια) του Σίλβιο Ναριτσάνο, 1967-68


Θα μπορούσατε να μου απαριθμήσατε ένα-δύο τραγούδια που είναι σαν το νερό, κι όχι σαν Τα παιδιά του Πειραιά; 

Τα περισσότερα. Όμως, δεν είναι για παράδειγμα το «Νιάου, βρε γατούλα», και άλλα που έκανα για να βγάλω χρήματα. Τότε πληρωνόμουνα για να τα κάνω. Ήθελαν τσα-τσατσα-τσατσα κι αυτό έκανα. Αν και δεν με εξέφραζαν, προτίμησα να κάνω αυτά τα τραγούδια για τον κινηματογράφο. Και θα προτιμούσα να γίνω λούστρος ακόμα, παρά να παίζω σε ένα πιάνο μπαρ. 

Αλλά, προς Θεού, δεν έκανα τραγούδι μέσα απ' τον κινηματογράφο σαν υπεύθυνο πρόσωπο. Πραγματικό τραγούδι έκανα σε άλλες εργασίες όπως «Μυθολογία», «Καπετάν Μιχάλης», «Ματωμένος γάμος», «Παραμύθι χωρίς όνομα», «Μεγάλος ερωτικός», «Όρνιθες», «Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς», «Η Ελένη» κ.ά. 

Λοιπόν, έχω κάνει τόση πολλή δουλειά που κανείς θ' αναρωτιέται πού είναι το τραγούδι; Το τραγούδι είναι παρόν. Έχω κάνει και το «Νιάου, βρε γατούλα» και «Τα παιδιά του Πειραιά» έτσι όπως έγιναν γνωστά έξω, το «Πώς τα κατάφερες και μπλέξαμε», « Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω» κι αυτά ούτε να τα συζητάμε.

Μ' όλους αυτούς τους σκηνοθέτες που έχετε συνεργαστεί, είτε Έλληνες είτε ξένους, με ποιον είχατε την καλύτερη συνεργασία;

Με τον Ντασσέν, τον Μακαβέγιεφ και τον Καζάν. Νομίζω ότι απ' όλους, αυτοί οι τρεις ήσαν αυτοί που μου έκαναν κέφι να ξανακάνω ταινία μαζί τους.



Από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη, Ήσυχες μέρες του Αυγούστου, μουσική, στίχοι και ενορχήστρωση του Μάνου Χατζιδάκι, έργο 49 (1992), ερμηνεύει η Νένα Βενετσάνου.


Πώς είναι το ραδιόφωνο σήμερα και πώς ήταν όταν εσείς ξεκινήσατε το Γ' Πρόγραμμα;

Το ραδιόφωνο σήμερα έχει μεγαλύτερη ανοησία απ' όση είχε τότε, γιατί τότε ήταν μόνον η κρατική ραδιοφωνία. Σήμερα υπάρχει η ελεύθερη ραδιοφωνία και η ανοησία είναι ελεύθερη. Δεν είναι περιορισμένη και ελεγχόμενη, όπως ήταν τότε.


Οι συνθέτες της 7ης τέχνης (2η έκδοση 1993)
Αιγόκερως/ Κινηματογράφος


Μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για δύο ταινίες του Γιώργου Πανουσόπουλου.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΤΑΔΥΣΗ ● FREE DIVING (Love Knot) - 1995
Μουσική Μάνος Χατζιδάκις - Διασκευή για την ταινία Νίκος Κυπουργός 

Ο Χατζιδάκις είχε υποσχεθεί στον Γ. Πανουσόπουλο να γράψει την μουσική και για την ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΤΑΔΥΣΗ (1995). Όμως δεν πρόλαβε.

Έτσι, ο Νίκος Κυπουργός (συνθέτης και μαθητής του Χατζιδάκι) ανέλαβε να διασκευάσει δύο θέματα από την ΡΥΘΜΟΛΟΓΙΑ (Έργο 28, για πιάνο, 1969-71) και να τα προσαρμόσει στις ανάγκες της ταινίας. Για την εργασία του αυτή τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο μουσικής για τον κινηματογράφο.

ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΜΕΛΙΤΟΣ ● HONEYMOON - 1978
Σύνθεση ενορχήστρωση διεύθυνση Μάνος Χατζιδάκις

Το ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΜΕΛΙΤΟΣ (Έργο 36, 1978), που ο συνθέτης θεωρούσε την σημαντικότερη ίσως και πιο ολοκληρωμένη εργασία του για τον κινηματογράφο, έχει ενορχηστρώσει και διευθύνει ο ίδιος.

Ο Μάνος Χατζιδάκις με τον Ελία Καζάν στην ηχογράφηση της μουσικής για την ταινία America America (1963)




Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Αν ανήκει σε κάποιον «ο Μεγάλος Ερωτικός», δικαιωματικά ανήκει στη μνήμη της Μυρτιώτισσας


Από ενοχή, όχι από έρωτα.....

Γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις για το «Μεγάλο Ερωτικό»

«Αν ανήκει σε κάποιον «ο Μεγάλος Ερωτικός», δικαιωματικά ανήκει στη μνήμη της Μυρτιώτισσας."

«Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ έγινε από ένα αίσθημα ενοχής κι όχι από ερωτικούς λόγους. Μόνον οι ανόητοι φαντάζονται ότι όταν είσαι ερωτευμένος γράφεις ένα έργο σαν τον «Μεγάλο Ερωτικό». Τον «Μεγάλο Ερωτικό» τον γράφεις όταν δεν ασχολείσαι με το αν είσαι ερωτευμένος ή όχι. Έχεις ξεκαθαρίσει τα θέματα και είσαι ελεύθερος να σκέπτεσαι.

Είχα ένα αίσθημα ενοχής απέναντι σε μια θαυμάσια γυναίκα, τη Μυρτιώτισσα, μητέρα του Γιώργου Παππά, του μεγάλου ηθοποιού, ο οποίος ήταν και πολύ στενός μου φίλος.

... Όταν πέθανε ο Γιώργος, [στις 3 Μαΐου 1958],  έχασα τα ίχνη της, δεν είχα επαφή. Μια δεδομένη στιγμή, άρρωστη στο νοσοκομείο, μου στέλνει το «Σ΄ αγαπώ», το περίφημο ποίημά της για να κάνω μουσική, μαζί μ΄ ένα πολύ συγκινητικό γράμμα. Τότες, είπα, θα πάω αμέσως να τη δω, αλλά δεν πήγα, και με την επιπολαιότητα που χαρακτηρίζει τους νέους, το ξέχασα. Βρέθηκα στην Αμερική, όπου διαβάζοντας ότι πέθανε η Μυρτιώτισσα μου ήρθε στο νου η παράλειψή μου, βρήκα το γράμμα της και το ποίημα και αισθάνθηκα όλες τις τύψεις ενός ανθρώπου που σαν νέος, κάνει τέτοιου είδους αστοχίες κι επιπολαιότητες. 

Θέλησα να γράψω μουσική εκ των υστέρων γι΄ αυτό το ποίημα της Μυρτιώτισσας το τόσο γνωστό στις παλαιότερες γενιές. Για να το συμπεριλάβω όμως κάπου έπρεπε να κάνω έναν ολόκληρο Ερωτικό. Κι έτσι αποφάσισα να επιλέξω ποιήματα απ΄ τη Σαπφώ μέχρι τις μέρες μας, για να συμπεριληφθεί και το «Σ΄αγαπώ» της Μυρτιώτισσας. Κι έκανα τον «Μεγάλο Ερωτικό». Νομίζω ότι πέτυχα ένα ωραίο έργο και κατά βάθος, της ανήκει εξ' ολοκλήρου.

Το τραγούδι «Σ’αγαπώ» – σφραγισμένο από τη μαγική ερμηνεία της Φλέρυ Νταντωνάκη – αφιερώθηκε από το συνθέτη "Στη μνήμη του Γιώργου Παππά"…».

Σ' αγαπώ, δεν μπορώ
Τίποτ' άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου

Τα δυο χέρια μου, να...
Στα προσφέρω δετά
Για να γείρεις γλυκά
Το κεφάλι 

Κι η καρδιά μου σκιρτά
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι 

Ω μελίσσι μου, πιες
Απ' αυτόν τις γλυκές
Τις αγνές ευωδιές
Της ψυχής μου! 

Σ' αγαπώ τι μπορώ
Ακριβέ να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο;


Θεώνη Δρακοπούλου - Παππά

Η Θεώνη Δρακοπούλου – Παππά, γνωστή κυρίως με το λογοτεχνικό της ψευδώνυμο «Μυρτιώτισσα», γεννήθηκε το 1885 στο προάστιο «Μπεμπέκι» της Κωνσταντινούπολης, και πέθανε το 1968 στην Αθήνα.

Η ποιήτρια πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, όπου υπηρετούσε ο πατέρας της, ως πρώτος διερμηνέας της εκεί Ελληνικής Πρεσβείας.
Αργότερα, η οικογένεια μετακόμισε στην Κρήτη, αφού ο διπλωμάτης πατέρας τής μόλις εξάχρονης τότε Θεώνης διορίστηκε ως γενικός πρόξενος του τουρκοκρατούμενου, εκείνα τα χρόνια, νησιού, στο οποίο η οικογένεια Δρακοπούλου παρέμεινε δύο χρόνια…

Ύστερ’
από την διετή παραμονή της στην Κρήτη, η οικογένεια Δρακοπούλου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου η Θεώνη φοίτησε στην Σχολή Χιλλ της Πλάκας. Από τα μαθητικά της χρόνια η Θεώνη είχε κλίση και προς την Ποίηση και προς το Θέατρο. Είναι γνωστό ότι παρακολούθησε μαθήματα στη «Βασιλική Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου», όπως επίσης ότι συνεργάστηκε με τη «Νέα Σκηνή» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Το 1904, έλαβε μέρος στην παράσταση της σοφόκλειας «Αντιγόνης»· επίσης, έπαιξε στο «Δημοτικό» και στο «Εθνικό» Θέατρο. Εξαιτίας όμως της αντίδρασης των γονέων της, η Μυρτιώτισσα αναγκάστηκε να διακόψει για λίγο διάστημα την ενασχόλησή της με το Θέατρο.

Η Μυρτιώτισσα στο «Όνειρο εαρινής πρωίας» του Ντ” Αννούντσιο σε σκηνοθεσία Κ.Χρηστομάνου στο Δημοτικό Θέατρο.

«Μυστικοί Αρραβώνες»

Σε νεαρή ηλικία, η Μυρτιώτισσα είχε συνδεθεί αισθηματικά με το Γρ. Ξενόπουλο, την ίδια εποχή που εκείνος ήταν ήδη παντρεμένος  με τη δεύτερη σύζυγό του, τη Χριστίνα Κανελλοπούλου. O συγγραφέας των «Μυστικών Αρραβώνων» μόνο μετά από δέκα χρόνια - στην «Αυτοβιογραφία» του - [1938-1939] που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» αποκάλυψε πως το μυθιστόρημα του «Μυστικοί Αρραβώνες»  ήταν αυτοβιογραφικό και πως η ηρωίδα του, η Θάλεια, δεν ήταν άλλη από τη γνωστή ποιήτρια Μυρτιώτισσα. Η δεκαοκτάχρονη Μυρτιώτισσα έγραψε τα περίφημα γράμματα που περιέχουν οι «Μυστικοί Αρραβώνες» μαζί δε, με τα γράμματα του τριαντάρη τότε Ξενόπουλου, αποτελούν την ωραιότερη ερωτική επιστολογραφία που γράφτηκε ποτέ.


Ο γάμος μου στάθηκε άτυχος

Η Θεώνη Δρακοπούλου παντρεύτηκε τον δημοσιογράφο Σπύρο Παππά, τον οποίο όμως ποτέ δεν αγάπησε, όπως η ίδια ομολογεί…

«Ο γάμος μου στάθηκε άτυχος. Εγώ η ίδια δέχτηκα να παντρευτώ έναν ξάδελφό μου που είχε έρθει τότε απ’ το Παρίσι, για να μας δει, και τον προτίμησα απ’ όλους τους νέους που γνώριζα. Δεν τον αγάπησα, όμως έλεγα πως το συγγενικό μας αίμα θα έσμιγε σιγά – σιγά και τις ψυχές μας. Είχα άδικο. Όσο καλός κι αν ήταν, ευγενικός, μορφωμένος, … στο βάθος έμεινε ξένος για μένα…».

Ύστ
ερ’ από μερικά χρόνια μετά το τέλος του σύντομου γάμου της, η Θεώνη Δρακοπούλου επέστρεψε στην Ελλάδα. Επί έξι χρόνια εργάστηκε ως καθηγήτρια απαγγελίας στο «Ελληνικό Ωδείο».

Η Μυρτιώτισσα, υπογράφοντας με το συζυγικό επώνυμο

 Σ’ αγαπώ – δεν μπορώ τίποτ’ άλλο να πω......

Η γνωριμία τής Μυρτιώτισσας με τον Λορέντζο Μαβίλη υπήρξε ιδιαίτερα καθοριστική και για τη ζωή και για το έργο τής ποιήτριας. Κατά τον Βαλκανικό Πόλεμο του 1912, ο μεγάλος αυτός Επτανήσιος λυρικός ποιητής κατετάγη ως εθελοντής λοχαγός των Γαριβαλδινών ερυθροχιτώνων. Κι εκείνη ακριβώς την εποχή, ο Μαβίλης ήταν το βασιλόπουλο του παραμυθιού για τη μεγάλη ποιήτρια…

Σ’ αγαπώ – δεν μπορώ

τίποτ’ άλλο να πω

πιο βαθύ, πιο απλό

πιο μεγάλο!... έγραφε για κείνον...

Επίσης, για τον Λορέντζο Μαβίλη είναι πιθανόν να έγραψε η Μυρτιώτισσα το ποίημα «Τι άλλο, Καλέ μου», που ανήκει κι αυτό στη συλλογή της «Κίτρινες Φλόγες», εκδοθείσα το 1925, δηλαδή 13 χρόνια μετά τον θάνατό του (στις 28 Νοεμβρίου του 1912, στη μάχη του Δρίσκου, κοντά στα Ιωάννινα).


Τι άλλο, καλέ μου, ζητάς από μένα
και στέκεις θλιμμένος μπροστά στη μορφή μου,
αφού κι η καρδιά μου, αφού κι η ψυχή μου,
- κι ας είσαι νεκρός- πλημμυρούν από Σένα;

Τα θεία τραγούδια σου ένα προς ένα
τα ζει κάθε νύχτα η ψάλτρα φωνή μου,
γενήκαν αυτά μοναχή προσευχή μου,
αγνή προσευχή, γεννημένη από Σένα!

Γιατί με κοιτάζεις με μάτια θλιμμένα;
Λαμπάδα σου ανάβω την ίδια ψυχή μου
και μέρα τη μέρα σκορπά κι η ζωή μου
για Σένα, τα ρόδα της τα χλωμιασμένα.


Ο Λορέντζος Μαβίλης νεκρός στη μάχη του Δρίσκου

Το ντύμα μου το σάρκινο μου το 'λιωσε η ψυχή μου...

Αισθηματικός και ρομαντικός συγχρόνως άνθρωπος, η Μυρτιώτισσα βρήκε διέξοδο με ειλικρίνεια και πάθος στην ποίησή της, όπου εμφανίζεται απελπισμένη - είχε στη ζωή της ιδιωτικές ατυχίες - αλλά και πάντα γεμάτη τρυφερότητα, στοργή και αγάπη για τη φύση.  
Με τον καιρό, χωρίς να προδίνει τίποτα από την ύπαρξή της, πορεύτηκε από τα έξω προς τα μέσα:


Το ντύμα μου το σάρκινο μου το 'λιωσε η ψυχή μου...


Με τον Σπύρο Παππά η Μυρτιώτισσα απέκτησε έναν γιο, το Γιώργο, ο οποίος σταδιοδρόμησε στο Ελληνικό Θέατρο, έπαιξε πρωταγωνιστικούς ρόλους δίπλα στα «ιερά τέρατα» του Θεάτρου, όπως ήταν η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη, η Βάσω Μανωλίδου, ο Αλέξης Μινωτής κ.ά., συνεργάστηκε δε με τους στενούς του φίλους Δημήτρη Χορν και Έλλη Λαμπέτη, με τους οποίους και ίδρυσε, το 1952, τον θρυλικό θίασο «Λαμπέτη – Παππά – Χορν», τον «Θίασο των Άστρων», όπως τον αποκαλούσαν χαρακτηριστικά οι εφημερίδες τής εποχής εκείνης…

Συμπρωταγωνίστησε στις ταινίες «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1953) με Ε. Λαμπέτη και Δ. Χορν,  «Το τελευταίο ψέμα» (1957) με την Ε. Λαμπέτη και «Ο άνθρωπος του τρένου» με την Α. Συνοδινού. Αυτή ήταν και η τελευταία ταινία που γύρισε την άνοιξη του 1958. Λίγο μετά το τέλος των  γυρισμάτων μπαίνει στον Ευαγγελισμό για «συμπληρωματικές εξετάσεις»… Δεν βγήκε ποτέ!!!! 


Πέθανε σε νεαρή ηλικία, καταρρακωμένος σωματικά και ψυχικά από την πάλη του με την επάρατο νόσο για περισσότερο από 5 χρόνια, γεγονός, που ξεχείλισε την ψυχή της ποιήτριας από την πιο βαθιά και αξεπέραστη ανθρώπινη οδύνη ( 3 Μαίου 1958). Το 1962 εξέδωσε  γι'  αυτόν το βιβλίο «Ο Γιώργος Παππάς στα παιδικά του χρόνια».


Ολόκληρη η ταινία «Ο Άνθρωπος του Τραίνου»  με τους Γιώργο Παππά, Άννα Συνοδινού, Μιχάλη Νικολινάκο, Γιώργο Γαβριηλίδη, Ζωρζ Σαρρή, Δήμο Σταρένιο
Σκηνοθεσία: Ντίνος Δημόπουλος, Σενάριο : Γιάννης Μαρής


Κρύψε με στην αγκαλιά σου, βοήθησέ με, αγάπα με. Είμαι τόσο αδύναμο!......

Τα συναισθήματα και τις σκέψεις της Μυρτιώτισσας για τον γιο της, ήδη κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, τα παρακολουθούμε με πολλή συγκίνηση σ’ ένα υπέροχο και ιδιαίτερα εξομολογητικό κείμενό της:

«… Ώσπου μια μέρα, ξαφνιασμένη, έντρομη, κατάλαβα πως θα γινόμουν μητέρα!

Μητέρα, εγώ που ακόμα δεν είχα γνωρίσει τον εαυτό μου, που πάλευα με τα σκοτάδια μου, που δεν ήξερα καλά – καλά πού βάδιζα, τι ήμουνα, τι έπρεπε να κάνω για να δημιουργήσω κάτι και να ρίξω λίγο φως στη ζωή μου, εγώ ν’ αναλάβω τέτοια τρομερή ευθύνη να δώσω ζωή σ’ άλλην ύπαρξη, να πλάσω με την πνοή μου ένα άλλο πλάσμα, να το στηρίξω, να τ’ αγαπήσω; Ένα δέος με είχε κυριέψει κι ενώ γύρω μου οι άλλοι χαίρονταν γι’ αυτό, εγώ αναμετρούσα τις μέρες και παρακαλούσα το Θεό να με πάρει μαζί με την αγέννητη ψυχούλα που χτυπιόταν μέσα μου. Να φύγουμε, να φύγουμε μαζί απ’ τον άχαρο αυτόν κόσμο, να πάμε αλλού, οπουδήποτε αλλού, να φύγουμε! Και δίχως να το νιώθω άρχισα να συμπονώ αυτό το κάτι που ζούσε από μένα μέσα μου και που θα ’φευγε κι αυτό μαζί μου για κάπου αλλού…

Ωστόσο δεν πέθανα και το παιδί γεννήθηκε στην Αθήνα που πήγα για να είμαι κοντά στη μητέρα μου. Ήταν ένα αγοράκι γερό, ολοστρόγγυλο. Σαν το πρωτόπιασα στα χέρια μου δεν ήξερα τι να το κάνω. Όλο φοβόμουνα πως άθελά μου θα του ’κανα κακό. Τ’ αγάπησα αμέσως; Δεν το ξέρω! Μου γεννούσε τόσο παράδοξα συναισθήματα! "Αυτό, έλεγα, φαίνεται πως θέλει να ζήσει και να τη χαρεί τη ζωούλα του, δεν είναι σαν εμένα". Και περνούσε ο καιρός.

Μια μέρα, τότε που είχε πρωταρχίσει να περπατά, γύρισε ξάφνου και με κοίταξε. Με κοίταζε κι όλο σφιγγότανε πάνω μου. Μου φάνηκε σα να ’θελε να μου πει: "Από σένα περιμένω να με ζήσεις. Κρύψε με στην αγκαλιά σου, βοήθησέ με, αγάπα με. Είμαι τόσο αδύναμο!" Ένα λαχτάρισμα ένιωσα τότε και μια πρωτόγνωρη χαρά! "Σ’ αγαπώ, παιδί μου" του ’λεγα και του ξανάλεγα κι εκείνο μου χαμογελούσε.

Κείνη τη μέρα κατάλαβα πως ήμουνα πια δεμένη αδιάσπαστα μαζί του κι ακόμα πως απ’ αυτό το παιδί κρεμόταν όλη η κατοπινή μου ζωή».


  
Ο μόνος άνθρωπος που έχω στη ζωή.....

Σέρραι Πέμπτη 4 Νοεμβρ.

Αγαπημένη μου μανούλα,

Έλαβα το γράμμα σου με τα παράπονα σου. Τι ανόητη που είσαι! Νομίζεις πως δεν ξέρω πως είσαι ο μόνος άνθρωπος που έχω στη ζωή; Για ποιον νομίζεις ότι ζω; Αυτά που σου λέω περί Καιτών είναι κωμικά! Μαγκούφης θα μείνω. Το ξέρω. Άλλωστε γέρασα πια. Τα μαλλιά μου ασπρίζουν αλματωδώς και γενικά η διάθεσίς μου είναι αποκλειστικά απαισιόδοξη. Αυτά που κάνω είναι για να ξεγελάω τον εαυτό μου και να αποφεύγω τα άλλα.

Για βελέντζες εδώ στις Σέρρες δεν βρήκα τίποτα της προκοπής. Νομίζω ότι στην Αθήνα βρίσκει κανείς ό,τι θέλει ίσως λίγο ακριβότερα. Θα σου πάρω όταν έλθω.

Θα έλθω την Πέμπτη οκτώ. Δεν ξέρω ακριβώς την ώρα. Ίσως στις 101/2 ίσως στας 21/2. Πάντως να είναι η Φωφώ στο σπίτι. Θα τα πούμε με την ησυχία μας. Μην το πης πουθενά ότι έρχομαι για να μπορώ να ιδώ μόνον όσους θέλω. Δεν θα έχω πολύ καιρό. Πάντως θα μείνω Παρασκευή - Σάββατο - Κυριακή. Θα φύγω Δευτέρα πρωί. Εάν είσαι στην Εκάλη, θα έλθω να κοιμηθώ εκεί ένα βράδυ και να περάσω όλη την ημέρα.

Πάντως κάνε όπως θέλεις.
Δεν μου έγραψες για τα χρήματα. Σου έδωσε ο δικηγόρος;
Σε φιλώ πολύ πολύ
Το παιδί σου που σε λατρεύει
Γιώργος