Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Μαΐου 2024

«Kulich», ρωσικά πασχαλινά τσουρέκια


Inessa Sarafanova, Φωτεινό Πάσχα.
___________

Τα πασχαλιάτικα «kulich» 

Το «kulich» είναι το παραδοσιακό ρωσικό αφράτο πασχαλινό τσουρέκι, η ονομασία του οποίου προέρχεται από την ελληνική λέξη «κολλίκιον», που σήμαινε κουλούρι. Παρόμοιο με το ιταλικό «panettone», περιέχει πολλά αυγά, σταφίδες και ζαχαρωμένες φλούδες πορτοκαλιού και είναι διακοσμημένο με λευκό γλάσο ζάχαρης και πολύχρωμα τρουφάκια. Το «kulich» ψήνεται σε ψηλό τηγάνι και στη συνέχεια σερβίρεται με την επίσης γνωστή πυραμίδα από τυρί, την «pashka», που είναι συχνά διακοσμημένη με θρησκευτικά σύμβολα, όπως τα γράμματα XB, από το «Christos Voskres», που σημαίνει «Χριστός Ανέστη».

Η τελετουργία της παρασκευής του «kulich» ξεκινά το βράδυ της Μεγ. Πέμπτης και ολοκληρώνεται το πρωί της Μεγ. Παρασκευής. Το βράδυ της Ανάστασης, οι πιστοί πηγαίνουν στην εκκλησία, κρατώντας στα χέρια ένα πανέρι γεμάτο με χρωματιστά αυγά, πολλά λουλούδια, συνήθως κόκκινα τριαντάφυλλα, το γλυκό «kulich» αλλά και την τυρένια «pashka», για να τα ευλογήσει ο ιερέας. Μετά την ακολουθία της Ανάστασης οι πιστοί μαζεύονται στο γιορτινό λαμπριάτικο τραπέζι, σηματοδοτώντας την ολοκλήρωση της νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής και τον ερχομό της πιο φωτεινής ημέρας του έτους. Σύμφωνα με την παράδοση τα «kulich» τρώγονται μέχρι την Τρίτη μετά του Θωμά.


Aleksandr Alekseevic Buckuri (1870-1942), Easter Morning Feast
____________

Δυο διηγήματα με τα «kulich» σε πρωταγωνιστικό ρόλο

Το «kulich» παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στα δύο παρακάτω ρωσικά πασχαλινά διηγήματα, το πρώτο του Άντον Τσέχοφ (1860 -1904) και το δεύτερο του Μιχαήλ Ζόσενκο (1895 - 1958). Στον «Κοζάκο» του Τσέχοφ, ένας μικροαστός, ο Μαξίμ Τορτσακόφ και η γυναίκα του επιστρέφουν από την λειτουργία της Ανάστασης κρατώντας το αγιασμένο τσουρέκι που πριν από λίγο είχε ευλογήσει ο παπάς. Στα μισά της διαδρομής συναντούν έναν άρρωστο, καταπονημένο κοζάκο, που τους ζητάει λίγο από το τσουρέκι να κολατσίσει και να πάρει δυνάμεις για να συνεχίσει ως το σπίτι του. Η σύζυγος όμως του Μαξίμ αρνείται να «μαγαρίσει» το τσουρέκι, κόβοντάς το πριν φτάσει στο σπίτι, γιατί είναι αμαρτία! «Το κάθε πράγμα πρέπει να γίνεται στην ώρα του και στον τόπο που πρέπει»! Ο Μαξίμ υπακούει και το ζευγάρι συνεχίζει το δρόμο του για το σπίτι και το γιορτινό τραπέζι. Το τσουρέκι όμως που δεν έδωσαν στον άρρωστο οδοιπόρο στοιχειώνει τον Μαξίμ και παρά τις προσπάθειες που κάνει, δεν καταφέρνει να επανορθώσει την αδικία που διέπραξε. Η αρχική του ευφορία χάνεται και τίποτα δεν του δίνει πια χαρά. Ακόμη και η νεαρή γυναίκα του, που πριν του φαινόταν όμορφη, αγαθή και μειλίχια, τώρα μοιάζει στα μάτια του άσχημη, άκαρδη και ανόητη. Η αφόρητη θλίψη που νιώθει τον οδηγεί στο ποτό κι από κει μοιραία στην καταστροφή!

Στο διήγημα του Μιχαήλ Ζόσενκο «Ένα πασχαλιάτικο περιστατικό», ο ήρωας αφηγείται με χιουμοριστική διάθεση την περσινή περιπέτειά του με το τσουρέκι, που όχι μόνο δεν κατάφερε να ευλογηθεί, αλλά πατήθηκε στον συνωστισμό. Ένας διάκος «με έναν δίσκο στα χέρια για τις ελεημοσύνες» μπερδεύτηκε και πάτησε πάνω στο τσουρέκι. Φέτος τα τσουρέκια έχουν την ίδια γεύση, παρόλο που δεν είναι βέβαια ευλογημένα, αλλά τουλάχιστον δεν είναι  πατημένα, καταλήγει ο αφηγητής!  


Ρωσική πασχαλιάτικη καρτ ποστάλ των αρχών του 20ου αιώνα
__________

Ένα κομμάτι αγιασμένο τσουρέκι για τον άρρωστο κοζάκο

Ο ενοικιαστής του αγροκτήματος Νίζι, ο Μαξίμ Τορτσακόφ, ένας μικροαστός, έφευγε με τη νεαρή του σύζυγό από την εκκλησία, κρατώντας το αγιασμένο τσουρέκι που πριν από λίγο είχε ευλογήσει ο παπάς. Ο ήλιος δεν είχε φανεί ακόμη, η ανατολή όμως είχε αρχίσει να κοκκινίζει, να δείχνει το χρυσαφένιο της χρώμα. Ήταν ήσυχα... Ένα ορτύκι κελαηδούσε τα δικά του «πάμε να πιούμε! πάμε να πιούμε!», ενώ μακριά πάνω από το λιβάδι της στέπας πετούσε ένα γεράκι. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε στη στέπα, κανένα άλλο ζωντανό πλάσμα.

Ο Τορτσακόφ οδηγούσε το αμάξι και σκεφτόταν ότι δεν υπάρχει καλύτερη και πιο χαρούμενη γιορτή από την Ανάσταση του Κυρίου. Είχε παντρευτεί πρόσφατα και τώρα γιόρταζε το Πάσχα για πρώτη φορά με τη σύζυγό του. Όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα του, ότι κι αν σκεφτόταν, όλα του φαίνονταν φωτεινά, χαρούμενα κι ευτυχισμένα. Σκεφτόταν το βιός του και έβρισκε ότι όλα ήταν κατά πως πρέπει. Το νοικοκυριό του ήταν τέτοιο που δε χρειαζόταν τίποτα, όλα ήταν καλά, όλα ανθηρά· κοιτούσε την γυναίκα του και του φαινόταν όμορφη, αγαθή και μειλίχια. Τον έκαναν χαρούμενο η ανατολή του ήλιου και το φρέσκο χορτάρι, αλλά και άλλο τόσο το λικνιζόμενο αμαξάκι του, που έτριζε στριγκά, όσο και το γεράκι που πετούσε μακριά, ανοιγοκλείνοντας τις φτερούγες του. Κι όταν καθ' οδόν σταμάτησε σ' ένα χάνι, για να καπνίσει ένα τσιγάρο και να πιει ένα ποτηράκι, τότε όλα έγιναν ακόμη πιο χαρούμενα...

«Είπαν ότι είναι μεγάλη μέρα!» είπε. «Να γιατί είναι μεγάλη! Περίμενε ακόμη λίγο Λίζα, όπου να 'ναι ο ήλιος θ' αρχίσει να μας ζεσταίνει. Κάθε χρόνο το Πάσχα αρχίζει τα παιχνίδια του! Χαίρεται κι αυτός σαν τους ανθρώπους!»

«Μα δεν είναι ζωντανός!» παρατήρησε η σύζυγος.

«Ζουν όμως άνθρωποι σ' αυτόν!» είπε ενθουσιασμένος ο Τορτσακόφ. «Για όνομα του Θεού, έτσι είναι όπως στα λέω. Ο Ιβάν Στεπάνιτς μου είπε πως σε όλους τους πλανήτες υπάρχουν άνθρωποι, και στον ήλιο και στο φεγγάρι! Αλήθεια... Κι αυτά που λένε οι επιστήμονες ένας διάβολος ξέρει τι είναι! Έτσι που λες!»


Nikolai Korniliewitsch Pimonenko (1862 - 1912), Easter Matins in Ukraine.
_____________

Στα μισά του δρόμου της επιστροφής προς το σπίτι τους, στην περιοχή Κριβάγια Μπάλοτσκα, ο Τορτσακόφ με τη σύζυγό του είδαν ένα σελωμένο άλογο, το οποίο στεκόταν ακίνητο και μύριζε τη γη. Πάνω στο δρόμο καθόταν ένας κοκκινοτρίχης κοζάκος, ο οποίος είχε σκύψει και κοίταζε τα πόδια του. «Χριστός Ανέστη!» του φώναξε ο Μαξίμ.

«Αληθώς Ανέστη», απάντησε ο κοζάκος, δίχως να σηκώσει το κεφάλι του.

«Για πού το 'βαλες;»

«Σπίτι, έχω άδεια».

«Γιατί κάθεσαι εδώ;»

«Έτσι... κουράστηκα... Δεν έχω άλλες δυνάμεις».

«Πού πονάς;»

«Ολόκληρος πονάω».

«Χμ.. συμφορά! Οι άνθρωποι γιορτάζουν κι εσύ αρρώστησες! Καλύτερα να πας μέχρι το χωριό ή το χάνι, αντί να κάθεσαι εδώ;»

Ο κοζάκος σήκωσε το κεφάλι του και περιεργάστηκε με τα κουρασμένα, μεγάλα του μάτια τον Μαξίμ, τη σύζυγό και το άλογό του. 

«Από την εκκλησία έρχεστε;» τον ρώτησε.

«Από την εκκλησία».

«Η γιορτή με βρήκε στον δρόμο. Δεν με βοήθησε ο Θεός να προλάβω. Τώρα θα 'πρεπε να καβαλήσω τ' άλογο και να πάω, δυνάμεις όμως δεν έχω... Εσείς όμως ορθόδοξοι πιστοί, μήπως θα μπορούσατε να μου δώσετε, εμένα του οδοιπόρου, ένα κομμάτι αγιασμένο τσουρέκι;... Να κολατσίσω...»

«Τσουρέκι;» ρώτησε ο Τορτσακόφ. «Φυσικά και μπορούμε περίμενε... τώρα αμέσως...»

Ο Μαξίμ έψαξε γρήγορα στις τσέπες του, κοίταξε τη σύζυγό του και είπε:

«Δεν έχω μαχαιράκι, δεν μπορώ να το κόψω. Να το κόψω με το χέρι δεν κάνει. Θα χαλάσω όλο το τσουρέκι! Ορίστε τι πάθαμε τώρα! Για ψάξου μήπως έχεις εσύ 'κανα μαχαιράκι;»

Ο κοζάκος με δυσκολία σηκώθηκε και πήγε να ψάξει στη σέλα του για μαχαίρι.

«Ορίστε μας. Τι άλλο θα σκεφτείτε!» είπε θυμωμένα η σύζυγός του Τορτσακόφ. «Δεν θα σ' αφήσω να μαγαρίσεις το τσουρέκι! Με τι μούτρα θα το πάω σπίτι κομμένο; Και που ακούστηκε καταμεσής της στέπας να γιορτάζουν. Πήγαινε στο χωριό κι εκεί μπορείς να γιορτάσεις με τους μουζίκους!»

Η σύζυγος πήρε από τα χέρια του άντρα το τσουρέκι, που ήταν τυλιγμένο σε μια άσπρη πετσέτα και είπε:

«Δε στο δίνω! Θα πρέπει να ξέρεις ποιο είναι το σωστό πια. Δεν είναι λευκό ψωμί, αλλά αγιασμένο τσουρέκι κι είναι αμαρτία δίχως λόγο να το κόβεις».

«Κοζάκε συμπάθα με!» είπε ο Τορτσακόφ και γέλασε. «Η γυναίκα μου δεν μ' αφήνει! Σε χαιρετώ, καλό δρόμο να 'χεις!»


Józef Brandt, Κοζάκος σε υπηρεσία
__________

Ο Μαξίμ τράβηξε τα χαλινάρια, φώναξε στ' άλογο και το αμάξι με θόρυβο πήρε τον δρόμο του. Η σύζυγός του όλο αυτό το διάστημα συνέχιζε να λέει ότι είναι αμαρτία να κόψεις το αγιασμένο τσουρέκι πριν φτάσεις σπίτι – αμαρτία γιατί το κάθε πράγμα πρέπει να γίνεται στην ώρα του και στον τόπο που πρέπει. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου φάνηκαν στ' ανατολικά, φωτίζοντας τα αραιά σύννεφα με διάφορα χρώματα· ακούστηκαν τα πρώτα κελαϊδίσματα του κορυδαλλού. Ήταν πια τρία τα γεράκια, που πετούσαν πάνω από την στέπα, μακριά το ένα από το άλλο. Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να ζεσταίνει και στο φρέσκο χορταράκι άρχισαν να τρέχουν τα ζουζούνια.

Έχοντας διανύσει απόσταση μεγαλύτερη από ένα βέρστι, ο Τορτσακόφ γύρισε και κοίταξε προσεκτικά πέρα στον ορίζοντα.

«Δεν φαίνεται ο κοζάκος...» είπε. «Τον φουκαρά, κοίταξε που βρήκε ν' αρρωστήσει στο δρόμο! Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα: να πηγαίνεις και ξαφνικά να σ' αφήσουν οι δυνάμεις σου... Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να πεθάνεις στο δρόμο... Έπρεπε να του δώσουμε Λίζα μου λίγο τσουρέκι, λίγο ήθελε ο καημένος. Ήθελε απλά να φάει από τ' αγιασμένο».

Ο ήλιος είχε ήδη σηκωθεί ψηλά, αλλά ο Τορτσακόφ δεν έβλεπε αν είχε αρχίσει τα παιχνίδια του. Σ' όλο το δρόμο μέχρι το σπίτι έμεινε σιωπηλός, σκεφτόταν κάτι και δεν έπαιρνε τα μάτια του από την μαύρη ουρά του αλόγου. Άγνωστο γιατί, τον είχε κυριεύσει μια θλίψη και τίποτα δεν είχε μείνει στην ψυχή του από εκείνη τη γιορτινή χαρά που είχε πριν, σαν αυτή να μην είχε υπάρξει ποτέ.

Έφτασαν σπίτι κι ευχήθηκαν στους εργάτες· ο Τορτσακόφ ξανάγινε χαρούμενος κι άρχισε να μιλάει, μόλις όμως έκατσαν να φάνε από τ' αγιασμένο τσουρέκι κι όλοι πήραν από ένα κομμάτι, τότε κοίταξε λυπημένα τη σύζυγό του κι είπε:

«Δεν ήταν σωστό Λίζα μου που δεν δώσαμε σ' εκείνο τον κοζάκο από το ευλογημένο».

«Μα τι είσαι εσύ, για όνομα του Θεού!» είπε η Λιζαμπέτα και έκπληκτη ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Πού την είδες εσύ αυτή τη μόδα το ευλογημένο τσουρέκι να το κομματιάζεις στο δρόμο; Τι το πέρασες; Ψωμί; Τώρα που το έχουμε κόψει, που είναι πάνω στο τραπέζι, ας φάει όποιος θέλει, ακόμη κι ο κοζάκος σου! Νόμισες ότι τσιγκουνεύτηκα;»

«Έτσι είναι όπως τα λες, λυπάμαι όμως τον κοζάκο. Βλέπεις στη θέση που βρίσκεται είναι χειρότερα κι από ζητιάνο, κι απ' ορφανό. Στο δρόμο, μακριά από το σπίτι, άρρωστος...»

Ο Τορτσακόφ ήπιε μισό ποτήρι τσάι και δεν άγγιξε τίποτα άλλο. Δεν ήθελε να φάει, το τσάι του φαινόταν άνοστο, σα χόρτο, και μελαγχόλησε ξανά.


Boris Mikhailovich Kustodiev, Πασχαλινό φιλί, 1916.
__________

Μετά το φαγητό έπεσαν για ύπνο. Όταν δύο ώρες αργότερα η Λιζαμπέτα ξύπνησε, τον είδε να στέκεται στο παράθυρο και να κοιτάζει στην αυλή. 

«Σηκώθηκες κιόλας;» τον ρώτησε η σύζυγος.

«Δεν έχω ύπνο... Αχ, Ελιζαμπέτα», αναστέναξε, «τον προσβάλαμε τον κοζάκο!»

«Πάλι μ' αυτόν τον κοζάκο! Σου κόλλησε αυτός ο κοζάκος. Ας πάει στην ευχή του Θεού».

«Υπηρέτησε τον τσάρο, μπορεί να 'χυσε το αίμα του, κι εμείς του φερθήκαμε σα να 'ταν γουρούνι. Θα έπρεπε αφού ήταν άρρωστος να τον φέρουμε σπίτι, να τον ταΐσουμε, κι αντί γι' αυτό ούτε ένα κομμάτι ψωμί δεν του δώσαμε».

«Ναι, και να σ' άφηνα να μου μαγαρίσεις το τσουρέκι και μάλιστα το αγιασμένο! Ήσουν ικανός να το δώσεις όλο στον κοζάκο, κι εγώ με τι μούτρα θα γυρνούσα σπίτι; Βλέπεις τι είσαι;»

Ο Μαξίμ άφησε ήσυχα τη σύζυγό του, πήγε στη κουζίνα, τύλιξε σε μια πετσέτα ένα κομμάτι τσουρέκι και πέντε αυγά και πήγε στους εργάτες που ήταν στο υπόστεγο.

«Κουζμά, άσε το ακορντεόν», είπε σ' έναν απ᾿ αυτούς. «Σέλωσε τον Άγριο ή τον Ιβάν και πήγαινε γρήγορα στην Κριβάγια Μπαλότσκα. Εκεί είναι ένας άρρωστος κοζάκος με τ' άλογό του. Να... δώσ' του αυτά. Μπορεί να μην έχει φύγει ακόμη».

Ο Μαξίμ έγινε και πάλι χαρούμενος, αλλά περιμένοντας αρκετές ώρες τον Κούζμα, δεν άντεξε, σέλωσε ένα άλογο πήγε να τον συναντήσει. Τον βρήκε στην Μπαλότσκα. 

«Λοιπόν; Τον βρήκες τον κοζάκο;»

«Δεν είναι πουθενά. Θα πρέπει να 'φυγε».

«Χμ... τι ιστορία κι αυτή!»

Ο Τορτσακόφ πήρε το ζεμπίλι από τον Κούζμα και πήγε να ψάξει παραπέρα. Έφτασε μέχρι το χωριό και ρώτησε τους μουζίκους:

«Αδέλφια, μήπως είδατε έναν άρρωστο κοζάκο με τ' άλογό του; Μήπως πέρασε απ' εδώ; Έχει ρούσα μαλλιά, αδύνατος, με κανελί άλογο».

Οι μουζίκοι κοίταξαν ο ένας τον άλλον και είπαν ότι δεν είδαν κανένα κοζάκο.

«Ο ταχυδρόμος της επιστροφής πέρασε, αυτό είναι γεγονός, κοζάκος ή κάποιος άλλος όχι».

Επέστρεψε ο Μαξίμ σπίτι του για το γεύμα. «Έχει κολλήσει στο μυαλό μου αυτός ο κοζάκος!» είπε στη σύζυγό του. «Δεν μ' αφήνει να κοιμηθώ. Συνέχεια σκέφτομαι: κι αν ο Θεός ήθελε να μας δοκιμάσει κι έστειλε άγγελο ή κάποιον άγιο με την μορφή κοζάκου. Βλέπεις γίνονται κι αυτά. Δεν φερθήκαμε καλά Ελιζαμπέτα μου στον άνθρωπο!»

«Πάλι γι' αυτόν τον κοζάκο μιλάς;» φώναξε η Ελιζαμπέτα, χάνοντας την υπομονή της. «Μιλάς και μιλάς και σταματημό δεν έχεις!»

«Ξέρεις, δεν είσαι καλόψυχη...» είπε ο Μαξίμ και την κοίταξε επίμονα στο πρόσωπο.

Για πρώτη φορά μετά τον γάμο παρατήρησε ότι η σύζυγός του δεν είναι αγαθή.

«Ας μην είμαι καλόψυχη», φώναξε αυτή και θυμωμένα χτύπησε το κουτάλι της, «δεν πρόκειται όμως να μοιράζομαι το αγιασμένο τσουρέκι μου με τον κάθε μεθύστακα!»

«Ε, όχι και μεθύστακας ο κοζάκος!»

«Μεθύστακας!»

«Και που το ξέρεις;»

«Για χαζή με πέρασες;»

Ο Μαξίμ, ενοχλημένος, σηκώθηκε από το τραπέζι κι άρχισε να κατηγορεί τη νεαρή του σύζυγο ότι είναι άκαρδη και ανόητη. Τότε αυτή έχοντας εκνευριστεί πολύ, έβαλε τα κλάματα και πήγε στην κρεβατοκάμαρα, απ' όπου φώναξε:

«Που να ψοφήσει ο κοζάκος σου! Παράτα με πια, με τον βρομιάρη το κοζάκο σου, χολερικέ, αλλιώς θα γυρίσω στον πατέρα μου!»

Σ' όλο το διάστημα μετά το γάμο τους, αυτός ήταν ο πρώτος καυγάς του Τορτσακόφ με τη σύζυγό του. Μέχρι τον εσπερινό πηγαινοερχόταν στην αυλή, σκεφτόταν τη σύζυγό του, σκεφτόταν τη συμφορά που τον βρήκε, αφού τώρα πια ήταν κακιά κι άσχημη. Και σα να το 'κανε επίτηδες ο κοζάκος δεν φαινόταν πουθενά, ενώ ο Μαξίμ πότε έβλεπε τα άρρωστα μάτια του, πότε άκουγε τη φωνή του, πότε έβλεπε την περπατησιά του...

«Αχ, αδικήσαμε τον άνθρωπο», μονολογούσε. «Τον αδικήσαμε!»

Το απόγευμα, όταν άρχισε να σουρουπώνει, ένιωσε μια πρωτόγνωρη, αφόρητη θλίψη. Από την θλίψη και τη στεναχώρια για τη σύζυγό του μέθυσε, όπως μεθούσε πριν παντρευτεί. Μεθυσμένος καθώς ήταν, άρχισε να βρίζει και να φωνάζει στη σύζυγό του ότι είναι κακιά, άσχημη και ότι την επαύριο κιόλας, θα τη στείλει πίσω στον πατέρα της.

Το πρωί της επόμενης ημέρας της γιορτής θέλησε να συνέλθει από το ποτό της προηγούμενης αλλά μέθυσε και πάλι.

Αυτή ήταν η αρχή της καταστροφής.

Τα άλογα, οι αγελάδες, τα γουρούνια και τα μελίσσια το ένα μετά το άλλο, άρχισαν να εξαφανίζονται από την αυλή, τα χρέη μεγάλωναν, η σύζυγος γινόταν αποκρουστική... Όλες αυτές οι συμφορές, όπως έλεγε ο Μαξίμ, οφείλονταν στο γεγονός ότι η σύζυγός του ήταν κακιά, μια ανόητη γυναικούλα και στο ότι ο Θεός θύμωσε μαζί της... εξαιτίας του άρρωστου κοζάκου. Άρχισε να πίνει ολοένα και πιο συχνά. Όταν ήταν μεθυσμένος καθόταν σπίτι κι έκανε φασαρίες, όταν ήταν νηφάλιος πήγαινε στη στέπα και περίμενε μήπως περάσει ο κοζάκος...

Άντον Τσέχοφ, Ο Κοζάκος, Ρωσικές Πασχαλινές Ιστορίες,
μτφρ. από τα ρωσικά: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, εκδόσεις Νάρκισσος.


Ρωσική πασχαλιάτικη καρτ ποστάλ των αρχών του 20ου αιώνα
__________


Ούτε ευλογημένα ούτε πατημένα... 

Nα, λοιπόν αδέλφια μου, που έφτασε η μεγάλη γιορτή, το Πάσχα των Ορθοδόξων. Οι πιστοί θα κουβαλήσουν άλλοι γουρουνόπουλα κι άλλοι τσουρέκια, για να πάρουν ευλογία. Ας κουβαλήσουν! Εγώ δεν πρόκειται. Ας είναι. Εγώ αδέλφια, το προηγούμενο Πάσχα είδα τα τσουρέκια να πέφτουν πάνω στο πόδι μου!

Και το κυριότερό ήταν ότι μπερδεύτηκα κι άργησα κι έχασα την αρχή. Φτάνω στον περίβολο της εκκλησίας και βλέπω ότι όλα τα τραπέζια ήταν πιασμένα. Παρακαλώ τους ορθόδοξους πολίτες να στριμωχτούν λίγο, αλλά εκείνοι δεν ήθελαν. Άρχισαν να με βρίζουν.

Άργησες, μου λένε, τέτοιος διάβολος που είσαι, άσε το τσουρέκι σου στο χώμα. Δεν έχει νόημα να στριμώχνεσαι και να σπρώχνεις – θα χαλάσεις το τσουρέκι σου.

Ε, αφού δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, άφησα κι εγώ το τσουρέκι μου στο χώμα. Όλοι όσοι είχαν αργήσει στο χώμα τ' άφηναν.

Μόλις το είχα ακουμπήσει κι άρχισαν να σημαίνουν οι καμπάνες.

Κάνω μια να δω και βλέπω τον παππούλη να 'ρχετε με την αγιαστούρα.

Βουτούσε την αγιαστούρα στον κουβά και ράντιζε τριγύρω του. Αλλουνού ράντιζε τα μούτρα, αλλουνού το τσουρέκι, άκρη δεν έβγαζες.

Πίσω από τον παππούλη πήγαινε ο διάκος με ένα δίσκο στα χέρια και μάζευε τις ελεημοσύνες.

«Μη τσιγκουνεύεστε», έλεγε, «ορθόδοξοι άνθρωποι! Βάλτε και κανένα νόμισμα στη μέση του δίσκου»

Περνώντας δίπλα μου, ο διάκος μπερδεύτηκε με τον δίσκο του και δίνει μια και πατάει πάνω στο πιάτο μου. Σφίχτηκε η καρδιά μου.

«Τι κάνεις εκεί», του λέω, «μακρυμάλλη, πάνω στο τσουρέκι μου βρήκες;... Τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου...»

«Με συγχωρείτε», μου λέει, «δεν το ήθελα».

Του λέω:

«Να σε κάψω Γιάννη να σ' αλείψω λάδι! Τώρα άντε να μου πληρώσεις την αξία του. Άντε ρίξε», του λέω, «πατέρα διάκε, το παραδάκι».

Σταμάτησαν την λιτανεία. Εμφανίζεται ο παπάς με την αγιαστούρα.

Λέει: «Σε ποιανού το τσουρέκι πάτησαν;»

«Στο δικό μου», λέω. «Ο διάκος, αυτός ο σκύλας γιος, πάτησε πάνω στο τσουρέκι μου».

Τότε ο παππούλης λέει:

«Τώρα θα ευλογήσω αυτό το τσουρέκι με τον αγιασμό. Μετά θα μπορεί να φαγωθεί. Όπως και να έχει πρόσωπο ιερό πάτησε πάνω του...»

«Όχι παππούλη», του λέω. «Ακόμη κι όλο τον κουβά να ρίξεις, εγώ πάλι δε συμφωνώ. Θέλω τα λεφτά μου πίσω».

Εκεί ήταν που άρχισε η φασαρία. Άλλος ήταν με το μέρος μου κι άλλος εναντίον μου. Ο κωδωνοκρούστης ο Βασίλιτς σκύβει από το καμπαναριό και ρωτάει:

«Να χτυπήσω τις καμπάνες ή να κάνω κράτει;»

Του λέω κι εγώ:

«Περίμενε Βασίλιτς, μη βαράς ακόμη. Αν αρχίσουν οι καμπάνες αυτοί εδώ θα με φάνε λάχανο».

Την ίδια στιγμή ο παπάς γυρνούσε γύρω-γύρω από μένα, έκανε σα να 'μουν άρρωστος και μ' έσπρωχνε με τα χέρια του.

Κι ο διάκος όμως, αυτός ο μακρυμάλλης διάβολος, ακούμπησε στον φράχτη και με μια αλυσιδούλα καθάριζε τις λάσπες που άφησε η μπότα του στο τσουρέκι μου.

Μετά μου έδωσαν ένα μικρό ποσό από τον δίσκο και με παρακάλεσαν να φύγω από εκεί, γιατί τάχα τους ενοχλούσαν οι φωνές μου.

Βγήκα κι εγώ έξω από την αυλή, έβαλα τις φωνές στον διάκο, τον στόλισα για τα καλά, και σηκώθηκα κι έφυγα.

Τώρα λοιπόν, τρώω τσουρέκια που δεν είναι ευλογημένα, ούτε πατημένα.

Η γεύση τους είναι η ίδια, η ταλαιπωρία όμως που πέρασα ήταν άστα να πάνε.

Μιχαήλ Ζόσενκο, Ένα πασχαλιάτικο περιστατικό, Ρωσικές Πασχαλινές Ιστορίες, 
μτφρ. από τα ρωσικά: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, εκδόσεις Νάρκισσος.


Yuriy Nikolayev, Πάσχα
__________


Copyright © 4/5/2024 Γεωργία Δημητροπούλου


Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

«Ναι, ήταν ένας παράξενος γάμος...», Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ – Όλγα Λεονάρντοβνα Κνίππερ


Τον έκανε να γελάει

Ο Τσέχωφ γνώρισε την Όλγα Κνίππερ το 1898, στις πρόβες του «Γλάρου· έπαιζε – και μάλιστα πολύ καλά – το ρόλο της ηθοποιού Αρκάντινα, μιας ελαφριάς γυναίκας, κοκέτας, ματαιόδοξης, αλλά τρυφερής και μελαγχολικής κάποιες στιγμές. 

Η Όλγα Λεονάρντοβνα είχε ταλέντο και αγαπούσε τη δουλειά της. Ήταν μια κοπέλα έξυπνη και δυναμική. Κυρίως, γεμάτη ζωντάνια και ενεργητικότητα - ο λεπτεπίλεπτος Τσέχωφ έβρισκε σ’ αυτό το πλάσμα μια μαχητικότητα, μια φλόγα, μια αγάπη για τη ζωή που του άρεσαν.


Ήταν εύθυμη, ήξερε να τον διασκεδάζει. Του μιλούσε για τις συναδέλφους της, για τις τουαλέτες της, για «τη σαλάτα που είχε φάει πριν λίγο, με πατάτες, αγγούρι, ρέγκες, κρεμμύδια και μοσχάρι», και όχι μόνο για την τέχνη και το θέατρο. Δεν ενδιαφερόταν αποκλειστικά για τα λογοτεχνικά σχέδιά του, αλλά και για το αν του είχαν βουρτσίσει καλά τα ρούχα, αν έτρωγε με όρεξη και για το αν μεγάλωναν τα μικρά δέντρα και τα λουλούδια στον κήπο της Γιάλτας. 

Τον έκανε να γελάει. Εξάλλου, δεν βρήκε από την αρχή το ύφος που ταίριαζε στη σχέση τους. Στις αρχές ενός έρωτα. η γυναίκα προσπαθεί πάντα, συνειδητά ή ασυνείδητα, να πλάσει έναν εαυτό σύμφωνο με την επιθυμία του άντρα που αγαπάει. Δοκιμάζει διάφορες ψυχικές διαθέσεις, όπως δοκιμάζει καπέλα μπροστά στον καθρέφτη, μέχρι ν’ ακούσει τη φωνή του εραστή να αποφαίνεται: «Αυτό σου πάει πολύ. Κράτησέ το».

Ο Τσέχωφ διαβάζει το «Γλάρο» με τα μέλη του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας.(Η Όλγα στα αριστερά  του Τσέχωφ)
___________________

Γάμος εν κρυπτώ....

Μέχρι την άνοιξη του 1901, όλα παρέμεναν αόριστα και παράξενα ανάμεσά τους. Περνούσαν μαζί λίγο καιρό το καλοκαίρι στη Γιάλτα, αντάμωναν στο γραφείο του συγγραφέα τα βράδια, ενώ η μητέρα και η αδελφή του Τσέχωφ κοιμούνταν. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, έπνιγαν τους θορύβους των φιλιών και των γέλιων τους, φλυαρούσαν κι έπιναν καφέ, που ετοίμαζε τελετουργικά η Όλγα· και σώπαιναν. Εκείνος δεν έλεγε τα λόγια που περίμενε η Όλγα: δεν όριζε την ημερομηνία του γάμου. Δίσταζε. Πώς μπορούσε να την απομακρύνει από το θέατρο; Εκείνη δεν θα ήθελε, κι εκείνος, που πάντα σεβόταν την ελευθερία του άλλου, δεν θα τολμούσε να της ζητήσει τέτοια θυσία.

Αλλά εκείνη τον αγαπούσε και είχε αποφασίσει ότι θα τον έκανε δικό της. Στη Ρωσία, τις περισσότερες φορές, αυτά τα πράγματα τα αποφάσιζε η γυναίκα. Ο άντρας, πιο μαλακός, παθητικός και ονειροπόλος, εμπιστευόταν πρόθυμα τη ζωή του στα χέρια της συντρόφου του.


Πέμπτη, 19 Απριλίου 1901

«Αν μου υποσχεθείς ότι κανείς, μα κανείς, στη Μόσχα δεν θα μάθει για το γάμο μας, παρά αφού θα έχει γίνει, θα σε παντρευτώ την ημέρα κιόλας της άφιξής μου. Μου προκαλούν τρόμο το γαμήλιο τραπέζι και οι ευχές και το ποτήρι με τη σαμπάνια που πρέπει να κρατάς στο χέρι, χαμογελώντας συνέχεια.» 

Πράγματι, ο γάμος περιβλήθηκε με τόσο μυστήριο που ακόμη και οι πιο στενοί συγγενείς του Τσέχωφ δεν έμαθαν τίποτα. Ούτε ο αδελφός του, ο Ιβάν Πάβλοβιτς, ο οποίος πήγε να τον δει τη μέρα του γάμου, δεν κατάλαβε τίποτα. Ο συγγραφέας και η ηθοποιός παντρεύτηκαν την Παρασκευή 25 Μαΐου 1901, σε μια μικρή εκκλησία της Μόσχας, παρουσία μόνο των τεσσάρων μαρτύρων που απαιτούσε ο νόμος.

Ο Τσέχωφ και η γυναίκα του πέρασαν την άνοιξη πλάι στον Βόλγα, σ' ένα σανατόριο, και μετά έφυγαν για τη Γιάλτα. Αλλά δεν θα έμεναν για πολύ μαζί: ήταν φθινόπωρο και άρχιζε η νέα θεατρική σεζόν. Η Όλγα Κνίππερ άφησε τον άντρα της στην Κριμαία και επέστρέψε στη Μόσχα.



«Σ’ έχω συνηθίσει λες κι είμαι μικρό παιδί...» 

Κι έτσι, άρχισε για το ερωτευμένο ζευγάρι μια παράξενη ζωή. Αλλεπάλληλοι χωρισμοί, νοσταλγία, παρεξηγήσεις, μάταιες ελπίδες. Και για τον Τσέχωφ, η μοναξιά και πάλι.
Στις αρχές του γάμου τους, είχε γράψει στην Όλγα Λεονάρντοβνα: 

«Ο βήχας μού παίρνει όλη μου την ενέργεια... Σκέψου εσύ για το μέλλον. Πάρε την κατάσταση στα χέρια σου. Εγώ θα κάνω ό,τι μου λες».


Είχε αγαπήσει τη φλόγα της, τη ζωντάνια της, ίσως και μια κάποια αρσενική ψυχρότητα που κρυβόταν πίσω από την πολύ θηλυκή, πολύ γοητευτική συμπεριφορά της. Η Όλγα έκλαιγε συχνά· είχε «τα νεύρα της». Έλεγε πως μόνο εκείνος μπορούσε να την παρηγορεί, να την καθησυχάζει, πως τον είχε ανάγκη, στην πραγματικότητα, όμως, ο Τσέχωφ έβλεπε ότι δεν τον χρειαζόταν. Και τι ζωή μπορούσε να της προσφέρει; Τη ζωή μιας νοσοκόμας στη θλιβερή, σκονισμένη Γιάλτα, τη στιγμή που εκείνη μπορούσε να δουλεύει, να ταξιδεύει, να διασκεδάζει, να μαθαίνει καινούργια πράγματα - να ζει, με δυο λόγια. 

Ο Τσέχωφ με την Όλγα και την αδελφή του Μάσα στην Γιάλτα, 1902
________________


Οποιοσδήποτε άλλος τρόπος ζωής θα της ήταν θυσία, και ο Τσέχωφ δεν ήθελε να της ζητήσει θυσίες. Για μια Λατίνα η κατάσταση θα ήταν πιο απλή, εκείνη όμως ήταν Βόρεια: της φαινόταν πολύ σκληρή η απόλυτη αφοσίωση στον άντρα. Αλλά και για τον Τσέχωφ ένα τέτοιο δώρο θα ήταν παράλογο και πρωτόγονο. Η γυναίκα του ήταν ένα ανθρώπινο πλάσμα, όπως κι αυτός. Έπρεπε να ζήσει μια γεμάτη ζωή· όσο για τον ίδιο, «φαίνεται πως αυτό είναι το ριζικό μου», έλεγε. Σπάνια παραπονιόταν, και πάντοτε με εξαιρετική διακριτικότητα και λεπτότητα: 
24 Αυγούστου 1901

«Πλήττω πολύ χωρίς εσένα. Σ’ έχω συνηθίσει λες κι είμαι μικρό παιδί...» 


27 Αυγούστου 1901

«Σ’ αγαπώ, πλήττω μακριά σου, χαρά μου, μικρή Γερμανίδα μου, κοριτσάκι μου. Ήδη το δεύτερο γράμμα σου είναι πιο σύντομο, φοβάμαι μήπως απομακρυνθείς από μένα ή μήπως συνηθίσεις να μην μ’ έχεις κοντά σου.» 


5 Νοεμβρίου 1901

«Λαχταράω με πάθος να δω τη γυναίκα μου. Μου λείπει πολύ, και αυτή και η Μόσχα, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Σε σκέφτομαι, σε θυμάμαι σχεδόν κάθε ώρα. Σ’ αγαπώ, γλυκιά μου...» 

Η Όλγα στο ρόλο της Έλενα Αντρέεβνα, Θείος Βάνιας 
Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, 1899
___________


«Χωρίς δουλειά, θα πεθάνω από πλήξη..»

Κι εκείνη
 υπέφερε. Τον αγαπούσε με τρυφερό πάθος κι ένιωθε τύψεις. Πόσο καλά, πόσο ήρεμα ζούσαν μαζί, τους καλοκαιρινούς μήνες ή στις σύντομες συναντήσεις τους στην Κριμαία ή στη Μόσχα. Τον φρόντιζε πολύ, την απασχολούσε το ντύσιμό του, η διατροφή του. Όταν έλειπε εκείνη, τα δείπνα του δεν ήταν καλά· οι υπηρέτες δεν άναβαν τις σόμπες, παραμελούσαν τα καθήκοντά τους. Είχε, βέβαια, τη μητέρα του και μια γριά υπηρέτρια να τον προσέχουν, αλλά η μία ήταν εβδομήντα ετών και η άλλη ογδόντα. Έβαζαν τα δυνατά τους για να τον περιποιούνται, όμως το αποτέλεσμα ήταν μέτριο. 

Ναι, ο Τσέχωφ χρειαζόταν τη γυναίκα του, και η Όλγα συλλογιζόταν με λύπη τον άρρωστο και μόνο συγγραφέα, συλλογιζόταν το «αγαπημένο, γλυκό του πρόσωπο», τα «μάτια του, γεμάτα αγάπη και τρυφερότητα». Και τότε του έγραφε: 

«Θα ήθελα να είμαι κοντά σου. Κακίζω τον εαυτό μου που δεν μπορώ να εγκαταλείψω τη σκηνή. Ούτε κι εγώ δεν καταλαβαίνω τι γίνεται μέσα μου. κι αυτό με θυμώνει... Πονάω όταν σκέφτομαι ότι είσαι μόνος σου εκεί πέρα, ότι είσαι λυπημένος, ότι πλήττεις, ενώ εγώ ασχολούμαι εδώ με πράγματα εφήμερα, αντί να δώσω όλο τον εαυτό μου στην αγάπη μου».

Η Όλγα στο ρόλο της Έλενα Αντρέεβνα, Θείος Βάνιας 
Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, 1899
_________

Του τα έγραφε αυτά, αλλά όταν ο Τσέχωφ έκανε πως συμφωνούσε («Θέλεις ν' αφήσεις το θέατρο; Το λες αλήθεια;») εκείνη έσπευδε να αναφωνήσει: 

«Χωρίς δουλειά, θα πεθάνω από πλήξη. Θα σέρνομαι από τη μια γωνιά στην άλλη, όλο νεύρα. Έχω ξεσυνηθίσει να μην κάνω τίποτα, και δεν είμαι πια αρκετά νέα ώστε να γκρεμίσω μέσα σε μια στιγμή όσα έχτισα με πολύ κόπο».

Τα λόγια αυτά έβγαιναν μέσα από την καρδιά της. Ήταν δύσκολο για μια δραστήρια και ταλαντούχα γυναίκα ν’ απαρνηθεί τις θεμιτές φιλοδοξίες της. Ο Τσέχωφ το κατάλαβε, και όχι μόνο δεν εξέφρασε ξανά κανένα παράπονο, αλλά έκανε και κάτι περισσότερο: με μια μεγαλειώδη ευγένεια ψυχής προσπάθησε να την παρηγορήσει, να την καθησυχάσει, να της δείξει ότι δεν ήταν ένοχη: 

«Για όσα δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί, δεν φταίμε ούτε εσύ ούτε εγώ, αλλά ο δαίμονας που έβαλε μέσα μου βάκιλους και μέσα σου την αγάπη για την τέχνη».

Η Όλγα Κνίππερ στις "Τρεις αδελφές", 1901
_________

«Ζω σαν καλόγερος και μόνο εσένα ονειρεύομαι...»

Και μ’ αυτόν τον τρόπο συνεχιζόταν η ζωή τους. Η Όλγα Κνίππερ βρισκόταν στη Μόσχα ή στην Αγία Πετρούπολη. Θεατρικές επιτυχίες, σκληρή αλλά γόνιμη δουλειά, φιλίες με διάσημους άντρες και αστραφτερές γυναίκες: αυτό ήταν το τυχερό ριζικό της νέας ηθοποιού.

Τον ίδιο καιρό, ο Τσέχωφ περιέγραφε κι αυτός τον δικό του τρόπο ζωής: είχε αιμοπτύσεις για κάποιες μέρες, αλλά τώρα πήγαινε καλύτερα. Η γυναίκα του δεν έπρεπε ν' ανησυχεί καθόλου. Έβαζε μια κομπρέσα που ήταν τεράστια και πολύ άβολη. Στη Γιάλτα δεν υπήρχε κρέμα. Οι γιατροί τού συνιστούσαν να τρώει πολύ· προσπαθούσε, αλλά τις περισσότερες φορές δεν είχε καθόλου όρεξη. Είχε πιάσει δύο ποντίκια: ποιος θα τολμούσε να πει πως έμενε άπρακτος; Έβρεχε, έκανε κρύο. 

Δεν μπορούσε η γυναίκα του να πάει κοντά του για δυο τρεις μέρες; Όχι περισσότερο. Όχι; Ήταν αδύνατον; Τόσο το χειρότερο! Μήπως θα ερχόταν τα Χριστούγεννα; Όχι; Θα έκανε πρόβες ένα καινούργιο έργο; Δεν θα είχε ούτε μια μέρα ελεύθερη; Λυπόταν πάρα πολύ που τον στεναχωρούσε. Την περίμενε; Καημένε Αντόν! Αλλά όχι: «Δεν σε περιμένω για τις γιορτές, δεν πρέπει να έρθεις, αγαπούλα μου», της έγραψε. «Δούλεψε, θα έχουμε πάντα καιρό να ζήσουμε μαζί. Την ευχή μου να ’χεις, κοριτσάκι μου.» Θα τα κατάφερνε ίσως να πάει να τον δει την πρώτη βδομάδα της Σαρακοστής;


Α! Αδηφάγο θέατρο! Ναι, η 'Ολγα προσπαθούσε να μείνει μακριά από τη σκηνή για τέσσερις πέντε μέρες, πήγαινε να τον βρει, οργάνωνε μια απομίμηση σπιτικού. Καθόταν δίπλα του, στη μεγάλη πολυθρόνα, ή γονατιστή στα πόδια του. Του μιλούσε για το θέατρο, του τραγουδούσε τ’ αγαπημένα του τραγούδια, και μετά ξανάφευγε. Ο Τσέχωφ έμενε μόνος. Έβγαινε να καθίσει στο παγκάκι του, στον ήλιο, ανάμεσα στα αγαπημένα του ζώα. στους σκύλους, στους κύκνους που έκρωζαν με βραχνή, παράξενη φωνή. Σηκωνόταν να κλαδέψει τις τριανταφυλλιές, αλλά πολύ γρήγορα λαχάνιαζε και κουραζόταν και τότε, σερνόταν πάλι μέχρι το παγκάκι του.

Έγραφε: «Ο Θεός μαζί σου. Να είσαι πάντα γερή και χαρούμενη, κορίτσι μου. Γράφε πιο πολύ στον κακό άντρα σου. Όταν είσαι λυπημένη, δείχνεις άχρωμη, γερασμένη, ενώ όταν είσαι χαρωπή, όπως συνήθως, είσαι ένας άγγελος». (15 Δεκεμβρίου 1901)

Εκείνη είχε πάλι πιει και είχε χορέψει μέχρι τις οκτώ το πρωί. «Αν ήξερες πόσο σε ζηλεύω! Ζηλεύω το κουράγιο σου, τη δροσιά σου, την υγεία σου, το χιούμορ σου...» «Ζω σαν καλόγερος και μόνο εσένα ονειρεύομαι...»

Ναι, ήταν ένας παράξενος γάμος, σίγουρα, όμως, υπήρχε έρωτας εξίσου φλογερός και από τις δύο πλευρές. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει συνήθως, στη δική τους περίπτωση αυτός που θυσίαζε την ευτυχία του για την ευτυχία της συντρόφου του ήταν ο άντρας· και η γυναίκα δεχόταν τη θυσία. Ωστόσο, αυτή η αντιστροφή των ρόλων παραβίαζε τόσο κατάφορα τα πρότυπα, ώστε γέμιζε ενοχές την Όλγα Κνίππερ και δεν την άφηνε να είναι απόλυτα ευτυχισμένη.

O Τσέχωφ με τη μητέρα του Ευγενία, την αδελφή του Μάσα και την Όλγα στη Γιάλτα
____________

«Υπόφερε και σώπαινε...»

Σπάνια μιλούσαν για όσα τους χώριζαν. Τι νόημα είχε; Όσο γερνούσε, ο συγγραφέας γινόταν όλο και πιο συνεσταλμένος και συγκρατημένος. Δεν ήθελε ούτε να παραπονιέται, ούτε να εξηγεί τι θα επιθυμούσε. Τα λόγια ήταν όλα ψεύτικα. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τον άλλον. Και προπαντός, μακριά από όρκους, ηθικολογίες και μεγάλες κουβέντες. Δεν ωφελούν σε τίποτα. Καθένας πεθαίνει μόνος, όπως μόνος έχει ζήσει. Κι αυτή τη μοναξιά δεν μπορούν να την ανακουφίσουν ούτε ο έρωτας ούτε η φιλία. Καλύτερη η σιωπή, λοιπόν. Καλύτερα να υποφέρεις και να σκύβεις το κεφάλι χωρίς να λες τίποτα. «Υπόφερε και σώπαινε... Ό,τι κι αν λένε οι άλλοι, ό,τι κι αν σκέφτεσαι εσύ, μη μιλάς, μη μιλάς...

Λαχταρούσε μ' όλη του την ψυχή τη γαλήνη, την αποστασιοποίηση, μα δυσκολευόταν να τα βρει. Ήταν πολλά αυτά που θεωρούσε σπουδαία για τον ίδιον: η επιτυχία των έργων του και των βιβλίων του, η γυναίκα του, η υγεία του. Και σιγά σιγά, θα τα έχανε όλα.
Ήταν ξαπλωμένος στο γραφείο του. Είχε πυρετό Αναστέναζε: «Δεν είναι πολύ ευχάριστο να ζεις για να πεθάνεις, αλλά να ζεις ξέροντας πως θα πεθάνεις νωρίς είναι ηλίθιο...». 

Η ζωή δεν έχει κανένα νόημα. Κι αν έχει, είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να το βρει· η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να το συλλάβει. Ο άνθρωπος μπορεί να εξουσιάζει μόνο τον εαυτό του και την ψυχή του. Με πολλή καρτερία, ευγένεια, αξιοπρέπεια και στωικότητα μπορεί κανείς να ξαναπλάσει την καρδιά του. Γι’ αυτό, τουλάχιστον, ο Τσέχωφ έδειχνε να είναι σίγουρος. 


Γιάλτα 1903 - δωμάτιο εργασίας
_____________

Πόσο σιχαινόταν τη Γιάλτα! Η Κριμαία ήταν ωραία, αλλά αυτή η πόλη, «κοσμοπολίτικη και μικροαστική μαζί», έμοιαζε με εμποροπανήγυρη. «Ξενοδοχεία σαν κουτιά, όπου μαραίνονται κακόμοιροι φυματικοί, αναιδείς μούρες Τατάρων... κολόνιες, αντί για την ευωδία των κέδρων και της θάλασσας.» Ποτέ δεν του είχε αρέσει η Γιάλτα· τώρα, όμως, του ήταν ανυπόφορη. Πόσο θα ήθελε να φύγει από κει! 

Οι τρεις αδελφές δεν παύουν να επαναλαμβάνουν: «Στη Μόσχα! Στη Μόσχα!». Αντανακλούν την επιθυμία του ίδιου του Τσέχωφ. Του έλειπε η Μόσχα, οι δυνατές καμπάνες της, ο παγωμένος αέρας της, τα έλκηθρά της... Στη Μόσχα βρισκόταν η ζωή, το θέατρο, ο έρωτας! Ενώ εκεί, στη Γιάλτα, έκανε άσκοπους περιπάτους πλάι στη θάλασσα. 

Ήταν ένας αδύνατος άντρας με ελαφρύ περπάτημα και τρυφερό, σχεδόν θηλυκό, βλέμμα. Το ρυτιδωμένο πρόσωπο γινόταν όλο και πιο σκοτεινό. Τα μαλλιά είχαν μακρύνει, το γενάκι ήταν απεριποίητο. Οι κοπελιές τον κοίταζαν με λατρεία. 


Το σπίτι της Γιάλτας χτίστηκε το 1898. Ο Τσέχοφ εγκαταστάθηκε εκεί μετά τον θάνατο του πατέρα του. «Ήταν, ίσως το πιο αυθεντικό σπίτι στη Γιάλτα. Ένα λευκό, αγνό, ζεστό και ασύμμετρα όμορφο..» Έτσι το περιέγραψε ο Ρώσος συγγραφέας Aleksandr Kurpin.
___________

Όταν ο Τσέχωφ έφυγε από τη ζωή, το σπίτι φρόντιζε η αδερφή του Μάσα, που κατάφερε να μην πειραχτεί τίποτα από μέσα. Το σπίτι αναστηλώθηκε το 2010 και σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.
__________

Στη Γιάλτα είχε χτίσει ένα λευκό σπιτάκι σε μια λεωφόρο στρωμένη ακόμη με χώμα. Ζούσε εκεί με τη μητέρα του. Τα δωμάτια ήταν πάντα σιωπηλά και κρύα. Όταν έπεφτε το βράδυ, επάνω στο γραφείο του έκαιγαν δυο κεριά. Μερικές φορές, περνούσε μέρες ολόκληρες ακίνητος σε μια πολυθρόνα, με τα μάτια κλειστά. Η γριά μητέρα του δίσταζε, αναστέναζε (ήξερε ότι του Αντόν Πάβλοβιτς δεν του άρεσε να του μιλάνε για την υγεία του), ώσπου δεν κρατιόταν άλλο. Τον πλησίαζε και τον ρωτούσε δειλά δειλά: «Πονάς, Αντόσα;».

«Ποιος, εγώ; Όχι»
, της απαντούσε. «Δεν είναι τίποτα. Έχω λίγο πονοκέφαλο.»

Όποτε αισθανόταν καλύτερα, έβγαινε στον κήπο και από εκεί κοίταζε το νεκροταφείο των Τατάρων, που βρισκόταν αρκετά κοντά, λουσμένο στον ήλιο. Να θυμόταν άραγε την αστόχαστη ευχή του:

«... Την ευτυχία που συνεχίζεται από μέρα σε μέρα, από το ένα πρωί στο άλλο πρωί, δεν θα την άντεχα. Υπόσχομαι να γίνω ένας πολύ καλός σύζυγος, βρείτε μου όμως μια γυναίκα που, παρόμοια με το φεγγάρι, δεν θα εμφανίζεται κάθε μέρα στον ορίζοντά μου». (Γράμμα στον Σουβόριν, 1895)



Ο Τσέχωφ στο σπίτι της Γιάλτας
__________

«...από πολύ ψηλά, από κει που πετάνε τα πουλιά.» 

Ο Τσέχωφ έγραφε το Βυσσινόκηπο, φυσικά, για να παιχτεί από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Εκείνη τη σεζόν (1903- 1904), οι γιατροί επέτρεψαν επιτέλους στον Τσέχωφ να φύγει από τη Γιάλτα. Ήταν ευτυχισμένος. Θα ξανάβρισκε το χιόνι και τον πάγο που αγαπούσε. Χαιρόταν σαν παιδί που περιεργάζεται το λούτρινο ζωάκι του και τον γούνινο σκούφο του.

«Ήταν σαν η μοίρα να είχε αποφασίσει να του φερθεί με καλοσύνη και να του δώσει, επιτέλους, έστω και για λίγο, όλα όσα αγαπούσε...», γράφει η Όλγα Κνίππερ. «Τη Μόσχα, το χειμώνα, το θέατρο!»

Η παράσταση του Βυσσινόκηπου ήταν ένας θρίαμβος. Στην τελευταία πράξη του Βυσσινόκηπου, το κοινό είδε να ανεβαίνει στη σκηνή ένας αδύναμος χλομός άντρας: ο Αντόν Τσέχωφ. Ακουγε τις επευφημίες που έφταναν ως αυτόν «πολύ προσεκτικά, πολύ σοβαρά». Ο κόσμος θαύμαζε τον συγγραφέα, σεβόταν τον άνθρωπο. Στο πρόσωπό του δεν δόξαζαν μόνο τον «Ρώσο Μωπασσάν», αλλά και μια ανθρώπινη ύπαρξη που είχε ζήσει με πολύ κουράγιο και αξιοπρέπεια. 

Στα χειροκροτήματα ποο τον αποθέωναν εκείνο το βράδυ υπήρχε και μια δόση σνομπισμού και δημαγωγίας· ο Τσέχωφ, που δεν γελιόταν ποτέ, το αισθανόταν και ίσως γι' αυτό το βλέμμα του ήταν τόσο διεισδυτικό, τόσο σοβαρό. «Έδινε την εντύπωση ότι παρακολουθούσε τον ενθουσιασμό τους από πολύ ψηλά, από κει που πετάνε τα πουλιά.» Αλλά μέσα σ’ εκείνη την αχλή της δόξας υπήρχε και το αγνό άρωμα του σεβασμού και της αγάπης, κι αυτό τον έκανε ευτυχισμένο. Με δυσκολία στεκόταν στα πόδια του. Από κάτω, του φώναζαν: «Καθίστε, Αντόν Πάβλοβιτς, ξεκουραστείτε!».

Εκείνος δεν ήθελε· χρειάστηκε να τον καθίσουν με το ζόρι σχεδόν σε μια πολυθρόνα που την έσυραν πάνω στη σκηνή. Τώρα έδειχνε ακόμη πιο χλομός και αδύνατος- όλοι καταλάβαιναν ότι είχαν μπροστά τους έναν καταδικασμένο άνθρωπο. Ήταν 17 Φεβρουάριου 1904. Είχαν περάσει ακριβώς σαράντα τέσσερα χρόνια από τότε που είχε γεννηθεί σ’ ένα φτωχόσπιτο του Ταγκανρόγκ αυτός ο γιος μαγαζάτορα. Ίσως εκείνη τη στιγμή να συλλογιζόταν τα μακρινά παιδικά του χρόνια, ίσως πάλι να συλλογιζόταν το θάνατο που ζύγωνε.


Ο Βυσσινόκηπος στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. 
Η Όλγα Κνίππερ στο ρόλο της Ρανέβσκαγια
Πρεμιέρα στις 17 Ιανουαρίου 1904 και τιμητική εκδήλωση για τον συγγραφέα. 
___________

«Δεν βάζουν πάγο πάνω σε μια άδεια καρδιά...»


Στις αρχές του καλοκαιριού, έφυγε με τη γυναίκα του για το Μπάντενβαϊλερ· ήταν μια γερμανική λουτρόπολη, φωτεινή και καθαρή, στον Μέλανα Δρυμό. Πέρασε λίγες μέρες στο Βερολίνο· οι γερμανοί γιατροί διαπίστωσαν ότι η καρδιά του εμφάνιζε σημάδια κόπωσης. Όσο για τους πνεύμονες, ήταν κατεστραμμένοι, δεν θα ζούσε περισσότερο από έξι ή οκτώ μήνες. Παρ’ όλα αυτά, η Όλγα Λεονάρντοβνα δεν έχανε την ελπίδα της. Ακόμη κι ο ίδιος ο Τσέχωφ είχε μέρες που ένιωθε καλά, που ξανάβρισκε τη χαρούμενη διάθεσή του. Έκανε σχέδια για δουλειές, για ταξίδια. 

Ωστόσο, φεύγοντας από το Βερολίνο έδωσε εντολή να κατατεθούν στο λογαριασμό της γυναίκας του κάποια χρήματα που περίμενε να πάρει. Ο φίλος στον οποίο απευθύνθηκε γι' αυτό το ζήτημα ξαφνιάστηκε και ζήτησε να μάθει το λόγο. Ο Τσέχωφ δίστασε, και μετά: «Έτσι», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους. «Για κάθε ενδεχόμενο.»



Βρήκε ένα ευχάριστο ξενοδοχείο μ’ έναν ωραίο κήπο. Το δωμάτιό του είχε ήλιο μέχρι τις εφτά το βράδυ. Καθόταν έξω, στο μπαλκόνι· κοίταζε την πόλη, τους διαβάτες, τα βουνά πέρα στο βάθος. Πάθαινε σοβαρές κρίσεις δύσπνοιας. Δεν μιλούσε καθόλου, ύστερα μια πονηρή έκφραση περνούσε από το πρόσωπό του, που το έτρωγε ο πυρετός. Και τότε διηγούνταν κωμικές ιστορίες, μ’ αυτό το τρυφερό και ανάλαφρο, το εντελώς «τσεχωφικό» κωμικό ύφος, που έκανε την Όλγα Λεονάρντοβνα να κλαίει από τα γέλια.

Όσο πλησίαζε ο θάνατος, τόσο πιο ήρεμος, υπομονετικός και γλυκός γινόταν, αλλά και πιο απόμακρος· κλεινόταν στον εαυτό του, αναζητούσε στα βάθη της καρδιάς του μια νησίδα μοναξιάς. Ώσπου, μια ζεστή μέρα του Ιουλίου, αισθάνθηκε πολύ άσχημα. Τις τρεις επόμενες μέρες, φοβήθηκαν για τη ζωή του· ύστερα, έδειξε να συνέρχεται. Η καρδιά είχε αντέξει. Το τρίτο βράδυ, είπε στη γυναίκα του ότι ένιωθε πολύ καλύτερα.

«Πήγαινε να κάνεις έναν περίπατο, πήγαινε να τρέξεις λίγο στο πάρκο», της ψιθύρισε με σβησμένη φωνή.



Δεν τον είχε αφήσει λεπτό μέχρι τότε· φοβόταν. Εκείνος επέμεινε. Η Όλγα κατέβηκε τελικά για λίγο στον κήπο και, όταν γύρισε, τον βρήκε ανήσυχο. Της είπε να πάει να δειπνήσει. Δεν ήταν πεινασμένη; Μέχρι την τελευταία στιγμή, νοιαζόταν περισσότερο για κείνην παρά για τον εαυτό του. Αλλά ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχαν ακούσει το γκονγκ του δείπνου Η Όλγα Λεονάρντοβνα ξάπλωσε σ’ έναν μικρό καναπέ δίπλα στο κρεβάτι του Αντόν Πάβλοβιτς. Δεν μιλούσε· ήταν θλιμμένη και κουρασμένη, «αν και δεν μου περνούσε καθόλου από το μυαλό ότι το τέλος ήταν τόσο κοντά», είπε αργότερα.

Για να την κάνει να ξεχαστεί, ο Αντόν Πάβλοβιτς άρχισε να σκαρώνει ένα διήγημα, να φαντάζεται «μια πολύ σικ λουτρόπολη, με πολλούς χοντρούς και καλοταϊσμένους λουόμενους που έσκαγαν από υγεία, που τους άρεσε το φαγητό, Άγγλους και Αμερικάνους με κόκκινα μάγουλα· γυρίζουν όλοι στα σπίτια τους, λαχταρώντας ένα πλούσιο δείπνο, αλλά ο μάγειρας έχει φύγει». Πώς θ' αντιδράσουν όλοι αυτοί οι ευτυχισμένοι και κακομαθημένοι άνθρωποι σε τούτη την αναποδιά; 

Μιλούσε, η Όλγα Λεονάρντοβνα τον άκουγε γελώντας. Βράδιαζε. Σιγά σιγά, το ξενοδοχείο, η μικρή πόλη ησύχασαν, ώσπου αποκοιμήθηκαν μέσα στην αγκαλιά του δάσους και των λόφων. Ο άρρωστος σώπασε. Λίγες ώρες αργότερα, φώναξε τη γυναίκα του και της ζήτησε να καλέσει τον γιατρό. «Ήταν η πρώτη φορά που ζητούσε ο ίδιος γιατρό», είπε η Όλγα Λεονάρντοβνα.



Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο κόσμο, όλοι όμως κοιμούνταν και η γυναίκα του Τσέχωφ ένιωθε διπλά μόνη και εγκαταλειμμένη ανάμεσα σ’ εκείνο το αδιάφορο πλήθος. Θυμήθηκε ότι κοντά εκεί έμεναν δύο ρώσοι φοιτητές. Τους ξύπνησε. Ο ένας έτρεξε να βρει γιατρό, όσο η Όλγα έσπαγε πάγο για να τον βάλει πάνω στην καρδιά του ετοιμοθάνατου. Εκείνος έσπρωξε απαλά το χέρι της.

«Δεν βάζουν πάγο πάνω σε μια άδεια καρδιά...»

Ήταν μια ζεστή νύχτα του Ιούλη. Είχαν ανοίξει όλα τα παράθυρα, αλλά και πάλι ο άρρωστος δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Ο γιατρός του έκανε μια ένεση με καμφορούχο έλαιο, αλλά η καρδιά δεν τονώθηκε. Έφτανε το τέλος. Έφεραν σαμπάνια. «Ο Αντόν Πάβλοβιτς», γράφει η Όλγα Κνίππερ, «ανακάθισε και με πολλή σοβαρότητα είπε δυνατά στον γιατρό, στα γερμανικά (μιλούσε πολύ λίγο γερμανικά): Ich sterbe (Πεθαίνω). 

Ύστερα πήρε το ποτήρι, γύρισε το πρόσωπό του προς το μέρος μου, χαμογέλασε με το υπέροχο χαμόγελό του και είπε: 

“Πάει πολύς καιρός που έχω να πιω σαμπάνια”. Αδειασε αργά όλο το ποτήρι, ώς την τελευταία σταγόνα, και πλάγιασε μαλακά στο αριστερό πλευρό».

Την ίδια στιγμή, μπήκε στο δωμάτιο μια πεταλούδα της νύχτας, τεράστια και κατάμαυρη. Πετούσε από τοίχο σε τοίχο, χτυπιόταν πάνω στις αναμμένες λάμπες, έπεφτε με καμένα τα φτερά της, ύστερα ξανάρχιζε το τυφλό και μοιραίο πέταγμά της. Τέλος, ξαναβρήκε το ανοιχτό παράθυρο και χάθηκε. Εν τω μεταξύ, ο Τσέχωφ είχε σταματήσει να μιλάει, ν’ αναπνέει, να ζει.

Irène Némirovsky, Η Ζωή του Τσέχωφ, σελ. 200 - 233 (επιλογή), εκδόσεις Κέλευθος




Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

«Αν χρειαστείς κάποτε τη ζωή μου, έλα και πάρε την», Λύντια Αβίλοβα, Ο Τσέχοφ στη ζωή μου


Lydia Alexeyevna Avilova (15 Ιουνίου 1864 – 27 Σεπτεμβρίου 1943)


«΄Ελα αμέσως το δίχως άλλο, ο Τσέχοφ είναι εδώ».

Στις 24 Ιανουαρίου του 1889, η Λύντια Αβίλοβα θα συναντήσει για πρώτη φορά τον Τσέχοφ, στο σπίτι της αδελφής της Νάντια και του γαμπρού της, Σεργκέι Χουντέκοφ, εκδότη και αρχισυντάκτη της Εφημερίδας του Πέτερμπουργκ. Η Λύντια, που ονειρευόταν να γίνει συγγραφέας και καταγινόταν από παιδί με την ποίηση και την πεζογραφία, γνώριζε ήδη τον Τσεχόντε (ψευδώνυμο του Τσέχοφ) από τα έργα του, που δημοσίευε στην εφημερίδα του ο γαμπρός της.

«΄Ελα αμέσως το δίχως άλλο, ο Τσέχοφ είναι εδώ».

Καθώς έφτασα στης αδελφής μου αντίκρισα τον Τσέχοφ να πηγαινόρχεται μέσα στο γραφείο και σαν κάτι να διηγότανε, μα βλέποντάς με μπροστά στην πόρτα σταμάτησε.

— Επιτέλους, ήρθατε, δεσποινίς Φλώρα! φώναξε ο γαμπρός μου. Αντόν Πάβλοβιτς, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τη δεσποινίδα Φλώρα, μαθήτριά μου.

Ο Τσέχοφ με πλησίασε και μ’ ένα ευγενικό χαμόγελο κράτησε για μια στιγμή το χέρι μου μέσα στο δικό του. Κοιταχτήκαμε· εκείνος μου φάνηκε πως παραξενεύτηκε, πιθανόν από τ’ όνομα της Φλώρας. Ο γαμπρός μου μού είχε δώσει το παράνομα αυτό, επειδή είχα ζωηρά χρώματα και άφθονα μαλλιά, που τα έκανα καμιά φορά μακριές πλεξίδες.

— Τα έργα σας τα ξέρει απ’ έξω, συνέχισε ο γαμπρός μου, και σίγουρα πως θα σας στέλνει γράμματα γεμάτα θαυμασμό, μα δέν το λέει, το ’χει κρυφό.

Παρατήρησα πως ο Τσέχοφ είχε μάτια κάπως περιπαιχτικά και διαπεραστικά, φορούσε ένα κολάρο σα λαιμαριά αλόγου κι ο λαιμοδέτης του δεν ήταν αρχοντικός.[.....]

Στην τραπεζαρία ήταν στρωμένα δυο τραπέζια, ένα μακρόστενο για το φαγητό κι ένα άλλο για τους μεζέδες και τα ποτά. Εγώ στεκόμουν όρθια κοντά στον τοίχο. Ο Τσέχοφ, μ’ ένα πιάτο στο χέρι, ήρθε κοντά μου κι άρπαξε την κοτσίδα μου.

— Ποτέ δεν έχω δει τέτοιες κοτσίδες! — μου λέει.

Σκέφθηκα τότε πως είχε τόση οικειότητα μαζί μου, επειδή θα μ’ έπαιρνε για κανένα κορίτσι, για κάποια μαθήτρια. Αν ήξερε πως ήμουν παντρεμένη κι είχα κιόλα ένα αγόρι σχεδόν χρονιάρικο, τότε δε θα φερόταν έτσι.

Στο τραπέζι μάς είχαν βάλει δίπλα - δίπλα.

— Γράφει λιγάκι — λέει για μένα ο γαμπρός μου στον Τσέχοφ με συγκατάβαση, κι έχει μια στάλα ταλέντο, μια σπίθα... κι από ιδέες, ε, μια τρίχα, σαν τη μύτη της κότας, μα βρίσκεις κι από καμιά ιδέα σ’ όλα τα διηγήματά της.

Ό Τσέχοφ γύρισε χαμογελαστός σε μένα.

— Πρέπει να περιγράφετε, μου λέει, ό,τι βλέπετε, ό,τι νιώθετε, και να το περιγράφετε με φιλαλήθεια και ειλικρίνεια. Με ρωτούν συχνά τι σημαίνει τούτο ή εκείνο το διήγημά μου. Εγώ δεν απαντώ σε τέτοιες ερωτήσεις. Η δουλειά μου εμένα είναι να περιγράφω, κι αυτό μπορώ να το κάμω για οποιοδήποτε θέμα! — πρόσθεσε με χαμόγελο. Πέστε μου, παραδείγματος χάρη, να γράψω κάτι γι’ αυτή τη μποτίλια. Το διήγημά μου θα ’χει τότε για τίτλο «Η μποτίλια». Οι ζωντανές μορφές είναι εκείνες που γεννούν σκέψεις, ενώ το αντίθετο δεν είναι δυνατόν.

Ύστερα από μια παρατήρηση ενός καλεσμένου, κατσούφιασε κι ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του.

— Πραγματικά, — συνέχισε — ο συγγραφέας δεν είναι κανένα πουλί που κελαϊδεί, — και ποιος σας λέει πως αυτό θα το ήθελα; Η ζωή μου, η σκέψη μου, ο αγώνας μου, τα βάσανά μου, πρέπει ν’ αντανακλώνται στα διηγήματά μου. Τη ζωή την περιγράφω με ειλικρίνεια, — αυτή είναι η άντίληψή μου για την τέχνη, και μέσα στα διηγήματά μου θα βρείτε ό,τι δεν είχατε δει πρωτύτερα: την παρέκλιση της ζωής από τον κανόνα, τις αντιθέσεις της.


Ελένη Χατζηαργύρη (Άννα Πετρόβνα), Δημήτρης Χορν (Ιβάνωφ Νικολάι Αλεξιέγεβιτς). 
Από την παράσταση του "Ιβάνωφ" στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (1966-67) σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά.

Ο «Ιβάνωφ» είναι το πρώτο θεατρικό έργο που έγραψε ο Τσέχοφ, μέσα σε δύο εβδομάδες.  Η πρεμιέρα του έργου, στη Μόσχα του 1887, ήταν καταστροφική. Εδώ γίνεται λόγος για την πρώτη παράσταση του έργου στο θέατρο Αλεξαντρίσκι της Πετρούπολης, στις 31 Ιανουαρίου 1889.
_______________


Ξαφνικά γυρίζει σ’ εμένα και με ρωτά:

— Θα έρθετε στην πρώτη του Ι β ά ν ο φ;

— Είναι μάλλον απίθανο, θα είναι δύσκολο να βρω εισιτήριο.

— Θα σας στείλω εγώ
, λέει αμέσως. Μένετε εδώ, στο σπίτι του γαμπρού σας;

Εγώ έβαλα τα γέλια.

— Τελοσπάντων μπορώ να σας πω πως δεν είμαι ούτε δεσποινίς Φλώρα, ούτε μαθήτρια του γαμπρού μου, με λέει έτσι για να με πειράζει. Είμαι η αδελφή της γυναίκας του και μάλιστα παντρεμένη κι έχω και παιδί. Κι επειδή το θηλάζω, πρέπει να γυρίσω γρήγορα στο σπίτι μου.

Μόλις μ’ άκουσε ο γαμπρός μου, φώναξε:

— Θα ’ρθουν να σε πάρουν, δεσποινίς Φλώρα, αν είναι ανάγκη. Κατοικούμε πολύ κοντά — εξήγησε στον Τσέχοφ, κι ύστερα είπε σε μένα: έννοια σου, ο κλαψιάρης σου κοιμάται τώρα βαθιά! Μην την αφήσετε να φύγει, Αντόν Πάβλοβιτς!

Τότε ο Τσέχοφ σκύβει προς το μέρος μου και κοιτάζοντάς με μου λέει:

— Έχετε γιο; Τι θαύμα!

Πόσο δύσκολο είναι κάποτε να εξηγήσεις το παρελθόν και να το ζωντανέψεις! Τίποτα αλήθεια δεν είχε γίνει μεταξύ μας. Κάτι ματιές ο ένας στον άλλον, μα κι αυτό ήτανε πολύ για μας. Είχα νιώσει σαν ένα φωτεινό πυροτέχνημα, χαρούμενο κι ενθουσιαστικό, να έχει ανάψει στην ψυχή μου. Καμιά αμφιβολία δεν είχα πως το ίδιο τράνταγμα αιστάνθηκε κι αυτός και στις ματιές μας φάνηκε η αντανάκλαση της απορίας μας και της χαράς.

—Θα ξανάρθω, λέει ο Τσέχοφ, και θα ιδοθούμε πάλι, δεν είναι έτσι; Να μου δώσετε όλα σας τα χειρόγραφα κι ό,τι έχετε εκδόσει, θα τα διαβάσω όλα με πολλή προσοχή. Σύμφωνοι;

Όταν γύρισα σπίτι μου βρήκα τη νταντά να φασκιώνει το μωρό μου που βογγούσε κατσουφιασμένο κι ετοιμαζόταν να βάλει τα κλάματα.

— Λοιπόν, έχω ένα γιο; Τι θαύμα!— του κάνω χαμογελαστή και χαρούμενη.

Ο Μίσα, ο άντρας μου, μπήκε μαζί μου στην κάμαρα του παιδιού.

— Κοιτάξου στον καθρέφτη, μου λέει με ύφος οργισμένο. Είσαι κατακόκκινη και ξεχτένιστη. Τι σου ’ρθε μ’ αυτές τις κοτσίδες! Σίγουρα πως θα ’θελες να θαμπώσεις τον Τσέχοφ σου! Το μωρό κλαίει κι η μάνα του κοκεταρίζεται με τους λογοτέχνες.

Η λέξη «λογοτέχνης» ήταν για κείνον συνώνυμο μωρολογίας, — το ήξερα.

— Ο Τσέχοφ είναι ο «λογοτέχνης»; τον ρώτησα ψυχρά.

Ένιωσα τη χαρά μου να σβήνει· η χαρά αυτή που με είχε συγκλονίσει, μάζευε τώρα ταπεινά τα φτερά της... Όλη κείνη η μαγεία χάθηκε κι η ζωή μου ξανάρχιζε, σαν πρώτα. Μα γιατί θα ήταν τάχα η ζωή χαρούμενη και ωραία; Ποιος μας το ’χει υποσχεθεί;


A.P. Chekhov, 1889, τη χρονιά που συνάντησε για πρώτη φορά τη Lydia Avilova



«...σκεφθείτε για μένα ό,τι θέλετε...»

Τρία χρόνια μετά την πρώτη τους συνάντηση το 1889, η Λύντια έχει πια τρία παιδιά, κι από τον Τσέχοφ κρατάει «μια θύμηση όπου είχε αποτυπωθεί μια όνειροπόλα θλίψη». 

Ξανασυναντιούνται και πάλι στο σπίτι του γαμπρού της, την 1η Ιανουαρίου του 1892, όταν γιορτάζονται τα 25χρονα της Εφημερίδας του Πέτερμπουργκ. Από τον Μάρτη ξεκινάει η αλληλογραφία τους, η οποία θα συνεχιστεί μέχει το θάνατο του Τσέχοφ το 1904. 

Στις 19 Μαρτίου του 1892, με αφορμή κουτσομπολιά που διαδόθηκαν εις βάρος του Τσέχοφ μετά τη γιορταστική βραδιά στο σπίτι των Χουντέκοφ – ότι τάχα σχεδιάζει να απαγάγει τη Λύντια, να τη βάλει να χωρίσει, για να την παντρευτεί μετά ο ίδιος – της γράφει από το κτήμα του στο Μελίχοβο:

«Το γράμμα σας με λύπησε πολύ καί μ’ έφερε σε αδιέξοδο... Η αξιοπρέπειά μου δε μου επιτρέπει ν’ απολογηθώ, — τόσο μάλλον που οι κατηγορίες σας είναι πολύ αόριστες, ώστε να μπορέσω ν’ απαντήσω. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω πρόκειται για κακογλωσσιές, έτσι δεν είναι; 

Σας θερμοπαρακαλώ — αν δε μου έχετε λιγότερη εμπιστοσύνη απ’ όση στους συκοφάντες — μην πιστεύετε στις ποταπότητες που λέγονται για τον κόσμο στο Πέτερμπουργκ. Ειδεμή, αν αμφιβάλλετε για μένα, να τα πιστεύετε όλα, να μην τα παίρνετε λιανικώς αλλά χοντρικώς: να πιστέψετε πως παντρεύομαι για πέντε εκατομμύρια, να πιστέψετε τους έρωτές μου με τις γυναίκες των καλύτερων φίλων μου, κλπ. Για το θεό, ηρεμήσετε... Άλλωστε σας συγχωρώ. Είναι περιττό να φυλάγεται κανείς από τα λόγια του κόσμου, — σκεφθείτε για μένα ό,τι θέλετε...

Μένω στην έξοχή κι έχομε κρύο. Κάνω χάζι να ρίχνω το χιόνι μέσα στη λίμνη κι είμαι ενθουσιασμένος με την απόφαση που πήρα: να μην ξανάρθω ποτέ στο Πέτερμπουργκ»




Ο Αντόν Τσέχοφ στο Μελίχοβο

«Για πρώτη φορά ένιωθα καθαρά και ξάστερα πως αγαπούσα τον Τσέχοφ.»

Κάποιο βράδυ, στο σπίτι της αδελφής της Λύντια, ανάμεσα στους καλεσμένους,  βρίσκεται και ο Τσέχοφ, που δεν έμεινε τελικά πιστός στην απόφασή του να μην ξανάρθει στην Πετρούπολη.

«Τι τα θέλετε, είμαι ένας άνθρωπος χωρίς πειθαρχία και θέληση», απαντά στη Λύντια, όταν τον ρωτάει σχετικά. Και η συζήτηση έρχεται στα παιδιά, την ευτυχία, την οικογένεια....


Όταν ξαναγύρισα, ο Τσέχοφ σηκώθηκε κι ήρθε κοντά μου. Μιλήσαμε για λίγο όρθιοι, έπειτα μπήκαμε στο σαλόνι, χωρίς να μας πάρουν είδηση.

— Πέστε μου τίποτα για τα παιδιά σας — μου λέει ο Τσέχοφ.

— Α, όσο γι' αυτό, το έκανα πάντα πολύ ευχαρίστως.

— Τα παιδιά... τα παιδιά... έλεγε εκείνος, συλλογισμένος. Είναι καλά πλασματάκια. Τι ευχάριστο πράμα να έχεις δικά σου, να έχεις οικογένεια...

— Πρέπει κι εσείς να παντρευτείτε.

— Ναι, πρέπει. Μα δεν μπορώ ακόμα. Τώρα δεν είμαι βέβαια παντρεμένος, έχω όμως οικογένεια που αποτελείται απ' τη μητέρα μου, την αδελφή μου, τον μικρότερό μου αδελφό. Έχω λοιπόν φροντίδες.

— Και σεις, είστε ευτυχισμένη; — μου λέει ξαφνικά.

Η απότομη αυτή ερώτηση με βρήκε απροετοίμαστη και ταυτόχρονα με τρόμαξε. Ακούμπησα τη ράχη μου στο πιάνο, κι εκείνος στεκόταν μπροστά μου.

— Μα τι είναι η ευτυχία; — του λέω αναστατωμένη. Έχω έναν καλό άντρα και παιδιά, την οικογένειά μου την αγαπώ, μα η αγάπη αυτή αρκεί για την ευτυχία; Είμαι συνεχώς ανήσυχη, έχω πολλές έγνοιες, δεν μπορώ να βρω ησυχία. Σπατάλησα άσκοπα όλες τις ψυχικές δυνάμεις μου. Η υγεία κι η καλοπέραση της οικογένειάς μου μήπως τάχα εξαρτώνται από μένα; Μόνο αυτό μ’ απασχολεί τώρα. Όσο περνά ο καιρός, τόσο λιγότερο αισθάνομαι τη δική μου ζωή. Πονώ και λυπούμαι πολύ που είμαι τώρα πια μια γυναίκα ξοφλημένη, δεν μπορώ πια να γίνω συγγραφέας, δεν μπορώ πια τίποτα. Το μόνο που μου μένει, να υποταχθώ στις περιστάσεις, να συμβιβασθώ, να εκμηδενισθώ. Κι αυτό, για να μη βλάψω την οικογένειά μου με τους ενθουσιασμούς μου για μια ζωή πιο ανοιχτή, πιο δυναμική. Την οικογένειά μου την αγαπώ, μα βλέπω πως πολύ γρήγορα θα υποταχθώ αναγκαστικά, θα σβήσω... Αυτό είναι άραγε η ευτυχία;

— Αυτό εξηγείται από την ανώμαλη διευθέτηση της οικογενειακής μας ζωής — απάντησε ο Τσέχοφ με θέρμη. Είναι το αποτέλεσμα της υποταγής και της κατωτερότητας των γυναικών μας. Πρέπει να καταπολεμείται αυτό, να του εναντιώνονται. Είναι τα αρχαϊκά υπολείμματα, τα ίχνη του παρελθόντος. Καταλαβαίνω πολύ καλά ό,τι μου είπατε, μ’ όλο που δεν ολοκληρώνετε τη σκέψη σας. Να τι θα πρέπει να κάμετε: να περιγράψετε τη ζωή σας. Να την περιγράψετε με ειλικρίνεια, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς προσποίηση. Χρειάζεται αυτό, είναι μάλιστα απαραίτητο. Μπορείτε να το κάμετε με τέτοιο τρόπο, ώστε και σε σας να είναι χρήσιμο και τους άλλους να βοηθήσετε. Πρέπει να γίνει αυτό, όπως πρέπει και να παύσετε να συλλογίζεστε την εξουθένωσή σας. Φροντίσετε καλύτερα να διατηρήσετε τη δική σας προσωπικότητα, να σέβεστε τη δική σας αξιοπρέπεια. Α, όχι, όχι!Η οικογένεια δεν πρέπει ποτέ να είναι για σας σύμβολο αυτοκτονίας. Έτσι λοιπόν, αντί να υποταχθείτε και να κάνετε συνεχώς συμβιβασμούς, θα τη βοηθήσετε την οικογένειά σας ακόμα περισσότερο. Ακούς εκεί κάτι ιδέες, θεέ μου...

Κι ο Τσέχοφ ξανάρχισε να πηγαίνει πάνω - κάτω μέσα στο σαλόνι.

— Είμαι πολύ νευρική σήμερα — του λέω — και ασφαλώς θα σας είπα υπερβολές.

— Αν παντρευόμουν κάποτε — απάντησε ο Τσέχοφ συλλογισμένος — θα είχα προτείνει στη γυναίκα αυτή... το φαντάζεσθε; Θα της είχα προτείνει να μη ζούμε μαζί. Για να μη βλέπω τις ρόμπες της, κι εκείνη την ατημέλεια και τις ανυπόφορες απρέπειες.

Ξαφνικά άκουσα να μου φωνάζουν:

— Λύντια Αλεξέγεβνα, ήρθαν να σας πάρουν!

— Τι συμβαίνει;
— ρώτησα αναστατωμένη.

— Το Λεοντάκι σας είναι φαίνεται αδιάθετο κι ήρθε η Ανιούτα να σας πάρει.

— Αγαπητέ μου Αντόν Πάβλοβιτς
— λέω στον Τσέχοφ — δε θα πάω μέσα να τους χαιρετήσω. Αν θέλετε πέστε στην αδελφή μου γιατί έφυγα ξαφνικά. Αντίο σας.

Έτρεμα ολόκληρη.
Εκείνος έπιασε το χέρι μου και είπε:

— Δεν πρέπει να ταράζεστε τόσο πολύ, ίσως να μην είναι τίποτα, τα παιδιά έχουν συχνά αδιαθεσίες. Σας παρακαλώ, ηρεμήσετε.

Κατέβηκε μαζί μου τη σκάλα.

— Αύριο να μου δώσετε νέα για το μικρό, θα περάσω από δω, από την αδελφή σας. Κι όταν φθάσετε στο σπίτι σας να πιείτε ένα ποτήρι κρασί.

Με μεγάλη ηρεμία η Ανιούτα με περίμενε κάτω, στον προθάλαμο.

— Τι έχει το παιδί; τη ρωτώ. 

— Ο κύριος μ’ έστειλε να σας πω να ’ρθετε στο σπίτι.

— Μα τι έχει το παιδί;

— Εξύπνησε και γύρεψε να πιει νερό, μα για τίποτα άλλο δεν παραπονιόταν, το λοιπόν, το αφεντικό ήρθε και το κοίταξε...

Ο ίδιος ο άντρας μου μού άνοιξε την πόρτα.

— Τίποτα δεν είναι, τίποτα... μου λέει σαστισμένος. Το ξαναπήρε ο ύπνος και δε φαίνεται να έχει πυρετό. Όσο έλειπες ήμουν αναστατωμένος, χωρίς εσένα δεν ξέρω τι να κάμω... το παιδί ήθελε να πιει νερό... ποιος ξέρει τι του ’ρθε, το συνηθίζει να πίνει τη νύχτα; Έπειτα με ρώτησε: πού είναι η μαμά; Το βλέπεις, μητερούλα, πως άμα λείπεις είμαστε ορφανοί...

Μπήκε μαζί μου στην κάμαρα του παιδιού, που κοιμόταν ήσυχο κι ούτε είχε πυρετό. Καθώς πήγαινα να βγω, με σταμάτησε και με φίλησε στοργικά λέγοντάς μου:

— Εσύ είσαι ο άγγελός μου. Κοντά σου είμαι ήσυχος, ξέρω πως όλα είναι ταχτοποιημένα, όλα πάνε καλά.

Τότε θυμήθηκα πως εκείνη την ίδια μέρα, όταν τρώγαμε, είχε πετάξει κατάχαμα τις τηγανίτες, γιατί του φάνηκε πως δεν ήταν αρκετά φουσκωμένες: «είναι για τα γουρούνια!» έλεγε.

— Εσύ όμως δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο με τρόμαξες; τον ρωτώ.

— Να με συγχωρείς. Είσαι ακόμα θυμωμένη; Είσαι πολύ αυστηρή, και με σέρνεις απ’ τη μύτη, μα παρ’ όλα αυτά εγώ δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα... λοιπόν συγχώρεσέ με... κι ας κουβεντιάσομε λίγο... Όλο το βράδυ ήμουν μόνος...

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τα κατάλαβα όλα. Για πρώτη φορά ένιωθα καθαρά και ξάστερα πως αγαπούσα τον Τσέχοφ.


«Εγώ δεν είμαι καβαλιέρος, είμαι γιατρός.....» 


Μια Παρασκευή, Απόκριες του 1895, η Λύντια συναντά τον Τσέχοφ στη δεξίωση του ζεύγους Λέικιν, όπου ήταν καλεσμένη. (Ο Λέικιν ήταν λογοτέχνης και ευθυμογράφος). Η σύζυγος του Λέικιν κάνει τις συστάσεις.....

—  Από δω είναι ο «λουκουμάς» —  μου λέει η κυρία Λέικιν —  ο «λουκουμάς» που σας περιμένει.

—  Μα τι είναι αυτά που λες; —  λέει ο Λέικιν στη γυναίκα του. Ο Αντόν Πάβλοβιτς είναι λουκουμάς; [.....]

Ο Αντόν Πάβλοβιτς εκείνο το βράδυ ήταν πολύ εύθυμος. Δεν έβαζε δυνατά γέλια, δε το συνήθιζε, και μ’ όλο που ο ίδιος δεν ακουγόταν, μ’ έκανε εμένα να γελώ με τις αναπάντεχες παρατηρήσεις του. Ξαφνικά τον έπιασε ζήλια με τις πελώριες επωμίδες κάποιου αξιωματικού κι έλεγε πως αν είχε κι αυτός παρόμοιες, θα ήταν ο ευτυχέστερος άνθρωπος στον κόσμο.

—  Πόσο θα μ’ αγαπούσαν οι γυναίκες που θα μ’ ερωτευόντουσαν, και πόσες γυναίκες, ούτε που θα μπορούσα να τις μετρήσω!

Όταν άρχισαν να σηκώνονται οι καλεσμένοι απ’ το τραπέζι για να φύγουν, ο Τσέχοφ μου λέει:

— Θα ’θελα να σας συνοδεύσω. Είστε σύμφωνη;

Βγήκαμε όλοι μαζί στην αυλή. Τα δημόσια αμάξια στεκόντουσαν δίπλα στο πεζοδρόμιο, παίρνανε τους πελάτες και φεύγανε. Εγώ φοβήθηκα μήπως μείνω χωρίς αμάξι κι είπα στον Τσέχοφ να κάνει γρήγορα. Τότε έτρεξε κοντά σε μια τρόικα, ανέβηκε απάνω και μου φώναξε:

— Εντάξει! Ελάτε!
Πήγα κοντά, μα καθώς ο Τσέχοφ είχε κιόλας ταχτοποιηθεί μέσα στην τρόικα απ’ τη μεριά του πεζοδρομίου, αναγκάστηκα εγώ να κάμω το γύρο για να καθίσω απ’ το άλλο μέρος. Φορούσα ένα μακρύ χειμωνιάτικο πανωφόρι και τα χέρια μου δεν ήταν ελεύθερα, γιατί έπρεπε να κρατώ κάτω απ’ το πανωφόρι την ουρά του φουστανιού μου, την τσάντα μου και τα κιάλια του θεάτρου. Τα πόδια μου χώνονταν στο χιόνι και χωρίς βοήθεια ήταν πολύ δύσκολο να μπω στο αμάξι.

— Τι περιποιητικός καβαλιέρος! ακούστηκε να φωνάζει ο Ποτάπενκο καθώς έφευγε.

Τελοσπάντων κατάφερα να καθίσω με το πλάι, ενώ κάποιος ευγενικός άνθρωπος έχωσε τις άκρες του πανωφοριού μου στην τρόικα, καρφίτσωσε τις κουβέρτες, και το αμάξι ξεκίνησε.

— Ποιον περιποιητικό καβαλιέρο εννοούσε; με ρωτά ο Τσέχοφ. Εγώ δεν είμαι καβαλιέρος, είμαι γιατρός. Κι όσο για περιποιήσεις, τι θα μπορούσαν να μου προσάψουν ;

— Μα τι τρόπος είναι αυτός;
του λέω. Ένας πραγματικός καβαλιέρος βοηθά την κυρία ν’ ανέβει στο αμάξι, να καθίσει άνετα, κι έπειτα κάθεται εκείνος όπως μπορεί.

— Δε μ’ αρέσει αυτό το δασκαλίστικο ύφος
— απάντησε ο Τσέχοφ. Όταν γρινιάζετε, είστε σαν γριά. Μα αν είχα κι εγώ επωμίδες, τότε...

—Ε, πάλι οι επωμίδες!

— Να, βλέπετε; Είστε θυμωμένη και γρινιάζετε μόνο και μόνο επειδή δε σήκωσα την ουρά σας.

— Μα τελοσπάντων, γιατρέ... Μόλις που μ’ αφήσατε θέση να καθίσω, τώρα με σπρώχνετε με τον αγκωνά σας και κινδυνεύω να πέσω.

— Έχετε κακό χαρακτήρα και γρινιάζετε, μα αν είχα κι εγώ φουσκωτές επωμίδες...

Εκείνη τη στιγμή άρχισε να βάζει τα πέτσινα μακριά γάντια του.

— Δώστε μου να τα δω, του λέω. Με τι είναι φοδραρισμένα, με βάτα;

— Όχι, με γούνα. Ορίστε.

— Πού τα βρήκατε αυτά τα περίφημα πράματα;

— Στη φάμπρικα, κοντά στο Σερπούχοφ. Τα θέλετε;

— Τι να τα θέλω, αφού είναι δικά μου — του λέω καθώς τα ’βαζα.

Ο αμαξάς είχε πάρει τον κατήφορο απ’ τη γέφυρα.

— Πού θες να πάω, αφεντικό; ρώτησε.

— Στο σοκάκι Έρτερελ— του φώναξα.

— Όχι, όχι! Γιατί; στην οδό Νικολάγεφσκαγια! λέει ο Τσέχοφ.

— Όχι, στο Έρτερελ! Θα σας πάω ως εκεί κι ύστερα καθισμένη μ’ όλη μου την άνεση, θα γυρίσω στο σπίτι μου.

— Τότε εγώ δηλαδή θα τρέχω σα σκυλί πίσω απ’ την τρόικα, πάνω σε τέτοιο χιόνι και χωρίς γάντια! Αμαξά! Στη Νικολάγεφσκαγια!!!

— Αμαξά! Στο Έρτερελ!!!

Ο αμαξάς τράβηξε τα γκέμια και τ’ άλογό του σταμάτησε.

— Τελοσπάντω, πού θέτε να πάω; — μας λέει.

ΠΙήγαμε τέλος στη Νικολάγεφσκαγια, έδωσα πίσω τα γάντια του Αντόν Πάβλοβιτς κι αυτός άρχισε να τα καμαρώνει και να μιμείται τον Λέικιν:

— Κυρία μου, ο σύζυγός σας έχει τέτοια γάντια; Ό-ο-χι βεβαίως, κι ας είναι πάμπλουτος! Πρέπει να πας ο ίδιος στη φάμπρικα του Σερπούχοβ και να ξέρεις να διαλέξεις. Μάλιστα! Κι εσείς, δε θα μας γράψετε κανένα μυθιστόρημα; Α, μα βέβαια! Μόνο που η γυναίκα πρέπει να γράφει με τον ίδιο τρόπο που κεντά πάνω στον κανβά. Να γράφετε πολλά και με πολλές λεπτομέρειες, — να γράφετε και να κόβετε, να γράφετε και να κόβετε...

— Ώσπου να μη μείνει τίποτα! — λέω εγώ.

— Έχετε κακό χαρακτήρα, δεν μπορεί κανείς να σας μιλήσει. Σας θερμοπαρακαλώ, σας το λέω σοβαρά, πρέπει να γράφετε. Όχι φαντασίες κι επινοήματα, μα να περιγράφετε τη ζωή όπως είναι. Λοιπόν, θα το κάμετε;

— Ναι, μα θέλω να βάζω και φανταστικά πράματα... Να, ας πούμε: τον έρωτα ενός αγνώστου... καταλαβαίνετε; Εσείς δεν τον γνωρίζετε, αυτός όμως σας αγαπά και το νιώθετε αδιάκοπα. Σας φροντίζει συνεχώς, σας θερμαίνει η άγνωστη εκείνη συμπάθεια. Λαβαίνετε πολύ έξυπνα κι ενδιαφέροντα γράμματά του, όλο πάθος, και κάθε στιγμή σας περιβάλλει με τη φροντίδα του. Με καταλαβαίνετε; Και τα συνηθίζετε όλα αυτά, και φοβάστε μην τον χάσετε, γιατί σας έγινε πια αγαπητός αυτός ο άγνωστος και θέλετε να τον γνωρίσετε. Μα τι θα σας παρουσιαστεί; Τι άνθρωπο θα βρείτε; Όλα αυτά δεν έχουν ενδιαφέρον;

— Όχι, κανένα ενδιαφέρον, μητερούλα — μ’ απάντησε απότομα ο Τσέχοφ.

Εκείνη η γρήγορη, η κοφτή απάντησή του κι η χρησιμοποίηση της λέξης «μητερούλα» που δεν την συνηθίζανε ακόμα σε μας, στο Πέτερμπουργκ, μού φάνηκαν τόσο αστεία, που δεν μπορούσα να κρατήσω τα γέλια.




Lydia Alexeyevna Avilova

«Σας αγαπούσα....μα προαιστάνθηκα πως δεν είστε γυναίκα σαν τις άλλες...»


Την επόμενη βραδιά ο Τσέχοφ, προσκεκλημένος στο σπίτι της Λύντια, φτάνει αργοπορημένος και συναντιέται με το ζεύγος Σ.Χ που βρέθηκε εκεί εντελώς απροειδοποίητα. Επιτέλους, μετά την αναχώρηση των ανεπιθύμητων επισκεπτών, μένουν οι δυο τους.

Ο Τσέχοφ ηρέμησε κι εγώ πήγα στην τραπεζαρία να φέρω κρασί. Έπρεπε και κάτι να φάμε. Μα τι ήταν εκείνα τα ελεεινά αποφάγια που είχε αφήσει το ζεύγος ΣΧ! Ξεδιάλεξα ό,τι ήταν παρουσιάσιμο και το πήγα στο γραφείο.
— Δε θέλω να φάω, λέει ο Τσέχοφ, κάπως αηδιασμένος, όπως μου φάνηκε. Έπιασε τη μποτίλια το κρασί, την άφησε, κι έβαλε στο ποτήρι του μπύρα. Εγώ ένιωθα ντροπή και θλίψη. Τι υποδοχή ήταν αυτή που του έκανα!

— Πρέπει να πάτε να κοιμηθείτε, οι επισκέπτες σας σάς κούρασαν, μου λέει ο Τσέχοφ. Σήμερα δεν είσαστε όπως συνήθως, όπως πριν, στην άρχή... Έχετε μια αδιαφορία, μια απάθεια, και νομίζω πως θα είστε ευχαριστημένη να φύγω. Πριν όμως, στην άρχή... θυμόσαστε τις πρώτες μας συναντήσεις; Και το ξέρετε πως ήμουν πολύ ερωτευμένος μαζί σας; Ήτανε κάτι πολύ σοβαρό. Σας αγαπούσα. Νόμιζα πως δεν υπήρχε άλλη γυναίκα στον κόσμο που θα μπορούσα να την αγαπήσω τόσο πολύ. Ήσαστε όμορφη κι ελκυστική, όλο φρεσκάδα και νιάτα, μόνο εσάς συλλογιζόμουν, κι όταν σας ξαναείδα έπειτα από πολύ καιρό, μου φάνηκε πως είχατε ομορφήνει περισσότερο, είχατε γίνει μια άλλη γυναίκα κι έπρεπε να ξανακάμω τη γνωριμία σας, να σας αγαπήσω με διαφορετικό τρόπο, κι έτσι ο καινούριος χωρισμός θα ήταν για μένα ακόμα πιο σκληρός.

Καθόταν στον καναπέ, με το κεφάλι του γερμένο πίσω στη ράχη, κι εγώ αντίκρυ του σε μια πολυθρόνα. Μιλούσε σιγανά κι η εξαίσια, η βαθιά φωνή του αντηχούσε μες στο δωμάτιο, ενώ το πρόσωπό του ήταν αυστηρό και με κοίταζε μ’ ένα βλέμμα ψυχρό και αγέρωχο.

— Το είχατε καταλάβει; μου λέει.

Μου φαινόταν πως είναι θυμωμένος μαζί μου, πως με κατηγορούσε ότι τον γέλασα, επειδή μ’ έβρισκε αλλαγμένη κι είχα ασχημήνει κι ήμουν νωθρή και αδιάφορη, χωρίς ενδιαφέρον πια.

«Είναι ένας εφιάλτης!». Η σκέψη αυτή πέρασε σαν αστραπή απ’ το μυαλό μου.

— Σας αγαπούσα, συνέχισε ο Τσέχοφ σχεδόν θυμωμένος, σκύβοντας προς εμένα και κοιτάζοντάς με μ’ ένα ύφος οργισμένο. Μα προαιστάνθηκα πως δεν είστε γυναίκα σαν τις άλλες, πως θα πρέπει να σας αγαπώ σ' όλη μου τη ζωή... αγνά, ευλαβικά. Γι' αυτό φοβόμουν μην προκαλέσω σ' εσάς αισθήματα που θα μπορούσαν να σας προσβάλλουν. Το είχατε καταλάβει;

Έπιασε το χέρι μου κι αμέσως το άφησε απότομα με κάποια, όπως μου φάνηκε, αποστροφή.

— Α, τι κρύο που είναι το χέρι σας.

Σηκώθηκε αμέσως και κοίταξε την ώρα.

— Νομίζω πως σας υποσχέθηκα ότι θα συναντηθούμε και αύριο, μα τώρα βλέπω πως δε θα ’χω καιρό. Αύριο φεύγω για τη Μόσχα. Λοιπόν, δε θα ιδωθούμε πια.

Κοίταξε πάλι με προσοχή γύρω του, σα να γύρευε κάτι, ύστερα πήγε στο στρογγυλό τραπέζι κοντά στο παράθυρο και πήρε το πακέτο με τα χειρόγραφά μου. Κι εγώ καθόμουνα όλη αυτή την ώρα ακίνητη, σα νεκρή. Τ’ αφτιά μου βούιζαν, σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό μου, μα δεν μπορούσα ν' αρπάξω καμιά τους, για να κατορθώσω επιτέλους κάτι να καταλάβω. Ούτε μπορούσα ν’ αρθρώσω λέξη. Ο θεός ξέρει τι γινόταν μέσ’ στο μυαλό μου εκείνη την ώρα! Δυσάρεστα που ήταν για μένα όλα αυτά...

Χρειάστηκε να κάμω μεγάλη προσπάθεια για να σηκωθώ και να τον συνοδεύσω.

— Λοιπόν, δε θα ιδωθούμε πια, λέει πάλι.

Εγώ δεν απάντησα, του έσφιξα μόλις το χέρι.

Εκείνο τον καιρό κατοικούσαμε στο 4ο πάτωμα, όλη η σκάλα ήταν κατάφωτη. Στάθηκα στο πλατύσκαλο και κοίταζα τον Τσέχοφ να κατεβαίνει.
Όταν έφθασε στο πρώτο στρίψιμο, φώναξα:

— Αντόν Πάβλοβιτς!..

Σταμάτησε, σήκωσε το κεφάλι του. Περίμενε μια στιγμή, κι άρχισε πάλι να κατεβαίνει.
Κι εγώ έμεινα βουβή.


Poklonnitsa (The admirer), 2012. (Director: Vitaliy Melnikov)

Kirill Pirogov as Anton Chejov, Svetlana Ivanova as Lidia Avilova

_________________

«Έχετε μια ηθικότητα ασυνήθιστη...Κι αυτό δεν είναι λίγο».

«Σας αγαπούσα, και μόνο εσάς συλλογιζόμουν...», μου είχε πει.

Ύστερα από δυο μέρες αγωνίας, πήρα επιτέλους μια απόφαση. Παράγγειλα σ’ έναν αδαμαντοπώλη ένα κοσμηματάκι σε σχήμα μικροσκοπικού βιβλίου. Στη μια πλευρά ήταν χαραγμένες οι λέξεις: «Παραμύθια και διηγήματα Α. Τσέχοφ», στην άλλη : «Σελίδα 267, σειρά 6 και 7».

Αν έψαχνες αυτές τις σειρές στον τόμο των διηγημάτων του, έβρισκες τη φράση: «Αν χρειαστείς κάποτε τη ζωή μου, έλα και πάρε την».

Μόλις ήταν έτοιμο το κόσμημα, έσβησα από τη θήκη τη διεύθυνση του καταστήματος, έκαμα ένα πακετάκι και το’στειλα στον αδελφό μου στη Μόσχα, με την παράκληση να το πάει στη σύνταξη της Ρωσικής Σκέψης. Ο αδελφός μου το ’δωσε στον αρχισυντάκτη Γκόλτσεφ κι αυτός θα το ’δινε στον Τσέχοφ.

Η πράξη αυτή ήταν αποτέλεσμα της αγωνίας μου και της απελπισίας. Όσο για τη διεύθυνση του αδαμαντοπώλη, την είχα σβήσει για να μη δείξω πως έκανα στον Τσέχοφ μια φανερή εξομολόγηση, να μη φανερωθώ, να του μείνει μια αμφιβολία και να κρατήσω για μένα κάποια υπεκφυγή. Πώς θα μπορούσα αλήθεια να του δώσω τη ζωή μου! Θα ’πρεπε τότε να του 'δινα τέσσερις ζωές μαζί: τη δική μου και των τριών παιδιών μου. Θα μ’ άφηνε ο άντρας μου να το κάμω; Και ο Τσέχοφ θα το είχε δεχτεί;

Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία πως ο Αντόν Παύλοβιτς είχε λάβει το δώρο μου. Μα ο καιρός περνούσε κι ούτε ο Τσέχοφ ερχόταν, ούτε γράμμα του. Τίποτα! Ήταν κάτι πολύ στενόχωρο για μένα, να ερευνώ τις σκέψεις μου! Να ξαναλέω τα λόγια του που τα ήξερα πια απ’ έξω και μου θύμιζαν το πρόσωπό του και τη φωνή.

Ωστόσο, κάτι ήταν ολοκάθαρο για μένα και κατανοητό. Ήταν πολύ φυσικό και μάλιστα αναπόφευκτο, ν' αγαπώ τον Τσέχοφ. Δεν θαύμαζα μόνο το ταλέντο του, μα εκείνον τον ίδιο, τις σκέψεις του και τα φρονήματά του.

Κάποτε μου είχε πει: «Έχετε μια ηθικότητα ασυνήθιστη, μια ηθικότητα έμφυτη. Κι αυτό δεν είναι λίγο». Το είχε πει μέσα σε μια γενική συζήτηση που αφορούσε τούτο το θέμα: ένα λάθος στην εκλογή του συζύγου ή της συζύγου, είναι δίκαιο να καταστρέψει μια ολόκληρη ζωή; Άλλοι επιμένανε πως η δικαιοσύνη δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτή την περίπτωση, πως η ένωση αυτή που ευλογήθηκε απ’ την Εκκλησία έπρεπε να είναι ισχυρή και αναλλοίωτη. Άλλοι, βασιζόμενοι σ’ ένα σωρό λόγους, διαμαρτύρονταν. Ο Τσέχοφ που δεν είχε ακόμα μιλήσει, με ρώτησε με ηρεμία : «Κι εσείς τι νομίζετε;». Του απάντησα:

— Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ξέρεις αν αξίζει τον κόπο.

— Δεν καταλαβαίνω. Τι θα πει: αν αξίζει τον κόπο.

— Το νέο αυτό αίσθημα αξίζει τις θυσίες που θα πρέπει αναγκαστικά να γίνουν; Παραδείγματος χάρη, η πρώτη θυσία: τα παιδιά. Πρέπει να το έχεις σκεφθεί από πριν κι όχι να θρηνείς για τον εαυτό σου. Και τότε το ζήτημα θα είναι ξεκάθαρο: αξίζει τον κόπο, ναι ή όχι;

Αργότερα, πολύ αργότερα, θυμήθηκα τη σύντομη αυτή κουβέντα μας και κατάλαβα πως έπρεπε να είχε πολύ μεγάλη σημασία. Τότε ήταν που μου είπε ο Τσέχοφ:

—Έχετε μια ηθικότητα ασυνήθιστη, μια ηθικότητα έμφυτη. Κι αυτό δεν είναι λίγο.

Μα η αρετή αυτή ήταν τάχα αρκετή για να εμπνεύσει έρωτα; Και μάλιστα σε κείνον!
Ο Τσέχοφ είχε σίγουρα λάβει το κόσμημα, μα δεν αντιδρούσε με κανένα τρόπο, ακόμα και η αλληλογραφία μας είχε σταματήσει. Λοιπόν, η ζωή έπρεπε να συνεχίζεται, χωρίς αυτόν.

Poklonnitsa (The admirer), 2012. (Director: Vitaliy Melnikov)
Kirill Pirogov as Anton Chejov, Svetlana Ivanova as Lidia Avilova
___________________

Δε σε γνωρίζω, μάσκα!


Καρναβάλι ξανά, 27 Ιανουαρίου 1896 και η Λύντια με τον αδελφό της Αλιόσα, θα βρεθούν, τελευταία στιγμή, στο χορό των μασκαράδων στο θέατρο του Σουβόριν. Με μαύρο ντόμινο και μάσκα η Λύντια θα περάσει το υπόλοιπο της βραδιάς με τον Τσέχοφ και την απορία αν εκείνος κατάλαβε ποια είναι ή όχι.....


Δεξιά, μισοκλείνοντας τα μάτια και κοιτάζοντας πέρα, πάνω απ’ τα κεφάλια του πλήθους, στεκόταν ο Τσέχοφ.


— Τώρα βέβαια μπορώ να φύγω! λέει ο Αλιόσα και χώθηκε αμέσως μέσα στον κόσμο.
Εγώ προχώρησα στο μέρος που ήταν ο Τσέχοφ.

— Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! του λέω.

— Δε σε γνωρίζω, μάσκα! μου απάντησε, κοιτάζοντάς με κατάματα.

Από την ταραχή μου και το ξάφνιασμα έτρεμα ολόκληρη. Το πρόσεξε άραγε; Έπιασε το χέρι μου, το ’βαλε κάτω απ’ το μπράτσο του και προχωρήσαμε στην αίθουσα, αμίλητοι.
Ο Β. Ντάντσενκο πέρασε δίπλα μας φωνάζοντας:

— Μπράβο, μπράβο! Τσάκωσες κιόλας μια!

Ο Τσέχοφ, σκύβοντας λίγο σ’ εμένα, μουρμούρισε:

—Αν σε φωνάξουν, μη γυρίσεις, μη φανερωθείς.

— Εδώ κανένας δε με ξέρει!, λέω με κλαψιάρικη φωνή.

Ωστόσο, ο Ντάντσενκο δε μας άφηνε από κοντά κι όλο έλεγε: «Μπράβο, μπράβο!».

— Μήπως σε γνώρισε;
ρώτησε ανήσυχος ο Τσέχοφ. Μη γυρίσεις πίσω σου! Δε θέλεις να πιεις κάτι; Πάμε σ’ ένα θεωρείο να πιούμε σαμπάνια.

Με πολλή δυσκολία περάσαμε μέσα απ’ τον κόσμο, ανεβήκαμε τή σκάλα που πάει στα θεωρεία και τέλος βρεθήκαμε σ’ έναν άδειο διάδρομο.

— Επιτέλους! Καλά τα καταφέραμε! λέει ο Τσέχοφ. Φοβόμουν μήπως ο Ντάντσενκο σε φωνάξει με τ’ όνομά σου και προδοθείς.

— Μα πού ξέρεις εσύ ποια είμαι; Ποια είμαι, λοιπόν; Πες μου!

Τράβηξα το χέρι μου απ’ το μπράτσο του και στάθηκα. Εκείνος χαμογέλασε.

— Ξέρεις πως το έργο μου πρόκειται να παιχθεί στο θέατρο; μου κάνει χωρίς ν’ απαντήσει στην ερώτησή μου.

— Το ξέρω. Ο Γλάρος.

— Ναι, Ο Γλάρος. Δε θα ’ρθεις στην πρώτη παράσταση;

— Βέβαια θα ’ρθω.

— Να προσέξεις πολύ. Θα σου απαντήσω απ’ τη σκηνή. Πρόσεχε. Μην το ξεχάσεις.

Μ’ έπιασε πάλι μπράτσο, σφίγγοντας το χέρι μου.

— Σε τι θα μου απαντήσεις;

— Σε πολλά πράματα. Μα να την περιμένεις την απάντηση και να το θυμάσαι.
 [......]

— Πες μου κάτι, μίλησέ μου για τον εαυτό σου, λέει ο Τσέχοφ, για το ρομάντσο σου.

— Ποιο ρομάντσο; Εσύ γράφεις ρομάντσα, όχι εγώ!

— Μα δεν πρόκειται για γραφτό έργο, αλλά για ζωντανό. Δεν έχεις αγαπήσει ποτέ κανέναν;

— Ούτε ξέρω.



Charles Hermans, At the Masquerade (1880)
___________________

Κοσμοπλημμύρα περνούσε αδιάκοπα μπροστά μας. Δεν ήταν ο συνηθισμένος, στολισμένος κόσμος, μα ένα πλήθος εφιαλτικό που σου θύμιζε τρομαχτικούς θρύλους. Αντί για πρόσωπα, οι γυναίκες είχαν μαύρες ή παρδαλές μάσκες με κάτι τρυπούλες στη θέση των ματιών. Εδώ κι εκεί ξετρύπωναν, κάτω απ’ τις ανασηκωμένες κουκούλες των αντρικών ντόμινων, μούτρα ζώων, ή τ’ άσπρα πλαστρόν απ’ τά πουκάμισα. Και πάνω απ’ το πλήθος αυτό, μεθυστικά βάλς και σκοποί λαγγεμένοι ακούγονταν χωρίς διακοπή. Ήμουν ζαλισμένη, νευριασμένη, η καρδιά μου πότε σταματούσε, πότε χτυπούσε δυνατά. Τότε ακούμπησα τον ώμο μου πάνω στον ώμο του Τσέχοφ και κοιτάζοντάς τον στο πρόσωπο:

— Εσένα αγάπησα, του λέω, εσένα, εσένα!

— Με βάζεις σε περιέργεια, μάσκα, και αντιφάσκεις: πριν από λίγο μου είχες πει: «ούτε ξέρω!».

— Όχι, δεν είναι καθόλου αντιφατικό. Ίσως το αίσθημά μου να μην ήταν πραγματικός έρωτας, μα νομίζω πως δεν περνούσε στιγμή χωρίς να σε συλλογίζομαι. Κι όταν συναντιόμασταν, δεν μπορούσα να σε κοιτάξω όσο ήθελα. Ήτανε τόση η ευτυχία που με πλημμύριζε! Το πιστεύεις, αγαπημένε μου;

Ο Τσέχοφ τίναξε το μαλλί του απ’ το μέτωπο και κάρφωσε τη ματιά του στο ταβάνι.

— Δε με πιστεύεις; Απάντησέ μου.

— Δε σε γνωρίζω, μάσκα.

— Ξέρω πως είσαι ηθοποιός κι αυτή τη στιγμή παίζεις πολύ καλά μια κωμωδία.

— Και ποια είναι η ηθοποιός που πρέπει να τα παρακολουθήσει όλα με μεγάλη προσοχή;

— Είσαι εσύ!

Χαμογέλασε κι έσκυψε προς εμένα το κεφάλι του.

— Πρέπει να είσαι πολύ προσεχτική και να παρακολουθείς ό,τι γίνεται πάνω στη σκηνή. Μα δε μου τέλειωσες ακόμα τη διήγηση του ρομάντσου σου. Σ’ ακούω.

— Είναι κάτι πολύ συνηθισμένο, το τέλος του όμως ήταν λυπητερό!

— Ώστε το τέλος του ήταν λυπητερό;

— Ε, ναι, όπως σου είπα, δεν ήξερα αν ήμουν πραγματικά ερωτευμένη. Μπορεί να είναι αληθινός ένας έρωτας, όταν τον καταπολεμάς και θέλεις να τον καταπνίξεις; Όταν αναλύεις το αίσθημά σου λέγοντας στον εαυτό σου: μου φαίνεται πως τον αγαπώ τώρα λιγότερο, πως ξαναβρίσκω την ψυχραιμία μου, τώρα αρχίζει η ανάρρωση, τώρα επιτέλους κατόρθωσα να καταπνίξω αυτό το πάθος! Είναι αυτός έρωτας αληθινός;

— Αν δεν υπήρχε ο έρωτας, λέει αμέσως ο Τσέχοφ, δε θα υπήρχε και η πάλη.

—  Ώστε δε με πιστεύεις;

—  Δε σε γνωρίζω, μάσκα!



Charles Hermans, At the Masquerade (detail)

«Σελίδα 121, σειρές 11 -12»

Η πρώτη παράσταση του Γλάρου στο θέατρο Αλεξαντρίνσκι δόθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1896. Η Λύντια ήταν στην πλατεία του θεάτρου, μόνη, χωρίς το σύζυγό της, περιμένοντας σε μεγάλη υπερδιέγερση, ν’ ακούσει την απάντηση του Τσέχοφ από σκηνής.

Άρχισε η πρώτη πράξη.

Μου είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω τά αισθήματά μου όσο κοίταζα τη σκηνή και άκουγα στο σύνολό του το έργο. Το περιεχόμενό του δεν είχε σημασία για μένα. Εγώ προσπαθούσα ν’ ακούσω με μεγάλη προσοχή όλες τις λέξεις που πρόφεραν τα διάφορα πρόσωπα, ενώ το περιεχόμενο του ίδιου του έργου διαδραματιζόταν μπροστά μου χωρίς να μου κάνει την παραμικρή εντύπωση. Τη στιγμή που η Νίνα Κομισαρζέφσκαγια άρχισε το μονόλογό της: «Ω άνθρωποι, λιοντάρια, αετοί...», άκουσα ένα περίεργο θόρυβο απ’ την πλατεία κι άρχισα επιτέλους να συνέρχομαι.

Τι γινότανε; Μου φάνηκε πως ένα κύμα από γέλια είχε πλημμυρίσει την πλατεία, — δεν ήταν όμως γέλια, μα μια βοή από φωνές και αγανάκτηση.

Ήταν πάντως δυσάρεστα ψιθυρίσματα κι εχθρικά για το έργο. Μα πώς είναι δυνατόν! Ο Τσέχοφ ήταν τόσο δημοφιλής κι αξιαγάπητος!

Η αυλαία έπεσε, και τότε έγινε κάτι αφάνταστο: σφύριζαν και χειροκροτούσαν με την ίδια μανία, άκουγες να ξεσπούνε γέλια, ακόμα και χάχανα! Όσο ο κόσμος έβγαινε στους διαδρόμους ή για να πάει στο φουαγιέ, άκουσα ορισμένους ν’ αγανακτούνε κι άλλους να οργίζονται.

«Είναι συμβολισμός...» λέγανε. «Καλύτερα θα ’κανε να γράφει τα παραμυθάκια του...». — «Τι τον νομίζει τον κόσμο!». — «Είναι μεγαλομανής!... Ακόλαστος!»[.....]




Το «Θέατρο Αλεξαντρίνσκι», όπου δόθηκε η πρεμιέρα του «Γλάρου» (17 Οκτωβρίου 1896) 
_______________

Ύστερα απ’ το διάλειμμα, σ’ ένα απ’ τα αριστερά θεωρεία είδα τον Σουβόριν. Φαντάστηκα πως θα ήταν κι ο Τσέχοφ μαζί του, μα δεν παρουσιάστηκε.

Είχα αρχίσει ν’ ακούω προσεχτικά ό,τι λεγόταν πάνω στη σκηνή, μα χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα έφερνα στο νου μου ορισμένες μικρολεπτομέρειες σχετικές με το έργο: ο Τσέχοφ το είχε γράψει το καλοκαίρι, στο κτήμα του του Μελίχοβο, σ’ ένα σπιτάκι μέσα στην πρασινάδα, όπου ακούγονταν τα τραγούδια και το πιάνο από το μεγάλο σπίτι. Ήταν για κείνον πολύ ευχάριστο να εργάζεται μέσα σε τέτοιες συνθήκες, — ο ίδιος κάποτε μου το είχε πει. Η ανάμνηση αυτή ήταν τόσο ζωντανή, ώστε άρχισα να βλέπω μπροστά μου εκείνο το σπιτάκι και τον Τσέχοφ με το τσουλούφι στο μέτωπο σκυμμένον πάνω στο γραφείο. Πόσο μακριά ήτανε τώρα εκείνο το Πέτερμπουργκ με το θέατρο Αλεξαντρίνσκι και το ήσυχο εκείνο Μελίχοβο! Αντί για όλα αυτά, μια αίθουσα θεάτρου ασφυκτικά γεμάτη και τα πρόσωπα των φίλων του μεταμορφωμένα σε κτήνη!

Είναι πια φανερό πως το έργο έχει αποτυχία. Τι αγωνία θα είχε τώρα ο Τσέχοφ! Ποιος να βρίσκεται δίπλα του, για να νιώθει κοντά του την παρουσία ενός φίλου; Ποιος να του ’δινε κουράγιο αυτή τη στιγμή; Αν τον ήξερα αυτόν τον «κάποιον», πόσο θα τον ζήλευα!

Όσο για την απάντηση που θα μου έδινε απ’ τη σκηνή είχα αρχίσει να πιστεύω πως ήταν σαχλαμάρα. Μου το είχε πει χωρίς να ξέρει σε ποιαν μιλούσε.



Μελίχοβο, το σπιτάκι – ησυχαστήριο όπου γράφτηκε ο «Γλάρος»
__________________


Εκείνη την ώρα παρουσιάζεται ξαφνικά πάνω στη σκηνή η Νίνα για ν’ αποχαιρετήσει τον Τριγκόριν, και του προσφέρει ένα μενταγιόν λέγοντάς του:

«Έδωσα και μου χάραξαν τ’ αρχικά σας απ’ αυτό το μέρος και τον τίτλο του βιβλίου σας από το άλλο».

«Τι ωραίο ενθύμιο!», της λέει ο Τριγκόριν και τη φιλεί.

Η Νίνα φεύγει απ’ τη σκηνή... ο Τριγκόριν γυρίζει το μενταγιόν και διαβάζει τους αριθμούς που ήταν χαραγμένοι:

«Σελίδα 121, σειρές 11-12».

Το είπε δυο φορές, έπειτα ρώτησε την κυρία Αρκάντινα που έβγαινε εκείνη τη στιγμή στη σκηνή:

«Έχετε διαβάσει τα έργα μου;».

Έπιασε έπειτα το βιβλίο και ξανάπε:

«Σελίδα 121, σειρές 11 -12».

Αφού βρήκε τη σελίδα, μέτρησε τις σειρές και διάβασε πολύ καθαρά:

«Αν χρειαστείς κάποτε τη ζωή μου, έλα και πάρε την».

Απ’ την αρχή αυτής της σκηνής, την ώρα που η Νίνα έδινε το μενταγιόν, ένιωθα κάτι παράξενο μέσα μου: η καρδιά μου είχε παγώσει απ’ τον τρόμο, μόλις που ανάσαινα, κι έσκυψα το κεφάλι μου γιατί νόμιζα πως όλη η αίθουσα, σαν ένας άνθρωπος, είχε γυρίσει σε μένα και με κοίταζε. Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει κι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ωστόσο τίποτα δε μου ξέφυγε, όλα τα θυμόμουνα: «Σελίδα 121, σειρές 11 - 12». Οι αριθμοί αυτοί ήταν διαφορετικοί από κείνους που είχα βάλει εγώ στο κόσμημα, μα δεν υπήρχε αμφιβολία πως ήταν η απάντηση που θα μου έδινε ο Τσέχοφ εμένα, κι όχι στη Γιαβόρσκαγια ή σε κάποια άλλη.

«Σ’ εσένα!». — «Σ’ εσένα!» μου είχε πει. Λοιπόν, ήξερε πως «σ’ εμένα» απαντούσε.

Όλη εκείνη τη βραδιά, στη μασκαράτα, είχε μείνει μαζί μου και ήξερε ποιος κρυβόταν κάτω από τη μάσκα, ώστε με την πρώτη ματιά με είχε αναγνωρίσει. Μα τι να ήτανε γραμμένο σε κείνες τις δυο αράδες;

Άρχισα πάλι να κοιτάζω τη σκηνή και να παρακολουθώ το έργο. Αυτό όμως που ήθελα να δω, ήτανε ο Τσέχοφ. Επειδή δεν τον έβλεπα στο θεωρείο, νόμιζα πως θα βρισκόταν στα παρασκήνια, μα για να πάω εγώ εκεί μέσα, δεν ήταν δυνατό κι ούτε είχα το θάρρος. Αυτό που επιθυμούσα τώρα, ήταν να τον συναντήσω τυχαία, για να καταλάβω, να νιώσω αν η παρουσία μου είναι εδώ περιττή κι ενοχλητική. Αχ, αν ήμουν σίγουρη πως ήθελε να με δει! Μα απ’ την άλλη μεριά μου φαινόταν πως σ’ αυτή τη δύσκολη για κείνον στιγμή, μόλις που θα με θυμόταν, θα μπορούσε να περάσει δίπλα μου χωρίς να μ’ αναγνωρίσει, ή αν με συναντούσε, θα θύμωνε μαζί μου. Μου είχε απαντήσει απ’ τη σκηνή σ’ ένα έργο που είχε τελεία αποτυχία και η συνάντησή μας μπορεί να του ήταν δυσάρεστη, γι’ αυτό τη φοβόμουν, σα να ήμουν ένοχος. Κι όμως, στο τελευταίο διάλειμμα τον έψαχνα παντού, σ’ όλους τους διαδρόμους και στο φουαγιέ. Από την έκφραση του προσώπου του θα μπορούσα να καταλάβω αν η παρουσία μου τού ήταν χρήσιμη. Μα δεν τον βρήκα πουθενά. Αργότερα έμαθα πως το είχε σκάσει απ’ το θέατρο. Το λέγανε ψιθυριστά:

«Το ’σκασε!».



Η Βέρα Κομισαρζέφσκαγια ως Νίνα στην πρώτη παράσταση του "Γλάρου", 
 Πετρούπολη, 1896

_____________

«Απαγορεύεται στα κορίτσια να συχνάζουν σε χορούς μεταμφιεσμένων».

Η Λύντια επιστρέφει και διηγείται στο σύζυγό της, που την περιμένει για το νυχτερινό τσάι και το δείπνο, το φιάσκο. Ανακουφισμένη που ο Μίσα δεν κατηγορεί τον Τσέχοφ, αλλά τους εχθρούς του, «καθάρματα, παλιογραφιάδες και ψευτοκόλακες», που τον ζηλεύουν, δεν μπορεί να πάρει το μυαλό της από κείνους τους αριθμούς.

Τον άκουγα μ’ ευχαρίστηση, ωστόσο όμως εκείνοι οι αριθμοί 121, 11 και 12, δε φεύγανε απ’ το μυαλό μου.

Το βιβλίο του Τσέχοφ βρισκόταν σ’ ένα ράφι της βιβλιοθήκης κι ήταν πολύ εύκολο να το βρω και να διαβάσω εκείνες τις αράδες. Μα πριν απ’ όλα έπρεπε να πιω τσάι, να φάω ζαμπόνι, ν’ ακούω τον Μίσα και να του απαντώ. Τι φράσεις θα ’βρισκα σε κείνη τη σελίδα 121, στις αράδες 11 και 12; Α, πρέπει να το μάθω το γρηγορότερο!

Το τσάι επιτέλους τέλειωσε, ο άντρας μου πήγε στο γραφείο του κάνοντας φασαρία και σφυρίζοντας, ύστερα πέρασε απ’ το σαλόνι και μπήκε στην κρεβατοκάμαρά μας.

— Θα ’ρθεις γρήγορα, μαμά; μου φώναξε.

— Ναι, αμέσως.

Εκείνη τη στιγμή μπήκα μέσα στο γραφείο. Ο Μίσα είχε σβήσει τη λάμπα κι έπρεπε ν’ ανάψω κερί. Το βαστούσα στο χέρι μου, βρήκα το βιβλίο, το τράβηξα γρήγορα απ’ το ράφι. Με τρεμουλιαστά χέρια άνοιξα τη σελίδα 121, μέτρησα τις αράδες και διάβασα: «...φαινόμενα. Γιατί με κοιτάζεις με τόση έκσταση; Μήπως σου αρέσω;».

Δεν κατάλαβα τίποτα, και ξαναδιάβασα τις αράδες. Όχι, δεν είχα κάμει λάθος: «φαινόμενα...» και τα λοιπά.

— Μαμά! φώναζε ο Μίσα. Τι κάνεις εκεί μέσα;

«Γιατί με κοιτάζεις με τόση έκσταση;»... Έκλεισα το βιβλίο σιγά - σιγά και το 'βαλα στη θέση του. Τάχα να με κορόιδεψε;

«Μήπως σου αρέσω;...».

Και τώρα ταξιδεύει για τη Μόσχα, βυθισμένος στις σκέψεις του. Όχι, την ώρα αυτή δεν μπορεί να σκέπτεται, θα καταγίνεται να διώχνει εκείνα τα οράματα: τους σαστισμένους ηθοποιούς πάνω στη σκηνή, τα σφυρίγμαχα, τα χάχανα. Α, τα ήξερα τόσο καλά και τα θυμόμουνα, γιατί τα είχα ζήσει! Τώρα συλλογίζεται, άραγε την απάντηση που μου έδωσε; Φαντάζεται σε τι κατάσταση θα βρίσκομαι, όταν, ύστερα από τόση αναμονή, εκνευρισμό κι ανυπομονησία, δε βρήκα να διαβάσω παρά: «Μήπως σου αρέσω;». Ήταν ανάγκη μόνο και μόνο γι’ αυτό, να βάλει μέσα στο έργο του εκείνο το επεισόδιο του μενταγιόν;

Δε μου ερχόταν ύπνος. Η ανάμνηση από κείνες τις ώρες που πέρασα στο θέατρο, τα βαθιά σημάδια που άφησε στην ψυχή μου η φοβερή εκείνη αποτυχία, και η προσωπική μου απογοήτευση, όλα αυτά δε μ’ άφηναν να ησυχάσω.

«Μήπως σου αρέσω;».

Αιφνιδίως, κάτι σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό μου. Εγώ είχα βρει τους αριθμούς μέσα στο δ ι κ ό του βιβλίο, ενώ εκείνος ίσως να τους πήρε μέσα απ’ το βιβλίο το δικό μου!

Ο Μίσα κοιμόταν ήσυχα εδώ και πολλή ώρα. Πήδησα κάτω απ’ το κρεβάτι, έτρεξα στο γραφείο, βρήκα εκείνον τον μικρό τόμο με τα διηγήματά μου Ο τυχεράκια ς και στη σελίδα 121, αράδες 11-12 διάβασα: «Απαγορεύεται στα κορίτσια να συχνάζουν σε χορούς μεταμφιεσμένων».

Αυτή ήταν η απάντηση! Απάντηση σε πολλά πράματα: και σ’ αυτήν που του είχε στείλει το κόσμημα και στην άγνωστη με τη μάσκα.Όλα τα είχε μαντέψει, όλα τα ήξερε.




Ο Τσέχοφ διαβάζει το «Γλάρο» με τα μέλη του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας.


Αφίσα του «Γλάρου», όταν παίχτηκε στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, 17 Δεκεμβρίου 1898, σε σκηνοθεσία Κ. Στανισλάφσκι. Ήταν πραγματικός θρίαμβος.

Για την αγάπη......

Στο τεύχος Αυγούστου 1898 της συλλογής «Η Ρωσική Σκέψη», είχαν δημοσιευτεί τα διηγήματα του Τσέχοφ: «Τα φραγκοστάφυλα» και «Περί Έρωτος». Η Λύντια περιμένει με ανυπομονησία το τεύχος, επειδή, συνηθισμένη να μαντεύει υπαινιγμούς μέσα στα γράμματα του Τσέχοφ, νομίζει πως κάτι θέλει πάλι να της πει.


Με μεγάλη συγκίνηση περίμενα το τεύχος του Αυγούστου της Ρωσικής Σκέψης. Είχα συνηθίσει να μαντεύω ορισμένους υπαινιγμούς μέσα στα γράμματα του Τσέχοφ και νόμιζα πως ήθελε να μου υποδείξει ιδιαιτέρως το τεύχος αυτό, για να το διαβάσω το γρηγορώτερο. Ανυπομονούσα λοιπόν, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω την αιτία της ανυπομονησίας μου. 

Μόλις κυκλοφόρησε το αγόρασα, αντί να το πάρω απ’ τη Βιβλιοθήκη, όπως έκανα συνήθως.
Και μόνο με τον τίτλο Περί έρωτος, είχε φουντώσει η περιέργειά μου. Έκανα ένα σωρό υποθέσεις κι έτρεξα στο σπίτι μου με το έντυπο στο χέρι. Δεν είχα αμφιβολία πως εκείνο το Περί έρωτος θα με αφορούσε, μα τι να έλεγε άραγε;


Κάθισα στο γραφείο του αντρός μου, άνοιξα το τεύχος κι άρχισα να διαβάζω. Ήτανε μια ερωτική περιπέτεια ανάμεσα σ’ ένα μάγειρα και μια καμαριέρα. «Αυτή» δε θέλει να παντρευτεί με «αυτόν», δέχεται όμως να ζει μαζί του. «Αυτός» είναι θρήσκος και δεν παραδέχεται να ζει «έτσι». Δε βρήκα ό,τι περίμενα κι απογοητεύθηκα.

Μα σ’ ένα σημείο, ένας κάποιος Λουγκάνοβιτς καλεί στο σπίτι του αυτόν που λέγεται Αλιόχιν και του συστήνει την Άννα τη γυναίκα του. Μόλις είχε γεννήσει, ήταν νέα κι όμορφη κι έκαμε μεγάλη εντύπωση στον Αλιόχιν.

«Άννα Αλεξέγεβνα...» — Κι εγώ επίσης είχα μωρό, όταν πρωτογνώρισα τον Αντόν Πάβλοβιτς!

Τότε θυμήθηκα και την κουβέντα μας:

«Δε σας φαίνεται πως όταν γνωριστήκαμε σα να μην ήταν η πρώτη μας συνάντηση, σα να ξαναβρεθήκαμε ύστερα από μακρύ χωρισμό;»

Ο Αντόν Πάβλοβιτς μου είχε κάμει αυτή την ερώτηση σ’ εκείνο το γιορταστικό δείπνο του γαμπρού μου.

Συνέχισα το διάβασμα με ανυπομονησία και αγωνία:

«Δεν είχα καιρό να θυμηθώ τη ζωή μου στην πόλη, μα η ανάμνηση κάποιας ξανθής, καλοφτιαγμένης γυναίκας είχε μείνει μέσα στην ψυχή μου και μ’ όλο πού δεν ήθελα να τή θυμούμαι, η ανάλαφρη σιλουέτα της δε μου ’φευγε απ’ το μυαλό».

Στην επόμενη σελίδα, ύστερα απ' τη δεύτερη συνάντησή του με την Άννα, ο Αλιόχιν έλεγε:

«Ήμουν δυστυχισμένος, δεν έπαυα να τη συλλογίζομαι κι’ όταν βρισκόμουν στο σπίτι, και στα χωράφια και στην αποθήκη...».

Χοντρά δάκρυα αρχίσανε να πέφτουν πάνω στο χαρτί κι’ έπρεπε να σκουπίζω τα μάτια μου για να συνεχίσω το διάβασμα.

«Κουβεντιάζαμε πολλή ώρα, μα δεν τολμούσαμε να ομολογήσουμε τον έρωτά μας, τον κρύβαμε από ντροπή και φόβο. Φοβόμαστε το καθετί που θα μπορούσε να φανερώσει ένα μυστικό που ήτανε μόνο δικό μας. Την αγαπούσα με στοργή και πάθος, μα η λογική μ’ έκανε ν’ αναρωτιέμαι πού θα μας πήγαινε η αγάπη μας, αφού δεν είχαμε αρκετή δύναμη να την καταπολεμήσουμε.

Μου φαινόταν απαράδεκτο να φτάσει κάποτε εκείνο το βαθύ αίσθημά μου να καταστρέψει την ευτυχισμένη ζωή του αντρός της, των παιδιών της, όλης της οικογένειας... θα ήταν αυτό τίμιο; 

Και τι θ’ απογινόταν η Άννα, αν αρρωστούσα εγώ ή αν πέθαινα; Φαίνεται πως κι’ εκείνη έκανε τις ίδιες σκέψεις σαν έφερνε στο νου της τα παιδιά της και τον άντρα της».

Τώρα πια δεν ήταν δάκρυα, ήταν οι λυγμοί που μ’ έπνιγαν. Ώστε λοιπόν δε με κατηγορούσε, — αντίθετα, με καταλάβαινε, με δικαιολογούσε, μοιραζόταν τη θλίψη μου. «Ένιωθα πως ήταν ένας συγγενικός μου άνθρωπος, δικός μου, πως δεν μπορούσαμε να ζήσουμε ο ένας χωρίς τον άλλον...».

«Τον τελευταίο καιρό η Άννα Αλεξέγεβνα ήταν αλλαγμένη, είχε μια περίεργη ερεθιστικότητα, σ’ ό,τι κι’ αν της έλεγα δε συμφωνούσε. Αν τύχαινε κάτι να μου πέσει κάτω, μου έλεγε: «Τα συγχαρητήριά μου!».

Αυτό ακριβώς είχα πει κι’ εγώ μια μέρα στον Τσέχοφ, όταν του ’πεσε το καπέλο του στις λάσπες. Φαίνεται πως θα πήγε να ρίξει πίσω το τσουλούφι του, όπως το συνήθιζε, και μ’ αυτή την κίνηση του ’φυγε το καπέλο.

Ο τελευταίος αποχαιρετισμός του Αλιόχιν και της Άννας έγινε μέσα στο βαγόνι ενός τραίνου, όταν εκείνη έφευγε.

«Καθώς συναντηθήκανε τα βλέμματά μας, παραλύσαμε, την αγκάλιασα κι’ αυτή σφιγγόταν πάνω μου με το πρόσωπό της ακουμπισμένο στο στήθος μου, και δάκρυα της τρέχανε απ’ τα μάτια. (...) Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα, πως όταν αγαπάς και συλλογίζεσαι την αγάπη αυτή, πρέπει να έχεις υπ’ όψι κάτι πολύ πιο υψηλό, πιο σημαντικό από την ευτυχία ή τη δυστυχία, το αμάρτημα ή την αρετή, με την πιο συνηθισμένη έννοια αυτών των λέξεων, — ή να μη συλλογίζεσαι τίποτα».

Όταν τέλειωσα το διήγημα, ακούμπησα το κεφάλι μου πάνω στο βιβλίο.


Reading (portrait of the artist' s wife), 1863, by Ivan Nikolaevich Kramskoy
______________


Τι εσήμαινε εκείνο το «πολύ πιο υψηλό» και πώς έπρεπε να φερθώ, δεν το είχα καταλάβει, γιατί κι’ εγώ δεν μπορούσα να ξεχωρίσω την έννοια της ευτυχίας ή της δυστυχίας, του αμαρτήματος ή της αρετής. Το μόνο που ήξερα και καταλάβαινα, πως η ζωή μου βρισκότανε σ’ ένα αδιέξοδο απ’ όπου δεν μπορούσα να βγω. Από το ένα μέρος η οικογένειά μου μ’ εμπόδιζε να είμαι ευτυχισμένη με τον Τσέχοφ, από το άλλο, εκείνος εμπόδιζε την ευτυχία μου μέσα στην οικογένειά μου. Λοιπόν, έπρεπε να είναι η καρδιά μου χωρισμένη στα δυο.

Τι ήθελε τάχα να μου δώσει να καταλάβω με κείνα τα λόγια: «Πόσο μάταιο, μικροπρεπές και απατηλό ήταν ό,τι εμπόδιζε την αγάπη μας!».

Έπιασα ένα κομμάτι χαρτί για να γράψω στον Τσέχοφ. Έγραφα χωρίς να σκέπτομαι καθόλου. Για να μη μετανοιώσω, βγήκα αμέσως έξω κι’ έριξα στο κουτί το γράμμα μου, που δεν ήταν καθόλου ευχάριστο.


Σε λίγες μέρες έλαβα την απάντηση:

30 Αύγουστου 1898, Μελίχοβο.

Φεύγω για την Κριμαία, έπειτα θα πάω στον Καύκασο κι’ όταν πιάσουν εκεί τα κρύα, θα φύγω πιθανόν για το εξωτερικό. Δε θα έχω λοιπόν την ευκαιρία να έρθω στο Πέτερμπουργκ.
Δε μου κάνει καθόλου κέφι να φύγω, και μόνο με τη σκέψη αυτή μου κόβονται τα γόνατα και δεν έχω όρεξη να δουλέψω. Νομίζω πως αν περνούσα αυτόν το χειμώνα στη Μόσχα ή στο Πέτερμπουργκ, σ’ ένα καλοθερμασμένο διαμέρισμα, θα γιατρευόμουν εντελώς, και το κυριότερο, θα δούλευα — θα έγραφα δηλαδή — τόσο καλά, που θα σκούσε, με το συμπάθιο, κι’ ο διάβολος.

Αυτή η περιπλανητική ζωή, ιδίως το χειμώνα — στο εξωτερικό ο χειμώνας είναι απαίσιος — μ’ έχει εντελώς ξεστρατίσει.

Για την εργασία της μέλισσας, η γνώμη σας δεν είναι σωστή. ΙΙρώτα βλέπει τα ζωηρά κι’ ωραία λουλούδια, κι’ αφού διαλέξει πια, τότε μαζεύει το μέλι.

Ως προς τα υπόλοιπα, — περί αδιαφορίας και ανίας, για το ότι οι άνθρωποι που έχουν ταλέντο δε ζούνε και δεν αγαπούνε παρά μέσα σ' ένα δικό τους κόσμο εικόνων και φαντασίας, — τούτο μόνο μπορώ να πω: η ψυχή του πλησίον είναι σκότος κι’ έρεβος.

Ο καιρός είναι άσχημος, κρύος και υγρός.

Σας σφίγγω δυνατά το χέρι. Να 'σαστε καλά κι’ ευτυχισμένη. 



Δικός σας Τσέχοφ.



« ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα....»

Το 1898 τα γράμματα του Τσέχοφ στην Λύντια είναι συχνά, αλλά όπως η ίδια λέει: «... δεν ένιωθα πια μέσα στα γράμματα αυτά το κάλεσμα της ψυχής του, όπως άλλοτε.» Στα μέσα Απριλίου του 1899 ο Τσέχοφ βρίσκεται στη Μόσχα.

Του είχα γράψει πως την 1η Μαίου θα ήμουν κι εγώ περαστική από κει, ίσα - ίσα για ν’ αλλάξω τραίνο, χωρίς να βγω έξω απ’ το σταθμό. Μου απάντησε [στις 27 Απριλίου 1899]: 

«Την 1η Μαίου θα βρίσκομαι ακόμα στη Μόσχα. Δε θα μπορούσατε να έρθετε το πρωί να πιούμε καφέ στο σπίτι μου; Αν έχετε μαζί και τα παιδιά σας, να τα φέρετε, θα σας προσφέρω καφέ με γάλα, τσουρέκια και ζαμπόν» 

Η επίσκεψη αυτή στην οικογένεια του Τσέχοφ ήταν αδύνατο να γίνει. Ανάμεσα στα δυο τραίνα μου έμεναν μόλις δυο ώρες· στο διάστημα αυτό έπρεπε να δώσω στα παιδιά μου να φάνε και να ψάξω στο σταθμό για να βρώ ένα άδειο διαμέρισμα σε κάποιο βαγόνι. Να πήγαινα στου Τσέχοφ για κανένα τέταρτο, δεν άξιζε βέβαια τον κόπο. Απαντώντας στο γράμμα του, τού έλεγα αυτά τα επιχειρήματα.

Μόλις όμως τελειώσαμε το πρόγευμά μας, βλέπω μέσα στο εστιατόριο του σταθμού τον Τσέχοφ να προχωρεί μ’ ένα πακέτο στο χέρι κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά. Ήτανε φανερό πως μας ζητούσε. Αφού μας χαιρέτησε, μου λέει:

— Για δέστε τις καραμέλες αυτές, είναι καραμέλες συγγραφέων! Νομίζετε πως κάποια μέρα θα μου γίνει κι εμένα αυτή η τιμή;

Πραγματικά, πάνω στα χαρτάκια που τύλιγαν τις καραμέλες ήτανε τυπωμένα τα πρόσωπα του Τουργκένιεφ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι...

— Δεν έβαλαν ακόμα, του λέω, το πρόσωπο του Τσέχοφ; Περίεργο... Μα έννοια σας και δε θ’ αργήσουν να το βάλουν.

Ο Αντόν Πάβλοβιτς φώναξε τα παιδιά μου και πήρε τη Νινούλα στα γόνατά του.

— Γιατί μοιάζεις — της λέει — με επόπτρια παρθεναγωγείου;

— Μα τι σύγκριση είναι αυτή! Τι νόημα έχει η επόπτρια; — του λέω εγώ.

Είχε όμως αρχίσει να παίζει τόσο στοργικά με τις μπούκλες της μικρής τυλίγοντάς τις στα δάχτυλά του και να την κοιτάζει με κείνα τα μεγάλα γκρίζα μάτια του, που ο εγωισμός μου καταπραΰνθηκε. Κι η μικρή είχε ζαρώσει στην αγκαλιά του και του χαμογελούσε.

— Τα παιδιά μ’ αγαπούνε! — μου κάνει ο Τσέχοφ, βλέποντας την απορία μου, που δεν είχε καθόλου αγριέψει η μικρή. Και συνέχισε:

— Ήθελα κάτι να σας προτείνω: απόψε δίνουν μια παράσταση του Γλάρου αποκλειστικά για μένα. Δε θα υπάρχουν καθόλου θεατές. Λοιπόν μείνετε γι’ απόψε και φεύγετε αύριο. Σύμφωνοι;

Ήταν εντελώς αδύνατο να δεχθώ αυτή την πρόσκληση. Θα 'πρεπε ν’ αφήσω τα παιδιά μαζί με τη δασκάλα τους σε ξενοδοχείο, να τηλεγραφήσω στην αδελφή μου, που μας περίμενε στο κτήμα της, κι έπειτα να ειδοποιήσω τον άντρα μου στο Πέτερμπουργκ. Δυσκολότατα όλα αυτά και περίπλοκα.

— Ποτέ δε συμφωνείτε με μένα, λέει κακόκεφος ο Τσέχοφ. Κι όμως θα ήθελα να είστε μαζί μου στην παράσταση αυτή. Δε θα μπορούσε να ταχτοποιηθεί η υπόθεση;

Δυστυχώς παρ’ όλες τις προσπάθειές μας και την επιθυμία μου να μείνω, στάθηκε αδύνατο να βρούμε μια λύση.

— Έχετε ζεστό πανωφόρι; — με ρώτησε εκείνος απότομα. Μ’ όλο που είναι πρώτη Μαΐου, σήμερα κάνει πολύ κρύο. Εγώ και με το χοντρό παλτό μου κρύωνα στη διαδρομή μέχρι εδώ.

— Λυπούμαι που κάματε τον κόπο, του λέω. Θα μπορούσε ν’ αρρωστήσετε και θα ήμουν εγώ υπεύθυνη.

— Μα κι εσείς είναι τρέλα να ταξιδεύετε με ταγιέρ. Ακούστε, — θα στείλω ένα σημείωμα στη Μάσα την αδελφή μου και θα σας φέρει το χοντρό της παλτό. Αμέσως τώρα θα το στείλω, θα προφτάσει να έρθει.

Με μεγάλη δυσκολία κατόρθωσα να τον εμποδίσω.

— Τότε, αν κρυολογήσετε, να μου στείλετε ένα τηλεγράφημα και θα ’ρθω να σας νοσηλεύσω. Πρέπει να ξέρετε πως είμαι καλός γιατρός. Σα να μου φαίνεται πως δεν έχετε εμπιστοσύνη στις επαγγελματικές μου ικανότητες.

— Να έρθετε στο σπίτι μας, όχι για να με νοσηλεύσετε, μα για να μείνετε κάμποσο καιρό μαζί μας. Σύμφωνοι;

— Όχι! λέει με αποφασιστικότητα, — κι άλλαξε αμέσως κουβέντα.

— Φέτος το χειμώνα αναγκαστήκατε να δουλέψετε πολύ για μένα. Διαβάσατε όλα τα κείμενα που έχουν γράψει οι αντιγραφείς σας, ε; Πώς σας λυπόμουνα! Κι από πάνω, κάματε τόσο κόπο για να μου βρείτε σπίτι... (εδώ χαμογέλασε μελαγχολικά). Καθώς λέει η παροιμία: «μια γυναίκα δεν είχε μπελάδες κι αγόρασε ένα γουρουνάκι».

Εκείνη τη στιγμή ήρθε ο χαμάλης για να μας πει πως μπορούσαμε να καθίσουμε στις θέσεις μας στο τραίνο, πήρε τις βαλίτσες μας και τραβούσε για την έξοδο· τον ακολουθούσανε τα παιδιά μου με τη δασκάλα τους.

Ο Αντόν Πάβλοβιτς είχε αρπάξει την τσάντα μου και δυο κουτιά με γλυκά που μας είχαν προσφέρει οι φίλοι μου στο σταθμό του Πέτερμπουργκ. Όπως πηγαίναμε πια να βγούμε έξω, παρατήρησα πως το παλτό του ήταν ξεκούμπωτο. Τα χέρια του ήταν πιασμένα με τα πράγματά μου, γι’ αυτό τον σταμάτησα μια στιγμή κι άρχισα να του κουμπώνω το παλτό του.

— Έτσι είναι που μπορεί κανείς να κρυολογήσει, του λέω.

— Κι έτσι είναι που δεν παύουν να μου θυμίζουν πως είμαι ένας άρρωστος, άχρηστος άνθρωπος. Δε θα μπορούσαν να το ξεχάσουν για λίγο και να μη μου το θυμίζουν σε κάθε περίσταση;

— Εγώ είμαι γερή κι όμως με δυσκολία σας έπεισα να μην ειδοποιήσετε για να μου φέρουν το πανωφόρι της αδελφής σας. Ώστε εσείς έχετε το δικαίωμα να φοβάστε μήπως κρυολογήσω, ενώ σ’ εμένα αυτό απαγορεύεται;

— Τότε γιατί καβγαδίζουμε, αγαπητή μου; — μου κάνει με χαμόγελο.

— Σήμερα είστε κακόκεφος! του είπα και πρόσθεσα χαμογελώντας: Μ’ όλο που φοράτε καινούριες γαλότσες.

— Δεν είναι καθόλου καινούριες! μου λέει με θυμό.

Είχαμε φτάσει κοντά στο τραίνο. Τότε ο Τσέχοφ μου είπε:

— Ξέρετε πως είναι κιόλα δέκα χρόνια που γνωριζόμαστε... Ναι. Δέκα χρόνια. Είμαστε τότε νέοι.

— Τώρα είμαστε γέροι;

— Εσείς όχι. Εγώ όμως είμαι πιο φθαρμένος κι από ένα γέροντα. Αυτοί τουλάχιστον μπορούν νά ζουν όπου θέλουν κι όπως θέλουν, ενώ εγώ είμαι αλυσοδεμένος από την αρρώστια μου.

— Τώρα όμως είστε καλύτερα.

— Το πιστεύετε αυτό πραγματικά; Ξέρετε πολύ καλά τι αξία έχει αυτή η καλυτέρευση. Κι όμως — πρόσθεσε με έξαψη — πολλές φορές συλλογίζομαι πως θα μπορούσα μολαταύτα να συνέλθω, να δυναμώσω, να γιατρευτώ εντελώς. Θα ήταν δυνατόν. Ή μήπως η ζωή μου έφθασε στο τέλος της;

Τρία παιδικά προσωπάκια σκύβανε απ’ το παράθυρο του τραίνου, γελούσαν και μάς γνέφανε.

— Ας μπούμε μέσα στο βαγόνι — μου πρότεινε ο Αντόν ΙΙάβλοβιτς. Δεν έχετε μόνο κακό χαρακτήρα, μα είστε αφηρημένη και απρόσεχτη. Είμαι οργισμένος με το κοστούμι σας. Με τέτοιο ντύσιμο, πώς θα περάσετε τη νύχτα μέσα σ’ ένα τραίνο τόσο αργοκίνητο; Πόσα χιλιόμετρα είναι;

Τα παιδιά χαρήκανε που μας είδανε, λες και λείπαμε πολύ καιρό. Ο Αντόν Πάβλοβιτς πήρε πάλι τη Νινούλα στα γόνατά του κι απ’ την άλλη μεριά ο γιος μου του ’δειχνε το βιβλίο του.

— Το αγόρασα εδώ, απ' το κιόσκι. Το έχετε διαβάσει;

Ο Αντόν Πάβλοβιτς το πήρε και το ξεφύλλισε.

— Το διάβασα — λέει με πολλή σοβαρότητα. Είναι ένα έργο του Πούσκιν, πολύ ωραίο βιβλίο, καλά το διάλεξες.

Ο γιος μου ήταν ενθουσιασμένος.

— Είναι ποιήματα, Αντόν Πάβλοβιτς, σας αρέσουνε;

— Ναι, μ’ αρέσουν πολύ τα ποιήματα του Πούσκιν.

— Ακόμα λίγο θα ξεχνούσα να σας επιστρέψω το τελευταίο σας διήγημα — του λέω εγώ. Πώς τα κατάφερα και το άφησα στο σπίτι μου...

— Θαρρώ πως δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Το διαβάσατε;

— Δεν είμαι της ίδιας γνώμης. Είναι ένα διήγημα του «Τσεχόντε». Κι εμένα μ’ αρέσει πολύ ο Τσεχόντε, είναι ένας εξαίρετος συγγραφέας! — του  κάνω μ’ ένα χαμόγελο.

— Απόψε θα παίξουν το Γλάρο χωρίς θεατές, μόνο για μένα. Α, τι θαυμάσιοι οι ηθοποιοί! Μα είμαι θυμωμένος μαζί σας, — δε θελήσατε να μείνετε γι’ αυτή την παράσταση...

Εκείνη τη στιγμή αναγγείλανε την αναχώρηση του τραίνου. Ο Αντόν Πάβλοβιτς σηκώθηκε.
Τότε μου ήρθε ξαφνικά στο μυαλό ο αποχαιρετισμός του Αλιόχιν και της Άννας Λουγκάνοβιτς μέσα στο βαγόνι του τραίνου: «την αγκάλιασα... εκείνη σφίχτηκε πάνω στο στήθος μου...». 
Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, είχα συγκλονιστεί.

«Για μας όμως, δεν είναι ο τελευταίος αποχαιρετισμός — προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου. Μπορεί να έρθει καμιά φορά στο σπίτι μας ή στο σπίτι του γαμπρού μου...»

Δεν πρόσεξα πως είχε αποχαιρετήσει ο Αντόν Πάβλοβιτς τα παιδιά μου. Όσο για μένα, δε μου είπε ούτε μια λέξη, μόνο βγήκε στο διάδρομο. Τον ακολούθησα. Στράφηκε απότομα και μου ’ριξε μια αυστηρή, ψυχρή κι οργισμένη ματιά.

— Ακόμα κι αν αρρωστήσετε — μου λέει — δε θα  έρθω να σας νοσηλεύσω». Είμαι καλός γιατρός και θα σας ζητούσα για αμοιβή τον ουρανό με τ’ άστρα. Λοιπόν, δε θα ξαναϊδωθούμε.

Μου ’σφιξε γρήγορα το χέρι κι έφυγε.

— Μαμά, μαμά, έλα, έλα γρήγορα! φωνάζανε τα παιδιά.

Το τραίνο έκανε να ξεκινήσει. Απ’ το παράθυρο είδα το πρόσωπο του Αντόν Πάβλοβιτς που περνούσε, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει.

Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα βέβαια, κι ούτε μπορούσα να το φανταστώ, πως ήταν η τελευταία φορά που τον βλέπω.


Λύντια Αβίλοβα, Ο Τσέχοφ στη ζωή μου, 
μτφρ. Μέλπω Αξιώτη, εκδόσεις Κέδρος