Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Βαρβέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Βαρβέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Τα δύσκολα Χριστούγεννα των ποιητών


Angel, Christmas, Pixabay
_________


Χριστούγεννα δύσκολα, της ενδοσκόπησης...


Χριστούγεννα και πάλι, μέσα από στίχους ποιητών, χώρο όπου το ιερό συναντά την ανθρώπινη θλίψη, τη μοναξιά και την αμφισβήτηση. Η Γέννηση δεν είναι λαμπρός εορτασμός αλλά μια στιγμή συγκίνησης που αναδύεται μέσα από τον πόνο, είτε πρόκειται για τα δυστυχισμένα Χριστούγεννα δημιουργών που πάλεψαν με τη ζωή, είτε για την ευσπλαχνία που γεννιέται ως ανώτατη ανθρώπινη ανακάλυψη, είτε για την πορσελάνινη ακινησία μιας φάτνης που πυκνώνει την αιωνιότητα σε μια εύθραυστη εικόνα. 

Το θείο βρέφος μετατρέπεται σε σύμβολο του έρωτα που αναζητάται μέσα σε σπήλαια σταλακτιτών, σε θεάνθρωπο που διώχνει την απόλαυση από τα σπλάχνα του, σε μικρό Χριστό που ζωγραφίζει στα τζάμια ενώ τα φώτα της πόλης λάμπουν σαν δάκρυα. Γέννηση και Σταύρωση συμφύρονται, το θείο βρέφος γίνεται ο αμνός της σωτηρίας, το θαύμα απουσιάζει, ξεγυμνώνοντας την αδυναμία μας να διακρίνουμε το ιερό από το ανθρώπινο. Η νύχτα της γιορτής γίνεται αφορμή για ενδοσκόπηση, αποκαλύπτοντας την αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική λαμπρότητα των εορτών και την εσωτερική πάλη, την αναζήτηση νοήματος σε έναν κόσμο γεμάτο αντιφάσεις, και την αιώνια ελπίδα για λύτρωση που κρύβεται στην ταπεινή γέννηση ενός βρέφους.



Stanhope Alexander Forbes, Παραμονή Χριστουγέννων,1897
___________


Παραμονή της Γέννησης


Στον όγκο του χρόνου υπάρχει η στιγμή.
Επίσημη την τοιμάσαμε, τη θελήσαμε,
τοιμάσαμε την έκσταση, θελήσαμε τον θαυμασμό.
τοιμάσαμε την ανάταση, θελήσαμε τη χαρά,
τοιμάσαμε τη γιορτή, θελήσαμε τον εαυτό μας
γεμάτον έκσταση, θαυμασμό και χαρά.[....]

Οι άνθρωποι είναι πολλοί μαζί
και μιλούν, γελούν κι απαντούν ο ένας στον άλλο,
πηγαίνουν ν' ακούσουν και δεν ακούν
τη φωνή του ανθρώπου καν μέσα τους.
Ήσυχοι, κουρασμένοι, ανύποπτοι,
στέκονται και περπατούν, διαβαίνουν.
Οι άνθρωποι είναι γελαστοί.

Αύριο είναι γιορτή,
αύριο είναι διασκέδαση,
αύριο είναι ανάπαψη.
Οι άνθρωποι χαίρονται, χαίρονται,
πηγαίνουν, περπατούν, διαβαίνουν,
βλέπουν ό,τι έμαθαν να βλέπουν.[...]

Αμήν αμήν λέγω, Κύριε,
συγχώρησε την αδυναμία μου,
χώρον χάρισε στην αδυναμία μου, Κύριε,
με την αδυναμία μου να χωρέσω στην έκκληση
της ψυχής μου. Συγχώρεσε
την σκληρή κατάπτωση,
της σκληρότητας ψυχρής την κατάσταση,
της στείρας ψυχρότητας την κατάκτηση,
της σκληρότατης πτώσης τη στάση,
της ψυχής τη στειρότητα.

Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάραν και την Ελισάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν.


Ζωή Καρέλλη, Παραμονή της Γέννησης (απόσπασμα)
Από τη συλλογή Πορεία (1940)




Pieter Brueghel II, Adoration of the Magi 
 second half of the 16th century 
___________________


Χριστούγεννα άφωνα και παγωμένα


Χριστούγεννα άφωνα και παγωμένα
Έθαψαν το μαντήλι της μητέρας

που σκούπιζε τα μάτια τους κάθε πρωί
Το μαντήλι το λεκιασμένο απ’ το αίμα

Το σπίτι έρημο αγρυπνεί
Τ’ αδέρφια παίζουνε κρυφτούλι

Η νύχτα φθάνει επίβουλη κρυφή

Οι ίσκιοι κατεβαίνουνε πάνω στους τοίχους
Όλο και κατεβαίνουν
Και τ’ αδέρφια τούς μετρούνε
Τούς μετρούν και κλαίνε


Τ. Βαρβιτσιώτης, Χριστούγεννα
Από τη συλλογή «Το ξύλινο άλογο», (1955)


William-Adolphe Bouguereau, Song of the Angels, 1881
___________


III. Φάτνη


Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται.
Εδώ που στήσαμε τη φάτνη,
Εδώ που κρεμάσανε το άστρο,
Είναι σα μια μεγάλη πέτρα –
Πέτρα υψηλή, μετέωρη.
Ένα πυκνό σημείο αιωνιότητας.
Το Βρέφος, ο Ιωσήφ και η Μαρία,
Τ’ αγαθά ζώα. Οι Άγγελοι
Σταματημένοι σε μια πτήση
Ψηλά, στη σιωπή, παίζοντας όργανα.
Άρπα, κορνέτα, βιολί και φυσαρμόνικα.
Ακίνητοι σαν από πορσελάνη,
Με σιωπή απόλυτη, μουσική.
(Η Νύχτα απλώνεται σαν την ηχώ
Αυτής της μουσικής, της σιωπής,
Της μουσικής των Αγγέλων μέσα μας, έξω μας).
Αν στέκουν εδώ, πετούν εκεί,
Στον άλλο χώρο∙ αντλούν
Αίμα σκληρό απ’ το αίμα μας,
Αγάπη απ’ την αγάπη μας.
Παίρνουν τα όνειρά μας και τα ψηλώνουν.
Η Μάνα στέκει κοντά τους ακίνητη,
Σαν από πορσελάνη, αγγίζει τα εύθραυστα πόδια τους.
Βλέπει το αόρατο στο μαγικό καθρέφτη του ορατού.
Τι τώρα, τι πάντα.
Ω καθαρότατη ψυχή,
Άμωμη, αμόλυντη, ανυπόκριτη.
Ο χρόνος ανοίγει σαν το φεγγίτη που μας φωτίζει.
Τα παίρνουμε και τα πλαγιάζουμε
Μέσα σ’ ένα κουτί να κοιμηθούν
Πάνω σε χάρτινο άχυρο να μη ραγίσουν.


Γιώργος Θέμελης, Φάτνη, ενότητα Αθύρματα,
από το ποιητικό έργο «Η Μόνα παίζει»(1961)


Σπήλαιο Αλιστράτης Σερρών
Photo: Δημήτρης Σταθόπουλος
_________

Χριστούγεννα του σταλαγμίτη


Μια μέρα γεννήθηκε στη μακρινή Βηθλεέμ ο έρωτας
στην κοιλιά του καρπού λησμονημένος
και του έδωσαν το όνομα Καρπός
όλα τ’ άστρα των παιδιών αγαπημένων
με τους άνεμους όταν λευκάζουν το χειμώνα.
Εγώ ήμουνα εκείνο τον καιρό στην πέτρα
οι καμπάνες οδηγούσαν από χαλκό μεγάλο
ένα τραγούδι νοσταλγίας αιχμάλωτης…
Εντούτοις άκουσα το σπήλαιο
κι ανεβαίνοντας
σ’ ένα βαθύ άλογο πήγαινα σ’ αυτό
κρατώντας ευωδιαστή φασκομηλιά προς τη θέρμη
του βρεφικού δέρματος όνομα βαθύ και ανάερο.
Δεν έβρισκε λαλιά ο πλατύς ελαιώνας για να φωνάξει
κι ο θάνατος έφευγε στ’ αστέρια
μονάχα το άστρο νικούσε το πλήθος που είναι τ’ αστέρια
λάμποντας το Ένα.
Ο θεός έκραζε τη λαλιά:
Δίδαξέ με
στο άστρο στρεφόμενος, είπε,
και τα μαρτύρια γεννήθηκαν απάνω απ’ τις λάμψεις
χαρίζοντας ηρεμία στην έμψυχη κλίμακα.
Μια γυναίκα λευκή
αποθέωνε τον άντρα ψηλά στον αέρα μοβ
η αδαμική χάρη σε κάθε σώμα γνωρίζει τον τρόμο, είπε,
κ’ η χρονιά ζύγωσε στην καρδιά μου με χιόνι θαμμένη.
Μοιράζεται τη θλίψη με τις πέτρες
μοιράζεται με τη βροχή
ο ταπεινός μοιράζεται τη θλίψη
με τον ήλιο, πάλιν είπε,
και βλέπει τις ρίζες της φλόγας όπως ανεβαίνει
πιάνει τις ρίζες αυτές ανάμεσα
στο ξύλο
στους τρυγμούς ανάμεσα στις γαλάζιες φάσεις.
Ιδού λοιπόν ο χρόνος είναι χιόνι
δεν είναι ρολόγι –
και κρατούσε το θήλυ πότε τα φεγγιστά νερά
πότε μαύρες πέτρες της Δήλου.
Σαν είδα το σπήλαιο
συγκρατήθηκα στην πρώτη φλέβα του βράχου μας
ενώ με κάλεσε το ακέραιο γαϊδούρι κινώντας
και τα δυο του χέρια
μα όμως ευγένεια φανερώνοντας ήρθε και το βόδι
πειθήνιο στον ήλιο της νύχτας
για να δω το δοκιμασμένο χρυσάφι.
Κι αντίκρισα το χρυσάφι
καθώς ένα φτωχαδάκι του τόπου μας
ήτανε το βρέφος στη μητρική βύθιση
ολομόναχο με τ’ άστρα.
Ώσπου χάραξε…
Στο σπήλαιο – μιας ηλικίας χαμένης – δεν υπήρχαν
ειμή μόνο σταλακτίτες
που κρέμονταν δεν υπήρχαν
ειμή μόνο σταλαγμίτες ανυψούμενοι.
Εγώ ο σταλαγμίτης
ολοένα
πλησιάζω το σταλαχτίτη που με κράζει απεγνωσμένα
για να εγγίσουν κάποτε τα στάγματα
τη μεγάλη ένωση…


Νίκος Καρούζος, Χριστούγεννα του σταλαγμίτη,
Από τη συλλογή «Ποιήματα», 1961.
Περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση
«Τα Ποιήματα Α΄(1961-1978)», εκδόσεις Ίκαρος, 1993.



Γεώργιος, Ιακωβίδης, Ο μικρός σαλπιγκτής,
Εθνική Πινακοθήκη- Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου
__________


Το παιδί με τη σάλπιγγα


Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του κόσμου.
να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα
αναμμένα για τα Χριστούγγενα – στο τζάκι του Νέγρου
ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά
στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ
μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες
ορατές νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου.


Να την κάνεις αγάπη.


Νικηφόρος Βρεττάκος,Το παιδί με τη σάλπιγγα, 1969.
Από την ποιητική συλλογή «Διεθνής Παιδούπολη Πεσταλότσι»
Νικηφόρου Βρεττάκου «Τα ποιήματα» – 
Τόμος δεύτερος-Τρία φύλλα –Αθήνα 1999





Η Γέννηση


Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.

Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό
ξύλινο σταυρό.

«Είδες –μου λέει- γεννήθηκε η ευσπλαχνία!
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες
και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’
αυτό.

Τάσος Λειβαδίτης, Η Γέννηση, Από τη συλλογή
«Ο τυφλός με τον λύχνο», εκδ. Κέδρος, 1983



«Κάθεται μόνος και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι...»
Created with ChatPrime App.
_________



Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.
 
Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.
 
Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.
 
Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.
 
Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.
 
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…
 
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
                         στις πλάτες του ν’ αχνίζει.
 
Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
                          πως είναι πεθαμένη.
 
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
                          να παρηγορηθούνε.


Μιχάλης Γκανάς, Χριστουγεννιάτικη ιστορία
Aπό τη συλλογή Γυάλινα Γιάννενα (1989)
Ποιήματα 1978-2012, Μελάνι, Αθήνα 2013





Χριστούγεννα 1948

Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου


Μίλτος Σαχτούρης, Χριστούγεννα 1948
Από τη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952)
Ποιήματα 1945-1971, Κέδρος, Αθήνα, 1991



Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη


Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…

Α! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος


πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.



Μίλτος Σαχτούρης, Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών,
από τη συλλογή «Καταβύθιση», 1990



Holy Family, αποδίδεται στον Carracci Annibale, 
Galleria Borghese, Rome
 ______________



Εορτή

Άχρηστα αστέρια έδειχναν το δρόμο,
σπάραζε στο σκοτάδι ένας εφιαλτικός Χριστός,
η Παναγία χανόταν μες στη νύχτα —
σκισμένος ουρανός στα τέσσερα.
Στο ξύλο το χρυσό καρφί,
στο στόμα ματωμένο ασήμι.Ποιος θα νικήσει αυτή τη νύχτα
τα παγωμένα στιλέτα του βοριά;Στο στήθος μου κυκλοφορούσε μια λόγχη.
Ένα κίτρινο ποτάμι πνίγει τις φωνές.
Το σκοτάδι μαύρο ντουφέκι
στο κρανίο μου.
Η μουσική φωτεινό σπαθί
στο πρόσωπό μου.
Η νύχτα σκοτεινό χαρτί —
σβησμένο κάρβουνο η ψυχή της. Μένει το αίμα στην έξοδο.
Εκεί καραδοκεί ο προδότης.
Θα ’ναι μια θανάσιμη γιορτή.
Άγγελοι από ατσάλι θα με τσακίζουν.


Αναστάσης Βιστωνίτης, Εορτή, Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972).
Ποιήματα (1971-2008), εκδόσεις Καστανιώτη, 2018



Holy Nativity Giclée Print
Designed by OverstreetHudson
___________



«κι άστραψε το άστρο των Χριστουγέννων»

Εκεί που το ατσάλι συναντάει τον άνεμο
στην πεδιάδα του σύννεφου
με το πουλί να πέφτει
μέσα στα βάθη του γαλάζιου,
έσκισε την ομίχλη ένα χρυσό τσεκούρι
κι άστραψε το άστρο των Χριστουγέννων.

Αναστάσης Βιστωνίτης, Σικάγο 1987, 
Από τη συλλογή Οι κήποι της Σελήνης (1990)



Rainy, Christmas, Grief image. Pixabay
_____________


λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα


ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο

μόνος στον κόσμο

ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι

δέντρα για τα παιδιά

καράβια για τα όνειρα

ένα παραμύθι της αγάπης για τους
απελπισμένους
παραμονή

και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας

στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα


Τόλης Νικηφόρου, λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα,
Από τη συλλογή «γαλάζιο βαθύ σαν αντίο», 1999.
Και στην συγκεντρωτική έκδοση «Ίχνη του δέους,
Επιλεγμένα ποιήματα 1966-2017», εκδόσεις Ρώμη, 2018



Matthias Stom, The Adoration of the Shepherds (c. 1650). 
Palazzo Madama and Casaforte degli Acaj, Turin, Italy 
_______________



Όλες οι παραμονές Χριστουγέννων ένα αμύγδαλο πικρό


Ευτυχώς σκοτεινιάζει κι απόψε
Το μωσαϊκό της κουζίνας μου
δείχνει κιόλας μεσάνυχτα
μ’ εκείνο το ένδοξο άσπρο-μαύρο

Μου πέφτει ένα αμύγδαλο
Το ψάχνω πάνω στο άσπρο-μαύρο
(Πάντα προς το μαύρο κλείνει η αφή των πραγμάτων)

Τα πόδια μου στο δόκανο

Να σε δω να υποφέρεις αληθινά
Ακόμα έχεις απάνω σου ένα κλάμα ψυχρό
Ένα χαμόγελο ψεύτικο
Κάθισε κοντά μου και πες μου τι βλέπεις
Μες στον παλιό καθρέφτη

Όλες οι καμπάνες σημαίνουν Χριστούγεννα
Κι εγώ δεν έχω τίποτε άλλο να ζήσω
Πάρεξ τη γεύση ενός αίματος που αρνούμαι να πιω
Αν μη τι άλλο εγώ πέταξα το σώμα μου
Μες στην αγάπη όπου σαπίζει τώρα
Με λογική και σύνεση με θεία παραδοχή
Την τρέλα τη μαθαίνει κανείς μέσα σε μια στιγμή


Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου,
Όλες οι παραμονές Χριστουγέννων ένα αμύγδαλο πικρό
Από τη συλλογή «Σαλκίμ», εκδόσεις Νεφέλη, 2001 



«Αμνός γεννάται δοξάσατε
το βρέφος ψήνεται στον οβελία...»
____________


Ιδεώδης σύγχυση για τις ημέρες των εορτών

Αμνός γεννάται
δοξάσατε
το βρέφος ψήνεται
στον οβελία.
Συγγενείς απορούν
ανάμεσα στο θηλασμό
και στο φαγοπότι
Τσότρες κρασί
κυκλοφορούν στον ώμο
νοσοκόμων
για ευωχία μετάγγισης.
Χριστούγεννα στο νεκροθάλαμο
και Πάσχα στη θερμοκοιτίδα.
Τι βολικά δυσνόητες οι γιορτές
χωρίς το θαύμα.

Γιάννης Βαρβέρης, Ο άνθρωπος μόνος, 
εκδόσεις Κέδρος, 2009


Murillo, Bartolomé Esteban, The Christ Child Asleep on the Cross, περίπου 1660
Museo Nacional del Prado, Madrid
_____________


Γενέθλια



Η μέρα που γεννήθηκες
αναπαρίσταται, Θεάνθρωπέ μου

κάποιο άστρο 
θαμπό από το άθεον όζον 
σε ψάχνει

οι μάγοι δε θυμούνται 
αν γέρασαν ή έχουν πεθάνει

τα ξυλιασμένα δάχτυλα του θαύματος 
ρωτούν πού είναι η φάτνη

κι εγώ εκεί σκυμμένη 
μες στο προσκύνημα της αναζήτησής σου 
σε μια συμμετοχή απαρατήρητη 
μοναχική

δεν το αρνούμαι νιώθω να διαπερνά 
και του δικού μου σώματος 
την ξυλιασμένη δυσπιστία

η σεβαστή, ασύλληπτη του θαύματος 
θερμαντική ανάγκη 

κι έτσι που αναλιώνω 
υπολογίζω πάλι σύμφωνα με το έτος της γέννησής σου

πόσο νέος ήταν τότε τι ωραίος 
ο σταυρός σου

τι πειθαρχημένα ερωτικός 
πόσο απαγορευμένα αγαπώμενος

αγριεύω κρυφοκοιτάζοντας 
πώς είχε γαντζωθεί στα σπλάχνα σου 
θρηνώντας η απόλαυση

και συ πώς την απόδιωχνες
κλοτσώντας τα μαλλιά της 
μακριά από των ποδιών σου 
την καρδιά

απάντησέ μου 
πες μου τι αισθανόταν η αλήθεια σου 
πριν και μετά τη Σταύρωσή σου

μεταμελήθηκε που έδιωξε 
απ’ το Ναό του Πατρός σου
εκείνη την πανέμορφη εμπόρισσα
ερωτικής σωτήριας για σένανε λατρείας;


, Γενέθλια, από τη συλλογή 
«Τα εύρετρα», εκδ. Ίκαρος, 2010

Σάββατο 24 Απριλίου 2021

Λάζαρος, «ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος»


Alessandro Tiarini, La resurrezione di Lazzaro, Ekaterinburg Museum of Fine Arts
_________________

Μετά την Ανάσταση η σιωπή και η άγνοια...

Αν λάβουμε υπ’ όψιν λόγους «αισθητικής οικονομίας», είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα η Ανάσταση του Λαζάρου απ’ αυτήν του Ιησού, η οποία είναι υπέρβαρη από γεγονότα, ξεχειλίζει από διδάγματα και συνέπειες και τελικά, στο διαπασών της υπέρβασης, καταλήγει στην Ανάληψη.

Αντίθετα, η εξιστόρηση του πρώτου γεγονότος είναι λιτή, με χαμηλές συγκινήσεις, μια παράσταση με δεύτερους ρόλους που συνωθούνται ανώνυμοι στο ευαγγέλιο του Ιωάννη. Κυρίως, όμως, είναι μια ιστορία που καταλήγει στη σιωπή και στην άγνοια για το μέλλον του Λαζάρου. Στο εξής δεν μαθαίνουμε, ούτε ακούμε τίποτε που να τον αφορά.

Στα μέτρα του δράματος, τι μοναχικότερο υπάρχει από ένα πρόσωπο που με την Ανάστασή του συντρίβει πανηγυρικά τους φυσικούς νόμους αλλά αποσιωπάται αμέσως μετά, χάριν του απόλυτου πρωταγωνιστή, ο οποίος εκμηδενίζει ή κάνει ασήμαντους τους υπόλοιπους ρόλους;

Κώστας Μαυρουδής, Ο Λάζαρος, Στενογραφία, εκδόσεις Κέδρος, 2006.

Léon Bonnat, The Resurrection of Lazarus, 1857
_____________

«Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου»

«Είν’ όλα νέα σήμερον
έτος δωρήματα ελπίδες
και μόνον την καρδίαν μου
αρχαίαι δέρουν καταιγίδες» 

Βροχή μες στις στοές βροχή
χαλάζι μέσα στ’ αυτοκίνητα
με παγωμένα πόδια
γιά δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες

Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου
Σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε
σου κάνουν δώρο έναν τόπο μακρινό
ένα λιβάδι τρυφερό με ανεμώνες
ένα λιβάδι τρομερό

σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε
Λάζαρε εργοστασιάρχη Λάζαρε κακέ
Λάζαρε γίνε ποταμός της άνοιξης
γίνε σκουλαρίκι γίνε σίφουνας
αγάπησε τη ζωή

«Είν’ όλα νέα σήμερον»
γιά δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες
«και μόνον την καρδίαν μου
αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

Μίλτος Σαχτούρης, Λάζαρος, 
από τη συλλογή «Παραλογαίς», 1948


Michael Pacher, Resurrection of Lazarus, 1479
__________

«Πώς θ’ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό;»

Κάτωχρος κι εξαντλημένος ο Ιησούς στάθηκε 
κοντά στον τάφο. «Λάζαρε, βγες έξω» φώναξε. 
Όλοι περίμεναν. Κι ο φτωχός νεκρός που ένιωσε 
ότι εδώ στον τάφο του παίζεται η τύχη του κόσμου, 
τι να ’κανε; Η γη είχε χαθεί, 
πώς θ’ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό;

Τάσος Λειβαδίτης, Ο Θεός χρειάζεται τη βοήθειά μας, 
από τη συλλογή «Εγχειρίδιο ευθανασίας», εκδ. Κέδρος, 1979.


Giotto, Raising of Lazarus, Basilica inferiore di San Francesco d'Assisi
__________

«Εγώ θα μείνω ακίνητος εδώ...»

Τώρα ζω στο χρόνο των λουλουδιών
του κόσμου τα σκυλιά είναι δεμένα.
Ξάφνου γυρνούν τα σπλάχνα μου
ακούω απ’ έξω τη φωνή του Ιησού.
Τι κρύβει πάλι μες στα χέρια του;
Στέψη ετοιμάζει ή τη σταύρωσή μου;
Εγώ θα μείνω ακίνητος εδώ
και θα γυρνώ τη ρόδα του τρελού.

Γιώργος Κακουλίδης, Η απάντηση του Λάζαρου στο ποίημα του γυρισμού, 
Μονσινιόρ», Καστανιώτης, 1996.


Resurrection of Lazarus, between 1450 and 1460,
(painter unknown), East Slovak Museum
_________

Δεν έπρεπε στο "Δεύρο έξω" να υπακούσω...

Φρόντισες μέσα κι έξω από τη Βηθανία
όλοι να μάθουν την ανάστασή μου.
Τώρα, θύμα ενός θαύματος, για χρόνια περιφέρομαι
ένας ρακένδυτος που τον κοιτούν όλοι φιλύποπτα
αν πρέπει να τον πάρουν για τρελό ή να τον πιστέψουν.

Μα κι ο ίδιος πια δεν ξέρω τι, ποιος είμαι
χωρίς καν συγγενείς και φίλους που όλοι φοβηθήκαν
ή ζήλεψαν για τους δικούς τους - ποιος να ξέρει;
Ενώ Εσύ, ιδανικός Εσύ μες στην ανάστασή Σου
οριστική, γεμάτη δόξα κι ύμνους όπου γης
ποτέ δεν σκέφτηκες τι απέγινε
ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος Σου.

Ω ναι, δεν έπρεπε στο «Δεύρο έξω» να υπακούσω
μα την ειρηνική μου οδό αποσύνθεσης ν’ ακολουθήσω
ταπεινά, σαν τους κοινούς θνητούς.
Τώρα σε τι Δευτέρα Παρουσία να πιστέψω
σε τι ανάσταση νεκρών
ανάμεσα σ’ εξαίρεση ζωής
και στον κανόνα του θανάτου;

Και τέλος
πού να βρω δύναμη προτού πεθάνω να πεισθώ
ότι στ’ αλήθεια και για πάντα
θα πεθάνω;

Γιάννης Βαρβέρης, Ο Λάζαρος Μετά Το Θαύμα, 
από τη συλλογή «Ο άνθρωπος μόνος», εκδ. Κέδρος.


Eduard von Gebhardt, The Raising of Lazarus, 1896
_____________


«Δεν ήθελα... η γαλήνη να μου στερηθεί»

Μη με παρεξηγείτε, δεν ήθελα –και ποιος θα ’θελε; – 
η γαλήνη να μου στερηθεί. Με σκέφτηκε; 

Ν’ αφυπνίζει ήθελε δίχως θαύματα,
 τι με σηκώνει από τον ύπνο τον βαθύ. 
Με ρώτησε αν τον χόρτασα, εμένα, στη ζωή; 
Κι αν πέθανα νέος, γιατί ν’ αγανακτήσει. 
Ξέρει τι είδα στην αντίπερα την κτήση. 
Ήταν η ζωή μου τόσο πια μοναδική 
που νόμο έπρεπε να παραβεί, να μ’ εξυμνήσει;

Μη με παρεξηγείτε, δάκρυα δεν κυλούν από χαρά. 
Μοναδικός θα περιφέρομαι, να ξεχωρίζω. Όχι ήρωας, 
μα πιόνι βασιλιά. Μόνος επιζών, όσο αυτός τη νίκη κυνηγά. 

Μη με παρεξηγείτε, το χέρι του δεν το φιλώ. 
Κάτω προσπαθώ να τον τραβήξω. Να σας σώσω. 
Μαζί του να ξαναταφώ.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, Το παράπονο του Λαζάρου, 
από τη συλλογή «Κατά Χρόνον Ευαγγέλιο», Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2012


Luca Giordano, Raising of Lazarus, 1675
_________

«Εδώ θ’ αναστηθώ πάλι και πάλι εδώ...»

 Άφησα χόρτα ποταμούς μέσα στο νου 
ν’ αφρίσουν το περβόλι άφησα χρώματα μαβιά 
του φθινοπώρου βράχια σκοίνα πυκνά 
που όμως δεν είναι να καούν 
το έμπα του ονείρου να σφαλίσουν. 

Πώς σε λειμώνες άγριους ο λόγος ανατέλλει 
πώς σε γιαλούς απρόσμενους το ξύλινο το σήμαντρο 
σημαίνει και πώς το πένθος του κορμιού 
μια μόνο στη ζωή φορά πέρα για πέρα διαπερνά 
το πέτρινο κουκούλι της σιωπής του 
δε γίνεται να τ’ αρνηθώ. 

Εδώ λοιπόν θα καρτερώ εδώ 
πώς ανακρούεται το χάος να γευτώ 
τις Συμπληγάδες του ύπνου να περάσω 
εδώ θα καρτερώ την ύστατη αλήθεια να μοιράσω 
στα διψασμένα μάτια των πιστών 
εδώ θ’ αναστηθώ πάλι και πάλι εδώ 
θα ζήσω μες στο μαύρο θάνατό μου.   

Δημήτρης Χουλιαράκης, «Πέτρα και Λάζαρος – III, 
από τη συλλογή «Το λείψανο των ημερών», εκδ. Κέδρος, 1994


Jan Pynas, The Raising of Lazarus, 
circa 1620, Philadelphia Museum of Art
_________

«Είχα και γω να δεύρο κάποιους έξω...»

Νεφοσκεπές ψιλόβροχο ημέρας.
Κάτι μωραί καμπάνες πιτσιλάνε
τον ύπνο του Λαζάρου να εξέλθει.
Καλά στοκαρισμένο το φως γύρω γύρω.

Είχα και γω να δεύρο κάποιους έξω
μα δε μου αποκρίθηκαν αν θέλουν.

Πώς ν’ αποκριθούν
με ωτακουστή που άφησες καλά στοκαρισμένο
το φως γύρω γύρω.

Κι έπειτα γιατί τους ρωτάς αν θέλουν.
Το θαύμα δε ρωτάει.
Σ’ αρπάζει από το αυτί και
σέρνοντας σε πετάει στο φως.
Χαίρεσαι βέβαια με την έκλαμψη, δεν αντιλέγω
αλλά σε τρώει από μέσα σκουλήκι η αγωνία
μην είναι και τα θαύματα θνητά.

Άστους λοιπόν καλύτερα εκεί
μην έχωμεν να άρωμεν για δεύτερη φορά
κενόν τον κράββατόν τους.

Κική Δημουλά, Του Λαζάρου, 
από την ποιητική συλλογή «Ενός λεπτού μαζί», εκδόσεις «Ίκαρος», 1998.


Juan de Flandes, The Resurrection of Lazarus, 1514-1519, 
Museo Nacional del Prado
_________


«Εγώ όμως μισούσα τα θαύματα»

Μια μέρα άκουσα φωνές που έρχονταν απ’ έξω.
Επιτέλους, φωνές απ’ έξω, σκέφτηκα, φωνές άλλων
που έχουν το φως μέσα τους και που το λένε,
που έρχονται απ’ τον αέρα, όχι από μένα.
Φωνές που καθώς πλησίαζαν ήταν ψίθυροι.
Βήματα που σταμάτησαν μπροστά στην πόρτα μου.
Κάποιος είπε: Ενθάδε κείται, λες και το διάβαζε.
Σιώπησαν οι υπόλοιποι.
Μια φωνή με κάλεσε: Λάζαρε, είπε,
έγειρε και ύπαγε.
Την αναγνώρισα, μα έκανα πως δεν την άκουσα.
Θυμήθηκα τον Ιωνά. Στάθηκα ακίνητος.
Σκέφτηκα:
θα προτιμούσα
να μην το κάνω,
ποτέ να μην βγω από ’δώ μέσα.
Γνωρίζω υπερβολικά καλά τον κόσμο.
Εκεί έξω, το ξέρω, καραδοκεί ο κακός έρωτας,
το πικρό του μέλι, η πλάνη του, η απειλή του.
Εγέρθητι. Δεύρο έξω από μνημείο σου.
Εγώ όμως μισούσα τα θαύματα.
Κι έπειτα, είχα αγαπήσει
πολύ αυτή τη ζωή του πεθαμένου.
Άφησα να περάσουν τα χρόνια. Τώρα περιμένω

μια φωνή να με καλέσει, να μου πει
τι πρέπει να κάνω, τι επιθυμώ.

Juan Vicente Piqueras, Ο Λάζαρος αρνείται ν’ αναστηθεί,  
Ιστορία της δίψας (Historia de la sed), μετάφραση: Κώστας Βραχνός


Giotto, Raising of Lazarus, 1304 – 1306 (detail)
___________

«Ποτέ δεν έπαψα να είμαι σαβανωμένος...»

Μιλάω και φωνή δεν έχω. Σωπαίνω κι ακούω
το πώς δε σιμώνει κανείς ίσαμε το μνήμα μου.
Είμαι η
φωτιά που μέσα της φλέγομαι, μισώ τη σιωπή,
και δεν αντέχω άλλο τον τρόπο αυτό
για να μη ζω.
Το σώμα μου είναι μια πυροστιά
που δε λέει να σβήσει.
Το κορμί μου είναι η σκληρή ψυχή μου,
είναι η μνήμη μου
τυλιγμένη στο σουδάριο των σεντονιών
όπου βυθίστηκα, ποτέ
δεν έπαψα να είμαι σαβανωμένος.
Το κορμί μου εδώ απλωμένο είναι ο τόπος
των γεγονότων, ο χάρτης του φόβου μου.
Είναι ένα παιδί τρομαγμένο και κρυμμένο
στο ερμάριο της καρδιάς του
ακούγοντας την αρχαία φωνή της μητέρας του
που το γυρεύει, το φωνάζει,
και έχουν περάσει τα χρόνιο κι αυτό συνεχίζει εκεί κρυμμένο,
χωρίς φωνή. Του λείπει ο αέρας.
Κανείς πια δεν το γυρεύει. Κανείς δεν το φωνάζει.
Κανείς δεν περιμένει την πληγή του. Κανείς δεν έρχεται.
Κανείς δεν θυμάται ό,τι έχω λησμονήσει.
Το κορμί μου, ναι. Δε λησμονεί. Δεν κινείται.
Τα μάτια μου χρειάζονται το φως που τους αρνήθηκα.
Επιθυμία μου είναι να επιθυμώ και να αφεθεί
το κορμί μου στο φως των όσων δεν έχει ζήσει,
στη φωνή που θα του πει: Εγέρθητι και αγάπα.
Και να εγερθεί και να αγαπά χωρίς το εγώ να το αντιληφθεί.

Juan Vicente Piqueras, Ο Λάζαρος ζητά βοήθεια, 
μετφρ: Νίκος Πρατσίνης

Giovanni di Paolo, The Resurrection of Lazarus, 1426, 
Walters Art Museum, Baltimore, USA
___________







Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

«Θυμήσου τον γλυκύ Σεπτέμβριο...»


Eugène Grasset, La Belle Jardiniere, Septembre, 1896

________________



Τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι δεν το βρήκαμε
πιο νωρίς ήρθ’ ο Σεπτέμβρης και χαθήκαμε.... 

Φίλιππος Γράψας

Στη χώρα του χρόνου...γεννήθηκε κάποιο πρωί ο Σεπτέμβρης...

«…Στη χώρα του χρόνου, μια χώρα παραμυθένια κι αέρινη, που απλώνεται πάνω από τον αιθέρα και τυλίγει γύρω γύρω τη γη, γεννήθηκε κάποιο πρωί ο Σεπτέμβρης. Τη μέρα εκείνη μια παρέα συννεφάκια έπαιζαν στη γειτονιά κυνηγητό.

– Να πάω κι εγώ να παίξω μαζί τους; Ρώτησε ο Σεπτέμβρης τον πατέρα του το Φθινόπωρο.

Το Φθινόπωρο, που ήταν ζωγράφος, είχε πολλή δουλειά και λίγη όρεξη για κουβέντες. Ζωγράφιζε με τα μακριά του πινέλα. Έβαζε κίτρινα φύλλα στα δέντρα, χρυσαφένια σταφύλια στ' αμπέλια και αφρισμένα κύματα στις ακρογιαλιές.

– Να ρωτήσεις καλύτερα τη μητέρα σου, αποκρίθηκε.

Έτσι ο Σεπτέμβρης ρώτησε τη Βροχή…
»

Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, Τα παιδιά του φθινοπώρου, εκδόσεις Πατάκης


Paul Émile Chabas, September Morn, 1911, 
Museum of Modern Art (MoMA), New York City 
___________


Ένα ψέμα δεν αντέχει όσο κι αν κρυφτεί,
όταν ο Σεπτέμβρης βρέχει χάνετ' η γιορτή...

Φίλιππος Γράψας

..και πότε κιόλα ο σιγαλὸς Σεπτέμβριος


O ηλιοφόρος Ιούλιος λίγος,
ο εύγευστος Αύγουστος ελάχιστος
και πότε κιόλα ο σιγαλὸς Σεπτέμβριος.

Προς το κενό καλπάζοντας
να κρατηθείς, από που
να φύγεις,
κλειδί—κλαδί δεν έχει ο χρόνος λείος, απότομος
κάθε στιγμή του γκρεμός — πως να σώσεις
την αστραπή τη ζωή σου
—μ’ ένα ποίημα, μ’ ένα παιδί,
μ’ ένα άγαλμα στο μουσείο;

Μία, δύο και τρεις φορές κι εκατοντάδες
κι αν έρθει ο Ιούλιος
κι ο Αύγουστος αν έρθει πάλι
στο θάνατό σου θα σ’ εγκαταλείψουν
που λίγο-λίγο, καθημερινός σ’ έχει κερδίσει, όσα
φιλιά κι όσα φτερά
μέσα τους κι αν επρόφτασες να θησαυρίσεις.

Λένα Παππά [Ιούλιος - Αύγουστος], Σπύρος Κοκκίνης, 
«Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης», εκδόσεις Εστία


Kmetty János, On a Verandah in September

____________


Σεπτεμβριανό Φως

Ποιος θα μ’ ακολουθήσει στο Σεπτεμβριανό Φως;

Ήρθεν η Πρώτη εφώναξε γύρνα και πάρε με από την σιωπή̇∙
στον ίσκιο των ματιών χανόταν το άπειρο∙
κράταγε ανεξιχνίαστη τα μαλλιά που σκόρπιζαν ολοένα
ύστερα σκάλιζε τη φωτιά βυθισμένη σ’ οράματα.
Τάχα θα σ’ ανταμώσω είπε τώρα που πονώ;
Ώρες για σένα γύριζα από θάνατο σε θάνατο
όλα σταματούσαν στα τείχη
ήταν το σώμα μου γυμνό μονάχα τα μαλλιά
μαυρίζανε πάνω στο στήθος. Μ’ αρπάξανε
κοίτα με γέμισαν αίματα κοίταξε
τα χέρια μου καίνε τι να τα κάμω;
άσε με ν’ απιθώσω πάνω στο πρόσωπό σου τα χέρια μου
πού είναι ποιο είναι τώρα το πρόσωπό σου;
θ’ ανταμωθούμε κάποτε
στη δροσιά της γης;
                                                      
                                                      Μια ξέρα η γη
                                                                     στο Σεπτεμβριανό φως.

Ήρθεν η Δεύτερη κρυφός αστερισμός
έπαιξε κάποτε στο σινεμά σκηνές ηδονής∙
πόσον καιρό θα υπάρχουμε θα υπάρχω ακόμα;
η σκόνη ανακατεύει τη φωνή της
φοβάται κρύβεται πίσω από το γυμνό χαμόγελο
τα λευκά πόδια στα κάγκελα του κρεβατιού
το ένα στήθος μισοφωτισμένο στο προσκέφαλο
μονάχα αφρός. Τάχα θα σ’ ανταμώσω;
Είσαι η νύχτα ψιθύριζα είσαι η νύχτα.
δέξου με στο βασίλειο των αινιγμάτων σου∙
τα δάκρυα με βρέχανε
ακολουθούσα τον ίσκιο της ως τα ψηλά σπίτια
εκεί που ανοίγουν πόρτες και χάνονται τα σώματα
ύστερα πέφτουν από τα μπαλκόνια.

Φωνή καμία.

Ήρθεν η Τρίτη
ήταν ωραία με τους γοφούς δε γύρευε
μήτε άνθη μήτε θάνατο.

μια ξέρα η γη. Προστάτεψέ με.

Η σκηνή τώρα δείχνει σκάλα που γυρίζει επάνω
μια αρχαία οικοδομή καταπίνει σκοτάδι
ένα χαρτί στροβιλίζεται
φωτίζει το ακίνητο πρόσωπο
ακούγονται βήματα
σβήνουν
η σκηνή τώρα δείχνει θάλασσα λουομένους
τραπεζάκια με ρούχα στην παραλία
μια παλιά φωτογραφική συσκευή με τρία πόδια
ο ίσκιος της ένα μέτρο πιο πέρα
στην άμμο
η βάρκα γυρισμένη ανάποδα
μια ξέρα.
Η σκηνή είναι με Σεπτεμβριανό φως.

Και τώρα αποκαλύπτονται αντιθέσεις∙ αποτσίγαρα
και μάσκες ανοιχτά βιβλία επιστολές
έπιπλα και κουφώματα για πέταμα
σανίδωμα παλιό
έχει ανάψει το φως στο μέσα δωμάτιο
ακούγεται η φωνή «επιστρέφουμε».
μια μοναξιά
μπροστά σε μια άλλη μοναξιά.
Τώρα το γύρισμα δείχνει έρημη την κάμαρη
κανείς δεν μπαίνει η πόρτα εντούτοις ανοιχτή
τα δυο καθίσματα κι ανάμεσα ο λεκές
στον τοίχο ενώ το «πλήθος»
φωνάζει απέξω ή αγωνίζεται
με τον αέρα.

Στο Σεπτεμβριανό φως ποιος θα μ’ ακολουθήσει;

Ο ξυλουργός αφήνει το πριόνι και συλλογίζεται
το σφυρί κοιμάται πάνω στο τραπέζι
η φρέσκια σανίδα ρίχνει στην παλιά σανίδα τον ίσκιο της
ο κύριος Στέφανος ξυρίζεται στο απέναντι παράθυρο.
είναι πρωί
η σκηνή τώρα δείχνει ένα ευχάριστο πρωί
ένα γυμνό δέντρο
ένα πουλί
όπως όλα τα πουλιά συννεφιάζουν το άπειρο
ένα εκκρεμές
μια πετσέτα
την άβυσσο.

Δεν τελειώνει το Σεπτεμβριανό φως.

Έφυγε η Πρώτη έφυγε η Δεύτερη έφυγε η Τρίτη
καθάρισαν τα νύχια τους και φύγανε
ακολούθησαν τον άλλο δρόμο που έστριβε
κάπου σε κάποιαν αμμουδιά
πάνω στα χαλίκια.
Η σκηνή τώρα θα δείξει θάλασσα ξανά
γιαλό κουβέρτα
η άκρη της αναδιπλωμένη πρόχειρα
     εκεί που ήταν το σώμα.
                                              Βάθυνε η νύχτα
όλα θα μείνουν μόνα στη δική τους σιωπή
όλοι θα κοιτάξουν τα χέρια τους αφού η σκηνή άδειασε
θα τα σηκώσουν στο φως θα μετρήσουν τα δάχτυλα
ένα προς ένα
κι εσύ θα μείνεις έρημη
φεύγοντας χωρίς φωνή από γωνιά σε γωνιά
αφήνοντας ένα ανεπαίσθητο παράπονο
στα μάτια που
κοιτάζουν.

Μια ξέρα
η γη

αλλά το φως του Σεπτεμβρίου ακόμα συνεχίζεται
η εφήμερη όψη
— καληνύχτα—
παντοτινή.


Τάκης Σινόπουλος, Σεπτεμβριανό φως, 
Νέα Πορεία, τομ. 1τχ 4 (Ιούνιος 1995), σ. 159-161


Isaac Levitan, Golden Autumn, 1895
___________


Καιροί καλοί σαν μήλα του Σεπτέμβρη... 


«… Καιροί καλοί σαν μήλα του Σεπτέμβρη
Στους εραστάς πηγαίνουνε τα φρούτα
Των κήπων και των ασπασμών
Της ανδρικής και γυναικείας συσχετίσεως
Πάσης μορφής του έρωτος…»

Ανδρέας Εμπειρίκος, Επαλήθευσις, Οκτάνα

The Moon and the Apple Orchard by Koola Adams
_______________


Τις μέρες τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου...

Τις 
μέρες τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι οι ιβίσκοι........

Ανδρέας Εμπειρίκος, Αρχάγγελλος τον Σεπτέμβριο βοών μέσα στην πλάση, Οκτάνα,εκδόσεις Ίκαρος



Barocchismi, by Daria Petrilli 
___________


Στην πόρτα του Σεπτέμβρη

Στριμώχτηκαν τα σύννεφα στην πόρτα του Σεπτέμβρη
σε συμμορίες χωρίστηκαν και τσακώνονταν στον ουρανό.
Η πρώτη σταγόνα έπεσε στο χώμα μεθυσμένη
ξανάφευγε ο Αύγουστος για ταξίδι μακριν
ό.....

Απόστολος Ρίζος, Σεπτέμβρης





Ο Σεπτέμβρης του 1903

Τουλάχιστον με πλάνες ας γελιούμαι τώρα·
την άδεια την ζωή μου να μη νιώθω.
Και ήμουνα τόσες φορές τόσο κοντά.
Και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα· 
γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη· 
και μέσα μου να κλαίει η άδεια μου ζωή,
και να μαυροφορούν οι επιθυμίες μου. 

Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι 
στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά, 
στ’ ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα. 
Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι.


Κ. Π Καβάφης, [1904], [Κρυμμένα Ποιήματα 1882–1923]
Γιάννης Σπανός, Μανώλης Μητσιάς, «Πλησιάζοντας τον Καβάφη», 2012




...το πρώτο του Σεπτέμβρη φύλλο

Τέλος Αυγούστου θα σου στείλω
το πρώτο του Σεπτέμβρη φύλλο απ’ την καρδιά. 

Θ’ αλλάζουν μήνες κι εποχές 
και τις λιακάδες οι βροχές θ’ ακολουθάνε, 
κι αν μπαίνουν τ’ άστρα σε τροχιές
χωρίς εσένα οι εποχές το ίδιο θα 'ναι. 

Ηλίας Κατσούλης, Γιώργος Αρσενίδης, Βούλα Σαββίδη, 
Το Μάη λένε πως θα βρέξει (από τον δίσκο «Αλκυονίδα Μέρα», 1996)




Μπήκε ο Σεπτέμβρης και φοβάμαι
τ’ όνειρο πως τέλειωσε για μας...

Ξενοφώντας Φιλέρης

...θυμήσου τον γλυκύ Σεπτέμβριο...

Θυμήσου καλύτερα τότε που ήμασταν παιδιά και μας ήταν όλα άγνωστα
μα τόσο οικεία, θυμήσου τον γλυκύ Σεπτέμβριο με το απόμακρο
άρωμα των κήπων ή το αφηρημένο ξεφύλλισμα ενός σχολικού βιβλίου
κι όπως βράδιαζε από ένα ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν το ραγισμένο
τραγούδι μιας γυναίκας που άρχιζε να γερνάει. 
Υπάρχει πιο μεγάλη μοναξιά; 

Τάσος Λειβαδίτης, Ιστορίες για το χειμώνα


Edward Cucuel, Evening by the Lake
___________



Με μια ριχτή στον ώμο μου ψυχρούλα πριν καν έρθει Σεπτέμβρης ...

Όμως κι εσείς οι εναπομείναντες
πλησίστιες ζακετούλες και ψαθάκια 
θυμάστε όπως ξεχνούν: λέτε πως είναι ίδια εδώ
κι ας έχουν όλ’ αλλάξει. 

Ξενοδοχείων ερειπιώνες, φέρετρα θερέτρων.
Τώρα παντού ξενώνες και φαστφούντ 
φωτίσανε σε κίτρινο 
το κάθε γκρίζο.

Με μια ριχτή ζακέτα πιθανής ψυχρούλας 
ανάμεσα σε ηλιοκαμένα βούρλα της ακτής 
τι ανακατώνω, κόβω και μοιράζω 
μια τράπουλα καημένες στάχτες μνήμες; 

Φέρνει καμένο ο φλοίσβος 
σκόνη μετακόμισης. 
Με μια ριχτή στον ώμο μου ψυχρούλα 
πριν καν έρθει Σεπτέμβρης
πρέπει να πηγαίνω. 

Επείγει ό,τι δε γίνεται – 
ν’ αλλάξω παρελθόν. 


Γιάννης Βαρβέρης, Μασκώτ των λουτροπόλεων – Γ', 
Ποιήματα, τόμος Α’, 1975-1996», εκδ. Κέδρος, 2000


Τη γλύκα, τη μελαγχολία
που έχει ο Σεπτέμβρης στ' αεράκι
όλα για δώρο στα φυλάω...

Γιώτα Βασιλακοπούλου

Σεπτέμβρη μήνα μου 


Σεπτέμβρη μήνα μου, βροχή, φωνή μου
νησί που σώπασες, πικρό νερό
όλα τελειώνουνε κάτω απ'τον Ήλιο
όλα αρχίζουνε με τον Καιρό

Σ
επτέμβρη, δρόμε μου, νησί, φωτιά μου
πόσα τελειώνουνε μες τον καιρό...
αίμα, που έδωσα πέρα στην άμμο
έρωτα, έσβησες μες το λυγμό 

Εδώ γεννήθηκα, κάτω απ' την άμμο
κι εδώ είν' η ώρα μου που θα σε βρω
Αίμα που σ' έχασα στο κύμα πάνω 
μέσα στη θάλασσα σ' αναζητώ

Θάλασσα, αίμα μου, πού να μιλήσω
και ήλιε πόνε μου, πού να το πω;
Εδώ γεννήθηκα, κάτω απ' την άμμο 
μέσα στην πίκρα μου θ' αναστηθώ. 

Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Μουσική: Γιάννης Γκούμας
Ερμηνεία: Πόπη Αστεριάδη



Το τραγούδαγαν οι ναύτες κι ο Σεπτέμβρης...


Το τραγούδαγαν οι ναύτες κι ο Σεπτέμβρης
το μουρμούριζαν κι οι γέροι στο νησί
Χωρίς εμένα είσαι μισή
και ψάξε για να με ’βρεις

Κ
αι το παίρναν το τραγούδι τα γλαρόνια
και το λέγαν στις γοργόνες του νοτιά
Χωρίς εμένα είσαι φωτιά 
σβηστή κάτω απ’ τα χιόνια 

Και τ’ άκουγες κι εσύ που θ’ αγαπήσω
κι απαντούσες με του Γραίγου τη φωνή 

Κάνε γλυκέ μου υπομονή
Έρχομαι δε θ’ αργήσω

Γ. Κριμιζάκης, Λ. Παπαδόπουλος, Μ. Βιολάρης, Σκέρτσο
 (από το δίσκο «Η Αγάπη Μας», 1973)




Το Σεπτέμβριο...όταν άδειαζαν οι πάγκοι... 

Το Σεπτέμβριο θυμάμαι όταν άδειαζαν οι πάγκοι
κι έπαψ’ η βουή του κόσμου, πήγαν τα παιδιά για τσάι.
Άσε μας θεέ ψηλά, να θυμόμαστε τ’ απλά
τώρα που έχουν πια πεθάνει
όλοι που μας αγαπάνε, λοχαγοί και βασιλιάδες...

Σκόνταψα σ’ ένα βραχνά μου και στο πάρκο κει του Ουΐνσδορ, 
τι θαρρείτε κει πώς ηύρα, περπατώντας στο σκοτάδι;
Μισοδαγκωμένο μήλο και το πιο αστείο απ’ όλα 
χαραγμένα πέντε δόντια 
πέντε δόντια από παιδάκι, λοχαγοί και βασιλιάδες.

Μ. Θεοδωράκης, Brendan Behan (Μετ. Βασίλης Ρώτας), Αρλέτα, "Ένας όμηρος" (1966)




Κάθε χρόνο το Σεπτέμβρη σαν ανοίγουν τα σχολεία...


Κάθε χρόνο το Σεπτέμβρη σαν ανοίγουν τα σχολεία,
Στις συνοικίες οι γυναίκες μπαίνουν στα χαρτοπωλεία.
Και αγοράζουν σχολικά βιβλία και τετράδια για τα παιδιά τους.
Απελπισμένες ψάχνουν στα τριμμένα τσαντάκια τους
και την τελευταία δεκάρα,
όλο παράπονο
που η γνώση είναι τόσο ακριβή.
Κι όμως μήτε που υποπτεύονται
Πόσο κακή είναι η γνώση
Που προορίζεται για τα παιδιά τους 

Μπέρτολτ Μπρεχτ «76 ΠΟΙΗΜΑΤΑ», 
μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη, εκδόσεις «Θεμέλιο»


Haddon Sundblom, He Faces the World Without You, 1927 

_________

Το Σεπτέμβρη, στο νησί...

Ο Σεπτέμβρης είναι μια αναγέννηση της όσφρησης, ξαναγυρίζουν οι μυρωδιές που τις έχει συνθλίψει η ζέστη. 
Ήταν αρκετή μια νεροποντή για να ξυπνήσει η γη, όπως το πρόσωπό μου το πρωί πάνω απ’ το λεκανάκι. Απλώθηκε στην ατμόσφαιρα η μαγεία απ’ το ρετσίνι του πεύκου, από χαρούπια και φραγκόσυκα.

Τέρμα οι περίπατοι στην παραλία, ο γαρμπής κράτησε τους ψαράδες στην ακτή. Φυσάει τρελός νοτιάς, νταής, δεν μπορείς ν’ απλώσεις μπουγάδα. Μ’ αρέσει που τον λένε έτσι στη Νάπολη. [...]


Η παραλία στο τέλος του Σεπτέμβρη πλάταινε, οι ομπρέλες αραίωναν, οι μανάδες μάθαιναν στα παιδάκια πώς ν’ αποχαιρετήσουν τη θάλασσα. Το Σεπτέμβρη καταλαγιάζει η παραφορά του μαΐστρου, κυλούν πιο αργά τα κύματα και με μεγαλύτερα κενά ανάμεσά τους, όχι τρέχοντας, όπως τον Αύγουστο ή τον Ιούλιο. Οι ψαράδες πάνε για ψάρεμα με συρτή, εκεί όπου περνούν οι τόνοι, οι ζαργάνες, τα μαγιάτικα, που δεν τσιμπούν σε σταθερό δόλωμα.[....]

Το Σεπτέμβρη τυχαίνουν μέρες που ο ουρανός χαμηλώνει στη γη. Κατεβαίνει η κινητή γέφυρα απ’ το εναέριο κάστρο του κι από μια γαλάζια σκάλα ο ουρανός ξαποσταίνει για λίγο στο έδαφος. 

Στα δέκα μου χρόνια έβλεπα καθαρά τα τετραγωνισμένα σκαλοπάτια, τόσο που μπορούσα να τ’ ανεβαίνω με τα μάτια. Σήμερα αρκούμαι στο ότι τα είδα και στο ότι πιστεύω πως υπάρχουν ακόμα. 

Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας που παντρεύεται η επιφάνεια της γης με τον πάνω χώρο που ακτινοβολεί κατάφωτος. Στις πεζούλες με τ’ αμπέλια οι ψαράδες κάνουν τους γεωργούς και μαζεύουν τα τσαμπιά σε καλάθια πλεγμένα απ’ τις γυναίκες. Πριν ακόμα τα πατήσουν, η μέρα του τρύγου μεθάει τους ξυπόλυτους ανάμεσα σε κλήματα παραταγμένα κάτω απ’ τον ήλιο και σμάρια διψασμένες μέλισσες. Το νησί το Σεπτέμβρη είναι μια γελάδα που την αρμέγεις κρασί.[...]

Το Σεπτέμβρη, στο νησί, μαζέψαμε την πρώτη βροχή σε δοχεία στο ύπαιθρο. Είχε γούστο ο θόρυβος που έκαναν οι σταγόνες μες στις λεκάνες, τους κουβάδες, τις κατσαρόλες και τα βαθιά τηγάνια. Το νερό της βροχής μετά από πολλή ξηρασία ήταν μια ξέφρενη ταραντέλα στις αυλές.

Erri De Luca, Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια, μτφρ.΄Άννα Παπασταύρου, 
εκδόσεις Κέλευθος (σελ. 67, 105-106, 154-155)


Ferdinando Scianna, Riesi, Caltanissetta, Italy, 1964

______________


Σεπτέμβρης κι ήθελε σεντόνι...


Ο ήλιος πήρε να ψηλώνει 
του πεύκου δάκρυζε τη φλούδα 
Σεπτέβρης κι ήθελε σεντόνι 
και γεια σου Αύγουστε Ιούδα.

Γλυκά φυσούσε τ' αεράκι
στα χάδια που έλειψαν μεσίτης
μα δίπλα σ' ένα φυλλαράκι
γλεντά τη μεταμορφωσή της.

Μια άσπρη νύφη πεταλούδα
μπορεί και να 'χε κι άλλο χρώμα
καρδια μου γιόρταζε, τραγούδα
σερνόσουν ως εχθές στο χώμα.

Ο ήλιος σκόρπαγε χρυσάφι
λουλούδια ευώδιαζαν και φρούτα
μα εκείνη έλεγε νισάφι
τα χόρτασες καρδιά όλα ετούτα.

Το «αύριο» δες που περιμένει
εκεί θα ζήσεις τη χαρά σου
θα πας παντού στην Οικουμένη 
με τα καινούργια τα φτερά σου. 

Χαζή κουβέντα και σενάριο 
που παίρνει Όσκαρ στην οδύνη
πολλά που υπόσχεται το αύριο
μα τίποτε ποτέ δε δίνει. 

Εμένα ρώτα με, που είδα 
τι θέμα μου 'βαλε ο Θεός μου
να γράφω χρόνια στη σελίδα 
«κάθε στιγμή να ζεις του Κόσμου». 
Μουσική: Petru Guelfucci
στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
ερμηνεία: Γιώργος Κιμούλης




Όταν θα μεγαλώσω θα γίνω Σεπτέβρης......

Εγώ, όταν θα μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέβρης, έλεγε ο Αύγουστος [...]


Δέναν οι παραθεριστές

στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα,
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.

Πεθαίναν απ’ τη ζήλια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου [...]


Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το "προς το τέλος".
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.

Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο.
Είσαι μες την αλμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.



Κική Δημουλά, Βροχή επιστροφής (από τη συλλογή "το τελευταίο σώμα μου")





Γύρισε κι ο Σεπτέμβρης από τις διακοπές


… Γύρισε κι ο Σεπτέμβρης από τις διακοπές.
Τελευταίος. Με το τελευταίο δρομολόγιο
του κατάφορτου Αυγούστου: τσουμπλέκια
ποδήλατα ψησταριές ψυγεία ονόματα
ξεφούσκωτα κυμάτων αφρολέξ, κελαρύσματα
ορεινών χωριών δεμένα σε πτυσσόμενα πλατάνια.
Και πολλά δέρματα. Τέλεια κατεργασμένα
στον ήλιο. Για εξαγωγή.

Μερικοί ξέχασαν τελείως να γυρίσουν.
Οψόμεθα 
Θα μάθω από την ηχώ τους τι συνέβη 
-τίποτα πονάκια πάλι η συνέπεια 
πάλι ανεμογκάστρι. 

Κική Δημουλά, Λυόμενο, Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 1998



Κάθε Σεπτέμβρη θα γυρνάς απ’ το χωριό σου...

Κάθε Σεπτέμβρη θα γυρνάς απ’ το χωριό σου
και μόνο απ’ τα άσπρα μέρη κάτω απ’ το μαγιό
θα αναγνωρίζω το κορμάκι το δικό σου
που τους χειμώνες το κοιτάζω μόνο εγώ

Και τι έχει ο ήλιος που δεν έχω να σου δώσω....
αυτός τη νύχτα κλείνει εγώ μένω ανοικτός
κι αν καταφέρω και τον πάγο σου τον λιώσω
κάθε Σεπτέμβρη θα γεμίζουν όλα φως.....

Κάθε Σεπτέμβρη θα δαγκώνεις ένα μήλο 
κι εγώ θα κάθομαι να βλέπω σαν Αδάμ 
τον πειρασμό να σε τυλίγει σαν το φύλλο 
και να μου κάνει την καρδιά μου γης Μαδιάμ 

Φοίβος Δεληβοριάς, Σεπτέμβρης 




Ρίξε στην πλάτη σου ένα ρούχο...

Άρχισε ψύχρα. 
Το γύρισε ο καιρός σε αναχώρηση. 
Η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη 
ξοδεύτηκε σε κάποια υδρορρόη. 

Ως χθες ακόμα όλα έρχονταν. 
Ζέστες, η διάθεση για φως, 
λόγια, πουλιά, 
πλαστογραφία της ζωής. 
Γονιμοποιούνταν κάθε βράδυ τα φεγγάρια, 
πολλοί διάττοντες έρωτες 
ήρθαν στον κόσμο τον περασμένο μήνα. 

Τώρα, η γνωστή ψύχρα 
κι όλα να φεύγουν. 

Ζέστες, πουλιά, η διάθεση για φως. 
Φεύγουν τα πουλιά, ακολουθούν τα λόγια, 
η μιά ερήμωση τραβάει πίσω της την άλλη 
με λύπη αυτοδίδακτη. 

Ήδη αποσυνδέθηκε το φως από την επανάπαυση 
κι από τις καλημέρες σου. 
Τα παράθυρα ενδίδουν. 
Το χέρι τού μεταβλητού κλείνει τα τζάμια, 
άλλοι λεν ως την άνοιξη, 
άλλοι φοβούνται δια βίου. 

Κι εσύ τι κάθεσαι; 
Καιρός να μπεις κι εσύ στα αλλαγμένα. 
Να γίνεις ό,τι αναρωτιόμουν πέρυσι: 
«ποιος ξέρει τ’ άλλο μου φθινόπωρο;» 
Καιρός να γίνεις «τ’ άλλο μου φθινόπωρο». 

Άρχισε ψύχρα. 
Ρίξε στην πλάτη σου ένα ρούχο αποδημίας. 

Κική Δημουλά, Οι αποδημητικές "καλημέρες", Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 1998




Ένας μικρός Σεπτέμβρης...

Ένας μικρός Σεπτέμβρης βάζει τα κλάματα
που στο σχολειό τον πάνε να μάθει γράμματα

θέλει να παίξει ακόμα με τ' άστρα τ' ουρανού
πριν έρθουν πρωτοβρόχια και συννεφιές στο νου
πρωτάκι, σχολιαρούδι, του κλέβουν το τραγούδι,
του κλέβουν το τραγούδι...

Ένας γλυκός Σεπτέμβρης στάζει το μέλι του
σωστό παλικαράκι τρυγάει τ' αμπέλι του
στα Σπάτα λινοβάτης, στο Κορωπί γαμπρός
να τρέμουν τα κορίτσια στα βλέφαρά του μπρος
φυσάει ο απηλιώτης, ο ζέφυρος της νιότης
φυσάει ο απηλιώτης...

Ένας παλιός Σεπτέμβρης φίλος αχώριστος
καθώς περνούν τα χρόνια γίνεται αγνώριστος
το κόκκινο ραγίζει στα μήλα της Ροδιάς
κίτρινα πέφτουν φύλλα στον κήπο της καρδιάς
Η νύχτα μεγαλώνει, δίχτυα στο φως απλώνει,
η νύχτα μεγαλώνει...
Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική, ερμηνεία: Παντελής Θαλασσινός




Θυμήσου το Σεπτέμβρη

Το χέρι δώσ’ μου, δώσ’ μου την καρδιά σου
και πάμε, αν θέλεις, ως τον ουρανό.
Τραγούδι του Σεπτέμβρη είν’ η ματιά σου,
αυτά τα μάτια πόσο τ’ αγαπώ.

Κι αν σκόρπισαν τα φύλλα με τ’ αγέρι, 
τον δρόμο κι αν τον σκέπασ’ η βροχή, 
για μας είν’ ο Σεπτέμβρης καλοκαίρι, 
η αγάπη σου φωτίζει όλη τη γη. 

Στα χέρια μου έλα τώρα και κοιμήσου 
κι εγώ τις νύχτες θα σου τραγουδώ. 
Κι αν κάποτε χωρίσουμε θυμήσου: 
Σεπτέμβρη σου `χα πει πως σ’ αγαπώ. 

Στίχοι: Γιώργος Παπαστεφάνου 
Μουσική: Γιάννης Σπανός 
Ερμηνεία: Γιοβάννα





Ήρθε ο Σεπτέμβρης, ήρθε ο χειμώνας..

Ήρθε ο Σεπτέμβρης, ήρθε ο χειμώνας
στην παραλία τη σκοτεινή.
Χάθηκα μέσα στη ζωή μου, 
χαθηκες μέσα στη βροχή...


Το τραγούδι "Χάθηκα μέσα στη ζωή μου" γράφτηκε ειδικά για τη φωνή της Τζένης Καρέζη από την Ελένη Καραΐνδρου, για το θεατρικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη "Διαμάντια και Μπλουζ" (1990-91). Ήταν η τελευταία παράσταση της Τζένης.




Το Σεπτέμβρη είναι που...

Το Σεπτέμβρη 
τα λιόδεντρα χαμηλώνουν τα μπράτσα τους,
κοκκινίζει η μύτη των σταφυλιών,
η άμμος έχει κρυώσει,
ο ήλιος παίρνει χρώμα λευκό
και οι κολυμβητές κι οι ναυαγοσώστες
γυρνάνε στις πραγματικές δουλειές τους.

Το Σεπτέμβρη
που τα ιστιοφόρα βγάλαν τα πέπλα τους,
που ανατριχιάζει η παραλία κάτω 
απ’ τον ίσκιο του φθινοπώρου,
μπορούμε να ζήσουμε αληθινά.

Το καλοκαίρι η χώρα μου
γίνεται ένα σχεδόν τίποτα
ένα μεγάλο παζάρι ψευδαισθήσεων
τροχόσπιτα και βαβούρα στον ήλιο
σλιπάκια πολύ κοντά σορτσάκια πολύ μακριά.

Μα το Σεπτέμβρη
που το καλοκαίρι ξαναφοράει τα παπούτσια του
κι η αμμουδιά είναι σαν μια κοιλιά
που κανένας δεν έχει αγγίξει,
το Σεπτέμβρη
η χώρα μου αναπνέει πάλι.

Η χώρα που μεγάλωσα παιδί
εκεί που ο πατέρας μου είναι θαμμένος
που το σχολείο μου
είχε για μόνη ζεστασιά τον ήλιο
τη χώρα αυτή την άφησα στους ξένους
κι έφυγα κι έγινα ξένος κι εγώ
κάτω από άλλους ουρανούς. 

Μα το Σεπτέμβρη
ξαναγυρίζω στο μέρος που γεννήθηκα
και η αμμουδιά με αναγνωρίζει
ανοίγει την αγκαλιά της σαν αρραβωνιαστικιά
Κάθε Σεπτέμβρη εγώ γιορτάζω
την Πρωτοχρονιά μου.

Το Σεπτέμβρη είναι που αποκοιμιέμαι
κάτω από ένα λιόδεντρο… 

[C'est en Septembre - Gilbert Becaud]



Έτσι με σκότωσαν Σεπτέμβρη μήνα...

Είπε πως είμαστε γνωστοί
και γύρευε να μ’ εύρει
Τον έλεγαν Σεπτέμβρη
Σεπτέμβρη Αυγουστή
Κέρασε κι όλα τα παιδιά
νεράτζι και βανίλιες
κι έβαλε δυο για τσίλιες
στου βράχου την ποδιά

Έτσι με πρόδωσαν Σεπτέμβρη μήνα
εχθροί και φίλοι απ’ την Αθήνα

Κι όταν εβγήκα για νερό
απ’ την παλιά κρυψώνα
μια μαύρη χελιδόνα
τινάζει το φτερό
Κι ως είχα κρύψει στην πηγή
δροσιά να πιω στο χέρι
γλίστρησε το μαχαίρι
μου πήρε την ζωή

Έτσι με σκότωσαν Σεπτέμβρη μήνα
εχθροί και φίλοι απ’ την Αθήνα


Λευτέρης Παπαδόπουλος, Βασίλης Κουμπής, Γιάννης Θωμόπουλος, 
Σεπτέμβρης (Από το δίσκο "12 μήνες", 1971)



...τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς

Μόνο να γράφεις τ' όνομά σου
και 'κείνο το 'μαθες μισό
να συλλαβίζεις τα όνειρά σου
στο Άργος και στον Ιλισσό 

Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες
τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς
και τσικουδιά στους καφενέδες
τα παλληκάρια να κερνάς

Του κόσμου το στενό γεφύρι
θα το περάσουμε μαζί
θα 'ναι η καρδιά σου παραθύρι
τα λόγια σου παλιό κρασί.
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
Άλκηστις Πρωτοψάλτη & Αντώνης Καλογιάννης
(απο το δίσκο "Γράμματα στο Μακρυγιάννη και άλλα λαϊκά, 1979)
 


Σεπτέμβριο τη λέγανε την πέτρα που δεν κύλησε...

Εκείνο που μας ένωσε
εκείνο και μας χώρισε.
Κι αυτό που δεν προχώρησε 
δεν ήμασταν εμείς. 
Σεπτέμβριο το λέγανε 
το κύμα που μας γνώρισε. 
Τι κρίμα που δεν ένοιωσε 
κανένανε κανείς. 

Χωριστά θα μας βρει ο καινούργιος χειμώνας,
με πουλόβερ καινούργια και παλτά περσινά.
Μια κουρτίνα μπροστά ο καινούργιος χειμώνας
που θα γράφει στην ούγια: "Δυο καρδιές χωριστά".

Εκείνο που μας ένωσε
εκείνο θα μετρήσει.
Το αίνιγμα κι η λύση
δεν ήμασταν εμείς.
Σεπτέμβριο τη λέγανε
την πέτρα που δεν κύλησε.
Και πες της πως δε φίλησε
κανένανε κανείς.

Μάνος Τσιλιμίδης, Σταμάτης Κραουνάκης, Βίκυ Μοσχολιού 
(από το δίσκο "Καινούργιο πράγμα",1992)