Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Λάγιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Λάγιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

"Πικρή, πικρότατη ερωτική ιστορία....", Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος, Ηλίας Λάγιος,

LAGIOS_1-e1380804330260
Εγώ ο Λάγιος, ποιητής με οικείο μικροαστικό οραματισμό....


...σπάταλος προ πάντων με τον εαυτό του. Ποιητής

Ο William S. Burroughs είχε πει για τον Brion Gysin ότι ήταν ο μόνος άνθρωπος για τον οποίο θα μπορούσε ευθαρσώς να πει ότι τον σεβόταν. Το έχω πει, πολλές φορές, σε φίλους, σε καφενεία, όχι κατ’ ανάγκην κακόφημα, και σε μπαρ, στα οποία πολλοί ευυπόληπτοι Αθηναίοι δεν έχουν πατήσει το πόδι τους ποτέ, ότι ο φίλος μου, ο ποιητής Ηλίας Λάγιος, είναι ο μόνος άνθρωπος που σεβάστηκα.

Στη διάρκεια των κάπου πέντε χιλιάδων εικοσιτετραώρων της φιλίας μας, από τα οποία καμιά τριακοσαριά τα περάσαμε στην ίδια κάμαρα, στο σπίτι μου, στην Κυψέλη, στην οδό Σύρου, ήπιαμε την αξία πάνω από δύο διαμερισμάτων σε ουίσκι, βότκες, ούζα, κρασιά, τεκίλες, και μπίρες, μας δόθηκαν, με εβδομάδες ή άλλοτε μήνες, και σε μία περίπτωση με χρόνια, διαφορά, μερικές πανέμορφες και γενναίες κοπέλες, διαβάσαμε, τουλάχιστον μία φορά, τα έργα του Μεγάλου Βάρδου, διανύσαμε πολλές εκατοντάδες φορές πεζοπορώντας και μιλώντας βραχνά την απόσταση Κυψέλη-Καλλιδρομίου, καταφύγαμε όχι μονάχα σε μπουζουκομάγαζα αλλά και σε απαστράπτοντα εστιατόρια, χορέψαμε ξανά και ξανά και ξανά ζεϊμπέκικους, βαλς, τάνγκο, αλλά και με τις ώρες τον Χορό του Αλοζανφάν, στις 10 Απριλίου του 1993, αναστατώνοντας τη γειτονιά, καλύψαμε ο ένας τον άλλον πλειστάκις όταν του ενός ή του άλλου η ευφρόσυνη αφροσύνη χτύπαγε κόκκινο, ζήσαμε επί πιστώσει πολλούς απανωτούς μήνες, κουμπαριάσαμε ένα σωρό φορές αλλά μονάχα στα λόγια και ποτέ στην πράξη, τάξαμε γάμους σε τουλάχιστον δέκα εύμορφες, μαγειρέψαμε αναρίθμητες φορές για φίλους και φίλες, ήπιαμε και ξαναήπιαμε και δώσ’ του πάλι ήπιαμε, και κάτω, Λάγιο μου, όχι, κάτω, Ηλία μου, δεν το βάλαμε ποτέ!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης


«Τρυφερός έφηβος 47 ετών, ανήλικος και υπερώριμος μαζί, αστραφτερό ταλέντο, σπάταλος με τις λέξεις και τα αισθήματα, σπάταλος προ πάντων με τον εαυτό του. Ποιητής. […]»

Νίκος Γ. Ξυδάκης (Καθημερινή, 9.10.2005) 

«Ένας ασυνήθιστα προικισμένος τεχνίτης της ποίησης, ένας «μπαταρισμένος ιχνηλάτης της αλήθειας» με βαθιά ανατρεπτικό λόγο, ο Ηλίας Λάγιος, πέθανε χθες στα 47 του, θύμα του βέβηλου εαυτού του. Βέβηλου, γιατί κοντραρίστηκε με την κατεστημένη τέχνη, με την «πολιτικώς ορθή» συμπεριφορά, με τη βουβή βία της καθημερινότητας, με την ίδια του την υγεία. Ξενύχτησε, ήπιε, πείνασε, εξαθλιώθηκε, παθιάστηκε, εγκαταλείφθηκε στον οίστρο του και… πέταξε. […]»

Μικέλα Χαρτουλάρη (Νέα,  6.10.2005)

ΠΗΓΗ: dimartblog



Γιάννης Στεφανάκις, Ηλίας Λάγιος, σχέδιο μολύβι

ΛΑΙΔΗ ΟΘΕΛΛΟΣ

ΠΗΡΑ ΦΩΝΗ -μ' ακούς;- φώναξα.
Δεν ήρθα να σου μιλήσω
     ήρθα να σ' αποχαιρετίσω.

Το κακό που ’χεις πράξει στη ζωή μου,
αυτό το κακό θα ζήσεις. Έτσι ας γίνει.
Μου το ’χεις πει πως μ’ αγαπάς.
Μου ’πες: «δεν έχω λόγια να στο πω».
Ε, και; Αφού είναι έτσι
μόνος μίλα πια, άκου τον εαυτό σου.
Εγώ... εγώ, ήρθα να σ’ αποχαιρετίσω.


ΑΦΗΓΗΤΗΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ της Λαίδης Οθέλλος. Πικρή, πικρότατη ερωτική 
ιστορία. Που έχει ήδη ειπωθεί. Πότε ειπώθηκε; Πότε 
ειπώθηκε; Προ πάντων των αιώνων. Προ πάντων των 
αιώνων. Τότε ειπώθηκε. Προ πάντων των αιώνων. [.......]


ΛΑΙΔΗ ΟΘΕΛΛΟΣ

Μ' ΑΚΟΥΣ, Κύριέ μου, που φεύγω; Που φεύγω μακριά; 
Θα επιστρέψω; Θα επιστρέψω ποτέ; 
Δεν θα επιστρέψω.
Θα είμαι εκεί, πάντα. Πάντα, εκεί. Αλλού. 
Μακριά σου. Η καημένη εγώ.
                                            Κλαις;
Α, τα κουρασμένα κρύα γέρικα πόδια σου.
Κρυώνουν να στα ζεστάνω; Κρυώνουν.
Κλαις αγάπη μου και Κύριέ μου;
Φτωχά, γερασμένα μέλη.
Τώρα το ξέρεις. Δεν κλαις. Μην κλαις. 
Αγάπη μου, αν επιθυμούσα ν' ανάψω στην καρδιά σου
ή στο λεπτό, ευγενικό σου πνεύμα
την ζήλεια - ξέρεις τι 'ναι η ζήλεια;
Τώρα θα το μάθεις. Μην φοβάσαι.
Γλυκέ μου, δεν θα σ' αδικήσω.
Προτιμώ τον εαυτό μου ν' αδικήσω
παρά εσένα, λατρευτέ μου σύζυγε. [.......]


Old Man Seated in an Armchair, Full length - Rembrandt
 Rembrandt,  Old Man Seated in an Armchair

Τώρα πια μπορώ να σε κοιτάζω μες στα μάτια
δίχως να φοβάμαι.
Μα, ποιος είναι πίσω σου; 
Εσύ, πριν δεκαπέντε χρόνια. Όμοιος κι απαράλλακτος. 
Ο ίδιος τρόπος ν' ανάβεις το τσιγάρο σου. 
Ο ίδιος τρόπος ν' αφήνεις τα κλειδιά σου
στο τραπέζι. Κι αυτός, πιο πίσω; Πάλι εσύ.
Πριν δέκα χρόνια.
Τι παιχνίδια μου παίζουν η νύχτα κι οι σκιές.
Σε πολλαπλασιάζουν.
Για να δω. Αυτός εκεί;
Εσύ. Πιο πίσω; Πάλι εσύ. Κι αυτός στην πολυ-
θρόνα σου; Να, τώρα σε βλέπω όπως είσαι.
Γέρασες, άδειασες, τα 'χεις λίγο χαμένα. 
Πίσω απ' όλα σου τα νιάτα - εσύ• ένας γέρος.[ …….]

Ω, ανόητη αγάπη μου. Δεν υπάρχει
το θέλημά σου γεννηθήτω, καν η φωνή σου
υλακή σκυλιού, ω, δεν υπάρχει κάτι
να μοιάσει οδός διαφυγής.
Άνω και κάτω, πέρα
στην μόλις νοτισμένη γη ή στον αφέντη αγέρα
κι ακόμη στα δροσερότατα ύδατα των πηγών,
την πάσα ήμερα,
το ίδιο μονοπάτι, τεθλασμένο μονοπάτι.

Εκείνην που με θέλησες
έτσι με λέει η φωνή σου. Θέλεις
έναν καφέ; Να ρίξω μια κουβέρτα
στο κορμί σου; Μην μου κρυώσεις.
Μην μου κρυώσεις μάτια μου.
Δεν υπάρχει πλέον ικανοποίηση
δεν υπάρχει πλέον υποταγή στην καλλιέργεια
του σκοτεινού φυτού της αγάπης.
Καταθέτεις
τ' αποξηραμένα φύλλα,
τον δίχως ικμάδα βλαστό. Πιο βαθιά, πιο βαθιά,
τώρα είναι ο καιρός
της αιωνόβιας οδύνης. 'Γγίξε
την εκατόγχειρη ρίζα. Φέρε στο φως
την εκατόγχειρη ρίζα.



Άνοιξε το ραδιόφωνο.
Ιστορία της λαίδης Οθέλλος.

Mirror, mirror, on the wall, who in the land is the fairest of all?  specchio specchio delle mie brame chi è la più bella del reame ?:


ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

ΣΕ ΒΕΝΕΤΣΙΑΝΙΚΟ καθρέφτη
μ' άνθια στολίζω τα μαλλιά μου•
το ηλιόφως απαλό που πέφτει
για να φανεί η ομορφιά μου.

Βάζω στα μάτια σκιές θανάτου,
άλλο δεν θέλω παραπάνω•
να 'ναι ομορφιά μου η ομορφιά του, 
να μ' αγαπά κι όταν πεθάνω.

Το ρίμελ, τα μικρά ψιμύθια, 
να ξεχαστώ που μ' αγαπούσε• 
να θυμηθώ τα παραμύθια 
που μου 'λεγε όταν με φιλούσε.

ΛΑΙΔΗ ΟΘΕΛΛΟΣ

ΙΔΟΥ ΛΟΙΠΟΝ εγώ, φτασμένη
εκεί που σώνονται τα νιάτα μου. Μην έχοντας
τίποτε το δικό μου, μην κατέχοντας
υλικά αγαθά. Ν' αναλογίζομαι το τίμημα
της προηγούμενης χαράς. Ζυγίζοντας και κρίνοντας
τις πράξεις και τα έργα μου.
Ζυγίζοντας και κρίνοντας.
Παράξενο, παράξενο πολύ να συνδιαλέγεσαι
με τους νεκρούς.
[…..]

ΣΙΩΠΗ! σιωπή!
Ας υπάρξει ο ανάλογος σεβασμός προς την νεότητα,
ας περιβληθούν την πρέπουσα αναγνώριση,
τον δέοντα θαυμασμό
τα κατορθώματα των νέων. Ας δούμε με την αρμόζουσα στοργή
αυτούς που ταξιδεύουν
               στα τετραπέρατα τού κόσμου,
αυτούς που ευγενικά κι αθώα
               παραλογίζονται και πράττουν
ή αυτούς
που ονειρεύονται εν κρυπτώ την δικαιοσύνη.
Ας σταθούμε, με προσοχή και κατανόηση,
εμείς που δεν μπορούμε πλέον
να εννοήσουμε.




Hikokigumo✈or Through the Wire/Chinese Drugstore on we heart it / visual bookmark #26705328 on imgfave:

ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

ΣΑΝ ΝΕΟ ΔΕΝΔΡΙ το μεσημέρι
λάμπουν τα νιάτα στολισμένα•
του Χρόνου το ψυχρό το χέρι
σβήνει τ' ανθάκια του ένα ένα.

Το φως, μαυρίζει, όλο μαυρίζει•
ξέρω, μια μέρα θα σε χάσω. 
Και μια φωνή μου ψιθυρίζει•
εγώ ποτέ δεν θα γεράσω.

Της νιότης το γλυκύτατο άσμα
ηχεί ως προμήνυμα θανάτου•
κι ως πέφτει στου γκρεμνού το χάσμα 
αφήνει πάσαν ευωδιά του.

ΛΑΙΔΗ ΟΘΕΛΛΟΣ


ΠΑΡΑΞΕΝΗ η μουσική της νιότης. Παράξενη
μουσική. Παράξενα που ακούγεται.
Ο άντρας μου είχε μια γυναίκα. Τι απέγινε;
Πού είναι Κύριέ μου η γυναίκα σου,
η ομορφιά σου, η περιστέρα σου;
Έφυγε; Πότε έφυγε;
Ίσως απήλθεν μέσα στην σκοτεινή
και δοξασμένη νύκτα. Ή μήπως
ένα πρωινό, το πλέον ηλιόλουστο πρωινό; […..]

Λογάκια τής αγάπης.
Ο Κύριός μου εσύ
κι ο αφέντης μου εσύ.
Λογάκια της αγάπης.





ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

ΜΙΑ ΜΕΡΑ μ' είχες αγαπήσει, 
μια μέρα μου 'ταξες τα πάντα. 
Στεκόμαστε σε μια βεράντα, 
μαζί κοιτάζοντας την δύση.

Τώρα τι μένει πια να δούμε; 
Αγάπες, έρωτες και πάθη... 
Αυτό ειν' το μόνο που 'χω μάθει, 
πως θα πεθάνει ό,τι αγαπούμε.

ΛΑΙΔΗ ΟΘΕΛΛΟΣ

Κι ΗΤΑΝ την πρώτη νύχτα που βγήκαμε έξω, έκανε
ψύχρα, έριξες την ζακέτα σου στους ώμους μου και
κρύωνες εσύ. Είχαμε βγει ύστερα... ύστερα από τι; Θυμά-
σαι αγάπη μου; Και το χέρι σου είχε απλωθεί βαρύ,
βαρύτατο πάνω στους ώμους μου ...θυμάσαι; ...θυμάσαι;
Κι ώρα πολλή περπατήσαμε στους δρόμους της πολι-
τείας αγκαζέ, ώρα πολλή - θυμάσαι αν έβρεχε;- τραγου-
δώντας «δυο πράσινα μάτια», το φεγγάρι στην χάση του
κι η φωνή μου, ψιθυριστή, στο αυτί σου, να σου λέει:
«Θα σ' αγαπώ για πάντα, θα σ' αγαπώ για πάντα, θα σ'
αγαπώ για πάντα»
. [……]

Lucy Reynolds | Musetouch | spooky | ghost | black & white | photography | art | dream | other world:


ΑΦΗΓΗΤΗΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ της Λαίδης Όθέλλος.
Πόσο πολύ την έχει αγαπήσει.
Πόσο πολύ τον έχει πονέσει.
Αγάπη, αγάπη,
οξύτατη λυρική κραυγή,
απαράμιλλο πουλί,
έρχεσαι, παίζεις, αλλάζεις την μνήμη.
Είναι κοινότοπο.
Ας το πούμε όμως.
Τα φαινόμενα απατούν.
Βεβαίως.
Τα φαινόμενα απατούν.
Ποιος αγαπά; ποιος πονά; ποιος φεύγει;
Αυτό ίσως το ξέρουμε
ίσως και όχι.
Ακούστε.
Η Λαίδη Οθέλλος είχε έναν άντρα.
Πού είναι τώρα;
Πού είναι Αρχόντισσα ο άντρας σου,
ο Κύριός σου, η βαλανιδιά σου;
Τον ακούω και φεύγει.
Χάνεται στην αδυσώπητη νύχτα.
Βήματα.
Αντίλαλος τής μοναξιάς σου
        στο κατώφλι του δωματίου.
Τότε, γιατί όλα αυτά;
Να εξηγήσω.

Το να πονάς
εσύ κι ο άλλος
είναι ένα πράγμα.

Αυτό που θέλεις
είναι να γίνεις
ο πόνος τού άλλου. 

Γιατί αν γίνεις
ο πόνος τού άλλου
γίνεσαι ο άλλος.


Να, πώς έχουν τα πράγματα.
Ακούστε.
Έχει ήδη ειπωθεί.
Προ πάντων των αιώνων.
Σκοτάδι. Αυλαία. Μουσική. Φώτα.
Η ιστορία του Οθέλλου.[.....]

I like how the picture is gray on the outside of her body, but the cracks show yellow and red, which maybe show how much power is on the inside but none shown on the outside http://www.huffingtonpost.com/2014/04/03/being-stressed-out_n_5071642.html:


ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

Φεύγουν οι αγάπες μες στον χρόνο,
σαν βάρκες μέσα στο σκοτάδι. 
Ποιος το 'λεγε πως τόσον πόνο,
στο τέλος θα ' φέρνε το χάδι.


ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος. Έζησε χρόνια πολλά
στο σπίτι αυτό και με τιμή. Στο σπίτι αυτό. Τρία μέτρα... 
επί τέσσερα μέτρα; επί πέντε μέτρα; Ω, Οικοδέσποινα!

Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος. Πώς έγινε; Ακούστε 
πώς έγινε. Ο άντρας της αγάπησε μιαν άλλη. Μην 
αποστρέφετε το πρόσωπο, μην φρικιάτε, ακούστε πώς 
έγινε. Μιαν άλλη. Αυτή είναι, δυστυχώς, η φύση 
των αντρών. Κι αυτή; Τι έκανε αυτή; Έκλαιγε. Έκλαιγε 
ακατάπαυστα. Ποταμοί καυτών δακρύων, σας λέω.

Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος. Αυτός προδόθηκε. Τι
τον πρόδωσε; Ένα μαντήλι. Όπως συμβαίνει στα καλύ-
τερα παραμύθια. Ένα μαντήλι. Ένα τετράγωνο, κομμα-
τάκι πανί. Θηλυκό, αρωματισμένο. Πώς ευωδίαζε! Ένα 
μαντηλάκι γυναικείο.[.....]

ΛΑΙΔΗ ΟΘΕΛΛΟΣ

-Μ' ΑΦΗΣΕΣ μόνη χθες το βράδυ.
Με δάγκωνε βαθύ σκοτάδι.
Που ήσουν; Μ' είχες λησμονήσει;

-Χαζούλα• απλώς είχα μεθύσει,
με κάποιον παιδικό μου φίλο.

-Τρέμει η καρδιά μου σαν το φύλλο.
Αλήθεια, μ' αγαπάς σαν πρώτα;
-Όσες φορές κι αν θέλεις ρώτα.

-Τ' ορκίζεσαι στην ομορφιά μου;
Φιλείς τα στέφανα του γάμου;

-Ναι! μιαν ήμερα να μην ζήσω,
αν σκέφτηκα να σ' απατήσω.


-Στην αγκαλιά σου αγκάλιασέ με,
κι αν το μπορείς συγχώρεσέ με.

(τον αγκαλιάζει)

Ένα μαντήλι! Ένα μαντήλι!
Ποιας τάχα φίλαγες τα χείλη;
Άντρα σκληρέ και άντρα ψεύτη,
των νιάτων μου κουρσάρε, κλέφτη.

-Περίμενε. Να σου εξηγήσω.

-Θε μου, δεν θέλω πια να ζήσω.
Όλα μου τα 'χεις γκρεμισμένα.
Ανοίξτε Τάρταρα για μένα,
βαθιά στον Άδη για να πάω.

-Άκου λοιπόν. Την αγαπάω.


In the new Amazon bestseller CLEOPATRA'S NEEDLE, three red haired witches play a deadly game of revenge with a young man who has lost everything but the girl who loves him back in Wales. Can Lilabet save Iago from the dark forces that seek to claim him for their own?http://www.amazon.com/Cleopatras-Needle-Carole-Lanham-ebook/dp/B00M7OJ4V8/ref=sr_1_1?s=digital-text&ie=UTF8&qid=1406610592&sr=1-1&keywords=Cleopatra%27s+needle:


ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Προσοχή! προσοχή! εδώ έχει φόβο.
Πολύ φόβο.

Θα εκδικηθεί - θα εκδικηθεί - θα εκδικηθεί.

Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος.
Συνέρχεται και μιλά.
Πώς μπορεί και μιλά;
Τέτοιες ώρες πώς μπορεί και μιλά;

Ακούστε, άρχοντες κι αρχόντισσες
κι εσείς αρχοντοπούλες

είναι θέμα αντοχής.

Ο άνθρωπος -ακούστε λέω- αντέχει.
Ο άνθρωπος είναι γερό σκαρί.
Ο άνθρωπος είναι σπεσιαλίστας τού πόνου.


Αυτή αντέχει. Θα εκδικηθεί.
Ιστορία τής Λαίδης Όθέλλος.

ΑΝΤΡΑΣ

Θα εκδικηθείς.
Με λιώνεις, με ξεσκίζεις, με καις, με κρεμάς, με διαμελί-
ζεις, με συνθλίβεις, με τεμαχίζεις, με ανασκολοπίζεις.

Θα εκδικηθείς.
Καθώς σου αναλογεί.


Ένα μέτρο προς τα εμπρός, ένα μέτρο προς τα πίσω.
Συνάντησε την μοναξιά σου, αφέντρα μου.
Καθώς σου αναλογεί.

Θα εκδικηθείς.
Άνοιξε την πόρτα. Ώρα να φύγεις. Μονάχη να φύγεις.

Νεανικά μέλη δυνατά - ό,τι γύρεψες βρήκες
μεγάλα φωτεινά ανυποψίαστα μάτια - ό,τι γύρεψες βρή-
       κες
η αγκαλιά μου κι η γνώση
      πως κάποιαν ήμερα
               θα φύγω μακριά σου.


She said "I am afraid of falling" and he whispered "I have wings":


ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

ΠΟΣΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ μου σκαρώνει
την κάθε νύχτα η φαντασιά μου• 
κοιμάσαι αγάπη μου κι απλώνει 
σκιές το σκοτάδι στην καρδιά μου.

Ψυχή λευκή σαν σπυρί ρύζι
κι απέραντη, άφραστη γαλήνη•
κι από ψηλά να μας φωτίζει 
ψυχρή σαν νόμισμα η σελήνη.

Όλα τα πράγματα τριγύρω
προσεύχονται ν' αναπαυθούμε•
τα ξημερώματα θα γείρω
κι ίσως μαζί να ονειρευτούμε.

ΑΝΤΡΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ της Λαίδης Οθέλλος.
Έλα, υψηλή και υπερήφανη γλώσσα
ν' αφηγηθείς.
Να πεις το τέλος της Ιστορίας. 

Πόσο πολύ αγάπησεν ο ένας τον άλλο.
Πόσο πολύ επόνεσεν ο ένας τον άλλο.


Γιατί; Άρχοντες κι αρχόντισσες
κι εσείς αρχοντοπούλες αναρωτιέστε γιατί;

Ακούστε με. Είναι ο Χρόνος.
Ο Χρόνος ο Επικυρίαρχος, ο Χρόνος ο Αύθέντης,
ο Χρόνος ο Δυνάστης.
Οι άμοιροι, είμαστε δεσμώτες του Χρόνου.

Έλα, γλώσσα μου, να ιστορήσεις
την μοίρα μας. Ο άνθρωπος
είναι υπήκοος του Χρόνου.
Μικρός, θνητός και λίγος. Πώς
ν' αντέξει την φθορά;


Όταν αγαπάς, πώς ν' αντέξεις το πρόσωπό του
που καταποντίζεται στην ηλικία;
Όταν αγαπάς, πώς ν' αντέξεις
τις πρώτες ρυτίδες της;

Del incontenible paso del tiempo. | «Timeskin», por Antoniomora.:
«Timeskin», by Antoniomora.


ΑΦΗΓΗΤΗΣ - ΛΑΙΔΗ ΟΘΕΛΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ της Λαίδης Όθέλλος.
Μην κλαις.
Φεύγετε, χωρίζετε, χάνεστε.
Γιατί αγαπάτε. Γιατί πολύ
αγαπάτε ο ένας τον άλλο.

Ναι, παράξενοι οι νόμοι της αγάπης
και πιο παράξενα τα έργα της.
[…]

Παρηγορήσου. Θα ξαναβρεθείτε.

Σκλάβοι του Χρόνου, θα ξαναβρεθείτε.
Εδώ. Εις το τέλος των αιώνων.

Καληνύχτα,
ιστορία της Λαίδης Οθέλλος.



Το κείμενο εγράφη προς κοινήν τέρψιν και ιδίαν ψυχική ωφέλεια.
Δεν θα υπήρχε χωρίς την πολυτιμοτάτη παρουσία και βοήθεια
Της κ. Όλιας Λαζαρίδου, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα
Να το συνυπογράψει.

Αφιερώνεται στην Μαριάννα 
Isplendor di viva luce eternal 


Το βιβλίο της Μαριάννας


Η Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος του Ηλία Λάγιου παρουσιάστηκε στο θέατρο ΑΜΟΡΕ τον Ιανουάριο του 1992.
 
Σκηνοθεσία:   
Μαρία Νικολακοπούλου
Ερμηνεία:   
Όλια Λαζαρίδου
Σκηνικά:   
Άγγελος Παπαδημητρίου
Φωτισμοί:  
Ανδρέας Μπέλλης
Φωνή άνδρα:  
Βασίλης Παπαβασιλείου
Μουσική:
  
Νίκος Ξυδάκης

  
Ηλίας Λάγιος, Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος, Εκδόσεις: Εστία




Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Με τον τρόπο του Κ.Π. Καβάφη: Ηλίας Λάγιος, Εν επαρχιακή χωροδεσποτεία μεσαιωνικού Βασιλείου



"Σε κάποιον που επιθυμεί να συνεχίσει να είναι ποιητής και μετά το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, παρατηρούσε ο Έλιοτ, είναι απαραίτητο να υπάρχει η “ιστορική αίσθηση”. Θα πρέπει, δηλαδή, σύμφωνα με τον δημιουργό της Έρημης Χώρας, ο ποιητής να αντιλαμβάνεται το παρελθόν όχι μόνον στην “παρελθοντική”, αλλά και στην “παροντική” του διάσταση. Και πιο αναλυτικά: ο ποιητής που επιθυμεί να συνεχίσει να είναι ποιητής και μετά το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του οφείλει να γράφει έχοντας στα κόκκαλά του όχι μόνον την αίσθηση της γενιάς του, αλλά και την αίσθηση ότι ολόκληρη η λογοτεχνία της Ευρώπης, από τον Όμηρο και μετά, και μαζί μ’ αυτήν και ολόκληρη η λογοτεχνία της χώρας του, έχει μια ταυτόχρονη ύπαρξη και συνθέτει μια ταυτόχρονη τάξη. [......]

"Ένας ποιητής με “ιστορική αίσθηση”, όπως ακριβώς την περιγράφει ο Έλιοτ, που συνέχισε να είναι ποιητής και μετά τα εικοσιπέντε του, υπήρξε ο Ηλίας Λάγιος. Αυτός δε που είχε στη νεότητά του καταγγείλει τους «εαυτότροπους», κατέληξε να γίνει ένας από τους πλέον “εαυτότροπους” ποιητές της γενιάς μας. Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού κάθε ισχυρού ποιητή κατεξοχήν “εαυτότροπη” είναι η μοίρα." 


Βαγγέλης Κάσσος




[Το 2003 συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από τον θάνατο του Καβάφη και οι “Αναγνώσεις” της Αυγής τίμησαν τον αλεξανδρινό με ένα αφιέρωμα που αποτελείτο από ποιήματα δεκατεσσάρων νεωτέρων ποιητών, καλύπτοντας το ηλικιακό φάσμα από τα 47 έτη του Βαγγέλη Κάσσου μέχρι τα 21 του Χάρη Ψαρρά.

Ο Ηλίας Λάγιος συμμετείχε με αυτό το ποίημα, όπου οι καβαφικές απηχήσεις συναρθρώνονται με τον σχολιασμό της πολιτικής επικαιρότητας.


Είναι λοιπόν απαραίτητο να σημειώσουμε πως, μια εβδομάδα πριν τη δημοσίευση του ποιήματος, οι δυνάμεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας έχουν καταλάβει τη Βαγδάτη, παρά την αντίθεση του γαλλογερμανικού άξονα και άλλων χωρών, όπως η Ρωσία και η Κίνα. Επίσης, την εβδομάδα που έπεται, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρόκειται να συναντηθούν στην Αθήνα, εν μέσω των προγραμματιζόμενων αντιπολεμικών διαδηλώσεων. Όπως προβλέπει το ποίημα, η αίγλη της υψηλής διεθνούς παρουσίας θα καταλήξει σε μπούμερανγκ για την ελληνική κυβέρνηση, που προσδοκούσε πολιτικά οφέλη.

Τα πρόσωπα του ποιήματος: Κώστας Σημίτης, Τζώρτζ Μπους, Τόνι Μπλερ, Σαντάμ Χουσεΐν, Γιωργάκης Παπανδρέου, Ευάγγελος Βενιζέλος, Βάσω Παπανδρέου, Κώστας Λαλιώτης, ο πατήρ Μπους...] 



Πολιτισμός και βαρβαρότητα


Ο πίνακας «Νούμερο ισορροπίας» του γερμανού ζωγράφου Μπερντ Στόλτσεν, εμπνευσμένος από τον πίνακα «Ο διευθυντής του σχολείου αγχωμένος» του Καρλ Σπίτσβεγκ (Κολονία, 1841), παρουσιάζει τον πρόεδρο Μπους σε μια ασταθή γέφυρα ενώ πίσω του ακολουθεί τυφλός και τραυματισμένος ο βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ. Ο ιρακινός πρόεδρος Σαντάμ Χουσεΐν αντικατοπτρίζεται στο νερό σαν φάντασμα και στο βάθος φαίνεται η φλεγόμενη Βαγδάτη


Του Κωνσταντίνου Άρχοντος είναι μεγάλη η στενοχώρια. 

Αλλοιώς τά ‘χε γνωρίσει στο μυαλό του, αλλοιώς τα βούλονταν. 
Πως θα συνάζονταν στην χωροδεσποτεία οι υψηλοί Αυθέντες, 
κι οι σκεπασμένες στο μετάξι Κύρισσες κι' όλο το Αρχοντολόι, 
πως θα γενόνταν εορτές λαμπρές και τελετές και τα παρόμοια 
που κολακεύουν και φαιδρύνουνε τον γραίκικο λαό της βαρωνείας, 
να ξεχαστή με πανηγύρεις και βεγγαλικά η πίκρα κι' η ανέχειά του.


Και πάνω που ‘σταιναν περίλαμπρο διάκοσμο, και πάνω 
που ξεσκονίζανε τ' αρχαία αγάλματα, των εθνικών τ' ανάγλυφα, 
που γυάλιζαν τ' ασημικά και τα εικονοστάσια της Ορθοδοξίας, 
πήγε και του καρφώθηκεν του Βασιλέως άψα τρανή για πόλεμο 
-θα την συνδαύλισε, ασφαλώς, κι' ο κονστουλάτωρ του, ο Αντώνιος της

Ιγγλιτέρας.

και σύναξαν φουσάτα σιδηρόφρακτα και κίνησαν για πού; 
στις ξεραϊλες και στις ερημιές της απωτάτης Μεσοποταμίας, 
κηρύχνοντας σταυροφορία, να ξεμπερδεύουνε με τον τρελλό Χαλίφη

Χουσεϊνη,

για να λυτρώσουν, λέει, απ' τα δεινά και τα μαρτύρια, ποιους; τους

άπιστους!


Τι τα ‘θελεν κι αυτός και δέχθηκε του φέουδου την επιτροπεία; 
Ήταν σαν πέθαινεν απ' τις ακολασίες και τις ασωτείες του ο Βαρώνος,

πού ‘χε ρημάξει κι ερημώσει, τρώνοντας τον πλούτον της, την

επικράτεια

αυτός φουσκώνοντας πολιτικές κι οι σύμβουλοί του το πουγκί τους,

και μέχρι που να ενηλικιωθή ο Γεωργίτζης, ο πρωτότοκος 
(αναθρεμμένος, σπουδαγμένος στην Αυλή, θεληματάρης του Ηγεμόνος), 
φορτώθηκε στους ώμους του διακυβέρνηση κι ευθύνες, 
τους τσακωμούς των ευγενών, τις διαβολές, τα σπιουνέματα, 
τον Κυρ Ευάγγελον με του ερπετού τα μάτια, της Κυράς Βασιλικής 
πέρλες κακόγουστες και μάνητες, και την λυκίσια όψη του Κωνστάντιου. 

Βέβαια, σωστά τα λογαριάσαν ο Γεώργιος ο Δεύτερος κι ο Αντώνιος 
οπού με τ' αρπαγμένο του Σαρακηνού χρυσίον θα γονατίσουν τους

Αυθέντες,

κι οι κομητείες και τα δουκάτα τους κατ' όνομα θα τους ανήκουν μόνον

και θά ‘ναι ξένοι, παρεπίδημοι και δούλοι στην δικιά τους γη. 
Μα τι τον νοιάζει αυτόν; Ήταν, ποτέ του, παραπάνω από ήσκιος ήσκιου;


Και τώρα, παν περίπατο οι ετοιμασίες κι οι λόγοι οι καρναβαλικοί, 
οπού ξιππάζουν, εύμορφα, ομιλητές κι ακροωμένους∙ 
και τώρα, παν περίπατο κι οι λιγοστές ελπίδες του 
να επιλύση, ειρηνικά, το θέμα του καστέλλου της Τζυπρίας. 

Όχι πως δεν το ξέρει που, κρυφίως, συνωμοτούν ο Δούκας της Φραγκιάς

κι ο Δούκας της Αλαμανίας. Που πιάσαν κι έστειλαν γραφή προδοτική 
στην παγωμένη Μοσκοβία, στον Τσάρο Βόριδα. Κι άλλη γραφή,

προδοτικότερη, 
στον αινιγματικό Μεγάλο Χάνο του Πεκίνου και στους μανδαρίνους του

(φόρου υποτελείς, Τσάρος και Χάνος του Ηγεμόνος, μα, ωστόσο...). 
Και πού το ξέρεις, τι; Όταν καλπάζουν τ' άλογα, μεριάζει το χορτάρι.


Και έτσι, αντί να τήνε προσδοκά, τώρα την Σύναξη την τρέμει, 
που θά ‘ρθουν, υπό τον Αντώνιον, οι πιστοί του Βασιλέως να βγάλουνε

Βουλή,

πως χρέος όλοι, Αυθέντες κι Άρχοντες, τον Ηγεμόνα να συνδράμουνε. 
Και σαν ν' ακούη (κουτός δεν είναι) και τους Δούκες να ψελλίζουνε 
για του πολέμου τα δεινά, για πόνο ανθρώπινο, κι άλλα χριστιανικώς

ψυχωφελή.


Τάχα που τους εμπόδισαν αυτά σαν συστρατεύθηκαν με τον παλιό

Ηγεμόνα,

(πατέρα του σημερινού) και ξεθεμέλιωναν την Μεσοποταμία, 
και σκότωναν, και δήωναν, και βιάζανε, και διαγουμίζανε την χώρα,

μόνο που τότε, ο γέροντας, μοίρασε σ' όλους μερδικό απ' τα λάφυρα.

Κι όμως, μ' αυτά κι εκείνα θέριεψαν τον Θρόνο κι ο Γεώργιος το

ξεκαθάρισε

μαζί θα πολεμήσουνε, το βιός δικό του -εξόν την λεία του Αντωνίου. 

Μα πού, στο διάβολο, θυμήθηκαν την Μεσοποταμία; 

Και θα βρεθή στην μέση αυτός, ο ταπεινός κι αδύναμος, 
κι από την μια θα τον τραβούν και θα τον σέρνουν απ' την άλλη. 
Και πες, συντάσσεται με τον Αντώνιο. Θα του κόψουνε 
οι Δούκες, παρευθύς, τα λίαν γενναία δοσίματα, 
και τότες θα του λείψουν ως και τα χρειώδη για την Βαρωνεία 
και θα επακολουθήσουν στάσεις χωρικών και γκρίνιες των εμπόρων. 

Και πάλι, πες, βρίσκει κουράγιο, στέκεται στο πλάι Φραγκιάς κι

Αλαμανίας.

Τότες οργίζεται ο Βασιλιάς κι ο Αντώνιος, πρόθυμος, αμέσως ξαμολάει

επάνω του

τον άγριο Κόμη της Τουρκιάς, παλιό του εχθρό, που μανιωμένος τον

λιανίζει

Κι έπειτα; Βάζουνε στο πόδι του, ως λύση σωτηρίας και πειθούς τον

Γεωργίτζην,

ανήλικος ξανήλικος, τεμπελχανάς και άνους, μα πιστός του Γεωργίου. 
Και χάνονται για πάντα πλέον, οι γλύκες οι αξεστόμιστες, της

εξουσίας και της δυνάμεως.


Τώρα τις νύχτες, ολομόναχος και κατηφής, περιπατεί στα ολάδεια

δώματα,

αυτά που φανταζόταν στολιγμένα θριαμβικώς με θυρεούς κι οικόσημα της

Σύναξης,

βαδίζει στα ψηφιδωτά πατώματα, μηχανικά τους πίνακες κυττά 
αφηρημένος ένα αντίγραφο του Σκόπα, σύμπλεγμα Νύμφης και Σατύρων, 
κι εδώ το πάει, κι εκεί το πάει, δεν βγάνει απόφαση.


Τι τό ‘θελεν ο Παντοδύναμος κι επήγε κι έπλασε την Μεσοποταμία; 


“Αναγνώσεις”, τχ. 26, 13/4/2003 



Ένα τμήμα του κώδικα του Χαμουραμπί

"Ο μεγάλος Αραγκόν είχε πει ότι το ελληνικό αλφάβητο είναι χάρμα οφθαλμών: ο Ηλίας έδειχνε τον σεβασμό του στη γλώσσα, με την προτίμησή του σε παλαιικές γλωσσικές μορφές.

Αλλά και με το μάτι του φιλολόγου να αντιμετωπίσω το έργο του, βρίσκω ότι και η συμβολή του Λάγιου είναι κυρίως γλωσσική. Η ποίησή του εδράζεται πάνω σε έναν συνεχή και πρωτότυπο διάλογο με τα λεκτικά και πολιτιστικά στρώματα της ελληνικής λογοτεχνίας, απ’ τον Όμηρο ως τον Καρυωτάκη. Είναι η γεφύρωση μιας πολιτισμικής και φιλοσοφικής διαλεκτικής, ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν. Μέσω της διακειμενικότητας, της ανάκτησης της προσωδιακής παράδοσης, του γλωσσικού ψηφιδωτού που αναμιγνύει λέξεις, φράσεις, ιδέες, παρμένες απ’ όλο το φάσμα του ελληνικού πολιτισμού, ο Λάγιος ανανέωσε την ποιητική γλώσσα, σε μια περίοδο που διακρίνεται από έντονους πειραματισμούς, ένδειξη της αγωνιώδους προσπάθειας να ξεπεραστεί η επίδραση της γενιάς του ’30, ώστε να συνδεθεί με τους μείζονες (Καβάφη, Καρυωτάκη), αλλά και με τους ελάσσονες ποιητές των αρχών του 20ού και του τέλους του 19ου αιώνα. 

Ο Λάγιος ήταν ένας διαφορετικός γλωσσο-δημιουργός, που έδωσε νέες διαστάσεις και αναπάντεχες προοπτικές σε μια γλώσσα που από τρεις χιλιάδες χρόνια είναι έκφραση υψηλότατης ποίησης.

Μας έδειξε ότι είναι δυνατόν να εκφράσουμε τα σημερινά μας συναισθήματα (από τη χαρά μέχρι την τραγωδία) και τα μικροπράγματα της καθημερινής μας ζωής χρησιμοποιώντας το γλωσσικό υλικό πασών των γενεών, και μας είπε ότι μιλώντας αυτήν την πολυδιάστατη γλώσσα μπορούμε να μιλήσουμε καλύτερα, ή μάλλον να μιλάμε, για τον εμφύλιο, για το ευαγγελικό μήνυμα, για τη λογοτεχνία, για τον έρωτα, συνελόντι για τη ζωή, χωρίς ρητορείες και με πρωτόγνωρο τρόπο.

Αυτό νομίζω, πέραν από τις αισθητικές αρετές του, οφείλουμε στον Ηλία Λάγιο και αυτό θα του εγγυηθεί μια πολύ σημαντική θέση στη νεώτερη ελληνική ποίηση.

Χαίρε Ηλία, sit tibi terra levis. 

Μάσσιμο Κατσούλο