Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ίταλο Καλβίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ίταλο Καλβίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2023

Ίταλο Καλβίνο, Το δάσος στην εθνική οδό.

Ο Italo Calvino, φωτογραφημένος στη βεράντα του σπιτιού του στη Ρώμη τον Δεκέμβριο του 1984. 
GIANNI GIANSANTI (GAMMA-RAPHO ΜΕΣΩ GETTY IMAGES)
_____________


Εκατό χρόνια από τη γέννηση του Ίταλο Καλβίνο 

Το 2023 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του Ίταλο Καλβίνο, ενός από τους τελευταίους κλασικούς της ιταλικής λογοτεχνίας. 

Ο Ίταλο Καλβίνο γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1923 στην Κούβα, στη μικρή πόλη του Σαντιάγο ντε Λας Βέγκας, κοντά στην Αβάνα, όπου ο πατέρας του, Μάριο, γεωπόνος από τη Λιγουρία με διεθνή φήμη, και η μητέρα του, Εβα Μαμέλι, βοτανολόγος από τη Σαρδηνία, πραγματοποιούσαν κάποια γεωπονικά πειράματα. Στο «Περί της υπερπόντιας γέννησής μου» ο συγγραφέας θα γράψει σχετικά: 

«...διατηρώ μόνο ένα πολύπλοκο ληξιαρχικό στοιχείο […], κάποιες αποσκευές οικογενειακών αναμνήσεων, και το βαφτιστικό μου όνομα το οποίο η μητέρα μου, επειδή περίμενε ότι θα με μεγάλωναν σε ξένη γη, ήθελε να μου δώσει για να μην ξεχάσω τη γη των προγόνων και που, αντίθετα, στην πατρίδα ακούγεται εθνικιστικό».


Ο Italo Calvino, στην αγκαλιά του πατέρα του Mario και της μητέρας του, Eva Mameli, το 1925.
______________


Το 1925 η οικογένεια επιστρέφει στο Σαν Ρέμο, γενέθλια πόλη του πατέρα, ο οποίος κλήθηκε να διευθύνει τον Πειραματικό Σταθμό Ανθοκομίας, όπου φοιτούν νέοι απ' ολον τον κόσμο. Τα χρόνια της εφηβείας χαρακτηρίστηκαν από εκπαίδευση λαϊκή, ορθολογιστική και διαφωτιστικής φύσης, η οποία του μεταλαμπαδεύτηκε από τους γονείς του και από την έντονη σχέση με τη φύση: τη φύση γύρω από τον Βίλα Μεριντιάνα, στην οποία διέμενε η οικογένεια  και εκείνη των δασών των Προάλπεων της Λιγουρίας.

«Μεγάλωσα σε μια μικρή πόλη, που διέφερε αρκετά από την υπόλοιπη Ιταλία την εποχή που ήμουν παιδί: το Σαν Ρέμο εκείνο τον καιρό ήταν ακόμα γεμάτο από γέρους Εγγλέζους, από Ρώσους δούκες, από ανθρώπους εκκεντρικούς και κοσμοπολίτες. Αλλά και η οικογένεια μου ήταν μάλλον μια ασυνήθιστη οικογένεια για το Σαν Ρέμο και γενικότερα την Ιταλία της εποχής: επιστήμονες, λάτρεις της φύσης, ελεύθεροι διανοητές...»

Σε συνέντευξή του στον Alexander Stille, το 1985, μιλάει για τη σχέση του με τη φύση: 

«Αν το έργο μου είχε κάποια σχέση με τη φύση, οφειλόταν σε ένα είδος νοσταλγίας για έναν κόσμο που έχασα και τον οποίο προσπαθώ να ανακτήσω μέσω της λογοτεχνίας….

Πέρασα τα παιδικά και νεανικά μου χρόνια μέσα στη φύση. Ο πατέρας μου ήταν γεωπόνος και η δουλειά του ήταν να κάνει γεωργικά πειράματα. Η μητέρα μου ήταν βοτανολόγος και γενετίστρια. Ζούσαμε στο Σαν Ρέμο, σε μια βίλα γεμάτη εξωτικά φυτά, και είχαμε ένα μικρό αγρόκτημα. Ο πατέρας μου, ο οποίος είχε περάσει πολλά χρόνια στο Μεξικό και την Κούβα, ήταν ο πρώτος που εισήγαγε αβοκάντο και γκρέιπφρουτ στην Ιταλία. Μόλις έφτασε στο Μεξικό, έστειλε σπόρους αβοκάντο στο Σαν Ρέμο. Σήμερα είναι πολύ γνωστά στην Ιταλία, αλλά εκείνη την εποχή, στις δεκαετίες του 1920 και 1930, η κατανάλωση αυτών των εξωτικών φρούτων φαινόταν μια εκκεντρικότητα της οικογένειας Καλβίνο.»


Η οικογένεια Καλβίνο φωτογραφημένη στον κήπο της Βίλα Μεριντιάνα το 1938.
_______________


Τελειώνοντας το λύκειο γράφεται το 1941 στη σχολή της γεωπονικής του Πανεπιστημίου του Τορίνο. Το 1943 αρνείται να παρουσιαστεί στην επιστράτευση που οργανώνει η φασιστική Δημοκρατία του Σαλό και μένει για πολλούς μήνες κρυμμένος μακριά από το σπίτι του. 

Το 1944 γίνεται μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος κι αμέσως μετά, μαζί με τον δεκαεξάχρονο αδελφό του, αποφασίζει να μπει στο αντάρτικο, στη δεύτερη μεραρχία «Γκαριμπάλντι», που πολεμά τους ναζιφασίστες στην περιοχή των Άλπεων, στα σύνορα με τη Γαλλία. Οι γονείς του συλλαμβάνονται από τους Γερμανούς.

«Η κομμουνιστική μου επιλογή δεν στηριζόταν σε ιδεολογικές παραμέτρους [...]. Ένιωθα πως εκείνη τη στιγμή το μόνο που μετρούσε ήταν η δράση, και οι κομμουνιστές ήταν τότε η πιο δραστήρια και οργανωμένη δύναμη».

Η παρτιζάνικη περίοδος είναι σχετικά σύντομη αλλά εξαιρετικά έντονη. «Έζησα μια σειρά από ανεκδιήγητες περιπέτειες και κινδύνους, γνώρισα τι σημαίνει φυλακή και τι σημαίνει να δραπετεύεις από τη φυλακή, βρέθηκα πολλές φορές στο χείλος του θανάτου. Είμαι όμως ικανοποιημένος με τα όσα έζησα, με τις εμπειρίες που συσσώρευσα, θα ήθελα μάλιστα να είχα ζήσει ακόμα περισσότερες...»

Με την Απελευθέρωση επιστρέφει στο Τορίνο, στις πανεπιστημιακές του σπουδές, ενώ ταυτόχρονα δουλεύει εντατικά στις γραμμές του IKK. Γνωρίζεται με το συγγραφέα Τσέζαρε Παβέζε, ο οποίος γίνεται ο πρώτος αναγνώστης των γραπτών του. Με την επιμονή του Παβέζε δημοσιεύει τα πρώτα του διηγήματα και βλέπει να του ανοίγονται διάπλατα οι πόρτες των λογοτεχνικών κύκλων του Τορίνο. Η αυτοκτονία του Παβέζε στις 29 Αυγούστου 1950 θα σημαδέψει ωστόσο βαθιά τη ζωή και τη συνείδηση του εικοσιεπτάχρονου Καλβίνο.

Το 1957, μετά την καταστολή της αντισοβιετικής εξέγερσης στην Ουγγαρία τον προηγούμενο χρόνο, ο συγγραφέας παίρνει τις αποστάσεις του από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας ενώ συνεχίζει να παρατηρεί ενεργά το εθνικό και διεθνές πολιτικό – κοινωνικό σκηνικό. 

Ταυτόχρονα ο Καλβίνο ξεκινά να ταξιδεύει, χτυπημένος –όπως λέει χιουμοριστικά– από «δρομομανία» (νευρωτική τάση για συνεχόμενη κίνηση). Ανάμεσα στο 1959 και το 1960 μένει για έξι μήνες στις ΗΠΑ και στη συνέχεια περνά μεγάλες περιόδους στη Ρώμη, στο Σαν Ρέμο, στο Τορίνο (στο οποίο πηγαίνει δύο φορές τον μήνα για να τακτοποιεί τις δουλειές στον εκδοτικό οίκο Einaudi) και στο Παρίσι. Εκεί, το 1962, γνωρίζει την Έστερ Τζούντιθ Σίνγκερ, γνωστή ως Τσιτσίτα, Αργεντινή με καταγωγή από τη Ρωσία, μεταφράστρια αγγλικών της Unesco. Παντρεύτηκαν το 1964 στην Κούβα κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στο γενέθλιο τόπο του συγγραφέα, κι έπειτα μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, όπου τον επόμενο χρόνο, γεννήθηκε η μοναδική κόρη τους, Τζοβάννα.


Ο Italo Calvino στο Παρίσι, Saint Germain des Prés, 5 Δεκεμβρίου 1974 
(Photo by Sophie Bassouls)
____________


Το 1967 ο Καλβίνο μετακομίζει με την οικογένειά του στο Παρίσι όπου έμεινε έως το 1980. Στη γαλλική πρωτεύουσα βρήκε ένα είδος καταφυγίου, έναν τόπο γαλήνης που του επέτρεπε να συγκεντρωθεί: 

«Ως συγγραφέας μπορώ να πραγματοποιήσω ένα μέρος της δουλειάς μου στη μοναξιά, δεν έχει σημασία πού, αν θα είναι σε ένα απομονωμένο σπίτι στη μέση της εξοχής ή σε ένα νησί, κι αυτό το εξοχικό σπίτι εγώ το έχω στο κέντρο του Παρισιού».

Ο Καλβίνο γυρνά το 1980 στη Ρώμη (η Βίλα Μεριντιάνα στο Σαν Ρέμο είχε πουληθεί μετά τον θάνατο της μητέρας του το 1978), όπου μετά από σαράντα χρόνια πιστής συνεργασίας με τον εκδοτικό οίκο Einaudi, συνέχισε την εκδοτική του δραστηριότητα για έναν άλλο εκδότη: τον Garzanti. 

Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1985 εργάζεται για έναν κύκλο ομιλιών που θα λάμβανε χώρα στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ αλλά στις 6 Σεπτεμβρίου παθαίνει οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο στη βίλα του στην Τοσκάνη, κοντά στο Καστιλιόνε ντελλα Πεσκάια (επαρχία του Γκροσσέτο). Μετά από νοσηλεία στο νοσοκομείο της Σιένα, πέθανε τη νύχτα μεταξύ 18 και 19 Σεπτεμβρίου.

Tullio Pericoli, Italo Calvino, 1987
__________


Ίταλο Καλβίνο, ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα που μακραίνει στα παρελθόντα... 

Τον Φεβρουάριο του 1984, ο Ίταλο Καλβίνο επισκέφτηκε την Αθήνα, με την ευκαιρία μιας διάλεξης που είχε προσκληθεί να δώσει στο Ιταλικό Ινστιτούτο. Η αυτοβιογραφία, που συνέταξε ο ίδιος ειδικά για το αφιέρωμα του περιοδικού Χάρτης, δημοσιεύτηκε, μεταφρασμένη από τον Τάσο Δενέγρη, μαζί με άλλα κείμενα του συγγραφέα και μελετήματα για το έργο του. 


Μου ζητάτε ένα βιογραφικό σημείωμα, κάτι δηλαδή που με φέρνει πάντοτε σε δύσκολη θέση. Τα βιογραφικά ή ακόμη και τα ληξιαρχικά στοιχεία είναι αυτά που κανείς τα θεωρεί ό,τι πιο δικό του και, από τη στιγμή που θα τα δηλώσεις, είναι σα να υποβάλλεσαι σε ψυχανάλυση. (Ή, τουλάχιστον, αυτή είναι η γνώμη μου, γιατί δεν έχω ποτέ ψυχαναλυθεί).

Αρχίζω με το γεγονός ότι γεννήθηκα στον αστερισμό του Ζυγού, γι' αυτό μέσα στον χαρακτήρα μου η ισορροπία και η ανισορροπία αλληλοδιορθώνουν τις καταχρήσεις τους. Γεννήθηκα τον καιρό που οι γονείς μου ήταν έτοιμοι να επιστρέψουν στην πατρίδα, ύστερα από χρόνια που είχαν περάσει στην Καραϊβική: από κει βγαίνει και η γεωγραφική αστάθεια που με κάνει συνέχεια να επιθυμώ έναν άλλο τόπο.

Η γνώση των γονιών μου συνέκλινε στο φυτικό βασίλειο, στα θαύματα καί στις αρετές του. Εγώ, γοητευμένος από μιαν άλλη βλάστηση, την βλάστηση των γραμμένων φράσεων, γύρισα την πλάτη σε όσα εκείνοι θα μπορούσαν να μου μάθουν. Εξίσου άγνωστη μού έμεινε και η γνώση του ανθρώπου.

Πέρασα όλη μου την παιδική ηλικία μέχρι τη νεότητα σε μια πόλη της Ριβιέρας, περιορισμένη στη στενή της ζωή. Τόσο η θάλασσα που ήταν κλεισμένη σ' έναν κόλπο όσο και το βουνό, μου έδιναν την εντύπωση της σιγουριάς και της προστασίας. Από την Ιταλία με χώριζε μια λεπτή λουρίδα μιας παραθαλάσσιας οδού, από τον κόσμο ένα κοντινό σύνορο. Η έξοδος απ' αυτόν τον προστατευτικό κλοιό ήταν για μένα η επανάληψη του τραύματος τής γέννας, μα μόλις τώρα το καταλαβαίνω.

Μεγαλωμένος στα χρόνια της δικτατορίας [του Μουσολίνι], κληρωτός στα τέλη τού Παγκοσμίου Πολέμου, απόκτησα τη βεβαιότητα πώς η ειρήνη και η ελευθερία στη ζωή είναι κάτι τυχαίο και εύθραυστο, που απ' τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να σου αφαιρεθεί.

Στα πλαίσια αυτής της έμμονης ιδέας, η πολιτική έπιασε ένα ίσως υπερβολικά μεγάλο μέρος των νεανικών μου ανησυχιών. Λέω υπερβολικά για τα δικά μου μέτρα, για ό,τι χρήσιμο θα μπορούσα να δώσω, γιατί υπάρχουν πράγματα που ενώ φαίνονται να είναι μακριά από την πολιτική, μετρούν πολύ περισσότερο ως επιρροή στην ιστορία (και στην πολιτική ιστορία) των ανθρώπων και των χωρών.

Μόλις τέλειωσε ο πόλεμος, ένιωσα να με καλεί η μεγάλη πόλη, και ήταν κάτι πιο δυνατό από τις επαρχιακές μου καταβολές. Έτσι, για ένα διάστημα βρέθηκα να αμφιταλαντεύομαι μεταξύ Μιλάνου και Τορίνου. Η επιλογή του Τορίνου θα είχε σίγουρα τους λόγους της και δεν έγινε χωρίς συνέπειες: Τώρα έχω ξεχάσει και τους μεν και τις δέ αλλά για πολλά χρόνια σκεφτόμουν πως αν είχα διαλέξει το Μιλάνο όλα τώρα θα ήταν διαφορετικά.

Γρήγορα δοκίμασα την τέχνη της γραφής. Δεν συνάντησα δυσκολίες για να εκδώσω. Βρήκα αμέσως κατανόηση και εύνοια. Άργησα όμως να καταλάβω και να πείσω τον εαυτό μου πως δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο.

Δουλεύοντας σε εκδοτικό οίκο, αφιέρωσα περισσότερο χρόνο στα βιβλία των άλλων παρά στα δικά μου. Δεν παραπονιέμαι: οτιδήποτε αποβαίνει χρήσιμο στη ζωή του κοινωνικού συνόλου είναι ενέργεια που ξοδεύτηκε σωστά.

Από το Τορίνο, που είναι πόλη σοβαρή αλλά μελαγχολική, συνέβαινε να ξεγλιστράω συχνά και να πηγαίνω στη Ρώμη. (Οι μόνοι άλλωστε Ιταλοί που έχω ακούσει να μη μιλούν αρνητικά για τη Ρώμη είναι οι Τορινέζοι). Κι έτσι, η Ρώμη ίσως ήταν ή πόλη της Ιταλίας πού έχω ζήσει περισσότερο χωρίς ποτέ να διερωτηθώ γι' αυτό. Για μένα ιδεώδης τόπος είναι αυτός όπου είναι πιο φυσικό να ζεις σαν ξένος. Γι' αυτό, το Παρίσι είναι η πόλη όπου παντρεύτηκα, έκανα σπιτικό, μεγάλωσα μια κόρη. Ακόμη κι η γυναίκα μου είναι ξένη [από την Αργεντινή]: Οι τρεις μας μιλάμε τρεις διαφορετικές γλώσσες! Όλα μπορούν ν' αλλάξουν εκτός από τη γλώσσα που είναι μέσα μας ή μάλλον από τη γλώσσα που μας έχει μέσα της, αυτόν τον κόσμο που είναι πιο αποκλειστικός και καθοριστικός κι απ' την κοιλιά της μάνας.

Βλέπω πως σ' αυτή την αυτοβιογραφία επέμεινα στη γέννηση ενώ για τις διαδοχικές φάσεις μίλησα σαν κάτι που πρόκειται να βγει στο φως και τώρα τείνω να γυρίσω ακόμη πιο πίσω, στον κόσμο πριν από τη γέννηση.

Αυτός είναι ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε κάθε αυτοβιογραφία που έχει την έννοια της εξερεύνησης των ριζών, όπως αυτή του Τρίστραμ Σάντι που μακραίνει στα παρελθόντα κι όταν φτάνει στο σημείο από όπου θα 'πρεπε ν’ αρχίσει την ιστόρηση της ζωής του, δεν βρίσκει πια τίποτε να πει.


Italo Kalvino (llustration by Daniele Castellano)
__________


«Μαρκοβάλντο ή Οι εποχές στην πόλη»

Το βιβλίο «Μαρκοβάλντο ή Οι εποχές στην πόλη» του Ίταλο Καλβίνο πρωτοεκδόθηκε το 1963, στο Τορίνο, από τις Εκδόσεις Einaudi με εικονογραφήσεις του Σέρτζιο Τοφάνο. Το κείμενο της παρουσίασης (που πιθανότατα γράφτηκε από το συγγραφέα) λέει: 

«Μέσα σε μια πόλη από τσιμέντο και άσφαλτο ο Μαρκοβάλντο αναζητά τη φύση. Μα υπάρχει ακόμα η φύση; Η φύση που βρίσκει είναι περιφρονητική, παραμορφωμένη, έχει συμβιβαστεί με την τεχνητή ζωή. Ο Μαρκοβάλντο, αστείος και μελαγχολικός ήρωας, είναι πρωταγωνιστής μιας σειράς σύγχρονων παραμυθιών που παραμένουν πιστά σε μια κλασική αφηγηματική δομή: των ιστοριών σε κόμικς που εμφανίζονται σε παιδικά περιοδικά».

Τα χαρακτηριστικά του πρωταγωνιστή διαγράφονται μόλις και μετά βίας: είναι ένας απλός ανθρωπάκος, κεφαλή μιας πολυμελούς οικογένειας, εργάζεται χειρωνακτικά σαν αχθοφόρος σε μια εταιρεία, είναι η τελευταία ενσάρκωση μιας σειράς αθώων φτωχοδιαβόλων, όπως ο Τσάρλυ Τσάπλιν, με μία μόνο ιδιαιτερότητα: είναι ένας «Άνθρωπος της Φύσης», ένας «Αγαθός Άγριος» εξόριστος σε μια βιομηχανική πόλη. Ο τόπος από τον οποίο ήρθε στην πόλη, το «αλλού» το οποίο νοσταλγεί, δεν αναφέρεται· θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε «μετανάστη», παρόλο που η λέξη αυτή δεν εμφανίζεται ποτέ μέσα στο κείμενο· ο χαρακτηρισμός αυτός, όμως, θα ήταν ανακριβής, διότι όλοι σ' αυτά τα διηγήματα μοιάζουν «μετανάστες» σ' έναν ανοίκειο κόσμο από τον οποίο δεν μπορούν να ξεφύγουν.

Η καλύτερη παρουσίαση του ήρωα υπάρχει στο πρώτο διήγημα «Μανιτάρια στην πόλη»: 

«Τα μάτια αυτού του Μαρκοβάλντο ήταν άμαθα στη ζωή της πόλης: πινακίδες, σηματοδότες, βιτρίνες, φωτεινές επιγραφές, αφίσες, όσο κι αν ήταν μελετημένες να τραβήξουν την προσοχή, ποτέ δεν προσήλκυαν το βλέμμα του που γλιστρούσε επάνω τους, όπως στην άμμο της ερήμου. Κι από την άλλη, ένα φύλλο που κιτρίνιζε σ’ ένα κλαδί, ένα φτερό που είχε μπλεχτεί στα κεραμίδια δεν του ξέφευγαν ποτέ: δεν υπήρχε αλογόμυγα σε άλογο, τρύπα από σαράκι σε τραπέζι, φλούδα σύκου πατημένη στο πεζοδρόμιο, που να μην τραβήξει την προσοχή του Μαρκοβάλντο και να μη γίνει αντικείμενο στοχασμών, καθώς του αποκάλυπτε τις αλλαγές των εποχών, τους πόθους της ψυχής και τις αθλιότητες της ύπαρξης του».

Ίταλο Καλβίνο, Μανιτάρια στην πόλη, Μαρκοβάλντο ή Οι εποχές στην πόλη,
μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1989.


Από την πρώτη έκδοση του 1963, με 23 έγχρωμες εικονογραφήσεις του Sto (Sergio Tofano)
____________

Για να τονιστεί ο μυθικός χαρακτήρας τους, οι ήρωες αυτών των σκηνών της σύγχρονης ζωής —που είναι οδοκαθαριστές, νυχτοφύλακες, άνεργος αποθηκάριοι— έχουν ονόματα πομπώδη, μεσαιωνικά, σαν ήρωες μεσαιωνικού επικού ποιήματος, αρχίζοντας από τον πρωταγωνιστή. Μόνο τα παιδιά έχουν συνηθισμένα ονόματα, ίσως επειδή εμφανίζονται όπως είναι και όχι σαν καρικατούρες.

Η πόλη δεν κατονομάζεται ποτέ: από μερικές απόψεις θα μπορούσε να είναι το Μιλάνο, από άλλες (που ορίζονται από το ποτάμι και τους λόφους) αναγνωρίζουμε το Τορίνο (πόλη όπου ο συγγραφέας πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του). Η ασάφεια αυτή ήταν, οπωσδήποτε, σκόπιμη εκ μέρους του συγγραφέα, για να μας κάνει να καταλάβουμε ότι δεν πρόκειται για μια πόλη αλλά για την πόλη, την οποιαδήποτε βιομηχανική μητρόπολη, τη γενική και τυπική, όπως γενικές και τυπικές είναι οι ιστορίες που μας αφηγείται.

Ακόμα πιο ακαθόριστη είναι η εταιρεία, η επιχείρηση όπου εργάζεται ο Μαρκοβάλντο: δε θα μάθουμε ποτέ ποια είναι τα προϊόντα της, τι είδη πουλάει κάτω από το μυστηριώδη τίτλο «Sbav» ούτε τι περιέχουν τα κιβώτια που οχτώ ώρες την ημέρα φορτώνει και ξεφορτώνει ο Μαρκοβάλντο. Είναι η εταιρεία, η επιχείρηση, σύμβολο όλων των εμπορικών οίκων, των επιχειρήσεων, των ανωνύμων εταιρειών, κάθε εργοστασιακής φίρμας που βασιλεύει στα πρόσωπα και τα πράγματα της εποχής μας.

Μια μελαγχολική απόχρωση υποβόσκει στο βιβλίο από την αρχή ως το τέλος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το σχήμα των κωμικών ιστοριών στάθηκε απλώς ένα σημείο εκκίνησης για το συγγραφέα, που, διευρύνοντάς το, αφέθηκε στην πικρή και πονεμένη λυρική του φλέβα. Ωστόσο ο Μαρκοβάλντο, παρ' όλες του τις αποτυχίες, δεν είναι ποτέ απαισιόδοξος· είναι διαρκώς πρόθυμος ν’ ανακαλύψει σ’ έναν κόσμο που του είναι εχθρικός μια σχισμή προς έναν κόσμο φτιαγμένο στα δικά του μέτρα, δεν καταθέτει τα όπλα, είναι πάντοτε έτοιμος να ξαναρχίσει. Φυσικά το βιβλίο δε μας καλεί να αφεθούμε σε μια στάση επιφανειακής αισιοδοξίας: ο σύγχρονος άνθρωπος έχει στερηθεί την αρμονία ανάμεσα στον εαυτό του και στο περιβάλλον όπου ζει και η επίλυση αυτής της δυσαρμονίας είναι δυσκολότατο εγχείρημα, οι ειδυλλιακές και εύκολες ελπίδες αποδεικνύονται πάντοτε φρούδες. Η στάση, όμως, που επικρατεί είναι η επίμονη, η στάση της μη εγκατάλειψης.


Ο Μαρκοβάλντο με τα μάτια του Alessandro Sanna.
__________


Ποια είναι, άραγε, η θέση αυτού του βιβλίου απέναντι στον κόσμο που μας περιβάλλει;  Νοσταλγία, θρήνος για ένα χαμένο, ειδυλλιακό κόσμο; Μια ερμηνεία με αυτό το πρίσμα, το κοινό σε μέγα μέρος της σύγχρονης λογοτεχνίας, που καταδικάζει το απάνθρωπο του «βιομηχανικού πολιτισμού» εν ονόματι της λαχτάρας για το παρελθόν, θα ήταν υπερβολικά εύκολη. Όμως, αν προσέξουμε περισσότερο, θα δούμε ότι εδώ η κριτική του «βιομηχανικού πολιτισμού» συνοδεύεται από μια εξίσου αυστηρή κριτική των ονείρων για «χαμένους παραδείσους». Το «βιομηχανικό» και το «αγροτικό» ειδύλλιο αποτελούν ταυτόχρονους στόχους: όχι μόνο είναι αδύνατη η «επιστροφή προς τα πίσω», αλλά κι αυτό το «πίσω» δεν υπήρξε ποτέ, είναι μια πλάνη. Η αγάπη του Μαρκοβάλντο για τη φύση είναι μια αγάπη που μπορεί να νιώσει μόνο ο άνθρωπος της πόλης: για το λόγο αυτό δεν μπορούμε να μάθουμε τίποτα για την επαρχιώτικη καταγωγή του· αυτός ο ξένος προς την πόλη είναι ο κατεξοχήν αστός.

Σ’ αυτό το βλέμμα προς τον κόσμο, το τόσο κριτικό για τις καταστάσεις και τα πράγματα, αλλά και τόσο σπλαχνικό για τους ανθρώπους και όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, έγκειται το δίδαγμα του βιβλίου, αν μπορούμε να ονομάσουμε «δίδαγμα» αυτή την τόσο διακριτική και υπόγεια, αλλά αναμφισβήτητη, διδασκαλική φλέβα του συγγραφέα, η οποία είναι διαρκώς ανοιχτή σε ποικίλες εναλλακτικές λύσεις.
 (Απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου)


Italo Calvino (Copyright © 2023 Marco Ventura)
_____________


Το δάσος στην εθνική οδό.

Στους παγερούς μεταπολεμικούς χειμώνες, ο Μαρκοβάλντο και τα παιδιά του βγαίνουν να ψάξουν για ξύλα, προκειμένου να τροφοδοτήσουν την πεινασμένη σόμπα. Τα παιδιά, γεννημένα και μεγαλωμένα στην πόλη, νομίζουν ότι οι γιγαντοαφίσες είναι δέντρα ενός δάσους κι ο Μαρκοβάλντο, που επιστρέφει «μ' ένα πενιχρό φορτίο υγρά κλαδιά, αποφασίζει ν' ακολουθήσει το παράδειγμα των παιδιών. Βγαίνει με το πριόνι του στην εθνική οδό».

Πόσο προφητικός μοιάζει ο Καλβίνο, αλήθεια, σαν να προβλέπει το ζοφερό μέλλον των σύγχρονων κοινωνιών, ήδη από το 1963, που εκδίδονται οι ιστορίες του βιβλίου του. Σε εποχές ενεργειακής και οικονομικής κρίσης, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης στρέφει τους καταναλωτές στην καύση ξύλου για να ζεσταθούν. Όλοι θυμόμαστε, σχετικά πρόσφατα, τους επιστήμονες να κρούουν το καμπανάκι του κινδύνου, καθώς αυξάνονται σημαντικά οι τιμές των τοξικών αιωρούμενων σωματιδίων, επειδή πολλοί κάτοικοι των μεγάλων πόλεων καίνε για να ζεσταθούν ό,τι βρουν και όχι μόνο καθαρά καύσιμα. Παλέτες, ξύλα βαμμένα με πλαστικό χρώμα, φορμάικες, λάστιχα, ακόμα και σκουπίδια ρίχνονται  σε τζάκια και ξυλόσομπες, κάνοντας όχι μόνο αποπνικτική αλλά και επικίνδυνη για την υγεία την ατμόσφαιρα εκτός και εντός των σπιτιών. 


Το κρύο έχει χίλιες μορφές και χίλιους τρόπους να κινείται μες στον κόσμο: στη θάλασσα τρέχει σαν ένα κοπάδι άλογα, στη εξοχή πέφτει σαν ένα σμήνος ακρίδες, στις πόλεις κόβει τους δρόμους σαν λεπίδα μαχαιριού και χώνεται στις ρωγμές των χωρίς θέρμανση σπιτιών. Το βράδυ εκείνο στο σπίτι του Μαρκοβάλντο είχαν τελειώσει τα καυσόξυλα και όλη η οικογένεια, τυλιγμένη στα παλτά, κοίταζε τα κάρβουνα να σβήνουν και με κάθε ανάσα τα συννεφάκια έβγαιναν από τα στόματά τους. Δεν έβγαζαν πια λέξη· αντί γιαυτούς, μιλούσαν τα συννεφάκια: η γυναίκα του τα έβγαζε μακρόσυρτα σαν αναστεναγμούς, τα παιδιά του στρόγγυλα σαν σαπουνόφουσκες και ο Μαρκοβάλντο τα φυσούσε διακεκομμένα προς τα πάνω σαν ξαφνικές εκλάμψεις ιδεών που χάνονταν στη στιγμή.

Στο τέλος ο Μαρκοβάλντο το πήρε απόφαση: 

— Πάω για ξύλα ποιος ξέρει αν θα βρω.

Έβαλε τέσσερις πέντε εφημερίδες ανάμεσα στο πουκάμισο και στο σακάκι του, για να τον προστατέψουν από τις ριπές του ανέμου, έκρυψε ένα μακρύ πριόνι κάτω από το παλτό του και βγήκε μες στη νύχτα με τα γεμάτα ελπίδα μάτια των δικών του να τον παρακολουθούν, με τα θροΐσματα του χαρτιού σε κάθε του βήμα και το πριόνι να ξεπροβάλλει κάθε τόσο  από το γιακά του. 

Να πας για ξύλα στην πόλη: μια κουβέντα είναι! Ο Μαρκοβάλντο πήγε ίσια σ' ένα μικρό πάρκο που βρισκόταν ανάμεσα σε δυο δρόμους. Ερημιά παντού. Ο Μαρκοβάλντο εξέταζε ένα ένα τα γυμνά φυτά με τη σκέψη στην οικογένειά του που τον περίμενε με τα δόντια να χτυπάνε... 

Ο μικρός Μικελίνο διάβαζε τουρτουρίζοντας ένα βιβλίο με παραμύθια που το είχε δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του σχολείου. Το βιβλίο έλεγε για το παιδί ενός ξυλοκόπου που έβγαινε με το τσεκούρι του στο δάσος να κόψει ξύλα. 

— Να πού πρέπει να πάμε! είπε ο Μικελίνο. Στο δάσος. Εκεί σίγουρα έχει ξύλα! 

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην πόλη, δεν είχε δει ποτέ του δάσος, ούτε καν από μακριά.

Αμ' έπος, αμ' έργον, συνεννοήθηκε με τ' αδέλφια του: ο ένας πήρε ένα τσεκούρι, ο άλλος ένα γάντζο, ο τρίτος ένα σκοινί, χαιρέτησαν τη μητέρα τους και πήγαν ν' αναζητήσουν ένα δάσος.

Περπατούσαν στους δρόμους της πόλης, κάτω απ' το φως των φανοστατών, και δεν έβλεπαν παρά μόνο σπίτια: ούτε σκιά από δάσος. Πού και πού συναντούσαν κάποιον περαστικό, αλλά δεν τολμούσαν να τον ρωτήσουν πού είναι το δάσος. Έτσι έφτασαν εκεί όπου τελείωναν τα σπίτια της πόλης και ο δρόμος γινόταν εθνική οδός.

Στις δυο πλευρές της εθνικής οδού τα παιδιά είδαν το δάσος: μια πυκνή βλάστηση με παράξενα δέντρα έκρυβε από τα μάτια τους την πεδιάδα. Είχαν λεπτούς λεπτούς κορμούς, ίσιους ή λοξούς επίπεδα και πλατιά φυλλώματα που έπαιρναν τις πιο παράξενες μορφές και χρώματα, όταν τα φώτιζαν τα φανάρια κάποιου περαστικού αυτοκινήτου. Κλαδιά σε σχήμα οδοντόκρεμας, προσώπου, τυριού, χεριού, ξυραφιού, μπουκαλιού, αγελάδας, ρόδας, στεφανωμένα από φυλλωσιές με τα γράμματα της αλφαβήτου.

— Ζήτω! είπε ο Μικελίνο. Να το δάσος!

Και τ' αδέλφια του κοίταζαν μαγεμένα το φεγγάρι που ξεπρόβαλλε ανάμεσα απ' αυτές τις παράξενες σκιές:

— Τι ωραίο που είναι...

Ο Μικελίνο τους ανακάλεσε αμέσως στο σκοπό για τον οποίο είχαν πάει στο δάσος: τα ξύλα. 

Έτσι έριξαν ένα δεντράκι που έμοιαζε με λουλούδι κίτρινης καμπανούλας, το έκαναν κομμάτια και το κουβάλησαν στο σπίτι. 

Ο Μαρκοβάλντο επέστρεψε μ' ένα πενιχρό φορτίο υγρά κλαδιά, όταν βρήκε τη σόμπα αναμμένη. 

— Πού τα βρήκατε; φώναξε δείχνοντας τα υπολείμματα του διαφημιστικού πανό που, καθώς ήταν από πεπιεσμένο ροκανίδι, κάηκε πολύ γρήγορα.

— Στο δάσος! έκαναν τα παιδιά.  

— Ποιο δάσος;

— Εκεί, στον αυτοκινητόδρομο. Είναι γεμάτο! 

Βλέποντας πόσο απλό ήταν και ότι υπήρχε πάλι ανάγκη για ξύλα, ο Μαρκοβάλντο αποφάσισε ν' ακολουθήσει το παράδειγμα των παιδιών. Βγήκε με το πριόνι του και πήγε στην εθνική οδό.


Το όργανον της Τροχαίας, Αστόλφο, ήταν λιγάκι μύωψ και τη νύχτα που τριγυρνούσε με τη μοτοσικλέτα του χρειαζόταν γυαλιά όμως δεν το είχε πει πουθενά, μην τυχόν βλάψει την καριέρα του.

Το βράδυ εκείνο κάποιος κατήγγειλε ότι μια συμμορία αλήτες έριχνε τις διαφημιστικές πινακίδες. Το όργανον Αστόλφο ξεκίνησε για επιθεώρηση.

Στις παρυφές του δρόμου η άγρια βλάστηση των παράξενων προειδοποιητικών και κινούμενων σχημάτων συνοδεύει τον Αστόλφο που τα κοιτάζει εξονυχιστικά ζαρώνοντας τα μυωπικά του μάτια. Και να που στο φως της μοτοσικλέτας του διακρίνει έναν αλιτήριο σκαρφαλωμένο σε μια πινακίδα. Ο Αστόλφο πατάει φρένο:

— Ε! Τι κάνεις εσύ εκεί; Κατέβα αμέσως κάτω! 

Εκείνος δεν κινείται και του βγάζει τη γλώσσα. Ο Αστόλφο πλησιάζει και βλέπει ότι είναι η ρεκλάμα ενός τυριού μ' ένα υπερφυσικό παιδάκι που γλείφει τα χείλη του.

— Μάλιστα, μάλιστα, κάνει ο Αστόλφο και ξαναφεύγει με μεγάλη ταχύτητα. 

Μετά από λίγο στη σκιά μιας μεγάλης πινακίδας φωτίζει ένα θλιμμένο και φοβισμένο πρόσωπο. 

— Αλτ! Μην προσπαθήσεις να ξεφύγεις!

Κανείς, όμως, δε φεύγει: είναι ένα ανθρώπινο πρόσωπο με πονεμένη έκφραση, ζωγραφισμένο μέσα σ' ένα πόδι γεμάτο κάλους: διαφήμιση ενός φαρμάκου για τους κάλους.

— Ω, με συγχωρείτε, λέει ο Αστόλφο και φεύγει τρέχοντας. Η διαφήμιση ενός χαπιού για την ημικρανία ήταν ένα τεράστιο ανθρώπινο κεφάλι που από τον πόνο είχε κλείσει τα μάτια του με τα χέρια. Ο Αστόλφο περνάει και το φανάρι του φωτίζει τον Μαρκοβάλντο που, σκαρφαλωμένος στην κορυφή, προσπαθεί με το πριόνι του να κόψει μια φέτα. Τυφλωμένος από το φως, ο Μαρκοβάλντο ζαρώνει και μένει ακίνητος, κρεμασμένος από ένα αυτί της κεφάλας, με το πριόνι του ήδη στη μέση του μετώπου.

Ο Αστόλφο κοιτάζει καλά καλά και λέει: 

— Α, ναι: χάπια Στάπα! Ωραία διαφήμιση! Έξυπνη! Εκείνο εκεί το ανθρωπάκι με το πριόνι συμβολίζει την ημικρανία που σου κόβει στα δυο το κεφάλι! Το κατάλαβα αμέσως!

Και ξαναφεύγει ικανοποιημένος.

Όλα σιγή και παγωνιά. Ο Μαρκοβάλντο αφήνει ένα στεναγμό ανακούφισης, παίρνει πάλι θέση στο άβολό του κάθισμα και ξαναρχίζει τη δουλειά. Στο φεγγαρόφωτο ουρανό απλώνεται το σβησμένο τρίξιμο του πριονιού πάνω στο ξύλο.

Ίταλο Καλβίνο, Το δάσος στην εθνική οδό, Μαρκοβάλντο ή Οι εποχές στην πόλη,
μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1989.

Από την πρώτη έκδοση του 1963, με 23 έγχρωμες εικονογραφήσεις του Sto (Sergio Tofano)
___________


Πάρκα τσέπης, το «δάσος» για τους φτωχοδιάβολους των βιομηχανικών πόλεων

«Το απεριόριστο, το άπειρο και το γενναιόδωρα παρόν της φύσης και της Ιστορίας ανήκει σε έναν παλαιότερο ιστορικό χρόνο. Εμείς πρέπει πια να κατοικήσουμε την ξεραΐλα και να τη μετατρέψουμε, αν μπορούμε, σε βραχυχρόνια μίσθωση. Άχαρη η θέση μας, καθώς καλούμαστε από δημάρχους και άλλες δημόσιες φωνές να αποδεχτούμε το γεγονός πως και τα πάρκα τσέπης είναι δάσος. Τι περισσότερο να θέλει κανείς από ένα τσιμεντένιο παγκάκι, δυο πεύκα και μια καντίνα για τον καφέ και το σουβλάκι του;

Αυτή είναι η μετα-φύση που προσφέρεται ως πρόταση ζωής – αφήνοντας το μεγάλο δάσος να συρρικνωθεί και να γίνει είδηση χαμηλής ζήτησης –, αφού δεν μπορούμε να αποτρέψουμε ή να σβήσουμε τις μεγα-πυρκαγιές (Megafires). Όσο περισσότερο οι πυρκαγιές θα μεγαλώνουν σε έκταση και διάρκεια τόσο εντονότερα θα μας προτείνονται τα pocket size αλσύλλια και τα ψευδοπάρκα των μικροαναπλάσεων ως εναλλακτικοί ορίζοντες αναψυχής, θερμοκήπια για φτωχότερους δημότες και για όσους δεν μπορούν να αγοράσουν αληθινή φύση.»

Νικόλας Σεβαστάκης, Το μεγάλο δάσος και η αυταπάτη του Ανεξάντλητου


Το «πάρκο τσέπης» του Κολωνού, στην συμβολή των οδών Κιλκίς και Αλαμάνας,
φωτογραφημένο από ψηλά
___________

Η γέφυρα ανάμεσα στα δύο κείμενα είναι εντυπωσιακή: πριν από δεκαετίες, ο Καλβίνο έβλεπε τον Μαρκοβάλντο να ανακαλύπτει «δάσος» σε ένα διαφημιστικό πανό δίπλα στην εθνική οδό, ένα σπαρακτικό υποκατάστατο φύσης για όποιον δεν έχει τίποτα άλλο.

Σήμερα, όπως επισημαίνει ο Νικόλας Σεβαστάκης, το ίδιο σχήμα επαναλαμβάνεται σε κλίμακα πόλης: τα πάρκα τσέπης παρουσιάζονται ως «δάσος» για τους πολίτες που δεν έχουν πρόσβαση σε αληθινή φύση, ενώ το μεγάλο δάσος καίγεται και συρρικνώνεται σιωπηλά. 

Η ειρωνεία του Μαρκοβάλντο, που έκοβε ξύλα από μια διαφημιστική επιγραφή, γίνεται σήμερα θεσμική πολιτική· η ανάγκη μετατρέπεται σε πρόταση ζωής, η έλλειψη σε «εναλλακτικό ορίζοντα αναψυχής». Ίσως αυτό που μας διδάσκει ο Καλβίνο, διαβασμένος δίπλα στον Σεβαστάκη, είναι πως η ανθρώπινη εφευρετικότητα απέναντι στην έλλειψη δεν πρέπει ποτέ να μας κάνει να ξεχνάμε τι ακριβώς μας λείπει: το αληθινό, το απεριόριστο δάσος, όχι το τσιμεντένιο παγκάκι με τα δυο πεύκα.


Το «πάρκο τσέπης» στην οδό Δράμας, στα Σεπόλια,
με την εντυπωσιακή τοιχογραφία του Fikos
__________


ΠΗΓΕΣ

  • Ίταλο Καλβίνο, Το δάσος στην εθνική οδό, Μαρκοβάλντο ή Οι εποχές στην πόλη, μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1989.


Copyright © 19/9/2023 Γεωργία Δημητροπούλου

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Ένα ακούραστο και αδηφάγο βλέμμα, Πάλομαρ, Ίταλο Καλβίνο


Ένα βλέμμα που ανακαλύπτει και αποκαλύπτει

Ο Πάλομαρ είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο δεν ξέρουμε τίποτα. Δεν διαθέτει σώμα, μόνο  σκέψεις  – σκέψεις άλλοτε γεμάτες έκπληξη με όσα συμβαίνουν στη ζωή, άλλοτε συγκαταβατικές κι άλλοτε αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες. Ένας διανοούμενος «κατ' εξοχήν», ένας ηδονιστής της σκέψης, είρωνας, λεπτολόγος, νευρωτικός. Δεν είναι ποτέ σίγουρος για τον εαυτό του, δεν κατέχει καμιά μοναδική αλήθεια, και δεν φοβάται να αλλάζει άποψη όταν αυτό του επιβάλλει η ζωή και ο κόσμος.

Η ομοιότητα του ονόματός του με του μεγάλου αστεροσκοπείου της Καλιφόρνιας «Mount Palomar» δεν είναι καθόλου τυχαία. Το ερευνητικό, όλο περιέργεια βλέμμα του, ίδιο με τεράστιο τηλεσκόπιο, ανιχνεύει ακατάπαυστα τον Κόσμο, προσπαθώντας ν' ανακαλύψει το κρυμμένο του είναι. 

Ο Πάλομαρ είναι ολόκληρος ένα βλέμμα, ακούραστο και αδηφάγο, που ανακαλύπτει κι αποκαλύπτει τη Φύση, την Πόλη και... τη Σιωπή. Το βλέμμα του παρατηρεί αέναα· όχι μονάχα τον ουρανό· παρατηρεί και το γυμνό στήθος μιας γυναίκας, κι ένα σαμιαμίδι που καταβροχθίζει τα θύματά του, κι ένα κύμα που σκάει στην ακρογιαλιά, και μια βιτρίνα με τα καλύτερα γαλλικά τυριά: κοιτάζει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του, άλλοτε με τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού κι άλλοτε με την ηρεμία του σοφού ανθρώπου.

Ως alter ego του Ίταλο Καλβίνο, ο σιωπηρός Πάλομαρ, κοιτάζει, διαλογίζεται προσπαθώντας ν' αποκωδικοποιήσει το παμπάλαιο και πάντα ανεξιχνίαστο αλφάβητο της ζωής.



«Μονάχα αφού γνωρίσει κανείς την επιφάνεια των πραγμάτων μπορεί να ψάξει να βρει τι υπάρχει από κάτω. Η επιφάνεια των πραγμάτων όμως είναι ανεξάντλητη».

Ίταλο Καλβίνο, Πάλομαρ, εκδόσεις Αστάρτη
Tο γυμνό στήθος

Ο κύριος Πάλομαρ περπατά κατά μήκος μιας ερημικής παραλίας. Συναντά ελάχιστους κολυμβητές. Μια νέα γυναίκα είναι ξαπλωμένη στην άμμο και κάνει ηλιοθεραπεία με γυμνό το στήθος. Ο Πάλομαρ, άνθρωπος διακριτικός, στρέφει το βλέμμα του προς το θαλάσσιο ορίζοντα. Ξέρει ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις, όταν πλησιάζει κάποιος άγνωστος, οι γυναίκες συνήθως βιάζονται να καλύψουν τη γύμνια τους κι αυτό είναι κάτι που δεν του αρέσει: πρώτα γιατί είναι ενοχλητικό για την κολυμβήτρια που έκανε ήσυχα την ηλιοθεραπεία της· γιατί ο άντρας που περνά αισθάνεται ο ίδιος ενοχλητικός· γιατί το ταμπού της γύμνιας επιβεβαιώνεται καθαρά ακόμα μια φορά· γιατί οι συμβατικότητες που γίνονται σεβαστές κατά το ήμισυ αναπαράγουν αβεβαιότητα και ασυνέπεια στην ανθρώπινη συμπεριφορά αντί ελευθερία και ειλικρίνεια.

Γι' αυτό κι εκείνος, κάθε φορά που βλέπει από μακριά να κάνει την εμφάνιση του το μπρούντζινο-ροζ σύννεφο ενός γυμνού γυναικείου μπούστου, βιάζεται να γυρίσει το κεφάλι του, έτσι ώστε η τροχιά του βλέμματος του να μείνει μετέωρη στο κενό διασφαλίζοντας έτσι το σεβασμό του για τα αόρατα όρια που περιστοιχίζουν τους ανθρώπους.

Όμως —σκέφτεται προχωρώντας και, αφού ο ορίζοντας μπροστά του έχει αδειάσει, αφήνοντας τον οφθαλμικό του βολβό να κινείται πάλι ελεύθερα— εγώ, συμπεριφερόμενος με αυτό τον τρόπο δεν κάνω τίποτα άλλο από το να επιδεικνύω την άρνηση μου να δω, με άλλα λόγια ενισχύω απλώς τη σύμβαση που θεωρεί άνομη τη θέα ενός στήθους, δηλαδή βάζω ένα είδος διανοητικού στηθόδεσμου ανάμεσα στα μάτια μου και το γυμνό στήθος που, χάρη στο εκθαμβωτικό φως που φτάνει στα σύνορα του οπτικού μου πεδίου, μου φάνηκε δροσερό και ευχάριστο στη θωριά του. Το ότι δεν κοιτάζω, επομένως, σημαίνει πως σκέφτομαι αυτή τη γύμνια, πως με απασχολεί, κι αυτό κατά βάθος είναι επίσης μια στάση αδιάκριτη και οπισθοδρομική.

Γυρίζοντας από τον περίπατο του, ο Πάλομαρ περνάει πάλι μπροστά από την κολυμβήτρια, κι αυτή τη φορά κρατάει το βλέμμα του σταθερό μπροστά του έτσι ώστε αυτό ν' αγγίζει ομοιόμορφα τον αφρό των κυμάτων που υποχωρούν, τους σκελετούς των βαρκών που είναι τραβηγμένες στην ξηρά, το σεντόνι των σφουγγαριών που είναι απλωμένα στην άμμο, το ολόγιομο φεγγάρι του ανοιχτόχρωμου δέρματος με τη μελαχρινή άλω της ρόγας, την γκρίζα ακρογιαλιά μπροστά σ' έναν ουρανό γεμάτο ομίχλη.

Να, λοιπόν —αναλογίζεται, ικανοποιημένος από τον εαυτό του ενώ συνεχίζει το δρόμο του,— τα κατάφερα έτσι ώστε το στήθος ν' απορροφηθεί εντελώς από το τοπίο, και το βλέμμα μου να μη βαρύνει περισσότερο από το βλέμμα ενός γλάρου ή μιας μουρούνας.

Herb Ritts 
_______________

Είναι όμως πραγματικά σωστό να φέρομαι έτσι; — σκέφτεται και πάλι,— ή μήπως αυτή η στάση μου υποβιβάζει ένα ανθρώπινο πλάσμα στο επίπεδο των άψυχων πραγμάτων, το αντιμετωπίζει σαν να πρόκειται για ένα αντικείμενο και — ακόμα χειρότερα — θεωρεί αντικείμενο ό,τι σ' αυτό το άτομο ανήκει ειδικότερα στο γυναικείο φύλο; Μήπως συνεχίζω έτσι την πανάρχαιη συνήθεια της υπεροχής του αρσενικού που με τα χρόνια ρίζωσε κι έγινε αυθάδεια;

Κάνει στροφή και επιστρέφει στα βήματά του. Τώρα, αφήνοντας το βλέμμα του ελεύθερο να ταξιδέψει στην ακτή με μια αμερόληπτη αντικειμενικότητα, φέρεται έτσι ώστε, μόλις το στήθος της γυναίκας μπει στο οπτικό του πεδίο, να νιώσει μια διακοπή, μια ξαφνική παρουσία, σχεδόν ένα σπαρτάρισμα. Το βλέμμα προχωρά μέχρι ν' αγκαλιάσει το τσιτωμένο δέρμα, υποχωρεί — λες και εκτιμά, μ' ένα ελαφρύ ανασκίρτημα, την ιδιαιτερότητα αυτής της εικόνας και την αξία που έχει ήδη αποκτήσει — και για μια στιγμή μένει μετέωρο διαγράφοντας μια καμπύλη που συνοδεύει τις ανάγλυφες προεξοχές του στήθους από μια κάποια απόσταση, σαν να ξεφεύγει από αυτό αλλά και σαν να το προστατεύει, για να ξαναπάρει στη συνέχεια το δρόμο του λες και δεν έχει συμβεί τίποτα.

Νομίζω πως με αυτόν τον τρόπο η στάση μου είναι ξεκάθαρη — σκέφτεται ο Πάλομαρ — και δεν επιτρέπει παρανοήσεις. Κι όμως αυτό το υπεράνω όλων πέταγμα του βλέμματός μου δε θα μπορούσε τελικά να παρεξηγηθεί σαν μια στάση αλαζονείας, μια υποτίμηση αυτού που είναι και σημαίνει ένα στήθος, μια πρόθεση να το κρατήσω κατά κάποιο τρόπο σε απόσταση, στο περιθώριο ή σε μια παρένθεση; Να λοιπόν, που κι εγώ με τη σειρά μου απομονώνω το γυναικείο στήθος σ' εκείνο το ίδιο σκοτάδι στο οποίο το είχαν εξορίσει αιώνες ολόκληροι σεξομανιακής αισχύνης και πόθου λες και ήταν αμάρτημα...


Herb Ritts
___________

Μια τέτοια ερμηνεία συγκρούεται με τις καλύτερες προθέσεις του Πάλομαρ, ο οποίος αν και ανήκει σε μια ώριμη γενιά που έμαθε να συνδέει τη γύμνια του γυναικείου στήθους με την ιδέα της ερωτικής οικειότητας, χαιρετίζει με χαρά την αλλαγή ηθών, τόσο για όσα αυτή η αλλαγή σημαίνει σαν απόρροια μιας πιο ανοιχτής νοοτροπίας στην κοινωνία, όσο και γιατί μια τέτοια εικόνα τού είναι ιδιαίτερα αρεστή. Αυτή, λοιπόν, την αθώα του ενθαρρυντική άποψη θα ήθελε να μπορέσει να εκφράσει με το βλέμμα του. 

Κάνει μεταβολή. Με αποφασιστικά βήματα κινείται ακόμα μια φορά προς το μέρος της γυναίκας που εί­ναι ξαπλωμένη στον ήλιο. Τώρα το βλέμμα του, αφού θ' αγκαλιάσει εύκολα το γύρω τοπίο, θα σταματήσει στο στήθος με μια ιδιαίτερη προσοχή αλλά ταυτό­χρονα θα σπεύσει να το εντάξει σ' όλα εκείνα που του γεννούν μια ενθουσιώδη διάθεση καλοσύνης κι ευγνωμοσύνης: τον ήλιο και τον ουρανό, τα κυρτωμέ­να πεύκα και το γιαλό και την άμμο και τα βράχια και τα σύννεφα και τα φύκια, τον κόσμο που γυρίζει γύρω από τις δύο μικρές κορυφές με τα φωτοστέφα­νο.

Αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό για να καθησυχά­σει εντελώς τη μοναχική κολυμβήτρια και να ξεκα­θαρίσει το χώρο από παραπλανητικά συμπεράσματα. Μόλις όμως πλησιάζει και πάλι, εκείνη σηκώνεται ξαφνικά, καλύπτει τη γύμνια της, αναστενάζει, και απομακρύνεται με μια ενοχλημένη κίνηση της πλά­της σαν να δραπέτευε από την ενοχλητική επιμονή κάποιου σάτυρου.

Το νεκρό βάρος μιας παράδοσης κακοηθειών μάς εμποδίζει να εκτιμήσουμε σωστά τις πιο λαμπρές προθέσεις, καταλήγει με πίκρα ο Πάλομαρ.

Herb Ritts, Sand breasts - Hawaii, 1988
__________

Το σφύριγμα του κότσυφα

Ο κύριος Πάλομαρ έχει την τύχη να περνά τα καλοκαίρια σ' ένα μέρος όπου τραγουδάνε πολλά πουλιά. [...]

Απ' όλα τα κελαηδίσματα των πουλιών ξεχωρίζει το σφύριγμα του κότσυφα που δε συγχέεται με κανένα άλλο. Οι κότσυφες καταφτάνουν πάντα αργά το απόγευμα: είναι δύο, σίγουρα ζευγαρωμένοι, ίσως το ίδιο ζευγάρι του περασμένου χρόνου, όλων των προηγούμενων χρόνων της ίδιας εποχής. 

Κάθε απόγευμα, ακούγοντας ένα σφύριγμα που έχει σαν βάση του δύο νότες να τον καλεί — λες και είναι κάποιος άνθρωπος που θέλει να κάνει γνωστό τον ερχομό του,— ο κύριος Πάλομαρ σηκώνει το κεφάλι του για να δει ποιος τον φωνάζει·  ύστερα θυμάται πως είναι η ώρα των κοτσυφιών. Δεν αργεί να τα διακρίνει: περπατάνε στο λιβάδι λες και είναι δίποδα που πάντα περπατούσαν πάνω στη γη, λες και διασκεδάζουν ψάχνοντας να βρουν αναλογίες με τον άνθρωπο.

Το σφύριγμα του κότσυφα έχει κάτι το ιδιαίτερο: είναι ολόιδιο με το σφύριγμα του ανθρώπου, με το σφύριγμα κάποιου που δεν είναι ιδιαίτερα ικανός να σφυρίζει αλλά που νιώθει κάθε τόσο πως έχει κάποιο λόγο να σφυρίξει έστω για μια μόνο φορά χωρίς πρόθεση να συνεχίσει, και το κάνει μ' έναν αποφασιστικό αλλά σεμνό και γλυκό τόνο, ώστε να εξασφαλίσει την ευμένεια όποιου ακούει.

Μετά από λίγο το σφύριγμα επαναλαμβάνεται — από τον ίδιο κότσυφα ή από το ταίρι του— αλλά πάντα σαν να ήταν η πρώτη φορά που του έρχεται στο νου να σφυρίξει - αν πρόκειται για διάλογο, η κάθε κουβέντα εκστομίζεται μονάχα μετά από πολλή σκέψη. Είναι όμως άραγε διάλογος ή μήπως ο κάθε κότσυφας σφυρίζει για τον εαυτό του και όχι για τον άλλο; Και άραγε —είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση — να πρόκειται για ερωτήσεις και απαντήσεις (στον άλλο ή στον εαυτό του) ή μήπως για την επιβεβαίωση κάποιου — του ίδιου πάντα — πράγματος (όπως η γνωστοποίηση της παρουσίας του, η αναφορά στο γένος, στο σεξ, στο χώρο); Ίσως η αξία αυτής της μοναδικής κουβέντας να βρίσκεται στο γεγονός ότι επαναλαμβάνεται από κάποιο άλλο ράμφος που επίσης σφυρίζει για να μην ξεχαστεί κατά τη διάρκεια του διαλείμματος της σιωπής.

Ίσως πάλι όλος αυτός ο διάλογος να μην είναι τίποτα άλλο παρά μια αναφορά στο διπλανό ότι «εγώ είμαι εδώ», και το μέγεθος των παύσεων να προσθέτει στη φράση την έννοια ενός «ακόμα», όπως για παράδειγμα «εγώ είμαι ακόμα εδώ, είμαι πάντα εγώ». 

Αν όμως βρίσκεται στην παύση και όχι στο σφύριγμα η έννοια του μηνύματος; Αν οι κότσυφες μιλάνε με τη σιωπή τους; (Σ' αυτή την περίπτωση το σφύριγμα θα ήταν μονάχα ένα είδος στίξης, κάτι σαν το «στοπ» των τηλεγραφημάτων). Μια σιωπή, φαινομενικά όμοια με μια άλλη σιωπή, θα μπορούσε να εκφράζει εκατό διαφορετικές προθέσεις- το ίδιο, άλλωστε, μπορεί να συμβαίνει και με ένα σφύριγμα - εύκολα κανείς μπορεί να μιλήσει με τη σιωπή ή το σφύριγμα: το μόνο πρόβλημα είναι να τον καταλάβουν. 

Είναι όμως πιθανό κανένας να μην καταλαβαίνει κανέναν: ο κάθε κότσυφας πιστεύει πως στο σφύριγμά του έβαλε ένα σημαντικό κατά τη γνώμη του νόημα που μονάχα ο ίδιος καταλαβαίνει - ο άλλος του απαντά με κάτι που δεν έχει καμιά σχέση με όσα είπε ο πρώτος- είναι ένας διάλογος κουφών, μια συζήτηση χωρίς αρχή και τέλος.

"For now we see only a reflection as in a mirror; then we shall see face to face." 1 Corinthians 13:12:

Μήπως όμως οι ανθρώπινοι διάλογοι είναι διαφορετικοί; Στον κήπο βρίσκεται και η κυρία Πάλομαρ που ποτίζει τις βερονίκες. Λέει: 

— Να τοι, μια διατύπωση που μπορεί να θεωρηθεί είτε πλεοναστική (αν υποτεθεί ότι ο σύζυγος κοιτάζει ήδη τους κότσυφες) είτε ακατανόητη (αν υποτεθεί ότι αυτός δεν τους είχε δει) αλλά που θέλει και στις δύο περιπτώσεις να τονίσει ότι η προτεραιότητα στην παρατήρηση των κοτσύφων ανήκει στην κυρία .Πάλομαρ (πράγματι, εκείνη πρώτη τους ανακάλυψε και αποκάλυψε στο σύζυγό της τις συνήθειές τους) και να υπογραμμίσει ότι όπως επίσης η ίδια τόσες φορές παρατήρησε οι κότσυφες εξακολουθούν και έρχονται κάθε χρόνο.

— Σσστ,— κάνει ο κύριος Πάλομαρ, φαινομενικά για να εμποδίσει τη γυναίκα του να τα διώξει με τη δυνατή φωνή της (σύσταση άχρηστη γιατί το ζεύγος των κοτσύφων έχει πια συνηθίσει την παρουσία και τις φωνές του ζεύγους Πάλομαρ) αλλά στην πραγματικότητα για ν' αμφισβητήσει την υπεροχή της συζύγου του δείχνοντας ο ίδιος ένα ενδιαφέρον για τα κοτσύφια πολύ μεγαλύτερο από το δικό της.

Τότε η κυρία Πάλομαρ λέει: —Χτες το πότισα, σήμερα είναι πάλι ξερό,— εννοώντας το χώμα της γλάστρας που ποτίζει, ανακοίνωση κι αυτή περιττή που όμως θέλει ν' αποδείξει —αφού έτσι συνεχίζει να μιλά και ν' αλλάζει συζήτηση — μια πολύ μεγαλύτερη άνεση και οικειότητα με τα κοτσύφια από εκείνη του συζύγου της. 

Πάντως, αυτές οι κουβέντες δημιουργούν στον κύριο Πάλομαρ μια αίσθηση γαλήνης, και νιώθει γι' αυτό υποχρεωμένος στη σύζυγο, γιατί αν εκείνη επιβεβαιώνει ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει τίποτα σοβαρότερο που να τους ανησυχεί, αυτός μπορεί να μείνει απορροφημένος στην εργασία του (ή ψευτοεργασία ή, σουπερεργασία του). 

Αφήνει να περάσει ένα λεπτό κι ύστερα με τη σειρά του προσπαθεί να μεταδώσει κι αυτός ένα καθησυχαστικό μήνυμα, να πληροφορήσει τη σύζυγο ότι η εργασία του (ή υποεργασία ή υπερεργασία του) προχωρά κανονικά: γι' αυτό το λόγο αφήνει να του ξεφύγουν μια σειρά από ξεφυσήματα και μουγκρίσματα: —... λάθος... όλα αυτά... από την αρχή... αυτό μας έλειπε... — ξεσπάσματα που όλα μαζί μεταδίδουν το μήνυμα «είμαι πολύ απασχολημένος», για την περίπτωση που η τελευταία κουβέντα της γυναίκας του περιείχε και μια μασκαρεμένη παρατήρηση του τύπου: «Θα μπορούσες να σκεφτείς κι εσύ μια φορά να ποτίσεις τις γλάστρες».

Προϋπόθεση γι'  αυτές τις προφορικές ανταλλαγές είναι η ιδέα ότι η τέλεια κατανόηση ανάμεσα σε δύο συζύγους τους επιτρέπει να καταλαβαίνονται χωρίς να κάθονται να ξεψειρίζουν το καθετί·  αυτή η αρχή όμως μπαίνει σε εφαρμογή εντελώς διαφορετικά από τον έναν και τον άλλο: η κυρία Πάλομαρ εκφράζεται με ολοκληρωμένες αλλά συχνά σιβυλλικές ή υπαινικτικές φράσεις για να βάλει σε δοκιμασία την ετοιμότητα των νοητικών ειρμών του συζύγου και την ικανότητά του να συντονίζει τις σκέψεις του με τις δικές της (πράγμα, βέβαια, που δε λειτουργεί πάντα)·  ο κύριος Πάλομαρ αντίθετα αφήνει ν' αναδυθούν από τις ομίχλες του εσωτερικού του μονολόγου σκόρπιοι έναρθροι ήχοι, πιστεύοντας ότι έτσι αφήνει να διαφανεί, αν όχι το θάμπος μιας ολοκληρωμένης αντίληψης, τουλάχιστον το ημίφως μιας ψυχικής κατάστασης.

Όμως η κυρία Πάλομαρ αρνείται να δεχτεί πως αυτά τα μουγκρίσματα συνιστούν μια συζήτηση, και για να υπογραμμίσει πως εκείνη δε συμμετέχει, λέει χαμηλόφωνα: —Σσστ! Θα τα τρομάξεις...— επιστρέφοντας στο σύζυγο τη σιωπή που εκείνος πίστεψε πως είχε το δικαίωμα να της επιβάλει, και επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την πρωτοκαθεδρία της όσον αφορά το ενδιαφέρον για τους κότσυφες.

Blackbird's nest in the folded hands of a statue on a graveyard in Berlin, Germany, 1932.
_____________


Έχοντας σημειώσει ένα ρούμπο υπέρ της, η κυρία Πάλομαρ απομακρύνεται. Τα κοτσύφια τώρα τσιμπολογούν στο λιβάδι και σίγουρα θεωρούν τους διαλόγους του ζεύγους Πάλομαρ σαν το αντίστοιχο των δικών τους σφυριγμάτων. Τίποτα δε θα άλλαζε αν και εμείς απλώς σφυρίζαμε, σκέφτεται εκείνος. Στο σημείο αυτό αρχίζει να διαφαίνεται μια πολλά υποσχόμενη προοπτική για τον κύριο Πάλομαρ, ο οποίος πάντα ανησυχούσε με την απόσταση που χωρίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά από το υπόλοιπο σύμπαν. Το όμοιο σφύριγμα ανθρώπου και κότσυφα φαντάζει στα μάτια του σαν μια γέφυρα ριγμένη πάνω από την άβυσσο.

Αν ο άνθρωπος εμπιστευόταν στο σφύριγμα όσα συνήθως εμπιστεύεται στο λόγο, και αν ο κότσυφας μπορούσε να συγκεντρώσει στο σφύριγμα του όλα όσα δεν μπορεί να πει με λόγια για την ύπαρξη του, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί το πρώτο βήμα για να καλυφθεί η διαφορά ανάμεσα... ανάμεσα σε ποια πράγματα αλήθεια; Τη φύση και την κουλτούρα; Τη σιωπή και το λόγο; 

Ο κύριος Πάλομαρ εξακολουθεί να ελπίζει ότι η σιωπή περιέχει κάτι περισσότερο απ' όσα η γλώσσα μπορεί να πει. Αν όμως η γλώσσα είναι πραγματικά ένα τέρμα στο οποίο τείνει να καταλήξει οτιδήποτε υπάρχει στον κόσμο; Ή αντίθετα, αν όλα γύρω μας είναι μονάχα γλώσσα, ήδη από τη γέννηση του κόσμου; Στο σημείο αυτό η αγωνία κυριεύει πάλι τον κύριο Πάλομαρ.

Αφού άκουσε προσεκτικά το σφύριγμα του κότσυφα, τώρα προσπαθεί να το επαναλάβει όσο πιο πιστά μπορεί. Ακολουθεί μια αμήχανη σιωπή, λες και το μήνυμα του εξετάζεται σοβαρά·  ύστερα ακούγεται ένα όμοιο σφύριγμα, που ο κύριος Πάλομαρ δεν ξέρει αν είναι η απάντηση σ' αυτόν ή, αντίθετα, η απόδειξη ότι το σφύριγμα του είναι τόσο διαφορετικό ώστε δεν αναστάτωσε καθόλου τους κότσυφες οι οποίοι ξαναρχίζουν το μεταξύ τους διάλογο σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Συνεχίζουν να σφυρίζουν και ν' αναρωτιούνται αμήχανοι, αυτός και οι κότσυφες.


crows:


Το δάγκωμα της γλώσσας

Σε μια εποχή και σε μια χώρα όπου όλοι κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να διατυμπανίσουν κάποια γνώμη ή κρίση τους, ο κύριος Πάλομαρ απόκτησε τη συνήθεια να δαγκώνει τη γλώσσα του τρεις φορές πριν υποστηρίξει οτιδήποτε. Αν στο τρίτο δάγκωμα της γλώσσας είναι ακόμα πεισμένος για αυτό που ήθελε να πει, το λέει· αν όχι, μένει σιωπηλός. Πράγματι, περνά εβδομάδες ή και μήνες ολόκληρους στη σιωπή.

Δε λείπουν ποτέ οι κατάλληλες ευκαιρίες που τον βοηθάνε να σιωπά·  συχνά όμως τυχαίνει να μετανιώνει γιατί δεν είπε κάτι που θα μπορούσε να πει την κατάλληλη στιγμή. Συνειδητοποιεί ότι τα γεγονότα επιβεβαίωσαν εκείνο που σκεφτόταν, και ότι αν τότε είχε εκφράσει τη σκέψη του, ίσως θα επηρέαζε θετικά —έστω και σ' ένα μικρό βαθμό— αυτά τα γεγονότα. Σ' αυτές τις περιπτώσεις μοιάζει διχασμένος ανάμεσα στην ικανοποίηση ότι είχε σκεφτεί σωστά και στην ενοχή που του δημιουργεί η υπερβολική επιφυλακτικότητά του. Κι είναι αυτά τα συναισθήματα τόσο δυνατά, ώστε προσπάθησε κάποια φορά να τα εκφράσει με λέξεις· αφού όμως δάγκωσε τη γλώσσα του τρεις φορές, ή μάλλον έξι, πείστηκε ότι δεν έχει κανένα απολύτως λόγο είτε να υπερηφανεύεται είτε να έχει ενοχές.

Το ότι είχε σκεφτεί σωστά δεν είναι κανενός είδους ανδραγάθημα: στατιστικά, μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτο ότι ανάμεσα στις πολλές λαθεμένες, συγκεχυμένες ή και κοινότοπες ιδέες που του έρχονται καθημερινά στο μυαλό, κάποια θα είναι ξεκάθαρη ή και ευφυής· όπως άλλωστε ήρθε στο δικό του μυαλό, θα μπορούσε σίγουρα να έρθει και στο μυαλό κάποιου άλλου.


Πιο πολύπλοκη είναι η αναζήτηση των λόγων που τον σπρώχνουν να μην εκφράζει τη σκέψη του. Σε καιρούς γενικής σιωπής, το να συμμορφώνεται με τη σιωπή των πολλών είναι αναμφισβήτητα μια πράξη ένοχη. Σε καιρούς, αντίθετα, όπου όλοι μιλάνε πολύ, το σημαντικότερο δεν είναι να πεις το σωστό πράγμα — έτσι κι αλλιώς θα χανόταν μέσα στην πλημμύρα των λέξεων — όσο το να το πεις ξεκινώντας από μερικές προκαταρκτικές βάσεις και εμπλέκοντας στη συνέχεια το παιχνίδι των συνεπειών που θα δώσει στα λεγόμενα σου τη μεγαλύτερη δυνατή αξία. Αν όμως η αξία μιας συγκεκριμένης κοινοποίησης βρίσκεται στη συνέχεια και στη συνέπεια της γενικότερης συζήτησης στην οποία η κοινοποίηση αυτή εντάσσεται, τότε η μόνη δυνατή επιλογή για κάποιον είναι να μιλά συνεχώς ή να μη μιλά καθόλου. 

Στην πρώτη περίπτωση ο κύριος Πάλομαρ θα φανέρωνε ότι η σκέψη του δεν αναπτύσσεται ευθύγραμμα αλλά με ζικ-ζακ, με συνεχείς ταλαντεύσεις, αντιφάσεις, επανορθώσεις, μέσα στις οποίες θα χανόταν τελικά η ορθότητα εκείνης της κοινοποίησης του. Όσον αφορά τώρα τη δεύτερη εναλλακτική λύση, αυτή προϋποθέτει το ταλέντο της σιωπής, ταλέντο ακόμα πιο δύσκολο από το ταλέντο του λόγου.

Πράγματι, ακόμα και η σιωπή μπορεί να θεωρηθεί ομιλία, αφού δεν είναι παρά άρνηση της χρήσης του λόγου που κάνουν άλλοι· η έννοια όμως αυτής της σιωπής-ομιλίας βρίσκεται στις διακοπές της, δηλαδή σε όσα λέγονται κάθε τόσο και δίνουν μια βαρύτητα σε όσα δε λέγονται ποτέ.

Με άλλα λόγια, η σιωπή μπορεί να είναι χρήσιμη για ν' αποκλείει ορισμένες λέξεις ή για να τις φυλάει κάπου παράμερα ώστε να χρησιμοποιηθούν σε μια καλύτερη ευκαιρία. Το ίδιο, μια λέξη που λέγεται σήμερα μπορεί να σε γλυτώσει από εκατό αυριανές λέξεις ή να ανοίξει το δρόμο σε άλλες χίλιες. 

«Κάθε φορά που δαγκώνω τη γλώσσα μου —καταλήγει νοερά ο κύριος Πάλομαρ— πρέπει να σκέφτομαι όχι μόνον όσα πρόκειται να πω ή να μην πω, αλλά και όσα θα ειπωθούν ή δε θα ειπωθούν από μένα ή τους άλλους, αν εγώ μιλήσω ή δε μιλήσω».

 Έχοντας κάνει αυτή τη σκέψη, δαγκώνει τη γλώσσα του και παραμένει σιωπηλός.



Το να τα βάζεις με τους νέους

Σε μια εποχή όπου η έλλειψη ανοχής που δείχνουν οι ηλικιωμένοι για τους νέους και οι νέοι για τους ηλικιωμένους έχει φτάσει στο ακρότατο σημείο, όπου οι ηλικιωμένοι δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να συσσωρεύουν επιχειρήματα για να πουν τελικά στους νέους ό,τι τους αξίζει, και οι νέοι δεν περιμένουν παρά αυτές τις ευκαιρίες για ν' αποδείξουν ότι οι ηλικιωμένοι δεν καταλαβαίνουν στην πραγματικότητα τίποτα, ο κύριος Πάλομαρ δεν καταφέρνει να ψελλίσει ούτε μία κουβέντα. Όταν καμιά φορά επιχειρεί ν' ανοίξει συζήτηση, συνειδητοποιεί ότι όλοι τους είναι υπερβολικά προσκολλημένοι στις θέσεις που υποστηρίζουν, και δεν είναι ικανοί ν' ακούσουν όσα αυτός προσπαθεί να ξεκαθαρίσει στον εαυτό του.


Γεγονός είναι ότι εκείνος θα ήθελε, περισσότερο και από το να διατυπώσει μια δική του αλήθεια, να κάνει ερωτήσεις, αλλά καταλαβαίνει ότι κανένας δεν έχει τη διάθεση να ξεφύγει από τις σιδηροτροχιές της κουβέντας του για ν' απαντήσει σε ερωτήσεις που έχουν τις ρίζες τους σε κάποια άλλη κουβέντα και θα τον αναγκάζανε να ξανασκεφτεί τα ίδια πράγματα με άλλες λέξεις, με αποτέλεσμα να βρεθεί πιθανόν σε άγνωστους τόπους, μακριά από τις σίγουρες πεπατημένες διαδρομές.

Ίσως, πάλι, ο κύριος Πάλομαρ να θέλει τις ερωτήσεις να τις κάνουν οι άλλοι σ' αυτόν αλλά και ο ίδιος θα προτιμούσε κάποιες συγκεκριμένες ερωτήσεις και όχι άλλες· ερωτήσεις στις οποίες θα απαντούσε λέγοντας όσα αισθάνεται ότι μπορεί να πει αλλά και που θα μπορούσε να πει μονάχα αν κάποιος του ζητούσε να τα πει. Όπως όμως και να έχει το πράγμα, κανένας δε σκέφτεται να του ζητήσει τίποτα.

Αφού, λοιπόν, αυτή είναι η κατάσταση, ο κύριος Πάλομαρ περιορίζεται να σκέφτεται μόνος του το πόσο δύσκολο είναι να μιλά κανείς στους νέους.

Σκέφτεται: «Η δυσκολία προέρχεται από το γεγονός ότι ανάμεσα σ' εμάς και σ' αυτούς υπάρχει μια αδιαπέραστη τάφρος. Κάτι συνέβη ανάμεσα στη δική μας και τη δική τους γενιά, μια αλυσίδα εμπειριών έχει σπάσει: δεν έχουμε πια κοινά σημεία αναφοράς».

Ύστερα σκέφτεται: « Όχι, η δυσκολία προέρχεται από το γεγονός ότι κάθε φορά που ετοιμάζομαι να τους κάνω μια παρατήρηση ή μια κριτική ή μια υπόδειξη ή να τους δώσω μια συμβουλή, σκέφτομαι ότι κι εγώ όταν ήμουν νέος τραβούσα σαν μαγνήτης παρατηρήσεις, κριτικές, προτροπές, συμβουλές, και δεν τις άκουγα. Οι καιροί ήταν διαφορετικοί όπως πολλές ήταν και οι διαφορές στη συμπεριφορά, στη γλώσσα, στις συνήθειες - οι νοητικοί μου όμως μηχανισμοί του τότε δεν ήταν πολύ διαφορετικοί από τους δικούς τους σήμερα. Επομένως δεν έχω το δικαίωμα να μιλώ».

Ο κύριος Πάλομαρ ταλαντεύεται αρκετά ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος. Ύστερα αποφασίζει: «Δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στις δύο θέσεις. Η έλλειψη μιας συνέχειας ανάμεσα στις γενιές οφείλεται στην αδυναμία μας να μεταδώσουμε την εμπειρία μας, να εμποδίσουμε τους άλλους να κάνουν τα σφάλματα που κάναμε εμείς. Η πραγματική απόσταση ανάμεσα στις δυο γενιές δίνεται από τα κοινά στοιχεία τους, τα στοιχεία εκείνα που υποχρεώνουν σε μια κυκλική επανάληψη των ίδιων εμπειριών, όπως παρατηρείται με τη συμπεριφορά των ζώων που μεταδίδεται σαν βιολογική κληρονομιά· ενώ, τα στοιχεία που συγκροτούν την πραγματική διαφορά ανάμεσα σ' εμάς και σ' εκείνους είναι το αποτέλεσμα των αναπόφευκτων αλλαγών που η κάθε εποχή φέρνει μαζί της, δηλαδή εξαρτώνται από την ιστορική κληρονομιά που εμείς οι ίδιοι τους μεταβιβάσαμε, την αληθινή κληρονομιά για την οποία μονάχα εμείς είμαστε υπεύθυνοι, αν και πολλές φορές δεν το συνειδητοποιούμε. 

Γι' αυτό το λόγο δεν έχουμε να διδάξουμε σε κανέναν τίποτα: σε ό,τι μοιάζει περισσότερο με τη δική μας εμπειρία, δεν μπορούμε να ασκήσουμε καμιά επιρροή· σε ό,τι φέρει τη δική μας σφραγίδα, δεν ξέρουμε ν' αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας».


This might look odd, but you would be surprised if you have an open heart, you can relate to more than you might think. And older people are can be very wise and can actually have cool stories that rock..

Το σύμπαν σαν καθρέφτης

Η
 γνώση του πλησίον μας περνάει αναγκαστικά μέσα από τη γνώση του εαυτού μας: και είναι αυτό ακριβώς που λείπει από τον Πάλομαρ. Όχι μόνο χρειάζεται η γνώση αλλά και η κατανόηση, η συμφωνία με το εγώ μας, με τους στόχους και τους παλμούς του, η δυνατότητα δηλαδή να είμαστε αφέντες των κλίσεων και των πράξεων μας, η δυνατότητα να τις ελέγχουμε και να τις κατευθύνουμε και όχι να τις ζορίζουμε και να τις καταπνίγουμε. 

Τα πρόσωπα που θαυμάζει ο Πάλομαρ για την ορθότητα και τη φυσικότητα της κάθε λέξης και κίνησής τους συμβιώνουν ειρηνικά όχι μόνο με το σύμπαν αλλά πρώτα πρώτα με τον εαυτό τους. Επειδή δεν αγάπησε ποτέ τον εαυτό του, ο Πάλομαρ προσπαθούσε πάντα να μη βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του· αυτός είναι ο λόγος που προτίμησε να καταφύγει στους γαλαξίες· τώρα καταλαβαίνει πως έπρεπε να ξεκινήσει κατακτώντας πρώτα μια εσωτερική γαλήνη. Το σύμπαν ίσως και να μπορεί να προχωρήσει κατά το κέφι του, αυτός σίγουρα όχι.

Ο δρόμος που απομένει ανοιχτός είναι ένας μονάχα: από εδώ και πέρα θα αφιερωθεί στη γνώση του εαυτού του, θα εξερευνήσει την εσωτερική του γεωγραφία, θα χαράξει το διάγραμμα των παρορμήσεών του, θα καταλήξει σε κανόνες και θεωρήματα, θα στρέψει το τηλεσκόπιο του στις τροχιές της δικής του ζωής, αντί σ' εκείνες των αστερισμών. «Δεν μπορούμε να μάθουμε τίποτα το ξένο σ' εμάς, παρακάπτοντας τον εαυτό μας —σκέφτεται τώρα,— το σύμπαν είναι ο καθρέφτης, μέσα στον οποίο μπορούμε να μελετήσουμε μονάχα όσα μάθαμε να γνωρίζουμε μέσα μας».

Ανοίγει τα μάτια του: εμφανίζεται μπροστά του ό,τι βλέπει ήδη καθημερινά: δρόμους γεμάτους από ανθρώπους που προχωρούν βιαστικά και αλληλοσπρώχνονται δίχως να κοιτάζονται κατά πρόσωπο, ανάμεσα στα ψηλά, γεμάτα γωνίες και γδαρσίματα τείχη. Στο βάθος, ο γεμάτος αστέρια ουρανός εκπέμπει περιοδικές λάμψεις σαν ξεχαρβαλωμένη μηχανή που ψιθυρίζει διαρκώς και τρίζει στους αλάδωτους αρμούς της, αρμούς που μοιάζουν με τις εμπροσθοφυλακές ενός ετοιμόρροπου, στρεβλού και — όπως αυτός — χωρίς γαλήνη σύμπαντος.

Reflections by Maja Topčagić 
___________


Πώς μαθαίνει κανείς να είναι νεκρός

Ενώ ετοίμαζαν το κώνειο, ο Σωκράτης μάθαινε μια μελωδία στον πλαγίαυλο. «Σε τι θα σου χρησιμεύσει;» τον ρώτησαν. «Μα να μάθω αυτή τη μελωδία πριν πεθάνω».

Ο κύριος Πάλομαρ αποφασίζει ότι από δω και πέρα θα ζει σαν να είναι νεκρός, για να δει πώς πάει ο κόσμος χωρίς αυτόν.

Ο
 κόσμος μπορεί θαυμάσια να ζήσει και χωρίς την παρουσία του, και ο ίδιος μπορεί να θεωρήσει τον εαυτό του νεκρό με όλη του την άνεση και μάλιστα χωρίς ν' αλλάξει καμιά από τις συνήθειές του. Πριν, όταν έλεγε «κόσμος» εννοούσε τον κόσμο συν τον εαυτό του· τώρα πρόκειται για τον εαυτό του συν τον κόσμο μείον τον εαυτό του.

Μήπως όμως ο κόσμος μείον ο εαυτός του πάει να πει το τέλος της αγωνίας; Είναι, δηλαδή, ένας κόσμος στον οποίον τα πράγματα συμβαίνουν ανεξάρτητα από την παρουσία και τις αντιδράσεις του, ακολουθώντας ένα δικό τους νόμο ή ανάγκη ή λογική που δεν αφορά τον ίδιο; 

Ένα κύμα χτυπά πάνω στο βράχο, τον σιγοτρώει, κι ύστερα έρχεται ένα άλλο κύμα και μετά ένα άλλο ακόμα - είτε εκείνος υπάρχει είτε όχι, όλα συνεχίζουν κανονικά την πορεία τους. Η ανακούφιση του να είσαι νεκρός θα πρέπει να σημαίνει και αυτό: αφού εκείνη η κηλίδα ανησυχίας που είναι η παρουσία μας έχει εξαλειφθεί, το μόνο πράγμα που μετράει είναι η εξέλιξη και η διαδοχή των πραγμάτων κάτω από τον ήλιο, στην απαθή τους γαλήνη. Τα πάντα είναι ηρεμία ή τείνουν προς την ηρεμία, ακόμα και οι τυφώνες, οι σεισμοί, οι εκρήξεις των ηφαιστείων. Αυτός όμως δεν ήταν ο κόσμος όταν κι εκείνος ήταν εκεί; Τότε που η κάθε καταιγίδα έφερνε μαζί της την ειρήνη του μετέπειτα και προετοίμαζε τη στιγμή που όλα τα κύματα θα χτυπούσαν στην ακτή και ο άνεμος θα εξαντλούσε τη δύναμή του; Ίσως το να είσαι νεκρός σημαίνει πως περνάς στον ωκεανό των κυμάτων που μένουν για πάντα κύματα, άρα δεν έχει νόημα να περιμένεις να καλμάρει η θάλασσα.

from Overdoz on tumblr:

Το βλέμμα των νεκρών έχει πάντα την τάση να εξορκίζει. Τόποι, καταστάσεις, ευκαιρίες είναι συνήθως ίδια με αυτά που κάποιος ήδη γνώριζε, και πάντα νιώθεις ικανοποίηση όταν μπορείς και τα αναγνωρίζεις. Ταυτόχρονα όμως παρατηρούνται διάφορες μικρές ή μεγάλες παραλλαγές, οι οποίες αυτές καθεαυτές θα μπορούσαν και να γίνουν αποδεκτές αν είχαν μια συνεπή λογική εξέλιξη· όμως αποδεικνύονται αυθαίρετες και ανώμαλες κι αυτό είναι ήδη κάτι που ενοχλεί, ιδιαίτερα γιατί ο καθένας μας θέλει πάντα να παρέμβει και να κάνει τις διορθώσεις που του φαίνονται αναγκαίες, και δεν μπορεί να τις κάνει γιατί είναι νεκρός. Το αποτέλεσμα; Μια στάση απώθησης, σχεδόν ενόχλησης, αλλά ταυτόχρονα επάρκειας, σαν του ανθρώπου που ξέρει πως αυτό που μετράει είναι οι εμπειρίες του παρελθόντος του, και πως για όλα τα υπόλοιπα δεν αξίζει τον κόπο να δίνει μεγάλη σημασία. 

Άλλωστε δεν αργεί να κάνει την εμφάνιση του και να επιβληθεί σε κάθε άλλη σκέψη ένα κυρίαρχο συναίσθημα: είναι η ανακούφιση να ξέρεις πως όλα τα προβλήματα είναι προβλήματα των άλλων, δική τους υπόθεση. Τους νεκρούς δε θα έπρεπε να τους ενδιαφέρει πια τίποτα άλλο, γιατί δεν έχουν την υποχρέωση να σκέφτονται - κι αν αυτό μοιάζει με κάτι ανεύθυνο, είναι σ' αυτή τους την ανευθυνότητα που οι νεκροί βρίσκουν τη διάθεση να ευθυμήσουν. [....]

Ο Πάλομαρ δεν υποτιμά τα πλεονεκτήματα που έχουν οι ζωντανοί σε σχέση με τους νεκρούς, όχι όσον αφορά το μέλλον, όπου οι κίνδυνοι είναι πάντα πολύ μεγάλοι και οι ωφέλειες βραχυπρόθεσμες, αλλά όσον αφορά τη δυνατότητα βελτίωσης της μορφής του παρελθόντος. (Εκτός πια κι αν κάποιος είναι εξαιρετικά ικανοποιημένος από το παρελθόν του, περίπτωση που δεν παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί δεν αξίζει πολύ τον κόπο ν' ασχοληθεί κανείς με αυτή). 

Η ζωή ενός ατόμου συγκροτείται από ένα σύνολο γεγονότων, από τα οποία το τελευταίο θα μπορούσε και ν' αλλάξει την όλη εικόνα του συνόλου, κι αυτό όχι γιατί μετρά περισσότερο από τα προηγούμενα αλλά γιατί τα γεγονότα εισβάλλουν σε μια ζωή σύμφωνα με μια σειρά που δεν είναι χρονολογική αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις μιας εσωτερικής αρχιτεκτονικής. 

Κάποιος για παράδειγμα, διαβάζει σε ώριμη ηλικία ένα σημαντικό γι' αυτόν βιβλίο που τον κάνει να αναφωνήσει: «Πώς μπορούσα και ζούσα χωρίς να το έχω διαβάσει!» όπως επίσης: «Τι κρίμα που δεν το διάβασα όταν ήμουν νέος!» Αυτές οι δηλώσεις, όμως, δεν έχουν νόημα, ιδιαίτερα η δεύτερη, αφού από τη στιγμή που το ίδιο αυτό άτομο διάβασε εκείνο το βιβλίο, η ζωή του γίνεται η ζωή κάποιου που διάβασε εκείνο το βιβλίο, και δεν έχει καμιά σημασία αν το διάβασε νωρίς ή αργά, γιατί και η ζωή που προηγείται της ανάγνωσης τώρα αποκτά μια μορφή που σφραγίζεται από αυτή την ανάγνωση.

Αυτό είναι το πιο δύσκολο βήμα για όποιον θέλει να μάθει να είναι νεκρός: να πειστεί ότι η ζωή του είναι ένα κλειστό σύνολο, στραμμένο ολόκληρο προς το παρελθόν, στο οποίο κανείς δεν μπορεί να προσθέσει τίποτα, ούτε να εισαγάγει αλλαγές προοπτικής στη σχέση των διαφόρων στοιχείων. Βέβαια, όσοι συνεχίζουν να ζουν, μπορούν —στη βάση αλλαγών που έζησαν οι ίδιοι— να εισαγάγουν αλλαγές και στη ζωή των νεκρών, δίνοντας μορφή σε ό,τι έμοιαζε άμορφο ή είχε μια διαφορετική μορφή: αναγνωρίζοντας για παράδειγμα ως αληθινό επαναστάτη αυτόν που είχε στιγματιστεί για τις πράξεις του ενάντια στο νόμο, εξυμνώντας ως ποιητή ή προφήτη αυτόν που είχε νιώσει τον εαυτό του καταδικασμένο στη νεύρωση ή στο παραλήρημα. 

Αυτές όμως είναι αλλαγές που μετράνε ιδιαίτερα για τους ζωντανούς. Οι νεκροί, είναι δύσκολο να επωφεληθούν από αυτές. Ο καθένας μας είναι φτιαγμένος από όσα έζησε και από τον τρόπο με τον οποίο τα έζησε, κι αυτό κανένας δεν μπορεί να μας το αφαιρέσει. Όποιος έζησε υποφέροντας, παραμένει φτιαγμένος από τη δυστυχία του - αν κάποιος θελήσει να του την αφαιρέσει, δε θα είναι πια ο εαυτός του.

Γι' αυτό ο Πάλομαρ ετοιμάζεται να γίνει ένας τζαναμπέτης νεκρός, που δεν ανέχεται την καταδίκη να μείνει έτσι όπως είναι αλλά και που δεν είναι διατεθειμένος να απαρνηθεί τίποτα από τον εαυτό του, ακόμα και ό,τι του είναι βάρος. [...]


:

Αναλογιζόμενος το θάνατο του, ο Πάλομαρ σκέφτεται ήδη το θάνατο των τελευταίων επιζώντων του ανθρώπινου γένους ή των απογόνων ή κληρονόμων του: στην κατεστραμμένη και έρημη γήινη σφαίρα καταφτάνουν οι εξερευνητές ενός άλλου πλανήτη, αποκωδικοποιούν τα ίχνη που καταγράφηκαν στα ιερογλυφικά των πυραμίδων και των διάτρητων καταλόγων των ηλεκτρονικών υπολογιστών η μνήμη του ανθρώπινου γένους ξαναγεννιέται από τις στάχτες της και διαδίδεται σε όλες τις κατοικήσιμες περιοχές του σύμπαντος. Έτσι, από μετάθεση σε μετάθεση, φτάνουμε στη στιγμή εκείνη όπου ο χρόνος αρχίζει να φθείρεται και να διαλύεται σ' έναν άδειο ουρανό, τη στιγμή δηλαδή που και το τελευταίο υλικό έρεισμα της μνήμης της ζωής θα υποβαθμιστεί σε ρεύμα θερμότητας ή θα αποκρυσταλλώσει τα άτομα του στην παγωνιά μιας ακίνητης τάξης.

«Αν ο χρόνος πρέπει να τελειώσει, μπορούμε να τον περιγράψουμε στιγμή προς στιγμή —σκέφτεται ο Πάλομαρ—· την κάθε στιγμή όμως της περιγραφής του, ο χρόνος διαστέλλεται τόσο πολύ, ώστε δε βλέπουμε πια το τέλος του». Αποφασίζει ότι θ' αρχίσει να περιγράφει την κάθε στιγμή της ζωής του, και ότι όσο δε θα έχει τελειώσει την περιγραφή όλων των στιγμών του δε θα σκεφτεί ότι είναι νεκρός. 

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή πεθαίνει.

Time:

Ίταλο Καλβίνο, Πάλομαρ, εκδόσεις Αστάρτη,
μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης


Copyright © 14/11/2015 Γεωργία Δημητροπούλου