Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Παπαγιώργης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Παπαγιώργης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

«Βλέπετε τουτουνούς τους καλαμαράδαις; Αυτοί θα μας φαν το κεφάλι μια μέραν», Οδυσσέας Ανδρούτσος

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ιππεύων, σχέδιο του Άνταμ Φρίεντελ (1830 περίπου)
_____________

«Ένας μικρός Αλή Πασάς της Γκιαούρ Λειβαδιάς»

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε στην Ιθάκη, γύρω στα 1790 και οφείλει το όνομά του - αρχαϊκό, σύμφωνα με τη λόγια τάση της εποχής - στη Μαρουδιά, γυναίκα του Λάμπρου Κατσώνη. «Διά την πολλήν αυτού ζωηρότητα», η μητέρα του Ακριβή «θα τον πέμψει εις πλοίον εκ νεαράς ηλικίας», προκειμένου να τιθασεύσει τον χαρακτήρα του. 
Ο πατέρας του Οδυσσέα, καπετάν Ανδρούτσος, είχε λάβει μέρος στην επανάσταση του Λάμπρου Κατσώνη και αφού συνελήφθη από τους Βενετούς, παραδόθηκε στους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε το 1797 στην Κωνσταντινούπολη. 

Σε ηλικία 15 ετών καταλήγει στα Γιάννενα, χάρη στην πάγια συνήθεια του Αλή Πασά να καλεί στη αυλή του τα ορφανά τέκνα των παλαιών κλεφτών. Η σωματική του ρώμη τού δίνει το τιμητικό δικαίωμα να μπει στην ιδιαίτερη φρουρά του πασά, στους τσοχανταραίους και σύντομα να προαχθεί σε τσαρκατζή, μέλος της σωματοφυλακής, η οποία δεν αριθμούσε πάνω από εκατό νοματαίους – Αρβανίτες οι περισσότεροι.

Στα Γιάννενα ο Οδυσσέας έμαθε αρβανίτικα, ιταλικά και κυρίως, γαλουχήθηκε στον αληπασαλίδικο τρόπο ζωής και εμποτίστηκε με ορισμένα κακοήθη χούγια που θα τον συνοδεύσουν στον υπόλοιπο βίο του: ήταν φιλάργυρος, δόλιος και καχύποπτος, σε βαθμό που ποτέ δεν έλεγε το μέρος όπου θα έπεφτε να κοιμηθεί και συχνά μεταμφιεζόταν όταν επρόκειτο να ταξιδέψει.

Έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη του Τεπελενλή, μόλις στα είκοσι έξι του και χωρίς κλέφτικη ή αρματολική πείρα, ο Οδυσσέας τοποθετείται, το 1816, ως αρματολός της «Γκιαούρ Λειβαδιάς» – λεγόταν έτσι εξαιτίας της αριθμητικής υπεροχής των χριστιανών απέναντι στους Αρβανίτες, τους Τούρκους και τους Εβραίους. Στην επαρχία αυτή, πολύ σύντομα, ο Ανδρούτσος εξελίσσεται σε «μικρό Αλή», οργανώνοντας στρατιωτική δικτατορία ή στραταρχία κατά την εκφραστική της περιοχής και αντιγράφοντας πιστά τα φερσίματα του Τεπελενλή.

Η αποστασία του Αλή κλόνισε την ισορροπία στην περιοχή και έκανε φανερό στον Ανδρούτσο ότι δεν θα μπορούσε να κρατήσει το αρματολίκι της Λειβαδιάς, χωρίς υποστήριξη από τα Γιάννενα. Τόσο για τους χριστιανούς αρματολούς, που αντλούσαν το κύρος τους κατευθείαν από τον πασά των Ιωαννίνων, όσο και για τους Τουρκαλβανούς, που απάρτιζαν το ισχυρό στράτευμά του, οι λύσεις ήταν μόνο δύο: είτε θα κατέφευγαν στα σουλτανικά στρατεύματα είτε θα στρέφονταν προς την Ελληνική Επανάσταση, που ακόμα δεν είχε εκδηλωθεί.

Ο Ανδρούτσος επέλεξε τη δεύτερη λύση, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, εγκατέλειψε την Ανατολική Στερεά και περνώντας από την Πρέβεζα - όπου διέμεναν η μάνα και η γυναίκα του – θα περάσει μαζί τους στην Ιθάκη. Εκεί θα μείνει ως τα τέλη του 1820, από κει θα μπαρκάρει σε εμπορικό πλοίο και μεταμφιεσμένος - κινδύνευε άμεσα τόσο ως αληπασαλής όσο και ως απλός Ρουμελιώτης – θα φτάσει στις 15 Μαρτίου του 1821 στην Πάτρα. Μετά από συνεννοήσεις με τους Φιλικούς θα περάσει στην απέναντι ακτή με προορισμό τον Βάλτο ή το Ξηρόμερο.

Μόνος, έξω από την επαρχία του και απροσανατόλιστος ακόμα – αρματολός που θα ξεσήκωνε πληθυσμούς οι οποίοι δεν ανήκαν σε δική του περιοχή ήταν ασυνήθιστο τότε - προσπαθεί με σπασμωδικές κινήσεις να προσεγγίσει τους Γαλαξειδιώτες, θυμίζοντάς τους την προσωπική του θέση στην περιοχή:

«Εγώ, καθώς γνωρίζετε καλώτατα, ημπορώ να ζήσω βασιλικά, με πλούτια, τιμαίς και δόξας. Οι Τούρκοι, ό,τι κι αν ζητήσω, μου το δίνουνε παρακαλώντας, γιατί το σπαθί του Οδυσσέως δε χωρατεύει· έπειτα κοντά στα άλλα ενθυμούνται τον πατέρα μου που τους εζεμάτισε».

Paul Joanovitch, The Sword Dance, Private Collection
______________

Δεν ανήκε πια στα Γιάννενα, τον είχε κερδίσει η Επανάσταση...

Η επαναστατική σταδιοδρομία, ωστόσο, του Οδυσσέα Ανδρούτσου θ' αρχίσει μετά το μαρτυρικό θάνατο του Διάκου στην Αλαμάνα, που είχε αναλάβει «αρχηγός των αρμάτων της Λειβαδιάς», όταν ο Οδυσσέας έφυγε για την Ιθάκη. Ο Διάκος μαζί με τον Πανουργιά, τον Δυοβουνιώτη, τον Σκαλτσά και τον Κομνά Τράκα, προσπάθησαν, χωρίς επιτυχία, να συγκρατήσουν τη στρατιά του Ομέρ Βρυώνη, που μέσω της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας, κατευθυνόταν στην Πελοπόννησο. 

Ο πρώην αληπασαλής Ομέρ Βρυώνης είχε την ατυχή – όπως αποδείχτηκε μια βδομάδα μετά, στο Βαλτέτσι – έμπνευση να ενισχύσει το στράτευμά του με τον προσεταιρισμό ντόπιων ολιγαρχών, αντί να στραφεί με ραγδαία προέλαση προς τον Ισθμό, καθώς ο δρόμος ήταν ελεύθερος μετά την αποχώρηση του Δυοβουνιώτη και του Πανουργιά. Όταν ο Ομέρ Βρυώνης έμαθε ότι ο Οδυσσέας βρισκόταν στην Ευρυτανία, του έγραψε σαν παλιός φίλος, τάζοντάς του, για να τον δελεάσει, την αρχηγία ολόκληρης της Ανατολικής Ελλάδας.

Αυτή ήταν η γλώσσα που μιλιόταν στην αυλή των Ιωαννίνων και έτσι ξεκίνησαν και τα «καπάκια» - γνωστή σε όλους και αποδεκτή χερσοελλαδίτικη τακτική - που πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε πέτρα σκανδάλου και ισχυρότατο πολιτικό επιχείρημα στα χέρια του Μαυροκορδάτου, διαχωρίζοντας τους καπετάνιους σε «πατριώτες» και «προδότες», ανάλογα με την τροπή των πραγμάτων και τις ατομικές του επιδιώξεις.

Φτάνοντας, λοιπόν στη Γραβιά - στο μικρό χάνι, που ο Βρυώνης είχε ορίσει ως τόπο συνάντησης με τον Οδυσσέα -  σκόπευε να προβεί σε συμφωνίες με το παλιό του φίλο, όχι να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο. Η σκέψη να κλειστούν στο πλινθόκτιστο χάνι – «μια αυλή, με πληθoύρια και στη μέση ένα χαμηλό σπίτι μ' ένα πάτωμα» - ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα σχέδια του Δυοβουνιώτη και του Πανουργιά, που ήθελαν να πιάσουν το γιοφύρι της Χαϊνίτσας και κατόπιν τις γύρω πλαγιές. 

Το τόλμημα ήταν πρωτάκουστο όσο και το τελικό του αποτέλεσμα που μυθοποιήθηκε δικαιολογημένα από τους ιστορικούς. Το στεφάνι της δάφνης, που κέρδισε ο Κολοκοτρώνης στο Βαλτέτσι, το είχε πλέξει ο Οδυσσέας κι εκείνος του το πρόσφερε, αναστατώνοντας και κρατώντας τους πασάδες στη Ρούμελη.

Είναι αξιοσημείωτη, ωστόσο, η σκηνή με τον δερβίση μπεκτατσή, που προηγήθηκε έφιππος για να μιλήσει πρώτος στον Οδυσσέα: 

– «Πού πας»; ρώτησε ο Ανδρούτσος, αλβανιστί.

– «Πάω κατά τα Σάλωνα», απάντησε ο δερβίσης. 

Ακολούθησαν εκατέρωθεν βρισιές και ο δερβίσης έπεσε από το άλογο χτυπημένος στην κεφαλή. Ο Φιλήμων δίνει την καλύτερη ερμηνεία αυτού του συμβολικού περιστατικού. 

«Ο Ομέρ Βρυώνης, συναυλικός ων και φίλος του Οδυσσέως από του Αλή πασά, απέστειλε τούτω τον δερβίσην αυτόν, όπως υπενθυμίση τας περί γενικής οπλαρχίας υποσχέσεις τούτου και κατορθώση ούτω την κένωσιν του πανδοχείου. Ο Οδυσσεύς, γνωρίζων καλώς, οίον παρά τους Τούρκους φέρει ηθικόν αποτέλεσμα η πτώσις ενός τοιούτου απεσταλμένου, και θέλων εν ταυτώ, όπως διακόψη πάσαν περί της υποταγής αυτού ελπίδα του Ομέρ Βρυώνου, πρώτον μεν απηγόρευσε τοις άλλοις τον κατά τούτου πυροβολισμόν, πριν ο ίδιος ρίψη, κατόπιν δε προσηγόρευσεν αυτώ αλβανιστί». 

Άρα, με μια συμβολική πιστολιά, ο Οδυσσέας, διερρήγνυε τους δεσμούς του με τους παλαιούς συναγωνιστές, συναυλικούς και μπράτιμους. Δεν ανήκε πια στα Γιάννενα, τον είχε κερδίσει η Επανάσταση.

Η αλήθεια είναι ότι η Επανάσταση τον κέρδισε και τον έχασε εν μιά νυκτί. Μπορεί να φαίνεται αλλόκοτο, αλλά ο θρυλικός Οδυσσέας έλαμψε μόνο στη Γραβιά. Ο υπόλοιπος βίος του, παρότι κατάμεστος από επαναστατικές προσπάθειες, δεν θα αποδώσει το παραμικρό. Εύλογη λοιπόν είναι η αναφώνηση του Παπαρρηγόπουλου: 

«A, διατί να μη πέση την ημέραν εκείνην ο Οδυσσεύς! Επιζήσας ουδέν μεν μέγα διέπραξεν έκτοτε, καίτοι κτησάμενος υπεροχήν ομολογουμένην, περιποιήσας δε εις την φιλαρχίαν αυτού χαρακτήρα όντως προδοτικόν, ετελεύτησε δέσμιος οικτρώς»

Σώζοντας την Επανάσταση στο «ξενοδοχείον της Γραβιάς», ο Οδυσσέας είχε υπογράψει μέγα συμβόλαιο με όλα τα κακά δαιμόνια και τις αντινομίες του Αγώνα. Όντως, στο διάστημα μέχρι τη δολοφονία του, δεν θα (του επιτραπεί να) επιτύχει άλλη νίκη, θα κατασυκοφαντηθεί, θα διωχθεί, θα στραφεί προς τους Τούρκους, ωσότου αφήσει την τελευταία του πνοή στην Ακρόπολη.


Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου με την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη.
ΜΑΧΗ ΕΙΣ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ ΤΟ ΧΑΝΙ.
____________

«Βλέπετε τουτουνούς τους καλαμαράδαις; Αυτοί θα μας φαν το κεφάλι μια μέραν»

Μέχρι να φτάσουμε εκεί και μέχρι να εμφανιστεί η «κεντρική διοίκηση», ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κατάφερε να εξασφαλίσει στην περιοχή της Βοιωτίας τόση ασφάλεια, ώστε «ο λύκος επεριπάτει με την προβατίναν». Στις  στρατιωτικές επιχειρήσεις, όμως οδηγούνταν από αποτυχία σε αποτυχία, έως και τη μάχη των Βασιλικών, στις 26 Αυγούστου, στην οποία ατυχώς δεν έλαβε μέρος. 

Παράλληλα άρχισαν να διαδίδονται εναντίον του πολλές συκοφαντικές πληροφορίες, οι οποίες έφτασαν στον πρίγκιπα Υψηλάντη, με την μορφή επιστολής, στην οποία κατήγγελλαν τον τοπάρχη της Βοιωτίας, ως «ανάξιον της αρχηγίας, τουρκολάτρην, δωροδοκημένον από τον Ομέρ πασάν και αίτιον των δυστυχιών της Λεβαδείας και των συνομόρων επαρχιών». Ο Υψηλάντης θα γράψει στον Οδυσσέα ένα αυστηρό γράμμα - καθότι «το δεινότερον πάντων επί της εποχής του πολέμου ήτο η επί τουρκισμώ κατηγορία» - τονίζοντας ότι «... ακούω πως εσύ ο Οδυσσεύς εκατήντησες να κλειστής εις μοναστήριον...».

Ο Ανδρούτσος, παραταύτα, δέχτηκε να λάβει μέρος στη συνέλευση της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος και να ψηφίσει μαζί με τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς την πρωτάκουστη «Νομική Διάταξη» του Νέγρη, που ούτε λίγο ούτε πολύ ίδρυε δικό του αυτοτελές κρατίδιο μέσα στην ανάστατη χώρα, υπερβαίνοντας σε καιροσκοπισμό ακόμα και τον προϊστάμενό του, τον Μαυροκορδάτο.

Το μένος του Νέγρη εναντίον του Υψηλάντη - ο οποίος επιζητούσε ένα «γκοβέρνο μιλιτάρε», συνεπικουρούμενος από την κάστα των στρατιωτικών - τον ώθησε μέχρι την ανήκουστη σκέψη να μην επιτρέπει την είσοδο των επαναστατικών στρατευμάτων της λοιπής Ελλάδος στη δική του επικράτεια. Αντίθετα ο Άρειος Πάγος είχε το δικαίωμα να ζητήσει τη βοήθεια ξένων – έστω και ερήμην της κεντρικής αρχής.

Εμβρόντητοι οι κατά κανόνα αναλφάβητοι οπλαρχηγοί έμοιαζαν με μικρά παιδιά απέναντι στους ξεσκολισμένους «καλαμαράδες που έδεναν και έλυναν μπροστά στα μάτια τους ανεξέλεγκτοι. Απ' όπου και η φράση του πάντα καχύποπτου Ανδρούτσου: «Βλέπετε τουτουνούς τους καλαμαράδαις; Αυτοί θα μας φαν το κεφάλι μια μέραν».

Με το πανίσχυρο αληπασαλίδικο ένστικτό του, ο Οδυσσεας υποπτεύθηκε εξαρχής ότι κάτι ριζικό αλλάζει. Ο Φιλήμονας διασώζει τα ακόλουθα λόγια του: «Ανόητοι, μη κολακεύησθε σήμερον βλέποντες τους πολιτικούς ταπεινωμένους ενώπιον υμών. Ταπεινούνται αυτοί, όπως υψωθώσι· υψούμενοι δε, ταπεινώσουσιν ημάς διά πάσης ραδιουργίας, αντικαθιστώντες τους μικρούς και κινούντες αυτούς κατά των κατωτέρων». Μ' έναν λόγο ο Οδυσσέας φοβόταν μην χάσει την επαρχία και το κεφάλι του - σε τέσσερα χρόνια οι φόβοι του θα βγουν αληθινοί.

Στο μεταξύ, Ιανουάριο του 1822, ανακοινώνεται η εκστρατεία κατά της Εύβοιας (Γριπονήσι), στην οποία ο Οδυσσέας σπεύδει να λάβει μέρος. Αν κατόρθωνε να καταλάβει τον Καράμπαμπα, η θέση του θα άλλαζε άρδην. Η κατοχή φρουρίου ισοδυναμούσε με ανώτατο στρατιωτικό αξίωμα. Αιφνίδια ωστόσο κι ενώ οι ντόπιοι τον υποδέχονται με ενθουσιασμό, αποφασίζει - Φλεβάρη μήνα - να εγκαταλείψει την πολιορκία και να επανέλθει στα λημέρια του. Η απάντηση στα απελπισμένα γράμμματα των καπεταναίων που ζητούν εξηγήσεις, είναι σιβυλλική: «σαν θα είναι καιρός θα μιλήσει».


Νίκος Εγγονόπουλος, Οδυσσέας Ανδρούτσος, 1953, Λάδι σε χαρτόνι
_______________

«Σαν θα είναι καιρός θα μιλήσω...»

Τι του χρειαζόταν άραγε ο καιρός; Τα πράγματα ήταν απλά: είχαν αρχίσει κιόλας οι δόλιες πολιτικές ενέργειες εναντίον του εκ μέρους του Αρείου Πάγου. Το στρατήγημα ήταν σαφές· θα τον ανακαλούσαν εσπευσμένα και θα έστρεφαν εναντίον του ό,τι κι αν αποφάσιζε. Υπάκουος στη διαταγή; Θα βαρυνόταν με την εγκατάλειψη της εκστρατείας. Ανυπάκουος; Θα βαρυνόταν με την απειθαρχία απέναντι στο αίτημα των αρεοπαγιτών.

Στα μέσα Μαρτίου φτάνουν ο Υψηλάντης με τον Νικηταρά για να ανακόψουν την αναμενόμενη κάθοδο του Δράμαλη. Οι καλοθελητές έχουν ήδη προλάβει να κεντρίσουν την έμφυτη καχυποψία του: «Ο Νικήτας και ο Υψηλάντης ενώθηκαν οι δυο κι έχουν ένα σώμα κι έρχονται αναντίον σου να σε βαρέσουνε, να μείνουν αυτείνοι εις το ποδάρι σου». Οι υποψίες εν τέλει διασκεδάζονται και οι τρεις άντρες συνδέονται με φιλία, η οποία καταθορυβεί τον Άρειο Πάγιο, που ενεργεί πάντα καιροσκοπικά και βάζει σε εφαρμογή σχέδιο εξόντωσης του Οδυσσέα,που την πρώτη φορά θα αποτύχει.

Στη συνέχεια του απονέμουν τον βαθμό του χιλιάρχου - και όχι του στρατηγού ως όφειλαν - διορισμό τον οποίο ο Οδυσσέας αρνείται με περιφρόνηση και μαθαίνοντας ότι τα σώματά του διαλύθηκαν, σπεύδουν να δελεάσουν τον Νικήτα, ο οποίος μπορεί να μην διακρίθηκε ποτέ για την πολιτική του οξύτητα, ήταν όμως αμέμπτου τιμιότητας άνθρωπος και διόλου αρχομανής. Στις δύο επιστολές που έλαβε, ο Νικήτας Σταματελόπουλος αποκρίθηκε στις 27 Απριλίου 1822 - μέσω του γραμματικού του φυσικά, ως αναλφάβητος που ήταν - ψέγοντας τον Άρειο Πάγο για την πολιτική του και την πλημμελή επιμελητεία και υπογραμμίζοντας ότι δεν έπρεπε να δεχτούν την παραίτηση του Οδυσσέα και να «τον θεατρίζουν εις τον κόσμον ως ένοχον».

Η επιστολή του Νικήτα όχι μόνο δεν μετέπεισε τον Άρειο Πάγο, αλλά επέσπευσε τη μηχανορραφία κατά των ανυπάκουων στρατιωτικών, συμπεριλαμβάνοντας στους ανεπιθύμητους και τον Υψηλάντη, που αναχωρώντας από το Μοριά, δεν δίστασε να υψώσει τη σημαία της Φιλικής με τον φοίνικα - κίνηση που αρκούσε να τον χαρακτηρίσει αντίπαλο του καθεστώτος.

Ο Άρειος Πάγος στέλνει τότε δύο πρώην αληπασαλήδες, τον Αλέξη Νούτσο ως επιθεωρητή και τον Χρήστο Παλάσκα ως αντικαταστάτη του Οδυσσέα, σε μια περιοχή που εκείνος θεωρούσε δεδομένη αναντάμ παπαντάμ. Η εξόντωση και των δύο δεν ήταν δυνατόν να αποφευχθεί. Η κυβέρνηση, χωρίς να λογαριάσει ότι ο Ανδρούτσος ήταν ο μόνος ικανός να ανακόψει τη στρατιά του Δράμαλη και ανήμπορη να τον συλλάβει, επικηρύσσει – για πρώτη φορά στα χρονικά της Επαναστάσεως – την κεφαλή του αντί πέντε χιλιάδες γρόσια. 

Peter Von Hess, Ο Οδυσσέας και ο Γκούρας καταστρέφουν 
τους εχθρούς στην Φοντάνα (Έγχρωμη λιθογραφία)
____________

Επικεφαλής του στρατεύματος τοποθετείται ο Γκούρας, που πρώτη φορά αντιμετωπίζει τη δυνατότητα να πάρει τη θέση του προστάτη του. Γράφει ο Μακρυγιάννης: 

«Τώρα έβαλαν τον Δυσσέα σκότωσε τον Αλέξη Νούτζο, τον σεβάσμιον άρχοντα. Πόσο ψυχώνει η Τουρκιά μ’ αυτό, πόσο αδυνατίζομε εμείς! Το ίδιον και τον Παλάσκα. Δεν είναι αληθινό οπού τον έβαλαν, τον Δυσσέα, αυτείνοι και τους σκότωσε; Τους έστειλαν δυο ξένους μέσα εις το σπίτι του, ‘σ τον τόπο του τον πατρικόν, και τον φορτώθηκαν αυτόν και τους ανθρώπους του. Ποιον άλλον καπετάνιον πείραξαν; Μόνον τον Δυσσέα. [...]

Κλαίγει ο Κωλέτης και οι άλλοι κυβερνήται μας τον χαμόν του Αλέξη και Παλάσκα σαν τη φώκια, όπου κλαίγει τον πνιμένον όσο που σαπίζει, και κάθεται και τον τρώγει. Έτζι θα φάνε κι εμάς τους δυστυχείς. Σε συμβουλεύω, αδελφέ Γκούρα, να πας ν’ ανταμωθείς με τον Δυσσέο και ν’ αδελφωθείς και να πάμε εις τα πόστα μας, ότι θα μπούνε οι Τούρκοι αντουφέκηγοι και θα δώσουμε λόγον δι’ αυτό εις τον Θεόν και ‘σ τους ανθρώπους.

[...] Σηκωθήκαμε και πήγαμε εις τον Άγιον Λουκά κι ανταμωθήκαμε με τον Δυσσέα και φιληθήκαμε...»

Προτού αποσυρθεί στη Μαυρότρουπα, πάνω από τη Βελίτσα, «οργισμένος, απλησίαστος και αδρανών»,ο Οδυσσέας, αρχίζοντας συνομιλίες με τους Τουρκαλβανούς σωματάρχες, παλιούς συναδέλφους του από τα Γιάννενα, θα επιτύχει μια αποσκίρτηση των αλβανικών σωμάτων του Δράμαλη, που ισοδυναμούσε με περηφανή νίκη. Αν και προ του γενικού κινδύνου και της κατακραυγής, θα αμνηστευθεί, δεν θα του αναγνωριστεί ότι με αυτό το «καπάκι» έσωσε την Πελοπόννησο, στερώντας από τον Δράμαλη τα ισχυρότερα σώματά του. 

Ο Δράμαλης θα διαβεί βέβαια, για να πάει στον αγύριστο, και ο Οδυσσέας δεν θα παραλείψει να εκφράσει το μένος του κατά της κυβερνήσεως γράφοντας στον αντιπρόεδρο του εκτελεστικού Θανάση Κανακάρη: «Σας στέλνω τριάντα χιλιάδες Τούρκους για να σας διορθώσουν. Κάντε τους ό,τι θέλετε. Εγώ σας υπόσχομαι να μην αφήσω να περάσουν άλλοι κι αναλαμβάνω τον σερασκέρ Χουρσήτ πασά...»


Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Οδυσσέας Ανδρούτσος και Ιωάννης Γκούρας 
καταστρέφουσι εν Φοντάνα μέγα τουρκικό στρατό το 1822
______________

«Γύρευε κάστρο εις τον ουρανό κι όταν το 'βρε εις την γης, έτρεξε σαν το όρνιον εις το ψοφίμι...»

Τότε, μ’ ένα γύρισμα της τύχης - «γύρευε κάστρο εις τον ουρανό κι όταν το 'βρε
 εις την γης, έτρεξε σαν το όρνιον εις το ψοφίμι», σχολιάζει την συγκυρία ο Μακρυγιάννης - ο Οδυσσέας θα βρεθεί αίφνης από επικηρυγμένος και κατασυκοφαντημένος, φρούραρχος των Αθηνών και αρχιστράτηγος της Ανατολικής Ελλάδας. Στις 27 Αυγούστου, με σώμα τριακοσίων οπλοφόρων και με τους Γκούρα, Μακρυγιάννη, Μαμούρη, Κατσικογιάννη θα μπει στο κάστρο της πόλης και, με λυμένα τα χέρια, θα κάνει ό,τι μπορεί για ν' αποδείξει στους ντόπιους ότι η πόλη τους δεν τελούσε υπό προστασία αλλά υπό στυγνή κατοχή.

Καθώς οι αρεοπαγίτες έχουν φρυάξει για την απροσδόκητη επιτυχία του εχθρού τους, ο Οδυσσέας από τη μια απαντάει σε κάθε απειλή με τη γνωστή του θηριωδία, παστρεύοντας δηλαδή τα «αγκάθια» κι από την άλλη, με «ψευτοκάπακο» καθυστερεί τους εχθρούς. Όταν θα γράψει στο εκτελεστικό περιμένοντας μια επικύρωση των πράξεών του, υπουργός των στρατιωτικών θα είναι ένας θανάσιμος εχθρός του - ο Κωλέττης - η επιστολή του οποίου, στις 21 Δεκεμβρίου 1822, προς τους Υδραίους, προδικάζει την τελεσίδικη προγραφή του Ανδρούτσου.

Αρχές του1823, ο Οδυσσέας θα μπει στο ελεύθερο Μεσολόγγι με τιμές και δόξες και από κει θα περάσει στο διχασμένο Μοριά, όπου θα συναντηθεί με τον Κολοκοτρώνη. Οι δυο άντρες είχαν δύναμη, αλλά διέφεραν μεταξύ τους στην κρίση και στις αποφάσεις. Ο Κολοκοτρώνης ήθελε μεν ν' απαλλαγεί από τους πολιτικούς, αλλά δεν δεχόταν «να μαγαρίσει τα χέρια του», ενώ ο Οδυσσέας ήθελε να ξεπαστρέψουν τους κοτσαμπάσηδες, επειδή φοβόταν ότι «αύριο θα τους σύρουν στη φούρκα».


Θανάσης Απάρτης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, 1958
___________

Θεατής στα μοραΐτικα και υδραίικα μασκαραλίκια, μουσαφίρης στο Άργος και στην πραγματικότητα ανεπιθύμητος ξενομερίτης, ο Οδυσσέας θα παραστεί στη Συλίμνα, θα δώσει όρκο πίστεως, και θα αισθανθεί ακόμα πιο ξένος όταν θα πληροφορηθεί το συμπεθεριό του Κολοκοτρώνη με τον εχθρό του Δεληγιάννη και την αποδοχή της αντιπροεδρίας του εκτελεστικού. Καπάκια κι εδώ μεταξύ ντόπιων, υπαναχωρήσεις και ανέντιμες συμμαχίες.

Αναχωρεί για την Αθήνα μαζί με τον Νέγρη - για τον οποίο δήλωνε ότι «δύναται να πωλήσει και να αγοράσει δέκα φοράς την Ελλάδα» - και ο Ιανουάριος του 1824 τον βρίσκει να πολιορκεί τη Χαλκίδα, χωρίς επιτυχία και πάλι. Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι τα πολιτικά μέσα έχουν μεγαλύτερη ισχύ από από τα όπλα, ο Οδυσσέας αρχίζει, έστω και αργά, να μυείται στη νέα «πολεμική τέχνη». Ο μεγάλος του καημός, ένας ρουμελιώτικος πολιτικός συνασπισμός που ν' αποφασίζει ανεξάρτητα από τους μοραΐτες - η «ιερή συνέλευση» όπως ονομάστηκε - σήμανε και το τέλος της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Ποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι ο νίκητής της Γραβιάς θα καταντούσε πολιτικός συνεργάτης του Νέγρη, του πιο φαύλου φαναριώτη απ’ όσους κατέβηκαν στον Αγώνα;

Η δεύτερη κάθοδός του στο Μοριά μοιάζει περισσότερο με απονενοημένο διάβημα. Όλες του οι αναφορές στην κυβέρνηση μένουν αναπάντητες, του δίνουν να καταλάβει ότι είναι παρείσακτος και, για του λόγου το αληθές, γίνεται στόχος τριών δολοφονικών ενεργειών που εξύφανε ο Κωλέττης. 

Το αποκορύφωμα του κατατρεγμού του είναι η ανάθεση της αρχηγίας των όπλων στον Κίτσο Τζαβέλλα. Οι πολιτικοί γνώριζαν ότι ισχυρότερο πλήγμα δεν μπορούσε να δεχθεί ένας οπλαρχηγός από την αντικατάστασή του - και δη από Σουλιώτες. Όλοι περιμένουν μια δυναμική αντίδραση από μέρους του, αλλά ο κατατρεγμένος δεν θ’ αντισταθεί. Αντίθετα ο Γκούρας, με την υποστήριξη της Διοίκησης και με τα χρήματα της πρώτης δόσης του δανείου έχει καταφέρει να εδραιώσει τη θέση του έναντι του Ανδρούτσου, που χωρίς φίλους και συμμάχους, χωρίς κάστρο και αρχιστρατηγία, νιώθει παρείσακτος στον ίδιο του τον τόπο.


Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: «Ο Ήρως της Γραβιάς Οδυσσεύς Ανδρούτσος το 1821» (1912)
___________

Από την οχύρωση της Ακροπόλεως στην οχύρωση της Μαυρότρουπας...

Η Σπηλιά αποτελεί απτή απόδειξη του αδιεξόδου στο οποίο είχε περιέλθει ο Ανδρούτσος και στον τρόπο που αντιδρούσε στον έξωθεν κλοιό. Από την οχύρωση της Ακροπόλεως είχε ξεπέσει στην οχύρωση της Μαυρότρουπας. Για να φτάσει κανείς στην είσοδο της Σπηλιάς, έπρεπε να αναρριχηθεί σε ξύλινες σκάλες μανταλωμένες στα βράχια. Ύψους σαράντα περίπου πόδια, η πρώτη σκάλα ήταν κάθετη, ενώ η δεύτερη σχημάτιζε γωνία και οδηγούσε σε μια τρίτη σκάλα στηριγμένη σε γείσωμα. Κατόπιν υπήρχε μια καταπακτή που, όταν έβγαιναν οι αμπάρες, οδηγούσε σε μια θολωτή καμάρα με τουφεκίστρες. Έξω από την κάμαρα υπήρχε ταράτσα με προμαχώνα και ανοίγματα για κανόνια. Το ύψος της Σπηλιάς έφτανε τα τριάντα πόδια και πάλι με σκαλοπάτια έφτανες σε ένα άλλο δώμα από συμπαγή πέτρα. Υπήρχαν ακόμα πολλές μικρότερες κάμαρες που συνδέονταν με στοά. Μια από αυτές είχε μετατραπεί σε παρεκκλήσι. Σημειωτέον ότι η Σπηλιά διέθετε δικό της νερό από μια κρυφή φλέβα του βουνού, οπότε αν αποσύρονταν οι σκάλες, μετατρεπόταν σε απάτητο φρούριο. Το ύψος της εισόδου από τη γη έφτανε περίπου τα διακόσια μέτρα. Στα χρονικά της Επαναστάσεως δεν υπάρχει άλλη περίπτωση οπλαρχηγού που να είχε κατασκευάσει ένα παρόμοιο καταφύγιο.

Εκεί είχε εγκαταστήσει την οικογένειά του, αφότου την απέσυρε από την Ακρόπολη, με τέσσερις φρουρούς διαφορετικής εθνικότητας καθώς και έναν σκύλο αγραφιώτικο - σωστό λιοντάρι. Εκεί θα μπορούσε ο Οδυσσέας να κρύβεται για πολλούς μήνες, ωσότου αλλάξουν τα πράγματα και μεταβάλλει γνώμη η κυβέρνηση. Όταν του το πρότεινε ο Τρελόνυ, η απάντηση ήταν αποστομωτική: ένα λάφι στα τελευταία του είναι πιο επίφοβο από ένα λιοντάρι αποκλεισμένο στη φωλιά του. 

Όντως δεν έμεινε αποκλεισμένος, μόνο που αυτή τη φορά είχε σημάνει η ώρα των Τούρκων. Μέσα στην παραφορά του γράφει στον Στάνχοπ: «...για να προφυλάξουμε τη ζωή μας τελευταίο καταφύγιο δεν μας μένει τίποτ’ άλλο παρά να προσπέσουμε στο έλεος των Τούρκων». Στέλνει τον Μουσταφά Γκέκα - έμπιστο Τουρκαλβανό - στον Ομέρ πασά, δηλώνει υποταγή με τον όρο να λάβει το καπετανάτο του Ευρίπου. Είναι φανερό δηλαδή ότι τέσσερα χρόνια αγώνα δεν έχουν άλλάξει διόλου τα κριτήριά του: διατηρεί ακόμα την αυταπάτη ότι μπορεί να επιβιώσει σαν αρματολός της προεπαναστατικής περιόδου.

Η εξόφθαλμη, αυτή τη φορά, συμμαχία με τον εχθρό επισφραγίστηκε με ένα σώμα ντελήδων καβαλάρηδων που τον ακολούθησαν δίκην φρουράς και έναν μπέη, ο οποίος είχε άναλάβει την επιτήρηση του καπετάνιου, «ακολουθώντας με όμμα γαλήνιον, πλην ενύποπτον όλας τας κινήσεις του».

Τον Φεβρουάριο του 1825 ο Τρελόνυ - φύλακας της σπηλιάς - βγήκε από το κρησφύγετο και συνάντησε στη Λειβαδιά τον Οδυσσέα, ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει ότι με τα νέα τάχα καπάκια επεδίωκε να σώσει τους πληθυσμούς και να ασκήσει πίεση στην κυβέρνηση για να εξασφαλίσει το μερίδιό του από το δάνειο. Ο Άγγλος δεν πείστηκε από τις εξηγήσεις του και δεν δίστασε να του προτείνει να δραπετεύσουν στην Ιθάκη με το πλοίο του συνταγματάρχη Μπέικον. Κάθε προσπάθεια όμως ήταν μάταιη· η τύχη του είχε κριθεί. Η κυβέρνηση και ο Μαυροκορδάτος είχαν αποφασίσει τη φυσική εξόντωση του Ανδρούτσου. 

Τα γεγονότα της Μαυρότρουπας θυμίζουν μυθιστόρημα περιπετειών. Ο Σκωτσέζος Φέντον, που ήδη ήταν με τον Τρελόνυ στο κρησφύγετο, είχε συνωμοτήσει με τον Ζάρβις, άνθρωπο του Μαυροκορδάτου και τον Γουάιτκομπ. Με αφορμή ένα αγώνισμα σκοποβολής, τη στιγμή που ο ανύποπτος Τρελόνυ σημάδευε το στόχο, οι δύο Άγγλοι τον πυροβόλησαν πισώπλατα. Ο Γουάιτκομπ προσπάθησε να ξεφύγει προς την έξοδο, αλλά ο σκύλος τού έκλεισε το δρόμο. Παρευθύς, εμφανίζεται ο Κάμερον (δεκανέας σε γαλλικό σύνταγμα πυροβολικού, που έμενε στη Σπηλιά) και πυροβολεί τον Φέντον στο κεφάλι, ενώ ο Τούρκος Αχμέτ, (άλλο μέλος της Σπηλιάς, κρεμάει τον Γουάιτκομπ ανάποδα. Ο Τρελόνυ είχε χτυπηθεί στη γνάθο και έφτυσε πολλά δόντια. Το άλλο βόλι τον έπληξε στη ράχη  και σφηνώθηκε στη σπονδυλική στήλη. Παρά την απουσία γιατρού, η θηριώδης φύση του θα τον βοηθήσει να αντεπεξέλθει.

Η Σπηλιά θα παραδοθεί στη Διοίκηση από την Ανδρούτσαινα, ενώ ο Τρελόνυ θα φτάσει στη Ζάκυνθο με αγγλικό πλοίο. Στο μεταξύ ο Οδυσσέας, παρά την υποστήριξη του Πανουργιά, νιώθει τον κλοιό γύρω του να στενεύει. Η κυβέρνηση έχει όλα τα εχέγγυα για να τον θεωρεί εχθρό του Αγώνα και του λαού και να ονομάζει την καταδίωξή του «κακοδυσσέως η πανήγυρις». 



«Κακοδυσσέως η πανήγυρις»

Θριαμβευτής του εμφυλίου, ο Γκούρας εισπράττει στο Ναύπλιο σαράντα χιλιάδες γρόσια και άλλες εκατό χιλιάδες για την καινούργια εκστρατεία. Ξεκινώντας στις 11 Μαρτίου μαζί με τον Κριεζώτη και έξι χιλιάδες στράτευμα, φροντίζει να πάρει μαζί του και τον αδελφό του Ανδρούτσου Βαγγέλη για να προσδώσει δικαιότερο χαρακτήρα στην καταδίωξη. Διαπιστώνοντας μάλιστα την απροθυμία των πληθυσμών βγάζει προκήρυξη για να τους συσπειρώσει: «Ανάγκη λοιπόν μικροί και μεγάλοι να οπλισθήτε και ενωμένοι με τα υπό την οδηγίαν μου στρατεύματα του Έθνους να εκδικηθήτε εναντίον του εξωλεστάτου τούτου Οδυσσέως και του συμβούλου του μιαρωτάτου Άγγλου Τρελλώνη».

Όταν πια και οι δικοί του - ακόμα και τ’ αδέλφια του - αρχίζουν να φεύγουν δελεασμένοι από την αντίπαλη παράταξη, που τους έταζε «τριών μηνών μισθούς», το μόνο που απομένει στον Οδυσσέα είναι είτε να καταφύγει οριστικά στου Τούρκους είτε να παραδοθεί ελπίζοντας στην επιείκεια των πολιτικών εχθρών του. Η παράδοσή δεν έγινε χωρίς αμοιβαίες υποσχέσεις. Ο Κριεζώτης - που είχε συμπολεμήσει με τον καταζητούμενο στην Εύβοια - ζήτησε να συναντηθούν και επικαλέστηκε τον πατριωτισμό του και τους κινδύνους της πατρίδας από την απόβαση του Ιμπραήμ. Μάλιστα αν άφηνε τους Τούρκους του υπόσχονταν - του Γκούρα μη εξαιρουμένου - να τον αφήσουν ήσυχο. Για την ειλικρίνεια του Κριεζώτη δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο ο Γκούρας «πολιτευόταν» εκείνη την ώρα τον αντίπαλό του. Δεν ήθελε μόνο να έμφανίσει την παράδοση σαν στρατιωτική νίκη, αλλά απέβλεπε και στους «θησαυρούς» της Σπηλιάς, που εύκολα θα περιέρχονταν στα χέρια του.

Ωσότου ο Ανδρούτσος μεταχθεί στην Αθήνα, θα συμβούν πολλά - ακόμα και απόπειρα να τον απαγάγουν οι δικοί του - αλλά η μόνη λύση ήταν να πείσει την κυβέρνηση να τον περάσουν από «κριτήριο» για να αποδείξει την αθωότητά του. Φτάνοντας αλυσοδεμένος στην Αθήνα, θα αντιμετωπίσει για πρώτη φορά τη διαπόμπευση.

«Η υπόληψις αυτού παρά τω λαώ και τους στρατιώτας είχε παντελώς εκπέσει, και οικτράν πλέον μόνον εικόνα πεπτωκότος μεγαλείου παρίστα ο Οδυσσεύς. Αι γυναίκες ερράπιζον αυτόν το δε πλήθος ολίγου δειν ελιθοβόλει καθ’ οδόν τον ήρωα του χανίου της Γραβιάς», γράφει ο Καρλ Μέντελσον-Μπαρτόλντι.

Ανάλογη εχθρότητα αντιμετώπισε τον πρώτο καιρό, όταν άνθρωποι βαλτοί από τον αντιφρούραρχο Μαμούρη τον περιύβριζαν και τον προπηλάκιζαν με απώτερο σκοπό να θεωρηθεί επικίνδυνος και να κλειστεί στο κάστρο. Πράγματι κλείστηκε τελικά στον «Γουλά», τον φράγκικο πύργο της Ακρόπολης. 


«Γουλάς» ή «Κουλάς», ο φράγκικος πύργος της Ακρόπολης, όπου φυλακίστηκε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος
____________
Η δολοφονία

Στις 6 Ιουνίου θα δολοφονηθεί από τους Μαμούρη, Τριανταφυλλίνα, Παπακώστα και Θεοχάρη με σκληρά βασανιστήρια. Η διαταγή είχε δοθεί από τον Γκούρα με την εξής συνθηματική έκφραση προς τον Μαμούρη: «να φροντίση να πωλήση το λάδι, διότι εάν μείνη απούλητον η τιμή θα ελαττωθή μεγάλως και θα χαθή».

Η ιατροδικαστική έκθεση που συνέταξε ο Ιταλός Βιτάλης πιθανώς είναι η μοναδική στον κόσμο έκθεση όπου εκτός του θανάτου πιστοποιείται και το ποιόν του θανόντος. «Τα θραύσματα του κροταφικού οστού, επί του οποίου το κάταγμα, προσβαλλόντα τον εγκέφαλον, επέφεραν αυτοστιγμεί τον θάνατον, άξιον εις κακούργον προδότην της πατρίδος».


Kοζή Δεσύλλα, Προσωπογραφία του Oδυσσέα Aνδρούτσου, γύρω στα 1870.
Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα
______________

Πηγές

  • Κωστή Παπαγιώργη, Τα καπάκια, Βαρνακιώτης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος, εκδόσεις Καστανιώτη
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, εκδόσεις Μπάυρον

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

Το «αλυπιακόν μοσχάτον» στη ζωή ενός στερημένου λυπομανούς· Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


«Εκεί επωλείτο η ευθυμία...»

«.......η Παλαιά Αγορά...υπόγεια με δεκαπέντε και είκοσι σκαλοπάτια κάτω, όπου ήτο κόπος ν' αναβή τις πλέον, άμα άπαξ κατέβαινεν. Εκεί επωλείτο η ευθυμία. Με είκοσι ή τριάντα λεπτά ηγόραζέ τις μεγάλην δόσιν, μέγα ποσόν ευθυμίας. Με εξήντα λεπτά ηγόραζον ολόκληρον την ευθυμίαν.»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις



«Ο παπα-Αλύπας επήγε κ' εγκατεστάθη οριστικώς εις το νεόκτηστον σταυροπηλιακόν και πατριαρχικόν Κοινόβιον του Ευαγγελισμού………Ως ηγούμενος διέπρεψε, κ' εφημίσθη μάλιστα το Αλυπιακόν μοσχάτον, όπου αυτός περιτέχνως κατεσκεύαζε. Ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν’ ανακουφίζει τας λύπας, τους καημούς και τα βάσανα του κόσμου τούτου».
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μαύρα κούτσουρα




Οίνος ο παυσίλυπος.... 

Στον περίβολο του Ιερού Ναού των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή, διασώζεται μέχρι σήμερα το κελί, όπου έζησε φιλοξενούμενος από τον παιδικό του φίλο, μοναχό Νήφωνα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Την εποχή εκείνη είχε έρθει από τη Σκιάθο ο Νικόλαος Διανέλλος, ο καλύτερος του φίλος από τα εφηβικά του χρόνια, τα δύσκολα χρόνια της ματαίωσης, με προορισμό το Άγιο Όρος, όπου θα μόναζε.

Ο Νήφων όμως ανέβαλλε διαρκώς την αναχώρησή του, γνωρίστηκε με τους επιτρόπους και τους ιερείς του ναού και του παραχώρησαν το καμαράκι να μένει. Στο καμαράκι, που είχε ένα πατάρι, αρκετά μεγάλο, κοιμόταν ο μοναχός, πάνω σ’ ένα αχυρένιο στρώμα και κει  αργότερα φιλοξένησε και τον Αλέξανδρο. 

Κοντά στους Αγίους Αναργύρους ήταν η ταβέρνα του Καχριμάνη, εκεί πήγαινε ο Παπαδιαμάντης με τον Νήφωνα και έτρωγαν. Κάθονταν αρκετές ώρες κουτσοπίνοντας και συζητώντας. Ο Νήφων τον μύησε στα μυστικά του οίνου και τα ’πιναν οι δυο τους στο ταβερνομπακάλικο του Καχριμάνη καθημερινά σχεδόν.

«Το Μπακάλικο του Καχριμάνη», Σαρρή 15 και Αγίων Ασωμάτων. Στο ισόγειο διώροφης οικίας, της πρώτης οθωνικής περιόδου, στεγαζόταν το Μπακάλικο του Καχριμάνη, όπου σύχναζε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, όταν έμενε στου Ψυρρή.
____________________

Το «αλυπιακόν μοσχάτον»

«Ο Νήφων έπαιξε ρόλο στη ζωή του Παπαδιαμάντη, πιθανότατα επειδή έφερε πάνω του κάποια φευγαλέα παπαδιαμαντικά γνωρίσματα. Αποσχηματισμένος μοναχός, με σχέδια ζωής πάνω από τις δυνάμεις του, καψοκαλύβας καί ερημοσπίτης, θύμιζε άνθρωπο που κάποιος τον είχε μουντζώσει. Επιπλέον, ήταν μέγας πότης - πέθανε από το πιοτό- και αποτελούσε ιδανική συντροφιά για το μπακάλικο του Καχριμάνη. Αυτός ήταν ο διδάσκαλος του μεγάλου παπαδιαμαντικού ελαττώματος, του αλκοολισμού, που βοήθησε τα μάλα τη λογοτεχνία του και τη ζωή του. Εξωθημένος σε μια πενιχρή περιθωριακή ζωή, σε λαϊκούς χώρους με συντροφιά κάποια ναυάγια της ζωής, ο Αλέξανδρος θα δεχθεί ως φυσικό συγγενή του το κρασί. Μέχρι τέλους θα του μείνει πιστός.

Στη ζωή ενός στερημένου λυπομανούς που δεν χαρίζεται στις νεανικές του επιθυμίες, το κρασί μπορεί κάλλιστα να κρατήσει τον ρόλο ερωτικού υποκατάστατου. Σαν ευεργετικός εμβολιασμός του τραυματισμένου εγώ, η έκσταση της μέθης χαρίζει αναψυχή και παραμυθία, χωρίς να στερεί το παραμικρό από τους άλλους. Είναι μια καθαρά ιδιωτική και ανακουφιστική αυτοπάθεια. 

Είναι μήπως σύμπτωση ότι επέμενε τόσο στο «αλυπιακόν μοσχάτον»; Από χαρακτήρα, ο Παπαδιαμάντης δεν έπινε για να ξεσπάσει, για να αλλάξει τον κόσμο γύρω του ή να φανερώσει τα κρυφά που τον καταδυνάστευαν. Το κρασί, αντίθετα, του χάριζε μια εσωτερική γαλήνη, το σπίθισμα της πνευματικής μεταρσίωσης που τόσο το είχε ανάγκη, και τόσο τίμησε τους τόπους όπου σύχναζε και τους συμποτικούς αδελφούς. Αν κάθε μέθη σέρνει μέσα της και ένα ερωτικό λείψανο, ο Αλέξανδρος τιμούσε τον «έρωτά» του, γι’ αυτό κατέληγε ομαλά σε ψαλμωδίες. «Και ο απονύχτερος βακχευτής ήρχιζε, μετά τρυφερής μεσοφωνίας, μετά ψιθύρου και παθητικού τόνου να υποτερετίζη...»

Το άλλο πάθος του ήταν το κάπνισμα. Τα «ψιλά Αγρινίου, του Βάρκα...» τα αγόραζε χύμα, με την οκά, και το τραπέζι του στην εφημερίδα ήταν κατάστικτο από καψίματα. Πότης, καπνιστής, άνθρωπος που ήξερε το καλό φαγητό επειδή είχε σπουδάσει την πείνα - αλλά ποτέ τρεχέδειπνος -, ο νέος συγγραφέας θα αφήσει στην Ιστορία των γραμμάτων αυτή τη φιγούρα του άπλυτου, του κακοντυμένου, του λιγομίλητου επαρχιώτη, που θα κέρδιζε πολλά σαν συγγραφέας επειδή είχε χάσει πολλά σαν άνθρωπος. 

Κάτι από αυτή την εικόνα διασώζει το πορτραίτο του Δ. Χατζόπουλου: 

«Ο κ. Παπαδιαμάντης, ο εκ της νήσου Σκιάθου συγγραφεύς, ο ιδιόρρυθμος, ο εκκεντρικός, ο Μπεμ, ο Μένιππος φιλόσοφος, ο άνθρωπος των καπηλειών και των τρωγλών, ο θαυμάσιος τύπος, ο ειλικρινής χαρακτήρ, ο περιφερόμενος συχνάκις ανά τας οδούς με το τετριμμένον και ξεθωριασμένον έπανωφόριον, με την ράβδον παραμάσχαλα...»

Κωστή Παπαγιώργη, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, 
Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 102 - 104

Ο Παπαδιαμάντης με το φίλο του Γιάννη Βλαχογιάννη στη Δεξαμενή το 1908.


Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

«Στα πάντα είμαι εξομολογητικός»: ο Κωστής Παπαγιώργης με τα λόγια τα δικά του.


Κωστής Παπαγιώργης διά χειρός Χρόνη Μπότσογλου (1991)
__________

Χαζοευτυχισμένα παιδικά χρόνια...

«Θα προτιμούσα να κόψω τρία δάχτυλα παρά να γράψω για τα παιδικά μου χρόνια που ήταν χαζοευτυχισμένα, όπως των περισσοτέρων. Η παιδική ηλικία θα είχε νόημα αν γεννιόμασταν γέροι και πεθαίναμε βρέφη, αλλά όπως είναι τώρα δεν την καταλαβαίνω. Έζησα, πάντως, στο λιμάνι της Κύμης από το ’50 ως το ’60 και ήμουν δασκαλοπαίδι. Αυτό τα λέει όλα».

Από συνέντευξη του Κωστή Παπαγιώργη στην Σταυρούλα Παναγιωτάκη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Γυναίκα» τον Αύγουστο του 1995 με τίτλο «Ο φιλόσοφος που γελά»


Στο χωριό που γεννήθηκα, το Νεοχώρι Ύπατης, δεν αξιώθηκα να πάω ποτέ. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος και όλη η οικογένεια, τέσσερα άτομα δηλαδή μαζί με τον αδελφό μου, τον ακολουθούσαμε σε κάθε μετάθεση που έπαιρνε. Έχω κάτι θαμπές παραστάσεις από την Κάρυστο, όπου — όταν ο πατέρας μου εμφανιζόταν στην αγορά — οι Αρβανίτες έλεγαν: «Σσσστ, μιλάτε ελληνικά, έρχεται ο δάσκαλος!» 

Αλλά τα αληθινά μου παιδικά χρόνια άρχισαν στο λιμάνι της Κύμης, όπου ζήσαμε δέκα χρόνια στη σειρά. Οι κάτοικοι ήταν λίγοι, καμιά πενηνταριά οικογένειες, στέγη δεν υπήρχε για να μας στεγάσει, και ο πατέρας μου υποχρεώθηκε να χτίσει μόνος του τους τοίχους και να φτιάξει τη σκεπή με τα κεραμίδια σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι που είχε γίνει περιστεριώνας. Με προσωπική εργασία αναμόρφωσε μια αίθουσα ενός κτιρίου που είχε χρησιμοποιηθεί κατά τον πόλεμο σαν αποθήκη των Γερμανών και την έκανε σχολείο. Εκεί θυμάμαι έκοβε το τυρί και έψηνε το γάλα σκόνη που έστελνε η αμερικανική βοήθεια. Τον θυμάμαι πολύ καθαρά, προτού ακόμα φέξει για τα καλά, να στέκει πλάι στο καζάνι και μεις, πιτσιρίκια εφτάχρονα, να περιμένουμε στη σειρά με τα κυπελάκια στο χέρι...

Το δασκαλίκι το είχε για βιοπορισμό· η αληθινή του κλίση στρεφόταν προς τη χειρωναξία. Ήταν κτίστης, μαραγκός, αυτοσχέδιος γιατρός — είχε τρυπήσει όλους τους κώλους του χωριού με τις περίφημες εκείνη την εποχή πενικιλίνες —, κουρέας και γεωργός. Δεν τον θυμάμαι ποτέ να διαβάζει, αντίθετα όλα κείνα τα χρόνια τον άκουγα να  ροκανίζει ή να λιανίζει ξύλα με το τσεκούρι στο υπόγειο του σπιτιού. Αυτές οι ικανότητες τον έκαναν αγαπητό στους ντόπιους, οι οποίοι σπάνια τον έβλεπαν στο καφενείο. Μπορώ να πω ότι είχε και κάποια ελαφρά κλίση προς την καλλιτεχνία. Έφτιαχνε γλυπτά από άλιπα — ένα μαλακό ύλικό που υπάρχει σε κείνα τα μέρη —, προσωπογραφίες συνήθως φίλων ή συναδέλφων.

Ο πατέρας του Κωστή Παπαγιώργη, Αριστείδης, στα χρόνια της Κύμης.
_____________

Απείχε από την τοπική κοινωνική ζωή και μάλλον τα πολιτικά της εποχής ήταν ο λόγος. Η αδερφή του είχε πεθάνει στη φυλακή, ο αδερφός του ήταν καταδικασμένος σε θάνατο και ο ίδιος μόλις είχε γυρίσει από εκτοπισμό στην Ικαρία. Άλλωστε δεν κάπνιζε, δεν έπινε, δεν ήταν φουστανάκιας, τσαμπουκάς, ξενύχτης. Μετά το 1950 αυτός ο άνθρωπος κλείστηκε στο σπίτι του και δεν ξαναβγήκε. Σχολείο — σπίτι ήταν όλη του η ζωή. 

Τον θυμάμαι πάντως κάτι απογεύματα να παίζει βιολί μέσα στην αίθουσα —τότε πηγαίναμε σχολείο πρωί και απόγευμα — και να τραγουδάει σωστά, γιατί είχε γνώσεις μουσικής από το διδασκαλείο. Εφημερίδα δεν αγόραζε, πού να τη βρει κιόλας, μόνο τα Σάββατα ανέβαινε στην Κύμη και έφερνε τον Ταχυδρόμο που επί μια εβδομάδα ήταν το αξιοπερίεργο του σπιτιού. 

Ακόμα πρέπει να πω ότι ήταν τακτικός ψάλτης στην Εκκλησία και έβγαζε σχεδόν μόνος του τη λειτουργία γιατί ο κανονικός ψάλτης ερχόταν από άλλο χωριό με γαϊδούρι και σχεδόν πάντα σουρωμένος.

[...] Όταν από την τετραμελή οικογένεια είχαμε μείνει μόνο εγώ κι ο πατέρας μου, έμενα πια στο Χαλάνδρι για να κάνω αυτό που δεν είχα φανταστεί ποτέ — να γίνω γηροτρόφος του πατέρα μου. Πράγματι, του στάθηκα ως τη στιγμή του θανάτου του. Περιττό να σου πω ότι μαλώναμε ως τη στιγμή που έκλεισε τα μάτια του. Μοιάζαμε τόσο πολύ ώστε ήταν αδύνατο να περάσουμε μια μέρα χωρίς να χαλάσουμε τις καρδιές μας.

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων,
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 17- 21, 92)

Ο Κ. Παπαγιώργης, οκτώ ετών, σε γάμο στην παραλία της Κύμης το 1955
____________

«Υπεράριθμος, καρέκλα με τρία πόδια, παιδί του Καιάδα....»

Ευτυχώς, δεν υπήρχαν βιβλία στο σπίτι. Κάποια δασκάλα είχε δωρίσει [στον πατέρα μου] τη βιογραφία του Βαν Γκογκ, που έστεκε χρόνια σε ένα ράφι πλάι στην Ιστορία της φιλοσοφίας του Θεοδωρίδη και σε μια συνοπτική βιογραφία του Νίτσε γραμμένη από τον Τσβάιχ. Αυτά ήταν και τα πρώτα βιβλία που διάβασα — εκτός από τα Κλασσικά εικονογραφημένα βέβαια. 

Το κλίμα του σπιτιού δεν είχε σχέση με το πνεύμα, ήταν η απόλυτη αυστηρότητα... το δασκαλίκι τότε εκφραζόταν με απηνή μέριμνα για την καλλιγραφία και την ορθογραφία. Δύο πράγματα οπού ήμουνα μπούφος. Γι’ αυτό, όταν, μετά από χρόνια, του είπα ότι γράφω βιβλία με κοίταξε συγκαταβατικά και μου είπε: «Ένα παιδί που ήταν τόσο ανορθόγραφο, πώς είναι δυνατόν να γράφει βιβλία;»

Αυτό που δεν κατάλαβα ποτέ ήταν ο τρόπος με τον οποίο μας είχε επιβληθεί αυτός ο άνθρωπος — σε μένα και τον αδελφό μου. Τα άλλα παιδιά του χωριού οι γονείς τους τα σάπιζαν στο ξύλο. Εμείς το πολύ να δεχόμασταν κάποια ξυλιά στα πόδια. Εντούτοις ήμασταν τα πιο τρομοκρατημένα παιδιά.

Παιδί φιλάσθενο, μίζερο, προβληματικό. Σε ηλικία δέκα χρονώ είχα διαπλάσει τον μελλοντικό μου χαρακτήρα. Από τότε ένιωθα σαν τον άνθρωπο που του λείπει το δέρμα και ό,τι τον αγγίξει τον τραυματίζει. Ζήλευα τα χωριατόπαιδα για τον αυθορμητισμό τους, για τα απίθανα καμώματα με τις βάρκες που άρπαζαν κρυφά — αυτό μου έχει μείνει απωθημένο. Έπαιζα ξύλο καθημερινά για να τους μοιάσω...

Στο γήπεδο του Χολαργού, 1963
___________

Το μόνο που με ενδιέφερε τότε ήταν το ποδόσφαιρο. Εκεί πρωτοκατάλαβα τον εαυτό μου. Πάνω στο παιχνίδι, ξέρεις, ο άλλος σου αναγνωρίζει ότι είσαι απαραίτητος, σε φωνάζει με το όνομά σου, παραδέχεται πως υπάρχεις — όλα αυτά είναι βασιλικός πολτός για το παιδί.

Ενώ μέσα στο σπίτι δεν είχα ακούσει ποτέ κανέναν να επαίρεται για κάτι — ο πατέρας μου ποτέ δεν περιαυτολογούσε —, εγώ άρχισα να διαπλάθω ένα παράνομο «εγώ» εκτός οικογένειας, μέσα στην άλάνα. Ήμουνα κάποιος μακριά από τη δεσποτεία του δασκάλου. Τα παιδιά δασκάλων, παπάδων, δικαστικών, μπάτσων, κ.τ.λ. έχουν αυτό το πρόβλημα — πρέπει να επινοήσουν τον εαυτό τους εκτός οικογένειας... 

[....] από τότε γεννήθηκε μέσα μου μια περίπλοκη διάθεση που δεν με εγκατέλειψε ποτέ. Εκεί που μου μιλούσαν για τετράγωνο, εγώ έψαχνα την πέμπτη πλευρά του τετραγώνου. Μου άρεσε το αίσθημα ότι είμαι υπεράριθμος, καρέκλα με τρία πόδια, ελαττωματικό ανταλλακτικό, παιδί του Καιάδα και άλλα παρόμοια. 

Καταλαβαίνεις λοιπόν τι έπαθα όταν σε ηλικία δεκαεπτά ετών, στην Αθήνα πλέον, ο Νίκος Νασοφίδης, ένας συμμαθητής, μου πρωτομίλησε για βιβλία. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι τα μύχια αισθήματά μου ήταν καταγεγραμμένα φαρδιά-πλατιά σε σελίδες. Το θεώρησα ανοσιούργημα! 

Τότε διάβασα τον Έφηβο του Ντοστογιέφσκι. Για να είμαι ειλικρινής δεν πολυκαταλάβαινα. Αλλά μπορούσα να απομονώνω φράσεις και να τις σιγοψιθυρίζω όπου σταθώ κι όπου βρεθώ: «Η γυναίκα είναι μια μεγάλη δύναμη», «η μουσική είναι η έκφραση του ανεκφράστου» έλεγα και ένιωθα μέλος μιας αόρατης αδελφότητας μυημένων... 

Τρίχες δηλαδή, αλλά χωρίς αυτές δε βάζεις χρόνια.

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων, 
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 22-37)


Κωστής Παπαγιώργης: Ο Πιο Γλυκός Μισάνθρωπος, σκηνοθεσία - σενάριο: Ελένη Αλεξανδράκη 
_____________

Ασκήσεις θάρρους και άλλα παιδικά καψόνια... 

Μικρός δεν θυμάμαι να είχα ποτέ τη φοβία των κλειστών χώρων. Βέβαια στο λιμάνι όταν μας καβαλούσε ο διάβολος, κάναμε πολλές βάρβαρες ασκήσεις αντοχής.
Κλείναμε κάποιον σε μια ψαροκασέλα που βρισκόταν σύρριζα στο χασάπικο του Γαβρίλη, ρίχναμε επιδεικτικά το βάρος μας πάνω στο καπάκι και αρχίζαμε το μέτρημα. Πόσο θα άντεχε; Ίσαμε το 70, το 8ο, το 1οο, το 120; Όσο σκληρός κι αν ήταν, σε μια στιγμή έσκαγε και άρχιζε να ζητάει βοήθεια. Ήταν το σύνθημα. Τότε ξεκίναγε το καψόνι. Οι μεγαλύτεροι, που ήταν και οι πιο χειροδύναμοι, όχι μόνο δεν ίδρωνε το αφτί τους με τα «Ανοίξτε, πεθαίνω, γαμώ το καντήλι σας...», αλλά καθυστερούσαν μέχρι να ακουστούν από μέσα κλάματα και ικεσίες.

Για να πετύχει το αστείο και να κάνει τον κύκλο της πλατείας έπρεπε ο εγκλωβισμένος να σπάσει, να βγει από το κασόνι ράκος σωστό. Επιπλέον, κείνες τις δύσκολες στιγμές, τον ανάγκαζαν να λέει μεγαλοφώνως διάφορες βρισιές για τη μάνα του και την αδελφή του που μετά ήταν δύσκολο να τις πάρει πίσω. «Το κάνει η μάνα σου για μια λίρα...» «Ναι, το κάνει· ανοίξτε...»

Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στα ξεροπήγαδα που ήταν προχείρως καλυμμένα με κλαδιά και σκουριασμένες λαμαρίνες. Κατεβαίναμε με σχοινιά ή και χωρίς καμιά βοήθεια, πατώντας προσεχτικά στις εσοχές των τοιχωμάτων, μόνο και μόνο για να αποδείξουμε ότι ο φόβος που νιώθουμε δεν ίσχυε. Το βάθος δεν πρέπει να ήταν μεγάλο. Πέντε, το πολύ έξι, μέτρα. Αλλά στον πάτο, όπου δεν αποκλείονταν τα φίδια, οι σαύρες και τα σερπετά, το στρογγυλό κομμάτι του ουρανού, με τα κεφαλάκια στα χείλη του φιλιατρού, άρχιζε να παίρνει δυσανάλογη αξία.

Το ανέβασμα άρχιζε αμέσως, αλλά από πάνω έβαζαν μπροστά τά μεγάλα μέσα· έριχναν χώματα, κλαδιά, ενίοτε και αναμμένα στουπιά, ό,τι έβρισκαν τέλος πάντων, για να σου κάνουν τη ζωή δύσκολη. Στις σπάνιες περιπτώσεις που υπήρχε σχοινί, σε άφηναν να ανέλθεις ως τα μισά περίπου, και αίφνης ένιωθες το σχοινί άψυχο στα χέρια σου. Ο αναρριχώμενος παγιδευόταν κακήν-κακώς, με την πλάτη στο φρεάτιο και τα πόδια τεντωμένα απέναντι. Τότε άρχιζε τo μαρτύριο: «Πες κάτι για το μουνί της αδελφής σου».

Μέσα στα πηγάδια δεν έμεινε αγάμητη μάνα κι αδελφή. Εγώ αδελφή δεν είχα, όσο για τη μάνα μου —την τιμημένη «κυρα-δασκάλα»—, κανείς δεν τολμούσε να την πιάσει στο στόμα του. Μια φορά μόνο χρειάστηκε να εξωμοτήσω και, με τα μάτια τυφλωμένα από το χώμα, να φωνάξω «Ζήτω ο Ολυμπιακός!»· κι άλλη μια φορά στην ψαροκασέλα, όπου ξεγελάστηκα και μπήκα, με αποτέλεσμα να μιλήσω για τη μάνα του Αστερίου, που άνοιξε άμέσως με απειλητικές διαθέσεις.
Κωστή Παπαγιώργη, Σύνδρομο αγοραφοβίας, 
εκδόσεις Καστανιώτη (H' Συνεδρία, σελ. 129-131)


Margaret Keane, Little Boy, 1967
__________

Ααρών εναντίον Μωυσή ...

Είχα μεγάλες δυσκολίες να ενσωματωθώ στην εκάστοτε κοινωνική ομάδα. Τα χρόνια του Δημοτικού, σχεδόν δεν υπήρχε μέρα που να μην τσακωθώ... Είχα κάποιο σαράκι; ένα σπέρμα κοινωνικής διχόνοιας που δε μ’ άφηνε ήσυχο; ένα μικρό ψεγάδι στον εγκέφαλο που με έκανε άνω-κάτω και δε μου επέτρεπε να φερθώ φυσιολογικά;

Κάποτε μιά φίλη μου, κόρη στρατηγού, με την οποία είχαμε ζήσει μαζί κάνα-δυο χρονάκια, είχε πει γελώντας: «Είσαι ελαττωματικό ανταλλακτικό, αλλά τι πειράζει; Εγώ σε πάω». Το ελάττωμα αφορούσε στις σχέσεις μου με τον προφορικό λόγο, που με καθιστούσαν αυτόχρημα εξαίρεση, με έβγαζαν από την κοινωνική σειρά κι έκαναν τα απλά πράγματα σπαζοκεφαλιές.

Αυτή η ιστορία είχε άρχίσει πολύ απλά όπως όλες οι ψυχικές ασθένειες. Στις έξι τάξεις του Δημοτικού Σχολείου —πέντε στο λιμάνι και μια στο Χαλάνδρι — δε θυμάμαι να είχα κάποια ειδική δυσκολία στην ομιλία. Το μόνο που με ξένιζε ήταν η ματιά του πατέρα μου: αλλιώς με κοιτούσε στο σπίτι, αλλιώς στο σχολείο. Το «δάσκαλο» ποτέ δεν τον κατάλαβα. Κατά τα υπόλοιπα, λάλαγα όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας μου.

Τα αληθινά προβλήματα άρχισαν με την εισαγωγή στο Γυμνάσιο. Είχα περάσει πρώτος στις εξετάσεις, γιατί διαγωνίστηκα μέ παιδιά ψαράδων, ναυτικών, γεωργών και ξυλοκόπων που δεν είχαν δει ποτέ βιβλίο στα σπίτια τους. Ως πρώτος λοιπόν, είχα και ειδική μεταχείριση. Δε με σήκωναν στο μάθημα, προσπερνούσαν το όνομά μου στον κατάλογο με ένα ευχάριστο μουρμουρητό, και όταν κάποια απορία κυκλοφορούσε μέσα στην τάξη, ο Τρίμης έστρεφε το πρόσωπό του προς τη μεριά μου με εμπιστοσύνη. Τον δικαίωσα; Το βέβαιο είναι ότι, και να ήξερα μιαν απάντηση, αποκλειόταν να την προφέρω μέσα σε πενήντα παιδιά. Η συστολή μου έφτανε μέχρι αφασίας. Τότε εμφανίστηκε ο γλωσσοδέτης που έγινε πανίσχυρο καθεστώς κατά τα επόμενα χρόνια. 

Κάποιο ρολάκο πρέπει να κράτησε σε αυτό το μικρό δράμα και ο φιλόλογος Ιωάννης Νοτάρης — αιωνία του η μνήμη. Έχοντας μείνει, όπως έμαθα, ένα μεγάλο διάστημα σε νοσοκομείο, είχε άφοσιωθεί σε μελέτες της αρχαίας ελληνικής «πανεπιστημιακού επιπέδου». Ξεφτέρι λοιπόν, μανιακός με τη διδασκαλία, ήθελε να κάνει τα γυμνασιόπαιδα του Χαλανδρίου μέλη ενός δικής του εμπνεύσεως πανεπιστημίου. Αδιαφορούσε επιδεικτικά για τη διδακτέα ύλη, παρέδιδε διπλάσια καί τριπλάσια από το κανονικό, όσο για τους βαθμούς, τους έβαζε με ένα αυστηρό σταγονόμετρο. Το «15» ήταν το δικό του «άριστα».

Όταν λοιπόν —για κακή μου τύχη— εμφανίστηκα στο δεύτερο εξάμηνο της Πρώτης Γυμνασίου, με βαθμό «19» από το Γυμνάσιο της επαρχίας, είχε την ιδανική ευκαιρία να δείξει στους μαθητές του τη διαφορά της δικής του τάξης από τη λοιπή Ελλάδα. Αυτό που τον σκανδάλιζε ήταν το «19», το οποίο θα πρέπει να κουδούνιζε μέσα στο νου του σα Βραβείο Νόμπελ. Έσπευσε λοιπόν να με σηκώσει στο μάθημα και προέβη σε κανονική ανθρωποθυσία. Τη λέξη «Συντακτικό» σχεδόν την αγνοούσα μέχρι τότε, παραταύτα εκείνος επέμενε να με ανακρίνει με όλους τους τύπους για την αιτιατική απόλυτο και το σύναρθρο απαρέμφατο. Προφανώς ήθελε να με αφήσει άναυδο — και τα κατάφερε.

Όταν ξανάκατσα στο θρανίο, εγώ και η ξεπουπουλιασμένη μου επαρχία, δεν είχε μείνει τίποτα από το «19». Εφεξής περιορίστηκα στο «10», καί μάλιστα χαριστικά. Αλλά η δυσπραγία μου δεν περιορίστηκε μόνο στις ώρες της διδασκαλίας, που επανειλημμένα θύμιζαν διαπόμπευση για τον επαρχιώτη μαθητή. Σιγά-σιγά αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι οι λέξεις ταλαιπωρούνταν σκληρά μες στο στόμα μου. Όχι πάντα βέβαια· όχι σε κάθε κατάσταση. Υπήρχαν όμως περιστάσεις όπου γινόμουνα μουγγός με τα όλα μου. Η ανάσα έμπαινε, άλλά δεν έβγαινε.

Ήταν στιγμές που η γλώσσα με ήθελε και όλα πήγαιναν ρολόι· ήταν πάλι στιγμές που οι λέξεις έσπαγαν μέσα στο στόμα μου και τις έφτυνα συλλαβή προς συλλαβή πάνω στο πρόσωπο του άλλου με κάποιο αφόρητο αίσθημα ντροπής και ενοχής. Ειδικά σε διάθεση θυμού μού ήταν αδύνατο να ξεκινήσω μια πρόταση και να τη βγάλω πέρα. Σκοτείνιαζαν τα μάτια μου, το στέρνο μου δενόταν από μέσα κόμπο, λαλιά όμως δεν έβγαινε ούτε για δείγμα.


Όταν κάποτε συμβουλεύτηκα έναν ειδήμονα, αφού με άκουσε με συγκατάβαση, έβγαλε αυτοσχεδίως τη διάγνωση. Τίποτα το έμφυτο δεν με παίδευε. Όλα οφείλονταν στις πρωτοβουλίες του πρώτου μου παιδαγωγού, ήγουν του πατέρα μου. Αν και ήμουνα εκδηλωμένος αριστερόχειρας, ο σοφός παιδοτρίβης δεν δίστασε, ενονόματι της ομοιομορφίας και του ορθόδοξου βίου, να με κάνει με το στανιό δεξιόχειρα. Φυσικά, όταν έπαιρνε το μολύβι από το αριστερό χέρι και μου το έβαζε με το ζόρι στο δεξί, δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι μου προετοίμαζε σαν πυθία μια ζωή στέρησης και αστείας οδύνης. Αλλά ο κύβος είχε ριφθεί.




Η κατάσταση είχε ως εξής: Αν αποκαλέσω συμβατικά Μωυσή τα όσα σκεφτόμουνα κι ένιωθα, και αν βαφτίσω Ααρών τα όσα πάσχιζα να ξεστομίσω, μπορώ να πω ότι ο Μωυσής τα πήγαινε καλά, ενώ ο Ααρών χώλαινε ανησυχητικά. Ήταν δυο διαφορετικά πρόσωπα· ο ένας με ντρόπιαζε, ο άλλος με ξεντρόπιαζε. Μέσα μου διηγόμουνα ιστορίες, έστηνα ψιλή κουβέντα με τους αγγέλους, έπλαθα διαλόγους και μαλώματα. Ο Μωυσής στεκόταν στο ύψος του. Τι να πω όμως για τον Ααρών που τα μούσκευε οσάκις χρειαζόμουνα την επαφή με τους άλλους; Τα πατατράκ ήταν πολλά, κορδόνι ολόκληρο, που με ακολουθούσε μέσα κι έξω σα φαιδρή σκιά, αλλά δε μπορούσα να ζητήσω ευθύνες από κανέναν.

Ο Ααρών ήταν το κουσούρι μου. Η αχίλλειος πτέρνα, που είχε ανέλθει από τα πόδια στο στόμα. Σε κάθε συνάντηση ήξερα ότι, αργά ή γρήγορα, μου την είχε φυλαγμένη. Ενώ σέρβιρα τις φράσεις στρογγυλεμένες και μεστές, αίφνης —εδώ βρισκόταν ο βαθύτερος εαυτός μου— έσπαγε η πρόταση και γινόταν χίλια κομμάτια στο πρόσωπο του άλλου. Από την έκφρασή του καταλάβαινα ότι έλεγε μέσα του: «Α, εδώ είμαστε λοιπόν...»

Πού δηλαδή; Με βασάνιζε αυτό το ανεξέλεγκτο τελωνείο της προφοράς που ψαλίδιζε ό,τι ήθελε, επέβαλλε αφωνία, με έκανε ρεζίλι χωρίς να έχω τρόπο να αντιδράσω.

Άραγε, τραύλιζα επειδή φοβόμουνα την παρουσία των άλλων; ή φοβόμουνα την παρουσία των άλλων επειδή είχα τη βεβαιότητα ότι θα τραυλίσω; Ο κύκλος ήταν φαύλος και οι αιτίες χαμένες μέσα στα αποτελέσματα. Αλλά, αν υπάρχει μια απόμακρη απαρχή της αγοραφοβίας ή της λεξοφοβίας, αυτή δε μπορεί να μη σχετίζεται με τα προβλήματα της προφοράς.

Η γλώσσα που φέρνει κοντά τους ανθρώπους, εμένα με είχε απομακρύνει χωρίς ημερομηνία λήξεως.

Από μέρα σε μέρα, το κουσούρι μετατρεπόταν σε χρόνια αναπηρία, με φυσική συνέπεια να διαστρέφει τον ψυχισμό μου και να με οδηγήσει σε αλλόκοτες αποφάσεις. Ο λόγος; Πριν απ’ όλα η άθλια εικόνα που παρουσίαζα στις συντροφιές και στις συζητήσεις. Σε αντίθεση με άλλους ομοιοπαθείς, που κρατούσανε μιαν απόσταση από τον εαυτό τους και δεν έπαιρναν κατάκαρδα την εικόνα του τραυλίζοντος Εγώ τους, αυτό το ρεζίλι σε μένα ήταν αφόρητο. Προτιμούσα να μου κόψουν τη γλώσσα από τη ρίζα.

Φυσικά, τη γλώσσα την κράτησα, έστω μόνο για να τρώω· αλλά τότε δεν μπορούσα να φανταστώ τι χαράτσι θα πλήρωνα για την αποχή μου από την ομιλούσα κοινωνικότητα. Αφού ο Ααρών μου δεν τα έλεγε, σε όλες τις μεγάλες εκκρεμότητες — πανεπιστήμιο, στρατός, εργασία —, ήμουνα υποχρεωμένος να ακολουθήσω αποκλίνουσα οδό. Δεν υπήρχε άλλη λύση: από παντού έπρεπε να πάρω τρελόχαρτο. Ούτω και εγένετο. Το ’σκασα από τον στρατό, από το πανεπιστήμιο, από την εργασία, την οικογένεια.


Όταν λοιπόν βρέθηκα στο Παρίσι, δεν είχα περιθώρια εκλογής. Θα ήμουν ο σιωπηλός του χωριού, κλεισμένος σε μια σοφίτα με ξυρισμένο κεφάλι και αφοσιωμένος υστερικά στο διάβασμα. Από τη σοφίτα θα ’βγαινα πάνοπλος για ν’ ανακτήσω ό,τι είχα στερηθεί. Σαν ανέκδοτο δεν ηχεί άσχημα· μόνο που εγώ το έκανα ζωή. Και, ασφαλώς, πλήρωσα τη νύφη.

Έξω
 φρένων με την κοινωνική μου εικόνα, δηλητηριασμένος από τις σκέψεις που πιθανώς έκαναν οι άλλοι για μένα, αφοσιώθηκα στη διάσωση μιας εσωτερικότητας που κάποτε θα διέψευδε όλες αυτές τις ευτελείς σκέψεις. Θέλει πολύ τάχα μια νεανική ψυχή να συφοριαστεί, να πληρωθεί μικροψυχίας και μνησικακίας, ζώντας μόνο με την απώτερη προοπτική να ρεφάρει για σαράντα χρόνια αφωνίας;

Κωστή Παπαγιώργη, Σύνδρομο αγοραφοβίας, εκδόσεις Καστανιώτη 
(Ζ' Συνεδρία, σελ. 113-129)

Παρίσι, 1972
_________


Άρχισα να γράφω με το μολύβι στο στόμα...

«Δέκα ολόκληρα χρόνια ήμουνα όπως ο Ζαχαρίας στο ναό: και ιδού έση σιωπών και μη δυνάμενος λαλήσαι άχρι..., φτυστός με το γιο του Δαρείου: τα μεν άλλα επιεικής, άφωνος δέ. Ήμουνα άλαλος γιατί η γλώσσα μου κόλλαγε στον ουρανίσκο. Μωυσής που ψάχνει τον Ααρών του....

Αλλά αυτή η άδυναμία, αντί να με εξουθενώσει με φυτίλιασε. Επειδή δεν έκανα «σπουδές», επειδή το τυπικό του σχολείου, του όποιου σχολείου, με εξαιρούσε γιατί εκεί γίνονταν δεχτοί μόνο όσοι πλήρωναν με το πανίσχυρο νόμισμα του προφορικού λόγου, αναγκάστηκα, σα Ροβινσώνας ναυαγισμένος στο αρχιπέλαγος της σιωπής, να τα κάνω όλα μόνος μου.

Στασίασα, πήρα την εξουσία του εαυτού μου στα χέρια μου. Έγινα από μόνος μου σχολείο και πανεπιστήμιο, χωρίστηκα σε δάσκαλο και μαθητή με μια μονάχα επιθυμία. Αφού το στόμα μου ήταν χτισμένο παράθυρο, έπρεπε να βρω μια διέξοδο προς τον κόσμο. Μιλούσα γράφοντας, αλλά δεν μπορούσα να γράφω μιλώντας. Γι’ αυτό όταν τύχαινε ν’ ακούσω ένα ρήτορα, έναν πολιτικό στον εξώστη ή έναν καθηγητή στο αμφιθέατρο να ρητορεύουν, ασκώντας φυσιολογικότατα το καθεστώς της λαλιάς, θυμόμουν το Ρουσώ: Si je pouvais parler la plume a la bouche.

Άρχισα να γράφω με το μολύβι στο στόμα. Αυτό είναι η γραφή: ένας υπάκουος Ααρών που σου δανείζει το στόμα του για να μιλήσεις. Και να πεις τι; Δεν είχα ιδέα, είχα όμως ένα ένστιχτο κηπουρού που στήνει τις καλαμωτές για τ’ αναρριχητικά φυτά. 

Lucian Freud, Man with a Feather, 1943
____________

Να διαβάσω «μέχρι τελικής πτώσεως»...

Κάποια χαράματα βρέθηκα να τρέχω σαν παλαβός στα αγριοχώραφα της Κορίνθου – κάπως έτσι τελείωσα το στρατιωτικό μου. Κάποιο σούρουπο βρέθηκα να παίζω μπουνιές στη Μεσογείων με κάποιον ναυτικό που μόλις είχε γυρίσει από την Κίνα – έτσι κάπως έκλεισε ο πρώτος μου έρωτας. Τέλος, με μια βαλίτσα από χαρτόνι και με ελάχιστα χρήματα βρέθηκα κάποια μέρα του ’68 στο τραίνο για τη Γαλλία – κάπως έτσι άρχισα να κάνω το Παρίσι μου.

Χαμένος, όπως όλοι οι έφηβοι, δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος έπαιζε με τη ζωή μου, ποιο στυγνό χέρι με είχε κλειδώσει μέσα στο σώμα μου. Έτσι αποφάσισα να γίνω επαγγελματίας αναγνώστης για να το μάθω. Έτρωγα τα βιβλία με την οκά, αλλά η αδύνατη μνήμη μου δεν συγκρατούσε τίποτα. Αν η μνήμη είναι το στομάχι της ψυχής, όπως πιστεύει ο Αυγουστίνος, τότε είμαι στομαχικός βαριάς μορφής. Κυριολεκτικά ζω για να ξεχνάω. Από την άλλη, αυτό που είχα διαλέξει, η «φιλοσοφία», μιλάει μια γλώσσα αλλόκοτη.

Το μόνο μου πλεονέκτημα ήταν ότι είχα όλα τα βιβλία σπίτι μου, ασκούσα βλέπεις ένα από τα ακατοχύρωτα επαγγέλματα που προστατεύει ο θεός Ερμής. Είχα μια σοφίτα-βιβλιοθήκη που αριθμούσε χιλιάδες τόμους, τσαλαβουτούσα σε διάφορες θεωρίες και πίστευα στο μέλλον. Αλλά είχα αποκτήσει από τότε την ψυχολογία του απόβλητου. Τι κάνεις στο Παρίσι; Όποιος ήθελε να με πιλατέψει – και Πιλάτοι υπήρχαν πολλοί – μου έκανε αυτή την ερώτηση. Εννοείται πως όλοι εκεί είχαν πιστοποιητικά σοβαρότητας ατράνταχτα: άλλοι «σπούδαζαν», άλλοι ήταν πολιτικοί εξόριστοι, άλλοι πούλαγαν νιάτα.

Μακριά από τους αδελφικούς μου φίλους που είχαν μείνει στην Αθήνα, ένιωθα την ανάγκη να κάνω γνωριμίες. Και έκανα. Η τύχη με βοήθησε να πέσω απάνω σε τρεις Ραστινιάκ των Γραμμάτων. Ήταν εγγράμματοι νέοι, με δυνατή νοημοσύνη, αγάπη παράφορη για τις φιλολογικές συζητήσεις και ιδιαίτερα ήθη. Αυτοί με δίδαξαν πολλά: πρώτα να γράφω, ύστερα να νιώθω υπεροψία για τη σχέση μου με τα βιβλία, αλλά το πιο μεγάλο μάθημα ήταν η μελέτη της ψυχολογίας τους.

Η στενότητα με εξωθούσε σε μεγάλες προσηλώσεις και σε ιταμές αποστροφές. Αηδίασα τους φοιτηταράδες με τις αποδείξεις τραπέζης, που ζούσαν σαν ευνούχοι σε μια κατάσταση μητρικής τηλεθωπείας, τους χαρισματικούς που – απαξάπαντος – κάποτε θα κυβερνούσαν την Ελλάδα και πόζαραν από τα είκοσι για υπουργοί, μα πάνω απ’ όλα ένιωσα τον ρόλο των καθηγητών. Αυτοί μοίραζαν τα χαρτιά…
Κωστής Παπαγιώργης, Curriculum vitae,
Σιαμαία και Ετεροθαλή, εκδόσεις Ροές (σελ. 130-135) 

Ο Κ. Παπαγιώργης με τον Σλόμο Ντετσάβες στο Παρίσι.
_____________


Άρχισα να γράφω, αλλά δεν είχα κάποιο τάλαντο. Ούτε σταλιά! Ήθελα να γράψω μια ερωτική ιστορία σαν κι αυτές που θα ήθελα να ζήσω, αλλά στο χαρτί έβγαινε τζίφος. Ίσως αυτό με ώθησε να γίνω μανιώδης αναγνώστης. 

Πάνω στο ζήτημα της ανάγνωσης έχω πια πολλές τύψεις. Κάθε νέος που στρώνεται στη δουλειά έχει ανάγκη έναν δάσκαλο — έναν «γέρο», που θα τον βοηθήσει να μη βγάλει τα μάτια του. Τα βιβλία δεν είναι πατατάκια — θέλουν υπομονή, επανάληψη και κυρίως ψυχική προετοιμασία. Διαφορετικά θεριεύει η απληστία, οξύνεται η βιβλιομανία, αλλά το αποτέλεσμα είναι μηδαμινό. 

Μπορεί να σου φανεί παραμύθι, αλλά γύρω στα είκοσι εγκατέλειψα τη Νομική Θεσσαλονίκης, πήρα τρελόχαρτο από το στρατό και βρέθηκα στο Παρίσι με αυτή τη φιλοδοξία: να διαβάσω μέχρι τελικής πτώσεως.

Το εγώ μου και ο κόσμος είχαν διαχωριστεί τελείως. Κλείστηκα λοιπόν σε μια σοφίτα για να βρω την άκρη. Αυτό ονομάζω «μέχρι τελικής πτώσεως».

Οι νέοι είναι μωροθαύμαχτοι... Ο καθένας μπορεί να τους πάρει στο λαιμό του, αρκεί να τους τάξει μεγαλεία και φούμαρα. Δε νομίζω ότι είχα κάποια κλίση σε φιλοσοφικά διαβάσματα — κι από πού να τη βρω;—, εντούτοις μπήκα με το έτσι θέλω στα βαθιά νερά. 

Κάτσε και λογάριασε: Κριτική του καθαρού λόγου, Φαινομενολογία του πνεύματος, Ηθική, Λογικές έρευνες, θέληση της δυνάμεως, Το Είναι και το Μηδέν, Ερμηνεία των ονείρων, Η παρακμή της Δύσεως, Είναι και Χρόνος, Σούμα θεολογική... Τι άλλο χρειάζεται για να χάσει τα μυαλά του ένας νέος άνθρωπος; 

Τόσο πιεστικά και τόσο άγονα δεν ξαναδιάβασα ποτέ στη ζωή μου. Όταν προσπαθείς να συνδυάσεις τόσο βαριά κείμενα με μια υποτυπώδη προσωπική ζωή και μια πρωτόλεια νοημοσύνη, μοιάζεις με άνθρωπο που επιχειρεί να κάνει κόμπο δένοντας ένα παλαμάρι με μια κλωστή.

Όλ’ αυτά τα διαβάσματα εκμηδένισαν την παρόρμηση του γράφειν. Φαντάσου έναν νέο που διαβάζει ποίηση. Μετά τη συγκίνηση που νιώθει από ένα στιχούργημα του Ρεμπώ ή του Καρυωτάκη δεν είναι ευνόητο να μπει κι αυτός στον αμαρτωλό πειρασμό να σκαρώσει ένα; Προσωπικά, το βρίσκω ευεργετικό. Αλλά τι να γράψεις όταν διαβάζεις τον Παρμενίδη, τον Σοφιστή ή το Ο Κόσμος ως βούληση και παράσταση;

Η διάθεση για προσωπική έκφραση είχε ατροφήσει. Ήμουνα βιβλιάνθρωπος στείρος, άγονος...

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων,
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 37 - 44)


Σκίτσο φιλοτεχνημένο από τον Γ. Καλαϊτζή, φίλο του Κ. Παπαγιώργη
_____________

«Με τα λεξικά παρά πόδας...»

Μην ξαφνιαστείς αν σου πω ότι ζω με τα λεξικά παρά πόδας· όχι μόνο από άγνοια, αλλά και από πεποίθηση, είμαι και θα παραμείνω υποτελής των λεξικών.

Δεν τα βλέπω μόνο σαν αποθήκες του νοήματος ή σαν ιστορικά βιβλία που μου μαθαίνουν την προϊστορία των λέξεων —συχνά η ανασκαφή μιας λέξης θυμίζει το άνοιγμα ενός αρχαίου τάφου—, αλλά και σαν εγχειρίδια μουσικής.

Αν το στόμα: δόντια, γλώσσα, λαρύγγι, χείλια είναι ορχήστρα, κάθε λέξη και φράση είναι ένα τραγούδι που γράφτηκε για να παιχτεί από τα όργανά του. Τι τραγουδάει η λέξη; Η κοινοκτημοσύνη της γλώσσας μπορεί να δωρίζει όλες τις λέξεις σε όλα τα στόματα, σπάνια όμως χαρίζει και το μουσικό αυτί που χρειάζεται.

[...] Το λέω απερίφραστα: δεν κατέχω καμιά γλώσσα, ελληνική ή ξένη. Παρά τις προσπάθειες που έκανα επί χρόνια ολόκληρα δεν κατάφερα τίποτα. Αν βάλεις στην άκρη τη νέα ελληνική που την ξέρω μέσες άκρες, οι άλλες γλώσσες, ελληνικές και ξένες, μου είναι στην κυριολεξία ξένες και αφιλόξενες. Οι γλωσσομαθείς μου φαίνονται υπεράνθρωποι και λιγάκι απάνθρωποι, τους διακρίνει η δύναμη, ενώ εμένα το μόνο που με συγκινεί είναι η αδυναμία.
Κωστής Παπαγιώργης, Curriculum vitae, 
Σιαμαία και ετεροθαλή, (σελ. 127-128), Εκδόσεις Ροές

φωτ. Δημήτρης Τσουμπλέκας,
Πηγή: https://www.hartismag.gr/dhmhtrhs-tsoymplekas
___________

«Η ανάγκη πλάθει γλώσσα, όχι η γλώσσα ανάγκη»

[...] όταν ακούω να λένε για κάποιον ότι «ξέρει καλά ελληνικά», ανακατεύομαι. Τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει. Ο συγγραφέας, για κάθε θέμα μαθαίνει μια ειδική γλώσσα. Όχι μονάχα λέξεις, αλλά συντακτικές ανάσες, γραμματικά τεχνάσματα, γενικά μια ιατρική του νοήματος που δεν υπάρχει στα λεξικά. Δεν είναι, δηλαδή, σαν τον φαρμακοποιό που έχει όλα τα καταπότια στα ράφια του και ανάλογα με τα συμπτώματα των ασθενών απλώνει το χέρι του στο ράφι και δίνει το ειδικό φιαλίδιο. Ποτέ η γλώσσα δεν δίνεται έτοιμη κι όλη μαζί. 

Προσωπικά, για να γράψω για τους νεκρούς, έκατσα και παρακολούθησα τους ελιγμούς του Παπαδιαμάντη, για να γράψω για τη μισανθρωπία σπούδασα τον σαρκασμό στη γλώσσα του Αριστοφάνη. Δεν αναφέρομαι στις λίγες λέξεις που αποκόμισα (χαυνοπολίτης, σπουδαρχίδης, κρουνοχυτροληραίος και τα τοιαύτα), όσο στον τόνο που μπολιάζει το μυαλό. Για τον Όμηρο πάλι, έκανα κάτι που σπάνια επιχειρούν οι ανά την επικράτεια μορφωμένοι, κι ας μην το ομολογούν· διάβασα λέξη προς λέξη τα δυο μας έπη.

Ένα βιβλίο, πρέπει να πούμε, δεν γράφεται με όλη τη γλώσσα, αλλά μόνο με κάποια τρίμματά της. Αν, λοιπόν, κάποιος ξέρει άπταιστα όλες τις ελληνικές «γλώσσες», κόβω το κεφάλι μου πρώτον ότι δεν «γράφει» και δεύτερον ότι είναι καθηγητής.

Δεν συμμερίζομαι την τρέχουσα άποψη που επιμένει ότι οι νέοι μιλούν με 500 το πολύ λέξεις. Το ουσιώδες είναι τι λένε, όχι πόσες λέξεις χρησιμοποιούν. Όταν άκουσα κάποτε αλογομούρηδες να μιλάνε τη διάλεκτο του ιπποδρόμου έμεινα! Ήταν εκπληκτικό. Η ανάγκη πλάθει γλώσσα, όχι η γλώσσα ανάγκη. Εν πάση περιπτώσει τη φράση «τα παίρνω στο κρανίο» νομίζω θα τη ζήλευε και ο Αριστοφάνης. Όταν βλέπω κήνσορες οχυρωμένους πίσω από μια έτοιμη γλώσσα παρμένη από βιβλία, ξέρω το δράμα τους: έχουν τις λέξεις, αλλά τους λείπουν τα πράγματα. Αντίθετα, αν βλέπεις ανθρώπους ζόρικα μπλεγμένους με τη ζωή, και αφασικοί να είναι, κάτι θα λένε.

Από συνέντευξη του Κωστή Παπαγιώργη στην Σταυρούλα Παναγιωτάκη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Γυναίκα» τον Αύγουστο του 1995, με τίτλο «Ο φιλόσοφος που γελά»

Φώτης Κόντογλου
_________________

Μια δεκαετία για να σαλεύσουν τα ύδατα......

Όταν επέστρεψα στο Χαλάνδρι, με περίμεναν οι παλιοί συμμαθητές για να ξεκινήσουμε από κει που είχαμε μείνει. Εδώ πρέπει να σου πω ότι τρέφω μεγάλη εκτίμηση στη συντροφιά. Όταν στήνεται ένα τραπέζι και ένα γύρω κάθονται δέκα νέοι άνθρωποι που ο ένας κρέμεται από τα χείλη του άλλου, ό,τι κι αν γίνει βοηθάει τις ψυχές. 

Τέτοιο ψυχικό αναβάπτισμα δεν είχα γνωρίσει στη ζωή μου. Μπορεί να πέρασα δέκα χρόνια μεθυσμένος, να κατέστρεψα την υγεία μου και να κινδύνευσε η ζωή μου, αλλά εκεί βρήκα ευκαιρία να το σκάσω από τον ψεύτικο εαυτό μου. Κατά μία έννοια, τα ψέματα είχαν τελειώσει.

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων, 
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 48)

Adriaen van Ostade, The Merry Drinkers, 1659
__________

Περιττό να πω ότι αυτή η θερμή αδελφότητα ήταν πρωτοφανής γιά μένα. Τέτοια κολυμβήθρα ανθρώπινης αποδοχής, που λησμονούσε να ζητήσει πίσω τα δανεικά, ούτε να τη φανταστώ δε μπορούσα. Μυγιάγγιχτος κι εριστικός από κούνια, εκεί ξέχναγα ανακουφιστικά όλα μου τα πιστεύω και όλους τους όρκους που δίνει ο βαστάζος των βιβλίων. 

Μόνο οι άνθρωποι σε κάνουν να χαίρεσαι. Μονάχα με ανθρώπους μπορείς να γλεντήσεις, να βγάλεις το μέσα έξω, να πετάξεις, αν χρειαστεί, την άχρηστη προσωπίδα που σε πνίγει και δε σε αφήνει ν’ ανασάνεις.

Επί δέκα χρόνια έζησα αυτό το παράξενο καθεστώς — τη μέρα Χούσερλ, Σπινόζα και Χέγκελ· τη νύχτα ταβέρνα, μεθοκόπημα και σκυλάδικα. Όποιος δεν ξέρει το δρομολόγιο δε μπορεί να καταλάβει. Επίσης, δε μπορεί να υποψιαστεί το εσωτερικό ξεχαρβάλωμα, όταν αυτά που ζεις δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά που σε δίδαξαν τα δόλια τα διαβάσματα.

Όλο το δανεικό μυαλό που είχα αγοράσει στο εξωτερικό έπρεπε τώρα να περάσει από δοκιμασία, ν’ αλλάξει φύση και, στην ανάγκη, να πεταχτεί στα σκουπίδια. Άνθρωπος που δεν ξεσκαρτάρει τον εαυτό του πώς να δει Θεού πρόσωπο;

Με το ουίσκι ξεπέρασα και τη χρόνια αναπηρία μου. Απροσδόκητα, τις ώρες της μέθης δεν είχα καμιά δυσκολία με τα σύμφωνα και τους ρόζους του |κ| και του |π|. Μπορούσα να μιλάω απρόσκοπτα, ροϊκά, με ευφράδεια, κι όχι μόνο ελληνιστί, παρά και γαλλιστί και σ’ όλες τις γλώσσες των αγγέλων. 

Με μια μπουκάλα ουίσκι ανέβαινα στο ύψος μου. Το καταλάβαινα ότι με το οινόπνευμα λύνονταν όλοι οι κόμποι στο διάφραγμα και ελευθερωνόμουνα, όπως φυλακισμένος που βρίσκει το δεσμωτήριο αφύλακτο. 

Κωστή Παπαγιώργη, Σύνδρομο αγοραφοβίας, 
εκδόσεις Καστανιώτη (Θ' Συνεδρία, σελ. 158-161)

Los Borrachos (1628), Diego Velazquez
 Museo del Prado, Madrid
__________

Τώρα πια που είμαι ξενέρωτος και δεν πίνω, καταλαβαίνω ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Δεν μπορεί κάτι να σε βοηθήσει αν δεν έχει έρθει η ώρα σου. Σε αυτό πιστεύω πολύ. Αν χρωστάω κάτι στο αλκοόλ — στο ουίσκι για την ακρίβεια—, είναι ότι μου έμαθε τον βαθύτερο εαυτό μου και παρότι είναι παραμυθιάρικο, με ανάγκασε να στραφώ προς την αληθινή πλευρά των πραγμάτων. Με τα διαβάσματα είχα πλάσει ένα παρά φύσιν εγώ — σαν παράνομη οικοδομή, η οποία γκρεμίστηκε τούβλο - τούβλο.

Αυτή η παραβολή του Ευαγγελίου με τα ύδατα που σαλεύουν και όποιος πέσει μέσα πρώτος θεραπεύεται, ταιριάζει στην περίπτωσή μου. Πράγματι χρειάστηκε όλη αυτή η δεκαετία για να σαλεύσουν τα ύδατα. Μόλις πήρα εξιτήριο από το νοσοκομείο, όλα μου ήταν εύκολα. Ενώ πρωτύτερα βρισκόμουνα σε μια κατάσταση οιονεί αφασίας και υποψιασμένης βλακείας, κατόπιν ένιωσα έτοιμος. Όλα τα θέματα ήταν μπροστά μου.

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων,
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 49)

Από αριστερά: Κωστής Παπαγιώργης, Θανάσης Βαλτινός, Χρόνης Μπότσογλου, Βασίλης Παπαβασιλείου (1991)
_______________


Σαν τον λαγό μπροστά στο φίδι ...

Αυτό που με συναρπάζει είναι η κατάσταση του διαλυμένου Εγώ, του ανθρώπου που βρίσκεται σε απόλυτη αδυναμία — σαν τον λαγό μπροστά στο φίδι — και αρχίζει να παίρνει ανάποδες, όπως λέμε. 

Στο Ίμερος και κλινοπάλη, για παράδειγμα, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το θέμα όσο η προσπάθεια του ανθρώπου να εκφραστεί ανορθόδοξα για ένα λίαν ορθόδοξο θέμα. Είναι ψυχοσωτήριο να δένεσαι κόμπος για να γράψεις, κάνει καλό από κάθε πλευρά. 

Το Εγώ άλλωστε, παρότι αξιομίσητο κατά Πασκάλ, δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη φιλαυτία του. Ό,τι είναι δικό του το αγαπάει — ακόμα και τα σκατά του. Δεν είδα ποτέ άνθρωπο που να έχει ξεμπερδέψει με το Εγώ του. Άρα κι όταν έγραψα για τη μισανθρωπία, πάλι με το Εγώ και τις ασθένειές του ασχολήθηκα. Γενικά η ζωή περνάει σαν μια ισόβια κρίση εγωισμού.

Από έφηβος ήμουν θύμα των συγκινήσεων· μόνο μια μεγάλη συγκίνηση μπορεί να με κάνει άνω-κάτω και να με μεταμορφώσει σε γραφιά. Μιλώντας άλλωστε για το μεθύσι δεν έγραψα τα όσα έζησα. Ούτε ταβέρνες υπάρχουν πουθενά ούτε μπαρ και σκυλάδικα. Μόνο βιβλία αναφέρω. Μάλιστα τότε κατάλαβα την αξία των βιβλίων. Ενώ από μόνα τους με νέκρωναν, μόλις βρήκα το νήμα από την ίδια τη ζωή, με βοήθησαν να μην βυθιστώ στην αμεσότητα. Ενώ κατείχα τα μέσα, μου έλειπε ο σκοπός και το θέμ
α.

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων, 
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 51-58)


Adriaen Brouwer, The Bitter Drunk, 1630 - 1638
_____________________

«...έγραψα το ευαγγέλιο της ξεφτίλας μου»

Στην αρχή γράφεις με το χέρι στη βιβλιοθήκη, ενώ μετά με το χέρι στην καρδιά. Αν κάτι μας γοητεύει στα βιβλία, είναι το άρωμα της ζωής, όχι της βιβλιοθήκης. Συνδύασα ακαδημαϊκά διαβάσματα και σκέψεις με την καθημερινή αμεσότητα. Αν βαραίνει κάτι είναι ο τρόπος, το ύφος του γραψίματος. Οι ιδέες είναι παλιές. Εγώ αυτό ζήλευα: το βιβλίο που θα ‘ναι σώψυχο πράμα, που θα σου μιλάει. Ε, αυτό έκανα: έγραψα το ευαγγέλιο της ξεφτίλας μου. Προσωπικά στράφηκα στα κουσούρια μου σαν τον τζογαδόρο που τα έχασε όλα και μετά παίζει το ρολόι του, το σταυρουδάκι του, τα ρούχα του…

Από συνέντευξη του Κωστή Παπαγιώργη στην Σταυρούλα Παναγιωτάκη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Γυναίκα» τον Αύγουστο του 1995 με τίτλο «Ο φιλόσοφος που γελά»



Το βιβλίο είναι ένα στρώμα μαργάρου γύρω από το εκάστοτε τραύμα 

«Όσοι δεν έχουν τι να πουν, αφηγούνται μυστικά του βίου τους»

Πωλ Βαλερύ

Πώς γίνεται κάποιος συγγραφέας; Δεν πηγαίνει βέβαια σε σχολή, όπως οι γιατροί, οι λογιστές, οι ζωγράφοι έστω. Μπορεί κάποιος να σπουδάσει για να γίνει φιλόλογος ή καθηγητής, αλλά ο γραφιάς είναι άλλο πράγμα. Ωσότου εμφανισθεί δεν λείπει από κανέναν, κανείς δεν τον ψάχνει, λείπει μόνο από τον εαυτό του. Γι’ αυτό οι περισσότεροι συγγραφείς θυμούνται με κάποια θλίψη τα χρόνια της βουβής μαθητείας, της προετοιμασίας και της δοκιμασίας. Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με μια μικρή μεταμόρφωση, με ιδιωτικό σκάνδαλο...

Για να μη χαθούμε σε αισθητικές θεωρίες, ας πάρουμε ένα γνωστό παράδειγμα: τον τρόπο που παράγεται το μαργαριτάρι. Ο ομώνυμος πολύτιμος λίθος είναι προϊόν ενός μαλακίου το οποίο έχει ως όστρακο ένα υλικό από μάργαρο. Όταν ένα ξένο σώμα διεισδύσει στον μανδύα, τότε τα επιθηλιακά του κύτταρα εκκρίνουν ομόκεντρα στρώματα μαργάρου περικαλύπτοντας τον ανεπιθύμητο επισκέπτη. 

Νομίζω ότι ο μέσα ψυχισμός του ανθρώπου αντιδρά με τον ίδιο τρόπο. Κάθε απειλή την περικαλύπτει με τα φτηνά ή τα ακριβά του υλικά. Το βιβλίο είναι ένα στρώμα μαργάρου γύρω από το εκάστοτε τραύμα. Αλλά υπάρχει και συνέχεια τερπνή. Οι Κινέζοι σκέφτηκαν να βάζουν μικροσκοπικούς βούδες στον μανδύα των μαλακίων και να τους μετατρέπουν έτσι σε πολύτιμους λίθους. Το τέχνασμα αποδίδει, με τη διαφορά ότι αυτό το μαργαριτάρι — επειδή παράγεται τεχνητά — είναι δευτέρας ποιότητος...

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων, 
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 59-60)

"Πάσχω άρα υπάρχω"
 “You will burn and you will burn out; you will be healed and come back again.”
 ― Fyodor Dostoyevsky, The Brothers Karamazov 
Photo by Christian Schloe
______________

Ισοβίως ασχολήθηκα με τα ψεύδη και τις δολιότητες της συνείδησης

Από προσωπική πείρα μπορώ να σου πω ότι οι συγγραφείς που πάσχουν, που δεν καλλιεργούν την υγιεινή άποψη για τη ζωή, προσφέρουν μεγαλύτερες συγκινήσεις. Η ζωή έχει ένα νοσηρό υπόστρωμα κι από κει πηγάζουν τα πιο εντυπωσιακά βιβλία. Πέραν τούτου, ο καθείς και τα όπλα του...

Μπορώ να περιγράψω έναν άνθρωπο σε δύσκολη θέση, πιασμένον στο δόκανο της άρνησης. Αντίθετα ο νικητής, ο ευτυχής, ο χαρούμενος δε μου λέει τίποτα. Η ευτυχία όπως θα ξέρεις από πείρα, δεν έχει βαθύτητα. Βαθύτητα δεν έχει και η γεύση του νερού, γι’ αυτό είναι τόσο απαραίτητο. Κατά βάθος πρόκειται για το πρόβλημα του κακού και τον μέγιστο ρόλο που κρατά στη ζωή μας. Όλες οι ιστορίες που λατρεύουμε περιγράφουν οδύνες και βάσανα. Καμιά τους δεν έχει ως θέμα την ευτυχία. Την ευτυχία, όταν τη ζεις, δεν την περιγράφεις. Γι’ αυτό προτίμησα να γράψω για τον ζηλότυπο ερωτευμένο, παρά για τον δον Ζουάν. Όπως θα έχεις παρατηρήσει, όλες οι ερωτικές ιστορίες στη λογοτεχνία γράφονται από τη μεριά των χαμένων.

Αυτό που θεώρησα πάντα οικείο μου χώρο είναι ότι το εγώ φέρεται πάντα σαν ασθενής. Ένας κακότροπος ασθενής που σιχαίνεται τους γιατρούς, τα φάρμακα, το κρεβάτι που κοιμάται, τους επισκέπτες, τα άνθη που του προσφέρουν, ακόμα και το νερό που πίνει. Δεν πίστεψα ποτέ στην ακέραια προσωπικότητα, στα ειλικρινή αισθήματα, στους ντόμπρους χαρακτήρες. Κάθε συμπεριφορά είναι για μένα θέατρο που πρέπει να ανακαλύψω τους κρυφούς του μηχανισμούς.

Ισοβίως ασχολήθηκα με τα ψεύδη και τις δολιότητες της συνείδησης. Ποτέ δεν πίστεψα ότι ένας άνθρωπος εννοεί πράγματι αυτό που λέει, ή ότι αισθάνεται πράγματι αυτό που αισθάνεται. Η συνείδηση δεν έχει ουδεμία σχέση με την ευθύτητα. Παντού παρατηρούμε παρελκυστικές κινήσεις, ανεπαίσθητους μαγνητισμούς, ψυχικά μασκαρέματα.

Edward Burne-Jones, Pygmalion and the Image: 
The Heart Desires (1875–78)
__________

«Oι επιθυμίες μοιάζουν μολοσσοί δεμένοι με κλωστή»

Το κακό είναι η πολύτιμη μαγιά της κοινωνικής ζωής. Με το καλό, ψωμί δε φουρνίζεται. Φυσικά δεν μιλάω για τον φόνο — δεν είμαι εγκληματίας... Το μόνο που με συναρπάζει είναι η άρνηση στις άπειρες μεταμορφώσεις της. Το παιδί, όπως λέει ο Πλάτων, δεν μπορεί να διαλέξει. Του λες θες αυτό ή εκείνο, και φυσικότατα καταργεί τη διάζευξη για να πάρει και τα δύο. Η ανθρώπινη επιθυμία είναι ανήθικη. Γι’ αυτό κάθε ηθική θεωρία, το πρώτο — και το τελευταίο — που κάνει είναι να παιδαγωγήσει τις επιθυμίες. 

Για έναν γραφιά όμως που δεν ενδιαφέρεται μόνο για το δέον (τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι) αλλά και για το είναι (τι κάνουν οι άνθρωποι), ανοίγεται μέγας αγρός αν προσηλωθεί στο είναι. Σε όλα τα γλυκά όνειρα του ατόμου διαπράττονται εγκλήματα. Έμπρακτα, πλασματικά, κατά φαντασίαν κάθε άτομο θα πρέπει να υπερισχύσει για να συναντήσει τον εαυτό του. Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν άνθρωπο που να είναι «αποτυχημένος», «στερημένος», «ανήμπορος» και παραταύτα συνετός καί ευτυχής. Παντού η προσωπική ικανοποίηση συνοδεύεται από δύναμη — πραγματική ή πλασματική. Ακόμα και ο ζήτουλας πρέπει να είναι καπετάν-ένας για να νιώθει καλά.

Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων, 
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 61-66)

Ο πόνος είναι πιο σχετικός με τη φύση του ανθρώπου – ακόμα και η χαρά γεννάει λύπη. Και τα πιο χαρούμενα βιβλία έχουν γραφτεί σε στιγμές μεγάλου πόνου. Το λέει ωραία ο Πλούταρχος αυτό: Οι άνθρωποι γλιστράνε σαν τις μύγες στο γυαλί και στέκονται όπου υπάρχει ρωγμή, σπάσιμο. Κι η ιστορία της λογοτεχνίας αυτό λέει: Ότι τα πρόσωπα που μας έχουν πονέσει είναι ιερά και τα οδυνηρά αισθήματα κορακοζώητα.

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 19 Απριλίου 1992.

Fiódor Dostoiévski
___________


«Ένιωθα πάντα σαν καρικατούρα του Ντοστογιέφσκι...»

«Ήταν κακός, ζηλόφθονος, διεφθαρμένος, όλη του τη ζωή την πέρασε μέσα σε τέτοια πάθη, που θα τον έκαναν αξιολύπητο, θα τον έκαναν γελοίο, αν δεν ήταν μαζί με αυτά και τόσο έξυπνος»

Νικολάι Στράχοφ για τον Ντοστογιέφσκι

«Μόνο βαθιά αρρωστημένοι στο πνεύμα άνθρωποι θα ήταν σε θέση να νιώσουν τον πραγματικό Ντοστογιέφσκι».
S. D. Mirsky
____________

Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις. Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται. Μόνο με τον θάνατο της μάνας μου ένιωσα ικανός να γράψω για τον Ντοστογιέφσκι. Και η δουλειά ήταν πολλή. Η φιλολογική φασίνα μου φάνηκε εξαντλητική, τα περισσότερα πράγματα είχαν ειπωθεί, χώρια που δεν ήξερα να συνδέσω το βιβλίο με τη «μέσα» μου ιστορία.

Κι όμως! Τη λύση τη βρήκα στον Γκολιάτκιν. Αυτός ήταν ο άνθρωπός μου.Ένιωθα πάντα σαν καρικατούρα του Ντοστογιέφσκι, μάλιστα έβρισκα ότι τα πρόσωπά του - τα πρωτεύοντα αλλά κυρίως τα δευτερεύοντα - είναι όλα ξεσηκωμένα από μένα. 

Διαβάζοντας για τη Ρωσία και για τον ρωσικό 19ο αιώνα, αποθησαύρισα πολλά πράγματα για μελλοντικές εργασίες. Έτσι άλλωστε κατάλαβα ότι δεν έχει νόημα να επιμένουμε στις ατομικές ψυχώσεις· χωρίς τον περίγυρο το άτομο δεν είναι τίποτα. Μπορεί ο άνθρωπος να ξεκινάει σαν ένα θλιβερό ποντίκι, αλλά διά του έργου έχει την ικανότητα να γίνει πανεθνική μορφή.
Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων, 
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 68, 84)


Ο Παπαγιώργης για τον Παπαδιαμάντη
Πηγή: www.lifo.gr
_____________

«Ο Κυρ-Αλέξανδρος, ένας νησιώτης Γκολιάντκιν...»

Το βιβλίο για τον Παπαδιαμάντη [Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, 1997] είναι γραμμένο μετά το θάνατο του αδερφού μου — που ήταν μόλις δύο χρόνια μεγαλύτερος. Και με αυτόν τον καλόψυχο άνθρωπο είχα βαθειές τύψεις επειδή όσο ζούσε - άλλοτε έλειπε στη Σαουδική Αραβία και στη Λιβύη, άλλοτε έλειπα εγώ στο Παρίσι — δεν είχαμε καταφέρει να βρεθούμε σαν αδέρφια. Ευτυχώς λίγο καιρό πριν πεθάνει καταφέραμε να κάνουμε μερικές μακριές συζητήσεις, κυρίως στο νεκροταφείο όπου επισκεπτόμαστε το μνήμα της μάνας μας, και να μιλήσουμε για πολλά πράγματα. 

Με το χαμό του αδερφού δεν ένιωσα απλώς ότι είχε αρχίσει να καλεί την κλάση μου, αλλά χάθηκε εκείνη η χαρμόσυνη μαρμαρυγή αθανασίας που τυλίγει τα πράγματα όσο κανείς είναι νέος και αλώβητος. Καθώς μεγαλώνουμε, ξέρεις ότι ο χρόνος παθαίνει μια αινιγματική τούμπα. Τα παλιά φαίνονται κοντινά και τα κοντινά ασήμαντα ή αδιάφορα. 

Πενθώντας και διαβάζοντας τον Σκιαθίτη, είδα με κατάνυξη ότι μου μιλούσε ουσιαστικά για όλα όσα είχαμε ζήσει με τον αδελφό μου στη Λιανάμο και στο Σουτσίνι. Ξωκκλήσια, λειτουργίες, φτώχεια, γριές και γέροι ψαράδες, βάρκες και θανατικά από σπίτι σε σπίτι. 

Συνάμα όμως ο Παπαδιαμάντης με ανάγκασε να διαβάσω εξαντλητικά τη νεοελληνική Ιστορία, ενδελεχώς δηλαδή και συστηματικά. Κάθε πράγμα έχει τη δική του ώρα, και καθώς φαίνεται είχα πέσει διάνα. Ο Κυρ-Αλέξανδρος μού πήγαινε γιατί ήταν ένας τύπος νησιώτη Γκολιάντκιν, ξεκινούσε από το μηδέν και όδευε σε μια πρωτεύουσα που ήταν γι αυτόν τόπος εξορίας.
Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων,
Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος (σελ. 95-97)


George Tooker, The Subway, 1950 (detail)
____________

«Όφειλα να προχωρήσω με ό,τι απόμενε»

Στα συμπτώματα της αγοραφοβίας διέκρινα τελικά τις ανατοκισμένες ταλαιπωρίες μιας ολόκληρης ζωής που αποθηριώθηκαν – και καλά έκαναν – γιατί είχε φτάσει η στιγμή τους.

[...] Από μια ηλικία και μετά, με άφηνε κατάπληκτο η διαπίστωση ότι ορισμένοι άνθρωποι ωριμάζουν, έχουν το τάλαντο να περνούν από τη μια δεκαετία στην άλλη χωρίς αντίσταση, ενώ άλλοι μένουν προσηλωμένοι στην εφηβεία, χωρίς δυνατότητα απεξάρτησης. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία των εξαρτημένων ανήκα κι εγώ.

Όλα μου τα τεχνάσματα, τα στοιχήματα και οι δολιότητες αφορούσαν στα προβλήματα μιας παγιδευμένης εφηβείας, η οποία ζητούσε μετά πάθους τα εαυτής χωρίς να βρίσκει ανταπόκριση. Τις νοητικές δυνάμεις, όπως κι αν τις εννοήσουμε, τις διέθεσα γι’ αυτόν το σκοπό. Ποτέ δε σκέφτηκα τον εαυτό μου υπερήλικα, οικογενειάρχη, άνθρωπο με ευθύνες και κοινωνικά βάρη. Εξ υπαρχής το σχέδιό μου τελείωνε γύρω στα σαράντα.

Κατά μία έννοια, εκεί τελείωσε και η εφηβεία μου. Το χρόνο όμως, παρότι τον έφθειρα όσο μπόρεσα, δεν κατάφερα να τον εξαντλήσω ολοκληρωτικά. Την τελευταία στιγμή μου δωρίστηκε μια παράταση, που μου έπεσε βαριά. Μια περίοδος υγείας, εργασίας, οικογένειας, ευθυνών, συναναστροφών δεν είναι κι άσχημη προοπτική. Εντούτοις, ζούσα με το αίσθημα ότι κατοικώ σ’ ένα χαμηλοτάβανο Εγώ, κατάλληλο για άλλες εποχές. Το παρόν με έφθειρε γιατί δεν ήταν στα μέτρα μου.

Αυτό δεν είναι μόνο ίδιο των φτωχών φύσεων. Ακόμα και άνθρωποι ιδιαίτερα προικισμένοι, αληθινά φαινόμενα, όπως ο Γκόγκολ ή ο Παπαδιαμάντης, παρουσίαζαν την ίδια ροπή. Μετά τις Νεκρές ψυχές, όπου ολοκληρώθηκε η διακωμώδηση των ηθών και της ζωής του, ο Γκόγκολ δεν κατάφερε να ενηλικιωθεί πνευματικά, ξεσπόριασε, μαράθηκε, έπεσε σε κατάθλιψη. Ένας ώριμος και γηραλέος Γκόγκολ θα ήταν σκάνδαλο. Σκάνδαλο επίσης θα ήταν ένας Παπαδιαμάντης που θα είχε υπερβεί μέσα του την παιδική ηλικία και θα καταγινόταν σε άλλα θέματα.

Όταν η εφηβεία καταλήγει στη νεύρωση, εύκολο είναι να διακρίνει κανείς και ένα κίνητρο εκδικητικότητας. Όλα τα πρόσωπα που είχα θαυμάσει ήταν εκδικητικά. Δυστυχώς και πολλά από κείνα που περιφρονούσα. Τι σημασία είχε; Όταν θέλεις να εκδικηθείς ολόκληρη την κοινωνία, είναι βέβαιο ότι το φταίξιμο βαραίνει εσένα και όχι την κοινωνία. Το καταλαβαίνεις άλλωστε από τη δυσκολία σου να εγκολπωθείς τις αξίες.

Η αρνητική πλευρά της ζωής, η άχρηστη, με είχε γοητεύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε, όταν εκ των πραγμάτων κλήθηκα να πω «ναι» στη νέα ζωή, δεν ήξερα πώς να συμπεριφερθώ. Το ίδιο πάνω-κάτω έπαθα όταν τα συμπτώματα της φοβίας αποσύρθηκαν ή εξασθένησαν και έπρεπε πια να ζήσω σαν φυσιολογικός άνθρωπος.

Δεν είχα σύγχυση φρένων. Μόνο σύγχυση αισθημάτων. Πιο σωστά: μειωμένη αντοχή στις συγκινήσεις. Τότε θυμάμαι, αφού  πέρασα μια άγονη περίοδο φλέρτ με την τρέλα, ένιωσα την ανάγκη να σοβαρευτώ και να δω την κατάστασή μου πιο ρεαλιστικά. Ήταν παιδική προσδοκία να αναμένω την αποκατάσταση της υγείας. Ό,τι είχε γίνει, είχε γίνει· αν είχα κάποια περιθώρια ζωής ακόμα, δεν έπρεπε να τα αναζητήσω στην ανάκαμψη ενός παρελθόντος που είχα κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να το ξεκάνω.

Όφειλα να προχωρήσω με ό,τι απόμενε. Ίσως αυτή ήταν η πιο θεραπευτική σκέψη που έκανα σε διάστημα τριών χρόνων. Σαν τα έξυπνα ζώα που, όταν πιαστούν σε παγίδα, δε διστάζουν να φάνε το ένα τους πόδι για να ελευθερωθούν, έπρεπε να δείξω αυταπάρνηση και κρύο μυαλό. Τι είχα χάσει; Τι μου απέμενε; Αυτά έπρεπε να δω, και αναλόγως να πράξω. Πρέπει να πω ότι, σε παρόμοιες καταστάσεις, από τα εφηβικά μου χρόνια ήμουνα μανούλα. Δώσε μου αδιέξοδο για να το γαμήσω. Στρώθηκα λοιπόν στη δουλειά για να δω, με νέα μάτια αυτή τη φορά, ποια ήταν η ανήκεστος βλάβη και ποιο το άκος που μου έλειπε.

Κωστή Παπαγιώργη, Σύνδρομο αγοραφοβίας, 
εκδόσεις Καστανιώτη (ΙΑ' -ΙΓ' Συνεδρία, σελ. 196-197, 217-219)


Ο Κωστής Παπαγιώργης από τον Αλέκο Παπαδάτο, για το εξώφυλλο του Books' Journal 42.
________________

«Δεν είχα γεννηθεί έξυπνος, κι αυτό με έσωσε...»

Σου ομολογώ ότι διακατεχόμουνα πάντα από μια χαώδη παιδικότητα, η οποία δεν εξαιρούσε καμιά από τις μορφές της πρωτογενούς ηλιθιότητας. Δεν είχα γεννηθεί έξυπνος, κι αυτό με έσωσε... Μαθαίνω δύσκολα από το βίωμα και εύκολα από τα βιβλία. Κατά μία έννοια περιέγραφα πάντα το δύσκολο πέρασμα από την ανάγνωση στη ζωή και τανάπαλιν σήμερα μάλιστα λυπάμαι που δεν είχα το σθένος να τα περιγράψω όλα αυτά κωμικά.

Νομίζω ότι οι συνειδησιακές κρίσεις μπορούν να αποδοθούν κωμικά. Αλλά πρέπει να υπάρχει τάλαντο και ωριμότητα. Οι πρωτογενείς κοινωνίες δεν έχουν ροή προς το κωμικό. Το «αστείο», όπως ξέρεις, και το «χωρατό» θέλουν άστυ και χώρα, ήτοι έλει θερο χρόνο και υψηλό βιοτικό επίπεδο. Γι' αυτό δεν μπορούμε να μιλάμε για ντόπιο χιούμορ. Τη λέξη την έθεσαν σε κυκλοφορία οι Εγγλέζοι γιατί έγιναν τσάι (δηλαδή δεν έκαναν τα μυαλά τους) και είχαν χρόνο για να οξύνουν την ανία τους - όταν η άμεση ανάγκη απομακρύνεται, αρχίζουν τα ευφυολογήματα. Εμείς βρήκαμε διέξοδο στη φάρσα με τον Λογοθετίδη, τον Σταυρίδη και τον Χατζηχρήστο. Αλλά από κει και πέρα τίποτα. 

Το αληθινό χιούμορ γεννιέται όταν παύει το χοντρό γέλιο. Η πιο χιουμοριστική φράση που ξέρω ανήκει στον Παπαδιαμάντη ο οποίος χαρακτηρίζει κάποιον «Πλέον του δέοντος αγράμματο...» και φυσικά ατόφιος χιουμορίστας ήταν ο Βακαλόπουλος όταν έγραφε: «είμαστε σε ένα νοσοκομείο απ' όπου έχουν φύγει οι γιατροί...»



«Είχα όντως κλίση στο πνεύμα ή παρασύρθηκα και την πάτησα;»

Παρότι ένιωθα πάντα υπεράριθμος, σκασιάρχης, φτωχοδιάβολος που ασκείται στην καβαλαμάντρα, με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι τα βιβλία μού έκαναν κάποιο καλό. Ίσαμε την ηλικία των σαράντα έξι ετών, να φανταστείς, δεν είχα πάρει ποτέ μισθό. Έβλεπα τα λεφτά των άλλων και τα ζήλευα. Εντούτοις έζησα χάρη στα βιβλία. 

Αναρωτιέμαι καμιά φορά είχα όντως κλίση στο πνεύμα ή παρασύρθηκα και την πάτησα; Μάλλον την έχω πατήσει, αλλά τώρα δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Πιάστηκα από τη μύτη κι έμεινα εκεί. Τρέφω πάντως την αυταπάτη ότι ένας νέος που θα διαβάσει τα κείμενά μου ίσως να βρει κάποια βοηθήματα για να νοικοκυρέψει καλύτερα το εγώ του και να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Από αποκλειστική συνέντευξη του Κωστή Παπαγιώργη στον Ηλία Μαγκλίνη, που περιλαμβάνεται στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 441, Ιούνιος 2003

Κωστής Παπαγιώργης: Ο Πιο Γλυκός Μισάνθρωπος, 
σκηνοθεσία - σενάριο: Ελένη Αλεξανδράκη
_____________


Πηγές

  • Κωνσταντίνος Αν. Θεμελής, Η ανάποδη των ανθρώπων, Η μανία του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Ίνδικτος
  • Κωστής Παπαγιώργης, Curriculum vitae, Σιαμαία και Ετεροθαλή, εκδόσεις Ροές
  • Κωστή Παπαγιώργη, Σύνδρομο αγοραφοβίας, εκδόσεις Καστανιώτη
  • Αφιέρωμα του περιοδικού Διαβάζω στον Κωστή Παπαγιώργη, τεύχος 441, Ιούνιος 2003