Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφήβων και μη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφήβων και μη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019

«Σκέφτομαι τον πατέρα μου», Γιώργος Ιωάννου


O Ιωάννης Σορολόπης, πατέρας του Γ. Ιωάννου, από τη Ραιδεστό της Προποντίδας.
_________________

Zητώ τους μυστικούς Xριστούς
στα τέμπλα και τους νάρθηκες.
Aυτό που έβλεπα παιδί ξανά με συνταράζει.

Mες στα σκοτάδια τον πατέρα μου ζητώ,
διψώ για τη στοργή του κάθε βράδυ.
Aπό το βάρος του γυρίζοντας τρεκλίζω.

Kάθε καινούρια γνωριμία με γελά.
Oύτε ο πατέρας ήταν, ούτε ο Xριστός μου.

Γ. Ιωάννου, Το βάρος του,Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα, 
εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1999 


Ο Γ. Ιωάννου με τους γονείς του, τη γιαγιά του και θείους του (1932)
___________


«Οι δικοί του Άγιοι, οι λαικοί, παιδεμένοι άνθρωποι..»

Ο Γιώργος Ιωάννου ανήκε σε προσφυγική οικογένεια. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Ο πατέρας του Ιωάννης Σορολόπης, από τη Ραιδεστό της Προποντίδας, μηχανοδηγός στους σιδηροδρόμους. Η μητέρα του Αθανασία Καραγιάννη από την Κεσσάνη. Το πραγματικό επίθετο της οικογένειας είναι Σορολόπη, το οποίο ο Ιωάννου θα το αλλάξει το 1955, σε μια προσπάθεια να κλείσει μέσα του το παιδικό τραύμα, που του έχει προκαλέσει η  κοροϊδία των συμμαθητών του στο σχολείο. 

«Το όνομα δεν το διάλεξα, βέβαια, τυχαία. Λεγόταν ο πατέρας μου “Ιωάννης” κι έτσι θέλησα να τον τιμήσω».

Ο πατέρας του πεθαίνει στις 26 Μαΐου 1962.

Ο
Ιωάννου δεν θα κρύψει ποτέ την  προσφυγική λαϊκή  καταγωγή του, αντίθετα, θα γράψει γι’ αυτήν πολλές φορές: «Δεν μιλώ γενικά για τη Θεσσαλονίκη αλλά για την προλεταριακή πόλη, μέσα από μια οικογένεια προλεταρίων.» 

Μετέωρος ανάμεσα στη λαϊκή και στην αστική τάξη και σε ένα επίσης διφορούμενο ισχυρό εμείς - η οικογένειά του, οι Mικρασιάτες πρόσφυγες, η Θεσσαλονίκη, νιώθει πως η καρδιά του ελκύεται σταθερά από τους κακοπαθημένους.

Οι δικοί του Άγιοι θα είναι πάντα οι λαϊκοί, παιδεμένοι άνθρωποι.

Οι γονείς του Γ. Ιωάννου: Ιωάννης Σορολόπης και Αθανασία Καραγιάννη
_____________________

«Τι θέλεις να κάνω εγώ για σένα;» 

[.... ] λυπάμαι, κλαίω μέσα μου, όταν σκέπτομαι τον πατέρα μου και όλους τους ομοίους του, χθεσινούς και τωρινούς — γιατί, βέβαια, ο πατέρας μου δεν αποτελούσε καμιά ιδιαίτερη περίπτωση — κλαίω για τη φοβερή δουλειά, την άπειρα σκληρή δουλειά, την επικίνδυνη δουλειά, την ακατάπαυστη, που ήταν υποχρεωμένος να κάνει, για να του δώσουν στο τέλος ένα μισθουδάκι, που μας έφτανε δεν μας έφτανε ως τις 25 του μηνός. Τις υπόλοιπες πέντε ή έξι μέρες — γιατί ακόμα κι αν τραβούσε 31 ο μήνας, είχε αυτό σημασία για μας, και ο Φλεβάρης ήταν ο πιο αγαπητός — τις περνούσαμε μέσα σε φοβερή στέρηση αλλά και στυγνή αξιοπρέπεια. Όλα, ακόμα και η μετάβασή μας με το τραμ κάπου, αναβάλλονταν για τις πρώτες μέρες του μήνα.

Και όμως ο άνθρωπός μας δούλευε σαν το σκλάβο, δεν είχε ώρα πηγαιμού και ερχομού, δεν ήξερε τι θα πει κρύο ή ζέστα, χιόνι ή βροχή, καθώς ως θερμαστής δούλευε το φτυάρι σε κείνη την ανοιχτή από πίσω μεριά ατμομηχανή, που την πήγαινε, με τα δικά του μπράτσα και μόνο, στη Φλώρινα, στη Δράμα, στην Αλεξανδρούπολη ή στη Λάρισα.

Καί ξαναλέω· στη θέση του ήταν άπειροι, όχι μόνο σ’ αυτή τη δουλειά, αλλά και σε πολλές άλλες παρόμοιες. Εγώ όμως που δεν είμαι ούτε κοινωνιολόγος ούτε θεωρητικός καμιάς κοσμοθεωρίας — και ούτε θέλω να είμαι — μιλώ από τα απτά αυτά που ξέρω, φωτισμένα, βέβαια, από κάποιον κρυφό φωτισμό.

Ο άνθρωπος αυτός τελικά πέθανε στον διάδρομο ενός νοσοκομείου, τη μόνη και τελευταία φορά που χρειάστηκε να καταφύγει εκεί. Κι αυτό δεν έγινε σε καμιά αρχαιότητα, όπως θα νόμιζε κανένας κρύος, αλλά στις μέρες τις κοντινές μας. Στους ίδιους διαδρόμους, αν όχι και δρόμους, έχουν πεθάνει και πεθαίνουν όλοι οι όμοιοί του. Δεν προσπαθώ να κάνω τραγική την κατάσταση, αντίθετα να περιστείλω την έκτασή της.

Την εποχή που ο άνθρωπος αυτός ξεζουμιζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ποσοστό εκείνων που δεν δούλευαν, μα την περνούσαν μπέικα, ήταν το ίδιο αν όχι και ανώτερο από το τωρινό. Και την εποχή που αναστέλλονταν όλη η κίνηση του σπιτιού μας, γιατί δεν είχαμε ένα τάλιρο — για να μην πω και λιγότερο και φανώ απίστευτος στα μάτια των γελοίων, που ελπίζω να μη διαβάζουν τα κείμενά μου — αυτοί είχαν την ίδια οικονομική ευχέρεια, ή μάλλον την ανάλογη, της εποχής, τις ίδιες δυνατότητες να κάνουν σχέδια, και προπαντός να πραγματοποιούν, για τα παιδιά τους, τα οποία, αν ήταν καλοί γονείς, μπορούσαν κάποια στιγμή να τα πάρουν κατ’ ιδίαν και να τους πουν: 


«Τι θέλεις να κάνω εγώ για σένα;».

Όλο αυτή τη μαγική ερώτηση, τελευταία, ονειρεύομαι, δήθεν ότι μου την λέει ο πατέρας μου και σε μένα. Ποιος ξέρει τι σημαίνει αυτό, μάλλον τερματισμό κάποιας διαδικασίας, και ακούγεται τώρα έτσι μέσα μου.

Θέλω να πω ότι τα ίδια θα συμβαίνουν και τώρα και δεν το ξέρουμε — δεν το ξέρω, εννοώ. Γιατί εγώ τα κατάφερα, ξεγλίστρησα σαν τη λαδρόνα. Δουλεύω, βέβαια, αλλά δεν είμαι ούτε θερμαστής, ούτε σκαφτιάς, ούτε ναυτικός, για να βγάζω τόσο δύσκολα το ψωμί μου. Εγώ ανακατεύτηκα μ’ αυτούς τους άλλους, κάνω δουλειές που επινοήθηκαν για τους τρυφερούς βλαστούς των, και — όσο κι αν είναι αντισυνδικαλιστικό, θα το ομολογήσω — κάθε φορά που πληρώνομαι το μισθό μου μένω κατάπληκτος για τα χρήματα που παίρνω με τόσο λιγοστό κόπο, γιατί μέτρο δικό μου είναι ο πατέρας μου και οι όμοιοί του, που αν δεν έφταναν στο σημείο να σέρνονται απ’ την κούραση, να ’ναι βουτηγμένοι στη μουντζούρα, να σαπίζουν οι κάλτσες και να κολλούν πάνω στα ποδάρια τους, το μεροκάματο δεν τους το ’διναν. Λοιπόν δεν μιλώ για τον εαυτό μου, κι ούτε το βάρος πέφτει στο πώς περνώ εγώ σήμερα. 



Ο Γιώργος Ιωάννου με την οικογενειά του το 1963 στη βεράντα του σπιτιού τους στην Αγίου Δημητρίου. Από αριστερά ο αδερφός του Χριστόδουλος (Λάκης), η αδερφή του Δήμητρα, η γιαγιά Αφεντούλη, ο συγγραφέας, η μητέρα του Αθανασία και ο αδερφός του Θοδωράκης που έφυγε από τη ζωή το 1964 σε ηλικία 18 χρόνων. (αρχείο Θ. Γ. Σαρηγιάννης). 
_________________

«Τι δουλειά μπορεί να έχουμε εμείς μ’ αυτούς τους ανθρώπους;»

Όποτε έτυχα σε σπίτια φιλικά, από αυτά όπου κανένας τους δεν δουλεύει, και ακούω τα μέτρα που παίρνουν για τον εαυτούλη τους, τα λεφτά που είναι σε θέση να σκορπίσουν για να θεραπεύσουν την παρωνυχίδα τους, τη σημασία που δίνουν στά ντυσίματά τους, στα φαγιά τους, στις δίαιτές τους, στην ακόρεστη διάθεση για ψυχαγωγία τους, στα ατελεύτητα δώρα τους, δεν μπορώ, όσο κι αν δεν θέλω, δεν μπορώ να μη νιώσω μια ασυγκράτητη αγανάκτηση μέσα μου.

Σκέφτομαι τον πατέρα μου, τις στρατιές των μουντζούρηδων συντρόφων του, τις γυναίκες, ιδίως τις γριές, που έρευαν μέσα στα ανήλιαγα δωμάτια πλέκοντας ή μπαλώνοντας κάλτσες, θεωρώντας μεγάλη περιουσία ακόμα και το πενηντάλεπτο. Σκέφτομαι όλους εκείνους τους άκρας τιμιότητας ανθρώπους, που αγνοούσαν τι θα πει συκοφαντία, πλεκτάνη, βρωμιά, και ζηλοφθονία ακόμα, και που για να παρηγορηθούν στη ζωή έπαιρναν κουράγιο από τους θανάτους και τις αρρώστιες των πλουσίων και των δυνατών. Αυτούς που «αγανακτούσαν», όπως οι ίδιοι έλεγαν, απ’ τη δουλειά, μα πέρασαν τόσο πικρά, τόσο περιορισμένα τη ζωή τους — δεν τους χαρίστηκε σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε δραχμή και το θεώρησαν πολύ φυσικό αυτό.

Τους σκέφτομαι και τους ντρέπομαι. Τίποτε δεν έχουμε κάνει γι’ αυτούς και για τις κακοπάθειές τους. Και θαρρώ πως έτσι θα μείνει το πράγμα. Δεν υπάρχει πια κανείς, που θα ήθελε να φέρει σε κάποια ισορροπία την κατάσταση, να επιβάλει, επιτέλους, κάποια ποινή, μια μικρή σκληρή δικαιοσύνη.

Άλλωστε, σήμερα οι παρατάξεις αυτές που επαγγέλλονται την κοινωνική δικαιοσύνη, και που έκαμναν τους μάρτυρες αυτούς — και τους άλλους — να είναι πλημμυρισμένοι οράματα και ελπίδες, εκτός του ότι έχουν γίνει από το φριχτό λέγε λέγε ολότελα κατειργασμένες και φυσικά αγνώριστες, έχουν κατά μέγα μέρος τους καταληφθεί από αυτούς ακριβώς τους άεργους, τους πλούσιους, τους αργόσχολους, τους ως επί το πλείστον ψυχοπαθείς, που κόβουν μ’ απλοχεριά κι εδώ τα μεγάλα λόγια τους. Τι δουλειά μπορεί να έχουμε εμείς μ’ αυτούς τους ανθρώπους;

Γιώργος Ιωάννου, Σκέφτομαι τον πατέρα μου, "εφήβων και μη", εκδόσεις Κέδρος. (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αντί», τεύχος 120, στις 3/3/1979)

Ο Γιώργος Ιωάννου στο Καστρί Κυνουρίας, όπου τοποθετήθηκε το 1960, ως φιλόλογος Μέσης Εκπαίδευσης
______________

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

«Γιατί τα σκυλιά δεν αγαπούν τα καρναβάλια;», Γιώργος Ιωάννου, Αποκριάτικο


Ο Γ. Ιωάννου σε ηλικία 4 ετών (1931)΄
____________

Χρονικο­γράφος και "ιστορικός του μικρογεγονότος"

Πλάνης καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης, ο Γιώργος Ιωάννου, χρονικο­γράφος και "ιστορικός του μικρογεγονότος", υπήρξε απόλυτα προσηλωμένος στο δεδομένο συμ­βάν, σε πράγματα, συχνά ανάξια λόγου, μικρά δράματα της κάθε μέρας, ιστορίες τρυγημένες από κάθε πρόσφορο στόμα. Το πείσμα της πεζογραφίας του να μιλήσει για "ό,τι νιώθει αναφαίρετα δικό της" βρίσκει τον τρόπο και το χώρο που της ταιριάζει: σύντομα αφηγήματα, απαλλαγμένα από την υποτιθέμενη αναμέτρηση με τα μεγάλα προβλήματα της ζωής, γραμμένα σε καθαρά ελληνικά, χωρίς φιοριτούρες, εύκολο λυρισμό,  ναρκισσισμό και άλλα ευνόητα κουσούρια που ταλαιπωρούν αδόκιμες πένες. 

"Με σοφία γυρολόγου αυτός ο αφηγητής αναδιφεί και αποστραγγίζει τη (συλλογική) μνήμη του για να διηγηθεί, όχι όμως για να δώσει πνοή σε συμβάντα που ως διά μαγείας ζουν στη σκηνή της σελίδας. 

Ο Ιωάννου χρονογραφεί, και χρονογραφεί υπέροχα, αλλά (μάλλον «επειδή») δεν μπορεί να επιτύχει την αναπαράσταση ενός «μύθου» ή, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις, μιας ανακουφιστικής «πλο­κής». Έτσι εκεί που θα περιμέναμε αφηγηματικές μεθοδεύσεις, έχουμε καλλιέργεια αισθημάτων. Και φυσικά η σειρά των υποκαταστάσεων είναι μεγάλη: ο μυθιστοριογράφος γίνεται ιστοριογράφος, ο διηγηματογράφος χρονικογράφος, ο δραματουργός απλός συλλέκτης ανεξίτηλων εντυπώσεων.

Μένοντας μεταξύ απομνημονεύματος και μυθο­πλασίας, ο ρεαλισμός του Ιωάννου, δείχνει να έχει απαλλαγεί από το σαράκι που λέγεται επινοημένη ιστορία και πλα­σματικός κόσμος. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο που ο Ιωάννου, έξοχος πάντα παρατηρητής, μεταφέρει και εγκαθιστά τη δράση του στην καθημερινότητα. Η έλλειψη δημιουργικότητας που αλλού θα βρει βοήθεια αν όχι στο άμεσο; " 

[ με τη ματιά του Κωστή Παπαγιώργη και χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το "Ένας πεζογράφος" που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του "Σιαμαία και Ετεροθαλή", εκδόσεις Ροές, (σελ. 114-126) ] 



Θα ντυθούμε ή δεν θα ντυθούμε καρναβάλια φέτος;

Προχτές ξανάρθε στο σπίτι το γνωστό Αποκριάτικο θέμα: θα ντυθούμε ή δεν θα ντυθούμε καρναβάλια φέτος; Και αν ναι, τι καρναβάλια; Στο τέλος, μετά από αρκετή συζήτηση και φωνές, απο­φασίσαμε εμείς οι μεγάλοι να μην ντυθούμε, μα να ντύσουμε μόνο το μικρό μας αδερφάκι, που είναι πέντε χρονών και τα χαίρεται πολύ κάτι τέτοια.

Και αμέσως πήραμε ν’ αραδιάζουμε τις διάφορες ιδέες μπροστά στον μικρό, που από χαρούμενος άρχισε να γίνεται ανήσυχος, ακούγοντας τις ολοένα πιο έξαλλες εμπνεύσεις μας. Πρώτα πρώτα, είπα­με, βέβαια, τα γνωστά· τσολιάς, πιερότος, ιππότης, μαρκήσιος, λόρ­δος... Ύστερα πιάσαμε τα πρωτότυπα· πουλί, ψάρι, δέντρο, λουλού­δι, ζώο... «Ναι, αλλά τι ζώο;» είπε κάποιος. Και τότε, πάλι, παρέλασαν τα ζώα, από τα πιο συνηθισμένα ως τα πιο σπάνια. Στο τέλος αποφασίσαμε να ντύσουμε τον μικρό μας λαγουδάκι. Να τον κάνουμε έναν ωραίο πηδηχτό λαγό, με ωραία μεγάλα αυτιά.




Ο δαιμόνιος Έλληνας ζαχαροπλάστης.....


Ο πατέρας μου που μας άκουγε λέει:

«Όταν πάτε στο συνοικισμό, στη θεια σας, να προσέχετε τα σκυλιά, μη μας δαγκάσουν τον Δημητράκη».

Εμείς, βέβαια, δεν καταλάβαμε και είπαμε «τι λέει ο πατέ­ρας;», Αλλά αυτός όπως αποδείχτηκε, ήθελε να μας πει και πάλι μια αστεία ιστορία από τις τόσες που ξέρει.

«Μια φορά, είπε ο πατέρας, ένας πολύ έξυπνος, δαιμόνιος, Έλλη­νας στην Αμερική, για να γίνει αγαπητός στους πελάτες του και προ­παντός στα παιδιά τους, ντύθηκε τις Αποκριές κούνελος και φορώντας αυτή τη στολή ξεκίνησε με το αυτοκίνητό του να μοιράσει τα γλυκίσματα ­ που του είχαν από μέρες παραγγείλει.

Στο δρόμο ένιωθε να τον κοιτάνε με ευχαρίστηση κι αυτό τον γέμιζε χαρά. Και ήταν πραγματικά ένας έξοχος κούνελος εφάμιλλος μ’ αυτούς που βλέπουμε στα έργα με τα κινούμενα σχέδια. Τον έβλεπες κι αμέσως σε πιάνανε τα γέλια. Έτσι όπως περπατούσε κατακίτρινος, πορτοκαλής μάλλον, με τα μεγάλα του αυτιά και την κοντή χαμηλή ουρά του αποπίσω ανασηκωμένη. Αμ, εκείνα τα δυο μεγάλα δόντια; Ήθελε δεν ήθελε του εξασφαλίζανε μόνιμα ένα ανοιχτόκαρδο κουνελίσιο χαμόγελο.




Φτάνει, λοιπόν, στην πρώτη βίλα — όλο βίλες είχε η περιοχή — κατεβαίνει απ’ τ’ αυτοκίνητο και προχωρεί καμαρωτά με το ωραίο, όλο λαμπρούς φιόγκους, πακέτο στα χέρια. Περνάει πηδηχτός το δρομάκι του κήπου και μέσα του όλο έλεγε· «Τι έκπληξη! τι έκπληξη, θα τους κάνω τώρα!». Χτυπάει τό κουδούνι και παίρνει το πιο κουνε­λίσιο του χαμόγελο. Και αληθινά, η κυρία του σπιτιού, μετά την πρώ­τη έκπληξη — τρομάρα μάλλον — βάζει κάτι τρανταχτά γέλια, που αν τα γειτονικά σπίτια ήταν κοντά θα την είχαν ακούσει. «Μπράβο σας! μπράβο σας! θαυμάσια Ιδέα!». Και του δίνει ένα γενναίο φιλο­δώρημα.

Μα την ίδια στιγμή, ο κούνελος νιώθει μια γερή σουβλιά στο δεξί πόδι του και μπήγει μια κραυγή, που ωστόσο την κατάφερε να είναι αρκετά κουνελίσια. Και σκύβοντας, τι να δει! Ένα τόσο δα σκυλάκι, ένα πεκινουά, εξαγριωμένο και με τα δόντια έξω, προσπαθούσε, αν ή­ταν δυνατό, να τον κατασπαράξει. «Ω!», ξαναβγάζει μια κραυγή. «Αχ, σας δάγκασε;» ρωτάει χαριτωμένα η κυρία. «Μη φοβάστε όμως, είναι μπολιασμένο το χρυσό μου. Ζηλεύει, ξέρετε, πολύ. Χτες δάγκωσε το μανάβη, πόσο μάλλον εσάς μ’ αυτή τη στολή που φορέσατε...». Ο κούνελος, τι να κάνει, έκανε πως δεν κατάλαβε. Ξαναπήρε το χαμόγελό του και έφυγε πηδηχτός. «Εδώ θα μας ζητήσουνε και ρέστα», σκέφτηκε.



Στο επόμενο σπίτι, ήτανε πιο προσεχτικός, γιατί, βέβαια, όλα εκείνα τα εξοχικά είχανε και από κάποιο σκύλο. Περπάτησε, λοιπόν, όσο πιο ελαφρά μπορούσε στον κήπο και χτύπησε όσο πιο απαλά κι ευγενικά γινόταν το κουδούνι. Μα, δεν του άνοιγε κανείς, θα έλειπαν ίσως. 


Απάνω όμως στο τρίτο κουδούνισμα ακούει αποπίσω του ένα λαχανιασμένο γάβγισμα και ταυτόχρονα νιώθει την ουρά του να ξερι­ζώνεται με αγριότητα από τα δόντια ενός μαύρου σκύλου, όχι και πο­λύ μεγάλου στο μέγεθος. Άφησε την ουρά του στα δόντια του σκύλου και έτρεξε να σωθεί. Μα, ο σκύλος σαλτάρησε και πάλι το κατόπι του. 

Πέτρες δεν είχε εκεί πέρα για ν’ αρπάξει. Έσκυψε να βγάλει μια από αυτές με τις οποίες ήταν στρωμένο το δρομάκι του κήπου. Μα, αυτό ακριβώς το σκύψιμό του εξαγρίωσε το σκύλο ακόμα χειρότερα. Φαίνεται σκύβοντας κουνήθηκαν πολύ παράξενα τ’ αυτιά του, φάντα­ξαν τα δόντια και τα μάτια, ποιος ξέρει, πάντως ο σκύλος έγινε επιθετικότερος. 

Ευτυχώς, ο εφευρετικός ζαχαροπλάστης είχε τη θαυμάσια ιδέα να του πετάξει, την τελευταία στιγμή, το κουτί με τις σοκολάτες κι αυτό κάπως τον σταμάτησε. Αγαπούσε τις σοκολάτες ο αγριόσκυλος. Αυτές τον μάραναν...




Στα επόμενα σπίτια ο κούνελος βρήκε δεμένα τα σκυλιά κι έτσι ξεθάρρεψε και πάλι. Η σπουδαία, μάλιστα, υποδοχή που του έκαναν οι πελάτες του και τα μεγάλα φιλοδωρήματά τους, τον παρηγόρησαν για τις τρομάρες του, τού γέμισαν την καρδιά χαρά και τον έκαναν να χοροπηδάει, όσο ποτέ, χαριτωμένα.

Όμως στο έβδομο ή όγδοο σπίτι δεν πρόλαβε καν ν’ ανοίξει την πόρτα και νιώθει ένα φοβερό θηρίο να ορμάει πάνω του. Σχεδόν μαζί με το σάλτο ακούστηκε και το γάβγισμα. Το τεράστιο λυκόσκυλο — γιατί λυκόσκυλο ήτανε αυτή τη φορά — του έβγαλε με το πρώτο το ένα του αυτί — το κουνελίσιο, βέβαια — και το δάγκωνε κάτω με λύσ­σα. Αλλά, ξαφνικά, ξαναόρμησε και του έβγαλε και τ’ άλλο. 


Ο κού­νελος κατατρομαγμένος πρόσφερε το πακέτο με τις σοκολάτες. Το πέταξε δηλαδή, για να μπορέσει να σωθεί. Μα, αυτά εδώ δεν είχαν πέραση. Ο σκύλαρος αυτός δεν ήταν από κείνους που ξεγελιούνται με σοκολάτες. Έκανε νέα έφοδο και άρπαξε τον δυστυχισμένο κούνελο, αυτή τη φορά, απ’ το μπράτσο. Έχωσε τα δόντια του βαθιά. 

«Πανα­γία μου», κραύγασε στα Ελληνικά ο Έλληνας και τράβηξε με δύναμη το χέρι. Η μισή στολή του σερνόταν κιόλας απ’ το στόμα του αγριόσκυλου, που ετοιμαζόταν να ξαναορμήσει. Μόνο το πρόσωπό του καλύπτονταν απ’ την κουνελίσια μάσκα κι αυτό ίσως ήταν το χει­ρότερο.




Ένα λαμπρό σχέδιο που δε λογάριασε τους σκύλους....


Εκείνη την κρίσιμη στιγμή άνοιξε σιγά σιγά η πόρτα της βίλας και πρόβαλε ένα μικρό αγόρι, να, σαν τον Δημητράκη μας. Ο σκύ­λος, μόλις ένιωσε το παιδί, ημέρεψε κάπως, έστρωσε η ραχοκοκαλιά του, γλύκανε λίγο το γάβγισμα και άρχισε να κουνάει αδιόρατα την ουρά. Απ’ αυτό βρήκε ευκαιρία ο καημένος ο πλασιέ να υποχωρήσει σιγά σιγά και να χωθεί με μια κίνηση στο αυτοκίνητό του. 

Τράβηξε, φυσικά, για το νοσοκομείο. Σκυλιά είναι αυτά, μπορείς να τους έχεις εμπιστοσύνη; Και στο δρόμο μόνο που δεν έκλαιγε. Τέτοιο λαμπρό σχέδιο και να καταλήξει έτσι!.. Όλα τα είχε βάλει στο λογαριασμό, εκτός από τους σκύλους. Πού να φανταστεί;».

Όλοι μας είχαμε σωπάσει πια. Η ιστορία αυτή που είχε αρχίσει τόσο αστεία τελείωνε αρκετά θλιβερά. Και μόνο ο Δημητράκης ρώτη­σε:


 «Μπαμπά, γιατί τα σκυλιά δεν αγαπούν τα καρναβάλια;». Αλλά δεν έλαβε απάντηση.




Γιώργος Ιωάννου, Αποκριάτικο, Εφήβων και μη, εκδόσεις Κέδρος (σελ. 136-138)
 ("Ελεύθερη Γενιά.", τ. 28, Φεβρ. 1979)