Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χόρχε Μπουκάι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χόρχε Μπουκάι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Μπορείς να τα καταφέρεις, θάρρος θέλει!, Χόρχε Μπουκάι


Ένα γιγάντιο ζώο, τρομερά δυνατό....

Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του. Σίγουρα, ένα ζώο σαν κι αυτό θα μπορούσε να ξεριζώσει ολόκληρο δέντρο μ' ένα μικρό τράβηγμα.


Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του.

Ωστόσο, το ξύλο ήταν ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος. Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.

Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει;



Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;

Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο, τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα. Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος.

Έκανα τότε την προφανή ερώτηση:  

"Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;"

Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.

Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα - ευτυχώς για μένα - ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν΄ ανακαλύψει την απάντηση.

Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σ΄ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.


..δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής.....


Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρ΄ όλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.

Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο… 


Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.

Αυτός ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής.
Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του.

Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση.

Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του…



Γιατί δεν δοκιμάζεις;

Κάποιες νύχτες ονειρεύομαι ότι πλησιάζω τον αλυσοδεμένο ελέφαντα και του λέω στο αφτί:

«Ξέρεις κάτι; Εμείς οι δυο μοιάζουμε. Νομίζεις κι εσύ ότι δεν μπορείς να κάνεις κάποια πράγματα επειδή μια φορά, κάποτε, προσπάθησες και δεν τα κατάφερες. Πρέπει να καταλάβεις ότι ο καιρός πέρασε και σήμερα είσαι πια πιο μεγάλος και πιο δυνατός από παλιά. Αν ήθελες στ’ αλήθεια να απελευθερωθείς, είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσες να το πετύχεις.

Γιατί δεν το δοκιμάζεις;»

Μερικές φορές ξυπνάω με τη σκέψη ότι ο ελέφαντάς μου, τελικά, κάποια μέρα το επιχείρησε και κατάφερε να ξεριζώσει το ξύλο. Τότε χαμογελάω και φαντάζομαι ότι το τεράστιο ζώο συνεχίζει να ταξιδεύει με το τσίρκο επειδή χαίρεται να βλέπει τα παιδιά να διασκεδάζουν, αλλά χωρίς αλυσίδα.


Προσπάθησε πάλι με όλη σου την ψυχή!

Όλοι είμαστε λίγο- πολύ σαν τον τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία.

Ζούμε πιστεύοντας ότι "δεν μπορούμε" να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και και δεν τα καταφέραμε.

Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: 


"Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω."

Αυτό σου συμβαίνει. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε.

Ο μοναδικός τρόπος να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή…! 




Χόρχε Μπουκάι, Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας
Εικονογράφηση: Gusti, εκδόσεις Opera, Αθήνα 2011

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Μήπως μπορώ να μιλήσω με τον Άγιο Γεώργιο, αντί να μιλάω με το Δράκο;

Saint George and the Dragon, Raphael 
__________

Μια ιστορία που με κάνει πάντα να γελάω

Μιλάω για τον διαρκή αγώνα να φτάσει κανείς στο τέλος του δρόμου και θυμάμαι μια ιστορία που με κάνει πάντα να γελάω...

Saint George and the Dragon by Gustave Moreau
_________

«Πανδοχείο Ο Άγιος Γεώργιος και ο Δράκος»

Ήταν μια φορά ένας ζητιάνος που βρέθηκε τυχαία στην πόρτα ενός πανδοχείου. Απ' έξω κρεμόταν μια τεράστια πινακίδα με το όνομα του πανδοχείου. Το έλεγαν: «Πανδοχείο Ο Άγιος Γεώργιος και ο Δράκος».

Φανταστείτε την κατάσταση: Χιονίζει. Ο ζητιάνος πεινάει και κρυώνει, αλλά δεν έχει λεφτά. Χτυπάει την πόρτα του πανδοχείου. Ανοίγει η πόρτα, βγαίνει μια γυναίκα με ύφος βλοσυρό και του λέει:

-  «Τι θέλεις;»

Ο ζητιάνος απαντάει:

-  «Ξέρετε, να... εγώ... πεινάω, και κρυώνω... » 

-  Λεφτά έχεις;» φωνάζει η γυναίκα.

-  Όχι, δεν έχω λεφτά» λέει αυτός, και μπαμ του κλείνει εκείνη την πόρτα κατάμουτρα.


Saint George and the Dragon, Raphael 
__________

Ο τύπος κάθεται εκεί απελπισμένος.
Κάνει να φύγει, αλλά αποφασίζει να δοκιμάσει άλλη μια φορά.
Χτυπάει λοιπόν ξανά την πόρτα. 

-  «Τι θέλεις πάλι;» του λέει η γυναίκα. 

-  Να, ήρθα να σας παρακαλέσω, κάντε μου αυτή τη χάρη, δώστε μου...»

-  «Δεν είμαστε εδώ για να κάνουμε χάρες, εδώ βρισκόμαστε για δουλειά. Αυτό εδώ είναι πανδοχείο, δουλειά. Δεν ξέρεις τι είναι το πανδοχείο; Εδώ αν δεν έχει κανείς λεφτά, δεν μπαίνει!! Και αν δεν έχει να φάει, να πάει να πνιγεί!!»

Μπαμ!! Του ξανακλείνει κατάμουτρα την πόρτα.
Ο τύπος κάνει πάλι να φύγει, αλλά αποφασίζει να επιμείνει.
Χτυπάει άλλη μια φορά και λέει:

-  «Κοιτάξτε, κυρία, συγχωρήστε με...»

-  «Δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω, τίποτε! Κοίταξε με καλά! Αν δεν φύγεις, θα σου πετάξω ένα κουβά παγωμένο νερό, να σε κάνω μούσκεμα! Έξω, είπα!»

Και μπαμ! Δίνει μια στην πόρτα και την κλείνει με δύναμη.
Ο τύπος βάζει το κεφάλι κάτω και συνεχίζει τον δρόμο του.
Προχωράει σιγά σιγά, φτάνει στη γωνία και γυρνάει το κεφάλι... Σηκώνει το βλέμμα και ξαναβλέπει την επιγραφή που λέει: «Πανδοχείο Ο Άγιος Γεώργιος και Ο Δράκος».

Αποφασίζει λοιπόν να γυρίσει πίσω. Για τελευταία φορά χτυπάει την πόρτα.
Η γυναίκα βάζει τις φωνές από μέσα:

-  «Πάλι τα ίδια; Τι θέλεις επιτέλους;»

Τότε, της απαντάει ο ζητιάνος:

-  «Να, λέω, αντί να μιλάω μαζί σας, μήπως μπορώ να μιλήσω με τον Άγιο Γεώργιο;»


St. George and the Dragon - Briton Rivière
__________

...σε επαφή με ό,τι καλύτερο έχουμε...

Προσέξτε την επόμενη φορά που θα δραπετεύσετε από τον πόνο και την απελπισία. Προσέξτε όταν λέτε «δεν θέλω να το ζήσω αυτό» γιατί εάν, για να αποφύγετε αυτή τη 
φάση, τραβάτε το κάκαδο, ξαναγυρίζετε πίσω, και το πένθος μπορεί να γίνει χρόνιο.

Περνάνε δεκαπέντε, είκοσι χρόνια, και κάθε φορά που φτάνει κανείς εκεί,
επειδή φοβάται τόσο πολύ τη συντριβή, καταφεύγει στην οργή, διαφεύγει στην άρνηση, ξαναγίνεται παιδί, παραμένει στην ενοχή, τρέχει προς τα πίσω απ' όποιον δρόμο μπορεί — αρκεί μόνο να μην περάσει από αυτήν την απέραντη θλίψη - αρκεί να μην βρεθεί με την ψυχή του συντρίμμια.

Αν δεν κάνουμε κάτι για να τελειώσει αυτός ο φαύλος κύκλος, θα γυρίζουμε διαρκώς πίσω, και στο τέλος θα αντικαταστήσουμε τον πόνο με το διαρκές βάσανο και θα μείνουμε εκεί.

Και τι να κάνουμε; Καλύτερα να πούμε τι δεν πρέπει να κάνουμε. Δεν πρέπει να ξύνουμε την πληγή. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση να ζήσουμε τον πόνο (τη φαγούρα) σε αυτήν τη φάση της συντριπτικής θλίψης, και να αφήσουμε το ποτάμι να κυλήσει με την πεποίθηση ότι είμαστε αρκετά δυνατοί για να αντέξουμε τον πόνο και τη λύπη.

Νομίζω ότι πρέπει να μας απασχολήσει να καταλάβουμε, να αναζητήσουμε τον τρόπο, να βρούμε το πού, να ανακαλύψουμε το πώς, να βρούμε τα πρόσωπα, να ψάξουμε τους δρόμους που θα μας φέρουν σε επαφή με ό,τι καλύτερο έχουμε.

Και ό,τι καλύτερο έχουμε είναι ο αγώνας, η επιθυμία να προχωρήσουμε, η διάθεση να ζήσουμε αυτή τη ζωή που, παρ' όλους τους πόνους και τους φόβους που ίσως αντιμετωπίσουμε κάποια στιγμή, αξίζει τον κόπο να τη ζήσουμε.

Χόρχε Μπουκάι, Ο δρόμος των δακρύων, εκδόσεις Opera


Saint George and the Dragon, by Mattia Preti (1678)
_________

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Πονάει το χέρι που κρατάει σφιχτά, χωρίς χαρά, μόνο από ανάγκη: Χόρχε Μπουκάι

The Little Prince


Αποστασιοποίηση…..δύσβατη οδός…… αλλά διαβατήριο για ν’ απολαμβάνουμε ό,τι έχουμε, όχι μόνο γιατί κάποια στιγμή μπορεί να μην το έχουμε, αλλά παρά το γεγονός ότι κάποια στιγμή δεν θα το έχουμε…….

«Η αποστασιοποίηση αρχίζει όταν συνειδητοποιήσουμε και αποδεχτούμε ότι — όπως το τριαντάφυλλο στον Μικρό Πρίγκιπα — όλα είναι εφήμερα, ανάμεσα σ' αυτά κι εμείς.
Αλλά δεν τελειώνει εκεί.

Δεν πρόκειται να παραιτηθώ, ούτε να πάψω ν' απολαμβάνω ό,τι έχω, ούτε και ν' αποφύγω τις επαφές.

Το θέμα είναι ν' αποδεχτώ ειλικρινά και σε βάθος ότι —οποιαδήποτε στιγμή— θα μπορούσα ν' απομακρυνθώ απ' όσα κατέχω, να πάψω να κάνω όσα κάνω, να χάσω αυτόν που αγαπάω, ή εκείνος να χάσει εμένα.

Και τι σημαίνει άραγε «να το αποδεχτώ σε βάθος»;

  • Να μη συγκρούομαι με αυτό μέσα μου.
  • Να μη σκέφτομαι: «Αυτό θα ήταν αδύνατον να συμβεί».
  • Να μη θεωρώ πως αν συνέβαινε «δεν θα μπορούσα να το αντέξω».
  • Σημαίνει να καταλάβω — και δεν ξέρω αν θα το κάνω με χαμόγελο, αλλά τουλάχιστον χωρίς να χάσω την ψυχραιμία μου — πως η αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο: οι απώλειες θα συμβούν ό,τι και να κάνω - η ζωή μου θα συνεχιστεί χωρίς αυτά τα πράγματα∙ τα πράγματα και οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να υπάρχουν και χωρίς εμένα.


Όλοι πρέπει ν' αντέξουμε τις απώλειες• μεγάλες ή μικρές, δίκαιες ή άδικες, αναγκαίες ή ανώφελες, όλοι θα πρέπει να περάσουμε απ' αυτές.


  • Αποστασιοποιούμαι, σημαίνει ότι μαθαίνω να ζω και ν' απολαμβάνω αποδεχόμενος πως μπορεί να μην έχω κοντά μου τα πράγματα που αγαπώ.
  • Αποστασιοποίηση είναι η ικανότητα ν' αφήνω να φύγει αυτός που αγαπώ, κυρίως χωρίς να πάψω να τον αγαπώ.
  • Αποστασιοποίηση σημαίνει ότι αφήνω κάτι να φύγει χωρίς να το μισήσω.
  • Αποστασιοποίηση είναι να καταλάβουμε ότι, αργά ή γρήγορα, «το άλλο» θα μας αφήσει, ή θα πρέπει να το αφήσουμε εμείς (τουλάχιστον, με τον τρόπο που το γνωρίσαμε ως εκείνη τη στιγμή).
Όταν το καταφέρνω αυτό, συμβαίνει κάτι υπέροχο.

Συμβαίνει ότι τότε... μπορώ και να έχω, και να επιθυμώ, και να κατέχω πράγματα, και να δημιουργώ σχέσεις, χωρίς όμως να εξαρτώμαι από τίποτ' απ' όλ' αυτά.


I like how the picture is gray on the outside of her body, but the cracks show yellow and red, which maybe show how much power is on the inside but none shown on the outside http://www.huffingtonpost.com/2014/04/03/being-stressed-out_n_5071642.html

Η αποστασιοποίηση —όπως εγώ την καταλαβαίνω— καθόλου δεν σημαίνει ότι απομακρύνομαι από τον κόσμο. Τουναντίον, η αποστασιοποίηση είναι που μου επιτρέπει να σχετίζομαι μαζί του χωρίς να τον βιώνω ως απειλή.

Για να δεχτώ, λοιπόν, αυτές τις δυνατότητες που μου παρέχει η αποστασιοποίηση, πρέπει να καταλάβω πως η ζωή μου δεν εξαρτάται απ' το τι έχω, και πρέπει να καταλάβω πως αυτός που αγαπώ ή ποθώ δε μου έχει γίνει αναγκαίος ή απαραίτητος για να συνεχίσω να ζω. Πρέπει να μεταβάλλω την πεποίθηση μου (απόρροια μιας εσφαλμένης προκατάληψης) ότι αν χάσω τούτο ή τ' άλλο, ο πόνος θα με εκμηδενίσει.

  • Αν πιστεύω πως δεν μπορώ «να ζήσω χωρίς εσένα», τότε θα κάνω οτιδήποτε για να σε κρατήσω: θα γίνω κάποιος άλλος απ' αυτόν που είμαι για να σου αρέσω, θα καταφύγω στα παράπονα, τα ψέματα ή και στη βία ακόμη.
  • Αν θεωρώ πως δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τη δουλειά μου, θα κάνω οτιδήποτε για να την κρατήσω: θα ανεχτώ οποιαδήποτε προσβολή, θα εγκαταλείψω κάθε άλλη δραστηριότητα.

«Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα... Απλώς, δεν θα το αντέξω...» Όλοι ξέρουμε πόσο ψευδής είναι αυτή η θέση, έχοντας δει τόσες φορές να συνεχίζουν τη ζωή τους με αυτοσυγκράτηση και αξιοπρέπεια άντρες και γυναίκες που βίωσαν την απόλυτη ανατροπή: στρατιώτες που γυρίζουν από το μέτωπο ακρωτηριασμένοι, μάνες που έχουν χάσει τα παιδιά τους, συγγενείς χιλιάδων νέων που έχουν πάρει χωρίς γυρισμό το δρόμο των σκληρών ναρκωτικών.


cemetery weeping  statue angel weeps at grave  in  Found in Cemetery de Sant Sebastia, Sitges, Spain.


Βέβαια, η αποστασιοποίηση, όπως είπαμε, δεν είναι ένα τέχνασμα για ν' αποφύγουμε τα περίπλοκα πένθη. Κατά τη γνώμη μου, το θέμα έγκειται, ακριβώς, στη διάκριση μεταξύ δύο αντιθέτων: του έρωτα και του φόβου. Να διακρίνουμε την υγιή αίσθηση της χαράς που μοιραζόμαστε, από το μισητό και τοξικό βίωμα της απειλητικής ανάγκης.

Οι ιδέες αυτές είναι «ψιλά γράμματα και λειτουργούν σαν ψεύτικες δικαιολογίες για τις προσκολλήσεις, τις εξαρτήσεις και την —συνειδητή ή όχι— απόφαση μας να κρεμαστούμε από έναν άλλο άνθρωπο ή ένα άλλο πράγμα. Γιατί αυτό συμβαίνει με τους δεσμούς εξάρτησης: καταφεύγουμε σε κάποια πράγματα για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας —στήριξη, παρέα, τρυφερότητα, ασφάλεια, ακόμη και το βλέμμα κάποιου—, πρέπει όμως να καταλάβουμε πως όλα αυτά δεν βρίσκονται συγκεντρωμένα σ' έναν μόνο άνθρωπο, σε μία μόνο σχέση, σ' ένα και μόνο μέρος.»

Χόρχε Μπουκάι, Ο δρόμος της πνευματικότητας, εκδόσεις opera


“You dont find love, it finds you. Its got a little bit to do with destiny, fate, and whats written in the stars.”  ― Anaïs Nin

Ο πόνος του κλειστού χεριού

Παρόλο που όλα έρχονται και παρέρχονται φυσικά, χωρίς πίεση, χωρίς να το επιδιώκουμε, η επεξεργασία αντίθετα του πένθους συνεπάγεται μια ελάχιστη έστω συναίσθηση, και κάποια διάθεση για δράση (συνειδητοποιώ, δηλαδή, τι έγινε και κάνω αυτό που πρέπει).

Είναι ένας δρόμος που είναι οδυνηρός, δεν είναι επιλογή μας, και δεν είναι ποτέ ευχάριστος.

Πολύ ωραία, θα μου πείτε, δεν χρειάζεται όμως να είναι και δραματικός. Γιατί θα πρέπει να σκεφτώ ότι πρόκειται να αποχωριστώ κάποια πράγματα; Μπορεί να υπάρχουν — και υπάρχουν στ' αλήθεια —, ένα σωρό πράγματα που απολαμβάνω στη ζωή μου. Απ' αυτά μπορώ να κρατηθώ και να είμαι ήσυχος ότι θα είναι δίπλα μου ως την τελευταία μου στιγμή, γιατί εγώ το αποφάσισα να είναι μαζί μου για πάντα...

Κι εγώ απαντώ: αυτό δεν γίνεται.
Αυτό είναι το πρώτο που μαθαίνει κανείς όταν ενηλικιώνεται.

Είτε μου αρέσει είτε όχι, θα έρθει κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα — πάντως αναπόφευκτα—, που θα με έχουν εγκαταλείψει όλοι και όλα. Θα έχω χάσει πρόσωπα και πράγματα, θα έχουν αλλάξει καταστάσεις, θα έχω ξεπεράσει κάποιες φάσεις ζωής και θα έχω αλλάξει ιδέες.

Αλλά ακόμη κι αν δεν γίνει έτσι — ακόμη κι αν εγώ πεθάνω πριν με εγκαταλείψουν και αρνούμαι να αποδεχτώ πως όλα θα συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο χωρίς εμένα —, θα πρέπει τότε να αποδεχτώ πως εγώ θα είμαι αυτός που θα φύγει. Και θα ήταν ανέντιμο να μη βρίσκομαι σε επιφυλακή, για να αποφύγω να δεσμεύσω κάποιον, να μην τον κρατάω παγιδευμένο, προσκολλημένο, δημιουργώντας του ψεύτικες, απραγματοποίητες ελπίδες ότι κάτι θα κρατήσει για πάντα.


Photo by Nico Nordström.


Πώς γίνεται, όμως, να απολαύσω κάτι, αν πρέπει συνεχώς να προσέχω μην το χάσω, ή μήπως κάποιος μου το αρπάξει;

  • Ας υποθέσουμε ότι το αγαλματίδιο πάνω στο γραφείο σας, αυτό το διακοσμητικό αντικείμενο ή εκείνο το σταχτοδοχείο είναι όλα φτιαγμένα από ένα υλικό ζεστό και απαλό στην αφή.
  • Ας υποθέσουμε τώρα ότι παίρνω αυτό το πράγμα στα χέρια μου και το κρατάω γερά, γιατί μου φαίνεται πως κάποιος θέλει να μου το πάρει. Το σφίγγω δυνατά για να μη μου το κλέψουν. 

Τι θα συμβεί αν ο κίνδυνος εξακολουθεί να υπάρχει (έστω κι αν είναι φανταστικός) κι εγώ συνεχίζω να έχω το αντικείμενο στην κατοχή μου; Θα συμβούν δύο πράγματα.

  • Το πρώτο είναι ότι θα συνειδητοποιήσω πως δεν υπάρχει πια ευχαρίστηση. Δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να χαρώ αγγίζοντας αυτό που σφίγγω με τα χέρια μου. (Μπορείτε να το δοκιμάσετε. Πάρτε κάτι στα χέρια σας και κρατείστε το σφιχτά. Προσπαθήστε να καταλάβετε πώς είναι στην αφή. Δεν θα τα καταφέρετε. Το μόνο που καταλαβαίνετε είναι ότι το κρατάτε γερά προσπαθώντας να μην το χάσετε.)
  • Το δεύτερο που πρόκειται να συμβεί, καθώς το σφίγγω με πείσμα, είναι ότι θα εμφανιστεί ο πόνος. (Συνεχίστε να κρατάτε το αντικείμενο με δύναμη για να μη μπορεί κανείς να σας το πάρει και δείτε τι γίνεται.) Αυτό που ακολουθεί πάντοτε το σφίξιμο, είναι ο πόνος. Ο πόνος του κλειστού χεριού. Ο πόνος ενός χεριού που, σφιγμένο, μία μόνο ευχαρίστηση μπορεί να πάρει: τη χαρά ότι δεν έχασε. Τη μοναδική ευχαρίστηση που προσφέρει η ματαιοδοξία, ότι κέρδισα, δηλαδή, εκείνον που ήθελε να μου το πάρει. Τη χαρά της «νίκης»...Καμία όμως ευχαρίστηση που να προέρχεται από τη σχέση μου με το ίδιο το αντικείμενο.

"You give but little when you give of your possessions. It is when you give of yourself that you truly give." --Kahlil Gibran, The Prophet

  • Αυτό συμβαίνει με τη βλακώδη ανάγκη να κατέχουμε άχρηστα πράγματα. 
  • Αυτό γίνεται όταν υπερασπιζόμαστε μια ιδέα σαν προμαχώνα. 
  • Αυτό επίσης γίνεται όταν είμαστε κτητικοί στις σχέσεις μας, ιδιαίτερα τις πιο τρυφερές, (όπως εκείνες ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, ή ανάμεσα σ' ένα ζευγάρι). 
Πράγματι, στις σχέσεις μου, κυρίως τις πιο στενές, δημιουργείται ανάμεσα σ' εμένα και το αγαπημένο μου πρόσωπο ένα ευχάριστο κενό, όταν ανοίγω το χέρι για να μάθουμε να συνδεόμαστε χωρίς καταπίεση, έλεγχο ή περιορισμό. Έτσι δημιουργείται μια κατάσταση αληθινής συνάντησης με τον άλλον  και η κατάσταση αυτή μπορεί να είναι ευχάριστη μόνο όταν είναι κανείς ελεύθερος.

Rudolf Bonvie - Dialog, 1973

Χόρχε Μπουκάι, Ο δρόμος των δακρύων, εκδόσεις opera

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

Από την κορυφή κι επάνω, Χόρχε Μπουκάι, Ο δρόμος της πνευματικότητας

“There Is A Morning Inside You Waiting To Burst Open Into Light.” ~Rumi

Επειδή «Το εγώ», σύμφωνα με τον Ούγγρο συγγραφέα και νομπελίστα Ίμρε Κέρτες, 
«είναι ένα επινόημα για το οποίο στην καλύτερη περίπτωση είμαστε συνυπεύθυνοι»….

Επειδή «Υπάρχουν περισσότερα πράγματα μέσα στον εαυτό μας απ’ όσα μπορεί να φανταστεί η φιλοσοφία μας» παραφράζοντας τον Σαίξπηρ….


Επειδή ο άνθρωπος αναζητά ένα νόημα, χρειάζεται μια «αποστολή», νιώθει την ανάγκη να υπηρετήσει κάτι που βρίσκεται έξω από τον εαυτό του…. 

διαβάστε αυτή την ιστορία που κρατάει για το τέλος του βιβλίου του «Ο δρόμος της πνευματικότητας» ο Χόρχε Μπουκάι:

You are what you seek . ~Rumi


Από την κορυφή κι επάνω

Ο Ντέιβιντ Σέρβαν-Σράιμπερ άρχισε να γράφει το βιβλίο του «Αντικαρκίνος», όταν πληροφορήθηκε τη δική του διάγνωση. Από τότε, αφοσιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε ετοιμοθάνατους ασθενείς τους οποίους συντρόφευε ως το τέλος. Στο βιβλίο του αναφέρει μαρτυρίες πολλών συγκλονιστικών περιπτώσεων, παραθέτω εδώ όμως εκείνη που με συγκίνησε περισσότερο.

Είναι η ιστορία ενός σαραντάχρονου άντρα, που τον επισκέπτεται κυριολεκτικά «παράλυτος», με διάγνωση: καρκίνος του πνεύμονα με πολλαπλές μεταστάσεις.

Έρχεται με ανάμεικτα συναισθήματα κατάθλιψης και οργής — πράγμα συχνό σε τέτοιους ασθενείς: είναι οργισμένος με τον Θεό, με τη ζωή και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο δόκτωρ Σέρβαν αφηγείται ότι προσπαθεί να πείσει τον ασθενή του ν' ασχοληθεί στο χρόνο που του μένει με κάτι που να τον ανακουφίζει ή να τον παρηγορεί, εκείνος όμως περιφρονεί τη συμβουλή του γιατρού, λέγοντας ότι δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που θα μπορούσε να τον παρηγορήσει. Ποτέ δεν υπήρχε. Ωστόσο, αποφασίζει να συνεχίσει τις επισκέψεις του στον θεραπευτή μία φορά την εβδομάδα.

Ένα πρωί, όταν ο ασθενής φτάνει στο ιατρείο, ο δόκτωρ Σέρβαν του ζητάει συγγνώμη και του λέει ότι δεν θα έχουν συνεδρία εκείνη τη μέρα, γιατί ο γιατρός πρέπει να πάει στην εκκλησία του χωριού: ένας τοίχος ράγισε στη διάρκεια της καταιγίδας που ξέσπασε τη νύχτα και είναι έτοιμος να καταρρεύσει. Οι ενορίτες συμφώνησαν να τον επισκευάσουν και κάλεσαν και τον γιατρό να τους βοηθήσει.

Ο ασθενής γκρινιάζει για την κακή του τύχη και, αντί άλλης απάντησης, ο θεραπευτής τον ρωτάει χωρίς να το πολυσκεφτεί αν θα ήθελε να τον συνοδεύσει, αφού δεν έχει τίποτ' άλλο να κάνει εκείνη την ημέρα.

Έτσι, τις επόμενες τέσσερις ώρες, μαζί με άλλους έξι άντρες ασχολούνται με την υποστύλωση του τοίχου με χοντρά ξύλινα δοκάρια, και υπόσχονται να επιστρέψουν την επομένη για να γκρεμίσουν ένα τμήμα που έχει σχεδόν καταστραφεί και να το ξαναχτίσουν, πιο στέρεο και πιο ασφαλές.

Τηρώντας την υπόσχεσή τους, οι άντρες χτίζουν έναν νέο τοίχο. Κάποιος προτείνει να τον σοβατίσουν και να τον βάψουν. Συμφωνούν όλοι, αλλά πάνω από τους μισούς ερασιτέχνες χτίστες δεν μπορούν να λείψουν άλλο απ' τις εργασίες τους. Αν και θα πέσει πάνω τους πολλή δουλειά, οι εναπομείναντες αποφασίζουν να συνεχίσουν όπως μπορούν.

Μια βδομάδα μετά, οι μόνοι που καταφέρνουν να συνεχίσουν με τον ίδιο ρυθμό, είναι ο θεραπευτής και ο ασθενής του. Ο τοίχος όμως, έχει επιτέλους τελειώσει. Ο εφημέριος τους ευχαριστεί και λυπάται που, πολύ σύντομα, και οι άλλοι τοίχοι θα περιέλθουν στην ίδια κατάσταση.

Οι δύο άντρες κοιτάζονται και, χωρίς να χρειαστεί ν' ανταλλάξουν κουβέντα, συγκινημένοι από την κατάσταση, δεσμεύονται ν' αντιμετωπίσουν την καινούργια πρόκληση.
Σχεδόν έξι μήνες μετά, στη διάρκεια των οποίων κάποιες φορές ο ασθενής δουλεύει μόνος του, η εκκλησία είναι έτοιμη για βάψιμο. Πολύ σύντομα θα είναι «σαν καινούργια».

Looks to me like an old abandoned church

Ο ασθενής, όμως, δεν μπορεί να παραστεί στη λειτουργία που θα τελεστεί για να ευχαριστήσουν τους εργάτες της εκκλησίας, λόγω ενός επεισοδίου δύσπνοιας που έκανε αναγκαστική την εισαγωγή του στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Περιφερειακού Νοσοκομείου.

Ο δόκτωρ Σέρβαν πηγαίνει να τον επισκεφτεί.

Μόλις φτάνει εκεί, ο ογκολόγος της κλινικής του λέει ότι η κατάσταση του ασθενή είναι πολύ άσχημη κι ότι του μένουν μόλις λίγες ώρες ζωής.

Ο θεραπευτής αποφασίζει να μείνει κοντά του και να τον συντροφεύσει στις τελευταίες του στιγμές.

Τα ξημερώματα, ο ασθενής ψυχορραγεί.

Οι τελευταίες του λέξεις είναι για τον θεραπευτή του....του λέει:

«Σ' ευχαριστώ πολύ, δόκτωρ Σέρβαν... Δεν ξέρω αν το κατάλαβες, αλλά μου έσωσες τη ζωή...»

Ο δόκτωρ Σέρβαν έχει δίκιο σ' αυτό που λέει και σ' αυτό που υπαινίσσεται.
Και ο ασθενής του επίσης.

Μόνο μια ζωή που έχει νόημα μπορεί να θεωρείται ζωή• Μέχρι τη στιγμή που πήγε σ' εκείνη την μισογκρεμισμένη εκκλησία, ο ασθενής σπαταλούσε τις μέρες του και ξόδευε το χρόνο του σε πράγματα ασήμαντα. «Περνούσε από τη ζωή» —που δε σημαίνει ότι τη ζούσε κιόλας— χωρίς να την εκτιμάει καθόλου.

Η δουλειά που έκανε με τα χέρια του, αφιερώνοντας τον χρόνο του και την καρδιά του στην υπηρεσία των άλλων, μπορεί να μην του έσωσε το σώμα ούτε να καθυστέρησε τον θάνατο, όμως, το ότι μπόρεσε να φανεί χρήσιμος σε κάποιους, κυριολεκτικά του έσωσε τη ζωή, δίνοντας ένα υπερβατικό νόημα στην ουσία του, στην ύπαρξη του, στο πνεύμα του.

Εν ολίγοις, βοήθησε αυτόν τον άνθρωπο να ανέβει: 

Από την κορυφή κι επάνω.


Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

" Και θα νικήσω δίχως πανοπλία..... με την αγάπη μόνο "

Tamara Gentuso


Η Αγάπη δεν έχει όρια, ούτε εξαιρέσεις, ούτε δίνεται με όρους. Τίποτα απ' όσα γίνονται δεν μπορεί να ακυρώσει την ικανότητα σου ν' αγαπάς.

Η Αγάπη δεν συνδέεται με την εξωτερική ή την εσωτερική κατάσταση του άλλου, ούτε με τις μεταβολές της διάθεσης μου για τα πράγματα.

Μια ιστορία που χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να τη δεχτώ και μου κόστισε να την καταλάβω, είναι αυτή που τώρα θα σας διηγηθώ περιληπτικά.



Σ' ένα παλιό βασίλειο μιας αρχαίας πόλης, ζούσε ένας ηλικιωμένος, μέσα στη μοναξιά και τη σιωπή, σ' ένα μικρό σπιτάκι σκαλισμένο στο βράχο, στην έξοδο του οικισμού. Η ζωή του ήταν παραπάνω από απλή: το πρωί σηκωνόταν με την ανατολή του ήλιου, ετοίμαζε κάτι να φάει και μετά κατέβαινε στο χωριό να ζητιανέψει. Δε μιλούσε σε κανέναν (εκτός κι αν ήταν για να ευχαριστήσει κάποιον που τον είχε ελεήσει) και κανείς δεν του μιλούσε. Αφού μάζευε τα χρήματα που χρειαζόταν για ν' αγοράσει φαγητό για την ημέρα εκείνη, γύριζε στο σπίτι του, απ' όπου ξανάβγαινε μόνο την επομένη.

Ένα βράδυ, όπως έβγαζε τα φθαρμένα του σανδάλια, χτυπάει η πόρτα.

Ανοίγει, και στο δωμάτιο εισβάλλει μια νέα, κλείνει αμέσως πίσω της την πόρτα και βάζει τον σύρτη για ασφάλεια.

«Σε παρακαλώ, προστάτευσέ με...» του λέει το κορίτσι. «Με κυνηγάνε οι στρατιώτες του βασιλιά. Κρύψε με...»

«Ηρέμησε» της λέει ο γέρος, «μπορείς να ξεκουραστείς λιγάκι στο σπίτι μου πριν συνεχίσεις το δρόμο για να πας στο δικό σου...»

«Δεν κατάλαβες... Δεν μπορώ να γυρίσω στο σπίτι μου... Ο πατέρας μου είναι ο βασιλιάς. Αυτός είναι που με ψάχνει.» Ο γέρος δε βγάζει λέξη.

Γυρίζει και προσθέτει λίγο νερό στον ζωμό του για να τον μοιραστεί με το κορίτσι.

«Ο πατέρας μου δεν μπορεί να δεχτεί ότι έχω ερωτευτεί έναν στρατιώτη της φρουράς του. Είχαμε σκεφτεί να φύγουμε μαζί, αλλά ανακαλύψαμε πως είμαι έγκυος κι εκείνος τρόμαξε  
πολύ και τώρα πια δεν θέλει να συνεχίσουμε. Δεν έχω πού να πάω... Σε παρακαλώ, άσε με να μείνω μαζί σου. Δεν θα σου γίνω βάρος, σου τ' ορκίζομαι...»

«Καλά, εντάξει...» λέει ο άντρας. «Εντάξει.»

Η νεαρή κοπέλα έμεινε στο σπίτι του για αρκετούς μήνες, κι έβγαινε μόνο τη νύχτα για να συναντήσει τον αγαπημένο της, τον στρατιώτη. Ο ηλικιωμένος άντρας ζητιάνευε και για τους δύο, μάζευε ρούχα για να ζεσταθούν και οι δύο, και την άκουγε υπομονετικά να παραπονιέται για την κακή της τύχη.

Ένα βράδυ φεύγει η νέα, χωρίς να πει λέξη.

Γυρίζει ο γέρος, και μόλις αντιλαμβάνεται πως το κορίτσι δεν είναι εκεί, λέει φωναχτά:

«Καλά, εντάξει... εντάξει.»

Δυο μέρες αργότερα, στρατιώτες εισβάλλουν στο σπιτάκι γκρεμίζοντας του την πόρτα.

«Πώς τόλμησες να βιάσεις την κόρη του βασιλιά;» τον ρωτάνε. «Τρελάθηκες; Του τα είπε όλα • πως την κρατούσες φυλακισμένη και πως κατάφερε να το σκάσει. Τώρα μας έστειλε εδώ ο βασιλιάς για να σου δώσουμε ένα μάθημα που θα σου μείνει αλησμόνητο.»

Οι στρατιώτες χτυπούν αλύπητα τον ηλικιωμένο άντρα και κάνουν κομμάτια τα λιγοστά πράγματα που έχει στο φτωχικό του.

«Τι έχεις να πεις;» τον ρωτάει ο αρχηγός της φρουράς. 

«Καλά, εντάξει... εντάξει...» λέει ο γέρος.

Τον περιμένουν, όμως, κι άλλες εκπλήξεις.

Τέσσερις μήνες αργότερα ξανάρχονται οι στρατιώτες και τον παίρνουν σηκωτό στο παλάτι.
Εκεί, ο βασιλιάς διατάζει να τον σύρουν μπροστά του.

«Η κόρη μου μου διηγήθηκε πως είχες το θράσος να τη βιάσεις και να την αφήσεις έγκυο, καταραμένε γεροδιάβολε. Πολύ θα ήθελα να σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια, ξέρω όμως ότι δεν με συμφέρει. Σε λίγο θα γεννηθεί το μούλικο που έχει η κόρη μου στην κοιλιά της. Ούτε μπορώ να το αποφύγω ούτε κι εκείνη θα μ αφήσει να το σκοτώσω, οπότε εσύ, κατακά-θι της κοινωνίας, θα το αναλάβεις και καλά θα κάνεις να μην αποκαλύψεις ποτέ την καταγωγή του, γιατί τότε θα σου κόψω τη γλώσσα και θα σου βγάλω τα μάτια. Κατάλαβες;»

«Καλά, εντάξει... εντάξει...» επαναλαμβάνει ακόμη μια φορά ο ηλικιωμένος.

Πράγματι, μόλις γεννήθηκε το παιδί, μια υπηρέτρια της πριγκίπισσας το βάζει σ' ένα καλάθι και το αφήνει στο σπίτι του γέρου.

Χωρίς να πει λέξη, ο ηλικιωμένος αναλαμβάνει το παιδί, το προσέχει, το ταΐζει, του μαθαίνει ένα σωρό πράγματα και φροντίζει να μη του λείψει τίποτα επί πέντε χρόνια.

Ένα πρωί, χαράματα, χτυπάει η πόρτα του γέρου. Είναι η πριγκίπισσα. Δίπλα της, ένας νέος και ωραίος στρατιώτης την κρατάει απ' το μπράτσο με σκυμμένο το κεφάλι.

«Βρήκα το θάρρος και είπα στον πατέρα μου όλη την αλήθεια» λέει η νέα, «κι εκείνος με συγχώρεσε κι έδωσε την άδεια του για να παντρευτούμε...»

Ο γέρος, σιωπηλός, κοιτάζει το παιδί σαν να ξέρει τι θα επακολουθήσει.

«Ήρθαμε να πάρουμε το παιδί μας. Αυτός θα είναι ο μελλοντικός βασιλιάς... και, όπως καταλαβαίνεις, δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει εδώ μαζί σου.»

Ο γέρος βάζει με μεγάλη τρυφερότητα ένα παλτό στους ώμους του παιδιού και το παίρνει από το χέρι για να το πάει στους γονείς του.

Ο νεαρός στρατιώτης κάτι πάει να πει, ο γέρος όμως με μια κίνηση του γνέφει να μην πει τίποτα, και επαναλαμβάνει: 

«Καλά, εντάξει... εντάξει.»




Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας βρίσκεται στο πνευματικό επίπεδο όπου συναντά κάποιος την Αγάπη και — εν πλήρει συνειδήσει — αποφασίζει να την αφήσει να τον κυριεύσει.

Στα άλλα επίπεδα μάθαμε ν' αγαπάμε εκείνους με τους οποίους έχουμε κάποια συγγένεια, κι εκείνους που μπορούν να μας δώσουν κάτι (κι ας είναι μόνο η ικανότητα τους να δέχονται ή να εκτιμούν αυτό που εμείς τους δίνουμε).

Αγαπάμε πράγματα, ομάδες και πρόσωπα που ανταποκρίνονται σε ένα «μου», και μπορούν εύκολα να φέρουν και την ετικέτα: «δικός μου», ή «δική μου».

Είναι φανερό πως αυτό δεν είναι και το καλύτερο είδος αγάπης που θα μπορούσαμε να νιώσουμε.

Αν αντέχουμε την οδυνηρή ειλικρίνεια, θα πρέπει να παραδεχτούμε πως αυτό το είδος των συναισθημάτων, το μόνο που πετυχαίνει είναι να διαχωρίζει μερικούς από το σύνολο —τουλάχιστον μέσα στην ψυχή μας —, κι αν αντέχουμε την ωμή τιμιότητα, τότε θα πρέπει να παραδεχτούμε πως αυτή η αγάπη μπορεί να ξεχάσει την προέλευση της και να μετατραπεί σε καθαρή επιθυμία κατοχής, ή επιβολής μας πάνω στον άλλον. Να γίνει μία από τις πόρτες, που οδηγούν τους ανθρώπους στον ανταγωνισμό, την αντιζηλία, τον φθόνο, την πάλη, τη χειραγώγηση και ό,τι άλλο συγκρουσιακό μπορεί να υπάρξει μεταξύ των ανθρώπων.

Σε μια στενή σχέση δεν μένει χώρος για εξαναγκασμούς και προσποιήσεις. Η συμβατικότητα, οι οικογενειακές ή ομαδικές συνήθειες και τα έθιμα μένουν από την άλλη μεριά της πόρτας που άνοιξε για να περάσουμε σ' αυτό το επίπεδο.

Έχοντας φτάσει πια εδώ που έχουμε φτάσει, συνειδητοποιούμε ότι αυτή η «ολοκληρωτική αποκάλυψη» μας κάνει τόσο πολύ ευάλωτους που —τρόπον τινά— βρισκόμαστε έρμαια στο έλεος του άλλου. 
Ακόμη κι αν — ενώ το ξέρουμε — αποφασίσουμε να το διακινδυνεύσουμε, αξίζει να θυμόμαστε πως δεν διατρέχουμε και τόσο μεγάλο κίνδυνο, γιατί στο πνευματικό επίπεδο η δύναμη μας δεν βασίζεται πια στο πόσο ανθεκτική είναι η πανοπλία μας, αλλά στο πόσο σταθερό είναι αυτό που είμαστε στην ουσία μας.

Έτσι, το άνοιγμα μας σε αυτήν την «καλύτερη» αγάπη παύει να είναι μια έξυπνη και δημιουργική στάση: είναι η μοναδική μας δυνατότητα, και οι συνέπειες είναι πάντα ευεργετικές καθώς, — ακόμη κι αν ακούγεται σαν ψέμα —, η αληθινή αγάπη είναι μεταδοτική. Παρόλο που είμαστε πολύ διαφορετικοί κι έχουμε διιστάμενες απόψεις που μας κάνουν να παίρνουμε φαινομενικά ασυμβίβαστες αποφάσεις, τίποτα απ' όλα αυτά δεν είναι σημαντικό όταν συνειδητοποιούμε πως είμαστε φτιαγμένοι με την ίδια συνταγή και πλέουμε στην ίδια βάρκα

Όταν αγαπάμε αληθινά μπορούμε να ενεργούμε σωστά υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, γιατί δεν ξεχνάμε πως οι επιθυμίες και οι ανάγκες των άλλων έχουν την ίδια αξία με τις δικές μας, ακόμα κι αν είναι αντικρουόμενες.

Χόρχε Μπουκάι, Ο δρόμος της Πνευματικότητας (σελ.197-205), εκδόσεις opera




..τώρα που δεν υπάρχουνε διόδια
που πέφτει σαν ζεστή βροχή η αγάπη.....

Η αγάπη είναι για όλους, απλώνεται από μόνη της, σαν την γενναιόδωρη βροχή που πάνω σε όλους πέφτει, σε δίκαιους και άδικους, ανεξαιρέτως. Κυκλοφορεί ανάμεσα στον κόσμο, τον ορατό και αόρατο κόσμο, άνετη, γεμάτη φωτεινή σιγουριά, με πεποίθηση και εμπιστοσύνη. Η γεύση της είναι η γαλήνη.

Μάρω Βαμβουνάκη, Ο Παλιάτσος και η Άνιμα


Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Ενότητα 3, Η κατοχή της εξουσίας δεν εγγυάται την ευτυχία

http://rogerios.files.wordpress.com/2010/05/damocles-westallpc20080120-8842a.jpg?w=450&h=573
Η "Δαμόκλειος Σπάθη", 1812 του Richard Westall. Πίνακας που παρουσιάζει τον Τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο τον Πρεσβύτερο και τον Δαμοκλή να κάθεται στον θρόνο του Διονύσιου με το σπαθί να αιωρείται πάνω από το κεφάλι του.

Ξενοφών, Ιέρων

Το έργο είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον ποιητή Σιμωνίδη τον Κείο και τον τύραννο των Συρακουσών Ιέρωνα Α΄με θέμα την τυραννίδα. Ο ποιητής αναρωτήθηκε αν οι τύραννοι γεύονται περισσότερες ηδονές και παράλληλα θλίβονται και υποφέρουν λιγότερο από τους απλούς πολίτες. Έτσι, ο Ιέρωνας έθεσε ως βάση της σύγκρισης του τυραννικού και ιδιωτικού βίου έναν κατάλογο απολαύσεων, επιχειρώντας να δείξει ότι οι απόψεις για τον ανέφελο βίο των τυράννων αποτελούσαν απλώς προκαταλήψεις του πλήθους.
  • Οι τύραννοι στερούνται την ανιδιοτελή αγάπη και την ειλικρινή φιλία
  • Ζουν μονίμως στην ανασφάλεια που γεννά η δυσπιστία, ενώ κινδυνεύουν και από το γεγονός ότι από όλους τους δολοφόνους ο μόνος που τιμάται από τους συμπολίτες του είναι ο τυραννοκτόνος.
  • Φοβούνται τους ανδρείους, μήπως και τολμήσουν κάτι για χάρη της ελευθερίας· τους σοφούς μήπως και μηχανευτούν κάτι· τους δίκαιους, μήπως τους θελήσει το πλήθος για κυβερνήτες του. Αναγκάζονται να χρησιμοποιούν  μόνο τους άδικους, τους έκλυτους και τους δουλοπρεπείς.




Πού οφείλεται η ανάγκη για εξουσία

Όσο αντιπαθητικοί κι αν γίνονται οι αλκοολικοί της εξουσίας, της κάθε μορφής εξουσίας, μέσα στις παρέες μας, στην οικογένειά μας, στη γειτονιά μας, στο γραφείο μας, ας υποψιαστούμε πως κάτι προσπαθούν να παρηγορήσουν, να επουλώσουν, να αποκρύψουν. Έστω και τόσο ενοχλητικά. Δε μου βγαίνει από το μυαλό πως εξουσία είναι για πάρα πολλούς από εμάς το υποκατάστατο μιας στερημένης αγάπης. Πως ανάγκη για εξουσία είναι η διαστρεβλωμένη ανάγκη για αγάπη. Η έκπτωση της αγάπης, η άλλη επιλογή, η εναλλακτική «λύση» για τη στέρησή της. Θυμάστε την υπέροχη ιστορία του Ντίκενς για τον Σκρουτζ? Πρέπει με κάποιο τρόπο να μας προσέξουν, να μας εκτιμήσουν. Αφού δε μας αγαπούν, ας μας φοβηθούν τουλάχιστον. Λάθος τρόπος, δειλός τρόπος, αλλά αληθινό το δράμα από πίσω του. Είναι το υποσυνείδητο σκεπτικό του εξουσιομανή – με κάθε μορφή εξουσίας -, προκειμένου να ξεφύγει από τη μοναξιά του.


Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης, Μ. Βαμβουνάκη, σσ 152-153




Είναι εθιστική σαν ένα ναρκωτικό, αλλάζει την μορφή του εγκεφάλου πυροδοτώντας την τεστοστερόνη και την ντοπαμίνη και όταν την χάσουμε.... νιώθουμε όπως οι αλκοολικοί στην απεξάρτηση. Η εξουσία επιδρά στην εγκεφαλική λειτουργία με τρόπο θεαματικό εξηγεί ο καθηγητής Ψυχολογίας του Trinity College του Δουβλίνου Ιαν Ρόμπερτσον. Η ντοπαμίνη χαρίζει καλύτερες γνωσιακές λειτουργίες – εν ολίγοις ευστροφία και εξυπνάδα.
Η υπερβολική εξουσία ωστόσο – και η υπερβολική έκκριση ντοπαμίνης – ενέχει κινδύνους και αρνητικά αποτελέσματα επιφέροντας διαταραχή τόσο των γνωσιακών όσο και των συναισθηματικών λειτουργιών. Όπως προειδοποιεί ο κ. Ρόμπερτσον, μπορεί να οδηγήσει σε χονδροειδώς λανθασμένες κρίσεις και αποφάσεις, άγνοια κινδύνου, εγωκεντρικότητα και έλλειψη οίκτου για τους άλλους.




Ο άξιος και γνωστικός άνθρωπος αποφεύγει τους μπελάδες της εξουσίας

Στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα (346 e – 348 b) ο Σωκράτης, αντικρούοντας τα επιχειρήματα του σοφιστή Θρασύμαχου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι «δίκαιο είναι το συμφέρον του ισχυρότερου», λέει  «ότι κανένας δεν έχει αυτοπροαίρετα τη διάθεση να κυβερνά και να αναλαμβάνει να διορθώσει τα στραβά των αλλονών αλλά ζητάει αμοιβή, για το λόγο ότι όποιος σκοπεύει να ασκήσει σωστά την τέχνη δεν πράττει ποτέ ό,τι είναι το καλύτερο για τον εαυτό του ούτε δίνει τέτοιες εντολές ―εφόσον οι εντολές του θα είναι σύμφωνες με την τέχνη― αλλά ό,τι είναι το καλύτερο για εκείνο που έχει στην εξουσία του. Αυτή, καθώς φαίνεται, είναι η αιτία, για την οποία όσοι πρόκειται να αποφασίσουν να ασκήσουν εξουσία πρέπει να έχουν μια ανταμοιβή, είτε χρηματική είτε κάποια τιμητική διάκριση ή μια τιμωρία, αν δεν την ασκήσουν.»

Και συνεχίζει ο Σωκράτης: «Γι' αυτόν λοιπόν το λόγο, οι άξιοι άνθρωποι δεν επιδιώκουν την εξουσία ούτε για τα χρήματα ούτε για τη δόξα• γιατί ούτε πληρωμένοι θέλουν να χαρακτηριστούν, εισπράττοντας φανερά μισθό για το αξίωμα τους, ούτε κλέφτες, αποκομίζοντας κρυφά κέρδος από αυτό. Ούτε πάλι για τη δόξα• γιατί δεν είναι φιλόδοξοι. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κάποιος αναγκασμός γι' αυτούς και κάποια τιμωρία προκειμένου να θελήσουν να ασκήσουν εξουσία ―έτσι που σχεδόν να θεωρείται ντροπή να αναλάβει κανείς με τη θέλησή του κυβερνητικό αξίωμα προτού να εξαναγκαστεί να το πράξει―, κι η πιο μεγάλη τιμωρία εδώ είναι να τον εξουσιάζει κάποιος χειρότερός του, αφού ο ίδιος δεν θα έχει τη διάθεση να κυβερνά. Από φόβο για αυτήν ακριβώς την τιμωρία δέχονται κατά τη γνώμη μου να ασκήσουν εξουσία οι άξιοι άνθρωποι, όταν καμιά φορά συμβεί να πάρουν εξουσία στα χέρια τους, και αναλαμβάνουν τότε να κυβερνήσουν όχι με την ιδέα ότι τους περιμένει εκεί κάτι καλό η ότι θα καλοπεράσουν αλλά σαν να προχωρούν σε κάτι που είναι ανάγκη να το πράξουν και που δεν έχουν κάποιους καλύτερούς τους ή έστω όμοιους τους για να τους το αναθέσουν. Γιατί αν υπήρχε μια πολιτεία αποτελούμενη από ανθρώπους σωστούς, στην πολιτεία αυτή κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν πολυπόθητο το να αποφεύγει κανείς να κυβερνά, ακριβώς όπως τώρα είναι πολυπόθητο το να παίρνει την εξουσία στα χέρια του, και θα γινόταν έτσι ολοφάνερο ότι από τη φύση του ο αληθινός άρχοντας τω όντι δεν κοιτάζει το δικό του συμφέρον αλλά το συμφέρον του αρχομένου• κι έτσι κάθε γνωστικός άνθρωπος θα προτιμούσε να έχει αυτός όφελος από τον άλλο παρά να ωφελεί τον άλλο μπαίνοντας ο ίδιος σε μπελάδες.»

Οὐ γὰρ τῷ ἀριθμῷ οὔτε τὰ πολλὰ κρίνεται οὔτε τὰ ὀλίγα, ἀλλὰ πρὸς τὰς χρήσεις· Ο πλούτος και η συνακόλουθη ευχαρίστηση δεν εξαρτώνται από το πλήθος των αγαθών που έχει στην κατοχή του κάποιος αλλά από τη δυνατότητα που του παρέχουν αυτά να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του.



Το κεφάλι  είναι πάντα αχόρταγο!!!!

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πρίγκηπας που ζούσε σ΄ένα παλάτι και είχε ό,τι μπορούσε να επιθυμήσει, σαν κάθε πρίγκηπας του παραμυθιού. Το πρωί της ιστορίας μας, βλέπει να περνάει ένας ζητιάνος μ’ ένα πιατάκι και να ζητάει ελεημοσύνη. Ο πρίγκηπας στέλνει να τον φωνάξουν και είναι έτοιμος να πετάξει μερικά νομίσματα στο παράξενο κιτρινωπό πιατάκι του.

Ο ζητιάνος, όμως, τον σταματάει και του λέει: “Με συγχωρείς, άρχοντά μου, είσαι ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Αν θέλεις πραγματικά να μου δώσεις ελεημοσύνη – και ομολογώ πως δεν είσαι υποχρεωμένος – δώσε μου αρκετά για να γεμίσει το πιάτο μου. Μη μου δώσεις χρήματα, αν δεν θέλεις, δώσε μου φαγητό ή ό,τι έχεις για πέταμα, δώσε μου, όμως, τόσα ώστε να γεμίσει μέχρι πάνω η γαβάθα μου. Αν δεν θέλεις άρχοντά μου, ή δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, θα προτιμούσα να περιμένεις τον επόμενο ζητιάνο για να ικανοποιήσεις την ανάγκη σου να δώσεις ελεημοσύνη”.

Μένει κατάπληκτος ο πρίγκηπας, του ‘ρχεται να τον πετάξει έξω με τις κλωτσιές, σκέφτεται όμως ότι μπορεί ο ζητιάνος να έχει κάποιο δίκιο. Αν δεν μπορεί ο πρίγκηπας να ικανοποιήσει έναν ζητιάνο, ποιος θα μπορούσε να το κάνει….

Ο πρίγκηπας χτυπάει τα χέρια κι εμφανίζονται δύο υπηρέτες μ΄ένα δίσκο ξέχειλο από δερμάτινα πουγκιά γεμάτα νομίσματα. Χωρίς να πει λέξη, αρχίζει ο πρίγκηπας ν΄αδειάζει τα νομίσματα στο πιάτο, και με έκπληξη τα βλέπει να εξαφανίζονται αμέσως στον πάτο της γαβάθας. Δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που συμβαίνει, όμως, αφού έχει ρίξει και τα τελευταία νομίσματα, το πιάτο είναι τόσο άδειο όσο κι όταν ήρθε ο ζητιάνος στο παλάτι.

Ο άρχοντας καλεί τον σύμβουλό του, και σε λίγο φέρνουν ένα σεντούκι γεμάτο πολύτιμα κοσμήματα απ΄ όλα τα μέρη του κόσμου. Στην αρχή με τις χούφτες, και μετά με τη βοήθεια των υπηρετών, όλοι ρίχνουν πετράδια στο πιάτο του ζητιάνου για να καταφέρουν να το γεμίσουν, έστω και για μια στιγμή…Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση! ο κιτρινωπός πάτος της γαβάθας μοιάζει να καταπίνει αυτοστιγμή ό,τι πέφτει μέσα.

Θυμώνει ο πρίγκηπας και διατάζει να φέρουν δίσκους γεμάτους φαγητά, και γίνεται ξανά το ίδιο: το πιάτο παραμένει άδειο όπως και πριν. Ηττημένος, ο άρχοντας σταματάει τους δέκα υπηρέτες του που ακόμα ρίχνουν όλοι μαζί, ανεπιτυχώς, ψωμιά και φρούτα στο πιατάκι του ζητιάνου.

“Με νίκησες” λέει ο πρίγκηπας. “Εγώ, ο πιο ισχυρός άνθρωπος στον κόσμο, δεν μπορώ να γεμίσω το πιάτο ενός ζητιάνου. Πήρα ένα μάθημα ταπεινοφροσύνης…Σε παρακαλώ, μείνε να φας μαζί μου και πες μου που βρήκες αυτή τη μαγική γαβάθα που δεν γεμίζει ποτέ.”

“Πριν μερικούς μήνες”, του απαντάει ο ζητιάνος, “έσπασε η παλιά μου ξύλινη γαβάθα. Ψάχνοντας να βρω έναν πεσμένο κορμό δέντρου για να σκαλίσω μια καινούργια, ένα βράδυ βλέπω μπροστά μου ένα πτώμα πεταμένο στην άκρη του δρόμου. Τα ζώα είχαν καταβροχθίσει τις σάρκες του άτυχου άντρα κι απόμεινε γυμνός ο σκελετός του. Σίγουρος ότι δεν έκανα κανένα κακό, κατάφερα να δανειστώ ένα πριόνι από  κάποιους κτηνοτρόφους κι έκοψα το πάνω μέρος του κρανίου του. Το έπλυνα, κι από τότε το χρησιμοποιώ σαν πιατάκι. Αυτό που είδες, άρχοντά μου, δεν είναι κάτι μαγικό. Απλώς, αυτό το κρανίο διατηρεί ακόμα κάποιες από τις ιδιότητες που είχε όταν αποτελούσε μέρος του κεφαλιού εκείνου του ανθρώπου. Και το κεφάλι, υψηλότατε, είναι πάντα αχόρταγο!!!!”





Με δεδομένο ότι δεν είναι ποτέ δυνατόν να ικανοποιήσουμε όλες μας τις επιθυμίες – είτε είναι επιθυμία γι΄αγάπη, για σεξ, για χρήματα, για προσοχή, για ασφάλεια, για ευχαρίστηση ή για τροφή – μπορούμε να πούμε πως η ευτυχία που επιχειρούμε να ορίσουμε είναι κάτι εξ ορισμού αδύνατον.

Τα υλικά αγαθά όμως, δεν μπορούν να προσδιορίζουν την ευτυχία μας, γιατί είναι εξ ορισμού, ανεπαρκή και ανίκανα να μας προσφέρουν ικανοποίηση. Η ποσότητα της δυστυχίας ισούται με τις επιθυμίες μείον την πραγματικότητα. Όποια λοιπόν κι αν είναι η κλίμακα της δυστυχίας, εμείς ξεκινάμε αμέσως την προσπάθεια ν΄αλλάξουμε την πραγματικότητα. Είναι μια ιδέα λογική, αποτελεσματική, καταπληκτική, η οποία μας προτρέπει να δράσουμε.

Ο μόνος τρόπος για να λύσουμε αυτήν την εξίσωση ώστε να πάψει να βγάζει ένα αποτέλεσμα δυστυχίας, είναι να δουλέψουμε πάνω στην επιθυμία κι όχι μόνο πάνω στην πραγματικότητα. Γιατί, αν βελτιώσω την πραγματικότητα, αλλά μαζί μ΄αυτήν αυξηθούν αναλόγως και οι προσδοκίες μου, η δυστυχία θα παραμείνει στη θέση της.

Κάθε φορά που νοιώθουμε δυστυχισμένοι, πασχίζουμε ν΄αλλάξουμε την πραγματικότητα, να την κάνουμε να μοιάζει περισσότερο μ΄αυτό που περιμέναμε απ΄αυτήν, να πιέσουμε τα πράγματα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση – χωρίς να σκεφτόμαστε ότι, αν αυτό που θέλουμε πραγματικά είναι να είμαστε ευτυχισμένοι, η προσπάθειά μας θα μπορούσε να είναι μάλλον εσωτερική και όχι εξωτερική, να έχει να κάνει περισσότερο με τις προσδοκίες μας παρά με την πραγματικότητα, περισσότερο μ’ αυτό που προσπαθούμε να πετύχουμε παρά μ΄αυτό που αντιμετωπίζουμε στην πραγματικότητα


 Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι, Ο Δρόμος της Ευτυχίας, Φύλλα Πορείας ΙV


Και ποιος είναι στ' αλήθεια πλούσιος;;


Λένε ότι ο Διογένης τριγυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας ντυμένος με κουρέλια και κοιμόταν στα κατώφλια των σπιτιών
Λένε πως ένα πρωί, όταν ο Διογένης ακόμα ήταν μισοκοιμισμένος μπροστά σε μια πόρτα όπου είχε περάσει τη νύχτα του,  πέρασε από εκεί ένας πλούσιος γαιοκτήμονας.
«Καλημέρα» είπε ο άρχοντας.
«Καλημέρα» αποκρίθηκε ο Διογένης.
«Αυτή η εβδομάδα μου πήγε πολύ καλά κι ήρθα να σου δώσω αυτό το πουγκί με τα χρήματα.»
Ο Διογένης τον κοίταξε αμίλητος και συνέχισε να κάθεται  ακίνητος.
«Πάρ’ τα. Δεν είναι παγίδα. Δικά μου είναι και σου τα δίνω. Ξέρω ότι τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα.» «Εσύ έχεις κι άλλα;» ρώτησε ο Διογένης.
«Και βέβαια έχω» αποκρίθηκε ο πλούσιος. «Έχω κι άλλα πολλά.»
«Και δεν θα ήθελες να είχες περισσότερα απ' όσα έχεις;» 
«Ναι, και βέβαια θα ήθελα.»
«Τότε κράτησε αυτά τα χρήματα, γιατί εσύ τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα.»

Ορισμένοι διηγούνται πως ο διάλογος συνεχίστηκε κάπως έτσι:

«Ναι, όμως εσύ χρειάζεσαι φαγητό, κι αυτό απαιτεί χρήματα...»
«Έχω ήδη ένα κέρμα» είπε ο Διογένης και του το έδειξε, «και θα μου φτάσει για ένα πιάτο πλιγούρι, ίσως και για μερικά πορτοκάλια.»
«Σύμφωνοι, όμως θα πρέπει να φας κι αύριο, και μεθαύριο και την επόμενη μέρα. Αύριο πού θα βρεις λεφτά;»

«Αν εσύ με διαβεβαιώσεις, χωρίς κανένα ενδεχόμενο λάθους, ότι θα είμαι ζωντανός αύριο, τότε ίσως να πάρω τα χρήματά σου….»


Χόρχε Μπουκάι, Να σου πω μια ιστορία







Επεξεργασία του κειμένου με φύλλο εργασίας