Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιάκωβος Καμπανέλλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιάκωβος Καμπανέλλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Επιστροφές νοερές στα χρόνια της νεότητας, Ιάκωβος Καμπανέλλης


Αναμνήσεις και καταγωγές θεραπευτικές

Δεν ξέρω αν καταφέρω να διατυπώσω αυτό που θέλω να πω και που είναι η σκέψη, η αυτάρεσκη, έστω φαντασιοπληξία, ότι ψυχικά συγκατοικούμε με τους προγόνους μας. Ότι είμαστε φυσικά «γέννημα» των γονιών μας, «θρέμμα» του τρόπου ζωής της κοινωνίας που ζούμε, της εικόνας του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά, και μιας μνήμης χωρίς λήθη, που μας τη μετέδωσαν τα φυλετικά μας γονίδια φέρνοντάς την, ας πούμε, από τα χρόνια που ο Κούρος στο Φλεριό έσπασε το πόδι του πριν φτάσει στον προορισμό του.


Ο Κούρος στο Φλεριό των Μελάνων, Νάξος

Όταν ένας άνθρωπος χάνει τη μνήμη του, όταν παθαίνει αμνησία, θεωρείται και είναι ψυχοπαθής. Τα συμπτώματα είναι κρίσεις μελαγχολίας κι ένα οδυνηρό αίσθημα μοναξιάς. 

Όταν ένας τόπος αρνείται τις μνήμες του, κατασκευάζει την αμνησία του με το να αφαλοκόβεται από το παρελθόν και τις παραδόσεις του, είναι ένας υποψήφιος ψυχοπαθής. 

Ούτε μεμονωμένα κάποιο άτομο, ούτε ένας τόπος μπορούν να ζήσουν χωρίς αναμνήσεις, χωρίς καταγωγές, χωρίς νοερές επιστροφές σε πρόσωπα και γεγονότα της περασμένης ζωής. Αυτή την ανάγκη την είχε πάντα ο άνθρωπος.

Όλοι μας σε κάποιες δύσκολες ώρες έχουμε καταφύγει στις αναμνήσεις μας, κι αυτές συχνά μας έχουν σώσει από άλλες καταφυγές! Ίσως επικίνδυνες. Έχουν ευτυχώς αυτή τη θεραπευτική ιδιότητα οι αναμνήσεις, γιατί τι άλλο είναι από γεγονότα της καταγωγής μας, μυθοποιημένα μάλιστα από τις ενστικτώδεις λειτουργίες του χαρακτήρα μας.

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Από σκηνής και από πλατείας Εκδόσεις Καστανιώτη 1990


Παρηγορητικοί οικογενειακοί μύθοι...

.. Αναφέρομαι κυρίως στις πρώτες δεκαετίες της ζωής μου και σε γεγονότα που διαμόρφωσαν το χαρακτήρα μου, τον τρόπο σκέψης μου και δρομολόγησαν τις πιο σημαντικές αποφάσεις μου.

Γεννήθηκα στη Νάξο το Δεκέμβρη του 1921. Από το σόι του πατέρα μου τόπος καταγωγής μου είναι η Χίος και από το σόι της μητέρας μου η Κωνσταντινούπολη.

Ωστόσο ο τόπος που εγώ γεννήθηκα είναι η Χώρα της Νάξου, όπου κατέφυγε έναν αιώνα πριν από τη δική μου γέννηση ο προπάππους μου. Είχε έρθει στη Νάξο μ' ένα καΐκι που μετέφερε πρόσφυγες από τη Χίο τις ημέρες της μεγάλης σφαγής που διέπραξαν οι Τούρκοι το 1822. Ήταν ο μόνος που γλίτωσε από μια πολυμελή οικογένεια ψαράδων, και τη σωτηρία του συνόδευε ο μύθος πως μια μαυροφόρα γυναίκα -υπονοούσαν φυσικά την Παναγία- τον έκρυψε σε μια σπηλιά και ύστερα φρόντισε να τον παραλάβει ένα καΐκι που ξέφευγε προς τις Κυκλάδες.

Αναφέρω αυτόν τον «οικογενειακό μύθο» γιατί πιστεύω πως συντέλεσε στην ψυχοσύνθεση, τον τρόπο σκέψης, τη συμπεριφορά κάποιων απογόνων του μικρού χιώτη πρόσφυγα - και νομίζω κι εμένα. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι βασικοί χαρακτήρες σε έργα, όπως ο Κυρ Ιορδάνης και η Αστά στην "Αυλή των θαυμάτων", ή η Γυναίκα στο μεγάλο μονόπρακτο "Η Γυναίκα και το Λάθος" είναι πρόσφυγες από την Ιωνία με μια μυθοπλαστική φαντασία στις δύσκολες ώρες της ζωής τους.

Στη Νάξο του 1822 ο μικρός πρόσφυγας παρουσιάστηκε στη Μητρόπολη για περίθαλψη και έδωσε το όνομα Φώτης Θαλασσινός και Καμπανέλλης.


Ιάκωβος Ψαρράς (Ιορδάνης), Μαργαρίτα Λαμπρινού (Αστά).
Η αυλή των θαυμάτων (1983) Εθνικό Θέατρο: Νέα Σκηνή
Σκηνοθεσία: Κώστας Μπάκας

Παιχνίδια που δεν τελείωναν στο φτιάξιμό τους.....

Όταν γεννήθηκα εγώ, στις 2 Δεκεμβρίου του 1921, ο πατέρας μου Στέφανος Καμπανέλλης και η μητέρα μου Αικατερίνη, το γένος Λάσκαρη, είχαν ήδη πέντε παιδιά, και μετά από μένα γέννησαν άλλα τρία.

Το μέρος όπου μεγάλωσα, η Χώρα της Νάξου, είναι παραθαλάσσιο. Επειδή τότε δεν είχαμε ούτε καν μία μπάλα για ποδόσφαιρο, τα παιχνίδια μας ήταν πάντα με τη Φύση και πάντα τα φτιάχναμε μόνοι μας. Πηγαίναμε σε μια ακρογιαλιά – Ορώντα έλεγαν το μέρος. Ήταν η «αποθήκη» των υλικών μας εκεί. Χρησιμοποιούσαμε τα ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα. Παίρναμε ένα κομμάτι σανίδι, το κόβαμε λίγο, το διορθώναμε. Ένα κομμάτι από τενεκεδοκούτι έμπαινε στην πρύμνη, για τιμόνι. Πανιά ήταν τα φτερά από τα κοράκια συνήθως, άλλες φορές από γλάρους. Έτοιμο το καραβάκι μας. Το ρίχναμε στη θάλασσα και, ανάλογα με τον καιρό, πιστεύαμε ότι το έβρισκαν παιδιά από τη Μύκονο ή την Πάρο απέναντι. Αυτή είναι μια εικόνα που μου έρχεται πάντα στο μυαλό.



Όπως και ένα άλλο παιχνίδι που κάναμε: πηγαίναμε σε ένα λόφο κοντά στη θάλασσα που ανέφερα πριν και σκάβαμε αυλάκια – κάτι λαγούμια, στενά μεν, αλλά με μεγάλο μήκος. Στη συνέχεια, τα σκεπάζαμε από πάνω με χώμα, φύλλα ή ό,τι άλλο βρίσκαμε. Ήταν για να κυκλοφορούν το χειμώνα, οι σαύρες και τα μυρμήγκια, χωρίς να βρέχονται. Αισθανόμασταν ότι κάνουμε κάτι σημαντικό έτσι – δεν ήταν μόνο για να περάσει η ώρα...

Τα συγκεκριμένα παιχνίδια δίνουν μια προέκταση σ' αυτό που γίνεται: το καραβάκι που δεν πλέει απλώς αλλά που το βλέπαμε να φεύγει, να πηγαίνει κάπου, που πιθανόν είχε κάποιον παραλήπτη. Ή τα αυλάκια για τα μυρμήγκια και τις σαύρες είχαν μια συνέχεια, μια χρήση. Ήταν, δηλαδή, παιχνίδια που δεν τελείωναν στο φτιάξιμό τους. 


«Εσύ θα γίνεις συγγραφέας»

Ήμουν στην τρίτη δημοτικού. Αγαπούσα πολύ τον δάσκαλό μου. Ηταν ένας ψηλός και εύρωστος άνδρας, ο οποίος όμως, είτε σου έλεγε μια καλή κουβέντα είτε σε μάλωνε, είχε τον ίδιο βαρύ τόνο στη φωνή του. Κι αν δεν καταλάβαινες ακριβώς τις λέξεις που χρησιμοποιούσε, παιδευόσουνα να δεις αν σε έχει επαινέσει ή αν σε έχει επιπλήξει. 

Έχοντας διακρίνει στις εκθέσεις μου κάποια πράγματα που του άρεσαν, μου είπε με τον κατηγορηματικό τρόπο που περιέγραψα:«Εσύ θα γίνεις συγγραφέας». 
Εγώ δεν ήξερα τι σημαίνει αυτή η λέξη. Το μυαλό μου πήγε στο ότι θα γίνω «αχθοφόρος» ή «σκουπιδιάρης». Λέω «κάτι κακό» θα είναι κι έβαλα τα κλάματα...

Robert Doisneau

"..η μαγεία του διαβάσματος μου απεκαλύφθη χάρη σ' αυτό το δώρο την κατάλληλη ώρα."

Εκείνον τον καιρό ο πατέρας μου με άδεια ασκήσεως εμπειρικού φαρμακοποιού εργαζόταν σαν φαρμακοποιός και είχε κάποια οικονομική άνεση. Γι'αυτό και τα μεγαλύτερα από τ' αδέλφια μου μπόρεσαν να τελειώσουν το γυμνάσιο.

Το 1930 όμως ο πατέρας μου υποχρεώθηκε να παραδώσει το φαρμακείο που νοίκιαζε, έμεινε ουσιαστικά άνεργος και, μετά από μάταιες προσπάθειες να μας συντηρήσει κάνοντας άλλες δουλειές, αποφάσισε να μετακινηθούμε στην Αθήνα. Οι συνθήκες αυτής της μετακίνησης ήταν τόσο κακές, που μας έκαναν να νιώθουμε όπως οι μικρασιάτες πρόσφυγες που αποτελούσαν την αξιολύπητη φτωχολογιά στη Νάξο.

Ήμουν δεκατριών χρονών, είχα τελειώσει την Α' Γυμνασίου κι ήμουν ιδιαίτερα καλός στην Έκθεση, γενικά στα Ελληνικά, στην Ιστορία και τη Γεωγραφία. Αλλά στις προσωπικές μου «αποσκευές», φεύγοντας από τη Νάξο, κουβαλούσα κάποια σημαδιακά αποκτήματα και βιώματα. Δυο χρόνια πριν, κάποιο πλουσιόπαιδο από την Αθήνα που παραθέριζε με την οικογένειά του στη  Νάξο μού είχε χαρίσει έναν τόμο της Διάπλασης των Παίδων, το "Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα" του Ιουλίου Βερν και το "Παραμύθι χωρίς όνομα" της Πηνελόπης Δέλτα. Νομίζω πως, εκείνον τον καιρό, δεν αποκλείεται να ήμουν σε ολόκληρο το νησί το μοναδικό παιδί με εξωσχολικά βιβλία.

Πάντως  Το βιβλίο που ιδιαίτερα με συνεπήρε ήταν το "Παραμύθι" της Δέλτα. Ένα χρόνο μετά, ένας θίασος που πέρασε από το νησί έδωσε παραστάσεις με πατριωτικά και κωμικά σκετς. Ήταν η πρώτη φορά που εγώ και τα συνομήλικά μου παιδιά είδαμε θέατρο. Το εντάξαμε στα παιχνίδια μας αποστηθίζοντας διαλόγους και αφηγήσεις από το "Παραμύθι", παίζοντας το θάνατο του Πολύδωρου μέσα σε μια παλιά άχρηστη βάρκα τραβηγμένη στο γιαλό.


Το Παραμύθι χωρίς όνομα (1959) 
Θίασος Βασίλη Διαμαντόπουλου, Μαρίας Αλκαίου - Νέο Θέατρο 
Σκηνοθεσία: Βασ. Διαμαντόπουλος, Σκηνικά - Κοστούμια: Γιώργος Βακαλό, 
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Να μη χωράς στον εαυτό σου...

Σ
την Αθήνα η ζωή ήταν δύσκολη για την οικογένειά μας με συνέπεια να πρέπει κι εγώ να δουλέψω και να πηγαίνω σχολείο τη νύχτα. Η σκέψη να μάθω μια τέχνη φαίνεται πως ώθησε τον πατέρα μου να με γράψει στη νυχτερινή Βιοτεχνική Σχολή - ήταν παράρτημα της Σιβιτανιδείου Σχολής στην Αθήνα - για να σπουδάσω Τεχνικό Σχέδιο. Όταν τελείωσα αυτή τη σπουδή, που πρέπει να ομολογήσω ότι καθόλου δεν μ’ ενδιέφερε, έπιασα δουλειά σε μια τεχνική εταιρία. 

Αν έχουν κάποια σημασία οι παραπάνω λεπτομέρειες στο βιογραφικό ενός συγγραφέα, αυτή έγκειται στο ότι πέρασα την εφηβεία και τη νιότη μου με μια διαρκή τάση φυγής - και θα πρόσθετα και μελαγχολίας: μια ψυχική κατάσταση που επίσης μεταφυτεύτηκε σαν γνώρισμα σε βασικούς χαρακτήρες έργων μου, όπως ο Αλέξης στην "Έβδομη ημέρα της Δημιουργίας", ο Δημήτρης στην "Ηλικία της νύχτας" και η Στέλλα στο "Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια." Το δράμα αυτών των θεατρικών προσώπων που αναφέρω ενδεικτικά είναι ότι «δεν χωράνε στον εαυτό τους».

Η 'Εβδομη Ημέρα της Δημιουργίας. Εθνικό Θέατρο, Β' Σκηνή, 1955-56 
Σκηνοθεσία: Κωστής Μιχαηλίδης
Βύρων Πάλλης (Αλέξης), Τζένη Καρέζη (Χριστίνα) 

Η Ηλικία της νύχτας (1959) 
 Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν 
 Σκηνοθεσία: Κάρολος Κουν 
Σκηνικά - Κοστούμια: Γιάννης Στεφανέλλης


Τα υπαίθρια παλαιοβιβλιοπωλεία, ένας ιδανικός χώρος φυγής...... 

Ευτυχώς για μένα στα στενάχωρα εκείνα νεανικά χρόνια βρήκα έναν ιδανικό χώρο φυγής.Ήταν τα υπαίθρια παλαιοβιβλιοπωλεία στη γωνία των οδών Αθηνάς και Λυκούργου.Ήμουν τόσο τακτικός πελάτης και οι σχέσεις μου με τους μαγαζάτορες έγιναν τόσο φιλικές, που τελικά δεν χρειαζόταν ν' αγοράζω όλα τα βιβλία που ήθελα να διαβάζω. Εκείνα που ήταν σε πολλούς τόμους, ή για άλλους λόγους ακριβά, μπορούσα κατ' εξαίρεση να τα νοικιάζω μ' ένα δίφραγκο τις εκατό σελίδες. 

Μπορώ χωρίς υπερβολή να ισχυριστώ ότι στα δεκαοχτώ μου χρόνια είχα κιόλας διαβάσει ένα μέγα μέρος από την παγκόσμια πεζογραφία, ποίηση και ιστορία. Κι ακόμη είχα καταφέρει να μάθω μόνος μου γαλλικά και, βοηθούμενος από τα λεξικά μου, να διαβάζω στο πρωτότυπο Αλφόνς Ντωντέ, Ανατόλ Φρανς, Αντρέ Ζιντ. 

Αυτό το τελευταίο θα ήταν μόνο μια περιαυτολογία, αν στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν των Ες-Ες, όπου έμεινα κρατούμενος τα χρόνια 1943-45, τα γαλλικά μου δεν είχαν συντελέσει στο να βγω από κει ζωντανός.

Οι υπαίθριοι βιβλιοπώλες στην οδό Μασσαλίας.

Πηγές: 
  • http://www.kambanellis.gr
  • Αφιέρωμα στον Ιάκωβο Καμπανέλλη (www.lifo.gr)
  • Εθνικό θέατρο, Η αυλή των θαυμάτων, Πρόγραμμα της παράστασης 2011-12, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

«Είμαι ο ταύρος που σκότωσε ο ματαντόρ Μανουέλ Μαρτίν», Ι. Καμπανέλλης




Είμαι ο ταύρος που σκότωσε ο ματαντόρ Μανουέλ Μαρτίν....

Μια και βρέθηκα στην Ισπανία, θα ήταν παράλειψη να μη παρακολουθήσω μια ταυρομαχία. Ομολογώ πως έχει πολύ ενδιαφέρον — τόσο από πλευράς ταυρομάχων, όσο και από πλευράς θεατών. Επειδή τυχαίνει να γράφω, είχα σκεφτεί να γράψω μια ζωντανή περιγραφή. Βγαίνοντας όμως απ’ το θέαμα αυτό σήμερα το απόγευμα, εγκατέλειψα την ιδέα, γιατί δεν μπόρεσα ν’ ανακαλύψω τίποτα το καινούριο. Όλα είναι ειπωμένα πολλές φορές, όλα είναι γνωστά. Έτσι γύρισα στο ξενοδοχείο μου, με την προοπτική να γράψω μόνο ένα γράμμα, και ύστερα να τραβήξω για το ρεστοράντε «Φόρνος».

Καθώς έγραφα το τυπικό: «Εν Μαδρίτη, τη...», ακούω χτύπημα στην πόρτα... Πηγαίνω κι ανοίγω... Ένας γκρουμ μου δίνει ένα γράμμα... Κλείνω την πόρτα... Σκίζω το φάκελο, και διαβάζω.. . Θεωρώ υποχρέωση ένα τέτοιο γράμμα να το φέρω αμέσως στη δημοσιότητα.


Plaza de Toros de Las Ventas, Madrid

Εν Μαδρίτη, τη 25-6-1960 

Αγαπητέ και πολυτιμημένε κύριε Καμπανέλλη,

σήμερα το απόγευμα, στην «κορίδα» της «Πλάσα ντε Τόρος ντε Μαδρίδ», παρακολουθήσατε το θάνατό μου. Είμαι ο ταύρος που σκότωσε ο ματαντόρ Μανουέλ Μαρτίν. Ανάμεσα στις χιλιάδες κυρίες και κυρίους, που χειροκροτήσανε και επευφημήσανε τον «άθλο» του Μανουέλ, είσαστε ο μόνος που μείνατε σιωπηλός. Το πρόσεξα, παρ’ όλο που ήταν οι τελευταίες μου στιγμές, και σκέφτηκα πως ίσως κι εσείς, όπως κι εγώ, να πιστεύετε στην αθωότητά 
μου.

Σας
ορκίζομαι, πολυτιμημένε κύριε, ότι είμαι αθώος, ότι ποτέ δεν έκλεψα, ούτε σκότωσα, ούτε αναμίχθηκα σε καμιά παράνομη πολιτική οργάνωση. Με σκότωσαν, χωρίς να μου απαγγείλουν κατηγορία, χωρίς δίκη, και χωρίς να με ρωτήσουν αν θέλω να πεθάνω. Ξέρω πως είναι αργά πια για να διορθωθεί το κακό, αλλά σας γράφω το γράμμα αυτό, γιατί θέλω εσείς, έστω και μόνο εσείς, να είστε βέβαιος, απόλυτα βέβαιος, για την άδικη εκτέλεσή μου, και μάλιστα με μουσική «πάσο ντόμπλε» και με χιλιάδες «ολέ» και παλαμάκια!


"Toro" aquarelle by  Anne Larose


Τα ξένοιαστα χρόνια.....

Θέλω να
πιστέψετε, πως δεν ξέρω ούτε έκαμα στη ζωή μου τίποτα περισσότερο απ’ όσα θα σας διηγηθώ παρακάτω: Γεννήθηκα στην Κόρντοβα και μόλις πήρα να μεγαλώσω λιγάκι με μεταφέρανε σ’ ένα στάβλο όπου συχνά πυκνά ερχόντανε διάφοροι κύριοι και με κοιτάζανε και μου κάνανε κομπλιμέντα. Εκεί έτρωγα καλά, και σχεδόν κάθε μέρα με βγάζανε σε μιαν αρένα μαζί με δυο τρία παλικαράκια που παίζαμε. Κάναμε πως αγριεύαμε, με πειράζανε, τα κυνηγούσα — περνούσαμε χαρά θεού! Η ζωή κυλούσε τόσο ωραία, κάθε μέρα και κάθε ώρα, που δεν έχω τίποτα το πικρό να θυμηθώ από την εποχή εκείνη... 

Πριν λίγες μέρες, εμένα κι άλλους έντεκα ταύρους, όλους της ηλικίας μου, μας βάλανε σε κάτι βαγόνια του τρένου, που απ’ έξω γράφανε Μαδρίτη... Πήγαμε να τρελαθούμε απ’ τη χαρά μας! Θα βλέπαμε την πρωτεύουσα της Ισπανίας, μπορεί και τον ίδιο το στρατηγό Φράνκο, τον ίδιο τον καουντίλιο, που τόσα είχαμε ακούσει γι’ αυτόν!...

Το ταξίδι μας ήταν πανόραμα... - δεν χορταίναμε να βλέπουμε! Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι χωροφύλακες, με ωραία γυαλιστερά καπέλα, κι είχανε πολυβόλα κρεμασμένα στον όλμο. Τα χωριά, πάλι, ήταν γεμάτα παπάδες που κάνανε παρέα με τους χωροφύλακες: σεργιανούσαν μαζί, κουβεντιάζανε για κρατικά και θρησκευτικά ζητήματα... Πότε τους έβλεπα πάνω σε μια βέσπα ή σε λαμπρέττα: μπρος ο χωροφύλακας, πίσω ο παπάς, να έχει αγκαλιάσει τον πρώτο και να διασχίζουνε αδελφωμένοι τας «εθνικάς οδούς», όπως τις λένε... Οι χωριάτες δουλεύανε ήσυχοι στα χωράφια τους. Δείχνανε φτωχοί βέβαια, πολύ φτωχοί, αλλά δείχνανε ήσυχοι - και η ησυχία είναι μεγάλο αγαθό...

Τέλος, φθάσαμε στη Μαδρίτη!... Η συγκίνησή μας δεν περιγράφεται! Δεν μπορώ όμως να πω το ίδιο και για τη χαρά μας• γιατί, πριν καλά καλά τη δούμε, μας κλειδώσανε σε κάτι θεοσκότεινους στάβλους! Επειδή το ταξίδι μας ήταν μεγάλο και κουραστικό, έκανα τη σκέψη πως μας κλειδώσανε έτσι αυστηρά, για ν’ αναπαυθούμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Κράτησε, όμως, περισσότερο από τρεις μέρες, και μ’ έπιασε μελαγχολία. Είχα αλλιώς συνηθίσει. Ήξερα βέβαια πως κάποτε η ξένοιαστη ζωή θα τέλειωνε - ότι θα ’πρεπε να δουλέψω. Δεν είχα, όμως, ποτέ φανταστεί ότι θα ζούσα το υπόλοιπο της ζωής μου μέσα σ’ ένα στενό και σκοτεινό στάβλο... 



Στο βάθος μια πόρτα με φως, πολύ φως......

Εκεί που άρχισα να κάνω τις πιο μαύρες και απαισιόδοξες σκέψεις για τη ζωή, ήρθαν δυο συμπαθητικοί άνθρωποι, άνοιξαν την πόρτα της φυλακής μου και μου φωνάξανε: «Έξω, τόρο! Έξω!» 

Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου - ούτε στα μάτια μου! Πέρα, στο βάθος του στάβλου, έβλεπα μια πόρτα με φως, πολύ φως! Μου ήρθε να δώσω ένα πήδημα και να γίνω καπνός! Αλλά η ευγνωμοσύνη που ένιωθα και οι καλοί τρόποι που πήρα απ’ τη μητέρα μου, με συγκρατήσανε• μούγκρισα πολλά ευχαριστώ στους δυο συμπαθητικούς ανθρώπους, έτοιμος να κλάψω από χαρά. Ύστερα όρμησα - αχ, η «ελευθερία του ατόμου»!— όρμησα σαν τρελός κατά την πόρτα, που λες πως την είχε ξεχειλώσει το φως!... Ο ήλιος, ο ήλιος!... 


«Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!»..

Μόλις βγήκα, το φως με ζάλισε, με τύφλωσε, δεν μπορούσα να δω πού είμαι. Όμως ρουφούσα καθαρό αέρα, έβλεπα φως. ένιωθα ήλιο στο πετσί μου — κι άκουγα και «πάσο ντόμπλε»! (Ψοφάμε μεις οι Σπανιόλοι για «πάσο ντόμπλε»!) 

Άκουγα και φωνές: «Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!» Χιλιάδες φωνές: «Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!» Τα μάτια μου είχανε πια συνηθίσει το φως• σηκώνω το κεφάλι — και τι να δω! Βρισκόμουνα καταμεσής σε μιαν αρένα, τελείως διαφορετική από κείνη που ήξερα. Τούτη ήταν σωστό θαύμα αρχιτεκτονικής, και γύρω γύρω, ως ψηλά στον ουρανό, χιλιάδες κυρίες και κύριοι χειροκροτούσανε και φωνάζανε: «Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!...»

Επειδή από φυσικού μου είμαι μετριόφρων ταύρος, άργησα να καταλάβω ότι όλες αυτές οι τιμές αφορούσαν εμένα. Αυτό θα το παρατηρήσατε κι εσείς!... Ευτυχώς, μόλις μπήκα στο νόημα, άρχισα να τρεχολογώ όσο μπορούσα πιο ταυρικά και να κόβω βόλτες στην αρένα... Η ζωηράδα μου άρεσε, κι οι φωνές και τα παλαμάκια πληθύνανε... «Αφού τους αρέσει», σκέφθηκα, «ας κάνω κι άλλες βόλτες — και μάλιστα πιο ταυρικές! Άνθρωποι είναι, στενοχώριες έχουνε - ας χαρούνε μια στάλα!» 

Καθώς βολτάριζα, λοιπόν, για δεύτερη φορά, είδα ότι, όπως στην Κόρντοβα έτσι και δω, μπήκαν στην αρένα για να παίξουμε τρία παλικαράκια. Αυτά, όμως, ήταν πλουσιόπαιδα, φορούσανε μεταξωτά πουκάμισα, κι οι κόκκινες μπέρτες που ανεμίζανε στα μάτια μου ήταν κι αυτές από ακριβό ύφασμα. («Μαδρίτη!» σκέφτηκα- «πρωτευουσιάνικη αρχοντιά!...») 


«...Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα!»

Παίζαμε. παίζαμε, φωνάζαμε, κυνηγιόμασταν... — ο κόσμος μάς καμάρωνε και διασκέδαζε. Μόνο που τα παλικαράκια το παρακάνανε, και παραλίγο -χωρίς να το θέλω!— να χτυπήσω με τα κέρατά μου τον Ανσέλμο Ντίας... Ύστερα όμως - θυμάστε! — η μουσική σταμάτησε κι ακούστηκαν σάλπιγγες... Μ’ αρέσανε οι σάλπιγγες... Ο κόσμος σταμάτησε τις φωνές- έγινε σιωπή. Κοίταξα να δω πού είναι ο Ανσέλμο, για να του πω να προσέχει λιγάκι!... Πόσο άσχημα θα ένιωθα, αν έτρωγε καμιά κερατιά εξ απροσεξίας! Όταν τον είδα όμως ήταν αργά. Δεν μπόρεσα να του πω τίποτα! Κρατούσε δυο μακριά ξύλα, τυλιγμένα με κίτρινο και κόκκινο κρόσσι, κι ερχότανε αργά προς τα μένα... Οι κυρίες και οι κύριοι φωνάζανε: «Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα!» Νόμιζα πως θα συνεχίζαμε το παιγνίδι μας — και όλος χαρά φώναξα κι εγώ: «...Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα!» Η άρθρωσή μου όμως δε με βοήθησε, και στραπατσάρισα τ’ όνομά του! Μόνο το «.. ,μμμο...» είπα σωστά! Δεν έκανα όμως τίποτα το ασυγχώρητο - και, στο κάτω κάτω, η πρόθεσή μου ήτανε αγνή!...

Όπως είδατε, ο Ανσέλμο το πήρε κατάκαρδα! Στύλωσε σαν καμάκια τα δύο ξύλα, κιτρίνισε από το κακό του, κι άρχισε να με κοιτά σα να του είχα σκοτώσει τη μάνα!... Αυτόματα κέρδισα και την αντιπάθεια του κοινού, που φώναζε με πολύ κακές παραινέσεις: «Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα, πικαδόρ!» Οι φωνές αυτές κάνανε ακόμα πιο αιμοβόρο τον Ανσέλμο... Το ’βλεπα στα μάτια του, και στα αργά του βήματα... Αίφνης, διέκρινα και το χειρότερο: Τα κροσσωτά ξύλα είχανε στις άκρες δυο κοφτερά σιδερένια δόντια!... 


Στην αρχή καθησύχασα• σκέφτηκα πως το κρίμα μου δεν ήταν τόσο βαρύ και πως αδίκως φοβήθηκα... Να όμως που ο Ανσέλμο πηδά εκεί που δεν το περίμενα, και μου τα μπήγει στη ράχη!... Σκούζω απ’ τον πόνο, με παίρνουν τα αίματα! Οι κυρίες κι οι κύριοι φωνάζουν (σι σενιόρ): «Μπράβο, Ανσέλμο!...» Δε βαστώ, χάνω την υπομονή μου και φωνάζω: «...Ε, άι στο διάβολο!... Αστεία είν’ αυτά;...»! Κι όμως δεν έπρεπε να το πω! (Ήταν το δεύτερο μοιραίο λάθος!...) Απανωτά ο κόσμος ξαναφώναζε: «Βένγκα, πικαδόρ! Βένγκα!», κι ο Ανσέλμο, με δυο άλλα τέτοια κακά μαραφέτια, καρατάριζε πάλι την περίσταση να μου τα καρφώσει!...



«Μπράβο, Ανσέλμο! Μπράβο!...»

Μ’ έπιασε απελπισία, πίκρα, απόγνωση. Ήταν λόγος, επειδή έκανα ένα λάθος στην άρθρωση, να με τιμωρήσουν έτσι αυστηρά; Σας ερωτώ, έστω και τόσο αργά... Δεν υπήρξα ποτέ κακός ταύρος• μα, όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορούσα ν’ αφήσω αμολητό τον Ανσέλμο, να κάνει στη ράχη μου ό,τι του καπνίσει! Έσκυψα, του ’δειξα τα κέρατά μου, και του είπα: «Λυπάμαι πολύ, αλλά αν με ξαναπειράξεις, θα φας κουτουλιά!» Πού όμως να τον αφήσει ο κόσμος — και ιδιαίτερα εκείνη η χοντρή κυρία με τα πολλά δαχτυλίδια... Τι ματαιόδοξοι που είμαστε μεις οι Σπανιόλοι! Φρενιάζει ο Ανσέλμο, πηδά να με καρφώσει — πηδώ κι εγώ να του τη δώσω!... Τι το ’θελα πάλι! Πιο σβέλτος εκείνος πετυχαίνει, εγώ κουτουλώ στον αέρα, γίνομαι ρεζίλι, κι όλη η αρένα γελά εις βάρος μου, και φωνάζει: «Μπράβο, Ανσέλμο! Μπράβο!...»

Τέσσερα σιδερένια δόντια μού σκίζανε τη ράχη, και καθώς έτρεχα με δάκρυα στα μάτια να βρω ένα χριστιανό να ζητήσω μια εξήγηση για όλ’ αυτά, το αίμα μου χάραζε δρομάκια πάνω στην άμμο... 

Ο Ανσέλμο χαιρετούσε τις κυρίες και τους κυρίους, που του στέλνανε «μπράβο» και φιλιά• και στα δικά μου δίκαια παράπονα κανένας δεν έδινε την παραμικρή σημασία... Έτρεξα τότε κοντά στον Ανσέλμο, αποφασισμένος να του ζητήσω συγγνώμη και να του υποσχεθώ ότι θα πάρω μαθήματα ορθοφωνίας - έτσι που να του φωνάξω μια μέρα τ’ όνομα πιο γλυκά και σωστά, ακόμα κι απ’ την Κάρμεν Σεβίλλια! Αυτό ήταν το τρίτο μοιραίο μου λάθος! Ο κόσμος, που με είδε να τρέχω, νόμισε πως ήθελα να χτυπήσω τον Ανσέλμο μπαμπέσικα από πίσω — με συγχωρείτε! Έβαλε τις φωνές, κι ο Ανσέλμο πήδηξε το φράχτη και βγήκε απ’ την αρένα!...

Ύστερα βαλθήκανε να με γιουχάρουνε όλοι μαζί, κυρίες και κύριοι• ιδιαίτερα εκείνη η χοντρή κυρία με τα δαχτυλίδια, που σας είπα και πριν... Έτσι με πήρε για καλά η κάτω βόλτα, έχασα την ψυχραιμία μου και βάρεσα μια γερή κουτουλιά στο φράχτη!


«Ολέ, Μανουέλ!...»  


Απανωτά ακούστηκαν πάλι οι σάλπιγγες... — κι ο κόσμος, που με γιουχάϊζε, φώναξε τώρα: «Ολέ, Μανουέλ!...»

Μόλις
 τον πρωτοείδα, θέτε επειδή είχα ανάγκη να ελπίζω σε κάτι καλύτερο, θέτε επειδή είναι ωραίο παιδί, τον πήρα με καλό μάτι. Κι έπειτα - δεν είμαι ξιπασμένος, πιστέψτε με!- αλλά ήταν τόσο ωραία ντυμένος, με τόσο καλό γούστο, ώστε εύκολο ήτανε να φανταστώ ότι ένας τόσο καλόγουστος νέος θα ’ναι συνάμα και καλόκαρδος... Τον κοίταζα με τι χάρη χαιρετούσε τον κόσμο και με τι σβελτάδα σφεντόνισε πέρα το μαύρο πλατύγυρο καπέλο, με τι κομψότητα άπλωσε την κόκκινη μπέρτα του!... Σχημάτισα για τον Μανουέλ την καλύτερη γνώμη!... Δεν ήξερα, βέβαια, τι ήρθε να κάνει... - πάντως ο νους μου δεν πήγε στο κακό... Ίσως ήθελε κι αυτός να παίζαμε λιγάκι... Ας παίζαμε... Έπρεπε βέβαια να δει ότι το χάλι μου δεν ήταν για παιγνίδια. Αλλά εμείς οι Σπανιόλοι αγαπάμε τα σκληρά 
παιγνίδια...


Στην αρχή,
 ήρθε κοντά μου και μου χάιδεψε τα κέρατα... Ένιωσα αυτή τη στοργή να φτάνει ως τα φυλλοκάρδια μου!... Να, όμως, που αυτοί οι αναίστητοι που μας βλέπουνε το παίρνουνε στραβά και ουρλιάζουνε: «Μπράβο, Μανουέλ!» «Μπράβο, Μανουέλ!», αντί: «Μπράβο, τόρο!...» Γιατί, έτσι και το ’θελα, σου τον εξάπλωνα στο λεπτό για θάψιμο τον Μανουέλ! ... Το πιο δυσάρεστο είναι π’ ούτε ο ίδιος ο Μανουέλ με κατάλαβε•στράφηκε όλο καμάρι στο κοινό, και τσέπωσε τα «μπράβο!» όλα δικά του!... «Πάει», είπα• «μου τον χαλάσανε κι αυτόν!...» Και όντως• πριν καλά καλά το σκεφτώ, γυρίζει ο Μανουέλ, και με μια νταηλίδικη πόζα μού κοτσάρει κατάφατσα την μπέρτα!... Το πλήθος φωνάζει: «Βένγκα, τόρο!...» Εμένα το λένε! «Ας τους κάνω», λέω, «το χατίρι, μήπως και με συμπαθήσουνε μια στάλα...» Ορμώ, αλλά ο Μανουέλ γλιστρά ένα βηματάκι πλάι, και μου ξεφεύγει!... Γέλια για μένα, «μπράβο!» για τον Μανουέλ — που μου ξαναμοστράρει την μπέρτα!... «Γιατί όχι;» λέω- «αυτό δε με πονά- κι έπειτα, ο κόσμος μού δίνει τώρα, λίγη σημασία• μου φωνάζει: Βένγκα, τόρο!...» Χιμώ ξανά και ξανά, ίσαμε τριάντα φορές!... Μόνο που έχω γίνει ρεντίκολο, έχω λαχανιάσει, ο Μανουέλ με παίζει όπως η γάτα το ποντίκι, ο κόσμος έχει σηκωθεί και τον αποθεώνει, το όνομά του πάει ως τα σύννεφα, κι εγώ χιμώ και ξαναχιμώ και δεν καταφέρνω τίποτα!...

Από την χρυσή περίοδο της ταυρομαχίας (1920-1930), στην αρένα της Μαδρίτης. 
Ο Marcial Lalanda σε ένα άψογο πέρασμα με την κάπα που λέγεται "πέρασμα της πεταλούδας".(quite de la mariposa). Με μικρά βήματα προς τα πίσω, ο matador ελέγχει την κίνηση του ταύρου μετακινώντας την κάπα αριστερά και δεξιά πίσω από την μέση του! Αυτό απαιτεί μεγάλη γνώση των ταύρων αλλά και την προβολή κυριαρχίας της σκέψης του ταυρομάχου πάνω στο ζώο.( Φωτό από το βιβλίο του Ernest Hemingway "Death in the afternoon").

Ο Manuel Benitez el Cordobes -που τολμούσε να κάνει κι αυτό.
[Πηγή: http://www.tar.gr/content/content/print.php?id=3552]

Γιατί μπορεί να γίνουμε φονιάδες, Μανουέλ!

Ακούω εκείνη τη χοντρή κυρία... («Μα τι διάβολο! Δεν έχει άντρα, παιδιά, σπίτι; Δεν έχει τίποτα πιο καλό να κάνει, απ’ το να βλέπει να πιλατεύουνε ένα φουκαρά ταύρο;... Κι εσύ, ρε Μανουέλ, χαρά θεού παιδί, γιατί μου τα κάνεις αυτά;... Έχουμε τίποτα να μοιράσουμε;... Εγώ είμαι ταύρος, εσύ άνθρωπος... Δεν τρώμε το ίδιο φαί, ούτε σου πείραξα το κορίτσι σου!... Μόνο που στραπατσάρισα τ’ όνομα του Ανσέλμο — αυτό είναι όλο... Φώναξέ τόνε δω, να του ζητήσω συγγνώμη!... Να, μα το θεό, παρά να γίνουμε φονιάδες, φώναξέ τόνε, να του ζητήσω συγγνώμη!... Γιατί μπορεί να γίνουμε φονιάδες, Μανουέλ!...»)


Όπως βλέπετε, πολυτιμημένε κύριε, εξήντλησα όλα τα όρια συμφιλιώσεως. Και, επιπλέον: παρ’ όλο που ήμουν πτώμα στην κούραση, εξακολουθούσα, για χατίρι όλων, να κυνηγώ την μπέρτα του!... Σε μια στιγμή, του ξέσκισα με μια ξώφαλτση κερατιά το γιλέκο! Σύσσωμη η αρένα φωνάζει: «Μπράβο, τόρο! Βένγκα, τόρο!...» Μεθυσμένος, και χωρίς να ελέγχω τον εαυτό μου, ορμώ ξανά, χτυπώ στα γεμάτα τον Μανουέλ — τον τινάζω πέρα, και τρώει άμμο!... Οι κυρίες και οι κύριοι σηκώνονται πάνω, σκίζουν τα λαιμά τους, με αποθεώνουν!... Ιδιαίτερα η χοντρή κυρία με τα δαχτυλίδια!... Πίστεψα εκείνη τη στιγμή, ότι το κοινό δεν ήταν άδικο μαζί μου, ούτε υπέρ των ταυρομάχων. Πίστεψα, ακόμη, ότι ο μόνος τρόπος να σώσω την αξιοπρέπειά μου, και πιθανόν και την ακεραιότητά μου, ήταν ν’ αφήσω κατά μέρος την υπερβολική καλοσύνη και να βαράω κι εγώ!... 

Όρμησα να ξαναβαρέσω τον Μανουέλ! Αυτό όμως ήταν το τέταρτο μοιραίο λάθος μου... Με την ταυρική μου αφέλεια εξώθησα τα πράματα εις τα άκρα: ο Μανουέλ πήρε τα χτυπήματά μου σαν απόφασή μου να χτυπηθούμε έως θανάτου! Σηκώθηκε, πέταξε την μπέρτα του πέρα, και ζήτησε ένα ξίφος! Οι σάλπιγγες ξανακούστηκαν — ο κόσμος κράτησε την ανάσα του... «Μανουέλ», του είπα, «εγώ δεν θέλω να σκοτωθούμε- εσύ θέλεις;...» Δε μου απάντησε. .. Με κοίταξε όμως μ’ έναν τρόπο που μιλούσε κι έλεγε: «Τελειώνουν τ’ αστεία. Ή εσύ ή εγώ!...»




Ή εσύ ή εγώ!...

Έτσι
σιωπηλά και αδικαιολόγητα πάρθηκε η απόφαση να τον σκοτώσω ή να με σκοτώσει... Ήθελα, βέβαια, να φωνάξω και να ρωτήσω ποιος με ρώτησε μένα, αν θέλω να πεθάνω ή να γίνω φονιάς;. .. Αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια!... Ο κόσμος φώναζε μανιασμένα κι ο Μανουέλ ζύγιαζε πού να με τρυπήσει... Στάθηκα αντίκρυ του και ζύγιασα και ’γω την κερατιά που θα μ’ έσωζε μια και καλή!... Τινάχτηκα, με μια σβελτάδα που μόνο τέτοιες ώρες την αποχτάει κανείς!

Ο Μανουέλ ξαφνιάστηκε, έκανε να παραμερίσει, έμπλεξε κι έπεσε! «Μπράβο, τόρο!» φώναξε ο λαός της Μαδρίτης, και η χοντρή κυρία ξεφώνιζε: «Δεν υπάρχει κανείς ταυρομάχος εδώ;...»

Στρέφω
 τρέχοντας κι αντικρίζομαι πάλι με το Μανουέλ... Ξαναζυγιάζεται κείνος, ξαναζυγιάζομαι ’γω... Βλέπω μια τελευταία φορά πόσο ωραίο παλικάρι είναι... - ύστερα τον χάνω... και νιώθω ένα ζεστό κύμα στο λαιμό!...



"Faena"...που πάει να πει σπάνιο χτύπημα

Σαν μπόμπα σκάει ένα ουρλιαχτό... — κι ο ουρανός γεμίζει καπέλα! Ο Μανουέλ, πιο πέρα, υποκλινόταν ταπεινά... ταπεινά... Τώρα δεν κρατούσε το ξίφος του... Τρόμαξα, κι έψαξα μήπως και το δω πεσμένο στην άμμο... Μα δεν το είδα!... Σε λίγο ένιωσα τη λαβή στη ράχη μου — και την άκρη του ν’ αγγίζει το δεξί μπροστινό μου πόδι!... Το αίμα μου ’πνιγε τα μάτια, το στόμα!... Χίλιοι κακούργοι φουντώσανε μέσα μου. «Τώρα θα σκοτωθούμε για καλά!» μούγκρισα — και τράβηξα καταπάνω του. Μα κείνος μου ’ρίξε μια ψιλή περιφρονητική ματιά και ρώτησε κάποιονε τι ώρα είναι... Αυτό με τσάκισε - ή, μάλλον: μου ’δωσε να καταλάβω...
Γονάτισα στα μπροστινά πόδια — κι ύστερα έπεσα...

Το θάνατό μου τον είπανε: «φαένα» - δηλαδή: σπάνιο χτύπημα!... Έτσι, αφού μου καρφώσανε το στιλέτο στο λαιμό από λύπηση - σα δεν ντρέπονται!...— μου κόψανε τα δυο αυτιά και παρασημοφορήσανε τον Μανουέλ!... Κι όταν εμένα με σούρνανε τ’ άλογα έξω (ίσως για πούλημα στο ρεστοράντε «Φόρνος»), οι πικαδόροι περιφέρανε απλωτά την μπέρτα του Μανουέλ κι ο κόσμος έριχνε μέσα λεφτά και λουλούδια! (Ιδιαίτερα δε εκείνη η χοντρή κυρία...)

Έτσι πλήρωσα με το θάνατό μου, σήμερα το απόγεμα, ένα λάθος που δεν το ’θελα. (Εκτός αν οι λόγοι που με θανατώσανε είναι άλλοι, και αποφύγανε να μου τους μαρτυρήσουνε... — πράμα που το θεωρώ ακόμη χειρότερο.)

Με άπειρο σεβασμό... — και με την ευχή: Αν τύχει ποτέ και γίνετε ταύρος, να ’χετε καλύτερο τέλος.
Ο ταύρος που σκότωσε
στις 25 Ιουνίου 1960
ο ματαντόρ Μανουέλ Μοντίλλια 

 

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο ταύρος
Πρώτη δημοσίευση: περ. Εικόνες, το 1960 ή 1961
Άνθρωποι και ζώα στη νεοελληνική πεζογραφία
Ανθολόγηση-επιμέλεια Δημήτρης Παπακώστας, εκδόσεις Ωκεανίδα