Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανδρέας Εμπειρίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανδρέας Εμπειρίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

«Θυμήσου τον γλυκύ Σεπτέμβριο...»


Eugène Grasset, La Belle Jardiniere, Septembre, 1896

________________



Τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι δεν το βρήκαμε
πιο νωρίς ήρθ’ ο Σεπτέμβρης και χαθήκαμε.... 

Φίλιππος Γράψας

Στη χώρα του χρόνου...γεννήθηκε κάποιο πρωί ο Σεπτέμβρης...

«…Στη χώρα του χρόνου, μια χώρα παραμυθένια κι αέρινη, που απλώνεται πάνω από τον αιθέρα και τυλίγει γύρω γύρω τη γη, γεννήθηκε κάποιο πρωί ο Σεπτέμβρης. Τη μέρα εκείνη μια παρέα συννεφάκια έπαιζαν στη γειτονιά κυνηγητό.

– Να πάω κι εγώ να παίξω μαζί τους; Ρώτησε ο Σεπτέμβρης τον πατέρα του το Φθινόπωρο.

Το Φθινόπωρο, που ήταν ζωγράφος, είχε πολλή δουλειά και λίγη όρεξη για κουβέντες. Ζωγράφιζε με τα μακριά του πινέλα. Έβαζε κίτρινα φύλλα στα δέντρα, χρυσαφένια σταφύλια στ' αμπέλια και αφρισμένα κύματα στις ακρογιαλιές.

– Να ρωτήσεις καλύτερα τη μητέρα σου, αποκρίθηκε.

Έτσι ο Σεπτέμβρης ρώτησε τη Βροχή…
»

Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, Τα παιδιά του φθινοπώρου, εκδόσεις Πατάκης


Paul Émile Chabas, September Morn, 1911, 
Museum of Modern Art (MoMA), New York City 
___________


Ένα ψέμα δεν αντέχει όσο κι αν κρυφτεί,
όταν ο Σεπτέμβρης βρέχει χάνετ' η γιορτή...

Φίλιππος Γράψας

..και πότε κιόλα ο σιγαλὸς Σεπτέμβριος


O ηλιοφόρος Ιούλιος λίγος,
ο εύγευστος Αύγουστος ελάχιστος
και πότε κιόλα ο σιγαλὸς Σεπτέμβριος.

Προς το κενό καλπάζοντας
να κρατηθείς, από που
να φύγεις,
κλειδί—κλαδί δεν έχει ο χρόνος λείος, απότομος
κάθε στιγμή του γκρεμός — πως να σώσεις
την αστραπή τη ζωή σου
—μ’ ένα ποίημα, μ’ ένα παιδί,
μ’ ένα άγαλμα στο μουσείο;

Μία, δύο και τρεις φορές κι εκατοντάδες
κι αν έρθει ο Ιούλιος
κι ο Αύγουστος αν έρθει πάλι
στο θάνατό σου θα σ’ εγκαταλείψουν
που λίγο-λίγο, καθημερινός σ’ έχει κερδίσει, όσα
φιλιά κι όσα φτερά
μέσα τους κι αν επρόφτασες να θησαυρίσεις.

Λένα Παππά [Ιούλιος - Αύγουστος], Σπύρος Κοκκίνης, 
«Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης», εκδόσεις Εστία


Kmetty János, On a Verandah in September

____________


Σεπτεμβριανό Φως

Ποιος θα μ’ ακολουθήσει στο Σεπτεμβριανό Φως;

Ήρθεν η Πρώτη εφώναξε γύρνα και πάρε με από την σιωπή̇∙
στον ίσκιο των ματιών χανόταν το άπειρο∙
κράταγε ανεξιχνίαστη τα μαλλιά που σκόρπιζαν ολοένα
ύστερα σκάλιζε τη φωτιά βυθισμένη σ’ οράματα.
Τάχα θα σ’ ανταμώσω είπε τώρα που πονώ;
Ώρες για σένα γύριζα από θάνατο σε θάνατο
όλα σταματούσαν στα τείχη
ήταν το σώμα μου γυμνό μονάχα τα μαλλιά
μαυρίζανε πάνω στο στήθος. Μ’ αρπάξανε
κοίτα με γέμισαν αίματα κοίταξε
τα χέρια μου καίνε τι να τα κάμω;
άσε με ν’ απιθώσω πάνω στο πρόσωπό σου τα χέρια μου
πού είναι ποιο είναι τώρα το πρόσωπό σου;
θ’ ανταμωθούμε κάποτε
στη δροσιά της γης;
                                                      
                                                      Μια ξέρα η γη
                                                                     στο Σεπτεμβριανό φως.

Ήρθεν η Δεύτερη κρυφός αστερισμός
έπαιξε κάποτε στο σινεμά σκηνές ηδονής∙
πόσον καιρό θα υπάρχουμε θα υπάρχω ακόμα;
η σκόνη ανακατεύει τη φωνή της
φοβάται κρύβεται πίσω από το γυμνό χαμόγελο
τα λευκά πόδια στα κάγκελα του κρεβατιού
το ένα στήθος μισοφωτισμένο στο προσκέφαλο
μονάχα αφρός. Τάχα θα σ’ ανταμώσω;
Είσαι η νύχτα ψιθύριζα είσαι η νύχτα.
δέξου με στο βασίλειο των αινιγμάτων σου∙
τα δάκρυα με βρέχανε
ακολουθούσα τον ίσκιο της ως τα ψηλά σπίτια
εκεί που ανοίγουν πόρτες και χάνονται τα σώματα
ύστερα πέφτουν από τα μπαλκόνια.

Φωνή καμία.

Ήρθεν η Τρίτη
ήταν ωραία με τους γοφούς δε γύρευε
μήτε άνθη μήτε θάνατο.

μια ξέρα η γη. Προστάτεψέ με.

Η σκηνή τώρα δείχνει σκάλα που γυρίζει επάνω
μια αρχαία οικοδομή καταπίνει σκοτάδι
ένα χαρτί στροβιλίζεται
φωτίζει το ακίνητο πρόσωπο
ακούγονται βήματα
σβήνουν
η σκηνή τώρα δείχνει θάλασσα λουομένους
τραπεζάκια με ρούχα στην παραλία
μια παλιά φωτογραφική συσκευή με τρία πόδια
ο ίσκιος της ένα μέτρο πιο πέρα
στην άμμο
η βάρκα γυρισμένη ανάποδα
μια ξέρα.
Η σκηνή είναι με Σεπτεμβριανό φως.

Και τώρα αποκαλύπτονται αντιθέσεις∙ αποτσίγαρα
και μάσκες ανοιχτά βιβλία επιστολές
έπιπλα και κουφώματα για πέταμα
σανίδωμα παλιό
έχει ανάψει το φως στο μέσα δωμάτιο
ακούγεται η φωνή «επιστρέφουμε».
μια μοναξιά
μπροστά σε μια άλλη μοναξιά.
Τώρα το γύρισμα δείχνει έρημη την κάμαρη
κανείς δεν μπαίνει η πόρτα εντούτοις ανοιχτή
τα δυο καθίσματα κι ανάμεσα ο λεκές
στον τοίχο ενώ το «πλήθος»
φωνάζει απέξω ή αγωνίζεται
με τον αέρα.

Στο Σεπτεμβριανό φως ποιος θα μ’ ακολουθήσει;

Ο ξυλουργός αφήνει το πριόνι και συλλογίζεται
το σφυρί κοιμάται πάνω στο τραπέζι
η φρέσκια σανίδα ρίχνει στην παλιά σανίδα τον ίσκιο της
ο κύριος Στέφανος ξυρίζεται στο απέναντι παράθυρο.
είναι πρωί
η σκηνή τώρα δείχνει ένα ευχάριστο πρωί
ένα γυμνό δέντρο
ένα πουλί
όπως όλα τα πουλιά συννεφιάζουν το άπειρο
ένα εκκρεμές
μια πετσέτα
την άβυσσο.

Δεν τελειώνει το Σεπτεμβριανό φως.

Έφυγε η Πρώτη έφυγε η Δεύτερη έφυγε η Τρίτη
καθάρισαν τα νύχια τους και φύγανε
ακολούθησαν τον άλλο δρόμο που έστριβε
κάπου σε κάποιαν αμμουδιά
πάνω στα χαλίκια.
Η σκηνή τώρα θα δείξει θάλασσα ξανά
γιαλό κουβέρτα
η άκρη της αναδιπλωμένη πρόχειρα
     εκεί που ήταν το σώμα.
                                              Βάθυνε η νύχτα
όλα θα μείνουν μόνα στη δική τους σιωπή
όλοι θα κοιτάξουν τα χέρια τους αφού η σκηνή άδειασε
θα τα σηκώσουν στο φως θα μετρήσουν τα δάχτυλα
ένα προς ένα
κι εσύ θα μείνεις έρημη
φεύγοντας χωρίς φωνή από γωνιά σε γωνιά
αφήνοντας ένα ανεπαίσθητο παράπονο
στα μάτια που
κοιτάζουν.

Μια ξέρα
η γη

αλλά το φως του Σεπτεμβρίου ακόμα συνεχίζεται
η εφήμερη όψη
— καληνύχτα—
παντοτινή.


Τάκης Σινόπουλος, Σεπτεμβριανό φως, 
Νέα Πορεία, τομ. 1τχ 4 (Ιούνιος 1995), σ. 159-161


Isaac Levitan, Golden Autumn, 1895
___________


Καιροί καλοί σαν μήλα του Σεπτέμβρη... 


«… Καιροί καλοί σαν μήλα του Σεπτέμβρη
Στους εραστάς πηγαίνουνε τα φρούτα
Των κήπων και των ασπασμών
Της ανδρικής και γυναικείας συσχετίσεως
Πάσης μορφής του έρωτος…»

Ανδρέας Εμπειρίκος, Επαλήθευσις, Οκτάνα

The Moon and the Apple Orchard by Koola Adams
_______________


Τις μέρες τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου...

Τις 
μέρες τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι οι ιβίσκοι........

Ανδρέας Εμπειρίκος, Αρχάγγελλος τον Σεπτέμβριο βοών μέσα στην πλάση, Οκτάνα,εκδόσεις Ίκαρος



Barocchismi, by Daria Petrilli 
___________


Στην πόρτα του Σεπτέμβρη

Στριμώχτηκαν τα σύννεφα στην πόρτα του Σεπτέμβρη
σε συμμορίες χωρίστηκαν και τσακώνονταν στον ουρανό.
Η πρώτη σταγόνα έπεσε στο χώμα μεθυσμένη
ξανάφευγε ο Αύγουστος για ταξίδι μακριν
ό.....

Απόστολος Ρίζος, Σεπτέμβρης





Ο Σεπτέμβρης του 1903

Τουλάχιστον με πλάνες ας γελιούμαι τώρα·
την άδεια την ζωή μου να μη νιώθω.
Και ήμουνα τόσες φορές τόσο κοντά.
Και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα· 
γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη· 
και μέσα μου να κλαίει η άδεια μου ζωή,
και να μαυροφορούν οι επιθυμίες μου. 

Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι 
στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά, 
στ’ ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα. 
Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι.


Κ. Π Καβάφης, [1904], [Κρυμμένα Ποιήματα 1882–1923]
Γιάννης Σπανός, Μανώλης Μητσιάς, «Πλησιάζοντας τον Καβάφη», 2012




...το πρώτο του Σεπτέμβρη φύλλο

Τέλος Αυγούστου θα σου στείλω
το πρώτο του Σεπτέμβρη φύλλο απ’ την καρδιά. 

Θ’ αλλάζουν μήνες κι εποχές 
και τις λιακάδες οι βροχές θ’ ακολουθάνε, 
κι αν μπαίνουν τ’ άστρα σε τροχιές
χωρίς εσένα οι εποχές το ίδιο θα 'ναι. 

Ηλίας Κατσούλης, Γιώργος Αρσενίδης, Βούλα Σαββίδη, 
Το Μάη λένε πως θα βρέξει (από τον δίσκο «Αλκυονίδα Μέρα», 1996)




Μπήκε ο Σεπτέμβρης και φοβάμαι
τ’ όνειρο πως τέλειωσε για μας...

Ξενοφώντας Φιλέρης

...θυμήσου τον γλυκύ Σεπτέμβριο...

Θυμήσου καλύτερα τότε που ήμασταν παιδιά και μας ήταν όλα άγνωστα
μα τόσο οικεία, θυμήσου τον γλυκύ Σεπτέμβριο με το απόμακρο
άρωμα των κήπων ή το αφηρημένο ξεφύλλισμα ενός σχολικού βιβλίου
κι όπως βράδιαζε από ένα ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν το ραγισμένο
τραγούδι μιας γυναίκας που άρχιζε να γερνάει. 
Υπάρχει πιο μεγάλη μοναξιά; 

Τάσος Λειβαδίτης, Ιστορίες για το χειμώνα


Edward Cucuel, Evening by the Lake
___________



Με μια ριχτή στον ώμο μου ψυχρούλα πριν καν έρθει Σεπτέμβρης ...

Όμως κι εσείς οι εναπομείναντες
πλησίστιες ζακετούλες και ψαθάκια 
θυμάστε όπως ξεχνούν: λέτε πως είναι ίδια εδώ
κι ας έχουν όλ’ αλλάξει. 

Ξενοδοχείων ερειπιώνες, φέρετρα θερέτρων.
Τώρα παντού ξενώνες και φαστφούντ 
φωτίσανε σε κίτρινο 
το κάθε γκρίζο.

Με μια ριχτή ζακέτα πιθανής ψυχρούλας 
ανάμεσα σε ηλιοκαμένα βούρλα της ακτής 
τι ανακατώνω, κόβω και μοιράζω 
μια τράπουλα καημένες στάχτες μνήμες; 

Φέρνει καμένο ο φλοίσβος 
σκόνη μετακόμισης. 
Με μια ριχτή στον ώμο μου ψυχρούλα 
πριν καν έρθει Σεπτέμβρης
πρέπει να πηγαίνω. 

Επείγει ό,τι δε γίνεται – 
ν’ αλλάξω παρελθόν. 


Γιάννης Βαρβέρης, Μασκώτ των λουτροπόλεων – Γ', 
Ποιήματα, τόμος Α’, 1975-1996», εκδ. Κέδρος, 2000


Τη γλύκα, τη μελαγχολία
που έχει ο Σεπτέμβρης στ' αεράκι
όλα για δώρο στα φυλάω...

Γιώτα Βασιλακοπούλου

Σεπτέμβρη μήνα μου 


Σεπτέμβρη μήνα μου, βροχή, φωνή μου
νησί που σώπασες, πικρό νερό
όλα τελειώνουνε κάτω απ'τον Ήλιο
όλα αρχίζουνε με τον Καιρό

Σ
επτέμβρη, δρόμε μου, νησί, φωτιά μου
πόσα τελειώνουνε μες τον καιρό...
αίμα, που έδωσα πέρα στην άμμο
έρωτα, έσβησες μες το λυγμό 

Εδώ γεννήθηκα, κάτω απ' την άμμο
κι εδώ είν' η ώρα μου που θα σε βρω
Αίμα που σ' έχασα στο κύμα πάνω 
μέσα στη θάλασσα σ' αναζητώ

Θάλασσα, αίμα μου, πού να μιλήσω
και ήλιε πόνε μου, πού να το πω;
Εδώ γεννήθηκα, κάτω απ' την άμμο 
μέσα στην πίκρα μου θ' αναστηθώ. 

Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Μουσική: Γιάννης Γκούμας
Ερμηνεία: Πόπη Αστεριάδη



Το τραγούδαγαν οι ναύτες κι ο Σεπτέμβρης...


Το τραγούδαγαν οι ναύτες κι ο Σεπτέμβρης
το μουρμούριζαν κι οι γέροι στο νησί
Χωρίς εμένα είσαι μισή
και ψάξε για να με ’βρεις

Κ
αι το παίρναν το τραγούδι τα γλαρόνια
και το λέγαν στις γοργόνες του νοτιά
Χωρίς εμένα είσαι φωτιά 
σβηστή κάτω απ’ τα χιόνια 

Και τ’ άκουγες κι εσύ που θ’ αγαπήσω
κι απαντούσες με του Γραίγου τη φωνή 

Κάνε γλυκέ μου υπομονή
Έρχομαι δε θ’ αργήσω

Γ. Κριμιζάκης, Λ. Παπαδόπουλος, Μ. Βιολάρης, Σκέρτσο
 (από το δίσκο «Η Αγάπη Μας», 1973)




Το Σεπτέμβριο...όταν άδειαζαν οι πάγκοι... 

Το Σεπτέμβριο θυμάμαι όταν άδειαζαν οι πάγκοι
κι έπαψ’ η βουή του κόσμου, πήγαν τα παιδιά για τσάι.
Άσε μας θεέ ψηλά, να θυμόμαστε τ’ απλά
τώρα που έχουν πια πεθάνει
όλοι που μας αγαπάνε, λοχαγοί και βασιλιάδες...

Σκόνταψα σ’ ένα βραχνά μου και στο πάρκο κει του Ουΐνσδορ, 
τι θαρρείτε κει πώς ηύρα, περπατώντας στο σκοτάδι;
Μισοδαγκωμένο μήλο και το πιο αστείο απ’ όλα 
χαραγμένα πέντε δόντια 
πέντε δόντια από παιδάκι, λοχαγοί και βασιλιάδες.

Μ. Θεοδωράκης, Brendan Behan (Μετ. Βασίλης Ρώτας), Αρλέτα, "Ένας όμηρος" (1966)




Κάθε χρόνο το Σεπτέμβρη σαν ανοίγουν τα σχολεία...


Κάθε χρόνο το Σεπτέμβρη σαν ανοίγουν τα σχολεία,
Στις συνοικίες οι γυναίκες μπαίνουν στα χαρτοπωλεία.
Και αγοράζουν σχολικά βιβλία και τετράδια για τα παιδιά τους.
Απελπισμένες ψάχνουν στα τριμμένα τσαντάκια τους
και την τελευταία δεκάρα,
όλο παράπονο
που η γνώση είναι τόσο ακριβή.
Κι όμως μήτε που υποπτεύονται
Πόσο κακή είναι η γνώση
Που προορίζεται για τα παιδιά τους 

Μπέρτολτ Μπρεχτ «76 ΠΟΙΗΜΑΤΑ», 
μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη, εκδόσεις «Θεμέλιο»


Haddon Sundblom, He Faces the World Without You, 1927 

_________

Το Σεπτέμβρη, στο νησί...

Ο Σεπτέμβρης είναι μια αναγέννηση της όσφρησης, ξαναγυρίζουν οι μυρωδιές που τις έχει συνθλίψει η ζέστη. 
Ήταν αρκετή μια νεροποντή για να ξυπνήσει η γη, όπως το πρόσωπό μου το πρωί πάνω απ’ το λεκανάκι. Απλώθηκε στην ατμόσφαιρα η μαγεία απ’ το ρετσίνι του πεύκου, από χαρούπια και φραγκόσυκα.

Τέρμα οι περίπατοι στην παραλία, ο γαρμπής κράτησε τους ψαράδες στην ακτή. Φυσάει τρελός νοτιάς, νταής, δεν μπορείς ν’ απλώσεις μπουγάδα. Μ’ αρέσει που τον λένε έτσι στη Νάπολη. [...]


Η παραλία στο τέλος του Σεπτέμβρη πλάταινε, οι ομπρέλες αραίωναν, οι μανάδες μάθαιναν στα παιδάκια πώς ν’ αποχαιρετήσουν τη θάλασσα. Το Σεπτέμβρη καταλαγιάζει η παραφορά του μαΐστρου, κυλούν πιο αργά τα κύματα και με μεγαλύτερα κενά ανάμεσά τους, όχι τρέχοντας, όπως τον Αύγουστο ή τον Ιούλιο. Οι ψαράδες πάνε για ψάρεμα με συρτή, εκεί όπου περνούν οι τόνοι, οι ζαργάνες, τα μαγιάτικα, που δεν τσιμπούν σε σταθερό δόλωμα.[....]

Το Σεπτέμβρη τυχαίνουν μέρες που ο ουρανός χαμηλώνει στη γη. Κατεβαίνει η κινητή γέφυρα απ’ το εναέριο κάστρο του κι από μια γαλάζια σκάλα ο ουρανός ξαποσταίνει για λίγο στο έδαφος. 

Στα δέκα μου χρόνια έβλεπα καθαρά τα τετραγωνισμένα σκαλοπάτια, τόσο που μπορούσα να τ’ ανεβαίνω με τα μάτια. Σήμερα αρκούμαι στο ότι τα είδα και στο ότι πιστεύω πως υπάρχουν ακόμα. 

Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας που παντρεύεται η επιφάνεια της γης με τον πάνω χώρο που ακτινοβολεί κατάφωτος. Στις πεζούλες με τ’ αμπέλια οι ψαράδες κάνουν τους γεωργούς και μαζεύουν τα τσαμπιά σε καλάθια πλεγμένα απ’ τις γυναίκες. Πριν ακόμα τα πατήσουν, η μέρα του τρύγου μεθάει τους ξυπόλυτους ανάμεσα σε κλήματα παραταγμένα κάτω απ’ τον ήλιο και σμάρια διψασμένες μέλισσες. Το νησί το Σεπτέμβρη είναι μια γελάδα που την αρμέγεις κρασί.[...]

Το Σεπτέμβρη, στο νησί, μαζέψαμε την πρώτη βροχή σε δοχεία στο ύπαιθρο. Είχε γούστο ο θόρυβος που έκαναν οι σταγόνες μες στις λεκάνες, τους κουβάδες, τις κατσαρόλες και τα βαθιά τηγάνια. Το νερό της βροχής μετά από πολλή ξηρασία ήταν μια ξέφρενη ταραντέλα στις αυλές.

Erri De Luca, Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια, μτφρ.΄Άννα Παπασταύρου, 
εκδόσεις Κέλευθος (σελ. 67, 105-106, 154-155)


Ferdinando Scianna, Riesi, Caltanissetta, Italy, 1964

______________


Σεπτέμβρης κι ήθελε σεντόνι...


Ο ήλιος πήρε να ψηλώνει 
του πεύκου δάκρυζε τη φλούδα 
Σεπτέβρης κι ήθελε σεντόνι 
και γεια σου Αύγουστε Ιούδα.

Γλυκά φυσούσε τ' αεράκι
στα χάδια που έλειψαν μεσίτης
μα δίπλα σ' ένα φυλλαράκι
γλεντά τη μεταμορφωσή της.

Μια άσπρη νύφη πεταλούδα
μπορεί και να 'χε κι άλλο χρώμα
καρδια μου γιόρταζε, τραγούδα
σερνόσουν ως εχθές στο χώμα.

Ο ήλιος σκόρπαγε χρυσάφι
λουλούδια ευώδιαζαν και φρούτα
μα εκείνη έλεγε νισάφι
τα χόρτασες καρδιά όλα ετούτα.

Το «αύριο» δες που περιμένει
εκεί θα ζήσεις τη χαρά σου
θα πας παντού στην Οικουμένη 
με τα καινούργια τα φτερά σου. 

Χαζή κουβέντα και σενάριο 
που παίρνει Όσκαρ στην οδύνη
πολλά που υπόσχεται το αύριο
μα τίποτε ποτέ δε δίνει. 

Εμένα ρώτα με, που είδα 
τι θέμα μου 'βαλε ο Θεός μου
να γράφω χρόνια στη σελίδα 
«κάθε στιγμή να ζεις του Κόσμου». 
Μουσική: Petru Guelfucci
στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
ερμηνεία: Γιώργος Κιμούλης




Όταν θα μεγαλώσω θα γίνω Σεπτέβρης......

Εγώ, όταν θα μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέβρης, έλεγε ο Αύγουστος [...]


Δέναν οι παραθεριστές

στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα,
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.

Πεθαίναν απ’ τη ζήλια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου [...]


Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το "προς το τέλος".
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.

Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο.
Είσαι μες την αλμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.



Κική Δημουλά, Βροχή επιστροφής (από τη συλλογή "το τελευταίο σώμα μου")





Γύρισε κι ο Σεπτέμβρης από τις διακοπές


… Γύρισε κι ο Σεπτέμβρης από τις διακοπές.
Τελευταίος. Με το τελευταίο δρομολόγιο
του κατάφορτου Αυγούστου: τσουμπλέκια
ποδήλατα ψησταριές ψυγεία ονόματα
ξεφούσκωτα κυμάτων αφρολέξ, κελαρύσματα
ορεινών χωριών δεμένα σε πτυσσόμενα πλατάνια.
Και πολλά δέρματα. Τέλεια κατεργασμένα
στον ήλιο. Για εξαγωγή.

Μερικοί ξέχασαν τελείως να γυρίσουν.
Οψόμεθα 
Θα μάθω από την ηχώ τους τι συνέβη 
-τίποτα πονάκια πάλι η συνέπεια 
πάλι ανεμογκάστρι. 

Κική Δημουλά, Λυόμενο, Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 1998



Κάθε Σεπτέμβρη θα γυρνάς απ’ το χωριό σου...

Κάθε Σεπτέμβρη θα γυρνάς απ’ το χωριό σου
και μόνο απ’ τα άσπρα μέρη κάτω απ’ το μαγιό
θα αναγνωρίζω το κορμάκι το δικό σου
που τους χειμώνες το κοιτάζω μόνο εγώ

Και τι έχει ο ήλιος που δεν έχω να σου δώσω....
αυτός τη νύχτα κλείνει εγώ μένω ανοικτός
κι αν καταφέρω και τον πάγο σου τον λιώσω
κάθε Σεπτέμβρη θα γεμίζουν όλα φως.....

Κάθε Σεπτέμβρη θα δαγκώνεις ένα μήλο 
κι εγώ θα κάθομαι να βλέπω σαν Αδάμ 
τον πειρασμό να σε τυλίγει σαν το φύλλο 
και να μου κάνει την καρδιά μου γης Μαδιάμ 

Φοίβος Δεληβοριάς, Σεπτέμβρης 




Ρίξε στην πλάτη σου ένα ρούχο...

Άρχισε ψύχρα. 
Το γύρισε ο καιρός σε αναχώρηση. 
Η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη 
ξοδεύτηκε σε κάποια υδρορρόη. 

Ως χθες ακόμα όλα έρχονταν. 
Ζέστες, η διάθεση για φως, 
λόγια, πουλιά, 
πλαστογραφία της ζωής. 
Γονιμοποιούνταν κάθε βράδυ τα φεγγάρια, 
πολλοί διάττοντες έρωτες 
ήρθαν στον κόσμο τον περασμένο μήνα. 

Τώρα, η γνωστή ψύχρα 
κι όλα να φεύγουν. 

Ζέστες, πουλιά, η διάθεση για φως. 
Φεύγουν τα πουλιά, ακολουθούν τα λόγια, 
η μιά ερήμωση τραβάει πίσω της την άλλη 
με λύπη αυτοδίδακτη. 

Ήδη αποσυνδέθηκε το φως από την επανάπαυση 
κι από τις καλημέρες σου. 
Τα παράθυρα ενδίδουν. 
Το χέρι τού μεταβλητού κλείνει τα τζάμια, 
άλλοι λεν ως την άνοιξη, 
άλλοι φοβούνται δια βίου. 

Κι εσύ τι κάθεσαι; 
Καιρός να μπεις κι εσύ στα αλλαγμένα. 
Να γίνεις ό,τι αναρωτιόμουν πέρυσι: 
«ποιος ξέρει τ’ άλλο μου φθινόπωρο;» 
Καιρός να γίνεις «τ’ άλλο μου φθινόπωρο». 

Άρχισε ψύχρα. 
Ρίξε στην πλάτη σου ένα ρούχο αποδημίας. 

Κική Δημουλά, Οι αποδημητικές "καλημέρες", Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 1998




Ένας μικρός Σεπτέμβρης...

Ένας μικρός Σεπτέμβρης βάζει τα κλάματα
που στο σχολειό τον πάνε να μάθει γράμματα

θέλει να παίξει ακόμα με τ' άστρα τ' ουρανού
πριν έρθουν πρωτοβρόχια και συννεφιές στο νου
πρωτάκι, σχολιαρούδι, του κλέβουν το τραγούδι,
του κλέβουν το τραγούδι...

Ένας γλυκός Σεπτέμβρης στάζει το μέλι του
σωστό παλικαράκι τρυγάει τ' αμπέλι του
στα Σπάτα λινοβάτης, στο Κορωπί γαμπρός
να τρέμουν τα κορίτσια στα βλέφαρά του μπρος
φυσάει ο απηλιώτης, ο ζέφυρος της νιότης
φυσάει ο απηλιώτης...

Ένας παλιός Σεπτέμβρης φίλος αχώριστος
καθώς περνούν τα χρόνια γίνεται αγνώριστος
το κόκκινο ραγίζει στα μήλα της Ροδιάς
κίτρινα πέφτουν φύλλα στον κήπο της καρδιάς
Η νύχτα μεγαλώνει, δίχτυα στο φως απλώνει,
η νύχτα μεγαλώνει...
Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική, ερμηνεία: Παντελής Θαλασσινός




Θυμήσου το Σεπτέμβρη

Το χέρι δώσ’ μου, δώσ’ μου την καρδιά σου
και πάμε, αν θέλεις, ως τον ουρανό.
Τραγούδι του Σεπτέμβρη είν’ η ματιά σου,
αυτά τα μάτια πόσο τ’ αγαπώ.

Κι αν σκόρπισαν τα φύλλα με τ’ αγέρι, 
τον δρόμο κι αν τον σκέπασ’ η βροχή, 
για μας είν’ ο Σεπτέμβρης καλοκαίρι, 
η αγάπη σου φωτίζει όλη τη γη. 

Στα χέρια μου έλα τώρα και κοιμήσου 
κι εγώ τις νύχτες θα σου τραγουδώ. 
Κι αν κάποτε χωρίσουμε θυμήσου: 
Σεπτέμβρη σου `χα πει πως σ’ αγαπώ. 

Στίχοι: Γιώργος Παπαστεφάνου 
Μουσική: Γιάννης Σπανός 
Ερμηνεία: Γιοβάννα





Ήρθε ο Σεπτέμβρης, ήρθε ο χειμώνας..

Ήρθε ο Σεπτέμβρης, ήρθε ο χειμώνας
στην παραλία τη σκοτεινή.
Χάθηκα μέσα στη ζωή μου, 
χαθηκες μέσα στη βροχή...


Το τραγούδι "Χάθηκα μέσα στη ζωή μου" γράφτηκε ειδικά για τη φωνή της Τζένης Καρέζη από την Ελένη Καραΐνδρου, για το θεατρικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη "Διαμάντια και Μπλουζ" (1990-91). Ήταν η τελευταία παράσταση της Τζένης.




Το Σεπτέμβρη είναι που...

Το Σεπτέμβρη 
τα λιόδεντρα χαμηλώνουν τα μπράτσα τους,
κοκκινίζει η μύτη των σταφυλιών,
η άμμος έχει κρυώσει,
ο ήλιος παίρνει χρώμα λευκό
και οι κολυμβητές κι οι ναυαγοσώστες
γυρνάνε στις πραγματικές δουλειές τους.

Το Σεπτέμβρη
που τα ιστιοφόρα βγάλαν τα πέπλα τους,
που ανατριχιάζει η παραλία κάτω 
απ’ τον ίσκιο του φθινοπώρου,
μπορούμε να ζήσουμε αληθινά.

Το καλοκαίρι η χώρα μου
γίνεται ένα σχεδόν τίποτα
ένα μεγάλο παζάρι ψευδαισθήσεων
τροχόσπιτα και βαβούρα στον ήλιο
σλιπάκια πολύ κοντά σορτσάκια πολύ μακριά.

Μα το Σεπτέμβρη
που το καλοκαίρι ξαναφοράει τα παπούτσια του
κι η αμμουδιά είναι σαν μια κοιλιά
που κανένας δεν έχει αγγίξει,
το Σεπτέμβρη
η χώρα μου αναπνέει πάλι.

Η χώρα που μεγάλωσα παιδί
εκεί που ο πατέρας μου είναι θαμμένος
που το σχολείο μου
είχε για μόνη ζεστασιά τον ήλιο
τη χώρα αυτή την άφησα στους ξένους
κι έφυγα κι έγινα ξένος κι εγώ
κάτω από άλλους ουρανούς. 

Μα το Σεπτέμβρη
ξαναγυρίζω στο μέρος που γεννήθηκα
και η αμμουδιά με αναγνωρίζει
ανοίγει την αγκαλιά της σαν αρραβωνιαστικιά
Κάθε Σεπτέμβρη εγώ γιορτάζω
την Πρωτοχρονιά μου.

Το Σεπτέμβρη είναι που αποκοιμιέμαι
κάτω από ένα λιόδεντρο… 

[C'est en Septembre - Gilbert Becaud]



Έτσι με σκότωσαν Σεπτέμβρη μήνα...

Είπε πως είμαστε γνωστοί
και γύρευε να μ’ εύρει
Τον έλεγαν Σεπτέμβρη
Σεπτέμβρη Αυγουστή
Κέρασε κι όλα τα παιδιά
νεράτζι και βανίλιες
κι έβαλε δυο για τσίλιες
στου βράχου την ποδιά

Έτσι με πρόδωσαν Σεπτέμβρη μήνα
εχθροί και φίλοι απ’ την Αθήνα

Κι όταν εβγήκα για νερό
απ’ την παλιά κρυψώνα
μια μαύρη χελιδόνα
τινάζει το φτερό
Κι ως είχα κρύψει στην πηγή
δροσιά να πιω στο χέρι
γλίστρησε το μαχαίρι
μου πήρε την ζωή

Έτσι με σκότωσαν Σεπτέμβρη μήνα
εχθροί και φίλοι απ’ την Αθήνα


Λευτέρης Παπαδόπουλος, Βασίλης Κουμπής, Γιάννης Θωμόπουλος, 
Σεπτέμβρης (Από το δίσκο "12 μήνες", 1971)



...τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς

Μόνο να γράφεις τ' όνομά σου
και 'κείνο το 'μαθες μισό
να συλλαβίζεις τα όνειρά σου
στο Άργος και στον Ιλισσό 

Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες
τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς
και τσικουδιά στους καφενέδες
τα παλληκάρια να κερνάς

Του κόσμου το στενό γεφύρι
θα το περάσουμε μαζί
θα 'ναι η καρδιά σου παραθύρι
τα λόγια σου παλιό κρασί.
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
Άλκηστις Πρωτοψάλτη & Αντώνης Καλογιάννης
(απο το δίσκο "Γράμματα στο Μακρυγιάννη και άλλα λαϊκά, 1979)
 


Σεπτέμβριο τη λέγανε την πέτρα που δεν κύλησε...

Εκείνο που μας ένωσε
εκείνο και μας χώρισε.
Κι αυτό που δεν προχώρησε 
δεν ήμασταν εμείς. 
Σεπτέμβριο το λέγανε 
το κύμα που μας γνώρισε. 
Τι κρίμα που δεν ένοιωσε 
κανένανε κανείς. 

Χωριστά θα μας βρει ο καινούργιος χειμώνας,
με πουλόβερ καινούργια και παλτά περσινά.
Μια κουρτίνα μπροστά ο καινούργιος χειμώνας
που θα γράφει στην ούγια: "Δυο καρδιές χωριστά".

Εκείνο που μας ένωσε
εκείνο θα μετρήσει.
Το αίνιγμα κι η λύση
δεν ήμασταν εμείς.
Σεπτέμβριο τη λέγανε
την πέτρα που δεν κύλησε.
Και πες της πως δε φίλησε
κανένανε κανείς.

Μάνος Τσιλιμίδης, Σταμάτης Κραουνάκης, Βίκυ Μοσχολιού 
(από το δίσκο "Καινούργιο πράγμα",1992)




Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Όταν ξυπνήσεις Καθαρά Δευτέρα...


«Χαρταετοί», έργο του Αγήνορα Αστεριάδη, 1962, Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας
_______________


Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι...

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οι αετοί

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί», Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος




«Η τρομερή Καθαρή Δευτέρα»

Ήμουν τότε παιδί όχι πλειότερο από οχτώ χρονών και μαθήτευα στον παπα-Αντριά. Κοιμόμουν κι όταν ξύπνησα είχα μέσα μου όλο εκείνο το θλιβερό συναίσθημα, ότι είχε ξημερώσει η τρομερή Καθαρή Δευτέρα με τη μεγάλη σαρακοστή και με το σκολειό. Κι έπρεπε να περάσουν πενήντα μέρες ακέριες αυστηρή σαρακοστή με φασούλια, ρεβύθια, κουκιά, φακή και λαχανικά και να νηστεύουμε και το λάδι τα τετραδοπαράσκευα!

Αυγά, γάλα, τυρί, βούτυρο, ψάρι και προπάντων το κρέας δεν έπρεπε ούτε να τ’ αναφέρουμε με το στόμα μας, γιατί αυτό λογίζονταν αμαρτία! Κι όταν ακόμα το ‘φερνε ο λόγος για να ονοματίσει κανένας το γάλα, το βούτυρο, το τυρί, το ψάρι, ή-θεός φυλάξοι!- το κρέας, έπρεπε να συνοδεύει την απαγορευμένη λέξη με την έκφραση «μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς» π. χ. «ζυγιάσαμε το τυρί -μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς-και βγήκε δέκα οκάδες.

Μια μέρα μεγάλη λύπη είχε γραπωμένη την παιδική μου καρδιά και δεν μπορούσα να τιναχτώ πέρα από τα στρώματά μου, τρέφοντας κάποια πλάνα ελπίδα, ότι μπορούσε να μην ήταν αλήθεια ότι είχε ξημερώσει η ανεπιθύμητη Καθαρή Δευτέρα κι ότι κάποιο δυσάρεστο όνειρο γέννησε την ιδέα της.

Χρήστος Χρηστοβασίλης, «Καθαρή Δευτέρα»




Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά;

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα.

Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας.

Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε.

Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου. [...... ]

Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια. Nα, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Xριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Kάτι τέτοιο ήτανε.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδόσεις Ερμής


Γιάννης Μαγγανάρης, Χαρταετός
___________


Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου....

Τι όνειρα έβλεπα απόψε στον ύπνο μου, όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…

«Ο χαρταετός μου χάνει την ισορροπία του και το κεφάλι του ταρακουνιέται μια δω, μια κει. Πολύ μ’ αρέσει να μένω έτσι πλαγιασμένος στο στρώμα μου, εδώ στην ταράτσα και να κοιτάζω με μισόκλειστα μάτια τα τσαλίμια του αετού μου.

Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου
[.....]

Ο Αλβάν στην ταράτσα κρατάει στη φούχτα του τους σπάγκους των πολύχρωμων μπαλονιών του που σχηματίζουν πάνω από το κεφάλι του ένα ουράνιο τόξο. Όταν φυσάει ένα δροσερό αεράκι νιώθει να χάνει το βάρος του, σαν να φυτρώνουν φτερά στα πλευρά του και τα πόδια του ανάλαφρα αιωρούνται χωρίς ν’ αγγίζουν την ταράτσα.

Κοιτάζει γαλήνια τον ουρανό. Ο ουρανός δεν είναι όπως πάντα. Ήταν κάτι περίεργο. Τα χρώματά του, το σχήμα του, τα σύννεφά του… Ήταν κάτι περίεργο. Τα συννεφάκια, λευκά, μπαμπακένια, σκόρπια στον ουρανό σαν μικρές ανθοδέσμες από φως και λουλούδια, τα στριφογυρίζει ο αέρας και τους δίνει παράξενα σχήματα[...]

Ο Αλβάν πλησιάζει το χαρτί κοντά στα μάτια του κι αρχίζει να διαβάζει αργά αργά τις λέξεις και τις φράσεις γεμάτες φως. Έτσι που διαβάζει, είναι σαν να διαβάζει για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, κι έτσι ψηλά που στέκεται μοιάζει σαν να ’ναι η ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου κι έχει να πει ένα παγκόσμιο μήνυμα.

Η έκθεσή του αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια:

«Τα όνειρά μου είναι όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…»


Faryad Fereydoun, Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια, 
μτφρ. Γιάννης Ρίτσος, εκδόσεις Κέδρος


«Ποίηση... χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού…»

 Θωμάς Γκόρπας
___________

Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

Ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

Τόλης Νικηφόρου, Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο. 
Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 38, Απρίλιος 2008


Χαρταετός του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, έργο του 1940
_____________


Σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί...

Άκου την, — η φωνή της τη σκεπάζει σα βαθύβουος θόλος
κι είναι ή ίδια κρεμασμένη μέσα στη φωνή της
σα γλωσσίδι καμπάνας, και χτυπιέται και χτυπάει την καμπάνα,
ενώ δεν είναι μήτε σκόλη μήτε ξόδι, μόνο ή άσπιλη ερημιά των βράχων
και κάτω η ταπεινή ησυχία του κάμπου, υπογραμμίζοντας
αυτή την αδικαίωτη παραφορά, πού γύρω της
σαλεύουν σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί τ’ αναρίθμητα αστέρια
με το χάρτινο αείροο θρόισμα της μεγάλης ουράς τους.

Γιάννης Ρίτσος,Ορέστης (απόσπασμα), 
εκδόσεις Κέδρος


Πίνακας του Σπύρου Βασιλείου
__________


...κρατώντας απ' τα μέσα την καλούμπα...


Όταν ξυπνήσεις
Καθαρά Δευτέρα
και δεις
σκοτεινιασμένο ουρανό
με σύντομες βροχές
και με αέρα
την ευκαιρία
μη φοβηθείς
και χάσεις
να αμολήσεις πάλι
τον χαρταετό
κρατώντας
απ' τα μέσα
την καλούμπα

Γιάννης Πατίλης, Η αποδρομή του αλκοόλ και άλλα ποιήματα, 
εμπνευσμένο από τον πίνακα ζωγραφικής της Ηρώς Νικοπούλου "Μικρή Αριάδνη"




Μη με διαβάζετε …

Μη με διαβάζετε …
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρὶς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.

Νίκος Καρούζος, Ρομαντικὸς επίλογος
Από τη συλλογή ποιημάτων «Δεύτερη Εποχή», εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1988


Πίνακας με χαρταετό του Γ. Τσαρούχη / 1959
___________


Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου...

Κάτοικε του ονείρου
μαζεύω τη φωνή μου από κάθε άκρη
και το υπόλειμμά της αυτό στη σινδόνη των δέντρων
κ’ εκείνο κει ψηλά στο σκουριασμένο βράχον
όπου οργίζεται ο γερο-κόρακας
συγκεντρώνομαι
για τη μεγάλη αποκάλυψη
ρίχνω στον άνεμο μακρόσυρτη αγάπη:
Τη θέλω εγώ την απελπισία μου
δεν την ανταλλάσσω με θαλπωρή άλλη
έχασα.
Μα χάνουν και τ’ άνθη
τ’ άνθη ανοίγουν το μοναδικό παράθυρο…
Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου
δε θέλω πια ν’ αγγίξω τα χρώματά του
κλείνω τα μάτια μου για να δω.
Είναι η φωνή που με διασχίζει
κι άλλοτε που χτυπά στον άκμονα
χίλιες φορές.
Είναι η φωνή από ένα βάθος:
Για πάντα να μην έχεις
τίποτα για τ’ αληθινά χέρια
μονάχος
ανήμπορος εκστατικός
σ’ αυτή την άξαφνη γιορτή του δευτερόλεπτου
που
παραδίδεται ο κόσμος.

Νίκος Καρούζος, Γαλάζια σπλάχνα, 
Τα ποιήματα Α’ (1961-1978), εκδ. Ίκαρος




κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο όνειρο...

Τσιμπλιάρικα τα βλέφαρα της μέρας
ένα κορίτσι κρέμεται στο παράθυρο
σαν άνθος
ενώ τριγύρω παθητικά κελαηδούνε τα πουλιά
ένα σπασμένο ποτήρι
μ’ αόρατα τα γυαλιά μες στην καρδιά
κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο
όνειρο
βγάζει φωτιές
εμείς μαζεύουμε βελόνες
όπως άλλοτε μάζευαν λουλούδια
κι η πιο μεγάλη διάπλατα
τρυπάει το κρανίο μας

Μίλτος Σαχτούρης, Μια μέρα


Geoffrey Smith, The red kite
________


...σα χαρταετός ο Σταυραϊτός να φεύγει


Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα
πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά
πτώματα από τον ουρανό
λουλούδια

κι ό,τι το καλό
σ’ αυτό τον άγριο κόσμο
κινδυνεύει
ψηλά κοιτάζω σα χαρταετός
ο Σταυραϊτός να φεύγει

αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα
αυτά δε με αγγίζουν
ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας
μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου

ψιθυρίζει λέγοντας:
σκοτείνιασε σκοτείνιασες
γιατί;
δεν είσαι τρομαγμένος;

Μίλτος Σαχτούρης, Ο συλλέκτης


Fred Sklenar, Fly a kite
________

«να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο...»

«Ό,τι μπόρεσα ν' αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ' ένα είδος ειδικού θάρρους που μου 'δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.»
Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος


Αλέκος Φασιανός, Χαρταετός
_________

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν 
έμενα στο προσκέφαλό μου μπρούμυτα
τιμωρημένη 
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά που αλλάζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε 
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι [...]

Οδυσσέας Ελύτης, Ο Χαρταετός, Μαρία Νεφέλη


Fly me to Paris by Christian Schloe
__________


Χαρταετοί είμαστε, μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.

Χαρταετοί είμαστε,
χαρταετοί πιασμένοι στα ηλεχτρικά σύρματα.
Μ' εκείνους τους κομμένους σπάγγους,
μ'εκείνα τα ξεσχισμένα χαρτιά,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον άνεμο,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον εμπαιγμό,
μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.
Κώστας Μόντης, Χαρταετοί


Χαρταετός, έργο του Ν. Στεφάνου
__________


Οι χαρταετοί μοιάζουν με τις καρδιές

Οι χαρταετοί μοιάζουν με τις καρδιές
Πέφτουν κάτω από το ίδιο χέρι που τους ανέβασε
Ή χάνονται
Ένας σπάγκος άλλωστε είναι όλα
Κόβονται όπως η ανάσα
Απότομα

Σταμάτης Μπουρίκος, Ο νοτιάς κοιμάται πάλι


Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Στέγες και αετοί, 1948. 
 Εκτίθεται στο Παράρτημα της ΕΠΜΑΣ στην Κέρκυρα.
__________


Δεν πετούν χαρταετοί πια εδώ...

Δεν πετούν χαρταετοί
πια εδώ,
αδειάσαν οι αλάνες
από μπερδεμένα κουβάρια
σε σπασμένους σκελετούς
από καλάμι,
φύγαν απ’ τα σύρματα
οι κομμένες ουρές.
Μόνο κάτι
μαύρα πουλιά χοροπηδούν,
και άνθρωποι σκυθρωποί
τρέχουν γρήγορα
σε ασανσέρ
τηλεοπτικής αγωνίας.

Δήμος Χλωπτσιούδης, «Καθαρά Δευτέρα»
Από τη συλλογή «ακατάλληλο», Μανδραγόρας, 2016



Έργο του Στέλιου Ζαχαρούδη
________


Τη μέρα αυτή της προσμονής την Καθαρή Δευτέρα...

Τ’ αστέρια δε φεγγοβολούν
άσπρη μου περιστέρα
και τα πουλιά δεν κελαηδούν
την Καθαρή Δευτέρα

Πάνω στον λόφο έχει στηθεί
το ρέμπελο φεγγάρι
και σε χρυσάφι έχει ντυθεί
και σε μαργαριτάρι

Μη τραγουδάς και μη πονείς
ετούτη την ημέρα
τη μέρα αυτή της προσμονής
την Καθαρή Δευτέρα

Νέστορας Μάτσας, Μίμης Πλέσσας, Τζένη Βάνου





Χαρταετός...σ' έχω ανάγκη σαν παιδί...

Έσβησαν τα όνειρα, έσβησαν
έγινε πρωί
άνοιξε την πόρτα, άνοιξε
ήλιος να με δει

Ήρθες και στο δρόμο μου
φώτισε ο ουρανός
να η καρδιά μου πέταξε
κόκκινος χαρταετός

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί
μη μ’ αφήσεις να γυρίσω εκεί
στον εαυτό μου στη σιωπή
κρύα θάλασσα έρημο νησί

Άψυχα κορμιά στα χέρια μου
άχρηστα κλειδιά
δε μου μένει τίποτα
τίποτα δε μου φτάνει πια

Έλα ας περπατήσουμε
μακριά απ’ το θόρυβο
τις πληγές να κλείσουμε
έχουμε όλο τον καιρό...

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί...

Μανώλης Φάμελος, Τάνια Τσανακλίδου



Διεύθυνση βάλαν ουρανός κι’ έφυγε ο χαρταετός...

Κάτι παιδιά στο περιγιάλι
φτιάξαν έναν χαρταετό
με εφημερίδες του μπακάλη
καλάμια από τον Κηφισό

Γράψαν με κόκκινο μελάνι
με ματωμένα κεφαλαία
όσα η ζωή τους είχε κάνει
κι όσα απωθούσε η παρέα

Διεύθυνση βάλαν ουρανός
κι’ έφυγε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης ο Θεός

Τον βρήκαν κάτι σφουγγαράδες
στο πέραμα την Κυριακή
Είχε μπλεχτεί στις καμινάδες
μιας αποθήκης με ρακί

Πίναν ρακί οι σφουγγαράδες
και το διαβάσαν ως θα φέξει
βουρκώνανε σε κάθε λέξι
και μουτζουρώναν τις αράδες

Σε λάθος χέρια δυστυχώς
έπεσε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και ο παραλήπτης πιο φτωχός

Πήγαν στ’ αφέντη τους την πόρτα
και τον πετάξαν βιαστικοί
Μέσα γιορτή είχαν και φώτα
και παίζαν τζαζ οι μουσικοί

Τον βρήκανε οι καλεσμένοι
και πως γελάσανε οι κυρίες
που είχε ανορθογραφίες
και στο μικρό περισπωμένη

Άτυχος ο Χαρταετός
τον κάψανε σε μια γωνιά
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης η απονιά

Σώτια Τσώτου, Κώστας Χατζής, Δάκης



...και ο καιρός χαρταετός έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Κάθε στιγμή κάθε ψυχή
είναι δεμένη με μία κλωστή
και ο καιρός χαρταετός
έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Ζούμε κι εμείς οι αφελείς
το τέλος μόνο της κάθε γιορτής
για ένα βαλς που μας χρωστάς
κι είναι γραμμένο μονάχα για μας

Κάθε χαρά είναι ζαριά
που κάποιοι ξέρουν και φέρνουν συχνά
και σαν λεκές το στιλ που λες
είναι που μένει και σώζει το χτες

Άκος Δασκαλόπουλος, Νότης Μαυρουδής, Αναστασία Μουτσάτσου




...γελώντας πέφτω σαν σκισμένος χαρταετός

Απόψε θέλω να σε δω, όμως το ξέρω
δεν έχω νόημα, δεν είμαι κανενός
πάνω σε ό,τι με κάνει κι υποφέρω
γελώντας πέφτω σαν σκισμένος χαρταετός

Είναι η καρδιά μου ένα σπίτι στοιχειωμένο
δε θα'πρεπε να υπάρχει τόση λύπη εκεί
ό,τι αγαπάω με αφήνει νικημένο
στ'άδειο μου σχήμα, μια σκιά που νοσταλγεί

Κοντά σου δεν μπορώ, μακριά σου τρέμω
κάτι με τρώει και δεν μπορώ να κοιμηθώ
περνάω τις μέρες μου σαν δαίμονας κλεισμένος
σ' ένα κουφάρι φαγωμένο απ' τον καιρό

Κι αν τόσα χρόνια περπατήσαμε μαζί
τον τελευταίο δρόμο θα τον κάνω μόνος
θα `χω στην χούφτα μου μια μπούκλα σου χρυσή
και μια ραγισματιά στα χείλη μου απ' τον πόνο

Διάφανα Κρίνα, Σκισμένος Χαρταετός
(από το cd/lp "Ότι Απέμεινε Απ' Την Ευτυχία", 2003)