Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καρούζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καρούζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

«Έχε όρους αιωνιότητας, εγώ σε συμβουλεύω», Νίκος Καρούζος, Θρίαμβος Χρόνου



Αγαπητή μου Μαρία
Λένε άνευ όρων· αυτό 
μην το ακούσεις.
Έχε όρους αιωνιότητας,
εγώ σε συμβουλεύω.

Καλοκαίρι του 1984.



ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΧΡΟΝΟΥ

Φιλοσοφείς τρυφερότητα
χωρίς φιλοσοφία· 
στέργεις αιωνιότητα 
μονάχα με το βλέμμα· 
είσαι μια ζωντανή βαθειά 
σελίδα σώματος
π’ αστράφτει σε παρθενικότητα. 
Ο χρόνος είν’ ακόμη για σένα 
θρίαμβος 
και σου τον εύχομαι πάντα.

                                                                      29.06.1984

                                                                    
Παροξυσμοί αρχαίας ευτυχίας
το παιδί και τα χέρια του.
                                                                 12.07.1984

Θερίζοντας ύπνο στις 
ημέρες μας
μη λησμόνει την εγρήγορση. 
Δεν υφίσταται πλάστιγγα. 
                                                                  13.07.1984
Χρυσό ομοίωμα ζυγαριάς, 16ος αι. π.Χ. (Από τάφο των Μυκηνών ) 
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών 



Ιθάκη δεν υπάρχει, Πηνελόπη, 

και οι μνηστήρες είναι 
μια δική σου μουσική· 
χωρίς οργανοπαίχτες.
                                                            13.07.1984

Κι αν απ’ το 2000 μ.Χ.
ενθυμείσαι φυλλώματα 
κάνε λιγάκι τη σκέψη σου 
σκόνη 
για να αιωρείται μεσημεράκι 
τ’ όνομά μου.

                                                              25.07.1984 

Μαρία
Είμαστε στην 
αβυσσαλέα 
πραγματικότητα.
Εσύ με αγγελικό 
τρόπο
να εγκαινιάσεις 
ανάμεσα στον ήλιο
τη μεγάλη του έρωτα 
γαλήνη.

                                                3.12.1984

Yasmin Sinai, Angels


Φωνές αγάπης 
πανικού 
μεγάλες φλόγες 
ματαιότητας 
αν και δεν έχω 
τα γυαλιά μου.

                                         22.12.1984


Κι αν χιονίζει στο πνεύμα 
κι αν κρυώνουν οι μεγάλες
ιδέες
ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει.

                                               5.01.1985



 Όταν έχουμε ομορφιά 
στο ποτήρι μας 
νοσταλγούμε σπαραχτικά 
λαϊκά τραγούδια 
της αληθινής εποχής 
που πέρασε για πάντα.

                                                   24.10.1986 

Πάντα πίναμε, πάντα 
θρηνούσαμε·
ωστόσο δρεπανίζει 
ο θάνατος 
χαρές και λύπες και 
διάρκειες 
εμβυθίζοντας την 
αγάπη 
στο τίποτα.

                                          24.10.1986



Αγνό που είναι το 
ηλιόφωτο
βγαίνοντας χαράματα 
στη λεωφόρο. 
Σχεδόν αποκλείουμε 
τη ματαιότητα· 
την τροφό της κακιάς 
ευδαιμονίας. Τέλος.

                                         24.10.1986

Εξωραΐζουμε 
τη νύχτα 
χωρίς ιδεολογίες· 
μονάχα πιστεύοντας 
άνθηση· 
θα υπάρξουμε 
οπωσδήποτε 
κι αύριο.

                                 24.10.1986 

Η νύχτα η βάναυση 
που μας πληγώνει 
και
πληγή δε γνωρίζει μέσα 
στο μαύρο
  
                                24.10.1986




Verklärte Nacht, photography by Antonio Palmerini



ΠΑΡΑΙΝΕΣΗ


Στη μικρούλα κι άγνωστη 
φίλη μου Μαρία, την κόρη 
του Σταύρου —

Να μη λυπάσαι που πέφτουν 
τα φύλλα φθινόπωρο.
Η δική σου τρυφερότητα θαν τα φέρει 
και πάλι στα δέντρα.
Δάκρυα μη χαλνάς· όλοι ανήκουμε 
στην ανάσταση.  
                                                                   Νοέμβριος ’86




ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ

Χρωματιστά βιώματα σήμερα 
στο άπειρο·
λέξεις που ερωτεύονται λέξεις 
ερήμην της θεότητας· 
τόσα χρόνια πίσω στο δράμα 
της ηλικίας
με τόσους ήλιους αδιάφορους 
να ξεπροβάλλουν· 
ένας αόριστος της γραμματικής 
από αχόρταγες δεκαετίες·
είμαι όμως ο λάτρης του παρόντος· 
αυτό και μόνο.
Κάποτε η μνήμη αρέσει  ίσως 
να γίνει τ’ ουρανού η απήχηση.

                                                           9.11.1986




ΧΑΡΑΜΑΤΑ

Θα ’θελα να πω τη μοναξιά μου 
στα λαμπερά σου ματόκλαδα 
μικρούλα Μαρία της υπάρξεως 
που δεν έχει χρονικές ποσότητες 
ούτε συσσωρεύεται 
στους ορόφους της γραφειοκρατίας. 
Είσαι φλόγα κι ανατρέφεις μόνη 
σου
το φως έως την έσχατην ώρα 
του Ιησού
με αστραπές φιλόξενες απέναντι 
στην ταπεινή μας όραση.
Κι άμα βρέχει νιώθουμε παράξενη 
ευτυχία.
                                                                     9.11.1986



Για τα γενέθλια της μικρούλας 
φίλης μου Μαρίας.

Άροτρο που οργώνει στο χιόνι 
την ύπαρξη
κείνη η βαθύτερη νόηση στα 
φρένα.
Σχεδόν η λήξη της ομορφιάς.
Νυχτερινά κλάματα· γόοι της 
θεάς Αφροδίτης
το σκοτάδι συμφιλιώνει και 
αφοπλίζει την απελπισία.

                                                         21.11.1986 


Στη μικρούλα Μαρία — 
Για τα γενέθλιά της· χρόνια πολλά!

Η λάμψη υπόκειται στην επιστήμη 
— βεβαίως —
μα ό,τι φωτίζει είν’ αδιαίρετο.
Περίπου τραγωδία;
Ίσως οι αμνοί να είναι ανυπόφοροι 
και ο Ευριπίδης 
να φτύνει λυκόφωτα εκτός των 
στίχων
έξω από κάθε θεατρική παράσταση μνημονεύοντας 
εαρινό σαξόφωνο 
ματωμένες Βάκχες — οπώρες 
που μηδενίζουν έρωτες.

                                                        21.11.1986





ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ

Τρυφερότητα φυλακής
ελεγείες χαρούμενης
λύπης
η πλήρης αυτοεκμηδένηση
και επομένως φως
πανύψηλο!




Ιδιόχειρες αφιερώσεις σ' ένα άγνωστο κοριτσάκι...

Ποιήματα - ιδιόχειρες αφιερώσεις του Νίκου Καρούζου, ενός ώριμου ποιητή προς ένα άγνωστό του κοριτσάκι, γραμμένες μεταμεσονύκτιες ή ακριβέστερα πρώτες πρωινές ώρες σ' ένα μπαρ.

Παραδίδονται γραμμένα απ’ το χέρι του ποιητή σε χαρτί από σημειωματάρια και απευθύνονται όλα σ’ ένα πρόσωπο: στη μικρή Μαρία, την κόρη του κ. Σταύρου Καλάρογλου, ηθοποιού, συνιδιοκτήτη και μπάρμαν τότε στο εμβληματικό Dada της Εμμανουήλ Μπενάκη, το στέκι των καλλιτεχνών και των γερών ποτηριών που κρατιόταν ανοιχτό για λίγους μέχρι τα χαράματα. 

Από τον Ιούνιο του 1984 μέχρι τον Νοέμβριο του 1986, ο Καρούζος έγραψε εκεί, στα ξενύχτια του, 20 σύντομα «ποιήματα στη Μαρία», την οποία δε γνώριζε τότε και δε γνώρισε ποτέ αργότερα, έξω από τις διηγήσεις του πατέρα της.

Αυτά τα ποιήματα που 
γράφω στο Dada είναι 
της Μαρίας, κόρης 
του φίλου μου Σταύρου. 
Της ανήκουν, απολύτως.



9.11.1986, ώρα 6 πρωινή. —

Κωστής Ατσαλής - Νίκος Καρούζος



Ο ποιητής μιλάει εξ ονόματος.....

Πώς ο Ν. Δ. Καρούζος, ένας ποιητής για κάποιους επιθετικός, για κάποιους εκκεντρικός ή δύσκολος στις συναναστροφές του, έγραψε ποιήματα για ένα κοριτσάκι που δεν γνώριζε;

Μέχρι στιγμής γνωρίζουμε πως συνήθιζε να γράφει ποιήματα χαρισμένα, είτε αυτά απευθύνονταν σε οικεία πρόσωπα με τα οποία διατηρούσε μια πνευματική επαφή ή τους ένωνε απλώς μια φιλία, είτε αποδέκτες τους ήταν άγνωστοι άνθρωποι (συνήθως εκτός του πνευματικού χώρου), που όμως κάποια στιγμή βρέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε λόγο στο δρόμο του, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε μια απλή κοινωνική εκδήλωση.

Εδώ όμως πρόκειται για ένα γνωστό-άγνωστό του πρόσωπο, αυτό που σε άλλες εποχές θα ονόμαζαν μούσα. Σήμερα που είμαστε πιο επιφυλακτικοί στους χαρακτηρισμούς μας, μιλάμε απλώς για ένα ζωντανό ερέθισμα, τόσο κοντινό και πραγματικό όσο μακρινό και άγνωστο, έτσι που, με αφορμή ένα υπαρκτό πρόσωπο, να επιτρέπεται στη φαντασία να λειτουργήσει αδέσμευτα.

Η ποίηση του Ν. Δ. Καρούζου είναι ποίηση του ανοιχτού χώρου. Αλλωστε τα ποιήματά του βρίθουν από κόσμο, είναι μαστορεμένα ώστε να κυκλοφορεί πλήθος ανθρώπων. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο ειδικά στ’ αυτιά όσων γνώρισαν κυρίως τον «μονολεκτικό και ολιγόλεκτο» Ν. Δ. Καρούζο, με τη σπαραγμένη από εσωτερικά ερωτήματα φωνή, η ποίησή του ουσιαστικά ανακυκλώνει την ανθρώπινη παρουσία. Γεννιέται από και απευθύνεται προς τον άλλον.  Ο ποιητής μιλάει εξ ονόματος. 


Προφήτης ή παντογνώστης, σαλός ή γραφικός, καταφεύγει στην παρασημαντική της ποίησης που του επιτρέπει να ελίσσεται μέσα στο χώρο και το χρόνο, να συνομιλεί με πρόσωπα, με στοιχεία της φύσης, με αφηρημένες έννοιες, με τις αόρατες και ορατές δυνάμεις που κατέχουν.


Νίκος Καρούζος ( Σχέδιο: Μπάμπης Ζαφειράτος)


Οι «ελεγείες της χαρούμενης λύπης» 


Πώς διαγράφεται η εικόνα του παιδιού και κυρίως ποια θέση κατέχει στον κόσμο του Ν. Δ. Καρούζου;

Παρόλο που ο ίδιος δεν απέκτησε και κυρίως δε θέλησε να αποκτήσει ποτέ παιδιά, είχε την τύχη να μεγαλώσει ένα παιδί, όχι φυσικό, το γιο της δεύτερης γυναίκας του, με τον οποίο αναπτύχθηκε μια πολύ στενή επαφή. Επίσης είναι γνωστό από μαρτυρίες ανθρώπων του περιβάλλοντος του πως τον συνέδεε με τα παιδιά των φίλων του μια τρυφερή σχέση, κάποιες φορές μάλιστα τους αφιέρωνε και ζωγραφιές του.


Μέσα στο ποιητικό του σύμπαν οι αναφορές σε παιδιά πηγάζουν από την προσωπική του εμπειρία, κρίκος αναμνηστικός της δικής του παιδικής ηλικίας. Αυτή η ανάμνηση αρχικά παίρνει το σχήμα της νοσταλγίας, που ως παρελθοντολογία είναι από μόνη της εξωραϊστική, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα μετατρέπεται σε πηγή απελπισίας. Ζωντανεύει έναν κόσμο που ήταν κάποτε και δεν είναι πια, μια δύναμη που διέθετε και τώρα πια μοιάζει να έχει χαθεί. 

Πού είναι τα χρόνια των υακίνθων...
Ο ήλιος σού μάτωνε τα γόνατα κ’ οι άνθρωποι
φαίνονταν ευεξήγητοι
σαν τα φυτά τη βροχή τον ουρανό!
Και τώρα να η μοίρα σου 
στην πόλη μέσα τη φρικτή 
μ’ ενάντιο σπίτι ενάντιον άνεμο. 

Σχέδιο για το μέλλον του ουρανού, Τα Ποιήματα Α' ,σελ.44

Η νηπιότητα θα παραμείνει ως το τέλος, το εισιτήριο του ποιητή για το μαγικό κόσμο των μεταμορφώσεων. Τα «βρεφικά»  γερατειά του είναι ο μόνος τρόπος να αποδεσμευτεί από τη χρονικότητα, από την αμείλικτη φθορά, ο μόνος τρόπος να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Ο ποιητής ξέρει πως με πραγματικούς όρους αυτό δεν είναι εφικτό και μόνο η ποίηση μπορεί να του προσφέρει μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας. Αυτή είναι που επεμβαίνει στην ενήλικη οργάνωση του κόσμου, ανακατεύει τη σειρά και την τάξη των πραγμάτων, κατορθώνει τα ακατόρθωτα.

Κάτω απ’ αυτήν την οπτική γωνία, τα ποιήματά του στην «κορασίδα» Μαρία παίρνουν μια άλλη βαρύτητα. Δεν είναι ο παραινετικός λόγος ενός ενήλικα προς κάποιον μικρότερο, δε χρωματίζεται ούτε από ελπίδα ούτε από απελπισία, δε βαρύνεται ούτε από φόβο διάψευσης, ούτε από αγωνία επιβεβαίωσης. 

Είναι ο λόγος ενός οιωνεί βρεφικού ποιητικού μυαλού, που βγαίνει από τα δεσμωτήρια του χρόνου, της ηλικίας, της αμαρτίας, της γνώσης, προς κάποιον που ετοιμάζεται να τα δοκιμάσει, τον εν δυνάμει ενήλικα. 

Και, το σπουδαιότερο, είναι η έμμεση πρόταση του πώς να αποκτήσει τρυφερότητα αυτή η φυλακή. Λίγους μήνες πριν πεθάνει ο ποιητής σφραγίζει την πνευματική του αυτή κατάσταση με μια ποιητική δήλωση:

Ως νήπιος πάντοτε
στην αγκαλιά της Κυρίας Ντίνας
εσαεί νήπιος. 

Ταις αγγελικαίς, Ευρέσεις από Κυανό Κοβάλτιο, Τα Ποιήματα Β', σ. 555.

Ελισάβετ Λαλουδάκη



Της νύχτας τα βελούδα μελοποιούν Νίκο Καρούζο 

Να μελοποιούνται ποιήματα του Νίκου Καρούζου που γράφτηκαν αργά τα βράδια στο «Dada» δεν είναι κάτι το εύκολο. Ο Σαράντης Κωστάκης, συνθέτης, ερμηνευτής και κιθαρίστας του συγκροτήματος Της Νύχτας Τα Βελούδα, ο άντρας εκείνης της Μαρίας, το επιχείρησε με το cd «Θρίαμβος Χρόνου». Να «πιάσει» με τη μουσική του λίγη από εκείνη την ατμόσφαιρα. Των... ποιημάτων και της... μπάρας.

«Ο Καρούζος με έβαλε σε ένα λαβύρινθο λέξεων και νοημάτων, κυρίως μου έδειξε τι σημαίνει λακωνίζειν. Δεν κρύβει τα νοήματά του, "παίζει με ανοιχτά χαρτιά" και γι' αυτό νομίζω ότι έχει τέτοια απήχηση στους νέους σήμερα. Είναι διαχρονικός. Εξίσου σημαντική με το έργο του ήταν και η στάση ζωής του, λιτή και απέριττη. Στην ποίηση και τη ζωή του υπάρχει αντιστοιχία και λείπει το περιττό, λείπει η χασμωδία. Τι καλύτερο αλλά και πόσο δύσκολο για ένα μουσικό!», λέει ο ιδρυτής του γκρουπ Σαράντης Κωστάκης και συνεχίζει: 

«Τον Καρούζο τον διάβαζα, όμως όταν γνώρισα τον Θρίαμβο Χρόνου και κυρίως την ιστορία του, εξεπλάγην. Δεν περίμενα ο Καρούζος να έχει γράψει ποιήματα για τη γυναίκα μου. Στην αρχή με απέτρεψαν τα ποιήματα να τα μελοποιήσω. Δεν υπήρχε κανένα ορατό, σταθερό πάτημα ή ομοιοκαταληξία. Τελικά φάνηκε πως όλα υπήρχαν… αόρατα.»

Η συνέχεια μοιάζει με (εξαρχειώτικο) παραμύθι. Συνάντησε τη Μαίρη Μεϊμαράκη, πνευματική κληρονόμο και άλλοτε σύζυγο του Καρούζου, που του έδωσε την άδεια για το cd. Εβαλε στο παιχνίδι τον ντράμερ Γιάννη Λέκκα και τον μπασίστα Δημήτρη Ανδρουλάκη των Βελούδων, με τους οποίους είχε ηχογραφήσει το 2010 το cd «Καθ’ οδόν», και εξασφάλισε τη συμμετοχή της παιδικής χορωδίας του Σπύρου Λάμπρου. Και έπεισε τη διακριτική Μαρία του να εκτελέσει στο πιάνο το πιο αισιόδοξο ποίημα, την «Παραίνεση».

Να μη λυπάσαι που πέφτουν
τα φύλλα φθινόπωρο.
Η δική σου τρυφερότητα θαν τα φέρει
και πάλι στα δέντρα.
Δάκρυα μη χαλνάς· όλοι ανήκουμε
στην ανάσταση.

Η ποιητική συλλογή «Θρίαμβος χρόνου» του Νίκου Καρούζου μελοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2014 και κυκλοφόρησε τον Μάρτη 2015 από τις εκδόσεις Απόπειρα»

Ο Σαράντης Κωστάκης μπρος σε γκράφιτι για τον ποιητή Καρούζο 
(Μάριος Βαλασόπουλος)

Π Η Γ Ε Σ


Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

Νίκος Καρούζος «Είμαστε εντός της σιγής και της κωφαλαλίας»


Ο Νίκος Καρούζος στον Εθνικό Κήπο (1982)

Περιπλανώμενος στην Αθήνα...

Ο Νίκος Καρούζος,
 γεννημένος στο Ναύπλιο  στις 17 Ιουλίου 1926, θα περιπλανηθεί στην Αθήνα περίπου 40 χρόνια. 
Το 1989 θα αρρωστήσει και θα πεθάνει στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στο Νοσοκομείο Υγεία, στα 65 του. Στην ίδια ηλικία που θα πεθάνουν οι αγαπημένοι του Ηράκλειτος, Ιωάννης Σεβαστιανός Μπάχ και Κάρλ Μάρξ, μια προφητική επισήμανση που  κάνει ο ίδιος ο Καρούζος λίγους μήνες πρίν από τον θάνατό του.

Μετά
 τα τελευταία γενέθλια της ζωής του, στις 17 Ιουλίου 1990, κλείνοντας τα 64 και μπαίνοντας στα 65, ο Νίκος Καρούζος έλεγε χωρίς φιλαυτία, με χαρμόσυνο πένθος: «65 χρονών πέθαναν και οι τρεις μέγιστοι άνθρωποι: ο Ηράκλειτος, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ, κι ο Καρλ Μαρξ». 

Αν δεν αγαπάς και τους τρεις, πώς να διαβάσεις τα ποιήματα του Καρούζου;



Ο Νίκος Καρούζος στην υπόγεια γκαρσονιέρα του, στην οδό Σούτσου


Ποιητής της Αθήνας, θα τραφεί από ότι τρέφει και την ποίηση του. Μοναξιά, ασκητικότητα και διαρκής παρατηρητικότητα της καθημερινότητας, η οποία αν και αλλάζει στα χρόνια που περνάνε, παραμένει παράλογη όσο και κοινότοπη.

Η ποίηση
του Νίκου Καρούζου μας συστήνει ευθύς εξαρχής,  μια ανέφικτη προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου και της ζωής,  μια μάταιη προσπάθεια εύρεσης νοήματος στην ύπαρξη των  όντων μέσα από τη ζωή ή τον θάνατό τους. Με αφετηρία αυτή την αδυναμία, η ποιητική του θα αποκτήσει μια πένθιμη παρατηρητικότητα του παρόντος, με συχνά πικρά ειρωνική και άλλες φορές μεταφυσική ένταση.

 Ο Καρούζος θα πασχίσει να διαπεράσει αυτή την καθημερινή σύμβαση με την ποίηση του, να ανελκύσει το κρυφό νόημα των καθημερινών εικόνων, σε ένα χρόνο ο οποίος έχει σταματήσει ή ίσως υπάρχει με έναν τρόπο που δεν μας αφορά. «Ο Καρούζος περιγράφει τα δευτερόλεπτα με την ίδια παραξενιά που άλλοι ποιητές περιγράφουν τα λουλούδια», σημείωσε ο Ευγένιος Αρανίτσης (Ιστορία των Ηδονών).  Ενώ ο ποιητής γράφει : 
«…Ο χρόνος είναι κοροϊδευτικός. Είναι αμέτοχος σαν τα περίπτερα στην κίνηση.»

Περιπλανώμενος στην πόλη, γοητευμένος  μέχρι κούρασης από τις νύχτες της («…τα βράδια της Αθήνας χρωματισμένα ως τον αέρα...») και τα ξημερώματα της, («Πρωί δεν αντικρίζεται ο ήλιος όταν έχεις ξενυχτήσει…») πολύ συχνά με μόνη παρέα  ποτό και τσιγάρα, παρόλα αυτά θα παραμείνει πάντα συνεπής και γαλήνια προσηλωμένος στην τέχνη του.

Κομμένος όπως το λουλούδι μέσ’το βάζο
θα ζούσε το απόλυτο και ο άνθρωπος χωρίς να ζεί.
Θα ‘τανε χιόνι απάτητο
βροχή που πήρε άλλη απόφαση
και δεν θα πέσει.
Θα ‘τανε μια πασίλευκη
και ώριμη σιγή που ξεσκεπάζει
πως η γαλήνη είν’ ο θεός λέξη προς λέξη
δίχως να περισεύει τίποτα.


                    Απόσπασμα από την Ανθολογία Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες, 1971




Ο Νίκος Καρούζος στην υπόγεια γκαρσονιέρα του, στην οδό Σούτσου, 
σκοπίμως επιπλωμένη σαν κελί φυλακής, 



Το σκάκι που παίζει το όνειρο με την πραγματικότητα...

[ Τον Νοέμβριο του 1984 συναντηθήκαμε με τον Νίκο Καρούζο στο πατάρι του πάλαι ποτέ Drugstore, στη Στοά Κοραή, για μια συζήτηση με θέμα την πόλη ή μάλλον τη μεγαλούπολη, όπως προτιμούσε ο Νίκος Καρούζος: τη λάμψη και την ομορφιά, τον πανικό και την ποιητική της δύναμη. Η συζήτηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ζάλη», τχ. 2, Μάρτιος 1985. Προφανώς εκ παραδρομής, η συζήτηση παρέμεινε αθησαύριστη στον συγκεντρωτικό τόμο με τις συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου (Οι συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου, φιλολογική επιμέλεια: Ελισάβετ Λαλουδάκη, Ίκαρος, 2002). Γ-Ι.Μ.-Θ.Σ.]



Ν.Κ.: Εγώ είμαι άνθρωπος της μεγαλούπολης. Παρά το γεγονός ότι έχω πολύ μεγάλη αγάπη στη Φύση, στα δέντρα, στη θάλασσα, στις ερημιές, αν θέλεις, εντούτοις αυτό είναι περισσότερο θεωρητικό παρά πραγματικό. Η πραγματική μου ένταση βγαίνει μέσα από τις συγκινήσεις της μεγαλούπολης. Το να δω, σ' ένα δάσος, να τρέχει ένα κουνάβι, είναι βεβαίως μια πάρα πολύ ωραία εικόνα, είναι μια αιωνιότητα, αλλά προτιμώ να είμαι στη μεγαλούπολη και να βλέπω να τρέχει μια μοτοσικλέτα μανιωδώς. Στη μεγαλούπολη είναι που παρακολουθώ με αγωνία μεγάλη το σκάκι που παίζει το όνειρο με την πραγματικότητα, όπου θα 'λεγα πως κερδίζει κατά ενενήντα πέντε τοις εκατό η πραγματικότητα τις παρτίδες. Ωστόσο το όνειρο παραμένει πάντα ένας αντίπαλος της πραγματικότητας, έστω και με ελάχιστες νίκες ή ισοπαλίες. Σαχ και ματ, όμως, κάνει συνήθως η πραγματικότητα. Αυτό, λοιπόν, το ζω με ένταση μεγάλη μέσα στη μεγαλούπολη. Το ζω επίσης και με ενδιαφέρον και με πανικό. Παίζεται και στη Φύση αυτό το σκάκι, αλλά οι παρτίδες είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες στην πόλη μέσα.

Γ.-Ι.Μ.: Δεν είναι άγριο, δηλαδή, το παιχνίδι στη Φύση;

Ν.Κ.: Δεν είναι ζήτημα τόσο της αγριότητας, όσο του ενδιαφέροντος. Αγριότητα υπάρχει παντού, και η Φύση είναι γεμάτη αγριότητα.

Γ.-Ι.Μ.: Θα ήθελα να μιλήσεις λίγο για τους κρυψώνες που παρέχει η μεγαλούπολη σε μια ιδιοσυγκρασία αλλόκοτη και μοναχική.



Ο κρυψώνας της λεωφόρου

Ν.Κ.: Ο τρομερότερος κρυψώνας της μεγαλούπολης είναι ο μεγάλος δρόμος, η λεωφόρος. Βρίσκεσαι εκεί ολωσδιόλου μόνος. Η μοναξιά στη λεωφόρο περιέχει και όλους τους κινδύνους. Δηλαδή, μπορεί κάποιος να σε πατήσει, μπορεί ν' ανέβει μια μοτοσικλέτα στο πεζοδρόμιο και να σε κομματιάσει, μπορεί να συναντήσεις ένα φίλο που θα σου πει γεια σου και θα προχωρήσει σαν για πάντα αποχαιρετώντας.

Γ.-Ι.Μ.: Στη λεωφόρο επισημαίνω και μια συναρπαστική αντίφαση: ενώ είσαι όρθιος και ολόκληρος, ενώ είσαι έκθετος και όλοι σε βλέπουν, είσαι ταυτοχρόνως και αόρατος.

Ν.Κ.: Ναι, συμφωνώ. Θέλω να σου πω τώρα μια εμπειρία που μου έτυχε στη λεωφόρο πριν από καιρό. Προχωρούσα, λοιπόν, στη Βασιλίσσης Σοφίας, που είναι βεβαίως απ' τις μεγαλύτερες λεωφόρους της Αθήνας, και με σταματάει αίφνης, κάποιος μάλλον μεθυσμένος, και μου λέει: Κύριε, δεν έχω κάνει τίποτα. Λέω: Και ποιος σου είπε ότι έχεις κάνει κάτι; Όχι, λέει, δεν έχω κάνει τίποτα. Πρέπει να σας το δηλώσω. Μα τι να μου δηλώσεις, του λέω, ούτε σε ξέρω, ούτε με ξέρεις, ούτε ξέρω αν έχεις κάνει κάτι, ούτε φαντάζομαι πως έχεις κάνει κάτι. Όχι, ξαναλέει, δεν έχω κάνει τίποτα, κι ας λένε. Και προχώρησε. Είναι καταπληκτικό. Δηλαδή εκείνη τη στιγμή εγώ, σαν ο αόρατος, όπως το διατύπωσες, εκπροσωπούσα στην πλαστή του ενοχή το δικαστή ή τον εξομολόγο. Αυτό ήταν ένα περιστατικό που μ' έβαλε σε μεγάλη σκέψη. Για δες, σκέφτηκα, τελικώς η λεγόμενη έσχατη κρίση στους ουρανούς, επισυμβαίνει στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Στη λεωφόρο είσαι πράγματι αόρατος και, κατά κάποιον τρόπο, παντοδύναμος όσο και εντελώς αδύναμος. Άλλωστε, παντοδυναμία και πλήρης αδυναμία, για να θυμηθούμε τον Ηράκλειτο, είναι ένα.


Εξοικείωση με την κόλαση.....

Γ.-Ι.Μ.: Ποιοι είναι οι χώροι της μεγαλούπολης που σε προσδιορίζουν;

Ν.Κ.: Εμένα οι αγαπημένοι μου χώροι είναι οι εξής: το κελλί μου, κατ' αρχήν. Το υπόγειο δηλαδή που μένω. Είναι οι μεγάλοι δρόμοι, για τους οποίους μιλήσαμε πριν, και όπως ξέρεις κι εσύ μια κι έχουμε πάει πολλές φορές μαζί, τα νυχτερινά μπαρ. Το ξενύχτικο μπαρ εκφράζει τον πανικό της νύχτας. Είναι, όμως, κι ας ακούγεται σαν παραδοξολογία, ένας πανικός τρομερά ευχάριστος. Αισθάνομαι ολωσδιόλου όμορφα να πηγαίνω το πρωί, μετά το μπαρ, να κοιμηθώ οχτώ ώρες-

Θ.Σ.: Όταν ξυπνάει η πόλη.

Ν.Κ.: -όταν έχει λήξει η εκμετάλλευση. Να κοιμηθώ δηλαδή τις ώρες που επισυμβαίνει η εκμετάλλευση, και να βγω μετά, όταν πια έχει λήξει.

Θ.Σ.: Όταν αρχίζει η γιορτή, ας πούμε.

Γ.-Ι.Μ.: Όχι μόνο δεν μπορείς να τη ζεις την εκμετάλλευση, αλλά ούτε και να τη βλέπεις.

Ν.Κ.: Ναι, δεν αντέχω ούτε την εικόνα της αγριότητάς της.

Γ.-Ι.Μ.: Πώς βλέπεις τους ανθρώπους μέσα στα μπαρ; Είναι σαν να ζουν τη γιορτή; σα να θέλουν να παραδοθούν στη λήθη; σα να απολαμβάνουν μια πρόγευση του παράδεισου ή σαν να προσπαθούν να εξοικειωθούν με την κόλαση;

Ν.Κ.: Το δεύτερο είναι. Εξοικείωση με την κόλαση. Ή, όπως το είπα εγώ προηγουμένως, ο ευχάριστος πανικός. Είναι ανάγκη εξοικείωσης με την κόλαση, που δεν είναι μόνον εξωτερική, αλλά κυρίως εσωτερική. Βεβαίως, η εσωτερική κόλαση έχει πολλά δούναι και λαβείν με την εξωτερική πλευρά της.




Προσδοκία ενός νοήμονος μηδενισμού

Θ.Σ.: Πώς νομίζεις ότι γαλουχεί και διαμορφώνει τους ανθρώπους η μεγαλούπολη;

Ν.Κ.: Έχω την ιδέα πως πρέπει να περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει με τις μοτοσικλέτες. Είναι ένα ιλιγγιώδικο φαινόμενο, που δεν έχει κάνει ακόμα την γκάμα του. Θέλω να δω πόσο η νεολαία, που τη σέβομαι απεριόριστα κι έχει τους λόγους της να είναι μηδενιστική, όπως μηδενιστής είμαι κι εγώ άλλωστε, και πρέπει να είναι κάθε σωστός άνθρωπος, θα κάνει κάποιαν αντικατάσταση με κάποιον πιο νοήμονα μηδενισμό, πιο εσωτερικό και πιο πνευματικό. Απ' αυτό το φαινόμενο θα κριθεί η μεγαλούπολη. Όχι σαν κυκλοφορία, αυτό θα ήταν αστείο να το συζητήσουμε. Αλλά σαν ψυχική κυκλοφορία.

Θ.Σ.: Να γίνει δηλαδή ο ίλιγγος της μοτοσικλέτας, εσωτερική ιλιγγιώδης ταχύτητα.

Ν.Κ.: Ναι. Κι αυτό θα το αποφασίσει η ίδια η νεολαία. Τελικά δεν είναι οι μοτοσικλέτες που επιτίθενται. Είναι η εξουσία που έχει επιτεθεί από καιρό, και οι μοτοσικλέτες αμύνονται. Είναι σαν αντίδοτο. Μέσα σ' αυτή τη φρίκη της εξουσίας, της ψευτιάς και της βλακώδικης υπερκατανάλωσης, οι νέοι αντιδρούν ωραία. Μηδενιστικά ίσως και αυτοκτονικά, αλλά το παίζουν. Κι αυτό είναι αξιοθαύμαστο. Η πολιτική είναι χαμηλό φαινόμενο και η εκλεκτή νεολαία το έχει καταλάβει. Ένας Κνίτης, φερ' ειπείν, μπροστά σ' ένα μηδενιστή νέο, είναι ακόμα υποπραγματικός πνευματικά. Δεν το λέω επιτιμητικά, το λέω διαγνωστικά. Είναι σεβαστός, είναι ιδεολόγος ο Κνίτης, αλλά δε νομίζω ότι μπορούν πια να παίξουν ρόλο σοβαρό οι ιδεολογίες.





Η άγρια τρυφερότητα της πόλης

Γ.-Ι.Μ.: Η ποίηση τι ρόλο παίζει μέσα στη μεγάλη πόλη;

Ν.Κ.: Η ποίηση μορφή μοτοσικλέτας είναι. Έτσι πρέπει να είναι. Το να βγεις σήμερα και να κάνεις ένα έπος ηθικολογίας δεν σημαίνει τίποτα. Είναι μια άμυνα αντεπιθετική σήμερα η ποίηση, είναι ένα φαινόμενο αντιεξουσιαστικό.

Θ.Σ.: Αυτό εκδηλώνεται με μια σκληρότητα στη φόρμα;

Ν.Κ.: Ε, βέβαια. Δεν μπορείς, ας πούμε, να κάνεις σήμερα απαλές και ντελικάτες φόρμες, ούτε και λεκτικές φιοριτούρες. Πρέπει να είσαι αδρός, αλλά όχι συνθηματολόγος. Η φόρμα να είναι κλειστή και βίαιη. Αυτό.

Θ.Σ.: Και η τρυφερότητα;

Ν.Κ.: Η τρυφερότητα πρέπει να προκύψει μέσα από μια τέτοια φόρμα. Άλλωστε ο ποιητής δεν υπάρχει χωρίς τρυφερότητα.


Γ.-Ι.Μ.: Και η μεγαλούπολη προσφέρει μιαν άγρια, μια καινούργια τρυφερότητα.

Ν.Κ.: Συμφωνώ. Για μένα το κίτρινο ενός τρόλεϊ είναι πάρα πολύ τρυφερό κίτρινο. Πολύ πιο τρυφερό από ένα κίτρινο αγριολούλουδο. Το ίδιο και το κίτρινο ενός ταξί.


Με το τρόλεϊ, του Θανάση Ραχούτη 


Η πόλη μου προκαλεί μια μέθη...

Θ.Σ.: Άρα, η πόλη σε μεθάει.

Ν.Κ.: Η πόλη ναι, μου προκαλεί μία μέθη. Δεν μπορώ, παρά μόνο για λίγο, να ζήσω μακριά της. Πρέπει να επιστρέψω στην αγαπημένη μου κόλαση.

Θ.Σ.: Από το 1945 που ήρθες στην Αθήνα μέχρι σήμερα υπάρχει κάποιος κοινός μύθος που να συνδέει όλα αυτά τα ενδιάμεσα χρόνια; Έχει μείνει μια κοινή νοοτροπία, παρά τις εξωτερικές αλλαγές της Αθήνας;

Ν.Κ.: Ναι, αλλά όχι απολύτως. Εξακολουθεί, κατ' αρχήν, να λειτουργεί η μνήμη του Εμφύλιου Πόλεμου. Φοβερό πράγμα. Εξακολουθεί να κυριαρχεί η νοοτροπία της Δεξιάς, ακόμη και στα τάχατες προοδευτικά κόμματα. Εξακολουθεί να λειτουργεί η ανάγκη του Έλληνα να φάει, διότι πείνασε πολύ και επί πάρα πολλά χρόνια. Πάντως ένας άνθρωπος ευαίσθητος, ένας που αρνιέται την εκμετάλλευση, ένας ποιητής, είναι εξίσου δύσκολο να επιβιώσει και σήμερα, όπως και τότε. Συμβαίνει να επιβιώνουν οι άγριοι. Βεβαίως είναι δίδαγμα της Φύσης αυτό, αλλά ο άνθρωπος πρέπει να πάει πέρα απ' τη Φύση. Πρέπει να επιβιώνουν οι πάντες και όχι μόνον οι άγριοι.



Τα προάστια άλλοθι του πανικού

Θ.Σ.: Τα προάστια τι ρόλο παίζουν στη μεγαλούπολη;

Ν.Κ.: Στα φοιτητικά μου χρόνια ήταν οι τόποι των ραντεβού με κοπέλες. Τότε έπρεπε ν' αντιμετωπίσεις τη γυναίκα μ' έναν τρόπο ειδυλλιακό και δαντελωτό. Έπρεπε να την πας πρώτα σε κάποιο χώρο, σε μια ταβέρνα, σ' ένα ζαχαροπλαστείο. Να τη δεις πρώτα δυο-τρεις φορές, να τη διοχετεύσεις πρώτα προς τη Φύση, προς το δάσος. Σε Κηφισιές, σε Μαρούσια, σε περιοχές με βλάστηση. Κατά κανόνα τουλάχιστον.

Θ.Σ.: Σήμερα;

Ν.Κ.: Σήμερα είναι απλό, κάνεις έρωτα και σε μια γωνιά του Drugstore. Όχι πως ήταν τότε καλύτεροι οι άνθρωποι ή περισσότερο ηθικοί. Λειτουργούσαν ως θύματα απλώς μιας ορισμένης νοοτροπίας.

Θ.Σ.: Τι άλλο ρόλο παίζει το προάστιο;

Ν.Κ.: Σε σχέση με τη μεγαλούπολη, το προάστιο είναι το άλλοθι του πανικού. Λες καλά είμαι εδώ, ενώ κατ' ουσίαν δεν είσαι ούτε εκεί καλά.



Περίπατος, του Βασίλη Σούλη 



Τότε που η ψυχή ανακατεύεται.....

Γ.-Ι.Μ.:
Μίλησέ μας για τον κινηματογράφο.


Ν.Κ.: Ως φοιτητής ήμουν μανιώδης φίλος του σινεμά. Έβλεπα ιδίως αστυνομικά και γουέστερν. Σήμερα πάω σπανιότατα. Τα κουλτουριάρικα δεν τα μπορώ. Μ' ενδιαφέρουν μόνο λίγοι λαμπροί ποιητές της σκηνοθεσίας. Ο Μπέργκμαν, ας πούμε, κι ο Φασμπίντερ. Μ' ενοχλούν φοβερά και τα διαλείμματα, όπου διάφορες γκόμενες φουμάρουν με μιαν ενοχλητική αυταρέσκεια και οι γκόμενοι πάνε τυρόπιτες. Όλο το πράγμα είναι αυτάρεσκο. Δεν το χαίρονται το σινεμά. Πάνε μόνο για το διάλειμμα. Πάνε για να συναντηθούν μεταξύ τους, για να δει ο ένας την γκόμενα του άλλου. Δεν πάνε για να χαρούν το φιλμ. Εγώ πήγαινα για να χαρώ τις πιστολιές του Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ.

Θ.Σ.: Το ίδιο δεν συμβαίνει και στα μπαρ;

Ν.Κ.: Όχι, καθόλου. Δεν ξέρω σε μερικά τι γίνεται. Εγώ πάντως όταν αναφέρθηκα προηγουμένως στα μπαρ, εννοούσα τα ξενυχτάδικα. Μετά τις δώδεκα τι γίνεται. Τότε που αρχίζει το κονταροχτύπημα με τη νύχτα. Τότε που η ψυχή ανακατεύεται. Μ' αρέσουν αυτά που κρατάνε, ακόμα και μισοπαράνομα. Που μένουν ανοιχτά και μετά τις δύο, μέχρι τις τέσσερις πολλές φορές.

Γ.-Ι.Μ.: Πες μας δυο λόγια και για την κρεαταγορά.

Ν.Κ.: Ω, είναι μεγάλη υπόθεση, μύθος ολόκληρος! Το φαγητό στην κρεαταγορά είναι, έπειτα από το αλκοόλ των μπαρ, ένα είδος λύτρωσης.



Στο βίντεο η Στέλλα Χασκήλ τραγουδάει ''Μεσ' στη χασάπικη αγορά'' του Μάρκου Βαμβακάρη 
από ηχογράφηση του 1947. 


Η ποίηση ευδοκιμεί στη νύχτα της μεγαλούπολης..

Μιλάμε για την τεχνολογία και την επιστήμη. Ο Νίκος Καρούζος θα πει σε κάποια στιγμή ότι λατρεύει τα φώτα «νέον», τις φωτεινές επιγραφές και τα τεχνολογικά επιτεύγματα, γιατί του υπενθυμίζουν «το διαρκές κι ανυποχώρητο πείσμα του ανθρώπου ενάντια στη Φύση. Κι αυτό γιατί κανένας δεν μας ερώτησε να έρθουμε εδώ, να έρθουμε στην ύπαρξη. Κι έτσι μπορούμε να βγούμε και να τ' αντικαταστήσουμε όλα. Σ' αυτή την παγίδα που είναι η ύπαρξη, εμείς πρέπει να εναντιωθούμε. Εναντιωνόμαστε με την επιστήμη και την ποίηση. Η ποίηση», θα συνεχίσει ο ποιητής, «ευδοκιμεί μέσα στη νύχτα και στη μεγαλούπολη».

Γ.-Ι.Μ.: Επειδή ξέρω ότι ακούς πολύ κλασική μουσική, έχω τώρα την περιέργεια να μάθω πώς σου φαίνεται η μουσική που ακούγεται στα μπαρ.

Ν.Κ.: Εμένα μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα η σύγχρονη μουσική. Μ' αρέσει τρομαχτικά και το ροκ και το πανκ. Όχι βέβαια σε όλες τις εκδηλώσεις τους, αλλά έχω ακούσει καταπληκτικά πράγματα απ' αυτά τα μουσικά κινήματα. Ένα ντιβερτιμέντο του Μότσαρτ είναι μεγάλη υπόθεση, αλλά δεν πρόκειται να εγκλειστώ εκεί. Τώρα έχουν ανοίξει καινούργιες δουλειές. Η τέχνη άλλωστε δεν είναι φυλακή. Είναι μια τεράστια αλάνα, όπου παίζονται κάθε λογής παιχνίδια. Μου είναι συμπαθείς αυτοί που μιλάνε για ελληνική ιθαγένεια, δημοτικά τραγούδια και άλλα τέτοια, αλλά δεν πρέπει να μένουμε μόνον εκεί. Σε έσχατη ανάλυση δεν υπάρχει εθνικότητα. Η τελική εθνικότητα είναι ο θάνατος, όπως έχω γράψει σ' ένα ποίημα μου.

Γ.-Ι.Μ.: Μπορούμε να πούμε ότι εντός της πόλης επικρατεί μια πολύβουη σιγή;

Ν.Κ.: Αναντίρρητα. Όλο το πράγμα είναι κωφαλαλία. Είμαστε εντός της σιγής και της κωφαλαλίας. Λένε οι μεταφυσικοί της άλλης ζωής πως η κωφαλαλία τούτη διακόπτεται με το θάνατο, αλλά εγώ δεν το πιστεύω και δεν το αισθάνομαι αυτό.

Θ.Σ.: Τι θ' απαντούσες σε όσους ισχυρίζονται ότι η πόλη μας κάνει νευρωτικούς;

Ν.Κ.: Τι πάει να πει νεύρωση; Λίγο πολύ είμαστε όλοι νευρωτικοί. Εγώ, λόγου χάρη, όταν φεύγω απ' το σπίτι μου, επιστρέφω και πάλι συνήθως για να διαπιστώσω εάν έχω πράγματι κλειδώσει. Αυτό είναι μια νεύρωση. Και λοιπόν, τι πάει να πει αυτό; Είναι ωραίο πράγμα να χάνεις χρόνο έτσι, είναι και ποιητικό, γιατί επιτρέπει την αναποφασιστικότητα. Ό,τι δεν επιτρέπει την αποφασιστικότητα είναι και ποιητικό. Ο βλακωδώς υγιής λέει: Έχω κλειδώσει και φεύγω. Και φεύγει όντως. Είναι αποφασιστικός αυτός, αλλά και εκτός ποιήσεως. Δεν ανήκει σ' αυτό το πανόραμα των νευρώσεων, της αναποφασιστικότητας, της τρέλας και της ποίησης.



ΚΟΡΕΚΤ 1
Τεύχος 1, Απρίλιος 2014

Διεύθυνση: Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης, Θάνος Σταθόπουλος