Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Λειβαδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Λειβαδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Φλεβάρης των φλεβών, Φλεβάρης των ποιητών


Φλεβάρης, πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη
__________

Φλεβάρης, η σιωπηλή μεθόριος του χρόνου

Ο Φλεβάρης των ορίων: ανάμεσα στο τέλος και στην αρχή. Ούτε βαθύς χειμώνας, ούτε άνοιξη ακόμα.

Ο Φλεβάρης, το στερνοπούλι του χειμώνα, το δεύτερο εγγόνι του χρόνου, ο μήνας των φλεβών, η προσμονή της κρυφής δράσης του νερού στις ρίζες.

Ο Φλεβάρης, ο πιο χαρούμενος και σκανδαλιάρης μήνας, που αν και κουτσός, ξέρει να χορεύει, να διασκεδάζει, να αγαπά τις σκανταλιές, να ερωτεύεται και να τρυπώνει στις πιο απίθανες νύχτες του χειμώνα σκορπώντας  γέλιο, χαρά και αναστάτωση με τις μεταμφιέσεις του.

Ο Φλεβάρης, με το λαβωμένο παιδικό πόδι και τα δακρυσμένα μάτια, «που άγρια τα κύματα κυλάει» αλλά και πλήρης ανοιξιάτικων υπαινιγμών και υποσχέσεων, γενναιόδωρα προσφέρει της μυγδαλιάς τα ευάλωτα άνθη.

Ο Φλεβάρης, της ανάληψης του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας - η ζωή πορεύεται με ερείπια, ημιτελή σχέδια και παρατημένες προθέσεις κι είναι η επιθυμία που μας κρατά ζωντανούς.

Ο Φλεβάρης δεν φωνάζει, υποχωρεί, μαζεύεται και υπόγεια προετοιμάζει το φως. Είναι ο μήνας που το σκοτάδι αρχίζει ανεπαίσθητα να χάνει τη δύναμή του — και αυτό ακριβώς τον κάνει τόσο ανθρώπινο. 


Σπύρος Βασιλείου, Καλαντάρι του 1947 με παροιμίες των μηνών
____________


«Δάκρυσαν τα μάτια του Φλεβάρη...»


«…Ήρθε κάποτε μέρα κακιά κι ο ένας από τους μήνες, ο Φεβρουάριος που τα άλλα παιδιά τον φώναζαν Φλεβάρη, λαβώθηκε άσχημα στο ένα του πόδι. Δεν κατάφερνε πια να τρέξει τριάντα ολόκληρες μέρες όπως άλλοτε, μα μόνο είκοσι οκτώ και οι άλλοι τον έβγαλαν Κουτσοφλέβαρο…

- Δεν είναι μήνας σωστός! Δεν τον θέλουμε στο παιχνίδι! Mίλησαν άσπλαχνα ένα πρωί δύο από τους μήνες - παιδιά. Οι άλλοι δέκα συμφώνησαν, χωρίς να το καλοσκεφτούν. Και τον έβγαλαν από το παιχνίδι… Δάκρυσαν τα μάτια του Φλεβάρη…»

Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, 
Τα παιδιά του χειμώνα, εκδόσεις Πατάκης


Έργο της Graciela Rodo Boulanger
_________


Ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο 

Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.

— Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.

Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει.  Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.

— Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…  

— Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!

Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.

— Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄  αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα.  Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος!

— Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης. 

— Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια.

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε:

— Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο;

— Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης.

— Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω.

— Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη;

— Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά.

— Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης.

Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά. 

Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του:

— Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο!

Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι. Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι.

— Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση.

— Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη.

Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει.

— Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος!

— Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος.

Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω.

— Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι;

—Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα.

Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι,  μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!...

—Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!...

— Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοι της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει.

Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν!

—Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε…

Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν:

— Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα.

— Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης.

— Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο.

Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου.

— Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω;

— Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης.

—Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς.

— Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης.

«Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε:

— Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά.

Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου!



Irina Kolesnikova, Two buffoons
___________


—Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;,
παραξενεύτηκε ο παππούς.

Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε:

— Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή…

Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης.
Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά.

— Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε.

Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη.

Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν.

Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του.

— Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε!

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του.

— Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο.

-Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.

Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος. Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε:

«Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά.
Ο Χρόνος γυρίζει.
Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!»


Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου,Τα παιχνίδια του Φλεβάρη, 
εκδόσεις Πατάκης


Louise Jopling (1843-1933), Phyllis (1883)
________

Η Φυλλίς απεικονίζεται να υποφέρει από μεγάλη θλίψη αφού εγκαταλείφθηκε από τον Δημοφώντα. Μια εκδοχή της ιστορίας αναφέρει πώς η Φυλλίς άρχισε να μαραίνεται και να μαραίνεται ενώ περίμενε τον εραστή της και τελικά πέθανε από θλίψη. Ωστόσο, οι θεοί ήθελαν να τη σώσουν και έτσι τη μετέτρεψαν σε αμυγδαλιά, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να περιμένει τον εραστή της. Η αμυγδαλιά έγινε σύμβολο αγάπης και αιώνιας ελπίδας.
_______



Η αμυγδαλιά κι ο Βοριάς

«…Φλεβάρης θα΄ταν… Ηλιόλουστη μέρα από εκείνες που 'χαν ξεχαστεί από τις Αλκυονίδες του Γενάρη. Ο τόπος είχε γεμίσει πράσινο χρώμα και εμείς όλοι κατεβήκαμε στον κάμπο να βρούμε χόρτα, μάραθα που ξέραμε ένα χωράφι που ήταν γεμάτο. Και τρέχαμε χαρούμενοι κι ανέμελοι ανάμεσα στις πέτρες και τα μικρά ρυάκια και ξαφνικά, εκεί δίπλα  στις τσουκνίδες ,τις μαντιλήδες και όλα τα αγριόχορτα το τοπίο άλλαξε. Μια μεγάλη αγκαλιά από λουλούδια που μοσχομύριζαν, άσπρα και ροζ πεντάφυλλα, γέμισαν την  καρδιά μας φως, χαρά κι ελπίδα. Σαν όνειρο , σαν οπτασία μια νεράιδα με κατάξανθα μακριά μαλλιά μας προσπέρασε τρέχοντας.

 Ποια ήταν, πως; Το κατάλευκο φόρεμά της γεμάτο μικρά μικρά ανθάκια. Κι όλος ο τόπος μοσχομύρισε …Να 'ταν η Άνοιξη που βιαζόταν να έρθει. Μα δεν ήταν δυνατόν, έκανε κρύο πολύ, ακόμα Χειμώνας ήταν. Και τότε άστραψε το μυαλό, φωτίστηκε. Η Αμυγδαλιά ήταν, ντυμένη νύφη που έτρεχε να συναντήσει τον αγαπημένο της, τον Βοριά.

Θυμήθηκα όλη την ιστορία… Μας την είχε πει η δασκάλα μας στο σχολείο. Ποιος ξέρει ,έτσι μου φάνηκε, μια ομορφιά στη μέση του χειμώνα, στη μέση του κάμπου, μόνη, έρημη και πενταστόλιστη. Ένα ολάνθιστο δέντρο ανάμεσα σ΄ ένα σωρό άλλα που στέκονταν γυμνά, γκρίζα και αμίλητα. Για μια στιγμή ο άνεμος φύσηξε πολύ δυνατά και κουμπώσαμε τα παλτά μας γιατί νοιώθαμε την ψύχρα του στο σώμα μας. Εκείνη κούνησε λίγο τα κλαδιά της, λίγα ανθάκια έπεσαν, σκόρπισαν, τα πήρε εκείνος μακριά σαν να ήθελε κι αυτός να τα κρατήσει… 

Εμείς καταλάβαμε …η αμυγδαλιά ήταν κι ο Βοριάς, που συναντιόντουσαν μ΄ αυτόν τον παράξενο τρόπο …ανταλλάσσοντας λόγια αγάπης μέσα στο καταχείμωνο. Τούτα τα μικρά σκορπισμένα ανθάκια που στροβιλίζονταν ήταν το δώρο της, για τούτη την τόσο παράξενη σχέση. Ήταν τα …λόγια του αέρα …!»

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα, 
Συλλογή Διηγημάτων, Ηράκλειο 2014


Edward Burne-Jones, Phyllis and Demophoon, 1870
Από τα μαλλιά της Φυλλίδας ξεπροβάλλουν άνθη αμυγδαλιάς.
Birmingham Museums and Art Gallery
__________


Ο Φλεβάρης, που άγρια τα κύματα κυλάει

Ξέρεις τ’ απάτητο βουνό που την κορφή του χιόνι
χειμώνα καλοκαίρι ζώνει;
Εκεί στη ρίζα του βουνού στέκει ένα σπίτι, κάτι
που μοιάζει του Ήλιου το παλάτι.

Μέσα στο σπίτι κάθονται δώδεκα Παλικάρια
με πρόσωπα σαν τα φεγγάρια.

[…] εκεί ο Φλεβάρης, που άγρια τα κύματα κυλάει,
γέρνει στης Μυγδαλιάς το πλάι […] 

Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη Ζωή, Κάποια Τραγούδια ακόμα, 
Οι Μήνες ( απόσπασμα), 1890.


February Rain by Scott Chitwood
_______


Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε...

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
Σε όνειρα
Αλλά καμία φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
Στον παράδεισο-

Τάσος Λειβαδίτης, «Φύλλα ημερολογίου», 
Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, 1990



Alex Colville, February, 1979
___________



Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα 

Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα ρούχα μια νύχτα ερειπωμένη
Αδιάκοπα ταξίδια, χιλιόμετρα αναμνήσεων κι ο σουβλερός
άνεμος στις παγωμένες λίμνες να ποδοπατεί χωρίς έλεος
την εσθήτα του καλοκαιριού
διαβαίνεις κάμπους και λαγκαδιές κρύσταλλα και
σταλαχτίτες ζεσταμένος από την πυροστιά των ματιών
της που θ’ ανθίσουν στη θέα σου
Μα κάποτε αλλάζει κι ο ρυθμός που σε κατέχει
Και οι απαντήσεις είναι πάντα τόσο φευγαλέες
Και το κορίτσι με το βιβλίο της βυζαντινολογίας ανοιχτό στα χέρια του
Δε θα σου πει τον καημό του
Κάθε βράδυ το φως θα δραπετεύει από τις γρίλιες για να
συναντήσει τον άσωτο που δεν έχει γυρισμό
και τα ερωτικά γράμματα σωρεύονται δένονται κατόπι με ροζ κορδέλες
κι ύστερα μια σιωπή μια σιωπή γιομάτη θλίψη σαν φτάνει η
ώρα η επίσημη που θα σκεφτείς εκείνον που αγαπάς
όταν εσύ που κατανίκησες τις αποστάσεις φεύγεις νικημένος
σαν ένα πλοίο με σβησμένα φώτα
ετοιμάζοντας ξανά το γυρισμό σου.


Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, 
 1943- 1997, εκδόσεις ΑΓΡΑ


Paul Cézanne - Mardi gras (Pierot et Harlequin), 1895
Μουσείο Πούσκιν, Μόσχα
__________



«Ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου»

Ο Μπασλάρ θα έκανε μια ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου, όπως έκανε για τη φωτιά. Ο Φεβρουάριος μας διδάσκει την έλλειψη και άρα την επιθυμία. Είναι ο Σαρλώ σ’ εκείνο το παιχνίδι με τον τσολιά τον παλαιστή και την ωραία με το μπικίνι που παίζαμε παιδιά. Χωρίς τον κουτσό που αποτελούνταν από τρία κομμάτια αντί για τέσσερα δεν θα μπορούσαμε να κινήσουμε τα πιόνια του παιχνιδιού που θα ήταν άχρηστο αφήνοντας τις φιγούρες σε συμβολική αταξία. Είναι ακόμα ο μήνας που διδάσκει την ανάληψη του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας. Είναι ο μήνας που διδάσκει, παρά την απατηλή ολότητα της ζωής των επωνύμων που καλλιεργούν οι δημοσιογράφοι, πως η ζωή όλων πορεύεται με ερείπια σχεδίων και προθέσεων και πράγματα ημιτελή και παρατημένα στη μέση. Σωστά έβαλαν εκεί τον καταναλωτικό έρωτα και τις μεταμφιέσεις του καρναβαλιού γιατί και τα δύο είναι στοιχεία της επιθυμίας. Αν συναντούσαμε το αντικείμενο της επιθυμίας μας θα είμαστε νεκροί από επιθυμίες. Δεν θα το συναντήσουμε ποτέ, αλλά σε κάθε απονενοημένη προσπάθεια θα μας δίνεται τόσο όσο να συνεχίσουμε την επόμενη. Κι έτσι ως το τέλος.

Υ.Γ. Καλύτερα θα ήταν να γράψω του Φεβρουαρίου των πόλεων.
Ο Χρίστος Παλαιοπάνος μου θύμισε ένα ακόμα πένθος. Το θεμελιώδες πένθος του ανθρώπου που έχασε το ρυθμό του χρόνου της φύσης. Γιατί εκεί, όπως ίσως θα συμπλήρωνε ο Μπασλάρ στο βιβλίο του Το Νερό και τα Όνειρα, ο Φεβρουάριος είναι μια προσμονή της κρυφής δράσης του νερού στις ρίζες. Η παρήχηση του ρο όχι τυχαία πάει στα δύο ρω του Φεβρουαρίου και επισημαίνει τη δράση του στις ρίζες. Ο Φεβρουάριος είναι το πένθος του Μπωντλαίρ.




Χαρακτικό του καλλιτέχνη Pierre Leroy για τα «Άνθη του Κακού»
___________

   

«Η αξιοπρέπεια του ανυπεράσπιστου Φεβρουαρίου»

«Ο Bachelard θα έκανε μια ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου, όπως έκανε για τη φωτιά. Ο Φεβρουάριος μάς διδάσκει την έλλειψη και άρα την επιθυμία. Είναι ο μήνας που διδάσκει την ανάληψη του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας […]» γράφει σε ένα κείμενό του ο Βασίλης Λαλιώτης.

Ο Φεβρουάριος σημαίνει την κάθαρση, τον εξαγνισμό (κατά το λατινικό «februus»). Είναι το ημιτελές τραγούδι που σμίγει τους αγίους με τα καθάρματα πάνω από τα ανθρώπινα, στο ύψος της τέχνης. Εκεί που όλα αποκαθίστανται, εξαγνίζονται και επιστρέφουν ξανά στην επίγεια ταπεινότητα, αλλά και ταπείνωσή τους. 

«Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν στον παράδεισο …» έγραφε με τον λυρικό του ουτοπισμό ο Λειβαδίτης, ξεχνώντας πως εμείς χρωστάμε στον Φεβρουάριο, όχι αυτός σε εμάς.

Ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που ο Μπωντλαίρ, λίγο πριν τον θάνατό του, φοβήθηκε ότι τα «Άνθη του Κακού» θα μείνουν στην αφάνεια. Οι ευωδιές, όμως, της τέχνης του φθάνουν μέχρι σήμερα. Πιο ισχυρές από τις δυσοσμίες της τότε ζωής του.

Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος με κομμένο πόδι. Για αυτό και η φλέβα του νερού κτυπά πιο δυνατά. Για να υπενθυμίζει στον Οκταβιανό οτι δεν έχει διασωθεί κανένα κείμενό του κι ας του στέρησε μία μέρα για τη δική του αιωνιότητα. Να του θυμίζει ότι έχασε την «επιθυμία» αναζητώντας την «ολότητα», που δεν ήρθε ποτέ.

Η «αξιοπρέπεια του ανυπεράσπιστου» Φεβρουαρίου είναι η παντοτινή νίκη του απέναντι στους άλλους, «ισχυρούς» μήνες.




Februus και Febris που αντιπροσωπεύουν τον μήνα Φεβρουάριο
Χαρακτικό του 1698, The British Museum
__________


Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος
με κομμένο πόδι

Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος
με κομμένο πόδι. Σε μια γωνιά ο Οκταβιανός
γογγύζει και τη φλέβα του νερού κτυπά πιο δυνατά
καρφώνοντας βαθιά βελόνα υστεροφημίας.
Μαύρα ποτάμια ξεχύνονται στις αρτηρίες
σαν το ημιτελές τραγούδι της επιθυμίας
που ψάλλουν ματαίως οι καλένδες.
Ο Αύγουστος είναι ένας Φεβρουάριος
με περίσσιο λυγμό. Όπως τα κείμενα
του Αυτοκράτορα που θάφτηκαν στη λήθη
και ο γιος που δεν ήρθε στη μέρα που προστέθηκε
μένοντας θετό το ψεύδος της corona civica.
«Χειροκροτείστε πολίτες, χειροκροτείστε φίλοι,
η κωμωδία τελείωσε». Ώρα ν’ αρχίσει ο τρύγος.




Art by Margit J Füreder
_______



Του Φλεβάρη το πρόσωπο...

Why, what's the matter,
That you have such a February face,
So full of frost, of storm and cloudiness?

Τι συμβαίνει, λοιπόν,
κι έχεις τέτοιο φλεβαρίσιο πρόσωπο,
γεμάτο πάχνη, μπόρες και συννεφιές;

William Shakespeare, Much Ado About Nothing


Igor Grabar, February Azure, 1904, Tretyakov Gallery, Moscow
___________


Φεβρουάριος

Φεβρουάριος! Πιάσε μελάνη και κλάψε!

Θρηνώντας για τον Φλεβάρη γράψε,

Ενώ η λασπουριά βροντοκοπάει
Και καίγεται την μαύρη άνοιξη.

Βρες παϊτόνι. Δεκάρες δώσε έξι

Με τον ήχο της καμπάνας, με των τροχών την κλαγγή

Πήγαινε εκεί, όπου η νεροποντή

Βροντοκοπάει πιο πολύ από τα δάκρυα και τη μελάνη.

Εκεί, σαν καρβουνιασμένα αχλάδια,

Χιλιάδες κουρούνες από τα δέντρα

Στους λάκκους θα πέσουν, θα καταστρέψουν

Τη στεγνή θλίψη στο βυθό των ματιών.

Σαν μαύρα στίγματα εκεί που έλιωσαν τα χιόνια,

Αυλακωμένος ο αγέρας από τα κρωξίματα,

Όσο πιο τυχαία, τόσο πιο σωστά

Θρηνώντας γράφονται τα ποιήματα.





Nino Ninotti, Fiore d'inverno
__________


Afternoon in February

The day is ending,
The night is descending;
The marsh is frozen,
The river dead. 

Through clouds like ashes
The red sun flashes
On village windows
That glimmer red. 

The snow recommences;
The buried fences
Mark no longer
The road o'er the plain; 

While through the meadows,
Like fearful shadows,
Slowly passes
A funeral train. 

The bell is pealing,
And every feeling
Within me responds
To the dismal knell; 

Shadows are trailing,
My heart is bewailing
And tolling within
Like a funeral bell.

*******

Απόγευμα του Φεβρουαρίου

Η μέρα σβήνει,

η νύχτα κατεβαίνει·

ο βάλτος παγωμένος,

το ποτάμι νεκρό.

Μέσα απ’ τα σύννεφα, 
στάχτη στον ουρανό,

μια κόκκινη λάμψη του ήλιου τινάζεται

στα παράθυρα του χωριού

που αντανακλούν αίμα και φως.

Το χιόνι ξαναρχίζει·

οι θαμμένοι φράχτες

δεν ξεχωρίζουν πια
τον δρόμο 
απ’ την πεδιάδα.

Κι ανάμεσα στα λιβάδια,

σαν σκιές φοβισμένες,

αργά περνά

μια νεκρική πομπή.

Η καμπάνα χτυπά,

κι ό,τι αισθάνομαι μέσα μου

ανταποκρίνεται

στον πένθιμο ήχο της.

Οι σκιές μακραίνουν,

η καρδιά μου θρηνεί

και χτυπά από μέσα

σαν νεκρική καμπάνα.





Benjamin Williams Leader (1831–1923), February Fill Dyke
_____________



February

The month of February,
The month of frost and snow,
When grass is dead, and ways are mire,
And storm-winds blow.

*******

Φεβρουάριος

Ο μήνας ο Φεβρουάριος,
μήνας παγετού και χιονιού,
όπου το χορτάρι νεκρώνεται,
οι δρόμοι βουλιάζουν στη λάσπη
κι οι άνεμοι ξεσπούν.

Christina Rossetti (1830–1894), February 
Time Flies: A Reading Diary (1885)



Nikolai Anokhin, February Stillness
_________


On the wind in February

[...] On the wind in February
Snowflakes float still,
Half inclined to turn to rain,
Nipping, dripping, chill.
Then the thaws swell the streams,
And swollen rivers swell the sea:—
If the winter ever ends
How pleasant it will be!
[...]


**********


Στον άνεμο του Φλεβάρη

Στον άνεμο του Φλεβάρη
νιφάδες ακόμα πλέουν,
μισοδιστακτικές να γίνουν βροχή,
τσιμπώντας, στάζοντας, παγωμένες.
Κι ύστερα το λιώσιμο φουσκώνει τα ρυάκια,
κι οι φουσκωμένοι ποταμοί φουσκώνουν τη θάλασσα:—
Αν τελειώσει ποτέ ο χειμώνας,
πόσο ευχάριστο θα είναι!




Olga Vorobiova, February
___________


February Days


The icy northern blast sweeps by,
From wild wastes of the Arctic snow;
Above us droops a wintry sky,
A bleak white landscape lies below.
But, 'neath the chilly Polar blast,
A low, sweet undertone I hear:
"The wintry storms will soon be past,
And pleasant Spring-time days are near."


********

Ημέρες του Φλεβάρη


Η παγωμένη βόρεια έκρηξη σαρώνει,
από άγριες ερημιές αρκτικού χιονιού·
πάνω μας κρέμεται χειμωνιάτικος ουρανός,
κι απλώνεται από κάτω ένα άδειο, λευκό τοπίο.
Μα, κάτω από την ψυχρή πολική έκρηξη,
μια χαμηλή, γλυκιά φωνή ακούω:
«Οι χειμωνιάτικες μπόρες σύντομα θα περάσουν,
κι οι ευχάριστες ανοιξιάτικες μέρες πλησιάζουν».





Image created by pollo.ai
__________



Leap Year

Little month of February,
You are small, but worthy—very!
Will you grow up like the others,
Like your sister months and brothers?
Every four years with a bound
With a leap up from the ground,
Trying to grow tall as they—
All you stretch is one small day!
Even then you're not so tall
But just the shortest month of all.

*********

Δίσεκτο Έτος


Μικρούλη μήνα Φλεβάρη,
Είσαι μικρός, μα άξιος — πολύ!
Θα μεγαλώσεις σαν τους άλλους μήνες,
Σαν τις αδελφές σου και τ' αδέλφια σου;
Κάθε τέσσερα χρόνια με ένα πήδημα
Μ' ένα άλμα από το έδαφος,
Προσπαθώντας να ψηλώσεις όπως αυτοί —
Το μόνο που τεντώνεσαι είναι μια μικρή μέρα!
Κι ακόμα και τότε δεν είσαι τόσο ψηλός
Αλλά απλώς ο πιο σύντομος μήνας απ' όλους.




Eugène Grasset, La Belle Jardiniere, February, 1896
______________



Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Ένας Γενάρης, ένα θαύμα-τίποτα...


Julie Collins, Storm Ciara
_________



Ένας Γενάρης, μήνας διπλός και αντιφατικός, όχι μόνο ο πρώτος μήνας, αλλά ένα κατώφλι όπου ο χρόνος κοντοστέκεται, βαραίνει και σχεδόν αποσύρεται. Είναι νύχτα, σούρουπο ή ξημέρωμα, με φως φτωχό και ψυχρό, που φωτίζει περισσότερο τη μνήμη παρά τον δρόμο. Ο καινούργιος χρόνος δεν φέρνει βεβαιότητες· φέρνει αμφιβολία, αναβολή, μια σιωπή γεμάτη από ό,τι χάθηκε ή δεν πραγματοποιήθηκε. Οι δρόμοι είναι άδειοι, τα παράθυρα κλειστά, τα αγάλματα και τα ποιήματα κωφάλαλα κι οι άνθρωποι κινούνται μηχανικά, κρατώντας καφέ, τσιγάρο, αναμνήσεις και έρωτες που επιμένουν σαν οπτασίες. 

Ένας Γενάρης της επιστροφής και της ακινησίας μαζί: προχωράς μόνο για να ξανακαθίσεις στην ίδια θέση, όπως μπροστά σε μια πόλη που μόλις αντίκρισες αλλά δεν μπήκες ακόμη. Μέσα στο κρύο του, ο χρόνος μετριέται αλλόκοτα — ένας χρόνος παραπάνω, ένας λιγότερος — και το μέλλον μοιάζει με χιονόνερο που ζητιανεύει να γίνει χιόνι. 

Ένας Γενάρης που βιώνεται ως μια λεπτή, μελαγχολική παύση: ένα θαύμα-τίποτα, όπου η ζωή συνεχίζεται χαμηλόφωνα, με επίγνωση της φθοράς αλλά και με μια αδιόρατη, πεισματική επιθυμία να μείνει κανείς για λίγο ακόμη μέσα στη σιωπή· μόνο μ' ένα παραμύθι από τα παιδικά χρόνια και το πρόσωπο μιας παιδίσκης που έπαιζε στο χώμα με τους σβόλους και τώρα πίσω της ξεμείναμε οριστικά και πια δεν την προφταίνουμε.


Toulouse-Lautrec, Seule, 1896
__________

Ο Γενάρης του 1904


Α οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,

κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω
τα πρώτα.
Απελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,

σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.

Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική —

πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα
σπίτια, πάν’ τα φώτα·

σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.

Κ.Π. Καβάφης, Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923,
Επιμέλεια: Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος 1993



Mark Edwards, έργο από τη σειρά «The Wide Woods»
____________



Ιανουάριος


Ένας καινούργιος χρόνος. Τι μας περιμένει; Τι θα μας φέρει;
Όνειρα, φιλοδοξίες, έρωτες, αινίγματα.
Κι ω φτωχά ημερολόγια που ύστερα από τόσες γιορτές τελειώνετε
τις μέρες σας μέσα σ’ ένα ρείθρο.


Τάσος Λειβαδίτης, Ιανουάριος, από τη συλλογή 
«Τα Χειρόγραφα του φθινοπώρου», εκδόσεις Κέδρος, 1990



Man smoking wistfully by open window at night, 19th Century
Credit:duncan1890
___________


Νύχτωσε

Ακόμη ένας χρόνος… είπε·
Ενας χρόνος περισσότερο στο χρόνο του
Ενας χρόνος λιγότερο απ' το χρόνο του. 
Απ' το παράθυρο είδαμε
Βαρέθηκε τα ποιήματα,
Βαρέθηκε τη μουσική.
Τ' αγάλματα κωφάλαλα.
Να πιω τον καφέ μου - είπε.
Να καπνίσω το τσιγάρο μου.
Να είμαι, να μην είμαι
Διπλά
Μέσα σ' αυτή την ησυχία,
Μέσα σ' αυτό το θαύμα-τίποτα.

Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε που ξέραμε καθόλου
Τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ' το παράθυρο είδαμε τους μουσικούς·
Πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
Εχοντας στους ώμους τους
Τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
Κάπνισε το τσιγάρο σου
Μέσα σ' αυτή τη μεγάλη ησυχία
Μέσα σ' αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ' αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα. Νύχτωσε.

Γιάννης Ρίτσος, «Νύχτωσε», 
γραμμένο στην Αθήνα την 1.1.88



Victorian Christmas Holiday
https://www.amazon.com/
___________



Πρωτοχρονιά των ξένων
 
Τη φετινή Πρωτοχρονιά, για δώρο 
θέλω να μου πεις ένα ωραίο παραμύθι, 
από τα παιδικά σου χρόνια, σε κάποιο 
χωριό της νότιας Ιταλίας. Ως μικρότερη 
από τις πέντε αδερφές της μητέρας σου. 
Χωρίς πατέρα και παππού, μ’ έναν λιμοκοντόρο 
θείο. Η γιαγιά, οι καλόγριες, στίξη 
κι αντίστιξη των παιδικών σου χρόνων.
Ένα χρόνο προτού σε συναντήσω, 
αντίκρισα την Αδριατική κατάματα, 
τη νύχτα διασχίζοντας απ’ άκρη σ’ άκρη  
με το τρένο. «Χαίρε Απουλία» φώναξα, 
«και θάλασσα δική μας»… Κάθε ελαιόδεντρο 
κι ένας κήρυκας που έστελνε η πατρίδα μου 
να με προϋπαντήσει. Κι η ποίηση απέκτησε 
για μια στιγμή ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, 
μικρής παιδίσκης που έπαιζε στο χώμα 
με τους σβόλους. Σε ξαναβρήκα, 
αλλά στο μεταξύ μεγάλωσες πιο γρήγορα 
από μένα, μες στη βιασύνη σου και με ξεπέρασες: 
Σ’ αντάμωσα γυναίκα. Φέτος την Πρωτοχρονιά. 
που πίσω σου ξέμεινα οριστικά 
και πια δε σε προφταίνω, θύμισέ μου, σε παρακαλώ, 
τι μεγάλος ποιητής υπήρξα, 
όταν δεν έγραφα ποιήματα.

Σωτήρης Παστάκας, Πρωτοχρονιά των ξένων
Από τη συλλογή «Η μάθηση της αναπνοής σε τρεις κινήσεις», εκδ. Μελάνι, 2006




Paul Hey, Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, 1939
___________


Το κοριτσάκι με τα σπίρτα


Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους.
Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό
καινούργιου χρόνου.

Τρέμουν από το κρύο
τα σταυροδρόμια και οι γωνίες
σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν
επάνω σε αλλότριας πατρίδας
πλανόδιους ανθοπώλες

μπουκέτα φασκιωμένα
με αγριωπό χαρτί
και η φτηνή ποιότητα
με τρύπες διανθισμένη γύρω γύρω
από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένες

όπως κι εμείς όταν παιδιά
για σχέδια πεινασμένα
σ' εφημερίδα διπλωμένη ομοιόμορφα
μικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε
κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί
τι χαρούμενα τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά
παραθυράκια διάπλατα μάς άνοιγε το μέλλον.

Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους
μόνο κλειστά μεγάλα γκρίζα παράθυρα
κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι.


Κική Δημουλά – Το κοριτσάκι με τα σπίρτα
Από τη συλλογή «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως», Ίκαρος, 2007



Maurice Prendergast, Woman on Ship Deck, Looking out to Sea
(also known as Girl at Ship s Rail), c.1895
__________


[Ξημέρωμα Γενάρη]


Το 'ξερες
Μήπως δεν το 'ξερες
Κι ας είχες ξεκινήσει
Κι ας προχώρησες
Γύρισες πίσω
Με μια χάρη
Με μιαν ευλυγισία ναρκωμένη
Και κάθισες στην ίδια θέση
Σαν και πριν
Κάθισες έτσι
Όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη
Που φτάνεις με καράβι
Ξημέρωμα Γενάρη

Αγγελική Ελευθερίου, Μια Άδεια Θέση, 
εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2011



A couple rings in the New Year with party blowers and streamers, circa 1930.
_____________



Παραμονή


Για σένα ο μήνας θα ’ναι πάντα ο πρώτος·
οι ατέλειες στο πορτραίτο –
το τεθλιμμένο βλέμμα
η αμήχανη σύσπαση των χειλιών –
σε αφήνουν αδιάφορη.

Στην πολύχρωμη σιωπή
της αγαπημένης σου βραδιάς
(χρυσά έλατα, πορσελάνινες κούπες)
γιόρτασα την ακινησία του χρόνου.
Οι αγγελιαφόροι φορώντας μάσκες και περούκες
χορεύουν με τους ζωντανούς.

Σκοτείνιασε νωρίς.


Χάρης Βλαβιανός, «Παραμονή», Από τη συλλογή «Adieu», εκδ. Νεφέλη, 1996.
Συγκεντρωτική έκδοση «Η εύθραυστη επικράτεια των λέξεων», εκδ. Νεφέλη, 2013



Baudelaire, Dead Poets Art - Troy Youngblood Art
__________


Απογευματάκι Ιανουαρίου



δεν στρίβω γωνίες, αλλά παραπατάω
σε ευθείες. Σκέπτομαι τους πεθαμένους
ποιητές, που δεν βλέπουν αυτές τις ώρες:
το φως να κάθεται στα δέντρα
και να συγκρατεί τις αναμνήσεις,
τον καφέ εσπρέσο με το τσιγάρο,
τον σκούρο ουρανό και κάπου αλλού
να βρέχει. Θα φορούσαν βαρύ παλτό,
κασκόλ, και θα βάδιζαν γρήγορα
μη τους πιάσει η μπόρα.
Σε μια βιτρίνα καθυστερούν
και κοιτάζουν τα ρούχα της εποχής.
Θυμούνται τα ραντεβού τους
και τη ροή του έρωτα.
Τέλος πάντων, είναι άνθρωποι
και γυρίζουν σπίτι.
Όλα όμως τα παραπάνω
και άλλα πολλά τα γράψανε
στα παλιά τους τα παπούτσια
και πεθάναν.

Γιάννης Κοντός, Απογευματάκι Ιανουαρίου,
Από την ποιητική συλλογή "Ο αθλητής του τίποτα", εκδόσεις Κέδρος



In January Werner Berg, In January, 1972
_____________





Σάββατο 24 Απριλίου 2021

Λάζαρος, «ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος»


Alessandro Tiarini, La resurrezione di Lazzaro, Ekaterinburg Museum of Fine Arts
_________________

Μετά την Ανάσταση η σιωπή και η άγνοια...

Αν λάβουμε υπ’ όψιν λόγους «αισθητικής οικονομίας», είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα η Ανάσταση του Λαζάρου απ’ αυτήν του Ιησού, η οποία είναι υπέρβαρη από γεγονότα, ξεχειλίζει από διδάγματα και συνέπειες και τελικά, στο διαπασών της υπέρβασης, καταλήγει στην Ανάληψη.

Αντίθετα, η εξιστόρηση του πρώτου γεγονότος είναι λιτή, με χαμηλές συγκινήσεις, μια παράσταση με δεύτερους ρόλους που συνωθούνται ανώνυμοι στο ευαγγέλιο του Ιωάννη. Κυρίως, όμως, είναι μια ιστορία που καταλήγει στη σιωπή και στην άγνοια για το μέλλον του Λαζάρου. Στο εξής δεν μαθαίνουμε, ούτε ακούμε τίποτε που να τον αφορά.

Στα μέτρα του δράματος, τι μοναχικότερο υπάρχει από ένα πρόσωπο που με την Ανάστασή του συντρίβει πανηγυρικά τους φυσικούς νόμους αλλά αποσιωπάται αμέσως μετά, χάριν του απόλυτου πρωταγωνιστή, ο οποίος εκμηδενίζει ή κάνει ασήμαντους τους υπόλοιπους ρόλους;

Κώστας Μαυρουδής, Ο Λάζαρος, Στενογραφία, εκδόσεις Κέδρος, 2006.

Léon Bonnat, The Resurrection of Lazarus, 1857
_____________

«Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου»

«Είν’ όλα νέα σήμερον
έτος δωρήματα ελπίδες
και μόνον την καρδίαν μου
αρχαίαι δέρουν καταιγίδες» 

Βροχή μες στις στοές βροχή
χαλάζι μέσα στ’ αυτοκίνητα
με παγωμένα πόδια
γιά δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες

Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου
Σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε
σου κάνουν δώρο έναν τόπο μακρινό
ένα λιβάδι τρυφερό με ανεμώνες
ένα λιβάδι τρομερό

σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε
Λάζαρε εργοστασιάρχη Λάζαρε κακέ
Λάζαρε γίνε ποταμός της άνοιξης
γίνε σκουλαρίκι γίνε σίφουνας
αγάπησε τη ζωή

«Είν’ όλα νέα σήμερον»
γιά δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός
φωτογραφίες θάνατοι ελπίδες
«και μόνον την καρδίαν μου
αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

Μίλτος Σαχτούρης, Λάζαρος, 
από τη συλλογή «Παραλογαίς», 1948


Michael Pacher, Resurrection of Lazarus, 1479
__________

«Πώς θ’ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό;»

Κάτωχρος κι εξαντλημένος ο Ιησούς στάθηκε 
κοντά στον τάφο. «Λάζαρε, βγες έξω» φώναξε. 
Όλοι περίμεναν. Κι ο φτωχός νεκρός που ένιωσε 
ότι εδώ στον τάφο του παίζεται η τύχη του κόσμου, 
τι να ’κανε; Η γη είχε χαθεί, 
πώς θ’ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό;

Τάσος Λειβαδίτης, Ο Θεός χρειάζεται τη βοήθειά μας, 
από τη συλλογή «Εγχειρίδιο ευθανασίας», εκδ. Κέδρος, 1979.


Giotto, Raising of Lazarus, Basilica inferiore di San Francesco d'Assisi
__________

«Εγώ θα μείνω ακίνητος εδώ...»

Τώρα ζω στο χρόνο των λουλουδιών
του κόσμου τα σκυλιά είναι δεμένα.
Ξάφνου γυρνούν τα σπλάχνα μου
ακούω απ’ έξω τη φωνή του Ιησού.
Τι κρύβει πάλι μες στα χέρια του;
Στέψη ετοιμάζει ή τη σταύρωσή μου;
Εγώ θα μείνω ακίνητος εδώ
και θα γυρνώ τη ρόδα του τρελού.

Γιώργος Κακουλίδης, Η απάντηση του Λάζαρου στο ποίημα του γυρισμού, 
Μονσινιόρ», Καστανιώτης, 1996.


Resurrection of Lazarus, between 1450 and 1460,
(painter unknown), East Slovak Museum
_________

Δεν έπρεπε στο "Δεύρο έξω" να υπακούσω...

Φρόντισες μέσα κι έξω από τη Βηθανία
όλοι να μάθουν την ανάστασή μου.
Τώρα, θύμα ενός θαύματος, για χρόνια περιφέρομαι
ένας ρακένδυτος που τον κοιτούν όλοι φιλύποπτα
αν πρέπει να τον πάρουν για τρελό ή να τον πιστέψουν.

Μα κι ο ίδιος πια δεν ξέρω τι, ποιος είμαι
χωρίς καν συγγενείς και φίλους που όλοι φοβηθήκαν
ή ζήλεψαν για τους δικούς τους - ποιος να ξέρει;
Ενώ Εσύ, ιδανικός Εσύ μες στην ανάστασή Σου
οριστική, γεμάτη δόξα κι ύμνους όπου γης
ποτέ δεν σκέφτηκες τι απέγινε
ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος Σου.

Ω ναι, δεν έπρεπε στο «Δεύρο έξω» να υπακούσω
μα την ειρηνική μου οδό αποσύνθεσης ν’ ακολουθήσω
ταπεινά, σαν τους κοινούς θνητούς.
Τώρα σε τι Δευτέρα Παρουσία να πιστέψω
σε τι ανάσταση νεκρών
ανάμεσα σ’ εξαίρεση ζωής
και στον κανόνα του θανάτου;

Και τέλος
πού να βρω δύναμη προτού πεθάνω να πεισθώ
ότι στ’ αλήθεια και για πάντα
θα πεθάνω;

Γιάννης Βαρβέρης, Ο Λάζαρος Μετά Το Θαύμα, 
από τη συλλογή «Ο άνθρωπος μόνος», εκδ. Κέδρος.


Eduard von Gebhardt, The Raising of Lazarus, 1896
_____________


«Δεν ήθελα... η γαλήνη να μου στερηθεί»

Μη με παρεξηγείτε, δεν ήθελα –και ποιος θα ’θελε; – 
η γαλήνη να μου στερηθεί. Με σκέφτηκε; 

Ν’ αφυπνίζει ήθελε δίχως θαύματα,
 τι με σηκώνει από τον ύπνο τον βαθύ. 
Με ρώτησε αν τον χόρτασα, εμένα, στη ζωή; 
Κι αν πέθανα νέος, γιατί ν’ αγανακτήσει. 
Ξέρει τι είδα στην αντίπερα την κτήση. 
Ήταν η ζωή μου τόσο πια μοναδική 
που νόμο έπρεπε να παραβεί, να μ’ εξυμνήσει;

Μη με παρεξηγείτε, δάκρυα δεν κυλούν από χαρά. 
Μοναδικός θα περιφέρομαι, να ξεχωρίζω. Όχι ήρωας, 
μα πιόνι βασιλιά. Μόνος επιζών, όσο αυτός τη νίκη κυνηγά. 

Μη με παρεξηγείτε, το χέρι του δεν το φιλώ. 
Κάτω προσπαθώ να τον τραβήξω. Να σας σώσω. 
Μαζί του να ξαναταφώ.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, Το παράπονο του Λαζάρου, 
από τη συλλογή «Κατά Χρόνον Ευαγγέλιο», Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2012


Luca Giordano, Raising of Lazarus, 1675
_________

«Εδώ θ’ αναστηθώ πάλι και πάλι εδώ...»

 Άφησα χόρτα ποταμούς μέσα στο νου 
ν’ αφρίσουν το περβόλι άφησα χρώματα μαβιά 
του φθινοπώρου βράχια σκοίνα πυκνά 
που όμως δεν είναι να καούν 
το έμπα του ονείρου να σφαλίσουν. 

Πώς σε λειμώνες άγριους ο λόγος ανατέλλει 
πώς σε γιαλούς απρόσμενους το ξύλινο το σήμαντρο 
σημαίνει και πώς το πένθος του κορμιού 
μια μόνο στη ζωή φορά πέρα για πέρα διαπερνά 
το πέτρινο κουκούλι της σιωπής του 
δε γίνεται να τ’ αρνηθώ. 

Εδώ λοιπόν θα καρτερώ εδώ 
πώς ανακρούεται το χάος να γευτώ 
τις Συμπληγάδες του ύπνου να περάσω 
εδώ θα καρτερώ την ύστατη αλήθεια να μοιράσω 
στα διψασμένα μάτια των πιστών 
εδώ θ’ αναστηθώ πάλι και πάλι εδώ 
θα ζήσω μες στο μαύρο θάνατό μου.   

Δημήτρης Χουλιαράκης, «Πέτρα και Λάζαρος – III, 
από τη συλλογή «Το λείψανο των ημερών», εκδ. Κέδρος, 1994


Jan Pynas, The Raising of Lazarus, 
circa 1620, Philadelphia Museum of Art
_________

«Είχα και γω να δεύρο κάποιους έξω...»

Νεφοσκεπές ψιλόβροχο ημέρας.
Κάτι μωραί καμπάνες πιτσιλάνε
τον ύπνο του Λαζάρου να εξέλθει.
Καλά στοκαρισμένο το φως γύρω γύρω.

Είχα και γω να δεύρο κάποιους έξω
μα δε μου αποκρίθηκαν αν θέλουν.

Πώς ν’ αποκριθούν
με ωτακουστή που άφησες καλά στοκαρισμένο
το φως γύρω γύρω.

Κι έπειτα γιατί τους ρωτάς αν θέλουν.
Το θαύμα δε ρωτάει.
Σ’ αρπάζει από το αυτί και
σέρνοντας σε πετάει στο φως.
Χαίρεσαι βέβαια με την έκλαμψη, δεν αντιλέγω
αλλά σε τρώει από μέσα σκουλήκι η αγωνία
μην είναι και τα θαύματα θνητά.

Άστους λοιπόν καλύτερα εκεί
μην έχωμεν να άρωμεν για δεύτερη φορά
κενόν τον κράββατόν τους.

Κική Δημουλά, Του Λαζάρου, 
από την ποιητική συλλογή «Ενός λεπτού μαζί», εκδόσεις «Ίκαρος», 1998.


Juan de Flandes, The Resurrection of Lazarus, 1514-1519, 
Museo Nacional del Prado
_________


«Εγώ όμως μισούσα τα θαύματα»

Μια μέρα άκουσα φωνές που έρχονταν απ’ έξω.
Επιτέλους, φωνές απ’ έξω, σκέφτηκα, φωνές άλλων
που έχουν το φως μέσα τους και που το λένε,
που έρχονται απ’ τον αέρα, όχι από μένα.
Φωνές που καθώς πλησίαζαν ήταν ψίθυροι.
Βήματα που σταμάτησαν μπροστά στην πόρτα μου.
Κάποιος είπε: Ενθάδε κείται, λες και το διάβαζε.
Σιώπησαν οι υπόλοιποι.
Μια φωνή με κάλεσε: Λάζαρε, είπε,
έγειρε και ύπαγε.
Την αναγνώρισα, μα έκανα πως δεν την άκουσα.
Θυμήθηκα τον Ιωνά. Στάθηκα ακίνητος.
Σκέφτηκα:
θα προτιμούσα
να μην το κάνω,
ποτέ να μην βγω από ’δώ μέσα.
Γνωρίζω υπερβολικά καλά τον κόσμο.
Εκεί έξω, το ξέρω, καραδοκεί ο κακός έρωτας,
το πικρό του μέλι, η πλάνη του, η απειλή του.
Εγέρθητι. Δεύρο έξω από μνημείο σου.
Εγώ όμως μισούσα τα θαύματα.
Κι έπειτα, είχα αγαπήσει
πολύ αυτή τη ζωή του πεθαμένου.
Άφησα να περάσουν τα χρόνια. Τώρα περιμένω

μια φωνή να με καλέσει, να μου πει
τι πρέπει να κάνω, τι επιθυμώ.

Juan Vicente Piqueras, Ο Λάζαρος αρνείται ν’ αναστηθεί,  
Ιστορία της δίψας (Historia de la sed), μετάφραση: Κώστας Βραχνός


Giotto, Raising of Lazarus, 1304 – 1306 (detail)
___________

«Ποτέ δεν έπαψα να είμαι σαβανωμένος...»

Μιλάω και φωνή δεν έχω. Σωπαίνω κι ακούω
το πώς δε σιμώνει κανείς ίσαμε το μνήμα μου.
Είμαι η
φωτιά που μέσα της φλέγομαι, μισώ τη σιωπή,
και δεν αντέχω άλλο τον τρόπο αυτό
για να μη ζω.
Το σώμα μου είναι μια πυροστιά
που δε λέει να σβήσει.
Το κορμί μου είναι η σκληρή ψυχή μου,
είναι η μνήμη μου
τυλιγμένη στο σουδάριο των σεντονιών
όπου βυθίστηκα, ποτέ
δεν έπαψα να είμαι σαβανωμένος.
Το κορμί μου εδώ απλωμένο είναι ο τόπος
των γεγονότων, ο χάρτης του φόβου μου.
Είναι ένα παιδί τρομαγμένο και κρυμμένο
στο ερμάριο της καρδιάς του
ακούγοντας την αρχαία φωνή της μητέρας του
που το γυρεύει, το φωνάζει,
και έχουν περάσει τα χρόνιο κι αυτό συνεχίζει εκεί κρυμμένο,
χωρίς φωνή. Του λείπει ο αέρας.
Κανείς πια δεν το γυρεύει. Κανείς δεν το φωνάζει.
Κανείς δεν περιμένει την πληγή του. Κανείς δεν έρχεται.
Κανείς δεν θυμάται ό,τι έχω λησμονήσει.
Το κορμί μου, ναι. Δε λησμονεί. Δεν κινείται.
Τα μάτια μου χρειάζονται το φως που τους αρνήθηκα.
Επιθυμία μου είναι να επιθυμώ και να αφεθεί
το κορμί μου στο φως των όσων δεν έχει ζήσει,
στη φωνή που θα του πει: Εγέρθητι και αγάπα.
Και να εγερθεί και να αγαπά χωρίς το εγώ να το αντιληφθεί.

Juan Vicente Piqueras, Ο Λάζαρος ζητά βοήθεια, 
μετφρ: Νίκος Πρατσίνης

Giovanni di Paolo, The Resurrection of Lazarus, 1426, 
Walters Art Museum, Baltimore, USA
___________