Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσέζαρε Παβέζε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσέζαρε Παβέζε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

«Θα ’ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου»: Το τελευταίο ταξίδι του Τσέζαρε Παβέζε


Από το graphic novel των Marino Magliani και Marco D' Aponte (Tunué), βασισμένο στο μυθιστόρημα του Cesare Pavese «Το φεγγάρι και οι φωτιές»
_____________

«Ποιος μπορεί να πει από τι σάρκα είμαι καμωμένος;»

«Υπάρχει ένας λόγος που γύρισα εδώ, σε τούτον τον τόπο [...] Εδώ δε γεννήθηκα, είναι σχεδόν βέβαιο· πού γεννήθηκα, δεν ξέρω· σε τούτα τα μέρη δεν υπάρχει ούτε σπίτι, ούτε ένα κομμάτι γης, ούτε τίποτα κόκαλα για να μπορούσα να πω “Να τι ήμουνα πριν γεννηθώ”. Δεν ξέρω αν είμαι φερμένος απ᾿το λόφο ή από την κοιλάδα, από τα δάση ή από ένα σπίτι με μπαλκόνια. Το κορίτσι που με άφησε στα σκαλιά της μητρόπολης της Άλμπα ίσως δεν ήταν καν από την ύπαιθρο, ίσως ήτανε κόρη των αφεντάδων κάποιου αρχοντικού, ή πάλι μπορεί να με φέρανε μέσα σ' ένα πανεράκι για τα σταφύλια δυο φτωχές γυναίκες από το Μονιτσέλο, το Νέιβε ή ακόμη κι από την Κραβαντσάνα. Ποιος μπορεί να πει από τι σάρκα είμαι καμωμένος; Γύρισα αρκετά τον κόσμο για να ξέρω ότι όλες οι σάρκες είναι καλές και με την ίδια αξία αλλά γι᾿αυτό ακριβώς είναι που κουράζεται κανείς και πασχίζει να βάλει ρίζες, να φτιάξει γη και πατρίδα, για ν᾿αξίζει και να διαρκέσει η σάρκα του κάτι τι περισσότερο από έναν κοινό εποχιακό κύκλο.

[…] Έτσι αυτό το χωριό όπου δε γεννήθηκα, το 'χα πιστέψει για πολύ καιρό σαν όλο τον κόσμο. Τώρα που τον κόσμο τον είδα πραγματικά και ξέρω πως είναι φτιαγμένος από πολλά πολλά μικρά χωριά, δεν ξέρω αν τελικά έκανα και πολύ μεγάλο λάθος από παιδί. 


[…] Ένα χωριό το χρειάζεσαι αν όχι για τίποτ᾿ άλλο, τουλάχιστον για την ευχαρίστηση που νιώθεις όταν τ᾿ αφήνεις. Ένα χωριό σημαίνει ότι δεν είσαι μόνος, ξέρεις ότι μες στους ανθρώπους, μες στα φυτά, μες στη γη υπάρχει κάτι δικό σου, που ακόμη κι όταν δεν είσαι κει κείνο σε περιμένει. Αλλά δεν είναι εύκολο αυτό να σε γαληνέψει. Εδώ κι ένα χρόνο που το παρατηρώ κι όταν μπορώ το σκάω από τη Γένοβα, μου ξεγλιστράει μες απ᾿ τα χέρια. Τούτα τα πράγματα τα καταλαβαίνει κανείς με τον καιρό και την πείρα. Είναι δυνατό, με τα σαράντα μου χρόνια και μ᾿ όλο τον κόσμο που είδα, να μην ξέρω ακόμη τι πράγμα είναι το χωριό μου;»

Τσέζαρε Παβέζε, Το φεγγάρι και οι φωτιές, μτφρ. από τα ιταλικά 

Τασούλα Καραϊσκάκη, εκδόσεις Οδυσσέας.



Το σπίτι που γεννήθηκε ο Τσέζαρε Παβέζε στο Santo Stefano Belbo, 
ένα πανέμορφο χωριό στην καρδιά 
____________


Η λαχτάρα, η βασανιστική επιθυμία να ανήκεις σ’ ένα μέρος, η απώλεια διατρέχουν ολόκληρο το βιβλίο ετούτο, το τελευταίο που έγραψε ο Τσέζαρε Παβέζε και εκδόθηκε, λίγο πριν αποφασίσει να βάλει τέρμα  στη ζωή του το 1950, στο ξενοδοχείο Ρόμα του Τορίνο, σε ηλικία μόλις σαράντα ενός ετών.


Ένα έκθετο βρέφος που μεγάλωσε μέσα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας σε μια αγροτική κοινότητα στη βορειοδυτική Ιταλία, είναι ο αφηγητής, ο Anguilla (σημαίνει Χέλι) του μυθιστορήματος «Το φεγγάρι και οι φωτιές». Το παρατσούκλι μιλάει από μόνο του για τα χαρακτηριστικά του ήρωα: έκθετος, χωρίς γνωστούς γονείς, χωρίς σπίτι, χωρίς «κόκαλα» να τον συνδέουν με έναν τόπο. Αυτή η θεμελιώδης έλλειψη καθορίζει όλη του την ύπαρξη, μια μόνιμη αίσθηση αιωρούμενης, ρευστής ταυτότητας, όπως το χέλι που γλιστράει, δεν πιάνεται, δεν έχει σταθερό σχήμα.


Έφυγε νέος από το χωριό, ταξίδεψε, μετανάστευσε στην Αμερική, πλούτισε, γύρισε. Είναι κάποιος που δεν στεριώνει πουθενά μόνιμα — «κι όταν μπορώ το σκάω από τη Γένοβα», λέει ο ίδιος. Η κίνηση, η φυγή, είναι γι’ αυτόν συνθήκη ύπαρξης. Δεν είναι απλώς πράττων χαρακτήρας αλλά κυρίως στοχαστής· η αφήγηση είναι εσωτερική, γεμάτη ερωτήματα χωρίς απαντήσεις - «Ποιος μπορεί να πει από τι σάρκα είμαι καμωμένος;». Επιστρέφει όχι για να δράσει αλλά για να κατανοήσει, να ψάξει νόημα.


Δεν ανήκει πια εντελώς στο χωριό - έχει δει τον κόσμο, έχει αλλάξει - αλλά ούτε και στον «έξω» κόσμο αφομοιώθηκε πλήρως. Στέκεται σε ένα ενδιάμεσο σημείο, ούτε ξένος ούτε ντόπιος, παρατηρητής και των δύο. Δεν είναι τραγικός με θεατρικό τρόπο. Η θλίψη του είναι σιωπηλή, συγκρατημένη, εκφράζεται μέσα από τη νηφάλια, σχεδόν λακωνική πρόζα του Παβέζε. Αποδέχεται την αβεβαιότητα της ταυτότητάς του χωρίς μελοδραματισμό, αλλά και χωρίς να καταφέρνει ποτέ να τη γαληνέψει πλήρως. 


Πολλοί κριτικοί τον διαβάζουν ως προσωπείο του ίδιου του Παβέζε: η αναζήτηση ρίζας, η σχέση αγάπης- απόστασης με την περιοχή Langhe, στο Πιεμόντε (Piedmont) της βορειοδυτικής Ιταλίας, η ηλικία των σαράντα ετών, στοιχεία που κάνουν τον Ανγκουίλα να λειτουργεί σχεδόν σαν λογοτεχνικό alter ego, φορέας των ίδιων υπαρξιακών αγωνιών που οδήγησαν τον συγγραφέα στην αυτοκτονία λίγο μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου.



Από το graphic novel των Marino Magliani και Marco D' Aponte (Tunué), βασισμένο στο μυθιστόρημα του Cesare Pavese «Το φεγγάρι και οι φωτιές»
____________


«Τα ποιήματα ήρθαν με σένα και φεύγουν μαζί σου»

«Ωριμότητα είναι το παν» γράφει κάτω από την αφιέρωση του μυθιστορήματος «Το φεγγάρι και οι φωτιές» – «for C.», δηλαδή για την Κόνστανς. Ενώ έγραφε, στο τελευταίο του πεζογραφικό έργο, το όνομα της γυναίκας που αγάπησε, ο Παβέζε ήξερε καλά ότι το «ωριμότητα είναι το παν» σημαίνει ότι «όλα υπάρχουν για να είμαστε έτοιμοι» - όπως στην ουσία σημαίνει η σαιξπηρική έκφραση - να δεχτούμε αυτό που το πεπρωμένο μάς επιφυλάσσει. Η ανθρώπινη περιπέτεια με την Αμερικάνα - ακόμα «μια γυναίκα που ήρθε από τη θάλασσα» - ολοκληρώθηκε, αφού αναλώθηκε γρήγορα στον κύκλο των «λίγων ημερών του θαύματος»:


«Η πόρτα της φυλακής έκλεισε με θόρυβο. Πολυαγαπημένη, δεν θα ξαναγυρίσεις πια σε μένα, ακόμα κι αν επιστρέψεις στην Ιταλία...» της έγραφε στις 17 Απριλίου, στέλνοντάς της το τελευταίο από τα ποιήματα που έγραψε για κείνη («Last blues», γραμμένο στα αγγλικά όπως και το πρώτο), παραιτούμενος και από τη γυναίκα και από την ποίηση: «Δεν έχω πια τη διάθεση να γράψω ποιήματα. Τα ποιήματα ήρθαν με σένα και φεύγουν μαζί σου». Αναγγέλλοντάς της, στη συνέχεια, την αποστολή του μυθιστορήματος, προσέθετε: «Είμαι τόσο χαρούμενος που είναι στο δικό σου όνομα. Θυμήσου ότι έγραψα αυτό το βιβλίο - ολόκληρο - πριν σε γνωρίσω όμως, κατά κάποιον τρόπο, ένιωθα ότι θα 'ρθεις». 


Μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε την ψυχική διάθεση του Παβέζε το τελευταίο διάστημα, όταν προσπαθούσε να σπάσει τον κύκλο της απομόνωσης, στη δραματική εναλλαγή μιας «(απίστευτης) ήρεμης ελπίδας» και τη βαθιά εδραιωμένη πεποίθηση ότι «αυτό που είναι να γίνει θα γίνει». Γι' αυτό, τα δέκα ποιήματα που του ενέπνευσε αυτή η κατάσταση μεταξύ 11 Μαρτίου και 10 Απριλίου του 1950 - οκτώ στα ιταλικά και δύο στα αγγλικά - δεν είναι μονάχα μια μικρή συλλογή ερωτικών ποιημάτων, μιας εξαιρετικής παλλόμενης τρυφερότητας, αλλά προσλαμβάνουν ευρύτερη σημασία: θεωρούνται ως ο τελικός απολογισμός όλης της καλλιτεχνικής και πνευματικής ανθρώπινης εμπειρίας του Τσέζαρε Παβέζε.


Ο ίδιος ο Παβέζε φαίνεται να μας προτείνει μια σωστή προοπτική ανάγνωσης, όταν στις 25 Μαρτίου του '50 σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Δεν αυτοκτονεί κανείς για τον έρωτα μιας γυναίκας. Αυτοκτονεί γιατί ένας έρωτας, οποιοσδήποτε έρωτας, μας αποκαλύπτει τη γύμνια μας, την αθλιότητά μας, την αδυναμία μας, το τίποτα» και στη συνέχεια όταν, δέκα μέρες πριν να θέσει τέρμα στην ζωή του, κάνοντας «τον τελικό απολογισμό ενός χρόνου που ακόμα δεν τελείωσε», φαίνεται να μας προειδοποιεί:


«Δεν ενδιαφέρουν τα ονόματα. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά ονόματα τυχαία, ονόματα συμπτωματικά – αν δεν ήταν αυτά θα ήταν άλλα; Μένει το γεγονός πως τώρα ξέρω ποιος είναι ο πιο μεγάλος μου θρίαμβος - και από αυτόν το θρίαμβο λείπει η σάρκα, λείπει το αίμα, λείπει η ζωή». [...]



Ο Cesare Pavese και η Αμερικανίδα ηθοποιός Constance Dowling, μια από τις γυναίκες «που έρχονται από τη θάλασσα και έχουν βραχνή φωνή». Στο κέντρο, το τελευταίο του χειρόγραφο σημείωμα: «Όλους σας συγχωρώ και από όλους ζητώ συγγνώμη. Εντάξει; 
Και μην κάνετε πολλά κουτσομπολιά»
___________


«Ο θάνατος, ένα γλυκό τίποτα»


Και στα έντεκα ποιήματα της ενότητας «Θα 'ρθει ο θάνατος και θα 'χει τα μάτια σου», η γυναίκα θεωρείται ως μια ανεξιχνίαστη πραγματικότητα, αρχή ζωής και θανάτου˙ και ωστόσο έχει μια «παρουσία» αληθινή, περισσότερο σοβαρή, προδομένη από την ίδια ζωντανή τρυφερότητα με την οποία είναι ιδωμένη. Ο Παβέζε φαίνεται να αφήνεται στην ελπίδα ότι το «πρόσωπο της άνοιξης» μπορεί να χαμογελάσει και γι' αυτόν, να τον κάνει να ενδιαφερθεί και πάλι για τη ζωή.

Το ελαφρύ σου βήμα 
Ξύπνησε πάλι τον πόνο. 
Ήταν κρύα η γη 
κάτω από τον φτωχό ουρανό, 
ακίνητη και βυθισμένη 
σε ένα μουδιασμένο όνειρο, 
σαν κάποιος που δεν υποφέρει πια...
[«Εσύ, άνεμε του Μάρτη»]

Ας θυμηθούμε την εξαιρετικά αποκαλυπτική σημείωση της 9ης Μαρτίου 1950 στο ημερολόγιό του:

«Χτυποκάρδι, τρεμούλα, ατέλειωτοι αναστεναγμοί. Είναι δυνατόν στην ηλικία μου; Το ίδιο μού συνέβαινε όταν ήμουν είκοσι πέντε χρονών. Και όμως, έχω μια αίσθηση εμπιστοσύνης, (απίστευτης) ήρεμης ελπίδας. Είναι τόσο καλή, τόσο γαλήνια, τόσο υπομονετική. Τόσο φτιαγμένη για μένα. Τελικά εκείνη με αναζήτησε...»

Ακριβώς μια «(απίστευτη) ήρεμη ελπίδα» φαίνεται να γεννιέται σε αυτούς τους στίχους: είναι η ελπίδα εκείνου που δεν ελπίζει πλέον, που, αν και δεν ζει με ονειροπολήσεις, είναι ικανός για μια στιγμή να γευτεί ξανά τη γλυκύτητα του ύπνου, εκείνου που θα μπορούσε να είναι: ένα χρώμα ήρεμου, πρωινού φωτός, φωταγωγεί τους στίχους:

Το πρώτο φως της αυγής 
ανασαίνει με το στόμα σου 
στο βάθος των άδειων δρόμων.
(...)
είσαι η ζωή, το ξύπνημα
(...)
Είσαι το φως του πρωινού.

[«Το πρωί πάντα επιστρέφεις»]


Στο ποίημα «Θα περάσω από την Πιάτσα ντι Σπάνια», όσο κι αν η ονειροπόληση διαρκεί λίγο και η γυναίκα γίνεται εκείνη του δάσους, η γυναικεία δημιουργία παραμένει: 

μια ακριβή ελπίδα, 
καθαρό νερό, της άνοιξης 
βλαστός, χώμα, 
ανθισμένη σιωπή


Υπάρχει τώρα, σαν μια γαλήνια αποδοχή της μοίρας, η ενδόμυχη πεποίθηση ότι ο τελικός προορισμός δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ο θάνατος, ένα γλυκό τίποτα˙ και η γυναίκα πεθαίνει για να ταυτιστεί μαζί του:


θα' ρθει ο θάνατος και θα' χει τα μάτια σου

(...)

Ω αγαπημένη ελπίδα,

εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς

πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.


Στη γαλήνια παραίτηση από τη ζωή Θα κατέβουμε στην άβυσσο σιωπηλοί, ο Παβέζε μπορεί να σκέφτεται χωρίς ενδόμυχη στενοχώρια τη ζωή που συνεχίζεται για τους άλλους, τη διαδοχή των ημερών, των εποχών, των φυσικών γεγονότων:


Ακόμα θα πέφτει η βροχή 

στα γλυκά σου λιθόστρωτα 

μια σιγανή βροχή 

σαν φύσημα ή σαν βηματισμός.

(...)

Ανάμεσα στα λουλούδια και στα παράθυρα 

οι γάτες θα το ξέρουν.

[«Οι γάτες θα το ξέρουν»]


και τότε, σε αντιπαράθεση με αυτή την αιώνια διάρκεια μπορεί να αναμετρηθεί όλη η ματαιότητα της ζωής του, «´T was only a flirt»: ήταν μονάχα ένα φλερτ, ένας μικρός ανεπαίσθητος κυματισμός της επιφάνειας της ύπαρξης, που γρήγορα ηρέμησε. «All is the same», όλα είναι ίδια... Το θλιμμένο μονότονο τραγούδι ενός Last blues επισφραγίζει με αυτό τον τρόπο το αντίο του Τσέζαρε Παβέζε στη ζωή.


Τελευταίο μπλουζ, για να διαβαστεί κάποια μέρα

Ήταν μονάχα ένα φλερτ 
εσύ βέβαια το ήξερες - 
 κάποιος πληγώθηκε 
πολύ καιρό πριν.

Όλα μοιάζουν 
και ο χρόνος περνά -
μια μέρα έρχεσαι 
μια μέρα θα πεθάνεις.

Κάποιος πέθανε 
πολύ καιρό πριν -
 κάποιος που προσπάθησε 
μα δεν ήξερε.

[11 Απριλίου 1950]


Στις 27 Αυγούστου 1950 ο Ιταλός συγγραφέας και ποιητής Τσέζαρε Παβέζε βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι ενός ξενοδοχείου του Τορίνο. «Διάλεξε για να πεθάνει», έγραψε η Νατάλια Γκίνζμπουργκ, «μια οποιαδήποτε μέρα εκείνου του φλογερού Αυγούστου. Και διάλεξε το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου κοντά στον σταθμό, θέλοντας να πεθάνει, στην πόλη του, σαν ένας ξένος». 


Όχι λόγια, μια χειρονομία.



Μνημείο προς τιμήν του Cesare Pavese στον κήπο του σπιτιού όπου γεννήθηκε, 
στο Santo Stefano Belbo της Ιταλίας.
"Έτρεξε στον μακρύ λευκό δρόμο μέχρι το σπίτι όπου είχε γεννηθεί
και είχε ονειρευτεί τον εαυτό του ποιητή"
_____________



18 Αυγούστου


Αυτό που μυστικά φοβάσαι σου συμβαίνει πάντα. Γράφω: ω Εσύ, λυπήσου με. Και μετά;         Αρκεί λίγο κουράγιο. 

       Όσο πιο καθορισμένος και σαφής είναι ο πόνος, τόσο περισσότερο παλεύει το ένστικτο της ζωής και υποχωρεί η ιδέα της αυτοκοτονίας. 

       Φαινόταν εύκολο να το σκέφτεσαι. Ακόμα και γυναικούλες το 'χουν κάνει. Χρειάζεται ταπεινότητα, όχι αλαζονεία. 

       Όλα αυτά μου προκαλούν αηδία. 

       Όχι λόγια. Μια χειρονομία. Δεν θα ξαναγράψω. 



Μεταλλική πινακίδα με τη σιλουέτα του Cesare Pavese, 
μέρος των λογοτεχνικών διαδρομών στους λόφους, τους αμπελώνες 
και τους δρόμους γύρω από το Santo Stefano Belbo της Ιταλίας
____________



«Μια γη που περιμένει και δεν λέει λέξη»


Μια πέτρινη επιγραφή, στην γενέτειρα του Cesare Pavese, Santo Stefano Belbo της περιοχής Langhe, περιέχει έναν στίχο του ποιήματος "Anche tu sei collina" (Και εσύ είσαι λόφος), από τη συλλογή «Θα 'ρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου», που κυκλοφόρησε το 1951, μετά τον θάνατό του.


«È una terra che attende e non dice parola»

(Είναι μια γη που περιμένει και δεν λέει λέξη)



«È una terra che attende e non dice parola»
(Είναι μια γη που περιμένει και δεν λέει λέξη)
___________



ΠΗΓΕΣ

  • Τσέζαρε Παβέζε, Το φεγγάρι και οι φωτιές, μτφρ. από τα ιταλικά Τασούλα Καραϊσκάκη, εκδόσεις Οδυσσέας.
  • CESARE PAVESE, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εισαγωγή: Massimo Cazzulo, μετάφραση: Γιάννης Η. Παππάς, B ΕΚΔΟΣΗ, PRINTA




Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

«Είναι η σελήνη, του αμπελιού....», Τσέζαρε Παβέζε, «ο μέγας μοναχικός»

Cesare Pavese, έργο του Gianfranco Alessio
_________


Να περιμένεις το φως και ν’ ανυπομονείς...

Από μικρός είχα την υποψία ότι όποιος δεν κοιμόταν δεν θα γερνούσε ποτέ. Ή μήπως ο χρόνος εμφανιζόταν στις αναμνήσεις, κατά τη διάρκεια των διακοπών που σταματούσα έκπληκτος από τον ίδιο μου τον εαυτό, όταν νόμιζα ότι ξυπνούσα έτσι όπως ξυπνάει κανείς το πρωί και γνώριζα ότι μια ακόμα μέρα είχε περάσει, μια ακόμα ζωή, μια ακόμα συνάντηση. 

Η παρουσία των άλλων ήταν μια ευκαιρία που είχα να ζω και να δραπετεύω στο χρόνο, και την αναζητούσα με επιμονή ανεξάντλητη ακόμα και στη βαθιά νύχτα. Μέσα στη νύχτα, στο σκοτάδι, αυτή η παρουσία επανεμφανιζόταν και με ανάγκαζε να συζητώ σαν να είχα κάποιο συνομιλητή, και μου ήταν εύκολο να διασκεδάσω με τον ίδιο τον εαυτό μου, γιατί η μέρα και οι διακοπτόμενες συζητήσεις μου άφηναν την ήσυχη διαβεβαίωση ότι η συνομιλία μου με τους άλλους θα ξανάρχιζε την επαύριο ωστόσο τρεφόμουν στη μοναξιά. Πραγματικά, εκείνα τα χρόνια ο χρόνος εμφανιζόταν μόνον όταν κοιμόμουν ή ξανασκεφτόμουν το παρελθόν. Τα δύο πράγματα γίνονταν ένα, γιατί έβγαινα — ξυπνούσα — ξαναβλέποντας το φως και το παρόν με την ίδια δύσπιστη ανατριχίλα. Η ευχαρίστησή μου να επιστρέφω στον κόσμο, ήταν κάθε φορά ανανεωμένη.

Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι οι γέροι, οι οποίοι κοιμούνται ελάχιστα, περνούν τις ώρες του ξύπνου, και ιδιαίτερα εκείνες της αυγής, αναλογιζόμενοι το παρελθόν. Να είσαι ξύπνιος σημαίνει να σκέφτεσαι και να ζεις, να περιμένεις το φως και ν’ ανυπομονείς. Όντας γέροι και εξοικειωμένοι με το χρόνο, οι πείσμονες αισθήσεις τους και το αδύναμο αίμα τους θα έπρεπε να είχαν ανάγκη περισσότερο από τον πάταγο και το θόρυβο της ζωής. Αυτή η ζωή ήταν καμωμένη από πρόσωπα και πράγματα, από κρότους και φωνές, ήταν μια συνεχής ανταπόκριση, μια κίνηση που δεν είχε παρελθόν. Δεν καταλάβαινα αν θα μου ήταν βολετό να σταματήσω, έστω και από πλήξη και ν’ αφεθώ, όπως εκείνοι, στις αναμνήσεις. Που θα σήμαινε να νιώθεις το χρόνο και το θάνατο.



Όσο για μένα, ακόμα και οι πιο μακρινές αναμνήσεις με εξέπλητταν σαν αποκαλύψεις. Ήταν επίσης άλλο τόσο ζωηρές που με ξανατοποθετούσαν στο παρόν. Το πιο περίεργο γεγονός — αν και συχνά το προκαλούσα στην τέχνη — ήταν το ν’ αντιλαμβάνομαι ότι μια χειρονομία, κάποιο χρώμα, μια φωνή, τα είχα ήδη γνωρίσει ή ακούσει ποιος ξέρει πότε, και γι’ αυτό ανάβλυζαν από την ίδια τη συνείδησή μου μάλλον παρά από τα πράγματα γύρω μου. Με αυτή την υποψία, με αυτή τη βεβαιότητα να αισθάνομαι ριζωμένος στον κόσμο, δοκίμαζα έναν συγκρατημένο ενθουσιασμό, που, αν και εκ φύσεως ήταν περιορισμένος στα μάτια μου και στο κορμί μου, κατόρθωνε να με συνταράξει στο πέρασμά του όπως μια ανθρώπινη συνάντηση. Κι αυτά τα πάντοτε αναπάντεχα ξυπνήματα είχαν πραγματικά κάτι από την παρουσία κάποιου άλλου, την παρουσία ενός φίλου κι ακόμα κάτι από εκείνη τη σιωπηλή παρουσία αυτού που γρήγορα θα γίνει φίλος και που σιωπώντας περπατά στο πλευρό μας και μας κοιτά. 

Πράγματα που δεν είχαν ειπωθεί διαφαίνονταν στο βάθος στη στιγμή όπως ένα αντικείμενο γνωστό φαντάζει στο νερό του πυθμένα μιας στέρνας, και θ’ αρκούσε λίγη τόλμη να βουτήξεις το χέρι σου, και ν’ αγγίξεις τη μακρινή ασύλληπτη παρουσία. Αυτό συνέβαινε ιδιαίτερα πάνω στην αλλαγή των εποχών, όταν ο αέρας διαπερνιέται ολόκληρος από τα ρίγη του παρελθόντος, που δροσερά κι ανέλπιστα μας ξαναφέρνουν παλιές βεβαιότητες. Αυτό το παρελθόν, αυτά τά ρίγη, σαν να μου χάριζαν πρόσθετη ζωή, σάμπως την αίσθηση ότι κάτω από την εύθραυστη στιγμή να είχε συγκεντρωθεί ένας θησαυρός δικός μου που έπρεπε μόνο ν’ αναγνωρίσω.




Γι’ αυτό κάποιες νύχτες του Απρίλη ή του Οκτώβρη τίποτα δεν αγαπούσα περισσότερο, ξαναμπαίνοντας στο σπίτι μετά από πολλή συζήτηση με κάποιο φίλο συνομήλικο, από το να καθυστερούμε τον αποχαιρετισμό. Σιωπούσαμε ή συζητούσαμε για πράγματα αδιάφορα· στον αέρα περνούσαν φώτα αμυδρά, ήχοι, φωνές μακρινές. Μέσα από τις γωνίες στις στέγες κοίταζαν πού και πού τ’ αστέρια, κι άλλοτε μέσα από τα κλώνια κάποιου δέντρου. Όπως σ’ ένα παράξενο παιγνίδι ανέτειλε η σελήνη: σχεδιάζοντας θέατρα σκιών ανάμεσα στα σπίτια ή πάνω στο λόφο πέρα απ’ το ποτάμι κομματιασμένη πάνω στα χόρτα και χυμένη στον ουρανό.

Ο φίλος μου λούφαζε ακίνητος· εγώ ένιωθα να με διαπερνά στις αισθήσεις, στο δέρμα, η πνοή από άλλες νύχτες σαν και τούτη.




Είναι η σελήνη, του αμπελιού!

Ένα βράδυ, η σελήνη ανέτειλε στο φρύδι του λόφου. Οι μακρινές λεύκες ήταν μαύρες· η σελήνη, τεράστια, γεμάτη. Σταματήσαμε. Εγώ είπα: 

«Όλα τα χρόνια, αν και ποτέ δεν θυμάμαι καλά, τον Σεπτέμβρη η σελήνη είναι η ίδια. Εσύ το ήξερες ότι ήταν κίτρινη;»

Ο φίλος κοίταξε τη σελήνη, και συλλογιζόταν. Μου φαινόταν πραγματικά ότι δεν την είχα δει ποτέ έτσι, ενώ είχα συγχρόνως μια γεύση στο στόμα ότι χαιρετίζω σ’ αυτή κάτι το παλιό, κάτι το παιδικό, τόσο που είπα: 

«Είναι η σελήνη, του αμπελιού! Από μωρό πίστευα ότι τα τσαμπιά των σταφυλιών τα κάνει και τα ωριμάζει η σελήνη».
«Δεν ξέρω», είπε ο φίλος. «Για μένα είναι πάντα ίδια».

Τώρα το ρίγος μού πέρασε και η σελήνη με τη γεύση της του τρύγου μάς κοίταζε και τους δυο, σαν μια ύπαρξη που γνώριζα και ξανασυναντούσα. Και, όπως για μια ύπαρξη, το παρελθόν της δεν μετρούσε για μένα που ήμουν νέος και είχα καταφέρει να της πάω αντίθετα και να της μιλήσω, και ν’ ανεβώ μέχρι κει πάνω ανάμεσα στις λεύκες, μες στους γλυκούς ατμούς του θέρους που από πάντα υπάρχουν και ποτέ δεν γερνούν. 




Ο φίλος μου σιωπούσε, κι εγώ σκεφτόμουν ήδη την ευχαρίστηση που θα δοκίμαζα την επαύριο, φέρνοντας μαζί μου κάτω από τον ήλιο τη βεβαιότητα ότι και η νύχτα επίσης είναι ζωντανή.

Έτσι περνούσαν εκείνες οι μέρες μου, μονότονες και δροσερές, μες στις καινοτομίες τους. Δεν φανταζόμουν πως μια μέρα θ’ αντίκριζα τη χαρμόσυνη αναστάτωσή τους σαν μια σταματημένη ανάμνηση.

Τσέζαρε Παβέζε, Ο χρόνος, Ο κύριος Πέτρος και άλλα διηγήματα, 
Οι κλασικοί της Νεφέλης


Cesare Pavese, έργο του Poalo Galetto
_________