Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζώα ως άνθρωποι.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζώα ως άνθρωποι.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

«....ήταν απ' αυτούς τους ανεξάρτητους τύπους….», Maria Stone, Υπέροχο πλάσμα


Yoko Tanji, Japanese Illustrator 

Φοβόμουνα μην πληγωθώ.......

Εντάξει
, τα 'θελα κι εγώ, όμως αυτός με πολιόρκησε. Με ακολούθησε, με περιτριγύριζε. Έκανε κύκλους γύρω μου, αργά, σταθερά, ώσπου με πλησίασε και με άγγιξε. Τρυφερά. Εγώ φοβόμουν στην αρχή, φοβόμουνα τη δέσμευση• ζούσα για χρόνια μόνη, όχι ακριβώς ευτυχισμένη, μα βολεμένη στις ρουτίνες μου. Φοβόμουνα μην πληγωθώ. Όμως εν τέλει δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ σ’ αυτές τις πράσινες ματάρες και την καστανόξανθη χαίτη. Του άνοιξα το σπίτι μου και την καρδιά μου.
Και ξαφνικά η ζωή μου άλλαξε. Επιτέλους είχα κάποιον δικό μου, κάποιον άλλο να σκεφτώ εκτός από το άθλιο σαρκίο μου. Μετά απ’ όλη αυτή τη μοναξιά κάποιος μ’ αγάπησε. Η τύχη μου γύρισε. Ένοιωθα εκείνο το ξεχασμένο συναίσθημα: ευτυχία! Πολλές φορές με τσάκωνα να σιγοτραγουδάω. Είχα κάποιον ν' αγαπάω και να φροντίζω - όχι ότι ήθελε και πολλή φροντίδα, ήταν απ' αυτούς τους ανεξάρτητους τύπους. Ευγενικός και τρυφερός, μα αισθανόμουν ότι πάντοτε κρατούσε μια ανεπαίσθητη απόσταση. Είναι νωρίς, έλεγα μέσα μου, θα συνηθίσει.

Aurélia, Corinne Reignier. Woman with black cat


Όταν ερχόταν στο κρεβάτι μου ήταν αξιολάτρευτος....

Τον φώναξα «υπέροχο πλάσμα». Ήταν. Ήταν η ομορφιά και η τελειότητα ενσαρκωμένες. Δεν χόρταινα να κοιτάξω αυτά τα πράσινα μάτια που μισόκλειναν ράθυμα και το λεπτό, μυώδες σώμα του. Μερικές φορές μοιραζόμασταν ένα καλό γεύμα. Ποτέ δεν έτρωγε πολύ, μα πάντα χαμογελούσε ικανοποιημένος. Όταν ερχόταν στο κρεβάτι μου ήταν αξιολάτρευτος. Στην αρχή τρυφερός, ύστερα άγριος (μερικές φορές μου άφηνε σημάδια, μα ήξερα πως δεν το κάνει επίτηδες) και πάντα παιχνιδιάρης, του 'λεγα γλυκόλογα και οι μικρές φωνούλες του με κάνανε να λιώνω. Όταν χορταίναμε χάδια και παιχνίδια φώλιαζε στην αγκαλιά μου με κλειστά τα μάτια κι εγώ χάιδευα το απαλό κορμί του. Τρυφερά. Όμως ποτέ δεν καταδέχτηκε να μείνει και να κοιμηθεί μαζί μου. Όσο κι αν τον παρακαλούσα. πάντα μου γύρναγε την πλάτη κι έφευγε. Μα πάντα ξαναρχόταν.

Πέρασαν έτσι μερικοί ευτυχισμένοι μήνες. Μα το υπέροχο πλάσμα μου αντί να συνηθίσει μαζί μου άρχισε να γίνεται νευρικό. Μερικές φορές τον έβλεπα να με κοιτάει σιωπηλός λες και με ζύγιζε, λες και περίμενε να κάνω κάποιο λάθος. Εκείνη η μικρή απόσταση μεγάλωνε. Όλο και πιο συχνά χανότανε τα βράδια, δεν απαντούσε, έκανα μέρες να τον δω. Κι όταν ερχόταν, τις μισές φορές ήταν απόμακρος, ούτε να πλησιάσει το κρεβάτι. Πολλές φορές δε μ' άφηνε ούτε να τον αγκαλιάσω. Εγώ ήμουν τρομοκρατημένη και του '
κανα όλα τα χατίρια, ανεχόμουν κάθε του καπρίτσιο, δεν τόλμαγα να τον πιέσω γιατί φοβόμουν μην τον χάσω.

Gato by Nuno Rodrigues: PAINTED BY MOUTH


I will not reign, 
to serve I disdain, 
the cat I remain

Δεν βασιλεύω
Δεν καταδέχομαι να υπηρετώ
Παραμένω η Γάτα

[Από την πλακέτα που βρίσκεται στο γατόσπιτο της οδού Άγρας 21 στο Μετς]



Noma Bliss


Ήταν πολύ καλό για να 'ναι αληθινό.....

Δεν τα κατάφερα. Την τελευταία φορά που ήρθε ήταν πολύ ψυχρός. Κατάλαβα ότι δεν θα τον ξαναδώ. Ήταν πολύ καλό για να 'ναι αληθινό.

Πλάνταξα στο  κλάμα. Έκλαιγα βδομάδες. Ό,τι κι αν έκαναν οι φίλοι μου ήμουν απαρηγόρητη.

Ακόμα είμαι. Πέρασε καιρός, σιγά σιγά ξαναβρήκα τους μοναχικούς ρυθμούς μου, όμως μου λείπει το υπέροχο πλάσμα. Πολύ. Τα άδεια βράδια ανοίγονται μπροστά μου σα βάραθρα που χάσκουν να με καταπιούν. Προσπαθώ να τα γεμίσω με δουλειά μα δε γεμίζουν. Οι φίλοι μου μου λένε «βρες κάποιον άλλον» όμως, όσους κι αν είδα, κανείς δεν είναι σαν κι αυτόν. Όσο κι αν ψάξω δεν το πιστεύω ότι θα ξαναβρώ τόσο τρυφερό και όμορφο γάτο.


Maria Stone, Υπέροχο πλάσμα, 
Η αποτυχημένη πριγκίπισσα και άλλες ιστορίες με κακό τέλος, 
εκδόσεις ΚΟΑΝ


Yoko Tanji, Japanese Illustrator 




Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Η ενάρετος ορνιθούλα κι ο λιμοκοντόρος πετεινός, Εμμανουήλ Ροΐδης


Πόσον απατώνται οι θεωρούντες άλογα τα ζώα...

Εξ όσων ηυτύχησα ή εδυστύχησα να γνωρίσω είμαι, πιστεύω, ο μόνος άνθρωπος όστις, αν τον ωνόμαζαν ζώον, δεν θα εθεώρει τούτο ως προσβολήν. Όσον συναναστρέφομαι τα ζώα, τόσον μάλλον πείθομαι, ότι δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των ανθρώπων καμμία διαφορά, ως ηθέλησαν παραδοξολόγοι τινές να ισχυρισθώσιν, αλλά μόνον ότι τα πράγματα, κατά τα οποία διαφέρομεν από τα ζώα, δεν αποδεικνύουν όλα την ανθρωπίνην υπεροχήν.

Το κυρίως διακρίνον αυτά από ημάς είνε ότι παρέλαβον από τους ανθρώπους όσα έχουσιν ούτοι καλά, και απέφυγαν να μιμηθώσι τα άχρηστα, τα επιβλαβή και τα γελοία. Ουδέποτε έγεινε λόγος μεταξύ αυτών περί επισκέψεων του νέου έτους, ούτε περί καπνίσματος, ούτε περί φόρου επί του καπνού η οιουδήποτε άλλου· δεν χαρτοπαικτούσι, δεν πίνουσι παρά νερόν ή γάλα όταν είνε μικρά· δεν συντηρούν στρατούς, αγνοούν τι θα ειπή πατρίς και ιδιοκτησία, και εκ τούτου ούτε δίκας εγείρουσιν ούτε κινούσι πολέμους, αλλά μόνον μονομαχίας περί πραγμάτων τα οποία ενδιαφέρουσιν αυτά αμέσως και προσωπικώς, περί της νομής λ. χ. πολυχλόου τινός λειμώνος ή της ευνοίας ωραίας τινός ομοφύλου των, γάτας, σκύλας, λεαίνης, φοράδας ή ελαφίνας.

Και αυτούς τους οικογενειακούς δεσμούς περιώρισαν εις μόνους τους αναγκαίους και τους μη οχληρούς. Έχουσι μεν πατέρα και μητέρα, ούτε θείους όμως ούτε εξαδέλφους ούτε πάππους ούτε εγγόνους, και το κυριώτερον ούτε πενθερούς ούτε πενθεράς...

Ζώντα κατά το ευαγγελικόν παράγγελμα με ό,τι στείλη εις αυτά η πρόνοια του Θεού, δεν υπόκεινται εις την υποχρέωσιν να συντάξωσι διαθήκην και αγνοούσιν ότι υπάρχουσιν εις τον κόσμον συμβολαιογράφοι, όπως και δήμιοι, δικαστήρια, ιατροί, ειρκταί, στρατώνες, νοσοκομεία, πτωχοκομεία και οικονομικά μαγειρεία. Ταύτα λέγων ουδόλως εννοώ ν' αμφισβητήσω των πραγμάτων τούτων την χρησιμότητα και την ανάγκην, αλλά να είπω ότι δύσκολον είνε να μακαρίσωμεν τον άνθρωπον δι' όσα κατέστησεν αναγκαία η κακή ποιότης του σώματος και της ψυχής του, ή να θεωρήσωμεν ως μικρόν πλεονέκτημα των ζώων το να δύνανται να τρώγουν χωρίς μαγείρους, να ενδύωνται χωρίς ράπτας, να νυμφεύωνται χωρίς παπά, να γεννώνται άνευ της βοηθείας μαμμής και ν' αποθνήσκουν άνευ της συμπράξεως τον ιατρού ή του δημίου.

Τα ανωτέρω αρκούσι, πιστεύομεν, ν' αποδείξωσι πόσον απατώνται οι θεωρούντες άλογα τα ζώα. Αληθές είνε, ότι πλησιάζει να εκλείψη η γενεά των φιλοσόφων θεωρούντων αυτά ως είδος μηχανών, κινουμένων υπό μυστηριώδους τινός δυνάμεως, καθ' ον περίπου τρόπον κινεί ο ατμός τας μηχανάς των ατμόπλοιων ή, στρέφει ο άνεμος τας πτέρυγας των ανεμομύλων. Την δύναμιν ταύτην ωνόμασαν ένστικτον, κατά την συνήθειαν των σοφών ν' αρκώνται να βαπτίζωσιν όσα δεν δύνανται να εξηγήσωσι, και εθεώρουν αυτήν ως ουδέν έχουσαν κοινόν προς την ψυχήν και την διάνοιαν των ανθρώπων και εκ τούτου ανεπίδεκτον αθανασίας. Η γνώμη αύτη απηρχαιώθη πριν ή γηράση, πολλοί όμως απομένουσιν ακόμη οι στέργοντες μεν να παραδεχθώσιν ότι έχουσι και τα ζώα ψυχήν, αλλά πεισματικώς ισχυριζόμενοι ότι τα πάθη, και τα αισθήματα της ζωικής ταύτης ψυχής ουδέν έχουσι κοινόν προς τα της ανθρωπίνης. 


Η σεμνή ορνιθούλα και ο "καρδιοσφάκτης" πετεινός..

Προς πλήρη απόδειξιν ότι και κατά τούτο απατώνται, ότι όχι μόνον εν συνόλω και χονδρικώς, αλλά και εις αυτάς τας λεπτοτάτας του αισθήματος αποχρώσεις ομοιάζουσι πολλάκις ως δίδυμοι αδελφαί αι ψυχαί των ζώων και των ανθρώπων, νομίζω αρκούσαν την κατωτέρω εκ του ορνιθώνος μου ιστορίαν.

Εις τον ορνιθώνα ή μάλλον την αυλήν του αγροτικού εν Χίω πύργου, όπου έμενα το θέρος πριν το κρημνίση ο σεισμός, συνέζη χαριτωμένον και αγαπημένον ανδρόγυνον, αποτελούμενον εκ πετειναρίου και ορνιθούλας, του είδους το οποίον ονομάζουν λειόπτερον οι ορνιθολόγοι και αγνοώ πώς οι ορνιθοτρόφοι. Διακριτικά αυτού σημεία είνε το μικρόν μάλλον ανάστημα, το λευκόν χρώμα, η μεταξίνη των πτερών απαλότης, η χάρις και η ευκινησία. Όταν εκούρνιαζαν κρύπτοντα την κεφαλήν των, ενόμιζε τις ότι βλέπει δυο βώλους χιόνος και τα ανορθωμένα πτερά των ωμοίαζον όταν έσειεν ο άνεμος νιφάδας.

Μόνος ο αγαπών τα ζώα και τερπόμενος εις την λεπτομερή παρατήρησιν, ουχί μόνον των γενών και των ειδών ως ο επιστήμων, αλλά και των ατόμων, κατορθώνει διά του χρόνου να διακρίνη εις την φυσιογνωμίαν και τας εξής αυτών παραλλαγάς, εκ των οποίων δύναται ασφαλώς να εικασθή εκάστου ζώου, όπως και εκάστου ανθρώπου, ο ηθικός χαρακτήρ. 

Ούτω λ. χ. η λευκή ορνιθούλα μου ήτο τύπος καλής συζύγου και οικοκυράς τιμίας, σεμνής, πάντοτε καθαράς και καλοκτενισμένης, άνευ όμως πολυτελείας ή περισσής φιλαρεσκείας. 

Ο πετεινός απ' εναντίας ήτο τύπος λιμοκοντόρου, δανδή, καλλωπιστού, λέοντος, λεβέντη ή όπως άλλως ονομάζονται κατά καιρούς και τόπους οι αγαπώντες να κορδώνωνται, να καμαρώνωνται και να λαμβάνωσιν ήθος καρδιοσφάκτου και κατακτητού. Πλην της συμπεριφοράς και αυτός ο τόνος της φωνής του τον έκαμνε να ομοιάζη λιγωμένον τενορίνον.

Και τοιούτος όμως ων έζη καλά με την όρνιθά του, την επεριποιείτο, την συνώδευεν εις τον περίπατον, και κατά την ώραν του δείπνου την άφινε να πρωτοφάγη. Εις την τοιαύτην διαγωγήν του συνετέλει κατά πολύ και η έμφυτος συνήθεια των πετεινών και των ορνίθων να μη σμίγωσιν, ως οι σκύλοι, με άλλας του γένους των φυλάς παρά μόνον εν ελλείψει ομοφύλων, άλλη δε λειόπτερη κόττα δεν υπήρχεν εις την αυλήν εκείνην καμμία.



Το άστατον πετεινάριον και η κόττα-κοκότα

Το έμφυτον όμως τούτο φυλετικόν αίσθημα δεν ήτο, ως φαίνεται, ικανώς ανεπτυγμένον, ώστε να υπερνικήση τας εφόδους του διεστραμμένου του πετεινού μου ατομικού χαρακτήρος. Πολλά σημεία μ' έκαμναν από τίνων ημερών να υποπτεύω, ότι το αχρείον πετεινάρι, του οποίου εθαύμαζα την συζυγικήν πίστιν, ήρχιζε να κυνηγά μίαν μικράν όρνιθα, η οποία δεν ήτο βεβαίως ομόγυλος του, αλλ' ανήκεν εις άλλην κάπως συγγενή φυλήν την λεγομένην περιβολάρικην. Δεν ήτο μεν όσον η σύζυγός του εύμορφη, αλλά εύχαρις, ζωηρά, πλουμιστή ως πέρδικα και από το πρωί υαλιστή και συγυρισμένη επεριπάτει με κεφαλήν υψηλά, εσείετο ως σεισούρα και πολύ περισσότερο παρά φρόνιμη κόττα ωμοίαζε κοκότα.



Ο άστατος εγλυκοσάλιαζε κατ' αρχάς με κάποιαν συστολήν, αλλά βαθμηδόν κατήντησε να μη φοβήται τίποτε και να μη εντρέπεται κανένα. Ηκολούθει την πλουμισμένην εις όλας τας γωνίας, εξελαρυγγίζετο εκφωνών τους ωραιότερους του σκοπούς και εσκάλιζε το χώμα διά να εύρη σκουλήκια διά την αγαπημένην του. Την εξέθεσε τόσον πολύ, ώστε έπαυσαν να την συναναστρέφονται όσαι όρνιθες εφρόντιζαν διά την υπόληψίν των.

Η εγκαταλειφθείσα σύζυγος θα υπέφερε βεβαίως πολύ, αλλ' η υπερηφάνεια και η αξιοπρέπεια αυτής της επέβαλλαν να κρύπτη την λύπην της. Δεν ηδυνάμην να μη την θαυμάσω όταν την έβλεπα να βηματίζη εις την αυλήν πάντοτε μόνη και να περνά πλησίον του απίστου και της ερωμένης του, υποκρινομένη ότι μόνη δεν βλέπει όσα εβλεπον όλοι. Πολλάκις μ' ήλθεν όρεξις να τουφεκίσω απ' το παράθυρον την αμαρτωλήν όρνιθα διά ν'απαλλάξω την ενάρετον από τα βάσανα της εγκαταλείψεως και της ζηλείας, αλλά μ' επρόλαβεν η θεία δίκη.



Η τιμωρία της πλουμισμένης αμαρτωλής...

Από το πολύ ίσως τσιμποφίλημα εξύπνησεν ένα πρωί η παραλυμένη κόττα με ορνιθοκόρυζαν ή, ως την λέγουν οι Χίοι, τσίφναν, κακήν αρρώστειαν δι' όλα τα πτερωτά. Λησμονήσας τας παρεκτροπάς αυτής εξ ελέους προς τα βάσανα της διέταξα την υπηρέτριαν να κάμη ό,τι ημπορεί διά να την σώση. Αληθές είνε ότι προ τινων ημερών είχα όρεξιν να τουφεκίσω την μοιχαλίδα, αλλ' εις ταύτα δεν υπάρχει αντίφασις καμμία. Οι καλοί άνθρωποι, μετά των οποίων έχω την αξίωσιν να συγκαταλέγωμαι, είνε ικανοί να πράξωσι τα πάντα εν τω βρασμώ της οργής των κατά των αχρείων, αλλά δεν δύνανται να βλέπουν να υποφέρη κανένας.

Η χειρούργισσα έκαμε την εγχείρησιν της τσίφνας καθ' όλους τους κανόνας της τέχνης, εξαιρέσασα διά βελόνης τον φράσσοντα την αναπνοήν υμένα ή λεπάκι, καυτηριάσασα την πληγήν δι'όξους και αλείψασα έπειτα αυτήν διά μίγματος μέλιτος και βουτύρου. Ουδέν όμως ωφέλησε και η αμαρτωλή εξέπνευσε το εσπέρας εντελώς όμως ιατρευμένη, ως ελεγεν ο ιατρός τον Μολιέρου, οσάκις συνέβαινεν ο ασθενής του ν' αποθάνη.


Η επιστροφή του ασώτου....

Την επιούσαν ευρέθη ο άπιστος πετεινός χήρος της ερωμένης του και μαλωμένος με την νόμιμον σύζυγόν του. Η θέσις του ήτο αληθώς αξιολύπητος.

Κατά την ώραν του προγεύματος ήλθε να κλωθογυρίση περί την άσπρην όρνιθα, μετά δειλίας όμως και συστολής, ως σύζυγος αισθανόμενος ότι έχει όλα τα άδικα και μη βέβαιος αν θα συγχωρηθώσιν. Εκείνη εκαμώνετο ότι δεν τον βλέπει. Κατά το γεύμα ήλθε να λάβη την πρώτην παρά την πλευράν της συνήθη θέσιν του, έτι μάλλον ταπεινός και ζαρωμένος, αλλά και πάλιν έμεινε ψυχρά τρώγουσα με μεγάλην όρεξιν τα πίτυρα και το σιτάρι και υποκρινομένη ότι δεν εννοεί την όρεξιν συμφιλιώσεως του μετανοούντος.

Πάντα ταύτα όμως ήσαν κωμωδία, της οποίας εύκολον ήτο να μαντεύση τις την ευτυχή λύσιν. Προ της δύσεως τω όντι του ηλίου ετελείωσεν η παράστασις της κωμωδίας και εισήλθον μαζί εις το αυτό διαμέρισμα του ορνιθώνος. Φαίνεται ότι είχαν πολλά να ειπούν, διότι όταν εξήλθε την επιούσαν εφαίνετο η ορνιθούλα πολύ μεν ευχαριστημένη, αλλά και κάπως κουρασμένη.

Μετά την ανωτέρω αψευδή διήγησιν δύναμαι να ερωτήσω τους υποτιμητάς του πνεύματος των ζώων, ποίαν άλλην αξιοπρεπεστέραν της όρνιθας ταύτης διαγωγήν θα ηδύνατο πολύπειρος μήτηρ να συμβουλεύση την θυγατέρα της εις ομοίαν περίστασιν να τηρήση;

Εμμανουήλ Ροΐδης, Ιστορία ορνιθώνος
«Σκριπ», 1 Ιανουαρίου 1897


«Είμαι ο ταύρος που σκότωσε ο ματαντόρ Μανουέλ Μαρτίν», Ι. Καμπανέλλης




Είμαι ο ταύρος που σκότωσε ο ματαντόρ Μανουέλ Μαρτίν....

Μια και βρέθηκα στην Ισπανία, θα ήταν παράλειψη να μη παρακολουθήσω μια ταυρομαχία. Ομολογώ πως έχει πολύ ενδιαφέρον — τόσο από πλευράς ταυρομάχων, όσο και από πλευράς θεατών. Επειδή τυχαίνει να γράφω, είχα σκεφτεί να γράψω μια ζωντανή περιγραφή. Βγαίνοντας όμως απ’ το θέαμα αυτό σήμερα το απόγευμα, εγκατέλειψα την ιδέα, γιατί δεν μπόρεσα ν’ ανακαλύψω τίποτα το καινούριο. Όλα είναι ειπωμένα πολλές φορές, όλα είναι γνωστά. Έτσι γύρισα στο ξενοδοχείο μου, με την προοπτική να γράψω μόνο ένα γράμμα, και ύστερα να τραβήξω για το ρεστοράντε «Φόρνος».

Καθώς έγραφα το τυπικό: «Εν Μαδρίτη, τη...», ακούω χτύπημα στην πόρτα... Πηγαίνω κι ανοίγω... Ένας γκρουμ μου δίνει ένα γράμμα... Κλείνω την πόρτα... Σκίζω το φάκελο, και διαβάζω.. . Θεωρώ υποχρέωση ένα τέτοιο γράμμα να το φέρω αμέσως στη δημοσιότητα.


Plaza de Toros de Las Ventas, Madrid

Εν Μαδρίτη, τη 25-6-1960 

Αγαπητέ και πολυτιμημένε κύριε Καμπανέλλη,

σήμερα το απόγευμα, στην «κορίδα» της «Πλάσα ντε Τόρος ντε Μαδρίδ», παρακολουθήσατε το θάνατό μου. Είμαι ο ταύρος που σκότωσε ο ματαντόρ Μανουέλ Μαρτίν. Ανάμεσα στις χιλιάδες κυρίες και κυρίους, που χειροκροτήσανε και επευφημήσανε τον «άθλο» του Μανουέλ, είσαστε ο μόνος που μείνατε σιωπηλός. Το πρόσεξα, παρ’ όλο που ήταν οι τελευταίες μου στιγμές, και σκέφτηκα πως ίσως κι εσείς, όπως κι εγώ, να πιστεύετε στην αθωότητά 
μου.

Σας
ορκίζομαι, πολυτιμημένε κύριε, ότι είμαι αθώος, ότι ποτέ δεν έκλεψα, ούτε σκότωσα, ούτε αναμίχθηκα σε καμιά παράνομη πολιτική οργάνωση. Με σκότωσαν, χωρίς να μου απαγγείλουν κατηγορία, χωρίς δίκη, και χωρίς να με ρωτήσουν αν θέλω να πεθάνω. Ξέρω πως είναι αργά πια για να διορθωθεί το κακό, αλλά σας γράφω το γράμμα αυτό, γιατί θέλω εσείς, έστω και μόνο εσείς, να είστε βέβαιος, απόλυτα βέβαιος, για την άδικη εκτέλεσή μου, και μάλιστα με μουσική «πάσο ντόμπλε» και με χιλιάδες «ολέ» και παλαμάκια!


"Toro" aquarelle by  Anne Larose


Τα ξένοιαστα χρόνια.....

Θέλω να
πιστέψετε, πως δεν ξέρω ούτε έκαμα στη ζωή μου τίποτα περισσότερο απ’ όσα θα σας διηγηθώ παρακάτω: Γεννήθηκα στην Κόρντοβα και μόλις πήρα να μεγαλώσω λιγάκι με μεταφέρανε σ’ ένα στάβλο όπου συχνά πυκνά ερχόντανε διάφοροι κύριοι και με κοιτάζανε και μου κάνανε κομπλιμέντα. Εκεί έτρωγα καλά, και σχεδόν κάθε μέρα με βγάζανε σε μιαν αρένα μαζί με δυο τρία παλικαράκια που παίζαμε. Κάναμε πως αγριεύαμε, με πειράζανε, τα κυνηγούσα — περνούσαμε χαρά θεού! Η ζωή κυλούσε τόσο ωραία, κάθε μέρα και κάθε ώρα, που δεν έχω τίποτα το πικρό να θυμηθώ από την εποχή εκείνη... 

Πριν λίγες μέρες, εμένα κι άλλους έντεκα ταύρους, όλους της ηλικίας μου, μας βάλανε σε κάτι βαγόνια του τρένου, που απ’ έξω γράφανε Μαδρίτη... Πήγαμε να τρελαθούμε απ’ τη χαρά μας! Θα βλέπαμε την πρωτεύουσα της Ισπανίας, μπορεί και τον ίδιο το στρατηγό Φράνκο, τον ίδιο τον καουντίλιο, που τόσα είχαμε ακούσει γι’ αυτόν!...

Το ταξίδι μας ήταν πανόραμα... - δεν χορταίναμε να βλέπουμε! Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι χωροφύλακες, με ωραία γυαλιστερά καπέλα, κι είχανε πολυβόλα κρεμασμένα στον όλμο. Τα χωριά, πάλι, ήταν γεμάτα παπάδες που κάνανε παρέα με τους χωροφύλακες: σεργιανούσαν μαζί, κουβεντιάζανε για κρατικά και θρησκευτικά ζητήματα... Πότε τους έβλεπα πάνω σε μια βέσπα ή σε λαμπρέττα: μπρος ο χωροφύλακας, πίσω ο παπάς, να έχει αγκαλιάσει τον πρώτο και να διασχίζουνε αδελφωμένοι τας «εθνικάς οδούς», όπως τις λένε... Οι χωριάτες δουλεύανε ήσυχοι στα χωράφια τους. Δείχνανε φτωχοί βέβαια, πολύ φτωχοί, αλλά δείχνανε ήσυχοι - και η ησυχία είναι μεγάλο αγαθό...

Τέλος, φθάσαμε στη Μαδρίτη!... Η συγκίνησή μας δεν περιγράφεται! Δεν μπορώ όμως να πω το ίδιο και για τη χαρά μας• γιατί, πριν καλά καλά τη δούμε, μας κλειδώσανε σε κάτι θεοσκότεινους στάβλους! Επειδή το ταξίδι μας ήταν μεγάλο και κουραστικό, έκανα τη σκέψη πως μας κλειδώσανε έτσι αυστηρά, για ν’ αναπαυθούμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Κράτησε, όμως, περισσότερο από τρεις μέρες, και μ’ έπιασε μελαγχολία. Είχα αλλιώς συνηθίσει. Ήξερα βέβαια πως κάποτε η ξένοιαστη ζωή θα τέλειωνε - ότι θα ’πρεπε να δουλέψω. Δεν είχα, όμως, ποτέ φανταστεί ότι θα ζούσα το υπόλοιπο της ζωής μου μέσα σ’ ένα στενό και σκοτεινό στάβλο... 



Στο βάθος μια πόρτα με φως, πολύ φως......

Εκεί που άρχισα να κάνω τις πιο μαύρες και απαισιόδοξες σκέψεις για τη ζωή, ήρθαν δυο συμπαθητικοί άνθρωποι, άνοιξαν την πόρτα της φυλακής μου και μου φωνάξανε: «Έξω, τόρο! Έξω!» 

Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου - ούτε στα μάτια μου! Πέρα, στο βάθος του στάβλου, έβλεπα μια πόρτα με φως, πολύ φως! Μου ήρθε να δώσω ένα πήδημα και να γίνω καπνός! Αλλά η ευγνωμοσύνη που ένιωθα και οι καλοί τρόποι που πήρα απ’ τη μητέρα μου, με συγκρατήσανε• μούγκρισα πολλά ευχαριστώ στους δυο συμπαθητικούς ανθρώπους, έτοιμος να κλάψω από χαρά. Ύστερα όρμησα - αχ, η «ελευθερία του ατόμου»!— όρμησα σαν τρελός κατά την πόρτα, που λες πως την είχε ξεχειλώσει το φως!... Ο ήλιος, ο ήλιος!... 


«Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!»..

Μόλις βγήκα, το φως με ζάλισε, με τύφλωσε, δεν μπορούσα να δω πού είμαι. Όμως ρουφούσα καθαρό αέρα, έβλεπα φως. ένιωθα ήλιο στο πετσί μου — κι άκουγα και «πάσο ντόμπλε»! (Ψοφάμε μεις οι Σπανιόλοι για «πάσο ντόμπλε»!) 

Άκουγα και φωνές: «Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!» Χιλιάδες φωνές: «Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!» Τα μάτια μου είχανε πια συνηθίσει το φως• σηκώνω το κεφάλι — και τι να δω! Βρισκόμουνα καταμεσής σε μιαν αρένα, τελείως διαφορετική από κείνη που ήξερα. Τούτη ήταν σωστό θαύμα αρχιτεκτονικής, και γύρω γύρω, ως ψηλά στον ουρανό, χιλιάδες κυρίες και κύριοι χειροκροτούσανε και φωνάζανε: «Σαλούδ, τόρο, σαλούδ!...»

Επειδή από φυσικού μου είμαι μετριόφρων ταύρος, άργησα να καταλάβω ότι όλες αυτές οι τιμές αφορούσαν εμένα. Αυτό θα το παρατηρήσατε κι εσείς!... Ευτυχώς, μόλις μπήκα στο νόημα, άρχισα να τρεχολογώ όσο μπορούσα πιο ταυρικά και να κόβω βόλτες στην αρένα... Η ζωηράδα μου άρεσε, κι οι φωνές και τα παλαμάκια πληθύνανε... «Αφού τους αρέσει», σκέφθηκα, «ας κάνω κι άλλες βόλτες — και μάλιστα πιο ταυρικές! Άνθρωποι είναι, στενοχώριες έχουνε - ας χαρούνε μια στάλα!» 

Καθώς βολτάριζα, λοιπόν, για δεύτερη φορά, είδα ότι, όπως στην Κόρντοβα έτσι και δω, μπήκαν στην αρένα για να παίξουμε τρία παλικαράκια. Αυτά, όμως, ήταν πλουσιόπαιδα, φορούσανε μεταξωτά πουκάμισα, κι οι κόκκινες μπέρτες που ανεμίζανε στα μάτια μου ήταν κι αυτές από ακριβό ύφασμα. («Μαδρίτη!» σκέφτηκα- «πρωτευουσιάνικη αρχοντιά!...») 


«...Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα!»

Παίζαμε. παίζαμε, φωνάζαμε, κυνηγιόμασταν... — ο κόσμος μάς καμάρωνε και διασκέδαζε. Μόνο που τα παλικαράκια το παρακάνανε, και παραλίγο -χωρίς να το θέλω!— να χτυπήσω με τα κέρατά μου τον Ανσέλμο Ντίας... Ύστερα όμως - θυμάστε! — η μουσική σταμάτησε κι ακούστηκαν σάλπιγγες... Μ’ αρέσανε οι σάλπιγγες... Ο κόσμος σταμάτησε τις φωνές- έγινε σιωπή. Κοίταξα να δω πού είναι ο Ανσέλμο, για να του πω να προσέχει λιγάκι!... Πόσο άσχημα θα ένιωθα, αν έτρωγε καμιά κερατιά εξ απροσεξίας! Όταν τον είδα όμως ήταν αργά. Δεν μπόρεσα να του πω τίποτα! Κρατούσε δυο μακριά ξύλα, τυλιγμένα με κίτρινο και κόκκινο κρόσσι, κι ερχότανε αργά προς τα μένα... Οι κυρίες και οι κύριοι φωνάζανε: «Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα!» Νόμιζα πως θα συνεχίζαμε το παιγνίδι μας — και όλος χαρά φώναξα κι εγώ: «...Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα!» Η άρθρωσή μου όμως δε με βοήθησε, και στραπατσάρισα τ’ όνομά του! Μόνο το «.. ,μμμο...» είπα σωστά! Δεν έκανα όμως τίποτα το ασυγχώρητο - και, στο κάτω κάτω, η πρόθεσή μου ήτανε αγνή!...

Όπως είδατε, ο Ανσέλμο το πήρε κατάκαρδα! Στύλωσε σαν καμάκια τα δύο ξύλα, κιτρίνισε από το κακό του, κι άρχισε να με κοιτά σα να του είχα σκοτώσει τη μάνα!... Αυτόματα κέρδισα και την αντιπάθεια του κοινού, που φώναζε με πολύ κακές παραινέσεις: «Βένγκα, Ανσέλμο! Βένγκα, πικαδόρ!» Οι φωνές αυτές κάνανε ακόμα πιο αιμοβόρο τον Ανσέλμο... Το ’βλεπα στα μάτια του, και στα αργά του βήματα... Αίφνης, διέκρινα και το χειρότερο: Τα κροσσωτά ξύλα είχανε στις άκρες δυο κοφτερά σιδερένια δόντια!... 


Στην αρχή καθησύχασα• σκέφτηκα πως το κρίμα μου δεν ήταν τόσο βαρύ και πως αδίκως φοβήθηκα... Να όμως που ο Ανσέλμο πηδά εκεί που δεν το περίμενα, και μου τα μπήγει στη ράχη!... Σκούζω απ’ τον πόνο, με παίρνουν τα αίματα! Οι κυρίες κι οι κύριοι φωνάζουν (σι σενιόρ): «Μπράβο, Ανσέλμο!...» Δε βαστώ, χάνω την υπομονή μου και φωνάζω: «...Ε, άι στο διάβολο!... Αστεία είν’ αυτά;...»! Κι όμως δεν έπρεπε να το πω! (Ήταν το δεύτερο μοιραίο λάθος!...) Απανωτά ο κόσμος ξαναφώναζε: «Βένγκα, πικαδόρ! Βένγκα!», κι ο Ανσέλμο, με δυο άλλα τέτοια κακά μαραφέτια, καρατάριζε πάλι την περίσταση να μου τα καρφώσει!...



«Μπράβο, Ανσέλμο! Μπράβο!...»

Μ’ έπιασε απελπισία, πίκρα, απόγνωση. Ήταν λόγος, επειδή έκανα ένα λάθος στην άρθρωση, να με τιμωρήσουν έτσι αυστηρά; Σας ερωτώ, έστω και τόσο αργά... Δεν υπήρξα ποτέ κακός ταύρος• μα, όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορούσα ν’ αφήσω αμολητό τον Ανσέλμο, να κάνει στη ράχη μου ό,τι του καπνίσει! Έσκυψα, του ’δειξα τα κέρατά μου, και του είπα: «Λυπάμαι πολύ, αλλά αν με ξαναπειράξεις, θα φας κουτουλιά!» Πού όμως να τον αφήσει ο κόσμος — και ιδιαίτερα εκείνη η χοντρή κυρία με τα πολλά δαχτυλίδια... Τι ματαιόδοξοι που είμαστε μεις οι Σπανιόλοι! Φρενιάζει ο Ανσέλμο, πηδά να με καρφώσει — πηδώ κι εγώ να του τη δώσω!... Τι το ’θελα πάλι! Πιο σβέλτος εκείνος πετυχαίνει, εγώ κουτουλώ στον αέρα, γίνομαι ρεζίλι, κι όλη η αρένα γελά εις βάρος μου, και φωνάζει: «Μπράβο, Ανσέλμο! Μπράβο!...»

Τέσσερα σιδερένια δόντια μού σκίζανε τη ράχη, και καθώς έτρεχα με δάκρυα στα μάτια να βρω ένα χριστιανό να ζητήσω μια εξήγηση για όλ’ αυτά, το αίμα μου χάραζε δρομάκια πάνω στην άμμο... 

Ο Ανσέλμο χαιρετούσε τις κυρίες και τους κυρίους, που του στέλνανε «μπράβο» και φιλιά• και στα δικά μου δίκαια παράπονα κανένας δεν έδινε την παραμικρή σημασία... Έτρεξα τότε κοντά στον Ανσέλμο, αποφασισμένος να του ζητήσω συγγνώμη και να του υποσχεθώ ότι θα πάρω μαθήματα ορθοφωνίας - έτσι που να του φωνάξω μια μέρα τ’ όνομα πιο γλυκά και σωστά, ακόμα κι απ’ την Κάρμεν Σεβίλλια! Αυτό ήταν το τρίτο μοιραίο μου λάθος! Ο κόσμος, που με είδε να τρέχω, νόμισε πως ήθελα να χτυπήσω τον Ανσέλμο μπαμπέσικα από πίσω — με συγχωρείτε! Έβαλε τις φωνές, κι ο Ανσέλμο πήδηξε το φράχτη και βγήκε απ’ την αρένα!...

Ύστερα βαλθήκανε να με γιουχάρουνε όλοι μαζί, κυρίες και κύριοι• ιδιαίτερα εκείνη η χοντρή κυρία με τα δαχτυλίδια, που σας είπα και πριν... Έτσι με πήρε για καλά η κάτω βόλτα, έχασα την ψυχραιμία μου και βάρεσα μια γερή κουτουλιά στο φράχτη!


«Ολέ, Μανουέλ!...»  


Απανωτά ακούστηκαν πάλι οι σάλπιγγες... — κι ο κόσμος, που με γιουχάϊζε, φώναξε τώρα: «Ολέ, Μανουέλ!...»

Μόλις
 τον πρωτοείδα, θέτε επειδή είχα ανάγκη να ελπίζω σε κάτι καλύτερο, θέτε επειδή είναι ωραίο παιδί, τον πήρα με καλό μάτι. Κι έπειτα - δεν είμαι ξιπασμένος, πιστέψτε με!- αλλά ήταν τόσο ωραία ντυμένος, με τόσο καλό γούστο, ώστε εύκολο ήτανε να φανταστώ ότι ένας τόσο καλόγουστος νέος θα ’ναι συνάμα και καλόκαρδος... Τον κοίταζα με τι χάρη χαιρετούσε τον κόσμο και με τι σβελτάδα σφεντόνισε πέρα το μαύρο πλατύγυρο καπέλο, με τι κομψότητα άπλωσε την κόκκινη μπέρτα του!... Σχημάτισα για τον Μανουέλ την καλύτερη γνώμη!... Δεν ήξερα, βέβαια, τι ήρθε να κάνει... - πάντως ο νους μου δεν πήγε στο κακό... Ίσως ήθελε κι αυτός να παίζαμε λιγάκι... Ας παίζαμε... Έπρεπε βέβαια να δει ότι το χάλι μου δεν ήταν για παιγνίδια. Αλλά εμείς οι Σπανιόλοι αγαπάμε τα σκληρά 
παιγνίδια...


Στην αρχή,
 ήρθε κοντά μου και μου χάιδεψε τα κέρατα... Ένιωσα αυτή τη στοργή να φτάνει ως τα φυλλοκάρδια μου!... Να, όμως, που αυτοί οι αναίστητοι που μας βλέπουνε το παίρνουνε στραβά και ουρλιάζουνε: «Μπράβο, Μανουέλ!» «Μπράβο, Μανουέλ!», αντί: «Μπράβο, τόρο!...» Γιατί, έτσι και το ’θελα, σου τον εξάπλωνα στο λεπτό για θάψιμο τον Μανουέλ! ... Το πιο δυσάρεστο είναι π’ ούτε ο ίδιος ο Μανουέλ με κατάλαβε•στράφηκε όλο καμάρι στο κοινό, και τσέπωσε τα «μπράβο!» όλα δικά του!... «Πάει», είπα• «μου τον χαλάσανε κι αυτόν!...» Και όντως• πριν καλά καλά το σκεφτώ, γυρίζει ο Μανουέλ, και με μια νταηλίδικη πόζα μού κοτσάρει κατάφατσα την μπέρτα!... Το πλήθος φωνάζει: «Βένγκα, τόρο!...» Εμένα το λένε! «Ας τους κάνω», λέω, «το χατίρι, μήπως και με συμπαθήσουνε μια στάλα...» Ορμώ, αλλά ο Μανουέλ γλιστρά ένα βηματάκι πλάι, και μου ξεφεύγει!... Γέλια για μένα, «μπράβο!» για τον Μανουέλ — που μου ξαναμοστράρει την μπέρτα!... «Γιατί όχι;» λέω- «αυτό δε με πονά- κι έπειτα, ο κόσμος μού δίνει τώρα, λίγη σημασία• μου φωνάζει: Βένγκα, τόρο!...» Χιμώ ξανά και ξανά, ίσαμε τριάντα φορές!... Μόνο που έχω γίνει ρεντίκολο, έχω λαχανιάσει, ο Μανουέλ με παίζει όπως η γάτα το ποντίκι, ο κόσμος έχει σηκωθεί και τον αποθεώνει, το όνομά του πάει ως τα σύννεφα, κι εγώ χιμώ και ξαναχιμώ και δεν καταφέρνω τίποτα!...

Από την χρυσή περίοδο της ταυρομαχίας (1920-1930), στην αρένα της Μαδρίτης. 
Ο Marcial Lalanda σε ένα άψογο πέρασμα με την κάπα που λέγεται "πέρασμα της πεταλούδας".(quite de la mariposa). Με μικρά βήματα προς τα πίσω, ο matador ελέγχει την κίνηση του ταύρου μετακινώντας την κάπα αριστερά και δεξιά πίσω από την μέση του! Αυτό απαιτεί μεγάλη γνώση των ταύρων αλλά και την προβολή κυριαρχίας της σκέψης του ταυρομάχου πάνω στο ζώο.( Φωτό από το βιβλίο του Ernest Hemingway "Death in the afternoon").

Ο Manuel Benitez el Cordobes -που τολμούσε να κάνει κι αυτό.
[Πηγή: http://www.tar.gr/content/content/print.php?id=3552]

Γιατί μπορεί να γίνουμε φονιάδες, Μανουέλ!

Ακούω εκείνη τη χοντρή κυρία... («Μα τι διάβολο! Δεν έχει άντρα, παιδιά, σπίτι; Δεν έχει τίποτα πιο καλό να κάνει, απ’ το να βλέπει να πιλατεύουνε ένα φουκαρά ταύρο;... Κι εσύ, ρε Μανουέλ, χαρά θεού παιδί, γιατί μου τα κάνεις αυτά;... Έχουμε τίποτα να μοιράσουμε;... Εγώ είμαι ταύρος, εσύ άνθρωπος... Δεν τρώμε το ίδιο φαί, ούτε σου πείραξα το κορίτσι σου!... Μόνο που στραπατσάρισα τ’ όνομα του Ανσέλμο — αυτό είναι όλο... Φώναξέ τόνε δω, να του ζητήσω συγγνώμη!... Να, μα το θεό, παρά να γίνουμε φονιάδες, φώναξέ τόνε, να του ζητήσω συγγνώμη!... Γιατί μπορεί να γίνουμε φονιάδες, Μανουέλ!...»)


Όπως βλέπετε, πολυτιμημένε κύριε, εξήντλησα όλα τα όρια συμφιλιώσεως. Και, επιπλέον: παρ’ όλο που ήμουν πτώμα στην κούραση, εξακολουθούσα, για χατίρι όλων, να κυνηγώ την μπέρτα του!... Σε μια στιγμή, του ξέσκισα με μια ξώφαλτση κερατιά το γιλέκο! Σύσσωμη η αρένα φωνάζει: «Μπράβο, τόρο! Βένγκα, τόρο!...» Μεθυσμένος, και χωρίς να ελέγχω τον εαυτό μου, ορμώ ξανά, χτυπώ στα γεμάτα τον Μανουέλ — τον τινάζω πέρα, και τρώει άμμο!... Οι κυρίες και οι κύριοι σηκώνονται πάνω, σκίζουν τα λαιμά τους, με αποθεώνουν!... Ιδιαίτερα η χοντρή κυρία με τα δαχτυλίδια!... Πίστεψα εκείνη τη στιγμή, ότι το κοινό δεν ήταν άδικο μαζί μου, ούτε υπέρ των ταυρομάχων. Πίστεψα, ακόμη, ότι ο μόνος τρόπος να σώσω την αξιοπρέπειά μου, και πιθανόν και την ακεραιότητά μου, ήταν ν’ αφήσω κατά μέρος την υπερβολική καλοσύνη και να βαράω κι εγώ!... 

Όρμησα να ξαναβαρέσω τον Μανουέλ! Αυτό όμως ήταν το τέταρτο μοιραίο λάθος μου... Με την ταυρική μου αφέλεια εξώθησα τα πράματα εις τα άκρα: ο Μανουέλ πήρε τα χτυπήματά μου σαν απόφασή μου να χτυπηθούμε έως θανάτου! Σηκώθηκε, πέταξε την μπέρτα του πέρα, και ζήτησε ένα ξίφος! Οι σάλπιγγες ξανακούστηκαν — ο κόσμος κράτησε την ανάσα του... «Μανουέλ», του είπα, «εγώ δεν θέλω να σκοτωθούμε- εσύ θέλεις;...» Δε μου απάντησε. .. Με κοίταξε όμως μ’ έναν τρόπο που μιλούσε κι έλεγε: «Τελειώνουν τ’ αστεία. Ή εσύ ή εγώ!...»




Ή εσύ ή εγώ!...

Έτσι
σιωπηλά και αδικαιολόγητα πάρθηκε η απόφαση να τον σκοτώσω ή να με σκοτώσει... Ήθελα, βέβαια, να φωνάξω και να ρωτήσω ποιος με ρώτησε μένα, αν θέλω να πεθάνω ή να γίνω φονιάς;. .. Αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια!... Ο κόσμος φώναζε μανιασμένα κι ο Μανουέλ ζύγιαζε πού να με τρυπήσει... Στάθηκα αντίκρυ του και ζύγιασα και ’γω την κερατιά που θα μ’ έσωζε μια και καλή!... Τινάχτηκα, με μια σβελτάδα που μόνο τέτοιες ώρες την αποχτάει κανείς!

Ο Μανουέλ ξαφνιάστηκε, έκανε να παραμερίσει, έμπλεξε κι έπεσε! «Μπράβο, τόρο!» φώναξε ο λαός της Μαδρίτης, και η χοντρή κυρία ξεφώνιζε: «Δεν υπάρχει κανείς ταυρομάχος εδώ;...»

Στρέφω
 τρέχοντας κι αντικρίζομαι πάλι με το Μανουέλ... Ξαναζυγιάζεται κείνος, ξαναζυγιάζομαι ’γω... Βλέπω μια τελευταία φορά πόσο ωραίο παλικάρι είναι... - ύστερα τον χάνω... και νιώθω ένα ζεστό κύμα στο λαιμό!...



"Faena"...που πάει να πει σπάνιο χτύπημα

Σαν μπόμπα σκάει ένα ουρλιαχτό... — κι ο ουρανός γεμίζει καπέλα! Ο Μανουέλ, πιο πέρα, υποκλινόταν ταπεινά... ταπεινά... Τώρα δεν κρατούσε το ξίφος του... Τρόμαξα, κι έψαξα μήπως και το δω πεσμένο στην άμμο... Μα δεν το είδα!... Σε λίγο ένιωσα τη λαβή στη ράχη μου — και την άκρη του ν’ αγγίζει το δεξί μπροστινό μου πόδι!... Το αίμα μου ’πνιγε τα μάτια, το στόμα!... Χίλιοι κακούργοι φουντώσανε μέσα μου. «Τώρα θα σκοτωθούμε για καλά!» μούγκρισα — και τράβηξα καταπάνω του. Μα κείνος μου ’ρίξε μια ψιλή περιφρονητική ματιά και ρώτησε κάποιονε τι ώρα είναι... Αυτό με τσάκισε - ή, μάλλον: μου ’δωσε να καταλάβω...
Γονάτισα στα μπροστινά πόδια — κι ύστερα έπεσα...

Το θάνατό μου τον είπανε: «φαένα» - δηλαδή: σπάνιο χτύπημα!... Έτσι, αφού μου καρφώσανε το στιλέτο στο λαιμό από λύπηση - σα δεν ντρέπονται!...— μου κόψανε τα δυο αυτιά και παρασημοφορήσανε τον Μανουέλ!... Κι όταν εμένα με σούρνανε τ’ άλογα έξω (ίσως για πούλημα στο ρεστοράντε «Φόρνος»), οι πικαδόροι περιφέρανε απλωτά την μπέρτα του Μανουέλ κι ο κόσμος έριχνε μέσα λεφτά και λουλούδια! (Ιδιαίτερα δε εκείνη η χοντρή κυρία...)

Έτσι πλήρωσα με το θάνατό μου, σήμερα το απόγεμα, ένα λάθος που δεν το ’θελα. (Εκτός αν οι λόγοι που με θανατώσανε είναι άλλοι, και αποφύγανε να μου τους μαρτυρήσουνε... — πράμα που το θεωρώ ακόμη χειρότερο.)

Με άπειρο σεβασμό... — και με την ευχή: Αν τύχει ποτέ και γίνετε ταύρος, να ’χετε καλύτερο τέλος.
Ο ταύρος που σκότωσε
στις 25 Ιουνίου 1960
ο ματαντόρ Μανουέλ Μοντίλλια 

 

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο ταύρος
Πρώτη δημοσίευση: περ. Εικόνες, το 1960 ή 1961
Άνθρωποι και ζώα στη νεοελληνική πεζογραφία
Ανθολόγηση-επιμέλεια Δημήτρης Παπακώστας, εκδόσεις Ωκεανίδα