Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλμπέρ Καμύ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλμπέρ Καμύ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

«Για σένα που ποτέ δε θα διαβάσεις αυτό το βιβλίο», Αλμπέρ Καμύ, Ο Πρώτος άνθρωπος


Η μητέρα του Καμύ, Catherine de Sintès

«Όχι, δεν είμαι καλός γιος: καλός γιος είναι αυτός που μένει»

«Το πρώτο γράμμα που παίρνει από κείνη και το συναίσθημά του μπροστά στο όνομά του γραμμένο από το χέρι της.»

«Ναι, αυτό θα ήταν το ιδεώδες, αν το βιβλίο απευθυνόταν στη μητέρα απ’ την αρχή μέχρι το τέλος - κι ο αναγνώστης μάθαινε στο τέλος μόνο, πως εκείνη δεν ξέρει να διαβάζει - ναι, αυτό θα ήταν.»

«Κι αυτό που επιθυμούσε περισσότερο στον κόσμο, να διαβάσει η μητέρα του, δηλαδή, όλα όσα ήταν η ζωή του και η σάρκα του, αυτό ήταν αδύνατο. Η αγάπη του, η μοναδική του αγάπη θα ήταν πάντα βουβή.»

______________ 

«Όχι, δεν είμαι καλός γιος: καλός γιος είναι αυτός που μένει. Εγώ γύρισα τον κόσμο. Εγώ την πρόδωσα με τις ματαιότες, τη δόξα, μ’ εκατό γυναίκες.


«Αλλά αγαπούσες μονάχα εκείνη;»

«Αχ! μήπως μόνο εκείνη δεν αγάπησα;»
____________


«Ω
 μητέρα, ω τρυφερή, αγαπημένο πλάσμα, πιο μεγάλη απ’ το χρόνο μου, πιο μεγάλη κι από την ιστορία που σε κρατούσε υποταγμένη, πιο αληθινή απ’ οτιδήποτε αγάπησα σ’ αυτό τον κόσμο, ω μητέρα, συγχώρεσε το γιο σου που εγκατέλειψε τη νύχτα της αλήθειας σου.»

______________

«Μητέρα. Η αλήθεια είναι πως παρ’ όλη την αγάπη μου δεν μπόρεσα να ζήσω μ’ αυτή την τυφλή υπομονή, δίχως φράσεις, δίχως σχέδια. Δεν μπόρεσα να ζήσω με την όλο άγνοια ζωή της. Και διέσχισα τον κόσμο, έχτισα, δημιούργησα, έκαψα τους ανθρώπους. Οι μέρες μου ήταν ξέχειλα γεμάτες - αλλά τίποτα δε γέμιζε την καρδιά μου όπως...»

_____________

Για το τέλος, εξομολόγηση στη μητέρα.

«Δε με καταλαβαίνεις κι όμως είσαι η μόνη που μπορεί να με συγχωρέσει. Πολλοί προσφέρονται να το κάνουν. Πολλοί επίσης διαλαλούν πως είμαι ένοχος και δεν είμαι τότε που μου το λένε. Άλλοι έχουν το δικαίωμα να μου το πουν και ξέρω πως έχουν δίκιο και θα έπρεπε να ζητήσω τη συγνώμη τους. Ζητάμε όμως συγνώμη από κείνους που ξέρουμε ότι μπορούν να μας συγχωρέσουν. Απλά αυτό, τη συγνώμη και όχι να μας ζητούν να την αξίζουμε, να περιμένουμε.  [Όμως] απλά να τους μιλήσουμε, να τους τα πούμε όλα και να πάρουμε τη συγνώμη τους.

 Από κείνους ή από κείνες που θα μπορούσα να τη ζητήσω, ξέρω πως κάπου στις καρδιές τους, παρά την καλή τους θέληση, δεν μπορούν κι ούτε ξέρουν να συγχωρούν. Ένα μόνο πλάσμα μπορούσε να με συγχωρέσει, όμως δεν ήμουν ποτέ ένοχος απέναντι του και του έδωσα την καρδιά μου ολόψυχα και όμως θα μπορούσα να πάω κοντά του, το έκανα συχνά, σιωπηλά, αλλά αυτό το πλάσμα πέθανε και είμαι μόνος. 

Εσύ μονάχα μπορείς να το κάνεις, όμως δε με καταλαβαίνεις και δεν μπορείς να με διαβάσεις. Γι’ αυτό σου μιλώ, σου γράφω, σ’ εσένα, μονάχα σ’ εσένα, κι όταν θα τελειώσει αυτό, θα ζητήσω συγνώμη χωρίς άλλη εξήγηση κι εσύ θα χαμογελάσεις...»

Παραρτήματα, Albert Camus, Ο πρώτος άνθρωπος, Νέα Σύνορα, Λιβάνη

Η μητέρα του Καμύ με τη φωτογραφία του γιου της, εικόνισμα
___________________

«...για ν’ αντέξει πραγματικά κανείς, δεν πρέπει να πολυθυμάται» 

«Α!» Του λέει η μητέρα του. «Τι καλά όταν είσαι εδώ. Έλα όμως το βράδυ, έτσι θα βαρεθώ λιγότερο. Κυρίως το βράδυ, το χειμώνα, σκοτεινιάζει νωρίς. Τουλάχιστον αν ήξερα να διαβάζω. Κι ούτε να πλέξω μπορώ με το φως, με πονάνε τα μάτια. Έτσι, όταν ο Ετιέν δεν είναι δω, ξαπλώνω και περιμένω την ώρα του φαγητού. Δεν περνάνε δύο ώρες έτσι. Αν είχα τις μικρές μαζί μου, θα μιλούσαμε. Έρχονται όμως και φεύγουν. Γέρασα πολύ. Ίσως μυρίζω και άσχημα. Έτσι λοιπόν, κι ολομόναχη...»

Μιλούσε γρήγορα, με μικρές απλές φράσεις που ακολουθούσαν η μια την άλλη σαν ν’ άδειαζε τη σκέψη της, σιωπηλή μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και μετά, η σκέψη στέρευε, σώπαινε πάλι, το στόμα σφιγμένο, το βλέμμα γλυκό και λυπημένο, κοιτάζοντας απ’ τα κλειστά παντζούρια της τραπεζαρίας το αποπνικτικό φως που ερχόταν απ’ το δρόμο, πάντα στην ίδια θέση, πάνω στην ίδια άβολη καρέκλα, κι ο γιος της στριφογύριζε, όπως άλλοτε, γύρω από το τραπέζι, στη μέση του δωματίου.[....]

Έλεγε ναι, ίσως ήταν όχι, έπρεπε να γυρίσει πίσω στο χρόνο, μέσα από μια μνήμη βυθισμένη στα σκοτάδια, τίποτα δεν ήταν σίγουρο. Η μνήμη των φτωχών είναι ήδη λιγότερο τροφοδοτημένη από κείνη των πλουσίων, έχει πιο λίγα σημάδια αναγνώρισης του χώρου, γιατί σπάνια εγκαταλείπουν το χώρο όπου ζουν, πιο λίγα σημάδια επίσης αναγνώρισης του χρόνου, σε μια ζωή γκρίζα και μονότονη. 


Βέβαια, υπάρχει η μνήμη της καρδιάς για την οποία λένε πως είναι η πιο σίγουρη, η καρδιά όμως φθείρεται απ’ τη θλίψη και τη δουλειά, ξεχνά πιο γρήγορα κάτω από το βάρος του μόχθου. Το χαμένο χρόνο ξαναβρίσκουν μόνο οι πλούσιοι. Για τους φτωχούς, απλά σημαδεύει, με ανάλαφρα ίχνη, το δρόμο του θανάτου. 

Κι υστέρα, για ν’ αντέξει πραγματικά κανείς, δεν πρέπει να πολυθυμάται, πρέπει να ζει μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, όπως έκανε η μητέρα του, σίγουρα αναγκασμένη κατά κάποιο τρόπο, αφού είχε αυτή την αρρώστια της νιότης της (τελικά, απ’ ό,τι έλεγε η γιαγιά, ήταν ένας τυφοειδής πυρετός. Όμως ένας τυφοειδής πυρετός δεν αφήνει τέτοια κουσούρια. Ίσως τύφος. Ή τι άλλο; Και γι’ αυτό ακόμα, μαύρο σκοτάδι), αφού αυτή η αρρώστια των νεανικών της χρόνων την άφησε κουφή και την έκανε να εκφράζεται δύσκολα, ύστερα την εμπόδισε να μάθει όλα όσα διδάσκουν ακόμα και στους απόκληρους της κοινωνίας και την εξανάγκασε έτσι στη βουβή παραίτηση, αυτός όμως ήταν και ο μόνος τρόπος που βρήκε για να αντιμετωπίσει τη ζωή της, και τι άλλο άραγε μπορούσε να κάνει, ποιος στη θέση της θα είχε βρει άλλη λύση;

Albert Camus, Ο πρώτος άνθρωπος, Νέα Σύνορα, Λιβάνη



«δεν ανήκε σ’αυτό τον κόσμο και στη χυδαιότητα των ημερών» 

Στον «Πρώτο ΄Ανθρωπο» η εικόνα της μητέρας έρχεται και επανέρχεται από τη πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Σ’αυτή την καταβύθιση στον κόσμο της παιδικής του ηλικίας, στο κυνήγι της αναζήτησης του πρόωρα χαμένου πατέρα, είναι  το πορτραίτο της μητέρας του που συμπληρώνεται  συνεχώς με μικρές, διακριτικές, αλλά απολύτως διακριτές,  ψηφίδες αγάπης.

Αυτό το σχεδόν βουβό πρόσωπο της παραδουλεύτρας στο επάγγελμα, χήρας του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, που γεννήθηκε έζησε και πέθανε στο ίδιο μέρος, της σιωπηλής και κλεισμένης στο δικό της κόσμο, λάτρεψε ο γιός της με μια λατρεία αγνή και άδολη.

Αυτήν την απούσα εν τη παρουσία της μητέρα που «δεν ανήκε πια σ’αυτό τον κόσμο και στη χυδαιότητα των ημερών» την σιωπηλή και αθόρυβη, περιγράφει στα γραπτά του, παρατηρεί, αναρωτιέται, ψυχανεμίζεται, συντηρεί οικονομικά όταν κατοικεί στη Γαλλία, επιστρέφει, επισκέπτεται και υποκλίνεται στο μεγαλείο της απλότητάς της ο γιος της.

Ισπανικής καταγωγής, μελαχροινή, με μικρή ίσια μύτη, έντονο βλέμμα, με κουρασμένη πρόωρα ομορφιά, παντοτινά όμορφη για τον ίδιο, τα χαρακτηριστικά της ξαναβρίσκει - τα αναζητά;- ο Καμύ στις πολυάριθμες γυναίκες της ζωής του.

Απομονωμένη λόγω του φυσικού της ελαττώματος σε έναν κόσμο σιωπηλό, αρκείται να παρατηρεί φευγαλέα τον γυιό της χαϊδεύοντάς τον με τη ματιά της και να αφουγκράζεται τα αισθήματά του χωρίς τίποτα να λέγεται. (Και τι να ειπωθεί με το περιορισμένο λεξιλόγιό της των 400 λέξεων, σημειώνει ο Καμύ). Καταδικασμένη από την αγραμματοσύνη της και τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης σε μια απομόνωση κοινωνική, αφήνει στον μικρό Αλμπέρ την αγωνία του εσωτερικού της κόσμου καθώς την παρατηρεί καθισμένη στην αιώνια θέση της σπάνιας ανάπαυλάς της δίπλα στο παράθυρο.

Με τη σειρά της εκείνη αγαπάει βαθιά, εσωτερικά τον γιο της, με τον τρόπο που οι παλιές γυναίκες αγαπούσαν τα παιδιά τους, χωρίς πολλά χάδια και φιλιά αλλά κρυφά καμαρώνοντάς τα σαν κάτι που αν το σφίξεις πολύ θα σπάσει, θα χαλάσει, θα χαθεί.

«Σου εύχομαι να μείνεις έτσι νέα και όμορφη, για πάντα» της γράφει τον Δεκέμβρη του 1959, λίγες μέρες πριν τον θάνατό του.

Η αθόρυβη και ταπεινή Κατρίν Σιντές-Καμύ, έκλεισε τα μάτια της το Σεπτέμβρη του ‘60, εννιά μόλις μήνες μετά τον χαμό του γιου της.


«Είμαστε όλοι ο πρώτος άνθρωπος»

Εκείνη την 4η Ιανουαρίου του 1960 το σπορ αυτοκίνητο που μεταφέρει τον Αλμπέρ Καμύ στο Παρίσι συντρίβεται πάνω σ’ ένα δέντρο, μεταξύ Σανς και Φοντενεμπλό. Ο θάνατος είναι ακαριαίος για το συγγραφέα, τον τιμημένο με το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας το 1957.

Στην τσάντα του, μεταξύ άλλων, βρίσκουν και το χειρόγραφο του μυθιστορήματος που έγραφε και που ήδη έχει έναν τίτλο: Ο Πρώτος Άνθρωπος. Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα, οι εκδόσεις Gallimard, χάρη στην επίπονη μεταγραφή του κειμένου από τη σύζυγο και την κόρη του συγγραφέα, Φρανσίν και Κατρίν Καμί, δημοσιεύουν επιτέλους αυτό το ύστατο γραπτό, έτσι ακριβώς όπως το βρήκαν: με λάθη, λέξεις που λείπουν, επαναλήψεις, ύφος αδέξιο και φράσεις δύσκαμπτες πολλές φορές, πρόσωπα που αλλάζουν όνομα από το ένα κεφάλαιο στο άλλο.

Πρόκειται για ένα πολύτιμο ντοκουμέντο, μια εξαιρετική μαρτυρία της παιδικής ηλικίας αυτού του γιου της θάλασσας, του σιρόκου και της καυτής άμμου της Αλγερίας που τόσο πολύ αγάπησε. Η ανακάλυψη της απελπισμένης αγάπης τον για τη μητέρα του και της απέραντης τρυφερότητας για τους δικούς του που δεν τους αρνήθηκε ποτέ και πάντα έλεγε γι ’ αυτούς: 

«Ήταν και είναι πιο σπουδαίοι από μένα».

Σε μια συνέντευξή τον στην εφημερίδα της Βενετίας II Gazzettino (9 Ιουλίου 1959), ο Καμύ αποκαλύπτει πως είχε σκεφτεί να ονομάσει το μυθιστόρημά του Αδάμ, «... αν ήταν δυνατό να αποδώσει μ ’ αυτό τον τίτλο μια μυθική έννοια, αν όχι μυθολογική. (...) Πράγματι, ο καθένας μας, όπως κι εγώ, είναι κατά κάποιο τρόπο ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ της δικής του ιστορίας».

Πολλοί ίσως θελήσουν να δώσουν την ερμηνεία τους στον τίτλο του βιβλίου.Η Κατρίν Καμύ παρουσιάζει τη δική της: «Όλοι αυτοί που ζουν χωρίς ν' αφήσουν ίχνη, αλλά που συγχρόνως συνθέτουν σαν άτομα τον κόσμο είναι οι πρώτοι άνθρωποι».


Le Premier Homme, d'après l’œuvre d'Albert Camus, adaptation de Jacques Ferrandez
____________

Όλος ο Καμύ είναι εδώ, σ’ αυτό το βιβλίο, σ’ αυτό το παιδί που μεγαλώνει μπροστά στα μάτια μας: ευαισθησία, αφοσίωση, γενναιοδωρία, υπερηφάνεια, ευθύτητα, υπευθυνότητα, δίψα για το απόλυτο, απαίτηση... Κι επίσης μια απληστία για τη ζωή που συνυπάρχει πάντα με μια κρυφή θλίψη, άσβεστη, σαν μόνιμη επωδός της ύπαρξής του. Ο Καμύ τραγουδάει τη λάβα της ζωής με απλότητα, αλήθεια, σκληρότητα, με γλώσσα γυμνή και λιτή.
Ο Πρώτος Άνθρωπος είναι ένα βιβλίο όπου πρωταγωνιστεί ο χρόνος. Αυτός που στερεί τη μνήμη από τους φτωχούς ανθρώπους και τους καταδικάζει στη λησμονιά και την ανωνυμία, αυτός της αποικιοκρατούμενης Αλγερίας, ο χρόνος που αφιερώνουν κάποιοι γενναιόδωροι δάσκαλοι για να σώσουν τα παιδιά από την αμάθεια και τη μιζέρια και να τα οδηγήσουν σε φωτεινούς ορίζοντες. Ο χρόνος, ανέμελος κι ευχάριστος για το παιδί με τις συντροφιές φίλων, με τα παιχνίδια, με το διάβασμα εικονογραφημένων περιοδικών, με τη δουλειά στο βαρελάδικο κι εκείνος ο άλλος, βαρετός και άχρηστος στο κατηχητικό και στο σιδεράδικο, χρόνος κλεμμένος από τα σχολικά καθήκοντά του και τις διακοπές του. Ο χρόνος που σταμάτησε θανάσιμα για τον πατέρα στις πρώτες μάχες του 1914 και που ακινητοποίησε την αναλφάβητη μητέρα, κλεισμένη στη μοναξιά του κουφού. Ήταν άραγε ο ίδιος χρόνος που σαν προμήνυμα θανάτου έκανε τον Καμύ να σταματήσει το χειρόγραφό του με τις λέξεις:

«... να πεθάνει χωρίς να επαναστατήσει» και να γράψει στο Σημειώσεις και πλάνα του: «Το βιβλίο πρέπει να σταματά απότομα»;

Αυτή η μακριά, ατελείωτη εξομολόγηση εκφράζει άπλετα τα άγχη της, τις αμφιβολίες, τους φόβους, τον πόνο της, μας κάνει να νιώσουμε το συγγραφέα του Ξένου πιο οικείο, πιο αδερφικό. Ένα βιβλίο-φίλος που δε θα μας εγκαταλείψει αφού, όπως έλεγε ο Αλμπέρ Καμύ στον Ρενέ Σαρ, 

«... δεν μπορείς να ζεις παρά με πλάσματα που σ' ελευθερώνουν, που σ’ αγαπούν με μια στοργή το ίδιο ανάλαφρη να δεχτείς, όσο δυνατή να αισθανθείς».

Σημείωμα των μεταφραστριών
Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν


Le Premier Homme, illustré par José Munoz


Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Η ριζωμένη στον Ιερό βράχο γυναίκα, το κουβάρι, ο Camus....

O Ροζέ Μιλλιέξ και ο Αλμπέρ Καμύ με τη Λητώ Κατακουζηνού στην Αθήνα (Απρίλιος 1955)

Στα ριζά της Ακρόπολης....

[...] πήραμε αριστερά την ανηφοριά να μπούμε στης Πλάκας τα στενά, που εκείνος τόσο πολύ αγαπούσε. Στα ριζά της Ακρόπολης μια πόρτα ανοιχτή τράβηξε την προσοχή μας. Σταθήκαμε να ρίξουμε μια ματιά. Αυλή ασβεστωμένη, πολύχρωμες γλάστρες με βασιλικά, μπιγκόνιες και γεράνια ολούθε, η κληματαριά, και μια φιγούρα αυστηρή, μια γυναίκα στα μαύρα καθιστή να τυλίγει ήρεμα το κουβάρι. Το νήμα της περασμένο γύρω τριγύρω στην πλάτη μιας καρέκλας.

Αναφιώτικα, 1940

Ο Camus απλά και φυσικά, σα να ’μπαινε μέσα στο σπίτι του, δρασκέλισε το κατώφλι, προχώρησε, χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού, έβγαλε προσεκτικά το νήμα απ’ την καρέκλα, το πέρασε στα δικά του χέρια και τα τέντωσε σοβαρός προς τη γυναίκα. Παραξενεμένη εκείνη στήλωσε τα πελώρια μάτια της απάνω του, τον περιεργάστηκε για λίγο, το πρόσωπό της σα να μαλάκωσε, σα να γλύκανε κάπως, κι ύστερα: «Κάθισε» του είπε απλά και του ’δειξε το κάθισμα. Κι αρχίνησε πάλι να τυλίγει ήρεμη το κουβάρι της, και ο Camus με κινήσεις ανάλογες να τη βοηθάει.

Φωτογραφία του Αυστριακού φωτογράφου Erich Lessing (Κρήτη 1955) 

Μάνα και γιος στην αυλή τους.....

Καθισμένοι χάμω στο σκαλί της πόρτας, βουβοί από συγκίνηση, παρατηρούσαμε τούτη την απίθανη, τη μοναδική, την ασύλληπτη εικόνα, να την κρατήσουμε βαθιά μέσα μας, να τη λογιόμαστε πάντα. Η γυναίκα να τυλίγει με τέχνη και σιγουριά το κουβάρι της και ο Camus να κινεί τα χέρια του μια πάνω, μια κάτω, ρυθμικά, μισοκυκλικά, οι κινήσεις τους απόλυτα συνταιριασμένες. Η ριζωμένη στον Ιερό Βράχο γυναικεία μορφή και το πιο φωτεινό πνεύμα της Γαλλίας, σε αρμονικό σύμπλεγμα. Μάνα και γιος στην αυλή τους.

«Φτάνει πια βράδιασε, ευχαριστώ» κι η γυναίκα πήρε από τον συνεπαρμένο κι άλαλο Camus το νήμα της. «Αύριο πάλι. Αν το θέτε καλώς να ορίσετε. Εδώ θα ’μαι. Μπάτε τώρα κι εσείς να πιείτε ένα νεράκι» μας προσκάλεσε, κι έβγαλε κι άλλα καθίσματα έξω. 'Όσο να καλοκαθίσουμε παρουσιάστηκε στητή, αρχοντική μ’ ένα δίσκο στο χέρι, να μας προσφέρει γλυκό του κουταλιού και φρέσκο νεράκι απ’ το κανάτι. 


«Θέτε να σας ψήσω και καφέ;» «Όχι, ευχαριστούμε, πρέπει να πηγαίνουμε τώρα, είναι αργά», και σηκωθήκαμε.

«Για δε μιλάει ο φίλος σας; άχνα δεν έβγαλε απ’ το στόμα του, αλαφροίσκιωτος είναι;» «Όχι, όχι, αλλά να, κάπου κάπου το συνηθίζει, είναι ξέρετε συγγραφέας». «Ας είναι, καλός άνθρωπος φαίνεται, κι ευγενικός».

«Ελάτε Albert φεύγουμε» και τον σκουντήσαμε ελαφρά.

Ο Camus με μια έκφραση αλλοτινή σηκώθηκε σαν αυτόματο, υποκλίθηκε βαθιά μπροστά στη γυναίκα, πήγε να της φιλήσει το χέρι, μα εκείνη το τράβηξε. 


«Δέσποτας είμαι μαθές και με προσκυνάς; μπα σε καλό σου παλικάρι μου!» κι ένα χαμόγελο φώτισε για πρώτη φορά το κλειστό πρόσωπό της. 

«Ευχαριστώ που με συντροφέψατε. Νάστε καλά, καλή στράτα παιδιά μου» και μας ξεπροβόδισε στην πόρτα της. «Αύριο πάλι».


Ο Παρθενώνας (1862) μέσα από τον φακό του Jakob August Lorent 

...από τον Παρθενώνα ξετυλίγεται το νήμα. Και δε θα σταματήσει ποτέ.

Κατηφορίζαμε σιωπηλοί, έτσι σα να μας είχε αγγίξει αερικό. Πάνωθέ μας στο βαθυγάλανο ουρανό, το νέο φεγγαράκι φώτιζε γλυκά κι απόκοσμα τα στενά δρομάκια κι η Αθήνα στα πόδια μας σιγότρεμε λαμπυριστή στο ελαφρό βοριαδάκι. Ονειροπαρμένοι όπως ήμαστε χαθήκαμε, περιπλανηθήκαμε, μπερδευτήκαμε στ’ απόμερα δρομάκια, βρεθήκαμε σ’ αδιέξοδα, δίχως ν’ ανταμώνουμε ψυχή, λες και δεν κατοικούσε κανείς εδώ ψηλά στ' Αναφιώτικα. Αποσταμένοι πια, καθίσαμε σ’ ένα πεζούλι να συνεφέρουμε κομμάτι. Κι εκεί δανά ο Camus μίλησε.

«Τούτη η γυναίκα, η μοναδική, η παντοτινή, είναι η Ελλάδα. Είναι η παράδοση. Και το κουβάρι της είναι ο χρόνος, η μοίρα, το ριζικό της. Πέρα από καταστροφές και συφορές, μακριά απ’ το θόρυβο της μηχανής, η γυναίκα τυλίγει γαλήνια το κουβάρι της». 

Και ξαφνικά με πάθος στη φωνή: «Πρωτύτερα όπως καθόμουνα αντικριστά της, να θωρώ την Ακρόπολη πάνω απ’ το κεφάλι της, πιστέψτε με το 'νιωσα πολύ έντονα, το αισθάνθηκα βαθιά μέσα μου, το είδα καθαρά. Το νήμα που κρατούσα στα χέρια μου ερχόταν από κει ψηλά. Τυλιγμένο γύρω στις Δωρικές κολόνες, κατέβαινε γραμμή στη γυναίκα, κι εγώ να βρίσκομαι για πάντα δεμένος μαζί. Ναι, από κει ψηλά, από τον Παρθενώνα ξετυλίγεται το νήμα. Και δε θα σταματήσει ποτέ. Η γυναίκα το είπε καθαρά. «Αύριο πάλι».

Λητώ Κατακουζηνού, Συντροφιά με τον Albert Camus, εκδόσεις Ερμείας, δεύτερη έκδοση 1981


Roger Milliex, Μαργαρίτα Δαλμάτη, Albert Camus στο ναό της Αφαίας.

Συντροφιά με τον Albert Camus

Το 1955 ο Αλμπέρ Καμύ έρχεται για δεύτερη φορά στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση που δέχτηκε από το γαλλικό ινστιτούτο της Αθήνας.

Είναι 42 χρονών και παίρνει μέρος ως κεντρικός ομιλητής σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, ο Καμύ φιλοξενείται στο σπίτι του μεγάλου διανοούμενου και ψυχολόγου, Άγγελου Κατακουζηνού.

Το σπίτι του Κατακουζηνού γίνεται το ιδανικό σκηνικό ενός «γαλλικού» κύκλου Ελλήνων συγγραφέων, ποιητών και καλλιτεχνών οι οποίοι συγκεντρώνονται γύρω από τον Καμύ. Σε εκείνο το αθηναϊκό σπίτι της Λεωφόρου Αμαλίας 4, το γεμάτο αγάλματα και πίνακες ζωγραφικής, ο γάλλος συγγραφέας θα χτίσει στενές φιλίες, ενώ ολόκληρη η εμπειρία της συγκατοίκησης μαζί του θα αποτελέσει το υλικό ενός βιβλίου που θα εκδώσει η σύζυγος του Άγγελου Κατακουζηνού, Λητώ το 1960.


Το τελευταίο ταξίδι του στην Ελλάδα ήταν τον Ιούνιο του 1959, δυο χρόνια αφού είχε πάρει το Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας και έναν χρόνο προτού γνωρίσει σε αυτοκινητιστικό ατύχημα «το πιο παράλογο θάνατο». Τον Ιανουάριο του 1960, θα πεθάνει ακαριαία σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το αυτοκίνητο οδηγούσε ο εκδότης και φίλος του Michel Gallimard.Ο Καμύ σκοτώθηκε επί τόπου. Σ’ ένα χωράφι βρέθηκε το ρολόι του ταμπλό, σταματημένο στις 2 παρά 5 το μεσημέρι. Ο Καμύ έλεγε συχνά στους φίλους του πως δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από το θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από το θάνατο σε τροχαίο ατύχημα.

Albert Camus, Michel Gallimard (1958) στην Ελλάδα


Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

«Μπράβο, κουνούπι. Πέτυχες», Albert Camus, Ο πρώτος άνθρωπος


Η μόνη πατρική χειρονομία της παιδικής του ηλικίας....

ΑΥΤΟΣ δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα του Ζακ, όμως του μιλούσε για κείνον συχνά, με τρόπο σχεδόν μυθολογικό και, σε κάθε περίπτωση, στην κατάλληλη στιγμή, μπόρεσε ν’ αντικαταστήσει αυτόν τον πατέρα. 

Γι’ αυτό ο Ζακ δεν τον ξέχασε ποτέ, λες και, ενώ δεν είχε νιώσει ποτέ πραγματικά την απουσία του πατέρα που δε γνώρισε, παρ’ όλ’ αυτά αναγνώρισε υποσυνείδητα, στην αρχή όταν ήταν παιδί, ύστερα σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, τη μόνη πατρική χειρονομία, συνετή συνάμα κι αποφασιστική, που του έλαχε στην παιδική του ηλικία. 

Γιατί ο κύριος Μπερνάρ, ο δάσκαλός του της τελευταίας τάξης του δημοτικού, συνέβαλε μ’ όλο του το βάρος σαν άνθρωπος, σε μια δεδομένη στιγμή, στην αλλαγή της μοίρας αυτού του παιδιού για την οποία ήταν υπεύθυνος, και που πράγματι άλλαξε. [...]

Albert Camus (1920)

Η μέθοδος του κυρίου Μπερνάρ νικούσε θριαμβευτικά ακόμα και τις μύγες...

Με τον κύριο Μπερνάρ, αυτή η τάξη ήταν μόνιμα ενδιαφέρουσα απλά και μόνο γιατί ο κύριος Μπερνάρ αγαπούσε με πάθος το επάγγελμά του.
Έξω, ο ήλιος μπορούσε να ουρλιάζει πάνω στους βαθυκίτρινους τοίχους, ενώ η ζέστη έτριζε μέσα στην τάξη, παρόλο που ήταν βυθισμένη στη σκιά απ’ τα στάρια με τις φαρδιές κίτρινες κι άσπρες ρίγες. Η βροχή μπορούσε να πέφτει, όπως συμβαίνει στην Αλγερία, σε ασταμάτητους καταρράχτες, μεταμορφώνοντας το δρόμο σε σκοτεινό και υγρό πηγάδι, η τάξη όμως παρακολουθούσε προσεχτικά. Μονάχα οι μύγες, σε καιρό φορτωμένο με θύελλα, αποσπούσαν κάπου κάπου την προσοχή των παιδιών. Τις πιάναν και τις πετούσαν μέσα στα μελανοδοχεία όπου άρχιζε ο φριχτός τους θάνατος, πνιγμένες στη λιλά λάσπη που γέμιζε τα μικρά κωνικά πορσελάνι- να μελανοδοχεία τα τοποθετημένα στις τρύπες των θρανίων τους.

 Όμως η μέθοδος του κυρίου Μπερνάρ, που δε δεχόταν καμιά υποχώρηση στο θέμα της διαγωγής των μαθητών του, ενώ αντίθετα πρόσφερε μια ζωντανή και διασκεδαστική διδασκαλία, νικούσε θριαμβευτικά ακόμα και τις μύγες.

 Ήξερε πάντα να βγάζει την κατάλληλη στιγμή απ’ το ντουλάπι με τους θησαυρούς τη συλλογή από ορυκτά, το φυτολόγιο, τις πεταλούδες και τα βαλσαμωμένα έντομα, τους χάρτες ή... που ξυπνούσαν το ενδιαφέρον των μαθητών, αν κάπως είχε ατονήσει.

 Ήταν ο μόνος στο σχολείο που κατάφερε ν’ αποκτήσει ένα «μαγικό φανάρι» και δυο φορές το μήνα έκανε προβολές με θέματα φυσικής ιστορίας ή γεωγραφίας. Στην αριθμητική είχε επιβάλει ένα διαγωνισμό νοερού υπολογισμού που υποχρέωνε το μυαλό να παίρνει γρήγορα στροφές. Έδινε στην τάξη, όπου όλοι έπρεπε να ’χουν τα χέρια σταυρωμένα, τους όρους μιας διαίρεσης, ενός πολλαπλασιασμού ή καμιά φορά μιας πρόσθεσης λιγάκι περίπλοκης. Πόσο κάνουν 1267+691. Ο πρώτος που έδινε το σωστό αποτέλεσμα κέρδιζε μια σημαντική μονάδα που μετρούσε για τη μηνιαία κατάταξη του μαθητή. 

Για τα υπόλοιπα, χρησιμοποιούσε τα σχολικά βιβλία με γνώση και ακριβώς όπως έπρεπε... Τα βιβλία ήταν πάντα εκείνα που χρησιμοποιούσαν στη Γαλλία. Και τα παιδιά, που γνώριζαν μόνο το σιρόκο, τη σκόνη, τις θαυμάσιες και σύντομες ραγδαίες βροχές, την άμμο από τ’ ακρογιάλια και τη θάλασσα όλο φωτιά κάτω απ’ τον ήλιο, διάβαζαν μ’ επιμέλεια, κάνοντας να ηχούν τα κόμματα κι οι τελείες, διηγήσεις μυθικές γι’ αυτά, όπου παιδιά με σκούφους και μάλλινα κασκόλ, με τσόκαρα στα πόδια, γυρνούσαν στα σπίτια τους μέσα στην παγωνιά, σέρνοντας δεμάτια ξύλα πάνω στους χιονισμένους δρόμους, μέχρις ότου διακρίνουν τη χιονοσκεπή στέγη του σπιτιού τους, όπου ο καπνός που έβγαινε απ’ την καμινάδα τούς έλεγε πως η μπιζελόσουπα ψηνόταν στην πυροστιά. 

Conseil de lecture: "Le premier homme" d'Albert Camus

Για τον Ζακ, αυτές οι διηγήσεις ήταν ο πραγματικός εξωτισμός. Τον ονειρευόταν, γέμιζε τις εκθέσεις του με περιγραφές ενός κόσμου που δεν είχε γνωρίσει ποτέ και δεν έπαυε να ρωτάει τη γιαγιά του για μια χιονόπτωση, που διάρκεσε μια ώρα, είκοσι χρόνια πριν, πάνω απ’ το Αλγέρι. Αυτές οι διηγήσεις αποτελούσαν για κείνον τμήμα της δυνατής ποίησης του σχολείου που τρεφόταν επίσης με τη μυρωδιά από βερνίκι που είχαν οι χάρακες κι οι κασετίνες, με τη γλυκιά γεύση του λουριού της σχολικής τσάντας του που μασουλούσε επί ώρες ετοιμάζοντας τα μαθήματά του, με την πικρή και στυφή μυρωδιά της λιλά μελάνης, κυρίως όταν ήταν η σειρά του να γεμίσει τα μελανοδοχεία από ένα πελώριο σκούρο μπουκάλι που στο πώμα του ήταν χωμένος ένας κυρτός γυάλινος σωλήνας, κι ο Ζακ μύριζε μ’ ευδαιμονία το στόμιο του σωλήνα, με την απαλή επαφή των λείων και γυαλιστερών σελίδων μερικών βιβλίων, απ’ όπου έβγαινε επίσης μια ευχάριστη μυρωδιά τυπογραφείου και κόλλας και, τέλος, τις βροχερές μέρες, μ’ αυτή τη μυρωδιά βρεγμένου μαλλιού που ανάδιναν τα μάλλινα παλτά κρεμασμένα στο βάθος της τάξης και που ήταν σαν τον προάγγελο εκείνου του παραδει σένιου κόσμου, όπου τα παιδιά, με σαμπό και μάλλινους σκούφους, έτρεχαν μέσα στο χιόνι προς το ζεστό σπίτι.

Μόνο το σχολείο έδινε στον Ζακ και στον Πιερ αυτές τις χαρές. Και χωρίς αμφιβολία, ό,τι αγαπούσαν με τόσο πάθος σ’ αυτό ήταν ό,τι δεν έβρισκαν στα σπίτια τους, όπου η φτώχεια κι η αμάθεια έκαναν τη ζωή πιο σκληρή, πιο θλιβερή, σαν κλεισμένη στον εαυτό της· η μιζέρια είναι ένα φρούριο απομονωμένο, χωρίς κινητή γέφυρα. [.....]

Louis Germain in Album Camus - La Pléiade 1982

Όχι, το σχολείο δεν τους πρόσφερε μόνο φυγή απ’ την οικογενειακή ζωή. Στην τάξη του κυρίου Μπερνάρ τουλάχιστον, διατηρούσε μέσα τους μια δίψα πιο ουσιώδη ακόμα για το παιδί απ’ ό,τι για τον άντρα, τη δίψα της ανακάλυψης. Στις άλλες τάξεις τούς μάθαιναν σίγουρα πολλά πράγματα, έτσι όμως όπως παραταΐζουν τις χήνες. Τους παρουσίαζαν μια έτοιμη τροφή και τους ζητούσαν να την καταπιούν. 

Στην τάξη του κυρίου Ζερμέν, για πρώτη φορά ένιωθαν πως υπήρχαν και πως τους εκτιμούσαν ιδιαίτερα: τους έκριναν άξιους ν’ ανακαλύψουν τον κόσμο. Κι επιπλέον, ο δάσκαλός τους δεν αφιέρωνε το χρόνο του για να τους μάθει μόνο αυτό για το οποίο πληρωνόταν, αλλά τους υποδεχόταν με απλότητα στην προσωπική του ζωή, τη ζούσε μαζί τους, τους διηγιόταν ιστορίες της παιδικής του ηλικίας και την ιστορία των παιδιών που γνώρισε, τους εξέθετε τις απόψεις του, όχι τις ιδέες του, γιατί, για παράδειγμα, ήταν αντικληρικός, όπως πολλοί απ’ τους συναδέλφους του, και ποτέ δεν είπε στην τάξη κακό λόγο για τη θρησκεία, ούτε για ό,τι μπορούσε να είναι αντικείμενο εκλογής ή πεποίθησης, καταδίκαζε όμως, πολύ αυστηρά, πράγματα που δε σήκωναν συζήτηση, όπως την κλεψιά, την προδοσία, την έλλειψη αβρότητας και καθαριότητας. [......]

O Αλμπέρ Καμύ στην πρώτη κάτω σειρά με κατάμαυρα ρούχα
[Workshop of Camus' uncle in Algeria in 1920]

Η αγία ράβδος, επί αρίστων και μη...

Η αγία ράβδος ήταν ένας κόκκινος ξύλινος χάρακας, πλατύς και κοντός, λεκιασμένος από μελάνι, παραμορφωμένος απ’ τις χαραγματιές και τις εντομές, που ο κύριος Μπερνάρ είχε κατασχέσει πριν από καιρό από ένα μαθητή ξεχασμένο πια. 

Ο μαθητής τον έδινε στον κύριο Μπερνάρ που τον έπαιρνε με ύφος συνήθως ειρωνικό κι άνοιγε τα πόδια του. Το παιδί έπρεπε να βάλει το κεφάλι του ανάμεσα στα γόνατα του δασκάλου που, σφίγγοντας τους μηρούς, κρατούσε έτσι το κεφάλι γερά. Και πάνω στα πισινά που προσφέρονταν έτσι, ο κύριος Μπερνάρ έδινε, ανάλογα με το σφάλμα, ένα διαφορετικό κάθε φορά αριθμό από γερές ξυλιές με το χάρακα, μοιρασμένες εξίσου σε κάθε κωλομέρι. 

Οι αντιδρά σεις σ’ αυτή την τιμωρία διέφεραν ανάλογα με το μαθητή. Οι μεν βογκούσαν πριν ακόμα δεχτούν τα χτυπήματα, κι ο δάσκαλος απτόητος παρατηρούσε τότε πως ήταν πολύ βιαστικοί, οι δε σκέπαζαν αφελώς τα πισινά με τα χέρια τους, που ο κύριος Μπερνάρ απομάκρυνε μ’ ένα χτύπημα τάχα απρόσεχτο. Άλλοι πάλι, απ’ το κάψιμο που ένιωθαν, κλοτσούσαν άγρια. Υπήρχαν επίσης κι εκείνοι, μεταξύ των οποίων κι ο Ζακ, που ανέχονταν τα χτυπήματα χωρίς να βγάλουν τσιμουδιά, τρέμοντας, και που γύριζαν οτα θρανία τους καταπίνοντας χοντρά δάκρυα. 

Γενικά, πάντως, τα παιδιά δέχονταν χωρίς πικρία αυτή την τιμωρία, πρώτα απ’ όλα γιατί όλα τους σχεδόν τα ’δερναν στα σπίτια τους και γιατί θεωρούσαν το ξύλο σαν ένα φυσικό είδος αγωγής, ύστερα γιατί η δικαιοσύνη του δασκάλου ήταν απόλυτη, ήξεραν, ευθύς εξαρχής, ποιες παραβάσεις, οι ίδιες πάντα, κατέληγαν στην καθαρτήρια τε λετουργία, κι όλοι αυτοί που ξεπερνούσαν το όριο των πράξεων που τιμωρούνταν με αφαίρεση μονάδας ήξεραν τι τους περίμενε και πως η τιμωρία ίσχυε για τους πρώτους μαθητές όπως και για τους τελευταίους, με ειλικρινή ισότητα. 

Ο Ζακ, που ο κύριος Μπερνάρ τον συμπαθούσε φανερά, έτρωγε τιμωρίες όπως κι οι άλλοι και μία μάλιστα, την επομένη της μέρας όπου ο δάσκαλος του είχε εκδηλώσει δημόσια τη συμπάθεια του. Ενώ ο Ζακ ήταν στον πίνακα και, μετά από μια σωστή απάντηση, ο κύριος Μπερνάρ τού χάιδεψε το μάγουλο, μια φωνή στην τάξη ψιθύρισε: «Η συμπάθεια του δάσκαλου», εκείνος το πήρε προσωπικά και είπε με σοβαρό ύφος: 

«Ναι, συμπαθώ τον Κορμερί όπως κι όλους εσάς που χάσατε τον πατέρα σας στον πόλεμο. Εγώ πολέμησα με τους πατεράδες σας κι είμαι ζωντανός. Προσπαθώ ν’ αντικαταστήσω, εδώ τουλάχιστον, τους νεκρούς συντρόφους μου. Και τώρα, αν κάποιος θέλει να πει πως έχω συμπάθειες, να μιλήσει!» Μια απόλυτη σιωπή ακολούθησε αυτά τα λόγια. [....]

Albert Camus (μαθητής)

Φτωχά παιδιά σαν κι εσάς, να περάσουν απ’ αυτές τις πόρτες.....

Η σχολική χρονιά έφτανε στο τέλος της κι ο κύριος Μπερνάρ είχε καλέσει τον Ζακ, τον Πιερ, τον Φλερί, ένα είδος φαινομένου που ήταν εξίσου καλός σ’ όλα τα μαθήματα, «έχει μυαλό πολιτικού μηχανικού», έλεγε ο δάσκαλος, και τον Σαντιάγκο, ένα όμορφο, αγόρι που είχε λιγότερα χαρίσματα αλλά πετύχαινε πάντα χάρη στην επιμέλειά του: 

«Να, λοιπόν», είπε ο κύριος Μπερνάρ όταν η τάξη άδειασε. «Είστε οι καλύτεροι μαθητές μου. Αποφάσισα να σας προτείνω για την υποτροφία λυκείων και κολεγίων. Αν επιτύχετε, θα πάρετε υποτροφία και θα μπορέσετε να σπουδάσετε στο λύκειο μέχρι το απολυτήριο. Το δημοτικό είναι το καλύτερο απ’ όλα τα σχολεία. Όμως δε σας οδηγεί πουθενά. Το λύκειο σας ανοίγει όλες τις πόρτες. Και προτιμώ, φτωχά παιδιά σαν κι εσάς, να περάσουν απ’ αυτές τις πόρτες. Όμως, γι’ αυτό, χρειάζομαι την άδεια των γονιών σας. Εμπρός, τώρα δρόμο».

Έφυγαν σαστισμένοι, και, χωρίς να μιλήσουν μεταξύ τους, χώρισαν. Ο Ζακ βρήκε τη γιαγιά του μόνη στο σπίτι να καθαρίζει φακές πάνω στο μουσαμαδένιο τραπεζομάντιλο, στην τραπεζαρία. Δίσταζε να μιλήσει κι αποφάσισε να περιμένει την επιστροφή της μητέρας του. Εκείνη έφτασε, φανερά κουρασμένη, έβαλε μια ποδιά κι ήρθε να βοηθήσει τη γιαγιά να καθαρίσει τις φακές. Ο Ζακ προθυμοποιήθηκε κι αυτός και του ’δωσαν το πιάτο από χοντρή άσπρη πορσελάνη όπου ήταν πιο εύκολο να ξεχωρίσει τα πετραδάκια απ' την καλή φακή. Χωμένος στο πιάτο, ανάγγειλε το νέο. 

«Τι είναι πάλι αυτή η ιστορία;» είπε η γιαγιά. «Πόσων χρονών παίρνει κανείς απολυτήριο;» 

«Σ’ έξι χρόνια», είπε ο Ζακ. 

Η γιαγιά έσπρώξε το πιάτο της. «Άκουσες;» ρώτησε την Κατρίν Κορμερί. Δεν είχε ακούσει. Ο Ζακ, μιλώντας αργά, επανέλαβε το νέο.

«Α!» είπε. «Επειδή είσαι έξυπνος». 

«Έξυπνος, ξέξυπνος, θα ’πρεπε απ’ του χρόνου να τον βάλουμε να μάθει μια δουλειά. Ξέρεις καλά πως δεν έχουμε λεφτά. Θα βγάζει το βδομαδιάτικό του». 

«Αυτό είν’ αλήθεια», είπε η Κατρίν.

Η ζέστη είχε αρχίσει να ξεθυμαίνει έξω. Εκείνη την ώρα που τα εργαστήρια λειτουργούσαν στο φόρτε τους, η γειτονιά ήταν άδεια και σιωπηλή. Ο Ζακ κοίταζε το δρόμο. Δεν ήξερε τι ήθελε, ήθελε μονάχα να υπακούσει στον κύριο Μπερνάρ. Όμως, στα εννιά του χρόνια, δεν μπορούσε ούτε ήξερε να δείχνει ανυπακοή στη γιαγιά. 

Εκείνη φαινόταν διστακτική. «Τι θα κάνεις μετά;» 

«Δεν ξέρω. Ίσως δάσκαλος, όπως ο κύριος Μπερνάρ». «Ναι, μετά από έξι χρόνια!» 

Καθάριζε τις φακές, πιο αργά. «Αχ!» είπε. «Λοιπόν όχι, είμαστε πολύ φτωχοί. Θα πεις στον κύριο Μπερνάρ πως δεν μπορούμε».

Την άλλη μέρα, τ’ άλλα τρία παιδιά είπαν στον Ζακ πως οι οικογένειές τους δέχτηκαν. 

«Κι εσύ;» «Δεν ξέρω», είπε κι η καρδιά του σφίχτηκε νιώθοντας ξάφνου ακόμα πιο φτωχός απ’ τους φίλους του. 

Μετά το μάθημα, μείναν οι τέσσερις. Ο Πιερ, ο Φλερί, ο Σαντιάγκο έδωσαν την απάντησή τους. 

«Κι εσύ, κουνούπι;» «Δεν ξέρω». Ο κύριος Μπερνάρ τον κοίταξε. «Εντάξει», είπε στους άλλους. «Όμως θα πρέπει να δουλεύετε κι άλλο μαζί μου, το βράδυ, μετά το σχολείο. Θα τα τακτοποιήσω όλα, μπορείτε να φύγετε τώρα». 

Όταν βγήκαν απ’ την τάξη, ο κύριος Μπερνάρ κάθισε στην πολυθρόνα του και πήρε τον Ζακ κοντά του. «Λοιπόν;» «Η γιαγιά μου λέει πως είμαστε πολύ φτωχοί και πρέπει να δουλέψω του χρόνου». 

«Κι η μητέρα σου;» «Η γιαγιά αποφασίζει». «Ξέρω», είπε ο κύριος Μπερνάρ. 

Σκεφτόταν, ύστερα πήρε τον Ζακ στην αγκαλιά του. «Άκου: πρέπει να την καταλάβεις. Η ζωή είναι δύσκολη για κείνη. Μαζί με τη μητέρα σου σας μεγάλωσαν, τον αδερφό σου και σένα, και σας έκαναν καλά παιδιά. Φοβάται λοιπόν, αναγκαστικά. Θα πρέπει να σε βοηθήσουν λίγο ακόμα, παρά την υποτροφία, κι είναι σίγουρο πως για έξι χρόνια δε θα μπορείς να φέρεις χρήματα στο σπίτι. Την καταλαβαίνεις;» 

Ο Ζακ κούνησε το κεφάλι του από κάτω προς τα πάνω χωρίς να κοιτάξει το δάσκαλό του. 

«Καλά. Ίσως μπορέσουμε να της το εξηγήσουμε. Πάρε την τσάντα σου, έρχομαι μαζί σου!» 

«Στο σπίτι μου;» ρώτησε ο Ζακ. «Μα και βέβαια, θα μ’ ευχαριστήσει να ξαναδώ τη μητέρα σου».

Denis Podalydes, l'instituteur de Camus dans le film « Le premier homme »

Λίγη ώρα αργότερα, ο κύριος Μπερνάρ, μπροστά στα ξαφνιασμένα μάτια του Ζακ, χτυπούσε την πόρτα του σπιτιού του. Η γιαγιά ήρθε ν’ ανοίξει σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της που το πολύ σφιχτό κορδόνι της έκανε τη γερασμέ νη κοιλιά της να πετάγεται προς τα έξω. Όταν είδε το δάσκαλο, έκανε μια κίνηση για να στρώσει τα μαλλιά της. 

«Λοιπόν, γιαγιά», είπε ο κύριος Μπερνάρ, «πάντα στη δουλειά, όπως συνήθως; Α! Αξίζετε πολλά». 

Η γιαγιά πέρασε τον επισκέπτη στο δωμάτιο που έπρεπε να διασχίσει πρώτα για να πάει στην τραπεζαρία, τον έβαλε να καθίσει κοντά στο τρα πέζι κι έβγαλε τα ποτήρια και το ρακί. 

«Μην μπαίνετε σε κόπο, ήρθα να μιλήσω λιγάκι μαζί σας». 

Τη ρώτησε πρώτα για τα παιδιά της, ύστερα για τη ζωή της στο αγρόκτημα, για τον άντρα της, μίλησε για τα δικά του παιδιά. Εκείνη τη στιγμή μπήκε η Κατρίν Κορμερί, τα ’χάσε, αποκάλεσε τον κύριο Μπερνάρ «Κύριε δάσκαλε», πήγε στο δωμάτιό της να χτενιστεί και να βάλει μια καθαρή ποδιά, γύρισε και κάθισε άκρη άκρη στην καρέκλα, κάπως παράμερα απ’ το τραπέζι. 

«Εσύ», είπε ο κύριος Μπερνάρ στον Ζακ, «πήγαινε στο δρόμο να δεις αν είμ’ εκεί». 

«Καταλαβαίνετε», είπε στη γιαγιά, «θα τον παινέψω κι είναι ικανός να πιστέψει πως λέω αλήθεια...» 

Ο Ζακ βγήκε, κατέβηκε τροχάδην τις σκάλες και κάθισε στο κατώφλι της πόρτας της εισόδου. Μια ώρα αργότερα ήταν ακόμα εκεί, κι ο δρόμος είχε αρχίσει να ’χει κίνηση, ο ουρανός μέσ’ απ’ τις αγριοσυκιές γινόταν πρασινωπός, όταν ο κύριος Μπερνάρ ξετρύπωσε απ’ τη σκάλα και βρέθηκε πίσω του. Του έξυσε το κεφάλι. 

«Ε λοιπόν», είπε, «συμφωνήσαμε. Η γιαγιά σου είναι καλή γυναίκα. Όσο για τη μητέρα σου... Α! μην την ξεχνάς ποτέ», είπε. 

Η μητέρα του Καμύ, Catherine de Sintès

«Κύριε», είπε ξαφνικά η γιαγιά που ξεπετάχτηκε απ’ το διάδρομο. Κρατούσε την ποδιά της με το ένα χέρι και σκούπιζε τα μάτια της. «Ξέχασα... μου είπατε πως θα κάνετε ιδιαίτερα μαθήματα στον Ζακ». 

«Φυσικά», είπε ο κύριος Μπερνάρ. «Και πιστέψτε με, δε θα ’ναι διασκέδαση γι’ αυτόν». 

«Μα δε θα μπορέσουμε να σας πληρώσουμε». 

Ο κύριος Μπερνάρ την κοίταζε προσεχτικά. Κρατούσε τον Ζακ απ’ τους ώμους. «Μη χολοσκάτε», είπε και, κουνώντας τον Ζακ, «με πλήρωσε ήδη». 

Έφυγε γρήγορα κι η γιαγιά πήρε τον Ζακ απ’ το χέρι για ν’ ανεβούν στο διαμέρισμα, και για πρώτη φορά του το ’σφίγγε, πολύ δυνατά, με κάτι σαν απελπισμένη τρυφερότητα. «Μικρέ μου», έλεγε, «μικρέ μου». [.....]


«Μπράβο, κουνούπι. Πέτυχες». 

Ένας κλητήρας διάβαζε έναν κατάλογο. Τ’ όνομα του Ζακ ήταν απ’ τα πρώτα. Κρατούσε το χέρι του δάσκαλου του, δίστασε. «Πήγαινε, παιδί μου», είπε ο κύριος Μπερνάρ. Ο Ζακ, τρέμοντας, κατευθύνθηκε προς την πόρτα και, τη στιγμή που ήταν έτοιμος να μπει, στράφηκε προς το δάσκαλό του. Ήταν εκεί, ψηλός, δυνατός, χαμογελούσε ήρεμα στον Ζακ και κουνούσε το κεφάλι καταφατικά.

Το μεσημέρι, ο κύριος Μπερνάρ τούς περίμενε στην έξοδο. Του έδειξαν τα πρόχειρό τους. Μόνο ο Σαντιάγκο είχε κάνει λάθος στο πρόβλημα της αριθμητικής. «Η έκθεσή σου είναι πολύ καλή», είπε ο δάσκαλος επιγραμματικά στον Ζακ. Στη μία, τους ξανασυνόδεψε. Στις τέσσερις ήταν πάλι εκεί κι εξέταζε αυτά που είχαν γράψει. «Πάμε», είπε, «τώρα πρέπει να περιμένουμε». 

Δύο μέρες αργότερα, ήταν πάλι κι οι πέντε τους μπροστά στη μικρή πόρτα, στις δέκα το πρωί. Η πόρτα άνοιξε κι ο κλητήρας διάβασε πάλι έναν κατάλογο, πολύ πιο σύντομο, που αυτή τη φορά περιείχε τα ονόματα των επιτυχόντων. Μέσα στο πανδαιμόνιο, ο Ζακ δεν άκουσε τ’ όνομά του. Όμως δέχτηκε ένα χαρούμενο χτύπημα στον ώμο κι άκουσε τον κύριο Μπερνάρ να λέει: 

«Μπράβο, κουνούπι. Πέτυχες».

Μονάχα το καλό παιδί, ο Σαντιάγκο, απέτυχε, κι οι άλλοι τον κοίταζαν μ’ ένα είδος αφηρημένης λύπης. «Δεν πειράζει», έλεγε, «δεν πειράζει». Κι ο Ζακ δεν ήξερε πια πού ήταν ούτε τι συνέβαινε, επέστρεφαν κι οι τέσσερις τους με το τραμ, «θα πάω να δω τους γονείς σας», έλεγε ο κύριος Μπερνάρ, «θα πάω πρώτα στου Κορμερί μια και το σπίτι του είναι το πιο κοντινό», και μέσα στη φτωχική τραπεζαρία, τώρα γεμάτη γυναίκες, όπου βρισκόταν η γιαγιά του, η μητέρα του, που είχε πάρει μια μέρα άδεια για την περίσταση, ο Ζακ στεκόταν δίπλα στο δάσκαλό του, αναπνέοντας για τελευταία φορά τη μυρωδιά της κολόνιας, κολλημένος πάνω στη ζεστασιά αυτού του δυνατού κορμιού, κι η γιαγιά ακτινοβολούσε μπροστά στις γειτόνισσες. 

«Ευχαριστώ, κύριε Μπερνάρ, ευχαριστώ», έλεγε ενώ εκείνος χάιδευε το κεφάλι του παιδιού. 

«Δε με χρειάζεσαι πια», έλεγε, «θα ’χεις δασκάλους πιο σοφούς. Ξέρεις όμως πού βρίσκομαι, έλα να με δεις, αν έχεις ανάγκη από βοήθεια». 

Έφυγε, κι ο Ζακ έμεινε μόνος, χαμένος ανάμεσα στις γυναίκες, ύστερα έτρεξε στο παράθυρο, κοιτάζοντας το δάσκαλό του που τον χαιρετούσε για τελευταία φορά και που από δω και πέρα τον άφηνε μόνο του και, αντί για τη χαρά της επιτυχίας, ένας αβάσταχτος πόνος παιδιού τού τρυπούσε την καρδιά, σαν να ήξερε εκ των προτέρων πως μ’ αυτή την επιτυχία ξεριζωνόταν απ’ τον αθώο και ζεστό κόσμο των φτωχών, κόσμο κλεισμένο στον εαυτό του σαν νησί μέσα στην κοινωνία, όπου όμως η μιζέρια αντικαθιστά την οικογένεια και την αλληλοβοήθεια, για να ριχτεί σ’ έναν κόσμο άγνωστο που δεν ήταν πια ο δικός του, όπου δεν μπορούσε να πιστέψει πως οι δάσκαλοι ήταν πιο σοφοί από κείνον, τον κύριο Μπερνάρ, που η καρδιά του τα ήξερε όλα, και θα ’πρεπε στο εξής να μαθαίνει, να καταλαβαίνει αβοήθητος, να γίνει επιτέλους ένας άνθρωπος χωρίς τη συμπαράσταση του μοναδικού ανθρώπου που τον βοήθησε, να μεγαλώσει και ν’ ανυψωθεί μόνος του επιτέλους, πληρώνοντας το πιο ακριβό τίμημα.

Albert Camus, Ο πρώτος άνθρωπος, μετάφραση: Νίκη Καρακίτσου - Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου - Ρομπλέν, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 1995


Δυο γράμματα.....

Την επομένη της βράβευσής του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο Albert Camus στέλνει στο δάσκαλό του Louis Germain, μια θερμή και συγκινητική επιστολή, η οποία περιλαμβάνεται στο υπόμνημα του βιβλίου Ο πρώτος άνθρωπος, μαζί με το τελευταίο γράμμα που του απηύθυνε ο «κύριος Μπερνάρ» - Λουί Ζερμαίν.

19 Νοεμβρίου 1957

Αγαπητέ κύριε Ζερμέν,

Άφησα να ξεθυμάνει λιγάκι ο θόρυβος όλων αυτών των ημερών πριν έρθω να σας μιλήσω με όλη μου την καρδιά. Μου έκαναν μια υπερβολικά μεγάλη τιμή που δεν την έψαξα ούτε ζήτησα. Όταν όμως έμαθα το νέο, η πρώτη μου σκέψη, μετά τη μητέρα μου, ήταν για σας. 

Χωρίς εσάς, χωρίς το στοργικό σας χέρι που απλώσατε στο μικρό φτωχό παιδί που ήμουν, χωρίς τη διδασκαλία και το παράδειγμά σας, τίποτα από όλα αυτά δε θα ’χε συμβεί. Δεν υπερβάλλω το μέγεθος της τιμής που μου έκαναν. Όμως αυτή η διάκριση είναι τουλάχιστον η ευκαιρία για να σας πω τι ήσασταν και τι είστε παντοτινά για μένα και να σας διαβεβαιώσω πως οι προσπάθειές σας, η εργασία σας και η γενναιόδωρη καρδιά σας, όλα αυτά είναι πάντα ζωντανά για ένα μαθητούδι σας που, παρά την ηλικία, παραμένει ο ευγνώμων μαθητής σας. 

Σας φιλώ με όλη τη δύναμη της αγάπης μου.
Αλμπέρ Καμί



Αλγέρι, 30 Απριλίου 1959
Αγαπημένε μου μικρέ,

Σταλμένο από το χέρι σου, έλαβα το βιβλίο Καμί που μου αφιέρωσε ο συγγραφέας του Ζ. Κλ. Μπρισβίλ.

Δεν μπορώ να σου εκφράσω τη χαρά που μου έδωσες με την υπέροχη χειρονομία σου ούτε βρίσκω τον τρόπο για να σε ευχαριστήσω. Αν γινόταν, θα έσφιγγα δυνατά στην αγκαλιά μου το μεγάλο αγόρι που έγινες και που θα μείνει πάντα για μένα «ο μικρός μου Καμί».

Δε διάβασα ακόμα αυτό το βιβλίο, παρά μόνο τις πρώτες σελίδες. Ποιος είναι ο Καμί; Έχω την εντύπωση πως αυτοί που θέλουν να ανακαλύψουν την προσωπικότητά σου δεν τα καταφέρνουν εντελώς. Έδειξες πάντα μια ενστικτώδη συστολή όταν χρειαζόταν να αποκαλύπτεις το χαρακτήρα σου, τα αισθήματά σου. Τα καταφέρνεις πολύ καλά γιατί είσαι απλός, ευθύς. Και καλός επιπλέον! Μου έδωσες αυτές τις εντυπώσεις στην τάξη. 

Ο παιδαγωγός που θέλει να κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά του δεν παραλείπει καμιά ευκαιρία να γνωρίσει τους μαθητές του, τα παιδιά του, κι ευκαιρίες παρουσιάζονται κάθε στιγμή. Μια απάντηση, μια κίνηση, ένα φέρσιμο είναι άπλετα αποκαλυπτικά. Νομίζω λοιπόν πως γνωρίζω καλά το ευγενικό παιδάκι που ήσουν, και το παιδί, πολύ συχνά έχει το σπόρο του άντρα που θα γίνει. 

Η ευχαρίστηση που ένιωθες να είσαι στο σχολείο εκδηλωνόταν με χίλιους δυο τρόπους. Το πρόσωπό σου μαρτυρούσε αισιοδοξία. Και μελετώντας σε, δεν υποψιάστηκα ποτέ την πραγματική κατάσταση της οικογένειάς σου. Είχα μόνο μια φευγαλέα ιδέα όταν η μητέρα σου ήρθε να με δει για την εγγραφή σου στον κατάλογο των υποψήφιων για την υποτροφία. Εξάλλου, αυτό συνέβη την εποχή που θα μ’ άφηνες. Όμως μέχρι τότε μου φαινόταν πως ήσουν στην ίδια περίπου κατάσταση με τους συμμαθητές σου. Είχες πάντα ό,τι σου χρειαζόταν. Όπως και ο αδερφός σου, ήσουν πάντα καλά ντυμένος. Noμίζω πως αυτό είναι ο μεγαλύτερος έπαινος για τη μητέρα σου.

Για να επιστρέψω στο βιβλίο του κυρίου Μπρισβίλ, έχει άφθονες εικόνες. Και συγκινήθηκα πολύ που γνώρισα, χάρη στη φωτογραφία, τον καημένο σου τον μπαμπά που πάντα τον θεώρησα σαν «σύντροφό μου». Ο κύριος Μπρισβίλ με αναφέρει: θα τον ευχαριστήσω.

Είδα τον κατάλογο, που μακραίνει ασταμάτητα, των έργων που σου αφιερώνονται ή που μιλάνε για σένα. Και είναι μεγάλη ικανοποίηση για μένα η διαπίστωση πως η διασημότητά σου (είναι η πραγματική αλήθεια) δεν έκανε τα μυαλά σου να πάρουν αέρα. Παρέμεινες ο Καμί. Μπράβο.

Παρακουλούθησα με ενδιαφέρον τις πολλαπλές περιπέτειες του έργου που προσάρμοσες και σκηνοθέτησες στο θέατρο: Οι Δαιμονισμένοι. Σ’ αγαπώ πάρα πολύ και σου εύχομαι την πιο μεγάλη επιτυχία: αυτή που αξίζεις. Ο Μαλρό επίσης θέλει να σου δώσει ένα θέατρο. Ξέρω πως αυτό είναι το πάθος σου.

 Όμως... θα τα καταφέρεις όπως πρέπει μ’ όλες αυτές τις δραστηριότητες; Φοβάμαι πως κάνεις κατάχρηση των δυνάμεών σου. Και επίτρεψε στον παλιό σου φίλο να σου θυμίσει πως έχεις μια συμπαθητική γυναίκα και δύο παιδιά που έχουν ανάγκη από σένα, σύζυγο και πατέρα. 

Albert Camus, Francine, Jean and Catherine (1945)

Πάνω σ’ αυτό το θέμα, θα σου διηγηθώ αυτό που μας έλεγε καμιά φορά ο διευθυντής μας στην παιδαγωγική Ακαδημία. Ήταν πολύ, πάρα πολύ σκληρός μαζί μας και αυτό μάς εμπόδιζε να δούμε, να αισθανθούμε πως μας αγαπούσε πραγματικά. «Η φύση έχει ένα μεγάλο κατάστιχο όπου γράφει λεπτομερώς όλες τις ακρότητες που κάνετε». Ομολογώ πως αυτή η φρόνιμη συμβουλή με συγκρότησε άπειρες φορές όταν πήγαινα να την ξεχάσω. Έτσι προσπάθησε λοιπόν να κρατήσεις λευκή τη σελίδα που σου ανήκει στο Μεγάλο Κατάστιχο της φύσης. [......]

Πιστεύω πως σεβάστηκα σε όλη μου την καριέρα ό,τι πιο ιερό έχει το παιδί: το δικαίωμα να ψάχνει την αλήθεια. Σας αγάπησα όλους και πιστεύω πως έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να μην εκδηλώσω τις ιδέες μου και βαρύνω έτσι πάνω στο νεαρό μυαλό σας. Όταν επρόκειτο για το Θεό (είναι στο πρόγραμμα), έλεγα πως μερικοί πίστευαν σ’ αυτόν, άλλοι όχι. Και πως ασκώντας πλήρως τα δικαιώματά του ο καθένας έκανε ό,τι ήθελε. Με τον ίδιο τρόπο, στο θέμα των θρησκειών, περιοριζόμουν να υποδείξω αυτές που υπήρχαν, στις οποίες ανήκαν εκείνοι που το ήθελαν. Για να είμαι ειλικρινής, πρόσθετα πως υπήρχαν άν θρωποι που δεν ακολουθούσαν καμιά θρησκεία. Ξέρω καλά πως αυτό δεν αρέσει σε κείνους που θα ’θελαν να μεταβάλουν τους δασκάλους σε εμπορικούς αντιπροσώπους της θρησκείας ..... [...]

Η κυρία Ζερμέν κι εγώ σας φιλάμε και τους τέσσερις πολύ δυνατά. Με όλη μας τη στοργή.

Ζερμέν Λουί
O Albert Camus με τα δίδυμα παιδιά του

Ο πρωτόπλαστος Καμύ

Το βιβλίο του Albert Camus «Ο πρώτος άνθρωπος» είναι το τελευταίο του έργο. Για την ακρίβεια δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού ο Καμύ σκοτώθηκε στο περιβόητο αυτοκινητιστικό πριν το ολοκληρώσει. Τα χειρόγραφα βρέθηκαν στην τσάντα του τη μοιραία ημέρα: 4 Ιανουαρίου του 1960. 

Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα, χάρη στην επιμονή της γυναίκας του Φρανσίν και της κόρης του Κατρίν, «Ο πρώτος άνθρωπος» δημοσιεύτηκε διατηρώντας όλα τα στοιχεία του ανολοκλήρωτου έργου.

«Ο πρώτος άνθρωπος» δεν είναι παρά η εξιστόρηση των παιδικών χρόνων του Καμύ στο Αλγέρι. Κινείται δηλαδή στα επίπεδα της καθαρής αυτοβιογραφίας με απλότητα αφοπλιστική και περιγραφές τόσο λιτές, τόσο οικεία ξεκάθαρες που δεν θυμίζει σε τίποτα την πολυπλοκότητα του υπόλοιπου έργου του, που περισσότερο σχηματοποιεί ιδέες παρά αφηγείται. Παρακολουθούμε με δυο λόγια έναν άλλο Καμύ, τον Καμύ της καθημερινής απλότητας, τον Καμύ που δεν αναζητά φιλοσοφικές αλήθειες πίσω από δοκιμιακές κατασκευές, τον Καμύ των πρώτων χρόνων, τον πρωτόπλαστο.

Ο σεβασμός και η ευγνωμοσύνη του Καμύ απέναντι στον πρώτο δάσκαλό του, Λουί Ζερμαίν, είναι έκδηλα σε όλες τις σελίδες του βιβλίου.Ουσιαστικά είναι αυτός που μεσολάβησε για να ξεφύγει ο Καμύ από την προδιαγεγραμμένη μοίρα και έτσι δεν χρειάστηκε να κουβαλήσει το βράχο των φτωχών. 


Πηγές



Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

"Από τη στιγμή που όλοι θα πεθάνουμε, είναι προφανές πως το πού και το πότε δεν έχει σημασία, Αλμπέρ Καμύ



Ο Άλμπέρ Καμύ στο σπίτι του Κατακουζηνού

Το 1955 ο Αλμπέρ Καμύ έρχεται για δεύτερη φορά  στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση που δέχτηκε από το γαλλικό ινστιτούτο της Αθήνας. 

Είναι 42 χρονών και παίρνει μέρος ως κεντρικός ομιλητής σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, ο Καμύ φιλοξενείται στο σπίτι του μεγάλου διανοούμενου και ψυχολόγου, Άγγελου Κατακουζηνού. 

Το σπίτι του Κατακουζηνού γίνεται το ιδανικό σκηνικό ενός «γαλλικού» κύκλου ελλήνων συγγραφέων, ποιητών και καλλιτεχνών οι οποίοι συγκεντρώνονται γύρω από τον Καμύ. Σε εκείνο το αθηναϊκό σπίτι της Λεωφόρου Αμαλίας 4, το γεμάτο αγάλματα και πίνακες ζωγραφικής, ο γάλλος συγγραφέας θα χτίσει στενές φιλίες, ενώ ολόκληρη η εμπειρία της συγκατοίκησης μαζί του θα αποτελέσει το υλικό ενός βιβλίου που θα εκδώσει η σύζυγος του Άγγελου Κατακουζηνού το 1960.



......τρέμω το αυτοκίνητο.....

27 τ' Απρίλη του 1955. Μέρα ολόφωτη, γιορτινή. Μέρα που σημάδεψε τη ζωή μας......

Ο Camus ήρθε πολύ κοντά μας, ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα δικά μας και πολύ φιλικά, πολύ ζεστά, μας είπε: 

«Σας αισθάνομαι τρομερά ανήσυχους κι εκνευρισμένους. Όλο και κάτι σας απασχολεί γύρω απ' το άτομό μου. Φίλοι μου, ησυχάστε σας παρακαλώ κι ακούστε με. Απ' αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στα χέρια σας. Κάντε με ό,τι θέλετε. Πηγαίνετέ με όπου σας αρέσει. Θα κάνω ό,τι μου πείτε. Θα υπακούσω τυφλά στις διαταγές σας. Αν το επιθυμήσετε και στο τσίρκο ακόμα θα κάνω τον clown για χατίρι σας. Αρκεί να ηρεμήσετε».

Τα μάτια μου βούρκωσαν. Τόση ανθρωπιά, τόση καλοσύνη, ήταν απίστευτο, σχεδόν σε τρόμαζε...

Κι όπως μπαίναμε στ' αμάξι: «Ένα μόνο πράγμα σας ζητώ. Να μου πείτε ποιο θα είναι το θέμα της αυριανής συζήτησης».

Ξεκινούσαμε, κι εγώ καθισμένη πλάι του και πίσω από τον Fequant που οδηγούσε, ξέσπασα επιτέλους απάνω στο Σύμβουλο τραντάζοντάς τον από τους ώμους γερά. «Αθεόφοβε» ξεφώνησα «ένα πράγμα ανέλαβες να κάνεις και το ξέχασες. Μόνο μας τρέλανες με τις αμφιβολίες σου και την απαισιοδοξία σου» και δώστου μπουνιές στο νεαρό διπλωμάτη. Εκείνος αιφνιδιάστηκε, τρόμαξε από το αναπάντεχο ξέσπασμά μου, πάτησε γκάζι, ύστερα φρένο, πάλι γκάζι, και το αυτοκίνητο σα μεθυσμένο άρχισε να ταρακουνιέται μια μπρος μια πίσω, να τρέχει ζερβά, δεξιά, και τότε:

«Σταματήστε, θα σκοτωθούμε» φώναξε απεγνωσμένα ο Camus, κι αγκριώθηκε από το μπράτσο μου τρέμοντας, το πρόσωπό του κάτασπρο σαν πανί.

Ζμούρωσα ευθύς στη γωνία μου, με τον Άγγελο να με κατσαδιάζει άγρια κι από πάνω.
Κοντεύαμε πια να φθάσουμε στην Κηφισιά, κι όπως ετοιμαζόμουνα να πω τα κατάλληλα λόγια, να μου συχωρεθεί το άπρεπο φέρσιμό μου, με πρόλαβε ο Camus, όταν πολύ ευγενικά μου ζήτησε εκείνος συγγνώμη.

«Πρέπει να σας ομολογήσω», συνέχισε, «πως τρέμω το αυτοκίνητο. Κάθε φορά που μπαίνω μέσα, είμαι σίγουρος πως θα σκοτωθώ. Μου είναι αδύνατο ν' απαλλαγώ από αυτό το άγχος. Δεν μπορώ να το καταπολεμήσω, όσο κι αν προσπαθώ». 

Και στον Άγγελο: «Ίσως εσείς σαν ψυχίατρος μπορέσετε να με βοηθήσετε».

Να 'ταν τάχα προαίσθημα τραγικό;...



Στις 4 Ιανουαρίου του 1960 ο Albert Camus πεθαίνει σε τροχαίο στη νότιο Γαλλία. Ήταν μόνο 46 χρονών.



«Όχι μπαρούτι......Αγάπη μονάχα να ζητάς, αγάπη...». 

29 τ' Απρίλη. Αεράκι ανάλαφρο θαλασσινό, ευωδιές από πεύκο, θυμάρι, ρύκι και χαμομήλι, παπαρούνες σπαρμένες ολούθε στα πόδια μας κι ο Ναός της Αφαίας Θεάς. Στοχαστικός, γαλήνιος, αιώνιος. 

Ο Albert Camus με τη χλομάδα ακόμα πιο έντονη στο πρόσωπό του ξεμάκρυνε από μας, βάδισε σαν υπνωτισμένος προς τα ερείπια. Μοναχική φιγούρα στον έρημο χώρο, τον βλέπαμε να κινείται αργά, τελετουργικά, ν' ατενίζει με δέος τη μετώπη, ν' αγγίζει ευλαβικά τις δωρικές κολόνες, ν' αγναντεύει κάτω τη θάλασσα, να λυγίζει το γόνυ σε προσκύνημα. Κι αναπάντεχα ν' απλώνει το κορμί πάνω στις ζεστές πλάκες και ν' απομένει ακίνητος, με τα μάτια σφαλιστά σα νεκρός.

Ένα μαυριδερό ξυπόλυτο παιδάκι, μ' ένα πολύχρωμο μπουκετάκι στο χέρι, ξεφύτρωσε ξαφνικά ανάμεσα στα ερείπια κι ήρθε και στάθηκε πάνω απ' τον Camus να τον περιεργάζεται. Και πριν προλάβουμε να το απομακρύνουμε τον ρώτησε: 

«Κοιμάσαι καλέ; κοιμάσαι;»

Ο φίλος μας άνοιξε τά μάτια του, είδε το μικρούλη να του προσφέρει τα λουλούδια, ανασηκώθηκε κι ονειροπαρμένος, όπως ήτανε, του χαμογέλασε αχνά, ψιθύρισε ένα «ευκαριστώ» κι έχωσε το πρόσωπό του μες στ' αγριολούλουδα να οσφραίνεται άπληστα το παρθενικό άρωμά τους.

Ωστόσο το χεράκι, του μικρού έμενε πάντα εκεί απλωμένο. Ο Camus το πρόσεξε κι απόρησε. 

«Τι ζητάς όμορφο Ελληνόπουλο; Τι ζητάς;» Και ξαφνικά με αγωνία: «Όχι μπαρούτι, ποτέ πια μη ζητήσεις μπαρούτι, σε ικετεύω. Αγάπη μονάχα να ζητάς αγάπη...». 

Τ' αγκάλιασε και το φίλησε τρυφερά. Στις ανώτερες σφαίρες που ταξίδευε εκείνη την ώρα ο συγγραφέας μας πώς να του πάει ο νους στα ευτελή και στα γήινα; Στο παραδάκι! Ο μικρός, παραξενεμένος, κοίταζε με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια του τον αλλόκοτο ξένο που του μιλούσε σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε, τον κρατούσε αγκαλιά δίχως να του βάζει και τίποτα στο χεράκι, που δεν έλεγε να το μαζέψει. Τότε, πλησιάσαμε κι εμείς και την ώρα που χάιδευα το παιδάκι, ο Άγγελος του 'χωσε με τρόπο στη χούφτα του λίγες δραχμούλες.

«Στο Ναό μένεις;» τον ρώτησε ο Camus που βρισκόταν πάντα στα σύννεφα. 

«Μπιτ χαζός είναι ο κύριος; Στα χαλάσματα θα μένω;» αγανάχτησε ο μικρούλης όταν του εξηγήσαμε. 

«Έχω σπίτι εγώ, να εκεί...» κι έδειξε με το χεράκι του μια καλύβα, «κάτου στη θάλασσα».

«Θάλαττα, θάλαττα» φώναξε ο Camus, και πετάχτηκε απάνω, η έξαψη να χρωματίζει το πρόσωπό του. Κι αρχίνησε να κατηφορίζει με το ένα χέρι ψηλά ανεμίζοντας σαν πολύχρωμη σημαία τα λουλούδια, και με τ' άλλο να τραβάει το παιδί που τα 'χε ολότελα πια χαμένα.

Η Άγια Μαρίνα τότε ακόμα ήτανε μια πανέμορφη παρθένα αγκαλιά, κι η θάλασσά της κρου-σταλλένια. Ασυγκράτητη, έτρεξα να χωθώ στό νερό. 

«Albert όχι εσείς, σας το απαγορεύω» φώναξε ο Άγγελος που ερχότανε παρέα μου. 

«Το νερό είναι πάγος κι ύστερα από την τελευταία αρρώστια σας...». Και τότε ο Camus είπε τούτα τα λόγια που θα τα θυμάμαι σ' όλη μου τη ζωή: 

«Όταν βλέπεις τη Λητώ με τι λαχτάρα και τι κέφι μπαίνει στη θάλασσα, δεν μπορείς ν' αντισταθείς. Θα την ακολουθήσεις ακόμα κι αν είναι να χαθείς». 

Κι όπως έστρεψα το κεφάλι, είδα τον Camus με το κάτασπρο λιγνό κορμί να προχωρεί θαρραλέα και να μπαίνει στη θάλασσα αργά κι επίσημα σα να παν να λουστεί στα νερά του Ιορδάνη.

Λητώ Κατακουζηνού, Συντροφιά με τον Albert Camus, εκδόσεις Ερμείας 


Τον Ιούνιο του 1959, ο Καμί επισκέφθηκε το Σίγρι με το σκάφος του εκδότη του, Μισέλ Γκαλιμάρ.


«Είναι ο τόπος των θεών, ό,τι ζητήσεις στο δίνουν».

Ιούνιος 1959

Δειλινό της Αθήνας. - Ώρα που νιώθεις όλα τα βάρη του κόσμου να πέφτουν απάνω σου. Κι η μοναξιά ασήκωτη, απλώνεις το χέρι στον αγαπημένο σου σύντροφο, στον καλό φίλο, πίνεις ένα ποτό, ανάβεις τσιγάρο ακούς μια αγαπημένη σου μελωδία...

Τούτη την ώρα ο Albert Camus μας φανέρωσε το κρυφό μυστικό του.

Στο Σύγρι, το μικρό ψαράδικο χωριό στα δυτικά, στην άκρη της Λέσβου, θα πήγαινε την ερχόμενη άνοιξη. Εκεί θα τέλειωνε ένα έργο του για το θέατρο. Το θέατρο, η μεγάλη αδυναμία του. 

Ερχόταν μας είπε από το νησί. Είχε πάει με το πλεούμενο του φίλου του Gallimard, μαζί τους θαρρώ κι ο ζωγράφος Πράσινος. Στη Μυτιλήνη, σε κάποια αδιαθεσία του κι ένα μικροατύχημα του φίλου του, οι κάτοικοι, δίχως να ξέρουν ποιοι ήτανε, τους περιποιήθηκαν τόσο πολύ, τους πρόσφεραν τόση ανθρώπινη ζεστασιά, που άγγιξαν βαθιά την ευαίσθητη καρδιά του.

Και ο Camus συγκινημένος από τη ζωντανή ακόμα ανάμνηση συνέχισε:

«Αργότερα όταν αράξαμε στο Σύγρι μαγεύτηκα από την γραφική λιτότητα του τοπίου, τους απλούς ανθρώπους, το απολιθωμένο δάσος και το μύθο για κείνο το άλλο, που λένε πως βρίσκεται στο βυθό. Εδώ θέλω να 'ρθω να ζήσω και να εργαστώ» είπα σε κάποια στιγμή. «Να εκεί, πάνω στη θάλασσα, σ' αυτό το απόμερο σπιτάκι».

«Τι λέει ο ξένος;» πετάχτηκε κάποιος από τους ανθρώπους που μας περιτριγύριζαν περίεργοι. Κι όταν ο φίλος μου του εξήγησε:

«Πάρτο στο δίνω, είναι δικό σου. Έλα να κάτσεις όσο θες» μου το πρόσφερε καλόκαρδα ο νοικοκύρης του.

«Καταλαβαίνετε» μας έλεγε με έξαψη ο Camus «είναι ο τόπος των θεών, ό,τι ζητήσεις στο δίνουν».



«Είναι πολύ ωραίο το νησί σου Άγγελε, ωραίο και αρρενωπό» συνέχισε ο Camus.
«Ωστόσο οι ελαιώνες, καταπράσινοι λόφοι, καμπύλες τρυφερές, ασημοντυμένες οδαλίσκες να λικνίζονται στον Αιγαιοπελαγίτικο αγέρα, παντρεύονται αρμονικά με τα ψηλά αρρενωπά βουνά, που τις καμαρώνουν ξαπλωμένες νωχελικά στα πόδια τους. Βουνά που αγναντεύουν πέρα κατά την Ανατολή, κληρονόμοι περήφανοι τής Ιωνικής φιλοσοφίας...

Κι όμως φίλοι μου η μεγάλη Ευρωπαϊκή λογοτεχνία από τον Dostoivski κι ύστερα αγνοεί το τοπίο, γυρίζει την πλάτη στην αθάνατη ομορφιά της φύσης και περιορίζεται στους μεγάλους δρόμους τής πολιτείας.

Αλλά πέρα από τη γεμάτη ιστορία φύση του νησιού, μ' εντυπωσίασαν και οι άνθρωποι που το κατοικούνε. Εκεί που θαρρείς πως είναι στεγνοί σαν τις αστυβιές και τις βαλανιδιές τους, ανακαλύπτεις μέσα τους ψυχικούς χυμούς, πολύτιμους, κρυμμένους θησαυρούς σαν τ' ασήμια απ' τις εληές τους.

Εκεί θα πάω να ζήσω Άγγελε, στο νησί σου. Όμως στα δυτικά, στο γυμνό βράχο του γραφικού ψαράδικου χωριού. Ποιος ξέρει... ίσως για πάντα...»

Ο Camus συνεπαρμένος από την ιδέα έλεγε, έλεγε όπως καμιά φορά το συνήθιζε, σα να μονολογούσε. Κι ο κύκλος έκλεισε. Δακτυλίδι πολύτιμο, αρραβώνας του Camus με την τωρινή μας Ελλάδα.

Κι εμείς χωμένοι στις πολυθρόνες μας, ή ψυχή μας να ευφραίνεται, ακούγαμε το παραμιλητό του φίλου μας, το πρόσωπό του να ξεχωρίζει στο σούρουπο χλωμό και απόκοσμο.

«Θα στέκω εκεί στην άκρη του γιαλού ν' αγναντεύω τη θάλασσα... τα κύματα του Αιγαίου να μου φέρνουν μηνύματα μακρινά, μηνύματα από την Tipasa, αρώματα της πατρίδας μου... Θα στέκω εκεί με τις ώρες, η αρμύρα να καίει τα μάτια μου, να μου στεγνώνει τα χείλη... Και θα αποχαιρετώ τον ήλιο στην κάθε δύση του, να συνηθίσω το χωρισμό. Να μη φοβάμαι τον τελικό αποχωρισμό... το θάνατο... Να συλλογιέμαι... Τι όμορφος που είναι, τι μεγαλείο που έχει ο χωρισμός...

Κι άλλες φορές, μονάχος μες στη βαρκούλα μου, κάργα το πανί στον άγριο αγέρα, θ' αρμενίζω σαν παλαβός στο μανιασμένο πέλαγο, κυνηγημένη, έρημη, χαμένη ψυχή. Κι ίσως σε κάποια απανεμιά, αποσταμένος πια σα γέρνω, στην κουπαστή να θωρώ της θάλασσας τα βάθη, ίσως και μου φανερωθούν εκείνες οι ψυχές, που είναι στα σπλάχνα της θαμμένες, για πάντα στην αιώνια σιωπή. Δάσος απολιθωμένο, που όπως όλοι λένε βρίσκεται εκεί στο βυθό, μα που εγώ δε στάθηκα τυχερός και δεν το είδα...»

Σίγρι, photo: Christos Sotiropoulos 


Δειλινό αξέχαστο, που δε θα σβήσει ποτέ από τη θύμησή μας. Τον Camus χαμένο στα οράματά του να ονειρεύεται τη ζωή του στο Σύγρι. Εκεί που ακούμπησε την καρδιά του. «Καρδιά μου ποτέ πιστή...».

Ήταν ή τελευταία φορά που ήρθε στο σπίτι μας. Ποτέ πια δεν ξαναγύρισε στην Ελλάδα.

Λητώ Κατακουζηνού, Συντροφιά με τον Albert Camus, εκδόσεις Ερμείας