Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαρταετοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαρταετοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021

«Χαρταϊτοί μου, γαλάζια ανομοιοκατάληκτα ποιήματα...»· Γιάννης Ρίτσος, «Ο γέροντας με τους χαρταϊτούς»


Αλέκος Φασιανός, Χαρταετός, Αθήνα 1935
_________

«Ασκήσεις ειλικρίνειας»

Σειρά σου τώρα
χωρίς φώτα
χωρίς σκηνικά
να παίξεις εαυτόν.

Γιάννης Ρίτσος, Στο υπερώον, Υπερώον, 
εκδόσεις Κέδρος, 2013
___________

Το «Εικονοστάσιο των ανωνύμων αγίων» - ημερολόγια και αυτοβιογραφία μαζί, κρεμασμένα κατάντικρυ στη ματαιότητα - είναι τα εξομολογητικά πεζογραφήματα του Γιάννη Ρίτσου, που κυκλοφόρησαν σε εννέα τόμους από το 1982 ως το 1986. Πρόκειται για μια περιπέτεια που ξεκίνησε το 1942, ως «Ασκήσεις ειλικρίνειας», προσπάθεια - όπως ο ίδιος ο συγγραφέας την περιγράφει - «να ξεδώσει μια στάλα απ’ την πίκρα, την πείνα και τον θάνατο, κάτω από ’να ύφος καραγκιοζίστικο, παλαβό, αυτοειρωνικό ή και παρανοϊκό».

Μέσα από την εννεαλογία του, ο Ρίτσος τόλμησε να μιλήσει «για πράματα που δεν τα γράφει ποτέ καμιά Ιστορία, πράματα σιωπηλά, βαθιά, αμελημένα, αθώα, περιπαιχτικά, σημαδιακά, ερωτικά, παιδιάστικα, πονηρούτσικα, παμπόνηρα, βουλιαγμένα σαν Ατλαντίδες, τοιχογραφίες της Θήρας…». Ούτε τον εαυτό του άφησε απ’ έξω, ζωγραφίζοντάς τον με σαρκασμό και αυτοκριτική διάθεση: 

Πίσω απ’ τα «ωραία» διαφαίνεται  ο κίνδυνος σχηματισμού μιας «σχολής», μιας βολικής μανιέρας δελεαστικής αλλά καθόλου ευθύβολης. Γι’ αυτό κι εγώ, με το καινούριο μου πουλόβερ που μου χάρισε η Ρούλα, επιμένω να κατακρίνω τις τρικλοποδιές που βάζει στη φωνή μου η αισθητική αυταρέσκεια. Και κάθε φορά που συλλαμβάνω επ’ αυτοφώρω τον εαυτό μου ν’ ακκίζεται υποκρινόμενος τον ωραίο ταχυδακτυλουργό ή τον δεξιοτέχνη κλόουν ή το κέρινο μανεκέν μιας προθήκης της οδού Σταδίου, τον πιάνω απ’ τ’ αυτί και του φωνάζω: Αρίοστε, άσε τις ζεβζεκιές και τις κουτσουκέλες, άσε τα σκέρτσα και τις μπούρδες. Πες την αλήθεια.


«Για μια χαμογελαστή αμοιβαιότητα αδελφοσύνης»

Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο το κρύβουμε
τώρα.
Παράνομο χαμόγελο - όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος
παράνομη κ' η αλήθεια.[…] 
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο
κι αυτόν τον ουρανό δε μπορούν να μας τα πάρουν. 

Γιάννης Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι, 
Ποιήματα, τόμος Β' (1941-1958), εκδόσεις Κέδρος
_____________

Αυτά τα εξομολογητικά, αυτοβιογραφικά σπαράγματα είναι «ένα σκούντημα του αγκώνα», ένα κάλεσμα του Ρίτσου να μοιράσει και να μοιραστεί με τους συγκαιρινούς, αλλά πιότερο με τους αυριανούς, τους εσαεί συντρόφους του, την ομορφιά, που κανείς δεν την αντέχει μόνος του κι ίσως έτσι, να καταφέρουμε μια μέρα, όλοι μαζί «να φτάσουμε στη Χώρα του Χαμόγελου, εκεί, που πέρα από φυλές, θρησκείες, παραδόσεις, γλώσσες, θ’ αναγνωρίζει ο άνθρωπος τον άνθρωπο αδελφό του απ’ το ίδιο αυτεπίγνωστο χαμόγελο και θ’ ανταλλάσουν βλέμματα κι αισθήματα μιας πανανθρώπινης δημιουργικής ευχαριστίας».

«Με το πέρασμα του χρόνου τα πράγματα μαλακώνουν, γλυκαίνουν. Καταστροφές, δράματα, θάνατοι, σεισμοί, πόλεμοι, βασανιστήρια, αρρώστιες. Και δεν είναι που τα ξεχνάς. Όχι. Απεναντίας είναι που τα θυμάσαι, τ’ αναπολείς, τα φέρνεις πίσω ευγενισμένα, γενικευμένα, αχνισμένα απ’ την ανάσα του αιώνιου, σφραγισμένα μ’ ένα χαμόγελο, όπως τα ερείπια αρχαίων ναών, τ’ ακρωτηριασμένα αγάλματα, τα πήλινα κτερίσματα κι αναθήματα ή τα γδαρμένα ψηφιδωτά. Είναι προπάντων που τα ε ί δ ε ς και τα ε ί π ε ς. Τα είδες όχι πια σ έναν χώρο ατομικό, σ’ ένα δωμάτιο μ’ ένα ξέστρωτο κρεβάτι κι έναν ραγισμένο καθρέφτη, αλλά σ’ έναν χώρο ασύνορο, μέσα σ’ έναν καθολικό νόμο μακρινής επαναλαμβανόμενης ιστορίας, του αέναου μύθου. Και τα είπες όχι σαν ένα προσωπικό σου επεισόδιο (το πιο προσωπικό), αλλά σαν γεγονός ενός άλλου, ενός τρίτου, και όλων μας. Ένα χαμόγελο επιστέγασμα. Και ξαναλές κείνους τους στίχους:

Ένας άνθρωπος μόνος χαμογελάει μες στο σκοτάδι, 
ίσως γιατί μπορεί να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι, 
ίσως γιατί μπορεί να διακρίνει το σκοτάδι.

Μόνος μες στο σκοτάδι με το χαμόγελό του. Και το χαμόγελό του ένα αστέρι πάνω απ’ το σκοτάδι. Ο έσπερος. Αυτό το χαμόγελο συχνά το ξεχωρίζεις σε πρόσωπα στοχαστικά και λυπημένα[...] αυτό το άφωνο χαμόγελο είναι πιο αξιαγάπητο απ’ το πλουσιότερο γέλιο. Είναι μια μικρή σεμνόπρεπη νίκη πάνω στις άγριες επιθυμίες μας, στα βάσανά μας, στους φόβους μας, στο ανικανοποίητό μας — μια νίκη που δε μας δόθηκε, μα την κερδίσαμε μόνοι μας με μόχθους, με θέληση, με εργασία, άντικρυ σε μεγάλες δυσκολίες κι εχθρότητες, σ’ ένα εσωτερικό, σιωπηλό και άφαντο πεδίο ατελεύτητης μάχης. Μια νίκη πάνω στον ίδιο τον εαυτό μας.

[...]Ω, είναι πράγματα που μήτε το καλύτερο ποίημα δεν μπορεί να τα πει, και μόνο ένα τέτοιο χαμόγελο τα λέει μια για πάντα. Μ’ ένα τέτοιο χαμόγελο θέλω κι εγώ να σφραγίσω τα χαρτιά μου, κι όσα δεν μπόρεσα εγώ να πω να τα λέει αυτό, γιατί το ακούω ασώπαστο βαθιά μου, το έχω, μα δε θα ’ταν τίποτα αν το κρατούσα μονάχα για μένα, αν δεν μπορούσα να το δώσω. Γι’ αυτό αγωνίστηκαν κι αγωνίζονται πάντα οι αληθινοί ποιητές, οι αληθινοί άνθρωποι, για μια χαμογελαστή αμοιβαιότητα αδελφοσύνης.»
 
Γιάννης Ρίτσος, Σφραγισμένα μ’ ένα χαμόγελο, 
Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων, τόμος 7, εκδόσεις Κέδρος

Philip McKay photography
________

«Προσοχή μη σου ξεφύγει πως αγαπάς ακόμα τους χαρταϊτούς...»

[...] Μα πάνου απ’ όλα προσοχή μη σου ξεφύγει μια στιγμή πως αγαπάς ακόμα τους χαρταϊτούς, πως έχεις μιαν ολάκερη συλλογή από δαύτους, στο πατάρι, πάνου απ’ το λουτρό, μαζί με τις άδειες βαλίτσες, πως ακόμη φτιάχνεις χαρταϊτούς με τους παλιούς τρόπους, με καλάμια, σπάγκους, αλευρόκολλα [...]

Γι’ αυτό, όταν αγοράζεις κόλλες για τους χαρταϊτούς σου απ’ το χαρτοπωλείο που΄ναι στο υπόγειο της πολυκατοικίας μας, λες στην κυρία Κατίνα, σαν σεβάσμιος γέροντας (όπως σε θεωρούν στη γειτονιά), να, ξέρετε, κυρία Κατίνα, θέλω να τυλίγω τα βιβλία να μην ξεθωριάζουν τα εξώφυλλά τους απ’ την αντηλιά. Και γιατί, κύριε Ίων, παίρνετε κόκκινες, κίτρινες, μπλε, πράσινες κόλλες κι όχι άσπρες; Για να ξεχωρίζω τα φιλοσοφικά, τα κοινωνιολογικά, τα λογοτεχνικά κ.τ.λ. απ’ το χρώμα του περιτυλίγματος. Αχ, τι σοφός που είσθε, κύριε Ίων. Ο κύριος Ίων χαμογελάει με απέραντη μετριοφροσύνη, μυστική αυταρέσκεια και πονηρούτσικη αυτοειρωνεία.[...]

Παίρνει τις πολύχρωμες κόλλες του τυλιγμένες ρολό να μην τσακίζουν, χαμογελάει, λέει «ευχαριστώ» και φεύγει [...]
Αθήνα, 15.ΙΙ. 84


Αλέκος Φασιανός, Χαρταετός
_____________

«Οι χαρταϊτοί θέλουν παρέα...»

Από σπάγκους, άλλο τίποτα. Σώζονται κι οι παιδικές καλούμπες κι εκείνες κάτω απ’ το κρεβάτι της Ιφιγένειας. Χώρια πια οι σπάγκοι του μακαρίτη θείου Αναξαγόρα. Κι άλλωστε μήτε που χρειάζονται πολλές οργιές σπάγκος μια κι οι αϊτοί αυτοί δεν πετάνε. Ίσα ίσα για τα δεσίματα, τα ζύγια, την ουρά και δυο τρία μέτρα σπάγκος για μια τυχόν περπατητή δοκιμή. Γιατί όσο καλά κι αν ξέρεις τα μέτρα, είναι απαραίτητο και μερικές δοκιμές για να γίνουν σωστά τα ζύγια, τα αυτιά, το μάκρος και το βάρος της ουράς. Πού και  πώς όμως; Να βγεις με τα  σπόρια της γειτονιάς και ν’ αμολάς αϊτούς στην πλατεία του Άτλαντα και να σε βλέπουν οι  ποδοσφαιριστές, ο ταβερνιάρης ο κυρ Νίκος, ο χασάπης, ο μανάβης, ο περιπτεράς, η κυρία Κατίνα, ο ανθοπώλης κι οι παπαγάλοι του; Δε γίνεται. Τι σέβας  πια θα σου ’χαν οι άνθρωποι;
 
[...] Να πας πάλι μια μακρινή εκδρομή, εκεί που θα ’σαι εντελώς άγνωστος, και ν’ αμολάς μόνος σου σαν κούκος, πάνω στο λοφίσκο, τον αϊτό σου, αυτό θα ’ναι πολύ θλιβερό σαν καθυστερημένο μνημόσυνο της παιδικής μας ηλικίας. Όχι, όχι. Οι χαρταϊτοί θέλουν παρέα, φωνές, γέλια, τεντωμένους σπάγκους, τεντωμένα νεύρα, τεντωμένα μάτια, κάποτε μια πυκνωμένη ανταγωνιστική σιωπή, γαλάζιο, αναμετρήσεις στα ύψη, φουρφουρίσματα χαρτιών, ουρές, εναέρια πλεούμενα, βουτιές, καμπύλες και δοξαστικές ανυψώσεις ως την ακραία τανυσμένη παλλόμενη ακινησία που μεταβιβάζεται νικηφόρα μεσ' απ' την κάθετη φλέβα του σπάγκου στις φλέβες σου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σ' εκείνο ακριβώς το σημείο, γίνεται η γνωριμία με τους μικρούς και μεγάλους Αγγέλους, με τους αρχαίους και τους μελλοντικούς Έρωτες, εκεί ακριβώς γίνεται κι η ανταλλαγή του αίματος — του γαλάζιου αίματος. Είναι μια πρώτη απελευθέρωση απ’ το σχολείο, απ’ το δάσκαλο, απ’ το σπίτι, απ’ τον πατέρα, απ’ τις κουρτίνες, απ’ το βουρτσάκι των δοντιών, απ’ τους αριθμούς, απ’ τα παπούτσια, απ’ τα κουμπιά κι απ’ τα σώβρακα. Όι, όι, χαρταϊτοί μου, στον ουράνιο στίβο, ουράνια αθλήματα, ποιήματα, γαλάζια ανομοιοκατάληκτα ποιήματα. Πάνε αυτά. Πάνε. 


Kite flying illustration by Rafael Lopez
_________

«Όμορφα θα ’τανε να ταξιδεύανε στον ουρανό...»

Τώρα κάθουμαι εδώ με τις χρωματιστές μου κόλλες, τους σπάγκους, τα ψαλίδια, την αλευρόκολλα, φτιάχνω τους χαρταϊτούς μου που δεν πρόκειται να πετάξουν, μα μου κρατάνε συντροφιά, μου θυμίζουν, με παίρνουν σε άλλα ταξίδια, στα παλιά, στ' αυριανά, έξω απ' το χρόνο, κάπου ήσυχα, μαλακά, τρυφερά, έτσι να μπορείς να σκαλίσεις τα δόντια σου μ' ένα ξυλάκι, να τρίψεις τα δάχτυλα των ποδιών σου, να πεις τη λέξη «φως» χωρίς να φοβάσαι ότι λες ψέματα. Γι' αυτό νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη για τους χαρταϊτούς μου που μου επιτρέπουν ν' αψηφάω την ηλικία μου, να 'μαι συνομήλικός τους, να ’χω μιαν άγκυρα κεντημένη στο μανίκι μου και να μπορώ να φτερνίζομαι ή να χασμουριέμαι όποια ώρα, χωρίς να δίνω λόγο σε κανέναν. Όλ’ αυτά, βέβαια, στα κρυφά. 

[...]Γυρίζω στους χαρταϊτούς μου, στα παιδιά μου. Τα κανακεύω. Ζωγραφίζω πάνω τους πουλιά, ψάρια, λουλούδια, άλογα, ένα γαϊδουράκι φορτωμένο δυο κοφίνια πατάτες. Όμορφα θα ’τανε να ταξιδεύανε στον ουρανό τα ψάρια, τ’ άλογα, το γαϊδουράκι. Και τούτα τα ζύγια δεν είμαι σίγουρος αν είναι πετυχημένα. Πρέπει να τα δοκιμάσω. 


Henri Cartier-Bresson Flies a Kite, Provence, 1987. 
Photograph: John Loengard. Courtesy of LIFE Gallery of Photography
___________

«Μπράβο, μαέστρο, στην πένα τα ζύγια σου...»

Μόλις νύχτωσε, βγαίνω στη μεγάλη ταράτσα μου, σβήνω όλα τα φώτα στο διαμέρισμά μου για να μη με δουν απ’ τις γύρω πολυκατοικίες. Μα ποιος θα βγει στη βεράντα του με τέτοιο κρύο; Κοιτάω ολόγυρα. Όλα τα παράθυρα κι οι μπαλκονόπορτες με κατεβασμένα τα ρολά. Σκοτάδι. Τίποτα. Είμαι λεύτερος να δοκιμάσω τον καινούργιο αϊτό μου. Έχω φορέσει τις μαλακές παντόφλες μου για να μην κάνω θόρυβο και μ’ ακούσουν απ’ τον κάτου όροφο οπού μένει ο συνταξιούχος συμβολαιογράφος κι η παράλυτη γυναίκα του. Ο άνεμος είναι ευνοϊκός. Μονάχα που πλαταγίζουν πιότερο απ’ όσο πρέπει τα χαρτιά, η ουρά, τ’ αυτιά του αϊτού μου. Ήσυχα, μωρό μου, του λέω, κι αρχίζω να τρέχω στην ταράτσα μου αμολώντας λίγα μέτρα σπάγκο. Βρε, κέφι που το ’χει το πουλί μου να πετάξει τ’ αψήλου. Μπράβο, μαέστρο, στην πένα τα ζύγια σου. 

Κείνη τη στιγμή δυο παιδικές φωνές: Κύριε Ίων, χαρταϊτούς αμολάτε; (Βρε τα μπαστάρδικα· είναι τα δυο παιδιά, κοριτσάκι κι αγόρι, του πλαϊνού διαμερίσματος· φαίνεται έχουν σκαρφαλώσει πάνω σε καρέκλες και κοιτάνε πάνω απ’ το σιδερένιο κάδρο του τζαμένιου παραπετάσματος που χωρίζει τη βεράντα τους απ’ τη δική μου). Όχι, παιδιά μου· ο άνεμος έφερε στην ταράτσα μου έναν χαρταϊτό· κάποιο τρελόπαιδο φαίνεται θα τον αμόλησε νυχτιάτικα, κόπηκε ο σπάγκος κι έφτασε ως εδώ. Δε μας τον δίνετε εμάς; Δεν μπορώ· πρέπει να τον επιστρέψω στο παιδί που τον έχασε. Τα παιδιά χαχανίζουν...Χάλασε ο κόσμος. 

Prague 1961. Verses for children illustrated by Ota Janeček.
___________

«Ασπίδες χάρτινες, αλλά γερές κι αδιαπέραστες...»

Μπαίνω μέσα. Κατεβάζω τα παντζούρια στα πορτοπαράθυρα. Παίρνω τον χαρταϊτό στα γόνατά μου. Είσαι άταχτο παιδί, του λέω. Πολλή φασαρία κάνεις. Θα μας πάρει χαμπάρι η γειτονιά. Και τι θα πει ο φούρναρης, ο χασάπης, η κυρία Κατίνα και τα καθρεφτάκια της; Τι παράπονο έχεις από μένα; Εγώ σου ζωγράφισα και πουλιά και ψάρια και λουλούδια και το γαϊδουράκι με τα δυο κοφίνια πατάτες. Ούτε ο Ήφαιστος δεν έσιαξε τόσα πράματα στην ασπίδα του Αχιλλέα. Μα μήπως κι εσείς δεν είσαστε οι ασπίδες μου; Χάρτινες ασπίδες, θα πεις. Ναι, χάρτινες, αλλά γερές, αδιαπέραστες. Με προστατεύουν από τις επιθέσεις του χρόνου, απ' τη σκληρότητα, απ' την ασκήμια, απ' τους κάθε λογής Κυπαρίσσηδες και Βροντόσαυρους, μου κρατάνε πάντα τη θέση μου στο μεγάλο καναπέ, μες στο ιερό οτου Ελκομένου, μαζί με τον Αργύρη, το Σταυράκη, τον Κοκοβιό, μαζί με τα διάτρητα χέρια του Εσταυρωμένου και τα μεγάλα μάτια της Παναγίας, τα  πιο λυπημένα όλου του κόσμου. Άντεστε το λοιπόν, χηνάκια μου, μωρά μου, ώρα να κοιμηθούμε.

Τσιμουδιά. Να μη μας πάρουνε είδηση. Εμείς θα τα λέμε μεταξύ μας, κι αύριο μεθαύριο μπορεί να τ’ ακούσουν κι άλλοι. Αυτοί που μάθαν να χαμογελάνε κατά μέσα τους και να ταΐζουν τα σπουργίτια στην αυλή τους. Ανεβαίνω στο σιδερένιο σκαμνί κι' αφήνω τον χαρταϊτό μου στο πατάρι, πάνω απ’ το λουτρό, μαζί με τ’ αδερφάκια του. Καληνυχτούδια μωρά μου, καλά όνειρα. Όποιος αγαπάει ένα πουλί, ένα άστρο, ένα παιδί, αυτός πάντα του βλέπει όμορφα όνειρα κι ο κόσμος γίνεται όμορφος ως πέρα απ’ τον ύπνο του, ως πίσω απ’ τα κλεισμένα μάτια του, ως μέσα στο πιο άγνωστο χαμόγελό του...Καληνύχτα.

ΑΘΗΝΑ, 16.ΙΙ.84

Γιάννης Ρίτσος, Ο γέροντας με τους χαρταϊτούς, 
Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων, τόμος 5, εκδόσεις Κέδρος


Συνοικία το όνειρο,1961,σε σκηνοθεσία του Αλέκου Αλεξανδράκη και σενάριο του Τάσου Λειβαδίτη και Κώστα Κοτζιά. 
Πρωταγωνιστούν: Αλέκος Αλεξανδράκης, Μάνος Κατράκης και Αλίκη Γεωργούλη.
____________



Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Όταν ξυπνήσεις Καθαρά Δευτέρα...


«Χαρταετοί», έργο του Αγήνορα Αστεριάδη, 1962, Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας
_______________


Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι...

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οι αετοί

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί», Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος




«Η τρομερή Καθαρή Δευτέρα»

Ήμουν τότε παιδί όχι πλειότερο από οχτώ χρονών και μαθήτευα στον παπα-Αντριά. Κοιμόμουν κι όταν ξύπνησα είχα μέσα μου όλο εκείνο το θλιβερό συναίσθημα, ότι είχε ξημερώσει η τρομερή Καθαρή Δευτέρα με τη μεγάλη σαρακοστή και με το σκολειό. Κι έπρεπε να περάσουν πενήντα μέρες ακέριες αυστηρή σαρακοστή με φασούλια, ρεβύθια, κουκιά, φακή και λαχανικά και να νηστεύουμε και το λάδι τα τετραδοπαράσκευα!

Αυγά, γάλα, τυρί, βούτυρο, ψάρι και προπάντων το κρέας δεν έπρεπε ούτε να τ’ αναφέρουμε με το στόμα μας, γιατί αυτό λογίζονταν αμαρτία! Κι όταν ακόμα το ‘φερνε ο λόγος για να ονοματίσει κανένας το γάλα, το βούτυρο, το τυρί, το ψάρι, ή-θεός φυλάξοι!- το κρέας, έπρεπε να συνοδεύει την απαγορευμένη λέξη με την έκφραση «μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς» π. χ. «ζυγιάσαμε το τυρί -μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς-και βγήκε δέκα οκάδες.

Μια μέρα μεγάλη λύπη είχε γραπωμένη την παιδική μου καρδιά και δεν μπορούσα να τιναχτώ πέρα από τα στρώματά μου, τρέφοντας κάποια πλάνα ελπίδα, ότι μπορούσε να μην ήταν αλήθεια ότι είχε ξημερώσει η ανεπιθύμητη Καθαρή Δευτέρα κι ότι κάποιο δυσάρεστο όνειρο γέννησε την ιδέα της.

Χρήστος Χρηστοβασίλης, «Καθαρή Δευτέρα»




Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά;

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα.

Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας.

Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε.

Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου. [...... ]

Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια. Nα, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Xριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Kάτι τέτοιο ήτανε.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδόσεις Ερμής


Γιάννης Μαγγανάρης, Χαρταετός
___________


Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου....

Τι όνειρα έβλεπα απόψε στον ύπνο μου, όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…

«Ο χαρταετός μου χάνει την ισορροπία του και το κεφάλι του ταρακουνιέται μια δω, μια κει. Πολύ μ’ αρέσει να μένω έτσι πλαγιασμένος στο στρώμα μου, εδώ στην ταράτσα και να κοιτάζω με μισόκλειστα μάτια τα τσαλίμια του αετού μου.

Ο χαρταετός μου εμένανε είναι ο πιο όμορφος χαρταετός του κόσμου
[.....]

Ο Αλβάν στην ταράτσα κρατάει στη φούχτα του τους σπάγκους των πολύχρωμων μπαλονιών του που σχηματίζουν πάνω από το κεφάλι του ένα ουράνιο τόξο. Όταν φυσάει ένα δροσερό αεράκι νιώθει να χάνει το βάρος του, σαν να φυτρώνουν φτερά στα πλευρά του και τα πόδια του ανάλαφρα αιωρούνται χωρίς ν’ αγγίζουν την ταράτσα.

Κοιτάζει γαλήνια τον ουρανό. Ο ουρανός δεν είναι όπως πάντα. Ήταν κάτι περίεργο. Τα χρώματά του, το σχήμα του, τα σύννεφά του… Ήταν κάτι περίεργο. Τα συννεφάκια, λευκά, μπαμπακένια, σκόρπια στον ουρανό σαν μικρές ανθοδέσμες από φως και λουλούδια, τα στριφογυρίζει ο αέρας και τους δίνει παράξενα σχήματα[...]

Ο Αλβάν πλησιάζει το χαρτί κοντά στα μάτια του κι αρχίζει να διαβάζει αργά αργά τις λέξεις και τις φράσεις γεμάτες φως. Έτσι που διαβάζει, είναι σαν να διαβάζει για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, κι έτσι ψηλά που στέκεται μοιάζει σαν να ’ναι η ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου κι έχει να πει ένα παγκόσμιο μήνυμα.

Η έκθεσή του αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια:

«Τα όνειρά μου είναι όλο περιστέρια, χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια…»


Faryad Fereydoun, Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια, 
μτφρ. Γιάννης Ρίτσος, εκδόσεις Κέδρος


«Ποίηση... χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού…»

 Θωμάς Γκόρπας
___________

Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

Ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

Τόλης Νικηφόρου, Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο. 
Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 38, Απρίλιος 2008


Χαρταετός του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, έργο του 1940
_____________


Σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί...

Άκου την, — η φωνή της τη σκεπάζει σα βαθύβουος θόλος
κι είναι ή ίδια κρεμασμένη μέσα στη φωνή της
σα γλωσσίδι καμπάνας, και χτυπιέται και χτυπάει την καμπάνα,
ενώ δεν είναι μήτε σκόλη μήτε ξόδι, μόνο ή άσπιλη ερημιά των βράχων
και κάτω η ταπεινή ησυχία του κάμπου, υπογραμμίζοντας
αυτή την αδικαίωτη παραφορά, πού γύρω της
σαλεύουν σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί τ’ αναρίθμητα αστέρια
με το χάρτινο αείροο θρόισμα της μεγάλης ουράς τους.

Γιάννης Ρίτσος,Ορέστης (απόσπασμα), 
εκδόσεις Κέδρος


Πίνακας του Σπύρου Βασιλείου
__________


...κρατώντας απ' τα μέσα την καλούμπα...


Όταν ξυπνήσεις
Καθαρά Δευτέρα
και δεις
σκοτεινιασμένο ουρανό
με σύντομες βροχές
και με αέρα
την ευκαιρία
μη φοβηθείς
και χάσεις
να αμολήσεις πάλι
τον χαρταετό
κρατώντας
απ' τα μέσα
την καλούμπα

Γιάννης Πατίλης, Η αποδρομή του αλκοόλ και άλλα ποιήματα, 
εμπνευσμένο από τον πίνακα ζωγραφικής της Ηρώς Νικοπούλου "Μικρή Αριάδνη"




Μη με διαβάζετε …

Μη με διαβάζετε …
Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα
χωρὶς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.

Νίκος Καρούζος, Ρομαντικὸς επίλογος
Από τη συλλογή ποιημάτων «Δεύτερη Εποχή», εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1988


Πίνακας με χαρταετό του Γ. Τσαρούχη / 1959
___________


Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου...

Κάτοικε του ονείρου
μαζεύω τη φωνή μου από κάθε άκρη
και το υπόλειμμά της αυτό στη σινδόνη των δέντρων
κ’ εκείνο κει ψηλά στο σκουριασμένο βράχον
όπου οργίζεται ο γερο-κόρακας
συγκεντρώνομαι
για τη μεγάλη αποκάλυψη
ρίχνω στον άνεμο μακρόσυρτη αγάπη:
Τη θέλω εγώ την απελπισία μου
δεν την ανταλλάσσω με θαλπωρή άλλη
έχασα.
Μα χάνουν και τ’ άνθη
τ’ άνθη ανοίγουν το μοναδικό παράθυρο…
Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου
δε θέλω πια ν’ αγγίξω τα χρώματά του
κλείνω τα μάτια μου για να δω.
Είναι η φωνή που με διασχίζει
κι άλλοτε που χτυπά στον άκμονα
χίλιες φορές.
Είναι η φωνή από ένα βάθος:
Για πάντα να μην έχεις
τίποτα για τ’ αληθινά χέρια
μονάχος
ανήμπορος εκστατικός
σ’ αυτή την άξαφνη γιορτή του δευτερόλεπτου
που
παραδίδεται ο κόσμος.

Νίκος Καρούζος, Γαλάζια σπλάχνα, 
Τα ποιήματα Α’ (1961-1978), εκδ. Ίκαρος




κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο όνειρο...

Τσιμπλιάρικα τα βλέφαρα της μέρας
ένα κορίτσι κρέμεται στο παράθυρο
σαν άνθος
ενώ τριγύρω παθητικά κελαηδούνε τα πουλιά
ένα σπασμένο ποτήρι
μ’ αόρατα τα γυαλιά μες στην καρδιά
κι ένας χαρταετός ψηλά σαν επαναστατημένο
όνειρο
βγάζει φωτιές
εμείς μαζεύουμε βελόνες
όπως άλλοτε μάζευαν λουλούδια
κι η πιο μεγάλη διάπλατα
τρυπάει το κρανίο μας

Μίλτος Σαχτούρης, Μια μέρα


Geoffrey Smith, The red kite
________


...σα χαρταετός ο Σταυραϊτός να φεύγει


Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα
πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά
πτώματα από τον ουρανό
λουλούδια

κι ό,τι το καλό
σ’ αυτό τον άγριο κόσμο
κινδυνεύει
ψηλά κοιτάζω σα χαρταετός
ο Σταυραϊτός να φεύγει

αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα
αυτά δε με αγγίζουν
ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας
μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου

ψιθυρίζει λέγοντας:
σκοτείνιασε σκοτείνιασες
γιατί;
δεν είσαι τρομαγμένος;

Μίλτος Σαχτούρης, Ο συλλέκτης


Fred Sklenar, Fly a kite
________

«να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο...»

«Ό,τι μπόρεσα ν' αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ' ένα είδος ειδικού θάρρους που μου 'δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.»
Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος


Αλέκος Φασιανός, Χαρταετός
_________

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν 
έμενα στο προσκέφαλό μου μπρούμυτα
τιμωρημένη 
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά που αλλάζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε 
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι [...]

Οδυσσέας Ελύτης, Ο Χαρταετός, Μαρία Νεφέλη


Fly me to Paris by Christian Schloe
__________


Χαρταετοί είμαστε, μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.

Χαρταετοί είμαστε,
χαρταετοί πιασμένοι στα ηλεχτρικά σύρματα.
Μ' εκείνους τους κομμένους σπάγγους,
μ'εκείνα τα ξεσχισμένα χαρτιά,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον άνεμο,
μ'εκείνη την εγκατάλειψη στον εμπαιγμό,
μ' εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.
Κώστας Μόντης, Χαρταετοί


Χαρταετός, έργο του Ν. Στεφάνου
__________


Οι χαρταετοί μοιάζουν με τις καρδιές

Οι χαρταετοί μοιάζουν με τις καρδιές
Πέφτουν κάτω από το ίδιο χέρι που τους ανέβασε
Ή χάνονται
Ένας σπάγκος άλλωστε είναι όλα
Κόβονται όπως η ανάσα
Απότομα

Σταμάτης Μπουρίκος, Ο νοτιάς κοιμάται πάλι


Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Στέγες και αετοί, 1948. 
 Εκτίθεται στο Παράρτημα της ΕΠΜΑΣ στην Κέρκυρα.
__________


Δεν πετούν χαρταετοί πια εδώ...

Δεν πετούν χαρταετοί
πια εδώ,
αδειάσαν οι αλάνες
από μπερδεμένα κουβάρια
σε σπασμένους σκελετούς
από καλάμι,
φύγαν απ’ τα σύρματα
οι κομμένες ουρές.
Μόνο κάτι
μαύρα πουλιά χοροπηδούν,
και άνθρωποι σκυθρωποί
τρέχουν γρήγορα
σε ασανσέρ
τηλεοπτικής αγωνίας.

Δήμος Χλωπτσιούδης, «Καθαρά Δευτέρα»
Από τη συλλογή «ακατάλληλο», Μανδραγόρας, 2016



Έργο του Στέλιου Ζαχαρούδη
________


Τη μέρα αυτή της προσμονής την Καθαρή Δευτέρα...

Τ’ αστέρια δε φεγγοβολούν
άσπρη μου περιστέρα
και τα πουλιά δεν κελαηδούν
την Καθαρή Δευτέρα

Πάνω στον λόφο έχει στηθεί
το ρέμπελο φεγγάρι
και σε χρυσάφι έχει ντυθεί
και σε μαργαριτάρι

Μη τραγουδάς και μη πονείς
ετούτη την ημέρα
τη μέρα αυτή της προσμονής
την Καθαρή Δευτέρα

Νέστορας Μάτσας, Μίμης Πλέσσας, Τζένη Βάνου





Χαρταετός...σ' έχω ανάγκη σαν παιδί...

Έσβησαν τα όνειρα, έσβησαν
έγινε πρωί
άνοιξε την πόρτα, άνοιξε
ήλιος να με δει

Ήρθες και στο δρόμο μου
φώτισε ο ουρανός
να η καρδιά μου πέταξε
κόκκινος χαρταετός

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί
μη μ’ αφήσεις να γυρίσω εκεί
στον εαυτό μου στη σιωπή
κρύα θάλασσα έρημο νησί

Άψυχα κορμιά στα χέρια μου
άχρηστα κλειδιά
δε μου μένει τίποτα
τίποτα δε μου φτάνει πια

Έλα ας περπατήσουμε
μακριά απ’ το θόρυβο
τις πληγές να κλείσουμε
έχουμε όλο τον καιρό...

Σ’ έχω ανάγκη σαν παιδί...

Μανώλης Φάμελος, Τάνια Τσανακλίδου



Διεύθυνση βάλαν ουρανός κι’ έφυγε ο χαρταετός...

Κάτι παιδιά στο περιγιάλι
φτιάξαν έναν χαρταετό
με εφημερίδες του μπακάλη
καλάμια από τον Κηφισό

Γράψαν με κόκκινο μελάνι
με ματωμένα κεφαλαία
όσα η ζωή τους είχε κάνει
κι όσα απωθούσε η παρέα

Διεύθυνση βάλαν ουρανός
κι’ έφυγε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης ο Θεός

Τον βρήκαν κάτι σφουγγαράδες
στο πέραμα την Κυριακή
Είχε μπλεχτεί στις καμινάδες
μιας αποθήκης με ρακί

Πίναν ρακί οι σφουγγαράδες
και το διαβάσαν ως θα φέξει
βουρκώνανε σε κάθε λέξι
και μουτζουρώναν τις αράδες

Σε λάθος χέρια δυστυχώς
έπεσε ο χαρταετός
αποστολεύς ένας φτωχός
και ο παραλήπτης πιο φτωχός

Πήγαν στ’ αφέντη τους την πόρτα
και τον πετάξαν βιαστικοί
Μέσα γιορτή είχαν και φώτα
και παίζαν τζαζ οι μουσικοί

Τον βρήκανε οι καλεσμένοι
και πως γελάσανε οι κυρίες
που είχε ανορθογραφίες
και στο μικρό περισπωμένη

Άτυχος ο Χαρταετός
τον κάψανε σε μια γωνιά
αποστολεύς ένας φτωχός
και παραλήπτης η απονιά

Σώτια Τσώτου, Κώστας Χατζής, Δάκης



...και ο καιρός χαρταετός έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Κάθε στιγμή κάθε ψυχή
είναι δεμένη με μία κλωστή
και ο καιρός χαρταετός
έρχεται πάει λουσμένος στο φως

Ζούμε κι εμείς οι αφελείς
το τέλος μόνο της κάθε γιορτής
για ένα βαλς που μας χρωστάς
κι είναι γραμμένο μονάχα για μας

Κάθε χαρά είναι ζαριά
που κάποιοι ξέρουν και φέρνουν συχνά
και σαν λεκές το στιλ που λες
είναι που μένει και σώζει το χτες

Άκος Δασκαλόπουλος, Νότης Μαυρουδής, Αναστασία Μουτσάτσου




...γελώντας πέφτω σαν σκισμένος χαρταετός

Απόψε θέλω να σε δω, όμως το ξέρω
δεν έχω νόημα, δεν είμαι κανενός
πάνω σε ό,τι με κάνει κι υποφέρω
γελώντας πέφτω σαν σκισμένος χαρταετός

Είναι η καρδιά μου ένα σπίτι στοιχειωμένο
δε θα'πρεπε να υπάρχει τόση λύπη εκεί
ό,τι αγαπάω με αφήνει νικημένο
στ'άδειο μου σχήμα, μια σκιά που νοσταλγεί

Κοντά σου δεν μπορώ, μακριά σου τρέμω
κάτι με τρώει και δεν μπορώ να κοιμηθώ
περνάω τις μέρες μου σαν δαίμονας κλεισμένος
σ' ένα κουφάρι φαγωμένο απ' τον καιρό

Κι αν τόσα χρόνια περπατήσαμε μαζί
τον τελευταίο δρόμο θα τον κάνω μόνος
θα `χω στην χούφτα μου μια μπούκλα σου χρυσή
και μια ραγισματιά στα χείλη μου απ' τον πόνο

Διάφανα Κρίνα, Σκισμένος Χαρταετός
(από το cd/lp "Ότι Απέμεινε Απ' Την Ευτυχία", 2003)