Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Φλεβάρης των φλεβών, Φλεβάρης των ποιητών


Φλεβάρης, πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη
__________

Φλεβάρης, η σιωπηλή μεθόριος του χρόνου

Ο Φλεβάρης των ορίων: ανάμεσα στο τέλος και στην αρχή. Ούτε βαθύς χειμώνας, ούτε άνοιξη ακόμα.

Ο Φλεβάρης, το στερνοπούλι του χειμώνα, το δεύτερο εγγόνι του χρόνου, ο μήνας των φλεβών, η προσμονή της κρυφής δράσης του νερού στις ρίζες.

Ο Φλεβάρης, ο πιο χαρούμενος και σκανδαλιάρης μήνας, που αν και κουτσός, ξέρει να χορεύει, να διασκεδάζει, να αγαπά τις σκανταλιές, να ερωτεύεται και να τρυπώνει στις πιο απίθανες νύχτες του χειμώνα σκορπώντας  γέλιο, χαρά και αναστάτωση με τις μεταμφιέσεις του.

Ο Φλεβάρης, με το λαβωμένο παιδικό πόδι και τα δακρυσμένα μάτια, «που άγρια τα κύματα κυλάει» αλλά και πλήρης ανοιξιάτικων υπαινιγμών και υποσχέσεων, γενναιόδωρα προσφέρει της μυγδαλιάς τα ευάλωτα άνθη.

Ο Φλεβάρης, της ανάληψης του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας - η ζωή πορεύεται με ερείπια, ημιτελή σχέδια και παρατημένες προθέσεις κι είναι η επιθυμία που μας κρατά ζωντανούς.

Ο Φλεβάρης δεν φωνάζει, υποχωρεί, μαζεύεται και υπόγεια προετοιμάζει το φως. Είναι ο μήνας που το σκοτάδι αρχίζει ανεπαίσθητα να χάνει τη δύναμή του — και αυτό ακριβώς τον κάνει τόσο ανθρώπινο. 


Σπύρος Βασιλείου, Καλαντάρι του 1947 με παροιμίες των μηνών
____________


«Δάκρυσαν τα μάτια του Φλεβάρη...»


«…Ήρθε κάποτε μέρα κακιά κι ο ένας από τους μήνες, ο Φεβρουάριος που τα άλλα παιδιά τον φώναζαν Φλεβάρη, λαβώθηκε άσχημα στο ένα του πόδι. Δεν κατάφερνε πια να τρέξει τριάντα ολόκληρες μέρες όπως άλλοτε, μα μόνο είκοσι οκτώ και οι άλλοι τον έβγαλαν Κουτσοφλέβαρο…

- Δεν είναι μήνας σωστός! Δεν τον θέλουμε στο παιχνίδι! Mίλησαν άσπλαχνα ένα πρωί δύο από τους μήνες - παιδιά. Οι άλλοι δέκα συμφώνησαν, χωρίς να το καλοσκεφτούν. Και τον έβγαλαν από το παιχνίδι… Δάκρυσαν τα μάτια του Φλεβάρη…»

Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, 
Τα παιδιά του χειμώνα, εκδόσεις Πατάκης


Έργο της Graciela Rodo Boulanger
_________


Ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο 

Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.

— Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.

Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει.  Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.

— Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…  

— Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!

Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.

— Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄  αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα.  Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος!

— Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης. 

— Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια.

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε:

— Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο;

— Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης.

— Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω.

— Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη;

— Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά.

— Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης.

Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά. 

Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του:

— Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο!

Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι. Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι.

— Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση.

— Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη.

Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει.

— Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος!

— Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος.

Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω.

— Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι;

Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα.

Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι,  μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!...

Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!...

— Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοι της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει.

Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν!

Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε…

Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν:

— Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα.

— Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης.

— Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο.

Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου.

— Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω;

— Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης.

Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς.

— Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης.

«Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε:

— Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά.

Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου!



Irina Kolesnikova, Two buffoons
___________


—Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;,
παραξενεύτηκε ο παππούς.

Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε:

— Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή…

Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης.
Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά.

— Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε.

Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη.

Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν.

Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του.

— Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε!

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του.

— Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο.

-Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.

Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος. Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε:

«Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά.
Ο Χρόνος γυρίζει.
Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!»


Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου,Τα παιχνίδια του Φλεβάρη, 
εκδόσεις Πατάκης


Louise Jopling (1843-1933), Phyllis (1883)
________

Η Φυλλίς απεικονίζεται να υποφέρει από μεγάλη θλίψη αφού εγκαταλείφθηκε από τον Δημοφώντα. Μια εκδοχή της ιστορίας αναφέρει πώς η Φυλλίς άρχισε να μαραίνεται και να μαραίνεται ενώ περίμενε τον εραστή της και τελικά πέθανε από θλίψη. Ωστόσο, οι θεοί ήθελαν να τη σώσουν και έτσι τη μετέτρεψαν σε αμυγδαλιά, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να περιμένει τον εραστή της. Η αμυγδαλιά έγινε σύμβολο αγάπης και αιώνιας ελπίδας.
_______



Η αμυγδαλιά κι ο Βοριάς

«…Φλεβάρης θα΄ταν… Ηλιόλουστη μέρα από εκείνες που 'χαν ξεχαστεί από τις Αλκυονίδες του Γενάρη. Ο τόπος είχε γεμίσει πράσινο χρώμα και εμείς όλοι κατεβήκαμε στον κάμπο να βρούμε χόρτα, μάραθα που ξέραμε ένα χωράφι που ήταν γεμάτο. Και τρέχαμε χαρούμενοι κι ανέμελοι ανάμεσα στις πέτρες και τα μικρά ρυάκια και ξαφνικά, εκεί δίπλα  στις τσουκνίδες ,τις μαντιλήδες και όλα τα αγριόχορτα το τοπίο άλλαξε. Μια μεγάλη αγκαλιά από λουλούδια που μοσχομύριζαν, άσπρα και ροζ πεντάφυλλα, γέμισαν την  καρδιά μας φως, χαρά κι ελπίδα. Σαν όνειρο , σαν οπτασία μια νεράιδα με κατάξανθα μακριά μαλλιά μας προσπέρασε τρέχοντας.

 Ποια ήταν, πως; Το κατάλευκο φόρεμά της γεμάτο μικρά μικρά ανθάκια. Κι όλος ο τόπος μοσχομύρισε …Να 'ταν η Άνοιξη που βιαζόταν να έρθει. Μα δεν ήταν δυνατόν, έκανε κρύο πολύ, ακόμα Χειμώνας ήταν. Και τότε άστραψε το μυαλό, φωτίστηκε. Η Αμυγδαλιά ήταν, ντυμένη νύφη που έτρεχε να συναντήσει τον αγαπημένο της, τον Βοριά.

Θυμήθηκα όλη την ιστορία… Μας την είχε πει η δασκάλα μας στο σχολείο. Ποιος ξέρει ,έτσι μου φάνηκε, μια ομορφιά στη μέση του χειμώνα, στη μέση του κάμπου, μόνη, έρημη και πενταστόλιστη. Ένα ολάνθιστο δέντρο ανάμεσα σ΄ ένα σωρό άλλα που στέκονταν γυμνά, γκρίζα και αμίλητα. Για μια στιγμή ο άνεμος φύσηξε πολύ δυνατά και κουμπώσαμε τα παλτά μας γιατί νοιώθαμε την ψύχρα του στο σώμα μας. Εκείνη κούνησε λίγο τα κλαδιά της, λίγα ανθάκια έπεσαν, σκόρπισαν, τα πήρε εκείνος μακριά σαν να ήθελε κι αυτός να τα κρατήσει… 

Εμείς καταλάβαμε …η αμυγδαλιά ήταν κι ο Βοριάς, που συναντιόντουσαν μ΄ αυτόν τον παράξενο τρόπο …ανταλλάσσοντας λόγια αγάπης μέσα στο καταχείμωνο. Τούτα τα μικρά σκορπισμένα ανθάκια που στροβιλίζονταν ήταν το δώρο της, για τούτη την τόσο παράξενη σχέση. Ήταν τα …λόγια του αέρα …!»

Ελένη Μπετεινάκη, Λόγια του αέρα, 
Συλλογή Διηγημάτων, Ηράκλειο 2014


Edward Burne-Jones, Phyllis and Demophoon, 1870
Από τα μαλλιά της Φυλλίδας ξεπροβάλλουν άνθη αμυγδαλιάς.
Birmingham Museums and Art Gallery
__________


Ο Φλεβάρης, που άγρια τα κύματα κυλάει

Ξέρεις τ’ απάτητο βουνό που την κορφή του χιόνι
χειμώνα καλοκαίρι ζώνει;
Εκεί στη ρίζα του βουνού στέκει ένα σπίτι, κάτι
που μοιάζει του Ήλιου το παλάτι.

Μέσα στο σπίτι κάθονται δώδεκα Παλικάρια
με πρόσωπα σαν τα φεγγάρια.

[…] εκεί ο Φλεβάρης, που άγρια τα κύματα κυλάει,
γέρνει στης Μυγδαλιάς το πλάι […] 

Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη Ζωή, Κάποια Τραγούδια ακόμα, 
Οι Μήνες ( απόσπασμα), 1890.


February Rain by Scott Chitwood
_______


Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε...

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
Σε όνειρα
Αλλά καμία φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
Στον παράδεισο-

Τάσος Λειβαδίτης, «Φύλλα ημερολογίου», 
Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, 1990



Alex Colville, February, 1979
___________



Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα 

Ήρθα ντυμένος φλεβαριάτικα ρούχα μια νύχτα ερειπωμένη
Αδιάκοπα ταξίδια, χιλιόμετρα αναμνήσεων κι ο σουβλερός
άνεμος στις παγωμένες λίμνες να ποδοπατεί χωρίς έλεος
την εσθήτα του καλοκαιριού
διαβαίνεις κάμπους και λαγκαδιές κρύσταλλα και
σταλαχτίτες ζεσταμένος από την πυροστιά των ματιών
της που θ’ ανθίσουν στη θέα σου
Μα κάποτε αλλάζει κι ο ρυθμός που σε κατέχει
Και οι απαντήσεις είναι πάντα τόσο φευγαλέες
Και το κορίτσι με το βιβλίο της βυζαντινολογίας ανοιχτό στα χέρια του
Δε θα σου πει τον καημό του
Κάθε βράδυ το φως θα δραπετεύει από τις γρίλιες για να
συναντήσει τον άσωτο που δεν έχει γυρισμό
και τα ερωτικά γράμματα σωρεύονται δένονται κατόπι με ροζ κορδέλες
κι ύστερα μια σιωπή μια σιωπή γιομάτη θλίψη σαν φτάνει η
ώρα η επίσημη που θα σκεφτείς εκείνον που αγαπάς
όταν εσύ που κατανίκησες τις αποστάσεις φεύγεις νικημένος
σαν ένα πλοίο με σβησμένα φώτα
ετοιμάζοντας ξανά το γυρισμό σου.


Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, 
 1943- 1997, εκδόσεις ΑΓΡΑ


Paul Cézanne - Mardi gras (Pierot et Harlequin), 1895
Μουσείο Πούσκιν, Μόσχα
__________



«Ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου»

Ο Μπασλάρ θα έκανε μια ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου, όπως έκανε για τη φωτιά. Ο Φεβρουάριος μας διδάσκει την έλλειψη και άρα την επιθυμία. Είναι ο Σαρλώ σ’ εκείνο το παιχνίδι με τον τσολιά τον παλαιστή και την ωραία με το μπικίνι που παίζαμε παιδιά. Χωρίς τον κουτσό που αποτελούνταν από τρία κομμάτια αντί για τέσσερα δεν θα μπορούσαμε να κινήσουμε τα πιόνια του παιχνιδιού που θα ήταν άχρηστο αφήνοντας τις φιγούρες σε συμβολική αταξία. Είναι ακόμα ο μήνας που διδάσκει την ανάληψη του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας. Είναι ο μήνας που διδάσκει, παρά την απατηλή ολότητα της ζωής των επωνύμων που καλλιεργούν οι δημοσιογράφοι, πως η ζωή όλων πορεύεται με ερείπια σχεδίων και προθέσεων και πράγματα ημιτελή και παρατημένα στη μέση. Σωστά έβαλαν εκεί τον καταναλωτικό έρωτα και τις μεταμφιέσεις του καρναβαλιού γιατί και τα δύο είναι στοιχεία της επιθυμίας. Αν συναντούσαμε το αντικείμενο της επιθυμίας μας θα είμαστε νεκροί από επιθυμίες. Δεν θα το συναντήσουμε ποτέ, αλλά σε κάθε απονενοημένη προσπάθεια θα μας δίνεται τόσο όσο να συνεχίσουμε την επόμενη. Κι έτσι ως το τέλος.

Υ.Γ. Καλύτερα θα ήταν να γράψω του Φεβρουαρίου των πόλεων.
Ο Χρίστος Παλαιοπάνος μου θύμισε ένα ακόμα πένθος. Το θεμελιώδες πένθος του ανθρώπου που έχασε το ρυθμό του χρόνου της φύσης. Γιατί εκεί, όπως ίσως θα συμπλήρωνε ο Μπασλάρ στο βιβλίο του Το Νερό και τα Όνειρα, ο Φεβρουάριος είναι μια προσμονή της κρυφής δράσης του νερού στις ρίζες. Η παρήχηση του ρο όχι τυχαία πάει στα δύο ρω του Φεβρουαρίου και επισημαίνει τη δράση του στις ρίζες. Ο Φεβρουάριος είναι το πένθος του Μπωντλαίρ.




Χαρακτικό του καλλιτέχνη Pierre Leroy για τα «Άνθη του Κακού»
___________

   

«Η αξιοπρέπεια του ανυπεράσπιστου Φεβρουαρίου»

«Ο Bachelard θα έκανε μια ψυχανάλυση του Φεβρουαρίου, όπως έκανε για τη φωτιά. Ο Φεβρουάριος μάς διδάσκει την έλλειψη και άρα την επιθυμία. Είναι ο μήνας που διδάσκει την ανάληψη του πένθους για το ανεπίτευκτο της ολότητας […]» γράφει σε ένα κείμενό του ο Βασίλης Λαλιώτης.

Ο Φεβρουάριος σημαίνει την κάθαρση, τον εξαγνισμό (κατά το λατινικό «februus»). Είναι το ημιτελές τραγούδι που σμίγει τους αγίους με τα καθάρματα πάνω από τα ανθρώπινα, στο ύψος της τέχνης. Εκεί που όλα αποκαθίστανται, εξαγνίζονται και επιστρέφουν ξανά στην επίγεια ταπεινότητα, αλλά και ταπείνωσή τους. 

«Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν στον παράδεισο …» έγραφε με τον λυρικό του ουτοπισμό ο Λειβαδίτης, ξεχνώντας πως εμείς χρωστάμε στον Φεβρουάριο, όχι αυτός σε εμάς.

Ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που ο Μπωντλαίρ, λίγο πριν τον θάνατό του, φοβήθηκε ότι τα «Άνθη του Κακού» θα μείνουν στην αφάνεια. Οι ευωδιές, όμως, της τέχνης του φθάνουν μέχρι σήμερα. Πιο ισχυρές από τις δυσοσμίες της τότε ζωής του.

Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος με κομμένο πόδι. Για αυτό και η φλέβα του νερού κτυπά πιο δυνατά. Για να υπενθυμίζει στον Οκταβιανό οτι δεν έχει διασωθεί κανένα κείμενό του κι ας του στέρησε μία μέρα για τη δική του αιωνιότητα. Να του θυμίζει ότι έχασε την «επιθυμία» αναζητώντας την «ολότητα», που δεν ήρθε ποτέ.

Η «αξιοπρέπεια του ανυπεράσπιστου» Φεβρουαρίου είναι η παντοτινή νίκη του απέναντι στους άλλους, «ισχυρούς» μήνες.




Februus και Febris που αντιπροσωπεύουν τον μήνα Φεβρουάριο
Χαρακτικό του 1698, The British Museum
__________


Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος
με κομμένο πόδι

Ο Φεβρουάριος είναι ένας Αύγουστος
με κομμένο πόδι. Σε μια γωνιά ο Οκταβιανός
γογγύζει και τη φλέβα του νερού κτυπά πιο δυνατά
καρφώνοντας βαθιά βελόνα υστεροφημίας.
Μαύρα ποτάμια ξεχύνονται στις αρτηρίες
σαν το ημιτελές τραγούδι της επιθυμίας
που ψάλλουν ματαίως οι καλένδες.
Ο Αύγουστος είναι ένας Φεβρουάριος
με περίσσιο λυγμό. Όπως τα κείμενα
του Αυτοκράτορα που θάφτηκαν στη λήθη
και ο γιος που δεν ήρθε στη μέρα που προστέθηκε
μένοντας θετό το ψεύδος της corona civica.
«Χειροκροτείστε πολίτες, χειροκροτείστε φίλοι,
η κωμωδία τελείωσε». Ώρα ν’ αρχίσει ο τρύγος.




Art by Margit J Füreder
_______



Του Φλεβάρη το πρόσωπο...

Why, what's the matter,
That you have such a February face,
So full of frost, of storm and cloudiness?

Τι συμβαίνει, λοιπόν,
κι έχεις τέτοιο φλεβαρίσιο πρόσωπο,
γεμάτο πάχνη, μπόρες και συννεφιές;

William Shakespeare, Much Ado About Nothing


Igor Grabar, February Azure, 1904, Tretyakov Gallery, Moscow
___________


Φεβρουάριος

Φεβρουάριος! Πιάσε μελάνη και κλάψε!

Θρηνώντας για τον Φλεβάρη γράψε,

Ενώ η λασπουριά βροντοκοπάει
Και καίγεται την μαύρη άνοιξη.

Βρες παϊτόνι. Δεκάρες δώσε έξι

Με τον ήχο της καμπάνας, με των τροχών την κλαγγή

Πήγαινε εκεί, όπου η νεροποντή

Βροντοκοπάει πιο πολύ από τα δάκρυα και τη μελάνη.

Εκεί, σαν καρβουνιασμένα αχλάδια,

Χιλιάδες κουρούνες από τα δέντρα

Στους λάκκους θα πέσουν, θα καταστρέψουν

Τη στεγνή θλίψη στο βυθό των ματιών.

Σαν μαύρα στίγματα εκεί που έλιωσαν τα χιόνια,

Αυλακωμένος ο αγέρας από τα κρωξίματα,

Όσο πιο τυχαία, τόσο πιο σωστά

Θρηνώντας γράφονται τα ποιήματα.





Nino Ninotti, Fiore d'inverno
__________


Afternoon in February

The day is ending,
The night is descending;
The marsh is frozen,
The river dead. 

Through clouds like ashes
The red sun flashes
On village windows
That glimmer red. 

The snow recommences;
The buried fences
Mark no longer
The road o'er the plain; 

While through the meadows,
Like fearful shadows,
Slowly passes
A funeral train. 

The bell is pealing,
And every feeling
Within me responds
To the dismal knell; 

Shadows are trailing,
My heart is bewailing
And tolling within
Like a funeral bell.

*******

Απόγευμα του Φεβρουαρίου

Η μέρα σβήνει,

η νύχτα κατεβαίνει·

ο βάλτος παγωμένος,

το ποτάμι νεκρό.

Μέσα απ’ τα σύννεφα, 
στάχτη στον ουρανό,

μια κόκκινη λάμψη του ήλιου τινάζεται

στα παράθυρα του χωριού

που αντανακλούν αίμα και φως.

Το χιόνι ξαναρχίζει·

οι θαμμένοι φράχτες

δεν ξεχωρίζουν πια
τον δρόμο 
απ’ την πεδιάδα.

Κι ανάμεσα στα λιβάδια,

σαν σκιές φοβισμένες,

αργά περνά

μια νεκρική πομπή.

Η καμπάνα χτυπά,

κι ό,τι αισθάνομαι μέσα μου

ανταποκρίνεται

στον πένθιμο ήχο της.

Οι σκιές μακραίνουν,

η καρδιά μου θρηνεί

και χτυπά από μέσα

σαν νεκρική καμπάνα.





Benjamin Williams Leader (1831–1923), February Fill Dyke
_____________



February

The month of February,
The month of frost and snow,
When grass is dead, and ways are mire,
And storm-winds blow.

*******

Φεβρουάριος

Ο μήνας ο Φεβρουάριος,
μήνας παγετού και χιονιού,
όπου το χορτάρι νεκρώνεται,
οι δρόμοι βουλιάζουν στη λάσπη
κι οι άνεμοι ξεσπούν.

Christina Rossetti (1830–1894), February 
Time Flies: A Reading Diary (1885)



Nikolai Anokhin, February Stillness
_________


On the wind in February

[...] On the wind in February
Snowflakes float still,
Half inclined to turn to rain,
Nipping, dripping, chill.
Then the thaws swell the streams,
And swollen rivers swell the sea:—
If the winter ever ends
How pleasant it will be!
[...]


**********


Στον άνεμο του Φλεβάρη

Στον άνεμο του Φλεβάρη
νιφάδες ακόμα πλέουν,
μισοδιστακτικές να γίνουν βροχή,
τσιμπώντας, στάζοντας, παγωμένες.
Κι ύστερα το λιώσιμο φουσκώνει τα ρυάκια,
κι οι φουσκωμένοι ποταμοί φουσκώνουν τη θάλασσα:—
Αν τελειώσει ποτέ ο χειμώνας,
πόσο ευχάριστο θα είναι!




Olga Vorobiova, February
___________


February Days


The icy northern blast sweeps by,
From wild wastes of the Arctic snow;
Above us droops a wintry sky,
A bleak white landscape lies below.
But, 'neath the chilly Polar blast,
A low, sweet undertone I hear:
"The wintry storms will soon be past,
And pleasant Spring-time days are near."


********

Ημέρες του Φλεβάρη


Η παγωμένη βόρεια έκρηξη σαρώνει,
από άγριες ερημιές αρκτικού χιονιού·
πάνω μας κρέμεται χειμωνιάτικος ουρανός,
κι απλώνεται από κάτω ένα άδειο, λευκό τοπίο.
Μα, κάτω από την ψυχρή πολική έκρηξη,
μια χαμηλή, γλυκιά φωνή ακούω:
«Οι χειμωνιάτικες μπόρες σύντομα θα περάσουν,
κι οι ευχάριστες ανοιξιάτικες μέρες πλησιάζουν».





Image created by pollo.ai
__________



Leap Year

Little month of February,
You are small, but worthy—very!
Will you grow up like the others,
Like your sister months and brothers?
Every four years with a bound
With a leap up from the ground,
Trying to grow tall as they—
All you stretch is one small day!
Even then you're not so tall
But just the shortest month of all.

*********

Δίσεκτο Έτος


Μικρούλη μήνα Φλεβάρη,
Είσαι μικρός, μα άξιος — πολύ!
Θα μεγαλώσεις σαν τους άλλους μήνες,
Σαν τις αδελφές σου και τ' αδέλφια σου;
Κάθε τέσσερα χρόνια με ένα πήδημα
Μ' ένα άλμα από το έδαφος,
Προσπαθώντας να ψηλώσεις όπως αυτοί —
Το μόνο που τεντώνεσαι είναι μια μικρή μέρα!
Κι ακόμα και τότε δεν είσαι τόσο ψηλός
Αλλά απλώς ο πιο σύντομος μήνας απ' όλους.




Eugène Grasset, La Belle Jardiniere, February, 1896
______________