Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το νου σου στο παιδί..... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το νου σου στο παιδί..... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

«ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!»… και η κυρία πήρε τα χρώματα της Εθνικής και μετά λιποθύμησε…….




Μικροί ήρωες...

Εξάχρονος, ευφυής και ερωτοχτυπημένος! Κι η δημιουργικότητα της σκέψης σου να συγκρούεται μετωπικά με την αυταρχικότητα ενός συντηρητικού –«καμένου» σχολείου που «θυσιάζει τα παιδιά στο βωμό ενός γελοίου συστήματος»…

Αλλά τα χαρισματικά εξάχρονα- «υποκινητές των φασαριών» - είναι τουλάχιστον τρία κι όταν ενώνουν τις δυνάμεις τους, νικητής δεν είναι σίγουρα το σχολείο, η κυρία, ο διευθυντής ή ο σύμβουλος...

«Ηρωικοί όλοι. Μικροί ήρωες. Τους νιώθεις, τους κοιτάς με γλύκα, γιατί αναγνωρίζεις ότι ο καθένας τους –κι ας μοιάζει χαμένος στον κόσμο του, στα πιο ακραία ακραία του - κάνει το καλύτερο που μπορεί ή που αντέχει να κάνει.»

Κι εσύ, που κρατάς ζωντανό το παιδί μέσα σου, θυμάσαι, ξαναζείς «τον πόνο των μπουμπουκιών», «κλαις απαρηγόρητα και γελάς λυτρωτικά».
 
Ενόψει της επετείου του «ΟΧΙ», των πανηγυρικών ομιλιών, παραστάσεων και άλλων εορταστικών σχολικών δεινών…..




Αρχίσαμε τις πρόβες για το «ΟΧΙ

Η Ελένη, που έχει τα πιο μαύρα μαλλιά στην τάξη, θα κάνει την Ελλάδα και η Λορέτα, που έχει ιταλικό όνομα, θα κάνει την Ιταλία. Κανένα κορίτσι δεν δέχτηκε να κάνει την Αλβανία. Ο Σπυράκος είπε ένα κορίτσι να κάνει τη Βόρειο Ήπειρο αλλά η κυρία τον αγριοκοίταξε και του είπε: «Μήπως και τη Βόρειο Ιρλανδία;» Νομίζω ότι η κυρία δεν ξέρει καλή γεωγραφία!

Ο Παναγιώτης θα είναι αρχηγός στους Ιταλούς. Εγώ στους Έλληνες. Ο Παναγιώτης άρχισε να διαμαρτύρεται και να λέει ότι δεν θέλει να είναι αρχηγός των Ιταλών αλλά των Ελλήνων, όμως η κυρία μάς εξήγησε ότι Ιταλοί θα είναι τα ψηλότερα παιδιά της τάξης για να δείξουμε ότι εμείς οι Έλληνες (αυτό το τόνισε), αν και κοντότεροι (αυτό δεν το τόνισε), τους νικήσαμε χάρη στην ανδρεία μας και στο μυαλό μας. Η Στελλίτσα θα κάνει τη νίκη.


Χθες το βράδυ έλεγα με ενθουσιασμό στον μπαμπά μου για το θεατρικό που ετοιμάζουμε. Ο μπαμπάς μού είπε: «Οι Έλληνες δεν νίκησαν τους Ιταλούς αλλά τους φασίστες. Να το πεις στην κυρία σου για να το τονίσει στην παράσταση». Η μαμά μου, που άκουγε τη συζήτηση, αμέσως «κατέβασε» από το ίντερνετ φωτογραφίες με τις στολές που φορούσαν οι Ιταλοί φασίστες και μου τις τύπωσε. «Να τις δώσεις στην κυλία για να λάψει τις στολές», είπε χαρούμενη.




Πήγα χαρούμενος στην πρόβα και άρχισα να λέω για τους φασίστες και ο Παναγιώτης φώναζε ότι Ιταλός μπορεί να δεχτεί να γίνει, γιατί στο κάτω κάτω υπάρχει και η Μίλαν, αλλά φασίστας ποτέ. Μαζί με τον Παναγιώτη φώναζαν και όλοι οι «Ιταλοί», μόνο ο Σπυράκος, που είχε πει για τη Βόρειο Ήπειρο, αν και Έλληνας, είπε ότι θα ήθελε να γίνει φασίστας. Τότε η κυρία φώναξε «Κανείς δεν θα γίνει φασίστας» και ο διευθυντής, που περνούσε εκείνη την ώρα έξω από την τάξη, την άκουσε και της είπε: «Στο διάλειμμα παρακαλώ να έρθετε στο γραφείο μου». Η κυρία έγινε κάτασπρη. «Η κυρία την έβαψε», είπε η Γεωργία. Όλοι συμφωνήσαμε, αν και δεν ξέρω γιατί το λέμε έτσι.

Περιμέναμε με αγωνία την κυρία έξω από το γραφείο του διευθυντή. Η κυρία δεν βγήκε βαμμένη. Μόνο λίγο κλαμένη.

Μερικές φορές είναι δύσκολο να είσαι κυρία.
Μετά το διάλειμμα ο διευθυντής ήρθε στην τάξη. Μας είπε ότι «Σωστά! Οι Έλληνες νίκησαν τη φασιστική Ιταλία», αλλά αυτά θα τα έλεγε εκείνος στην ομιλία του («ομιλία» λέγεται το μάθημα όταν μαθητές είναι οι μεγάλοι). Εμείς θα παίζαμε σαν Εθνική Ελλάδος - Εθνική Ιταλίας. Όλοι καταλάβαμε και συμφωνήσαμε με ενθουσιασμό. Την άλλη μέρα ήρθαμε στην πρόβα με ποδοσφαιρικά παπούτσια.


"Εμείς θα παίζαμε σαν Εθνική Ελλάδος - Εθνική Ιταλίας......"


Ήρθε η μέρα του «ΟΧΙ»

Ήρθε η μέρα του «ΟΧΙ».
Κρυμμένος πίσω από την αυλαία, έβλεπα στην αίθουσα τον μπαμπά μου, τη μαμά μου, τη φίλη της που «ενδιαφέρεται προσωπικά» για τον παππού μου, τον παππού μου, που μιλούσε συνέχεια με μια κυρία με κόκκινα μαλλιά που καθόταν δίπλα του... «Με ποιον μιλάει η θεία μου;» ρώτησε η Στελλίτσα δείχνοντας την κοκκινομάλλα κι εγώ είπα με καμάρι «Με τον παππού μου» και ήταν σαν να είπα κάτι για άριστα, γιατί η Στελλίτσα μού έδωσε ένα φιλί στο αριστερό μάγουλο.



Μετά ήταν η χορωδία, μετά η απόδοση κειμένων και ποιημάτων από τα παιδιά των μεγάλων τάξεων («απόδοση» είναι όταν διαβάζεις σαν μεγάλος), μετά άρχισε ο κύριος διευθυντής την ομιλία και έλεγε όλο «ΟΧΙ» (που αν εγώ έλεγα τόσα «όχι», ούτε που ξέρω τι τιμωρία θ' άρπαζα), αλλά στο 90΄ το έσωσε γιατί φώναξε «Ναι στην Ελευθερία! Ναι στην Ελλάδα!», ενώ έπρεπε να φωνάξει, όπως κάνουν οι αθλητές όταν κερδίζουν αγώνες, «Για την Ελλάαααααδααααα!», αλλά τέλος πάντων, άρεσε και όλοι οι θεατές τον χειροκρότησαν.

Μετά άρχισε η παράσταση και τα μεγάλα παιδιά παίζαν τους ρόλους, αλλά δεν πολυκαταλάβαινα τι γινότανε γιατί δεν είχαμε κάνει πρόβες μαζί και τώρα ήμουν σε αγωνία μην τυχόν και στο τέλος οι «Ιταλοί», από υπερηφάνεια, δεν μας άφηναν να τους νικήσουμε, γιατί εντάξει, το παιχνίδι ήταν «στημένο» αλλά ποτέ δεν ξέρεις...

«Έπεσε» η μουσική (η κυρία λέει «όταν θα πέσει η μουσική», εγώ ποτέ δεν την είδα να πέφτει) και αρχίσαμε όπως στις πρόβες τον αγώνα. Οι «Ιταλοί» μάς παίζαν μαν-του-μαν ενώ έπρεπε να κλειστούν στα καρέ και να κάνουν κατενάτσιο, εγώ οδηγούσα τους Έλληνες φωνάζοντας «ΑΕΡΑ!»και «COME ON!», η Στελλίτσα πετούσε σαν τη νίκη μια προς τη μεριά των «Ιταλών», μια προς τη μεριά των Ελλήνων, ο αγώνας έμοιαζε αληθινό ντέρμπι, ίσως να είχε και παράταση, ίσως και να κρινόταν στα πέναλτι, αλλά τότε εγώ, σαν αληθινός αρχηγός, πήρα πρωτοβουλία (αυτό δεν ήταν στο σχέδιο της κυρίας) και με τη σημαία σαν μπάλα όρμησα στην αντίπαλη άμυνα και άρχισα με κοφτές τρίπλες να τους περνώ έναν έναν κι έφτασα απέναντι από τον αρχηγό τους, τον Παναγιώτη, που κράταγε τα γκολπόστ Αλβανία και έκανε έξοδο να με ανατρέψει - και θα το κατάφερνε, αλλά η Στελλίτσα σαν μαύρος κύκνος (αυτό δεν ήταν στο σχέδιο της κυρίας) μπήκε ανάμεσα σ' εμένα και στον Παναγιώτη και του έκοψε την έξοδο. 



Μεγαλειώδης Στελλίτσα!

Κάρφωσα την ελληνική σημαία στην Αλβανία κι άρπαξα από το χέρι τη Στελλίτσα- νίκη και την οδήγησα πολύ σοβαρά στα πόδια της Ελλάδας. 

Της έβγαλα τα φτερά για να μην πετάξει ποτέ πια μακριά από την Ελλάδα (ούτε αυτό ήταν στο σχέδιο της κυρίας, αλλά θυμήθηκα μια ιστορία του παππού μου για την Άπτερο Νίκη) και όλα τα παιδιά, Έλληνες και «Ιταλοί» (γιατί και οι «Ιταλοί» Έλληνες ήταν), ανοίξαμε απότομα τα χιτώνιά μας να φανεί από κάτω η φανέλα της Εθνικής που φορούσαμε (αυτή ήταν μια ιδέα που είχα γιατί κανείς δεν ήθελε να κάνει τον Ιταλό) και φωνάξαμε (σωστά, και όχι όπως ο κύριος διευθυντής): 

«ΓΙΑ  ΤΗΝ  ΕΛΛΑΑΑΑΔΑΑΑΔΑΑΑΑΑΑΑΑ!»

Όλοι οι θεατές όρθιοι μας χειροκροτούσαν και φώναζαν «Για την Ελλάδα!».

Η κυρία κρατούσε την αναπνοή της και άρχισε να παίρνει τα χρώματα της Εθνικής. Πρώτα έγινε μπλε και μετά άσπρη και μετά λιποθύμησε, από συγκίνηση νομίζω.



«ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΑΑΑΔΑΑΑΔΑΑΑΑΑΑΑΑ!»

...θα τιμωρηθούμε «πανηγυρικά»......


ΤΑ πράγματα πάνε πάρα πάρα πολύ άσχημα. Η κυρία θύμωσε τρομερά μαζί μου που της χάλασα τη γιορτή, λέει. Φώναζε μέσα στην τάξη, μάλωνε τ' άλλα παιδιά που «τα παρέσυρα», τα έλεγε μέσα της και «ηλίθια» (το ξέρω γιατί μονολογούσε κι εγώ διάβασα τα χείλη της), και αυτά φοβήθηκαν και όλα άρχισαν να λένε ότι τα παρέσυρα. Μόνο ο Παναγιώτης με υπερασπίστηκε από τ' αγόρια και είπε ότι καλά έκανα και του έκανα το τάκλιν, γιατί αλλιώς δεν θα άφηνε τους Έλληνες να νικήσουν, και η κυρία θύμωσε και μαζί του αλλά εγώ τον κοίταξα και νομίζω ότι μια υπέροχη φιλία άρχισε να γεννιέται μεταξύ μας.

 Βέβαια τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα γιατί η Γεωργία, που πηδούσε και μάζευε τα αυτοκόλλητά-μου-που-τα-έπαιρ-νε-άδικα-ο-Παναγιώτης, μόλις τον έριξα κάτω στην παράσταση, έτρεξε σαν νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού που ήταν και άρχισε να τον περιποιείται. Από τότε είναι αχώριστοι και ο Παναγιώτης συνέχεια πονά στο πόδι του και η Γεωργία συνέχεια τον περιποιείται γιατί, όπως λέει η μαμά μου: «Όλοι οι άνδλες», εκτός απ' τον μπαμπά μου, «είναι παιδιά και θέλουν μια γυναίκα να τους πελιποιείται».

Ίσως ο Παναγιώτης και η Γεωργία όταν μεγαλώσουν να παντρευτούν. Αλλά για να γίνει αυτό, ο Παναγιώτης δεν πρέπει να μείνει παιδί.

Κώστας Μπαλάφας
Η κυρία είπε ότι ο Παναγιώτης κι εγώ θα τιμωρηθούμε «πανηγυρικά» και τότε η Στελλίτσα είπε «Κυλία, θέλω κι εγώ να πάλω μέλος σ' αυτό το πανηγύλι» και τότε η κυρία ξαναπήρε τα χρώματα της Εθνικής και δεν ξέρω τι θα γινότανε αλλά εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα και ορμήσαμε έξω και αυτή άνοιξε το κινητό της και μιλούσε μέχρι που τελείωσε το μεγάλο διάλειμμα και αν δεν έχει «what's up» ποιος ξέρει πόσα θα πληρώσει!

Όταν το βράδυ τα έλεγα στους γονείς μου, η μαμά μου είπε «Θα πήλε τον ψυχαναλυτή της», ο μπαμπάς μου θυμωμένα είπε «Δεν είναι όλες εξαρτημένες!» και μετά άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος έχει δίκιο, αλλά κανείς τους δεν είχε δίκιο γιατί, όπως μας είπε την άλλη μέρα, η κυρία πήρε τον Σύμβουλο.΄




«Κυρία, την ακούσατε!» 

«Ο Σύμβουλος», μας είπε η κυρία, «είναι ψυχολόγος και με άκουσε πολύ προσεκτικά και μου είπε να σας τιμωρήσω παραδειγματικά κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ., γιατί είστε μία συμμορία κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ., που θέλετε να ασκείτε βία στους συμμαθητές σας κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ., και επιτίθεστε σ' εμένα που είμαι το σύμβολο της εξουσίας και χλευάζετε τα σύμβολα της πατρίδας κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.», και όλο επαναλάμβανε «Με άκουσε πολύ προσεκτικά» σαν να ήταν κάτι που της συνέβαινε για πρώτη φορά κι εγώ τότε θυμήθηκα μια έκφραση που είχα ακούσει στην τηλεόραση και που νόμισα ότι ταίριαζε με την περίσταση και της είπα «Κυρία, την ακούσατε!» και όρμησε καταπάνω μου πάλι με τα χρώματα της Εθνικής, αλλά ευτυχώς το μπλε γύρισε στο λευκό και λιποθύμησε.

Αθανάσιος Αλεξανδρίδης, Το πρωτάκι, εκδόσεις Καστανιώτη





Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Ο παράδεισος της παιδικής ηλικίας, Κ. Χαρπαντίδης, Χαλασμένες γειτονιές



Η πόλη που σκιαγραφείται στα τρία αποσπάσματα από το βιβλίο του Κ. Χαρπαντίδη Μανία πόλεως (1993) είναι η Καβάλα, όπως τη διασώζουν από τη μια μεριά οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας του αφηγητή και από την άλλη μεριά η ιστορική μνήμη, στοιχεία της οποίας αξιοποιεί ο συγγραφέας.  

Η Καβάλα, η αλλοτινή καπνούπολη  έγινε πόλη αποστειρωμένη, πόλη δημοσίων υπαλλήλων, πόλη χωρίς πρόσωπο, αντίγραφο τόσων άλλων, που μέσα τους χάνεσαι άνετα. Χωρίς ρίζες, χωρίς προορισμούς.Σαρώθηκαν οι πάντες και τα πάντα απ’ την ανάπτυξη. Τη θάλασσα μόνο δεν τόλμησαν να αλλάξουν οι νέοι έποικοι της αστυφιλίας. Αυτήν την θεώρησαν υπεράνω πάσης εκδίκησης και υποψίας.




Μια πόλη χωρίς πρόσωπο...

Χαλασμένες γειτονιές. Το βουνό γύρω μια καμένη προσωπίδα, χωρίς ένδυμα και κόσμημα, κάνει το φως πιο κοφτερό και φωτίζει ανελέητα τις πολυκατοικίες που πληγώνουν τον ουρανό με την ευτέλειά τους, γιατί χτίστηκαν είτε βιαστικά είτε φθηνά και προπάντων για να προλάβει η πόλη την ανάπτυξη, αφού τη δεκαετία του πενήντα, εποχή που οι άλλες πόλεις γνώριζαν τις λέξεις «αντιπαροχή», «γκαρσονιέρα και μπανιέρα», «θερμοσίφωνο και κοινόχρηστα» αυτή άρχισε να παρακμάζει με την εξαφάνιση του καπνεμπορίου που τη στήριζε. Μέσα σε μια δεκαετία, αυτήν του εβδομήντα, ρήμαξε και κατεδάφισε οτιδήποτε παλιό και σοφό έχτισε σιγά σιγά ο χρόνος και οι άνθρωποι για να φορέσει αυτό το κοινό κι αδιάφορο πρόσωπο που δεν έχεις όρεξη ούτε να το κοιτάξεις, γιατί ξέρεις πως δεν κρύβει εκπλήξεις.
         
Όλα τώρα διαμορφωμένα στην τελική τους μορφή, χωρίς την άλμη του καπνού να γλείφει δρόμους και προσόψεις και με την εντύπωση πως σύντομα θα μας εκδικηθεί το παρελθόν.

Τουλάχιστον να βρεθεί ένας χώρος με λίγη δροσιά να κατοικήσουν εκείνοι οι άνθρωποι με το βουισμένο κεφάλι και τις πληγές στο πρόσωπο που άνοιξαν η νύχτα και ο έρωτας.


"Sometimes I feel like I don't have a partner, Sometimes I feel like my only friend is the city I live in, the city of angels, Lonely as I am together we cry"  - Red Hot Chili Peppers "Under the Bridge"
Τις νύχτες, πάνω στα ακανόνιστα πλακάκια του δρόμου, ακούγονται βήματα βαριά
και μια αντρική φωνή ψιθυρίζει «δεν έχει πάρκο για σένα, δεν έχει οδό».



Ο απωλεσθείς παράδεισος της παιδικής ηλικίας

Παιδί κυνηγούσα το παχνίδι και αυτό ολοένα γλιστρούσε.

 Ζούσα με εικόνες κι αναμνήσεις παιχνιδιού, σχεδόν εξορισμένες εξαιτίας της τοποθεσίας της πόλης, της πυκνής δόμησης και των στενών δρόμων. Πουθενά μια αλάνα, ένας κήπος, ένα στάδιο.

Μόνο στο Φρούριο, όπου πηγαίναμε εκδρομές με το σχολείο και τρέχαμε ανάμεσα σε θρυμματισμένα κανόνια κι ερειπωμένα δεσμωτήρια, σκουριασμένες κρεμάλες κι ανήλιαγες κρυψώνες, προσπαθούσαμε να ξεδιπλώσουμε το μικρό πανωφόρι του παιχνιδιού. Γρήγορα ξεφεύγαμε από την επιτήρηση των δασκάλων, σκαρφαλώναμε στις τάπιες κι από κει παίζαμε με την πόλη, που χανόταν σε μια γλυκιά ομίχλη από φρέσκο ψωμί, λαδομπογιά και καρνάγιο, ιώδιο και κάρβουνο.
         
Το βράδυ πάλι γινόμασταν συμμορίες και τρέχαμε μ' ένα εεεεεε πίσω από σκυλιά που κουτσαίναν κι έναν τρελό που φορούσε φουρκέτες στο κεφάλι, ενώ οι μεγαλύτεροι μας τρόμαζαν με ιστορίες μακάβριες κάτω από τις σκοτεινιασμένες καμάρες. 



        

Φυλακισμένα παιδιά  που αγριεύουν στο παιχνίδι..

Στρέφοντας το βλέμμα στα διαζώματα των πολυκατοικιών, που στριμώχνονται και πνίγουν το καμπαναριό του Αϊ-Γιάννη, δεν απορώ που μας παρέδωσαν μια πόλη έρημη από πράσινο και πάρκα. Παντού αξιοποίηση.

Μια γωνιά άφησαν αδειανή για όλες τις ανάγκες κι εκεί στριμώχτηκαν το βόλεϊ, το μπάσκετ, το τένις κι οι κούνιες, λιγοστά παγκάκια, ίχνη καχεκτικής χλόης κι ένα παράθυρο στο ανοιχτό Αιγαίο. Τα πρωινά στο μοναδικό πάρκο συνωστίζονται τα φυλακισμένα παιδιά των γύρω πολυκατοικιών και αγριεύουν στο παιχνίδι (θυμάσαι, εμείς, κάποτε, ηρεμούσαμε παίζοντας), το μεσημέρι ο ήλιος και η αρμύρα το ξεραίνουν, για να παραδοθεί αργά το βράδυ στην ημιθανή ερημιά της επαρχίας.


The joy of swinging (1950's).  Loved doing that.

Κ. Ι. Χαρπαντίδης, Μανία πόλεως, Επικαιρότητα


Η αφήγηση ακολουθεί κυκλική τροχιά: 

• Το σημερινό πληγωμένο πρόσωπο της πόλης εξαιτίας της καταστροφικής αξιοποίησης. 
• Η παλιά πόλη και η αθεράπευτη νοσταλγία του οριστικά χαμένου.
• Τα σημερινά παιδιά φυλακισμένα στην ασφυκτική - πνιγηρή τσιμεντούπολη.

Το σημερινό πρόσωπο της πόλης: τραυματισμένο, γυμνό, σκληρό, εφιαλτικό, κοινό, αδιάφορο, ευτελές. Πυκνή δόμηση, πολυκατοικίες κακόγουστες – αποξενωτικές, στενοί ανήλιαγοι δρόμοι, έλλειψη πρασίνου – χώρων αναψυχής, πολιτιστική αλλοτρίωση, έλλειψη ταυτότητας – μνήμης – σεβασμού στο ιστορικο – κοινωνικό παρελθόν, ισοπεδωτική ομοιομορφία.

Τα συναισθήματα του συγγραφέα: οδύνη, θλίψη, απογοήτευση, οργή, ρομαντική νοσταλγία. 

Η στάση του συγγραφέα: καταδίκη σημερινού πολιτισμού, απόρριψη της προόδου με την έννοια της υποταγής του ανθρώπου στην τεχνολογία-καταναλωτισμό, απόρριψη ενός δήθεν μοντερνισμού που απαξιώνει το παρελθόν, την παράδοση, τις τοπικές ιδιαιτερότητες, ειρωνεία στον τρόπο που χρησιμοποιεί τις έννοιες «ανάπτυξη και «αξιοποίηση» ( = υποβάθμιση, κακοποίηση).

Αίτια υποβάθμισης:
Η ευκαιριακή –χωρίς σχεδιασμό, προοπτική, ευαισθησία και σεβασμό στο ιστορικο-κοινωνικό στίγμα της πόλης ανοικοδόμηση στη δεκαετία του 1970. Η λογική του γρήγορου και εύκολου κέρδους, της «αξιοποίησης» κάθε τετραγωνικού μέτρου που οδήγησε σε οικοδομική αναρχία.

Η εκδίκηση του παρελθόντος / συνέπειες :
Οικολογική καταστροφή, ανθυγιεινή διαβίωση, απομάκρυνση από το φυσικό περιβάλλον, μοναξιά, αποξένωση, απουσία προσωπικών σχέσεων, επιθετικότητα, αίσθημα εγκλωβισμού, μόνωση.

Ο αφηγητής:
Τριτοπρόσωπος παντογνώστης στην 1η και 3η ενοτ.(πληροφοριακός χαρακτήρας: αλλοιώσεις αστικού τοπίου, αίτια, απουσία πρασίνου)

Πρωτοπρόσωπος στη 2η ενοτ: α΄ενικό(αναδρομή στα παιδικά χρόνια, νοσταλγικές μνήμες που πληγώνουν). α΄πληθ (εκπρόσωπος – εκφραστής της γενιάς του)
Β΄πρόσωπο(«θυμάσαι, εμείς κάποτε...»). Ψευδαίσθηση διαλόγου, αμεσότητα, δραματικότητα.

Η γλώσσα – το ύφος:
Γλώσσα ποιητική, εκφραστική, πλαστική, μεταφορική . Ύφος συγκρατημένα λυρικό: Π.χ «μια καμένη προσωπίδα, χωρίς ένδυμα και κόσμημα, ....πολυκατοικίες που πληγώνουν τον ουρανό με την ευτέλειά τους, γλυκιά ομίχλη από φρέσκο ψωμί, λαδομπογιά και καρνάγιο, ιώδιο και κάρβουνο, ίχνη καχεκτικής χλόης κι ένα παράθυρο ανοιχτό στο Αιγαίο. 
Σε ορισμένα σημεία το ύφος γίνεται ειρωνικό, αιχμηρό, σκληρό:  Π.χ «ρήμαξε, κατεδάφισε, θα μας εκδικηθεί το παρελθόν, φυλακισμένα παιδιά, αγριεύουν, ανάπτυξη, αξιοποίηση.

Αποτέλεσμα:
Αναδεικνύεται έτσι εντονότερα το συγκινησιακό στοιχείο, η συναισθηματική φόρτιση και η πληγωμένη διάθεση του αφηγητή για την κακοποίηση του παραδοσιακού, ανθρώπινου χαρακτήρα της πόλης του. Αν χρησιμοποιούσε γλώσσα πεζή, καθημερινή και αδιακόσμητη, το αφήγημα θα έμοιαζε περισσότερο δοκιμιακό, τεχνοκρατικό και «αποξηραμένο».


 Pierre Jamet , Le grand saut

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ


1.  Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στην αφήγησή του και τα τρία πρόσωπα. Να βρείτε αντιπροσωπευτικά παραδείγματα σε κάθε ενότητα και να εξηγήσετε τι πετυχαίνει κάθε φορά με τη συγκεκριμένη επιλογή.

2. Η γλώσσα του κειμένου είναι ποιητική και το ύφος λυρικό, καθώς εκφράζει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του συγγραφέα για τις αλλοιώσεις που έχει υποστεί η πόλη του. Να βρείτε χαρακτηριστικά παραδείγματα της ποιητικής γλώσσας και τα συναισθήματα που υποδηλώνονται κάθε φορά.

3. Ποια η σημασία για ένα παιδί του παιχνιδιού σε φυσικές συνθήκες/χώρους; Τι συνέπειες μπορεί να έχει η απουσία του παιχνιδιού στην ανάπτυξη και τη ζωή ενός παιδιού; Αναπτύξτε τις απόψεις σας σε 1-2 παραγράφους. Αξιοποιήστε και τις ακόλουθες έννοιες-φράσεις: ζωτική ανάγκη αυτοέκφρασης, απελευθέρωση φαντασίας, κοινωνικοποίηση, συναισθηματική/πνευματική ωρίμανση/ισορροπία, απομόνωση, εσωστρέφεια, αποχαύνωση, πνευματική νωθρότητα.

4. Να διατυπώσετε με λίγα λόγια τις ιδέες/σκέψεις που διατυπώνει άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα και υπαινικτικά ο συγγραφέας-αφηγητής στα παρακάτω σημεία:
  • για να προλάβει η πόλη την ανάπτυξη
  • οτιδήποτε παλιό και σοφό έχτισε σιγά σιγά ο χρόνος και οι άνθρωποι
  • το κοινό και αδιάφορο πρόσωπο που δεν έχεις όρεξη ούτε να το κοιτάξεις, γιατί ξέρεις πως δεν κρύβει εκπλήξεις.
  • σύντομα θα μας εκδικηθεί το παρελθόν
  • Μας παρέδωσαν μια πόλη έρημη από πράσινο και πάρκα. Παντού αξιοποίηση.

5. Ποια προβλήματα της πόλης αναφέρει ο συγγραφέας στα παρακάτω σημεία;       (Επιγραμματική αναφορά.)

  • Το βουνό γύρω μια καμένη προσωπίδα 
  • κάνει το φως πιο κοφτερό
  • να βρεθεί ένας χώρος με λίγη δροσιά
  • πολυκατοικίες που πληγώνουν τον ουρανό με την ευτέλειά τους
  • διαζώματα των πολυκατοικιών, που στριμώχνονται και πνίγουν το καμπαναριό του Αϊ-Γιάννη
  • πόλη έρημη από πράσινο και πάρκα / μια γωνιά αδειανή για όλες τις ανάγκες / στο μοναδικό πάρκο 

 Pierre Jamet

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Να βρείτε τους  κοινούς θεματικούς άξονες ανάμεσα στο αφήγημα του Κ. Χαρπαντίδη και στα παρακάτω αποσπάσματα: 
Ι

σαν φυλακισμένο αγριμάκι...... 

Όταν ήρθαμε σ' αυτό το σπίτι, το πρώτο πράμα που πήρε το μάτι μου, σαν βγήκα στο μπαλκόνι, ήταν το αντικρινό μπαλκονάκι, που το είχαν περιτριγυρισμένο με σύρμα ως απάνω και έμοιαζε με κοτέτσι ή κλουβί άγριου ζώου. Μέσα σ' αυτό το κλουβί τριγύριζε σαν φυλακισμένο αγριμάκι ένα παιδί κάπου τριών χρονών. Σε μια γωνιά του μπαλκονιού ήταν στοιβαγμένα καταγής παιχνίδια. Παναγιά μου και Χριστέ μου! Τι παιχνίδια και κακό είναι αυτό; Μεγάλα αυτοκίνητα από πλαστικό, κούκλες πελώριες, ελέφαντες, άλογα, όλα νεκρά και άψυχα. Το παιδί όμως δε γυρίζει να τα δει. Με τα δυο του χέρια κρατά το κάγκελο και χώνει το μουτράκι του ανάμεσα, προσπαθώντας να δει τις γάτες που τριγυρίζουν κάτω στην πρασιά. 'Η προσπαθεί να καντζαρώσει το κάγκελο, να γαντζωθεί από το σύρμα, να σκαρφαλώσει πιο ψηλά. Σίγουρα, αν βγάλουν το σύρμα απ' αυτό το μπαλκόνι, το παιδάκι θα σκαρφαλώσει στο κάγκελο και θα βρεθεί κάτω, γιατί του 
έχουν αφαιρέσει την αίσθηση του κινδύνου. [.......]

Εκείνο το παιδάκι στο αντικρινό μπαλκόνι μου ματώνει την καρδιά. 
Δεν μπορώ να το βλέπω σαν ζωάκι πίσω από τα σύρματα. Όταν ήμουνα εγώ στην ηλικία του, ζούσαμε στην Πόλη σ' ένα τριώροφο σπίτι που είχε δυο σκάλες ολόρθες σαν καραβόσκαλες. Πολλές φορές τις ανεβοκατέβαινα μπουσουλώντας, και όμως δεν γκρεμοτσακίστηκα. Ούτε με κλείσανε ποτέ πίσω από τα σύρματα για να με προστατέψουνε. 

Κυκλοφορούσα ελεύθερη στο σπίτι, κι όταν στενοχωριόμουνα, με κάθιζε η γιαγιά μου στο πάτωμα και άδειαζε μπροστά μου τη σακούλα με τα κουμπιά.
Τα κουμπιά που μαζεύουνταν χρόνον-καιρό από παλιά ρούχα που ήτανε για πέταμα. Μ' εκείνα τα κουμπιά θα είχαν παίξει όλα τα παιδιά της οικογένειας. Ίσως και η ίδια η γιαγιά μου. Τι ωραία κουμπιά ήταν εκείνα! Κουμπιά από κόκαλο, κουμπιά από κέρατο ζώου, κουμπιά από σιντέφι και από φίλντισι. Το σιντέφι, μου είχε πει η γιαγιά μου, ήταν από όστρακα. Τα κουμπιά από φίλντισι ήταν από δόντι ελέφαντα —τούρκικα τον ελέφαντα τον λένε φιλ και το δόντι ντις. 
Ώρες ολόκληρες περνούσα παίζοντας, με τέτοια γλύκα που τρέχανε τα σάλια μου.

Άλλες φορές πάλι, με κάθιζε στη σκάφη, έδινε στα χέρια μου για κουπί το μεγάλο ξύλο
 που είχε για να κάνει γυριστό γλυκό, και με έστελνε να πάω να ψαρέψω.



Συχνά μου έδινε καμμένα σπίρτα που μάζευε, με κάθιζε στο τραπέζι να κάνω διάφορα σχέδια πάνω στο τραπεζομάντιλο, ή να κάνω σιδερόδρομο από άδεια σπιρτοκούτια. 
Μου έδινε και τραπουλόχαρτα να κάνω πύργους.

Αν πεις από κούκλες; Άλλο τίποτα.
 Μου έφκιανε κούκλες πάνινες, μεγάλες μεγάλες, χορταστικές και μαλακούτσικες, που να τις παίρνεις στην αγκαλιά σου να τις ζεστάνεις, ακόμα και να κοιμηθείς μαζί. Τις έτοιμες κούκλες που μου φέρνανε τις έσπαζα να δω τι έχουνε μέσα, και η μητέρα μου, για να τις γλιτώσει, τις κάθιζε στον καναπέ του σαλονιού και κλείδωνε την πόρτα. Μμμμμ, σκοτούρα μου. Ανάγκη είχα εγώ εκείνες τις κρύες και νεκρές κούκλες, που τα μαλλιά τους βρωμούσανε ψαρόκολλα! 

Μπορεί τα παιδιά της εποχής μου να τους έλειπαν πολλά πράματα, αλλά είχανε χώρο να
κινηθούν μέσα στο σπίτι. Και το πιο φτωχικό σπιτάκι εκείνης της εποχής είχε περισσότερο εσωτερικό χώρο από το δυάρι της σημερινής πολυκατοικίας. Έπειτα είχανε το δρόμο. Στην Πόλη, συμμορίες παιδιών, το πιο πολύ αγόρια, ξεπερνούσαν πολλές φορές τα σύνορα του μαχαλά τους και χάνουνταν με τις ώρες. Πολλές φορές, στα σύνορα δύο προαστίων μπερδεύουνταν οι εθνικότητες, και άκουες τα παιδιά να μιλούν μιαν απίθανη εσπεράντο από ρωμαίικα, τούρκικα, εβραίικα, αρμένικα. Το 1960, όταν είχαμε πάει με τη Νέλλη στην Πόλη, ανταμώσαμε έναν Τούρκο καπετάνιο μέσα στο βαποράκι που πήγαινε στην Πρίγκιπο και απορήσαμε με τα ωραία ελληνικά του. Τον ρωτήσαμε πού τα έμαθε. '. Εκείνος γέλασε.


— Τα έμαθα παίζοντας με ρωμιόπαιδα στο δρόμο, μας είπε. Το σπίτι μας συνόρευε με ρωμαίικο μαχαλά, και η πρώτη μου αγάπη ήταν ρωμιοπούλα. Εκείνη δεν με καταδέχτηκε, όμως εγώ ως τώρα την αγαπώ.

Οπωσδήποτε τα παιδιά εκείνης της εποχής στην Πόλη ήτανε πιο ευτυχισμένα από τα σημερινά


Μαρία Ιορδανίδου, Η αυλή μας,Βιβλιοπωλείον της Εστίας 


rainy day fun » One time when I was a kiddo I put my friend in a laundry basket and sent her down our stairs... safe to say she smacked her head and was never allowed back in our home... oops. :)

ΙΙ

Στα Δύσκολα......

«Ει, πού πας; Δεν μου 'χες πει ότι στις πέντε θα με πας στα Δύσκολα;» φώναζε στ’ αυτί του Αριστείδη Ζαχμάνογλου ο μικρός Παυλάκης – με μια φωνή επιτακτική που θύμιζε εκπαιδευτή πεζοναυτών σε άσκηση – ενώ ταυτόχρονα τραβούσε με όση δύναμη διέθετε το παντελόνι του πατέρα του. 

Κι είχε τα δίκια του πάνω σ' αυτό ο μικρός αφού την προηγούμενη μέρα, ο Αριστείδης —μέσα στα πλαίσια μιας προγραμματισμένης εβδομαδιαίας ψυχαγωγικής εκπαίδευσης— του είχε τάξει να τον πάει στην παιδική χαρά που βρίσκεται καμιά πεντακοσαριά μέτρα μακριά από το σπίτι τους, σε μια νησίδα πράσινου, ανάμεσα σε τρεις μεγάλες λεωφόρους. Της έχουν δώσει, δε, από κοινού αυτό το όνομα, όχι, όπως φαντάζεστε, λόγω του ότι είναι δύσκολη, έτσι κι αλλιώς, η προσπέλαση σ' αυτή, όσο γιατί ο Παυλάκης Ζαχμάνογλου —αλλά πολύ, δε, περισσότερο ο πατέρας του— βρίσκει απείρως δυσκολότερη την ενασχόληση με τα διάφορα παιχνίδια που έχουν στηθεί εκεί, προφανώς από κάποια ομάδα αρχιτεκτόνων, με εντελώς σύγχρονες αντιλήψεις επί του θέματος, αφού έχουν τοποθετήσει στο μέρος αυτό κάτι πολύζυγα αυστηρότατα, αντίστοιχες τσουλήθρες και γέφυρες ακαθορίστου σχήματος• δοκούς ισορροπίας και κάτι κούνιες βλοσυρές —ολ’  από ξύλο καμωμένα, άβαφο και από σίδερο αιχμηρό— συνθέτοντας, έτσι, ένα σύνολο, που παραπέμπει, πιο πολύ, σε μια εικόνα υπαίθριου χώρου βασανιστηρίων παρά σε εικόνα χώρου παιχνιδιού και χαράς [........]

Αφού πέρασε λοιπόν στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου, ο Αριστείδης με το γιο του και απέκτησε οπτική επαφή με το χώρο των βασανιστηρίων —που του είχε ανατεθεί από τους αρμοδίους ο ρόλος της παιδικής χαράς— ξαφνικά, αντιστράφηκαν οι ρόλοι. Αντί, λοιπόν, να σέρνει ο ίδιος το μικρό Παυλάκη —όπως έκανε πιο πριν— απ’  το σημείο αυτό και ύστερα, άρχισε πια, να οδηγείται απ’ το γιο του με τον τρόπο, ακριβώς, που οδηγούνται οι ιδιοκτήτες των σκύλων από τα ζώα τους, προς το δέντρο της ανακούφισης, κατά τη διάρκεια των νυκτερινών τους εξόδων. Γι’αυτό και φτάσαν, πολύ γρήγορα, στο σημείο εκείνο όπου υψωνόταν η μεταλλική, απότομη τσουλήθρα, στην οποία και είχε ιδιαίτερη αδυναμία ο μικρός.

Ο χώρος, όμως, γύρω απ’αυτή, είχε καταληφθεί, ήδη, από μια ομάδα πιτσιρικάδων —με τους αντίστοιχους παιδοβοσκούς— που περίμεναν, ανυπόμονα, τη σειρά τους, σε κείνη την τσουλήθρα, σχηματίζοντας μια ουρά, μεγαλύτερη από κείνη της Εθνικής Τράπεζας όταν αποδίδει τις συντάξεις στο τέλος κάθε μήνα, γι’ αυτό κι ο Αριστείδης —επειδή δεν ήταν του χαρακτήρα του να μετέρχεται δολίων μέσων ώστε να παρακάμψει τη σειρά προς όφελός του— αναγκάστηκε να συμμορφωθεί, σαν πρόσκοπος σε εκπαιδευτική εκδρομή, και ν’ ανάψει το πρώτο τσιγάρο της επιχείρησης Τα δύσκολα. Με την ευκαιρία αυτή, αναλογίστηκε και τα παιχνίδια της δικής του παιδικής πανωλεθρίας κάνοντας, μάλιστα, και συγκρίσεις —μάλλον οδυνηρές— των παλαιότερων ψυχαγωγικών επιδόσεων με τις σημερινές.

Θυμήθηκε, λοιπόν —με καλπάζουσα νοσταλγία— τον εκτονωτικό πετροπόλεμο, τα ευεργετικά σκλαβάκια, τη βάρβαρη γουρούνα του απογεύματος, τη δεξιοτεχνική σκλέντζα, τον περιπετειώδη μούκα, τη φροϋδική αναδίπλωση του κρυφτού και τον αποδοτικότατο γιατρό και καταλήφθηκε, ξαφνικά, από ένα είδος μελαγχολίας [.....]

Στους γύρω δρόμους, βέβαια, που κλείνανε από παντού την παιδική χαρά, η σύγχρονη ζωή θορυβούσε, όπως πάντα, αυτή την ώρα, μ’ ανθρώπους βιαστικούς και πανικόβλητους, με μηχανάκια δραστήρια που κάναν ελιγμούς ανάμεσα απ’ αυτοκίνητα όλων των τύπων που κόρναραν δαιμονισμένα, αλλά ο Αριστείδης Ζαχμάνογλου, παρ’όλ’ αυτά, αφέθηκε και μεταφέρθηκε σταδιακά σε χώρο άλλο: σε μια εποχή αθωότητας και ηρεμίας, μια κοινωνία ευγένειας, άλλων ρυθμών και άλλου ήθους, πράγμα που χρειαζόταν το ζήλο και την αστοχία ενός Χριστόφορου Κολόμβου για να την ανακαλύψει κανείς, σ’αυτές τις πόλεις που είμαστε αναγκασμένοι πια να ζούμε και στους ρυθμούς που επιβάλλει στους ανθρώπους ο σύγχρονος τρόπος ζωής.


Ν. Χουλιαράς, Στο σπίτι του εχθρού μου, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1995

Σημείωση:

  • μούκας (ο), αυτός που δε μιλάει, ο σιωπηλός.
  • σκλέτζας (ο), υπερβολικά αδύνατος
  • σκλέντζα (η), είδος παιχνιδιού. Αποτελείται από δύο ξύλα: τη «σκλέτζα»  (50) εκ. περίπου και το «σκλετζάρ» που είναι (30) εκ. περίπου 

(ηπειρώτικοι γλωσσικοί ιδιωματισμοί)



Η πρώτη παιδική χαρά του κόσμου στο Wicksteed Park του Northamptonshire κατασκευάστηκε το 1923 από τον Charles Wicksteed, ο οποίος ήθελε να ενθαρρύνει τις οικογένειες να υιοθετήσουν το παιχνίδι στην παιδική χαρά ως μέρος της υγείας και της ευημερίας τους.

ΙΙΙ

........απάνω στο φόρτε του αλήτικου ονείρου μας.... 

Η τάξη μας ήταν ένα γωνιακό δωμάτιο, πάντα γιομάτο ήλιο, όταν δεν ήταν συννεφιά. Η σόμπα στη γωνιά τραβούσε με θόρυβο, και κάπνιζε όλη την κάμαρα. Καθόμουν στο πρώτο θρανίο, και με υπομονή περίμενα. Οι σύντροφοί μου δίπλα κάναν ωραία σχέδια για την περίπτωση που δε θα 'ρχόταν η «κυρία».

Πρώτα θα βγαίναν στην αυλή να παίξουν «αμπάριζα». Ύστερα η «κυρία» διευθύντρια θα τους έδιωχνε γιατί θα κάναν θόρυβο, και θα ενοχλούσαν τις «μεγάλες». Αυτό ήταν η ύστατη ικανοποίηση του ορμέμφυτου της ελευθερίας, που βλάσταινε μέσα στις νέες ανθρώπινες ψυχούλες τους. Και ύστερα η εκδήλωση αυτού του ορμέμφυτου. Η άσκοπη πολυθόρυβη περιπλάνηση στον κάμπο. Και οι οπτασίες περνούσαν μπρος από τα μάτια μας.

Θα πηγαίναμε στο σταθμό. Ο δρόμος είναι γιομάτος λάσπη, μα αυτό δεν έχει σημασία. Είναι τόσο ωραίο να νιώθεις το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια σου, σα μια γλιστερή μαλακή μάζα. Αποκεί θα παίρναμε από το μηχανοστάσιο ασετυλίνη· - είχαμε σχέσεις με το προσωπικό- και με το πολύτιμο αυτό αντικείμενο στα χέρια, θα πηγαίναμε στη μεγάλη «Μαγούλα» την Ορμάν μαγούλα, όπου θα εκσφενδονίζαμε τον πρώτο τυχόντα τενεκέ γάλακτος Νεστλέ στο στερέωμα, με τη βοήθεια των αερίων της οργανικής αυτής ουσίας.

Ίσως παρατηρήσετε ότι μεταχειρίζομαι στην πιο απάνω περίοδο τη λέξη «θα» πολλές φορές εις βάρος κάθε σύνταξης και κάθε στιλ. Και όμως, αυτή η λέξη είναι όλη η περίοδος. Γιατί συνήθως απάνω στο φόρτε του αλήτικου ονείρου μας, άνοιγε η πόρτα, και έμπαινε, ωχρή, παγωμένη, τυλιγμένη στο φτωχικό δασκαλικό παλτό της, η κυρία Νίτσα.

Θα μου πείτε, πώς θυμάμαι ύστερα από τόσα χρόνια, τα γεγονότα της πρώτης παιδικής μου ζωής. Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Με λίγη καλή θέληση, θα βρείτε παλιές εικόνες γεμάτες δροσιά και αθωότητα. Τα μικρά μας χρόνια είναι τόσο λίγα, και τόσο χαρακτηριστικά, ώστε να μην μπορούν ν' ανακατευτούν, με τον άχαρο συρφετό της μεγάλης μας ζωής. Είναι ένα σύνολο σαφές και καθαρό, μια γραμμή ευθεία και προσδιορισμένη. Σαν περάσουν πια, αρχίζει ο λαβύρινθος και τα ζιγκ ζαγκ της αγωνιώδους και απαιτητικής υπόστασής μας. Είμαστε μεγάλοι. Θέλουμε, θέλουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θέλουμε.


Το χαρακτηριστικό της ζωής είναι η αγωνιώδης προσμονή, όσο είμαστε παιδιά, κάποιου καλού, και όταν μεγαλώσουμε κάποιου κακού. Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Θα βρείτε έναν άλλο άνθρωπο, αλλιώτικο από σας, ξένο, ένα φίλο, ίσως και εχθρό. Σεις δεν είστε εκείνος. Ο Ανατόλ Φρανς δεν είναι ο «Μικρός Πέτρος». Είναι ο λεπτός νοσταλγός, ο πατρικός διάδοχος του παιδιού που είχε τ' όνομά του. Θυμηθείτε τα παλιά σας. Είναι σαν μια πνοή καθαρού αέρα.


Μ. Καραγάτσης, Ανέκδοτα νεανικά κείμενα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

«Παίρνω Αμπάριζα και βγαίνω… Μέσα στο Παιχνίδι  ΞΑΝΑμπαίνω! »
«Παίρνω Αμπάριζα και βγαίνω…  »

IV
.....τόση παιδιάτικη αστοχασιά

Το ποδοβολητό και οι σκληριές φτάσαν στο κατακόρυφο — μεσημεριάτικο, την ώρα που ο κόσμος θέλει να ησυχάσει μετά το φαγητό.

Μια γυναίκα έβαλε τη φωνή απ' το κατώφλι της καγκελόπορτας:

- Έ! δεν πάτε να παίξετε και παρακάτω! Παληόπαιδα! 

- Αλτ! πρόσταξε ο αρχηγός.

Σταματήσανε αμέσως, έτσι καθώς βρισκότανε μέσα στο σύννεφο της σκόνης, τα δυο που τρέχανε μπροστά κι αυτά που σέρναν την αντλία και τ' άλλα που συνόδευαν με κραυγές κι αλαλητό. Ο άνεμος παράσερνε τη σκόνη μαζί με ανακατωμένα κουρελόχαρτα.

Ο αρχηγός έσπρωξε λίγο προς τα πίσω τη χρυσαφιά τενεκεδένια περικεφαλαία κι ακούμπησε τις γροθιές του στο γοφό.

- Για να σου πω, της λέει. Βρωμοδουλικό! Ο δρόμος είναι δημόσιος, κανένας δεν ορίζει.

- Πάρε τα μούτρα σου και τράβα μη φωνάξω το γιατρό! στρίγγλισε η γυναίκα.

Τα παιδιά πιάσανε τα γιουχαΐσματα: — Ου, ου, Παπακοκός - Ου, ου Παπακοκός — ου, ου... — Βζζζτνταν! σφύριξε μια πέτρα και βρήκε στην άκρη τη μικρή ταμπέλλα με την επιγραφή: «Χ. Παπακωστόπουλος, Ιατρός».

- Τώρα θα δείτε, βρωμόπαιδα! τους φοβέρισε και μπήκε μέσα με ορμή δίνοντας μια της πόρτας.

- Βρε να πάρ' η ...Ο γιατρός ξέρει τον πατέρα μου. είπε κάποιος από την παρέα. 

- Εμπρός, μαρς! διάταξε ο αρχηγός. 

Ένας από τους μπροστινούς άρχισε να φυσάει στην τρουμπέττα — σαν αυτές του σκουπιδιάρη και του γαλατά — και ξεκίνησαν πάλι με τρεχάματα και βουητό. Μπροστά τους ένα κίτρινο γατί πάσχιζε να ξεφύγει με τσαλίμια, μα σαν είδε το παρακακό σκαρφάλωσε στό βόλτο και νιαούριζε από ψηλά.

—Αλτ!...Αντρέα, είπε αυτός με τη χρυσάφια περικεφαλαία, τρέχα ίσαμε τη γωνιά και κοίταξε μην έρχεται κανένας.

—Αν κάνει πως ξεμυτάει το Παπακοκάκι ο γιος του, θα τον συγυρίσω μια χαρά, μουρμούρισε φεύγοντας ο άλλος. [……]

Εκτός απ' τις μουριές, κάτι χοντροί αθάνατοι στολίζανε το ίσιωμα, σχεδιασμένοι γκριζοπράσινοι πάνω στον ουρανό, ολόρθοι, σπαθωτοί, κι άλλοι σακατεμένοι. Δείχνανε γκριζογάλαζοι από μακριά. Εκεί δίπλα παρατήσαν τα παιδιά το καρροτσάκι με τη μικρή αντλία και στήσανε κουβέντα περιμένοντας, λαχανιασμένοι ακόμα. Ο ιδρώτας λάσπωνε τη σκόνη πάνω στα πρόσωπά τους κι οι περικεφαλαίες αστράφτανε στον ήλιο. […..]
….. φυσάει νοτιάς, κρίμα που ο καιρός χαλνάει! Κι αύριο είναι Κυριακή!...Άλλο σημάδι πως θα βρέξει: ο ήλιος χτυπάει καυτερός για τέτοια εποχή — χθες μόλις μπήκε ο Φλεβάρης.
Μερικοί βγάλανε τις περικεφαλαίες ν' ανασάνουν. Εκτός από του αρχηγού, των αλλωνών είναι από κοινό γκαζοτενεκέ, φτιαγμένες όμως τεχνικά, έτσι που να’ ρχεται στη μέση, κατακούτελα το άστρο της μάρκας του πετρόλαδου. 

-  Κάνει νόημα πως όλα είναι ήσυχα, έκοψε κάποιος την ομιλία πάνω στον καιρό.

Από την άλλη άκρη χειρονομούσε ο Αντρέας. Ο αρχηγός του φώναξε να γυρίσει πίσω. Τον κοίταζε με κάποιο καμάρι — πάντα έτσι τον κοίταζε — καθώς ροβόλαε προς τα εδώ, ανάλαφρος κι αερικός. [……] 

Εκεί στη μέση του δρόμου, στοιβάζανε ξερόθαμνους, κλωνιά, κομμάτια ξύλα, ό,τι βρέθηκε του χεριού. Ο αρχηγός τα στραβοκοίταξε: —Μιζέριες! Ελάτε δυο μαζί μου, εσύ Αλέκο κι ο Μιχάλης. Πάρτε και το σκοινί με το γάντζο. Εσείς οι άλλοι ανάφτε τη φωτιά. Αντρέα παλικάρι μου, το νου σου στην αντλία.

— Τι θα κάνομε; ρώτησε ο Μιχάλης.

Του έδειξε τα ξερά κλωνιά της περιπλοκάδας πάνω στο μαντρότοιχο. Αν δε γελιέμαι, πάνω απ' αυτό τον τοίχο κάθε άνοιξη μοσχοβολούσε το λεπτό της άρωμα η γκλυσίνα κι έγερνε από ψηλά, ειρηνική και λίγο ξέθωρη, σα ζωγραφιά ιαπωνέζικης βεντάλιας. […]

Ο Μιχάλης τα χρειάστηκε με τα σχέδια του αρχηγού.

— Βρε συ βρε, του λέει, είναι το σπίτι του πρόξενου! Θα βρούμε το μπελά μας!

Εκείνος του πήρε το σκοινί από τα χέρια, το ξετύλιξε, και φέρνοντάς το βόλτα στον αέρα το τίναξε ψηλά και αγκίστρωσε το γάντζο στο σαμάρι του μαντρότοιχου.— Σκουντάτε με από κάτω, τους λέει, και μια και δυο σκαρφάλωσε στον τοίχο.— Η σειρά σου, φώναξε του Αλέκου. Αυτός δεν τα κατάφερνε και τόσο εύκολα, όχι πολύ σίγουρος, λιγότερο ψηλός και πιο κρεατωμένος. Από τότε, μονάχα για κάτι ανούσιες φαντασίες ήτανε καλός. Ο άλλος έσκυψε, του άδραξε το χέρι και τον τράβηξε σιμά του.

Κόβανε βέργες και τις πετούσαν κάτω στη φωτιά. Η φλόγα έγλειφε τον αέρα μέσα σε σπίθες και τριξίματα, ο τόπος γέμισε καπνό. Τα μάτια του αρχηγού γυαλίσανε. 

— Βίρα! τους φώναξε από ψηλά.

Το νερό ξεπήδησε απ' το σωλήνα και τσιτσίριζε πάνω στις φλόγες.


Ο "Jockey" με το άλογο του Αρτεμισίου, π. 150 π.Χ. Αθήνα,
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Τον βλέπω ακόμα το μεγαλουργό διοργανωτή τόσης παιδιάτικης αστοχασιάς. Καβάλα στο σαμάρι του μαντρότοιχου —σαν το παλιό εκείνο χάλκινο μιξοβάρβαρο παιδί πάνω στο κολοβό του άτι, στο μουσείο — χειρονομούσε με σφιγμένους γρόθους, αναδευότανε κι αγκομαχούσε — χαχ-χαχ-χαχ — και κάθε τόσο ξέσπαζε μια ιαχή παράτονη σα γέλιο ξωτικού. Ο Κλεόβουλος με  τον Αντώνη αντί να βοηθούν χοροπηδάνε γύρω στη φωτιά. Χλιμίντρισε μέσα στην έξαψή του κι ανατινάχτηκε ορμητικά. 


— Βρε σεις! έβαλε μια φωνή...Στην αναμπουμπούλα πάει η περικεφαλαία. Κάνει να την αρπάξει στον αέρα, γλιστράει από τα χέρια του, κυλάει στην περικοκλάδα – κι’ από κει, κλαρί – κλαρί, μ’ ένα τενεκεδένιο κρότο, σωριάστηκε στο περιβόλι χάμω, από την άλλη μεριά.


Κοσμάς Πολίτης, Eroica, Επιμέλεια Peter Mackridge, Ερμής, Αθήνα 1991


Ερόικα, Μιχάλης Κακογιάννης (1960)

V

Μόνο ένα πράγμα γύριζε συνέχεια στο μυαλό μας: ο ηρωισμός!

Ο πετροπόλεμος, άγνωστος στους σημερινούς εφήβους, δεν ήταν απλά ένα παιχνίδι. Ήταν άσκηση επιβίωσης, προϋπέθετε σχέδιο, στρατηγική, γνώση της ψυχολογίας του αντιπάλου. Ταυτόχρονα είχε τους κανόνες και το τελετουργικό του, που τηρούνταν με ευλάβεια…


Πετροχώρι λεγόταν το χωριό μας. Πέτρινα ήσαν όλα τα σπίτια, πέτρινοι οι αυλόγυροι. Πέτρινα τα δρομάκια στις ανηφοριές. Πέτρινες οι πεζούλες στα χωράφια, ξερολιθιές. Εμείς τα παιδιά πάντως δεν είχαμε την παραμικρή αμφιβολία ότι είχε πάρει το όνομα του απ' τον πετροπόλεμο. Πιστεύαμε πως πετροπολεμιστές σαν κι εμάς δεν υπήρχαν πουθενά σ' ολόκληρη την οικουμένη. Οι φωνές μας αντηχούσαν στα γύρω λαγκάδια και στις ρεματιές. 

«Παραδοθείτε! Είσαστε περικυκλωμένοι!» «Ο Γέρος του Μοριά και τα παλικάρια του δεν παραδίδονται, ρε!»


Ο πετροπόλεμος ήταν φρούτο του καλοκαιριού. Δεν ταίριαζε με τα χιόνια και τις βροχές, ούτε με τις σκοτούρες των βιβλίων. Ήθελε κλειστά σχολεία και ξεγνοιασιά, κοντομάνικα πουκάμισα και ξυπολυσιά. Ήθελε οι γονείς να λείπουν στα χωράφια ολημερίς και να έχουν αφήσει το χωριό να το κυβερνάει η παιδική μας φαντασία και αποκοτιά.

Είχαμε χωρίσει το χωριό στα δύο: Απάνω Ρούγα - Κάτω Ρούγα ή Απάνω Μαχαλάς -Κάτω Μαχαλάς. Μια τεράστια λυγαριά, που στον ίσκιο της υπήρχε ένα παλιό πηγάδι, το Παλιοπήγαδο όπως το λέγαμε, ήταν το σύνορο. Προτιμούσαμε να πεθάνουμε παρά ν' αφήσουμε παιδί της άλλης γειτονιάς να περάσει απ' τη δική μας. Δεν υπήρχε μέρα που να μη δώσουμε κάποια μάχη. Το ζουνάρι μας το είχαμε λυμένο για πετροπόλεμο. 

Κουβαλάγαμε δύο διαφορετικούς κόσμους: τον μέσα μας, που ήταν τρυφερός, με κάποιες μικρές λύπες, μικρούς θυμούς, καρδιοχτύπια και παραπονάκια, και τον έξω μας, που προσπαθούσαμε να φαίνεται σκληρός.

Όταν κάποια παρέα παιδιών απ' την Απάνω Ρούγα πατούσε έστω και μία σπιθαμή δικού μας εδάφους, τρέχαμε και τους φράζαμε τον δρόμο:

«Πού πάτε, ρε; Εδώ είναι δικό μας βιλαέτι.  Έφτυσα!».

Ώσπου να στεγνώσει το σάλιο, έπρεπε να έχουν οχυρωθεί, για να αποκρούσουν την επίθεση που θα εξαπολύαμε. Ήταν άγραφος νόμος του πετροπόλεμου: έπρεπε ο επιτιθέμενος να δώσει λίγο χρόνο στον αντίπαλό του να προφυλαχτεί. Πισώπλατο και απροειδοποίητο χτύπημα απαγορευόταν αυστηρά. Θεωρούνταν μπαμπεσιά και παραβίαση των κανόνων και προκαλούσε σκληρά αντίποινα.



Εκτός από τις «αψιμαχίες», που γίνονταν για εντελώς προσχηματικούς λόγους ή για κάποια μικροπαραβίαση των συνόρων και τις προκαλούσαμε απλώς για να διατηρούμε την πολεμική μας ετοιμότητα, κάθε τόσο δίναμε και μάχες προσυμφωνημένες. Τις λέγαμε «παραμαζώματα», επειδή σκοπός μας ήταν να αναγκάσουμε τους αντιπάλους να εγκα-ταλείψουν τις θέσεις τους και να υποχωρήσουν. Επιδιώκαμε δηλαδή να τους πάρουμε παραμάζωμα. Γι' αυτές τις μάχες κηρυσσόταν γενική επιστράτευση. Οι αρχηγοί των δύο στρατοπέδων έστελναν πρεσβείες, οι οποίες συναντιόντουσαν σε ουδέτερο έδαφος και καθόριζαν τον χρόνο, τον τόπο και όλες τις λεπτομέρειες.

Η κορυφαία κατηγορία των μαχών του πετροπόλεμου ήταν το «ξεμπουντούλωμα». Σε ελεύθερη απόδοση θα λέγαμε: μάχη μέχρι τελικής πτώσεως. Στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, η ακριβής έννοια της λέξης ξεμπουντούλωμα ήταν: το ξεπάστρεμα, η εξολόθρευση, η ολοκληρωτική εξαφάνιση από προσώπου γης. 

Οι νικητές κάθε πετροπολεμικού ξεμπουντουλώματος γράφονταν στη χρυσή βίβλο! Για να φτάσουμε σε τέτοια μάχη, έπρεπε να έχει ξεπεραστεί η κόκκινη γραμμή. Να έχει προσβληθεί βάναυσα η τιμή και η υπόληψη αντιπάλου ή να έχει παραβιαστεί κάποιος θεμελιώδης κανόνας. Πριν το ξεμπουντούλωμα γινόταν συνάντηση των ίδιων των αρχηγών, για να διευθετήσουν μια σειρά σοβαρών ζητημάτων. 

Το σημαντικότερο ήταν ο ορισμός έμπειρων φρουράρχων, ενός από κάθε μαχαλά, οι οποίοι θα ήσαν υπεύθυνοι ασφαλείας και θα κρατούσαν τα μικρά παιδιά - τον άμαχο πληθυσμό - σε μεγάλη απόσταση από τα σημεία διεξαγωγής της μάχης. Επειδή σ' αυτές τις συρράξεις χρησιμοποιούνταν όλος ο... βαρύς οπλισμός, η συμμετοχή παιδιών κάτω των δώδεκα ετών απαγορευόταν αυστηρά. Ορίζονταν και παρατηρητές σε υψώματα, όπως επίσης ορίζονταν και στα παραμαζώματα ώστε αν έβλεπαν να πλησιάζει στο πεδίο της μάχης κάποιος γονιός ή αν ερχόταν, ας πούμε, ο ταχυδρόμος με το άλογο του ή κάποιος ξένος, να δώσουν οπτικό και ηχητικό σινιάλο: με το σήκωμα ενός κόκκινου πανιού και το κουδούνισμα μιας τροκάλας.  Τότε γινόταν προσωρινή ανακωχή, στη διάρκεια της οποίας όλα πάγωναν. Δεν επιτρεπόταν ανασύνταξη δυνάμεων ή ανεφοδιασμός με πολεμοφόδια. Όταν πια απομακρυνόταν ο ανεπιθύμητος επισκέπτης, όλα έπρεπε να ξαναρχίσουν ακριβώς από το σημείο που είχαν σταματήσει. Υπεύθυνος για την τήρηση του παγώματος ήταν ο επόπτης.

 

Ένα τεράστιας σημασίας ζήτημα ήταν η συμπεριφορά απέναντι στους αιχμαλώτους. Μπορούσαμε να τους υποβάλουμε σε βασανιστήρια, αλλά δεν επιτρεπόταν να τους προσβάλουμε, όπως να τους τρίψουμε το πρόσωπο σε ακαθαρσίες ή να τους πάρουμε τα ρούχα και να τους στείλουμε πίσω τσιτσίδι. Τις τιράντες τους βέβαια τις ξεσκίζαμε, τα κουμπιά τους τα ξηλώναμε και τους τα παίρναμε, αλλά τα ρούχα τους ποτέ. Οι όροι της συμφωνίας γράφονταν σε δύο αντίγραφα, υπογράφονταν από τους δύο αρχηγούς και κρατούσε από ένα ο καθένας.

Στις μάχες δίναμε ονόματα που μαθαίναμε στη σχολική ιστορία: Δερβενάκια, Χάνι της Γραβιάς, Μανιάκι. Ανάλογα με τη μάχη, δίναμε προσωρινό όνομα στον αρχηγό μας: Οδυσσέας Ανδρούτσος, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Αθανάσιος Διάκος. Τους εχθρούς μας τους λέγαμε Κιουταχήδες, Μπραΐμηδες, Κιοπρουλήδες. Αλλά κι αυτοί το ίδιο κάνανε. Δίνανε σ' εμάς τούρκικα ονόματα και κρατούσαν τα ονόματα των Ελλήνων ηρώων για την αφεντιά τους.

Μετά το τέλος της μάχης οι νικημένοι τρύπωναν στα σπίτια τους σαν βρεγμένες γάτες. Οι νικητές έκαναν επιβλητική παρέλαση στον κεντρικό δρόμο του χωριού και πανηγύριζαν φτιάχνοντας αυτοσχέδια σατιρικά στιχάκια:


Έχουμ' αρχηγό δερβίση, 
σας λιανίσαμε στη βρύση. 
Κρύψου, κρύψου, κρύ- στ' αμπάρι, 
έχουμ' αρχηγό λιοντάρι.


Όταν πια σουρούπωνε, γινόταν ο απολογισμός. Οι νικητές επαίρονταν για τον ηρωισμό τους κι έγραφαν σε στρατσόχαρτα,  που τα παίρνανε από τα καφενεία, την ημερομηνία, την τοποθεσία και την ονομασία της ιστορικής τους νίκης. Αυτά τα στρατσόχαρτα αποτελούσαν το ιστορικό μας αρχείο και φυλάγονταν από τον αρχηγό σε μέρος μυστικό, για να μην τα κλέψουν οι εχθροί. Μέσα σ' αυτά γραφόταν η ιστορία του πετροπόλεμου. Αν τολμούσαν οι «Κιουταχήδες» να πουν ότι έχουν περισσότερες νίκες από μας, τους τα τρίβαμε στη μούρη και τους βουλώναμε. Δεν μπορούσε ο καθένας να διαστρεβλώνει την ιστορία του πετροπόλεμου! Αντίγραφα από τέτοια στρατσόχαρτα ή από χαρτόνια επικόλλησης μπαχαρικών  τα κρεμούσαμε στην Τρανή Λυγιά, όπως λέγαμε τη λυγαριά που στον ίσκιο της ήταν το Παλιοπήγαδο, για να τους πικάρουμε:


 ΣΙΜΕρα 13 ΙΟΥΛΙ196... 
στι ΜΑΧΙ στο ΠΟΥΣΙ 
ανιξαμε το ΚΙΒΟΥΡΙ  
στους ΛΑΛεουσ ΤΟΥΡΚουσ 
του Απανου μαχαλά. 
ΕΚΛΑψε η μανα το πεδι 
κε το πεδι τη μανα

Οι νικημένοι ανέλυαν τα λάθη στα οποία υπέπεσαν και τους οδήγησαν στην ήττα. Κατόπιν άρχιζαν τα σχέδια για τον επόμενο πετροπόλεμο και έπαιρναν όρκο πως θα ξεπλύνουν την ντροπή.


Όταν δεν είχαμε πετροπόλεμο, γυρίζαμε μέσα στις ρεματιές σαν τα ξωτικά και μαζεύαμε καβούρια. Τα φυλάγαμε σε τενεκέδες, κι όταν πιάναμε κάποιον αιχμάλωτο, τον γυμνώναμε από τη μέση και πάνω και του βάζαμε τα καβούρια στο στήθος ή στην πλάτη του. Αυτά τότε άρχιζαν να παλεύουν μεταξύ τους και γρατσούναγαν το δέρμα του αιχμαλώτου με τα νύχια τους - που ήσαν αιχμηρά σαν ξυράφια - και τον δάγκωναν με τις τεράστιες δαγκάνες τους. Ήταν το αγαπημένο μας βασανιστήριο, γιατί και ο αντίπαλος υπέφερε κι εμείς διασκεδάζαμε με τις καβουρομαχίες.

Όσο για τα ξένα μποστάνια, τα αμπέλια και τα φρούτα, αυτά κυριολεκτικά τα ρημάζαμε. Κι ήταν να μη βρεθεί μπροστά μας φίδι. Το αρπάζαμε αμέσως απ' την ουρά και το χτυπάγαμε κάτω σαν χταπόδι. Μόνο ένα πράγμα γύριζε συνέχεια στο μυαλό μας: ο ηρωισμός! Οι δειλοί δεν είχαν θέση ανάμεσα μας. Τους περιφρονούσαμε...

Δημήτρης Σπύρου, Η μουσική που σταμάτησε τον πετροπόλεμο, εκδόσεις Πατάκη



Οι φωτογραφίες προέρχονται από την ταινία "La guerre des boutons" του Yann Samuell (2011)  


Θέλω να μου μιλήσεις

Στίχοι:  Στέλλα Χρυσουλάκη
Μουσική, Ερμηνεία:  Νένα Βενετσάνου

.
....Θέλω να μου μιλήσεις
Για 'κείνη τη μάντρα του μικρού μας σχολειού
Θέλω να μου μιλήσεις
Για τον πετροπόλεμο στην κάτω γειτονιά....






Οι Ακροβάτες του Κήπου


Καλοκαίρι του 1974 στην Ελευσίνα. Ο Ααρών, ο Στέλιος, ο Άκης, ο Γαλανός και ο Βέροιος είναι μια παρέα παιδιών γύρω στα 11. Είναι οι Ακροβάτες του Κήπου. Τα σχολεία είναι κλειστά. Τα παιδιά περνούν το χρόνο τους με παιχνίδια, μικροδουλειές, βόλτες με τα ποδήλατα. Το παιχνίδι είναι η ίδια τους η ζωή. Σ' αυτό διοχετεύουν τη σωματική τους ενέργεια και όλη τη φαντασία. Η παρέα παίζει και εξασκείται σε μια μεγάλη Δεξαμενή ύδρευσης. Σ' αυτή την πόλη, σ' αυτή τη γειτονιά, ο Ααρών ζει το σημαντικότερο καλοκαίρι της ζωής του. Το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία.



Στα μάτια των «Ακροβατών του Κήπου» τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία συγχέονται δραματικά αλλά και κωμικά. Οι αισθήσεις δεν έχουν χαλιναγωγηθεί από τη λογική. Τα παιδιά είναι παιδιά. Μεγαλώνουν, μαθαίνουν τη ζωή, προσπαθούν ν' ανακαλύψουν τον εαυτό τους λίγο πριν μπουν στον κόσμο των μεγάλων. Τον κόσμο με τις αρχαίες προκαταλήψεις, τα πάθη και τη μοίρα...


Μουσική Νίκος Κυπουργός




Κάθε βουτιά στη δεξαμενή είναι και μια πρόωρη δοκιμή θανάτου. Πίσω τους η κλειστή θάλασσα με τα τάνκερ. Άραγε τι είναι εκείνο που έλκει τα παιδιά στον βυθό της τσιμεντένιας στέρνας; Η τρουμπίνα μια διαρκής απειλή, μια πρόκληση στην μήτρα. Προκρούστης και Μινώταυρος σε ένα σύγχρονο μύθο.

Και ενώ τα παιδιά θα χάνονται στο βάθος της καταραμένης δεξαμενής, η μάνα θα σπαράζει διαβάζοντας τα δυσοίωνα μηνύματα στο σφαγμένο καρπούζι. Στιγμές τραγικής έντασης δοσμένες σε παράλληλα πλάνα. Οι μεγάλοι διορθώνουν τα λάθη τους μέσα από τις ατασθαλίες των μικρών, ενώ τα παιδιά θα ωριμάζουν, μόνα τους , στο σκληρό κόσμο της παιδικής μοναξιάς.

Η βουτιά του Δήμα στην παιδική μνήμη και περιπέτεια έχει το δικό της κόστος. Καμιά επιστροφή στο τόπο της μνήμης στο χώρο της ιστορίας και των αναμνήσεων δεν είναι χωρίς αντίτιμο. Το άδειασμα της στέρνας , στο υπερρεαλιστικό φινάλε, ίσως δηλώνει -αυτοσαρκαστικά - την λύτρωση του σκηνοθέτη από το φάντασμα της παιδικότητας."






Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Το αγόρι με τη Ριγέ Πιτζάμα: η παιδική αθωότητα και η φιλία πέρα και πάνω από τους φράχτες......


“Those who dream by day are cognizant of many things which escape those who dream only by night. In their gray visions they obtain glimpses of eternity, and thrill, in waking, to find that they have been upon the verge of the great secret. In snatches, they learn something of the wisdom which is of good, and more of the mere knowledge which is of evil.”  ― Edgar Allan Poe~~art by Elvira Amrhein


«Η παιδική ηλικία μετριέται σε ήχους, οσμές και εικόνες, πριν φτάσει η σκοτεινή ώρα της λογικής.»
Τζον Μπέτζεμαν

Η παιδική φιλία,η αρχέτυπη ανάγκη του ανθρώπου για αγάπη και επικοινωνία  καταρρίπτει πανηγυρικά τα "συρματοπλέγματα", τα κάθε λογής στερεότυπα, τη μισαλλοδοξία, τις παράλογες διακρίσεις, καταφύγιο του εγωισμού, της εξουσιομανίας, της αδυναμίας και της άγνοιας, όλα θλιβερά χαρακτηριστικά του κόσμου που συμβιβασμένα και μίζερα φτιάξαμε όπως όπως οι μεγάλοι.

Τα παιδιά, πλάσματα φωτεινά και πλήρη μέσα στην αθωότητά τους, ζουν σχεδόν μεταφυσικά και επιτρέπουν στον εαυτό τους ερωτήματα μεγαλειωδώς φιλοσοφικά σε αντίθεση με τον τακτοποιημένο, ενήλικο κόσμο, αυστηρά περιχαρακωμένο σε απάνθρωπες δογματικές αγκυλώσεις, βεβαιότητες αμετακίνητες, ιδεολογίες, μεγάλα λόγια και ηχηρά  "πρέπει".


Όταν το παιδί, ήταν παιδί

Περπατούσε με τα χέρια ανοιχτά 
Ήθελε το ρυάκι νάναι ποτάμι 
το ποτάμι χείμαρρος 
καί η λίμνη θάλασσα. 


Όταν το παιδί, ήταν παιδί
Δεν ήξερε ότι ήταν παιδί
Κι ότι όλα είναι ζωή
Κι η ζωή είναι μία.

Όταν το παιδί, ήταν παιδί
δεν είχε γνώμη για τίποτα
δεν είχε συνήθειες
και τσουλούφι στα μαλλιά.
Καθόταν οκλαδόν κι  έτρεχε
δεν έκανε γκριμάτσες στον φωτογράφο.

Όταν το παιδί ήταν παιδί
ήταν η ώρα αυτών των ερωτήσεων.
Γιατί είμαι εγώ κι όχι εσύ;
Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;
Πότε άρχισε ο χρόνος;
Που τελειώνει το διάστημα;
Δεν είναι η ζωή κάτω απ' τον ήλιο ένα όνειρο;
Αυτό που βλέπω, ακούω και μυρίζω
δεν είναι αντανάκλαση του κόσμου πριν τον κόσμο;
Υπάρχει το κακό και οι κακοί άνθρωποι;
Πώς εγώ που τώρα υπάρχω
δεν υπήρχα πριν υπάρξω;
Πώς κάποτε εγώ, που είμαι εγώ,
δε θα είμαι πια εγώ;

Wim Wenders,  Wings of Desire (1987)

Artist: Gium Tio Zarraluki
Artist: Gium Tio Zarraluki

Ο 8χρονος Μπρούνο, ο ήρωας στο βιβλίο "Το αγόρι με τη Ριγέ Πιτζάμα", με τα τεράστια ορθάνοιχτα μάτια του, "ουράνιες τρύπες στο πρόσωπό του", απορεί, διερευνά, ρωτάει : 

  • Γιατί θα πρέπει να εγκαταλείψει το Βερολίνο, το σπίτι τους, το σχολείο, τους φίλους του; 
  • Έκανε κάποιο λάθος ο Πατέρας  στη δουλειά του και η τιμωρία ήταν να έρθουν σ' αυτό το απαίσιο μέρος; 
  • Γιατί απαγορεύεται να λέω αυτό που νιώθω; 
  • Τι βρίσκεται πίσω από το συρματόπλεγμα με τα κουβάρια από αγκαθωτό σύρμα; 
  • Αν πρόκειται για αγρόκτημα, γιατί δεν έχει ζώα, κότες και πάπιες;
  • Γιατί υπάρχουν τόσοι άνθρωποι από την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος; Και τι κάνουν εκεί όλοι αυτοί;
  • Γιατί ο Πάβελ δεν δουλεύει σε κάποιο νοσοκομείο, αφού είναι γιατρός; Γιατί κάνει το σερβιτόρο;
  •  Γιατί όλοι οι άλλοι από κείνη την πλευρά του φράχτη φοράνε την ίδια ριγέ πιτζάμα και το υφασμάτινο σκουφάκι; 
  • Γιατί να βρίσκεται σ' αυτή την πλευρά του φράχτη και να μην έχει κανέναν να μιλήσει και να παίξει, ενώ ο Σμούελ από την άλλη μεριά "να έχει τόσους φίλους και να παίζει ώρες ολόκληρες κάθε μέρα";


the boy in the striped pajamas gif

Οι απαντήσεις που παίρνει ο Μπρούνο, κάθε άλλο παρά ικανοποιητικές είναι..... αφελείς, μασκαρεμένες, απλουστευτικές..... μακριά από την αλήθεια. 

Μιλώντας με τον πατέρα του ο Μπρούνο θα μάθει ότι «Αυτοί οι άνθρωποι, από την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος, δεν είναι καν άνθρωποι, δεν είναι αυτό που εμείς εννοούμε με τον όρο «άνθρωπος», είναι ο εχθρός, σατανικά επικίνδυνα παράσιτα. Μιλώντας με την Γκρέτελ θα μάθει ότι «Όλοι αυτοί απ’ την άλλη πλευρά του φράχτη είναι Εβραίοι» ενώ εμείς «Είμαστε το αντίθετο» και δεν συμπαθούμε τους Εβραίους, «επειδή είναι Εβραίοι». 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.......


Τζον Μπόιν, Το Αγόρι με τη Ριγέ Πιτζάμα




Λίγο μετά την έκδοσή του το 2006, το βιβλίο του Ιρλανδού συγγραφέα John Boyne, "The Boy in the Striped Pyjamas", κυκλοφορούσε σε 24 χώρες, ήταν υποψήφιο για το Ottakar’s Children’s Book Award της ίδιας χρονιάς ενώ αμέσως πουλήθηκαν και τα κινηματογραφικά δικαιώματα. 


Ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Δεν πρόκειται για την ιστορία ενός αγοριού πριν τον ύπνο, στο ασφαλές και ειρηνικό περιβάλλον του σπιτιού. Είναι μια ιστορία για το Ολοκαύτωμα, γραμμένη με τον πιο ευφάνταστο και πρωτότυπο τρόπο που θα μπορούσε να συλλάβει ένας συγγραφέας που απευθύνεται (και) σε παιδιά. Στην καρδιά του βιβλίου και της ταινίας, που κυκλοφόρησε το 2008 με τον τίτλο «Το αγόρι πίσω από το συρματόπλεγμα», βρίσκεται ο ρατσισμός, πάντα επίκαιρο και διαχρονικό θέμα, η δύναμη της αληθινής φιλίας, τα όρια της αθωότητας και το μεγαλείο της ανθρωπιάς. Είναι μια ιστορία για μυστικά και ψέματα, μια ιστορία εξαπάτησης, για ανθρώπους που δεν βλέπουν τις προκαταλήψεις που είναι μπροστά στα μάτια τους. Και το τίμημα θα είναι ακριβό και θα το καταβάλουν εξίσου αθώοι και φταίχτες....


Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα όμως είναι η γραφή και οπτική της αφήγησης. Οι πιο σκληρές αλήθειες υπονοούνται και διαγράφονται μέσα από την οπτική του εννιάχρονου ήρωα. Μια οπτική γνήσια παιδική, έως και αφελής. Ο μικρός διυλίζει τα πάντα μέσα από την προσωπική του ματιά και τις ανησυχίες ενός εννιάχρονου. Η αδερφή που κάνει την έξυπνη, η κουπαστή στο μεγάλο σπίτι που προσφέρεται για καταπληκτική τσουλήθρα, οι αντιπαθητικοί στρατιωτικοί που παρελαύνουν στο σπίτι, ο Πατέρας που λάμπει στην καλογυαλισμένη στολή του, η διάθεση για εξερεύνηση, ο νέος τόπος που είναι ένα άγνωστο «Ουσβιτς», μακριά από το Βερολίνο. Αλλά πού βρίσκεται ακριβώς; Στη Γερμανία; Οι ριγέ στολές των κρατουμένων είναι αξιοζήλευτες άνετες πιτζάμες. Από την άλλη ο ήρωας είναι ένας γνήσιος επαναστάτης, κι ας μην το ξέρει. 

 Είναι αυτή η αφηγηματική ματιά που δίνει την πρωτοτυπία σε αυτό το μυθιστόρημα. Δεν υπάρχει κανένα στερεότυπο, δεν αναφέρονται ποτέ οι λέξεις στρατόπεδο, εθνικοσοσιαλισμός, ούτε καν πόλεμος. Όλα υπονοούνται και αναδεικνύονται ακόμη πιο έντονα μέσα από την άγνοια και το ανυποψίαστο βλέμμα του Μπρούνο.



Η υπόθεση

Ο Μπρούνο, ένα αγόρι εννιά χρονών, είναι γιος ενός Ναζί. Ο Πατέρας του (με κεφαλαίο π) είναι ένας αυστηρός και προσηλωμένος στο καθήκον και τη φασιστική ιδεολογία διοικητής. Στο σπίτι του μικρού Μπρούνο μπαινοβγαίνει ο Φύρης (ο Φύρερ) και μια πολύ όμορφη γυναίκα, μια Εύα. Το πενταώροφο σπίτι της οικογένειας στο Βερολίνο στεγάζει την οικογενειακή ευτυχία. Πρωταγωνιστές ο Μπρούνο και η μεγαλύτερη αδερφή του η Γκρέτελ, («Μια Καταδικασμένη Περίπτωση», κατά τον Μπρούνο), η Μητέρα και ο Πατέρας που επιβάλλουν μια αυστηρή πειθαρχία, για το καλό όλων και της πατρίδας, η Μαρία, η υπηρέτρια, και το υπόλοιπο υπηρετικό προσωπικό. 

"Αν είσαι στρατιώτης, αν η χώρα σου σε χρειάζεται κάπου, πας.
Όταν κάποιος είναι στρατιώτης στη ζωή δε μετράνε τόσο οι επιλογές, όσο το καθήκον"

Μια μέρα του 1943 η γαλήνη διαταράσσεται όταν ο Φύρης αναγκάζει τον εκλεκτό διοικητή του να μετακομίσει στο Άουσβιτς -  "Ουστ -Βιτς" το προφέρει ο Μπρούνο και μέχρι το τέλος επιμένει ότι σωστά το λέει!!!

«Ουστ-Βιτς;» ρώτησε ο Μπρούνο. «Τι πράγμα είναι αυτό το Ουστ-Βιτς;»
«Δεν είναι πράγμα, Μπρούνο», είπε αναστενάζοντας η Γκρέτελ. «Μέρος είναι».
«Τι μέρος είναι λοιπόν;» επέμεινε ο Μπρούνο.
«Έτσι λέγεται το σπίτι», του εξήγησε η Γκρέτελ. «Ουστ-Βιτς».
«Μα τι σημαίνει;» ρώτησε απελπισμένος. «Ουστ, τι ουστ;»
«Ουστ στους ανθρώπους που ζούσαν εδώ πριν από μας υποθέτω», είπε η Γκρέτελ. «Μάλλον έχει να κάνει με το γεγονός πως δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους και κάποιος τους είπε "ουστ" και να πάρουμε κάποιον άλλον που θα την κάνει σωστά».



"Όταν πρωτοείδε το καινούριο τους σπίτι, ο Μπρούνο έμεινε με τα μάτια ορθάνοιχτα και το στόμα του να σχηματίζει ένα μεγάλο όμικρον. Τα χέρια του κρέμονταν παράλληλα με το σώμα του, όπως κάθε φορά που κάτι τον εξέπληττε."

Το σπίτι τους είναι δίπλα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Από το παράθυρο του δωματίου του ο Μπρούνο βλέπει το συρματόπλεγμα. Δεν ξέρει όμως περί τίνος πρόκειται.



Οι άνθρωποι της άλλης πλευράς

«Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι;» ρώτησε χαμηλόφωνα [η Γκρέτελ], σαν να μη ρωτούσε τον Μπρούνο, αλλά να περίμενε απάντηση από κάποιον άλλο. «Και τι κάνουν εδώ;»
Ο Μπρούνο σηκώθηκε, και για πρώτη φορά στάθηκαν εκεί μαζί, δίπλα δίπλα, και έβλεπαν τι συνέβαινε ούτε δεκαπέντε μέτρα από το νέο τους σπίτι.

Όπου κι αν έπεφτε το μάτι τους υπήρχαν άνθρωποι, ψηλοί, κοντοί, γέροι, νέοι, που πήγαιναν πέρα δώθε. Κάποιοι στέκονταν σε ομάδες, εντελώς ακίνητοι, με τα χέρια τεντωμένα κατά μήκος του κορμιού τους, και προσπαθούσαν να κρατήσουν όρθιο το κεφάλι τους καθώς ένας στρατιώτης περνούσε μπροστά τους, με το στόμα του να ανοιγοκλείνει γρήγορα σαν να τους φώναζε κάτι. Κάποιοι άλλοι προχωρούσαν στη σειρά, κι έσπρωχναν καροτσάκια απ' τη μια άκρη του καταυλισμού ως την άλλη. Εμφανίζονταν από ένα σημείο που δε φαινόταν και έσπρωχναν τα καροτσάκια τους μέχρι ένα σημείο πίσω από μια καλύβα, όπου εξαφανίζονταν πάλι. Μερικοί στέκονταν σε ομάδες κοντά στις καλύβες χωρίς να μιλάνε, με το κεφάλι σκυμμένο, σαν να έπαιζαν κάποιο παιχνίδι όπου προσπαθείς να περάσεις απαρατήρητος. Κάποιοι στηρίζονταν σε πατερίτσες και άλλοι είχαν επιδέσμους στο κεφάλι τους. Κάποιοι κουβαλούσαν φτυάρια και τους οδηγούσαν στρατιώτες σε ένα μέρος όπου δε φαίνονταν πια.

Ο Μπρούνο και η Γκρέτελ διέκριναν εκατοντάδες ανθρώπους, μα υπήρχαν τόσες καλύβες και ο καταυλισμός εκτεινόταν πολύ πιο μακριά από εκεί που έφτανε το βλέμμα τους, που έμοιαζε να υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι εκεί πέρα.

«Και όλοι αυτοί ζουν τόσο κοντά μας», είπε συνοφρυωμένη η Γκρέτελ. «Στο Βερολίνο, στον ήσυχο δρόμο μας, υπήρχαν μόνο έξι σπίτια. Κι εδώ έχει τόσο πολλά. Γιατί ο Πατέρας ανέλαβε μια δουλειά σε ένα τόσο απαίσιο μέρος και με τόσο πολλούς γείτονες; Δεν μπορώ να το καταλάβω».
«Κοίτα εκεί», είπε ο Μπρούνο, και η Γκρέτελ κοίταξε προς την κατεύθυνση που έδειχνε το δάχτυλο του Μπρούνο και είδε, πέρα μακριά, μια ομάδα παιδιών να προχωράνε στριμωχτά και να τους φωνάζουν μια ομάδα στρατιώτες. Όσο πιο πολύ τους φώναζαν οι στρατιώτες, τόσο περισσότερο συσπειρώνονταν τα παιδιά, μα έπειτα ένας από τους στρατιώτες όρμησε καταπάνω τους και τα παιδιά χωρίστηκαν και φάνηκε να κάνουν αυτό που τους ζητούσε, δηλαδή να μπουν στη σειρά. Όταν το έκαναν αυτό, οι στρατιώτες άρχισαν να γελάνε και να τα χειροκροτούν.



«Πρέπει να είναι κάτι σαν πρόβα», υπέθεσε η Γκρέτελ, αγνοώντας το γεγονός πως μερικά απ' τα παιδιά, ακόμα κι απ' τα μεγαλύτερα, ακόμα και τα συνομήλικα της, έμοιαζαν να κλαίνε.
«Σ' το 'πα πως έχει παιδιά», είπε ο Μπρούνο.
«Όχι όμως παιδιά απ' αυτά με τα οποία θα ήθελα εγώ να παίξω», είπε αποφασιστικά η Γκρέτελ. «Αυτά είναι μες στη βρόμα. Η Χίλντα και η Ίζαμπελ και η Λουίζ κάνουν μπάνιο κάθε πρωί, το ίδιο κι εγώ. Αυτά τα παιδιά είναι σαν να μην έχουν κάνει μπάνιο ποτέ στη ζωή τους».
«Φαίνεται πολύ βρόμικο αυτό το μέρος», είπε ο Μπρούνο. «Μήπως όμως δεν έχουν μπάνιο;»
«Μην είσαι ανόητος», είπε η Γκρέτελ, παρότι της είχαν πει πάμπολλες φορές να μην αποκαλεί τον αδελφό της ανόητο. «Τι είδους άνθρωποι δεν έχουν μπάνιο;»
«Ξέρω κι εγώ;» είπε ο Μπρούνο. «Ανθρωποι που δεν έχουν ζεστό νερό, ίσως;»

Η Γκρέτελ κοίταξε λίγο ακόμα κι έπειτα αναρρίγησε και κοίταξε προς την άλλη πλευρά. «Θα πάω στο δωμάτιο μου να τακτοποιήσω τις κούκλες μου», είπε. «Η θέα από κει είναι σαφώς καλύτερη».
Με αυτή την παρατήρηση έφυγε, διέσχισε το διάδρομο, πήγε στο δωμάτιο της κι έκλεισε την πόρτα πίσω της, μα δεν άρχισε αμέσως να τακτοποιεί τις κούκλες της. Κάθισε στο κρεβάτι και απ' το νου της πέρασαν ένα σωρό πράγματα.

Κι απ' το νου του αδελφού της πέρασε μια τελευταία σκέψη καθώς κοίταζε τους εκατοντάδες ανθρώπους εκεί πέρα που έκαναν τις δουλειές τους. Το γεγονός πως όλοι τους - τα μικρά αγόρια, τα μεγάλα αγόρια, οι πατεράδες, οι παππούδες, οι θείοι, οι άνθρωποι που ζουν σε κάθε δρόμο και μοιάζουν να μην έχουν κανένα συγγενή - φορούσαν τα ίδια ρούχα: γκρι ριγέ πιτζάμες και στο κεφάλι τους ένα γκρι ριγέ σκουφάκι.

«Τι παράξενο», μουρμούρισε ο Μπρούνο, κι έπειτα απομακρύνθηκε απ' το παράθυρο. 





Η συνάντηση με το αγόρι που φορούσε ριγέ πιτζάμα

Στην απέραντη μοναξιά αυτού του τόπου ο Μπρούνο βρίσκει διέξοδο στις εξερευνήσεις έξω από το νέο σπίτι του οι οποίες τον οδηγούν σε ένα σημείο του στρατοπέδου όπου η επιτήρηση είναι χαλαρή. Εκεί συναντά έναν κρατούμενο, ένα Εβραιόπουλο, τον Σμούελ, που έχει γεννηθεί, κατά σύμπτωση, την ίδια ακριβώς μέρα με τον Μπρούνο. «Είναι σα δίδυμοι» παρατηρεί ο μικρός.Το μόνο που του φαίνεται παράξενο είναι τ' όνομά του. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, απλά γιατί δεν το έχει ξανακούσει στο δικό του περιβάλλον. Προσπερνώντας το παράξενο όνομα, ο Μπρούνο γίνεται φίλος με τον Σμούελ.

Και επειδή "δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράγματα που εξημερώνει”, που πάει να πει αυτά με τα οποία "δημιουργεί δεσμούς", ξεχασμένη συνήθεια, όπως διαπιστώνει με πίκρα η αλεπού στον "Μικρό Πρίγκηπα" του Σαιντ-Εξυπερί, τα δυο αγόρια αναπτύσσουν μέσα από μια καθημερινή τελετουργική επαφή, μια φιλία δυνατή αλλά αναγκαστικά κρυφή με το το ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα πάντα ανάμεσά τους.  Και μιλάνε ήσυχα, με σεβασμό και ευγένεια για όλα όσα, αν και διαφορετικά, δεν τους χωρίζουν και καταφέρνουν να συμφωνήσουν διαφωνώντας!!! Διδακτικότατο μάθημα για τους μεγάλους!! 



«Από πού ήρθες;» ρώτησε ο Σμούελ μισοκλείνοντας τα μάτια του και κοιτάζοντας προσεχτικά τον Μπρούνο.

«Από το Βερολίνο»

«Πού είναι αυτό;»
Ο Μπρούνο άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει, αλλά ανακάλυψε πως δεν ήταν και απόλυτα σίγουρος.
«Στη Γερμανία βέβαια», είπε. «Εσύ δεν ήρθες από τη Γερμανία;»
«Όχι, είμαι από την Πολωνία»,  είπε ο Σμούελ. 
«Πολωνία», είπε ο Μπρούνο σκεφτικός ζυγίζοντας τη λέξη. «Δεν είναι τόσο ωραία όσο η Γερμανία, ε;»
Ο Σμούελ συνοφρυώθηκε.
«Και γιατί δεν είναι;» ρώτησε.

«Να, γιατί η Γερμανία είναι η σπουδαιότερη απ' όλες τις χώρες», απάντησε ο Μπρούνο, που θυμήθηκε κάτι που είχε ακούσει τον Πατέρα να συζητάει με τον Παππού πολλές φορές. «Είμαστε ανώτεροι».

Ο Σμούελ τον κοίταξε, αλλά δε μίλησε κι ο Μπρούνο ένιωσε πως ήθελε να αλλάξει θέμα, γιατί με το που είπε τα λόγια αυτά, του φάνηκαν κάπως παράξενα και δεν ήθελε να θεωρήσει ο Σμούελ πως ήταν αγενής. [….]

«Ο δικός μου τόπος είναι πολύ πιο όμορφος από το Βερολίνο», είπε ο Σμούελ, που δεν είχε πάει ποτέ στο Βερολίνο. «Είναι όλοι φιλικοί και είμαστε πολύ μεγάλη οικογένεια, και το φαγητό είναι πολύ καλύτερο».
«Εντάξει, τότε πρέπει να συμφωνήσουμε διαφωνώντας», είπε ο Μπρούνο, που δεν ήθελε να τσακωθεί με τον καινούριο του φίλο.
«Εντάξει», είπε ο Σμούελ.

Καθώς γύρισε κι έφυγε, ο Μπρούνο παρατήρησε ξανά πόσο κοντούλης και κοκαλιάρης ήταν ο καινούριος του φίλος. Δεν είπε τίποτα όμως, γιατί ήξερε πόσο δυσάρεστο είναι να σε κρίνουν για κάτι τόσο χαζό όσο το ύψος σου και δεν ήθελε με τίποτα να φανεί αγενής απέναντι στον Σμούελ.






Περιβραχιόνια για να ξεχωρίζει ποιος είναι ποιος

«Και κάποια μέρα τα πράγματα άρχισαν ν’ αλλάζουν». «Γύρισα από το σχολείο κι η μητέρα μου μας έφτιαχνε περιβραχιόνια από ένα ειδικό ύφασμα και ζωγράφιζε
στο καθένα από ένα αστέρι. Τέτοιο».


Με το δάχτυλο του σχεδίασε στο χώμα μπροστά του.

«Και κάθε φορά που ήταν να βγούμε έξω, μας έλεγε να φοράμε αυτό το περιβραχιόνιο».

«Κι ο μπαμπάς μου φοράει τέτοιο», είπε ο Μπρούνο. «Πάνω απ' τη στολή του. Είναι πολύ ωραίο. Είναι κατακόκκινο με ένα ασπρόμαυρο σχέδιο πάνω».

Με το δάχτυλο του σχεδίασε στο χώμα ένα άλλο σχέδιο, απ' τη δική του πλευρά του φράχτη.


«Είναι διαφορετικά όμως, ε;» είπε ο Σμούελ. «Εμένα κανείς δε μου έδωσε περιβραχιόνιο», είπε ο Μπρούνο.
«Εγώ πάλι δε ζήτησα να μου δώσουν», είπε ο Σμούελ.
«Τέλος πάντων», είπε ο Μπρούνο. «Θα μ' άρεσε να είχα κι εγώ. Δεν ξέρω όμως ποιο μ' αρέσει περισσότερο. Το δικό σου ή του Πατέρα μου».


Οι διαφορετικοί στο γκέτο

«Για μερικούς μήνες φορούσαμε περιβραχιόνια», είπε. «Κι έπειτα τα πράγματα άλλαξαν πάλι. Γύρισα μια μέρα κι η Μαμά μου είπε πως δεν μπορούσαμε πια να μένουμε στο
σπίτι μας...»
[......] μετακομίσαμε σ' ένα άλλο σημείο της Κρακοβίας, όπου οι στρατιώτες είχαν χτίσει έναν ψηλό τοίχο, κι η μητέρα μου, κι ο πατέρας μου, κι ο αδελφός μου κι εγώ μέναμε όλοι σε ένα δωμάτιο».
«Όλοι σας;» ρώτησε ο Μπρούνο. «Σ' ένα δωμάτιο;»
«Κι όχι μόνο εμείς», είπε ο Σμούελ. «Υπήρχε και μια άλλη οικογένεια εκεί, κι η μητέρα κι ο πατέρας όλο τσακώνονταν, κι ένας από τους γιους τους ήταν μεγαλύτερος από μένα και συ-νεχώς με χτυπούσε, ακόμα κι αν δεν είχα κάνει κάτι κακό».
«Δεν μπορεί να μένατε όλοι μαζί σ' ένα δωμάτιο», είπε ο Μπρούνο κουνώντας το κεφάλι του. «Είναι παράλογο».
«Όλοι μας», είπε ο Σμούελ κουνώντας το κεφάλι. «Έντεκα συνολικά».
Ο Μπρούνο άνοιξε το στόμα του για να τον αμφισβητήσει πάλι - δεν μπορούσε να πιστέψει πως έντεκα άνθρωποι ζούσαν μαζί στο ίδιο δωμάτιο - μα άλλαξε γνώμη.

«Μείναμε εκεί μερικούς μήνες», συνέχισε ο Σμούελ, «όλοι μαζί στο ίδιο δωμάτιο. Υπήρχε ένα μικρό παράθυρο, αλλά δεν ήθελα να κοιτάζω έξω, γιατί θα έβλεπα τον τοίχο και τον μισούσα τον τοίχο, γιατί το αληθινό μας σπίτι ήταν απ'την άλλη μεριά. Και αυτό το μέρος της πόλης ήταν το κακό μέρος της, γιατί είχε συνεχώς θόρυβο και ήταν αδύνατον να κοιμηθείς. Και μισούσα τον Λούκα, το αγόρι που συνεχώς με χτυπούσε, κι ας μην είχα κάνει κάτι κακό».

«Κι έπειτα μια μέρα ήρθαν οι στρατιώτες με τεράστια φορτηγά», είπε ο Σμούελ .«Και είπαν σε όλους μας να φύγουμε από τα σπίτια. Πολλοί δεν ήθελαν και κρύβονταν όπου μπορούσαν, αλλά νομίζω πως τελικά τους έπιασαν όλους. Και τα φορτηγά μάς πήγαν σ' ένα τρένο και το τρένο...»
Δίστασε για μια στιγμή και δάγκωσε το χείλος του. Ο Μπρούνο ένιωσε πως ο Σμούελ θα έβαζε τα κλάματα και δεν καταλάβαινε γιατί.
«Το τρένο ήταν φρικτό», είπε ο Σμούελ. «Ήμασταν πάρα πολλοί στα βαγόνια. Και δεν μπορούσαμε ούτε να αναπνεύσουμε. Και μύριζε απαίσια». [....]

«Δεν μπορούσαμε να βγούμε από το βαγόνι μας».

 «Δεν υπήρχαν πόρτες»,  «Αν υπήρχαν, θα είχαμε κατέβει όλοι».

«Όταν επιτέλους σταμάτησε το τρένο, βρισκόμασταν σ' ένα πολύ κρύο μέρος και χρειάστηκε να περπατήσουμε ως εδώ».

«Και τη Μαμά την πήραν μακριά μας, και τον Μπαμπά και τον Γιόζεφ τους έβαλαν στις καλύβες εκεί πέρα, κι από τότε είμαστε εδώ».



Τι σημαίνει μια στολή

Ανήμερα τα Χριστούγεννα ο Πατέρας είχε φορέσει την ολοκαίνουρια στολή του, αυτή την κολαριστή που φορούσε πια κάθε μέρα, και όλη η οικογένεια χειροκρότησε όταν είχε εμφανιστεί φορώντας την. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Σε σχέση με τους υπόλοιπους στρατιώτες που μπαινόβγαιναν στο σπίτι τους, ο Πατέρας ξεχώριζε και έμοιαζαν όλοι να τον σέβονται ακόμα περισσότερο τώρα που τη φορούσε. Η Μητέρα είχε πάει κοντά του και τον είχε φιλήσει στο μάγουλο και είχε χαϊδέψει με το χέρι της τη στολή, σχολιάζοντας πόσο καλό τής φαινόταν το ύφασμά της. Ο Μπρούνο είχε εντυπωσιαστεί από τα πολλά παράσημα στη στολή και του είχε επιτραπεί να φορέσει για λίγο το πηλήκιο, αρκεί να ήταν τα χέρια του πεντακάθαρα όταν θα το έπιανε.

Ο Παππούς είχε νιώσει μεγάλη περηφάνια για το γιο του όταν τον είδε με την καινούρια του στολή και μόνο η Γιαγιά έμοιαζε να μην έχει εντυπωσιαστεί καθόλου. Αφού είχαν φάει και αφού εκείνη και η Γκρέτελ και ο Μπρούνο είχαν παίξει το σκετς τους, η Γιαγιά είχε καθίσει θλιμμένη σε μια πολυθρόνα και κοίταζε τον Πατέρα, κουνώντας το κεφάλι της σαν να ήταν πάρα πολύ απογοητευμένη.

«Αναρωτιέμαι - αυτό ήταν το λάθος μου με σένα, Ραλφ;» είχε πει. «Αναρωτιέμαι αν όλα αυτά τα σκετς που σε έβαζα να παίζεις μικρός σε οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Να μασκαρεύεσαι σαν μαριονέτα».

«Ελάτε, Μητέρα», είχε πει ο Πατέρας συγκαταβατικά. «Ξέρετε πως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή».
«Στέκεσαι εκεί με τη στολή σου», είχε συνεχίσει εκείνη, «λες και σε κάνει σπουδαίο. Χωρίς καλά καλά να σε νοιάζει τι σημαίνει αυτή η στολή. Τι αντιπροσωπεύει».
«Νάταλι, τα έχουμε συζητήσει αυτά», είχε πει ο Παππούς, παρότι όλοι ήξεραν πως όταν η Γιαγιά είχε κάτι να πει, πάντα έβρισκε τον τρόπο να το πει, όσο κι αν θα δυσαρεστούσε τους άλλους.
«Εσύ το συζήτησες, Ματίας», είχε πει η Γιαγιά. «Στο ντουβάρι μιλούσες. Ως συνήθως».
«Μητέρα, έχουμε γιορτή», είχε πει αναστενάζοντας ο Πατέρας. «Και είναι Χριστούγεννα. Ας μην τα καταστρέψουμε».

«Θυμάμαι όταν είχε αρχίσει ο Μεγάλος Πόλεμος», είχε πει περήφανα ο Παππούς, κοιτάζοντας τη φωτιά και κουνώντας το κεφάλι του. «Θυμάμαι που ήρθες στο σπίτι και μας είπες πως είχες καταταγεί κι εγώ ήμουν σίγουρος πως θα πάθαινες κακό».
«Και έπαθε κακό, Ματίας», είχε επιμείνει η Γιαγιά. «Κοίταξέ τον και θα καταλάβεις».
«Δες τώρα», είχε συνεχίσει ο Παππούς αγνοώντας την. «Με κάνει τόσο περήφανο που σε βλέπω να έχεις αναλάβει μια τόσο υψηλή θέση. Να βοηθάς την πατρίδα σου να ανακτήσει τη χαμένη της τιμή μετά από τόσες αδικίες που της έγιναν. Όλες αυτές τις ποινές που της επιβλήθηκαν...»
«Ακούς τι λες;» είχε φωνάξει η Γιαγιά. «Ποιος απ' τους δυο σας είναι πιο ανόητος αναρωτιέμαι!»



«Μα, Νάταλι», είχε πει η Μητέρα, προσπαθώντας να ηρεμήσει κάπως τα πνεύματα, «δε βρίσκετε τον Ραλφ πανέμορφο με τη νέα του στολή;»
«Πανέμορφο;» είχε ρωτήσει η Γιαγιά, γέρνοντας μπροστά και κοιτάζοντας τη νύφη της σαν αυτή να είχε χάσει τα λογικά της. «Πανέμορφο είπες; Ανόητο κορίτσι! Αυτό θεωρείς εσύ σημαντικό; Να είναι κάποιος πανέμορφος;» […..]
 «Αυτό είναι ούτως ή άλλως το μόνο που σας ενδιαφέρει εσάς τους στρατιωτικούς», είχε πει η Γιαγιά, αγνοώντας το θέμα των παιδιών. «Να είστε πανέμορφοι με τις στολές σας. Να μασκαρεύεστε και να κάνετε τα απαίσια, τα αισχρά πράγματα που κάνετε. Με κάνει να ντρέπομαι. Κατηγορώ όμως τον εαυτό μου, Ραλφ, κι όχι εσένα».

 «Ντρέπομαι!» είχε φωνάξει πριν φύγει η γιαγιά «Που ο δικός μου γιος είναι...»
«Πατριώτης», είχε φωνάξει ο Πατέρας, που μάλλον δεν είχε μάθει -ποτέ τον κανόνα πως απαγορεύεται να διακόπτουμε τη μητέρα μας.

«Ναι, πατριώτης!» είχε φωνάξει εκείνη. «Κι όλοι αυτοί που μαζεύεις εδώ και τους τραπεζώνεις. Μου 'ρχεται αηδία. Κι όταν σε βλέπω μ' αυτή τη στολή, μου 'ρχεται να βγάλω τα μάτια μου!» είχε προσθέσει πριν φύγει σαν σίφουνας χτυπώντας την πόρτα πίσω της.

Οι διαφωνούντες όμως με τον ένα ή άλλο τρόπο σωπαίνουν ή τους κάνουν να σωπάσουν..... Η γιαγιά πεθαίνει ένα χρόνο μετά την αναχώρηση της οικογένειας για το Ουστ-Βιτς  χωρίς να έχει συναντηθεί με την οικογένεια. Ο Πατέρας, αν και λυπημένος που είχε τσακωθεί μαζί της και δεν τα είχαν βρει μέχρι που πέθανε, καμαρώνει στην κηδεία μέσα στην εντυπωσιακή στολή του "εκείνη την κολαριστή και καλοσιδερωμένη με τα πολλά παράσημα". Κι  είναι πολύ περήφανος γιατί ανάμεσα στους επικήδειους που εκφωνήθηκαν στην εκκλησία, υπήρχε και ένας που τον είχε στείλει ο "Φύρης". Μόνο η μητέρα θα σκεφτεί και θα πει πως "αν το ήξερε αυτό η Γιαγιά, θα έτριζαν τα κόκαλά της"



Απαγορεύεται.....

«Πάντως εγώ εξακολουθώ να πιστεύω πως [ο Πατέρας] έχει κάνει ένα τρομερό λάθος», είπε ήρεμα ο Μπρούνο. 
«Ακόμα κι αν το πιστεύετε, δεν πρέπει να το λέτε δυνατά», είπε βιαστικά η Μαρία, πηγαίνοντας προς το μέρος του και μοιάζοντας να θέλει να τον λογικέψει. «Υποσχεθείτε μου πως δε θα το λέτε».
«Μα γιατί;» ρώτησε εκείνος συνοφρυωμένος. «Λέω αυτό που νιώθω. Μήπως απαγορεύεται;»
«Ναι», είπε εκείνη. «Απαγορεύεται».
«Απαγορεύεται να λέω αυτό που νιώθω;» επέμεινε ο Μπρούνο με δυσπιστία.
«Ναι», επέμεινε εκείνη και η φωνή της ήταν τώρα τσιριχτή. «Μην λέτε κουβέντα γι' αυτό, Μπρούνο. Δεν καταλαβαίνετε πόσα προβλήματα μπορεί να δημιουργήσετε; Σε όλους μας;»
Ο Μπρούνο την κοίταξε. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα της, μια τρομερή ανησυχία, που δεν την είχε ξαναδεί και τον αναστάτωσε.
«Καλά», μουρμούρισε.



Εκτός από τη γιαγιά, μια Γερμανίδα  με το θάρρος των "πιστεύω" της, που αποδοκιμάζει ανοιχτά τη "δουλειά" του γιου της και είναι έτοιμη να πει ότι "αυτό που συνέβαινε δεν έπρεπε να συμβαίνει" στους "διαφωνούντες" ανήκει και ο πατέρας του λοχαγού Κότλερ, καθηγητής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο. Έφυγε από τη Γερμανία το 1938 και κατέφυγε στην Ελβετία. 


Και ποιος ήταν ο λόγος, θέλω να μάθω», συνέχισε ο Πατέρας, «που έφυγε από τη Γερμανία τη στιγμή της μεγαλύτερης δόξας της και όταν τον χρειαζόταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά, όταν ο καθένας μας έχει χρέος να παίξει το ρόλο του στην εθνική παλιγγενεσία; Ήταν φυματικός;» Ο υπολοχαγός Κότλερ κοίταξε τον Πατέρα μπερδεμένος. «Με συγχωρείτε;» ρώτησε.
«Μήπως πήγε στην Ελβετία για να πάρει τον αέρα του;» εξήγησε ο Πατέρας. «Ή είχε κάποιο ιδιαίτερο λόγο να φύγει από τη Γερμανία; Το χίλια εννιακόσια τριάντα οχτώ», πρόσθεσε λίγο μετά.
«Δυστυχώς δε γνωρίζω, κύριε διοικητά», είπε ο υπολοχαγός Κότλερ. «Θα πρέπει να ρωτήσετε τον ίδιο».
«Ναι, όμως θα είναι λίγο δύσκολο, έτσι δεν είναι; Θέλω να πω, αφού εκείνος βρίσκεται τόσο μακριά. Μπορεί όμως να συμβαίνει αυτό. Να είναι άρρωστος».
Ο Πατέρας δίστασε λίγο πριν πάρει ξανά τα μαχαιροπίρουνα του και συνεχίσει να τρώει.

«Εκτός βέβαια αν είχε... διαφωνίες».
«Διαφωνίες, κύριε διοικητά;»
«Με την κυβερνητική πολιτική. Ακούγονται πότε πότε κάτι τέτοιες ιστορίες. Αυτοί οι άνθρωποι είναι παράξενοι, φαντάζομαι. Κάποιοι είναι διαταραγμένες προσωπικότητες. Άλλοι πάλι είναι προδότες. Ή δειλοί. Να υποθέσω πάντως πως θα έχεις ενημερώσει τους ανωτέρους σου για τις απόψεις του πατέρα σου, υπολοχαγέ Κότλερ;»

Ο νεαρός υπολοχαγός άνοιξε το στόμα του και ξεροκατάπιε, παρότι δεν είχε φάει τίποτα.


Φυσικά ο νεαρός υπολοχαγός Κότλερ, μετά το συμβάν, μετατίθεται αλλού.....

Αργότερα το ίδιο βράδυ, όταν ο Μπρούνο πήγε για ύπνο, ξανάφερε στο νου του όσα είχαν συμβεί στο τραπέζι. Θυμήθηκε πόσο καλός ήταν μαζί του ο Πάβελ τη μέρα του ατυχήματος με την κούνια, πώς είχε σταματήσει την αιμορραγία και πόσο απαλά του είχε βάλει το πράσινο φάρμακο. Και ενώ ο Μπρούνο ήξερε πως ο Πατέρας ήταν γενικά πολύ ευγενικός και καλός, του φαινόταν άδικο και λάθος που κανείς δεν είχε σταματήσει τον υπολοχαγό Κότλερ• και σκέφτηκε πως αν τα πράγματα γίνονταν έτσι στο Ουστ-Βιτς, τότε καλά θα έκανε να μη διαφωνεί με κανέναν και για τίποτα. Καλά θα έκανε να κρατάει το στόμα του κλειστό και να μην κάνει το παραμικρό. Γιατί μάλλον δε θα άρεσε σε μερικούς μερικούς.





Όσο για τη Μητέρα, ο κόσμος της ξεκινάει πολύ μικρός... μόνη της έγνοια η οικογένεια, η ασφάλειά της, η θέση της στην κοινωνία. Μάλλον επιλέγει να είναι ανυποψίαστη... δε θέλει να δει την αλήθεια, γιατί τότε θα ενοχοποιήσει τον άντρα της, τον εαυτό της... Θα περάσει ένας ολόκληρος χρόνος, για να αντιδράσει και να επιβάλλει τη θέλησή της... αλλά τότε θα είναι αργά... το κακό είναι ήδη προ των πυλών....

«Είναι φρικτό», έλεγε η Μητέρα. «Απλά φρικτό. Δεν το αντέχω άλλο».
«Δεν έχουμε επιλογή», έλεγε ο Πατέρας. «Αυτή είναι η δουλειά που μας ανατέθηκε και...»
«Όχι, αυτή είναι η δουλειά που σου ανατέθηκε», είπε η Μητέρα. «Σ' εσένα, όχι σ' εμάς. Εσύ μπορείς να μείνεις αν θέλεις».
«Και τι θα σκεφτεί ο κόσμος», ρώτησε ο Πατέρας, «αν αφήσω εσένα και τα παιδιά να επιστρέψετε στο Βερολίνο χωρίς εμένα; Θα αρχίσουν να αναρωτιούνται κατά πόσο έχω αφιερωθεί στη δουλειά μου εδώ».
«Στη δουλειά σου;» φώναξε η Μητέρα. «Δουλειά το λες εσύ αυτό;»



Φιλία και διλήμματα... Κάτι που δεν έπρεπε να κάνει

[….] ο Μπρούνο μπήκε στην κουζίνα, όπου τον περίμενε η μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής του. Εκεί, καθισμένος στο τραπέζι, μακριά από το φράχτη, βρισκόταν ο Σμούελ. Ο Μπρούνο δεν πίστευε στα μάτια του.
«Σμούελ!» είπε. «Τι θες εσύ εδώ;»
[......]«Μου είπαν να γυαλίσω τα ποτήρια», είπε ο Σμούελ. «Είπαν πως χρειάζονται κάποιον με λεπτά δάχτυλα».

Ο Σμούελ έμοιαζε να μην τον ακούει• τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο κοτόπουλο και στη γέμιση με τα οποία μπουκωνόταν κάθε τόσο ο Μπρούνο. Σύντομα ο Μπρούνο κατάλαβε τι κοίταζε κι ένιωσε πολύ άσχημα.
«Συγγνώμη, Σμούελ», είπε βιαστικά. «Έπρεπε να σου δώσω κι εσένα κοτόπουλο. Πεινάς;»
«Δε χρειάζεται να με ρωτάς»
«Περίμενε, θα σου κόψω κι εσένα», είπε ο Μπρούνο.[......]

«Σμούελ! Να, πάρε!» είπε ο Μπρούνο, έκανε ένα βήμα κι έβαλε το κοτόπουλο στο χέρι του φίλου του. «Φάτο. Εμείς έχουμε πολύ ακόμα για το τσάι μας - μη σε νοιάζει».





Το αγόρι κοίταξε το φαγητό που είχε στο χέρι του για μια στιγμή κι έπειτα κοίταξε τον Μπρούνο με τα μάτια ορθάνοιχτα, γεμάτα ευγνωμοσύνη, αλλά και τρόμο ταυτόχρονα. Κοίταξε για άλλη μια φορά προς την πόρτα κι έπειτα φάνηκε να παίρνει την απόφαση του, γιατί έχωσε και τις τρεις φέτες στο στόμα του με τη μία και τις κατάπιε μέσα σε δευτερόλεπτα.


«Μην το τρως τόσο γρήγορα», είπε ο Μπρούνο. «Θα βαρυστομαχιάσεις».
«Δε με νοιάζει», είπε ο Σμούελ με ένα αχνό χαμόγελο. «Σ' ευχαριστώ, Μπρούνο».

Ο Μπρούνο του χαμογέλασε και ετοιμαζόταν να του δώσει κι άλλο, όμως εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην κουζίνα ο υπολοχαγός Κότλερ και κοντοστάθηκε όταν είδε πως τα δυο αγόρια μιλούσαν. 
«Τι κάνεις;» φώναξε. «Δε σου είπα να γυαλίσεις τα ποτήρια;»
«Έφαγες;» ρώτησε με ήρεμη και σιγανή φωνή, σαν να μην μπορούσε ούτε ο ίδιος να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί.
Ο Σμούελ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.  «Κι όμως έφαγες», επέμεινε ο υπολοχαγός Κότλερ. «Έκλεψες κάτι απ' το ψυγείο;»
Ο Σμούελ άνοιξε το στόμα του κι αμέσως το ξανάκλεισε. Το ξανάνοιξε και προσπάθησε να βρει λέξεις, μα δεν έβρισκε. Κοίταξε τον Μπρούνο και τα μάτια του εκλιπαρούσαν για βοήθεια.



«Απάντησε μου!» φώναξε ο υπολοχαγός Κότλερ. «Έκλεψες κάτι απ' το ψυγείο;»
«Όχι, κύριε. Αυτός μου το έδωσε», είπε ο Σμούελ και τα δάκρυα είχαν πλημμυρίσει τα μάτια του, καθώς κοιτούσε τον Μπρούνο. «Είναι φίλος μου», πρόσθεσε.
«Τι είναι λέει;» είπε ο υπολοχαγός Κότλερ, κοιτάζοντας παραξενεμένος τον Μπρούνο. Δίστασε. «Τι εννοείς είναι φίλος σου;» ρώτησε. «Μπρούνο, το γνωρίζεις αυτό το αγόρι;»

Ο Μπρούνο έμεινε με το στόμα ανοιχτό και προσπαθούσε να θυμηθεί πώς χρησιμοποιεί κανείς το στόμα του για να αρ
θρώοει τη λέξη «ναι». Δεν είχε ξαναδεί άνθρωπο τόσο τρομοκρατημένο όσο ο Σμούελ, και ήθελε να πει αυτό που χρειαζόταν για να βελτιώσει την κατάσταση, μα συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε• γιατί και ο ίδιος ένιωθε εξίσου τρομοκρατημένος.




«Το γνωρίζεις αυτό το αγόρι;» επανέλαβε ο Κότλερ ακόμα δυνατότερα. «Μιλάς με τους φυλακισμένους;»
«Να... ήταν εδώ όταν ήρθα», είπε ο Μπρούνο. «Έπλενε τα ποτήρια».
«Δε σε ρώτησα αυτό εγώ», είπε ο Κότλερ. «Τον έχεις ξαναδεί; Του έχεις μιλήσει; Γιατί λέει πως είναι φίλος σου;»

Ο Μπρούνο ευχήθηκε να μπορούσε να φύγει μακριά. Μισούσε τον υπολοχαγό Κότλερ, μα τώρα αυτός ερχόταν καταπάνω του και το μόνο που μπορούσε ο Μπρούνο να σκεφτεί ήταν τη μέρα που τον είχε δει να πυροβολεί το σκύλο και το βράδυ που είχε θυμώσει τόσο με τον Πάβελ, που...

«Πες μου, Μπρούνο!» ούρλιαξε ο Κότλερ και το πρόσωπο του είχε γίνει κατακόκκινο. «Δε θα σε ρωτήσω τρίτη φορά».
«Δεν έχουμε ξαναμιλήσει», είπε αμέσως ο Μπρούνο. «Δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ. Δεν τον ξέρω».

Ο υπολοχαγός Κότλερ κατένευσε και φάνηκε ικανοποιημένος από την απάντηση. Αργά αργά στράφηκε ξανά προς τον Σμούελ, που είχε σταματήσει να κλαίει και κοίταζε το πάτωμα. Έμοιαζε να προσπαθεί να πείσει την ψυχή του να πάψει να ζει μέσα στο μικροσκοπικό κορμί του, αλλά να ξεγλιστρήσει, να πετάξει ως την πόρτα και να αναληφθεί στον ουρανό, να διασχίσει τα σύννεφα, ώσπου να φτάσει κάπου πολύ μακριά.

Steven DaLuz - Still


Η δύναμη να είσαι αδύναμος.... η δύναμη να συγχωρείς.....

Όλα τα επόμενα απογεύματα ο Μπρούνο πήγαινε στο σημείο του φράχτη όπου συναντιούνταν, μα ο Σμούελ δεν ήταν εκεί. Όταν πέρασε μια βδομάδα, σκέφτηκε πως αυτό που είχε κάνει ήταν τόσο τρομερό, που δε θα του το συγχωρούσε ποτέ ο φίλος του. Όμως την έβδομη μέρα είδε με μεγάλη χαρά τον Σμούελ να τον περιμένει καθισμένος ως συνήθως σταυροπόδι στο έδαφος, κοιτάζοντας κάτω.

«Σμούελ», είπε.
Έτρεξε προς το μέρος του, κάθισε κάτω και ίσα που δεν έκλαιγε από ανακούφιση και τύψεις.
«Λυπάμαι τόσο πολύ, Σμούελ. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Συγχώρεσε με».
«Δεν πειράζει», είπε ο Σμούελ και σήκωσε το πρόσωπο προς το μέρος του.
Ήταν γεμάτο μελανιές και ο Μπρούνο μόρφασε, ξεχνώντας προς στιγμήν τη συγγνώμη του.
«Τι έπαθες;» ρώτησε, μα δεν περίμενε απάντηση. «Έπεσες με το ποδήλατο; Γιατί κι εγώ το είχα πάθει στο Βερολίνο πριν από κάνα δυο χρόνια. Είχα πέσει γιατί έτρεχα πολύ κι είχα γεμίσει μελανιές, κι έκαναν πολύ καιρό να φύγουν. Πονάει;»
«Δεν το νιώθω πια», είπε ο Σμούελ.


«Συγγνώμη γι' αυτό που έγινε την περασμένη βδομάδα», είπε ο Μπρούνο. «Τον μισώ τον υπολοχαγό Κότλερ. Νομίζει πως αυτός κάνει κουμάντο, αλλά δεν είναι έτσι».
Σταμάτησε για μια στιγμή, γιατί ένιωσε πως ξέφευγε απ' το θέμα. Ήθελε να το πει άλλη μια φορά και να το εννοεί.

«Λυπάμαι πολύ, Σμούελ», είπε καθαρά. «Δεν το πιστεύω πως δεν του είπα την αλήθεια. Δεν έχω ξαναπουλήσει φίλο μου. Σμούελ, ντρέπομαι γι' αυτό που έκανα».

Και όταν το είπε αυτό, ο Σμούελ χαμογέλασε και κατένευσε και ο Μπρούνο ένιωσε πως τον είχε συγχωρήσει. Κι έπειτα ο Σμούελ έκανε κάτι που δεν είχε ξανακάνει ποτέ. Ανασήκωσε το συρματόπλεγμα, όπως έκανε κάθε φορά που ο Μπρούνο του έφερνε φαγητό, αυτή τη φορά όμως πέρασε από κάτω το χέρι του και το κρατούσε εκεί, τεντωμένο. Ώσπου έκανε το ίδιο και ο Μπρούνο και τα δύο αγόρια έδωσαν τα χέρια και χαμογέλασαν το ένα στο άλλο. Ήταν η πρώτη φορά που αγγίζονταν.



Η τελευταία περιπέτεια

Η Μητέρα με τον Μπρούνο και την Γκρέτελ πρόκειται ν' αφήσουν το Ουστ-Βιτς και να επιστρέψουν στο Βερολίνο, με τη σύμφωνη γνώμη του Πατέρα.


«Αν είχα μια ριγέ πιτζάμα, θα μπορούσα να έρθω εκεί και να μη με πάρει κανείς χαμπάρι», είπε ο Μπρούνο.

Το πρόσωπο του Σμούελ φωτίστηκε κι έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο.

«Λες;» ρώτησε. «Θα το έκανες;»
«Και βέβαια», είπε ο Μπρούνο. «Θα είναι τέλεια περιπέτεια. Η τελευταία μας περιπέτεια. Θα κάνω επιτέλους και λίγη εξερεύνηση».
«Και θα με βοηθήσεις να ψάξω για τον Μπαμπά», είπε ο Σμούελ.
«Αμέ», είπε ο Μπρούνο. «Θα κάνουμε μια βόλτα μήπως βρούμε στοιχεία. Αυτό είναι πάντα χρήσιμο στην εξερεύνη¬ση. Το μόνο πρόβλημα είναι πού θα βρω ριγέ πιτζάμες».
Ο Σμούελ κούνησε το κεφάλι του.
«Αυτό είναι εύκολο», είπε. «Υπάρχει μια καλύβα όπου τις φυλάνε. Μπορώ να βρω μια πιτζάμα στο μέγεθος μου και να τη φέρω. Θα αλλάξεις και θα ψάξουμε για τον Μπαμπά».
«Τέλεια», είπε ο Μπρούνο, που είχε κατενθουσιαστεί. «Κανονίστηκε λοιπόν».
«Θα βρεθούμε αύριο την ίδια ώρα», είπε ο Σμούελ.



Ο Μπρούνο θα φορέσει τη ριγέ πιτζάμα και "με τη σωστή στολή θα μπει στο πετσί αυτού που παριστάνει",  θα γίνει ένας άλλος, "ένας άνθρωπος από την άλλη πλευρά του φράχτη", "ένας Εβραίος" 

Ο Σμούελ έσκυψε κι ανασήκωσε το συρματόπλεγμα, αυτό όμως έφτανε μόνο μέχρι ένα σημείο κι έτσι ο Μπρούνο αναγκάστηκε να συρθεί από κάτω. Η ριγέ πιτζάμα του γέμισε λάσπες. Γέλασε όταν κοιτάχτηκε. Δεν είχε ξαναβρομιστεί τόσο στη ζωή του κι ένιωθε υπέροχα.

Χαμογέλασε κι ο Σμούελ και τα δυο αγόρια στάθηκαν αμήχανα, καθώς δεν είχαν συνηθίσει να βρίσκονται στην ίδια πλευρά του φράχτη.
Ο Μπρούνο ήθελε πολύ να αγκαλιάσει τον Σμούελ, μόνο και μόνο για να του δείξει πόσο τον συμπαθούσε και πόσο είχε χαρεί που μιλούσαν τον τελευταίο χρόνο.
Ο Σμούελ ήθελε κι αυτός πολύ να αγκαλιάσει τον Μπρούνο, μόνο και μόνο για να τον ευχαριστήσει για την καλοσύνη του και τα φαγώσιμα που του είχε δώσει, μα και γιατί θα τον βοηθούσε να βρει τον Μπαμπά.
Όμως κανείς απ' τους δυο δεν αγκάλιασε τον άλλο• πήραν απλά το δρόμο απ' το φράχτη προς το στρατόπεδο, το δρόμο που επί ένα χρόνο σχεδόν κάθε μέρα έκανε ο Σμούελ, όταν κατάφερνε να διαφύγει απ' το βλέμμα των στρατιωτών, και να φτάσει στο σημείο αυτό του Ουστ-Βιτς που δεν έμοιαζε να φυλάσσεται συνέχεια, στο σημείο αυτό όπου είχε την τύχη να γνωρίσει ένα φίλο σαν τον Μπρούνο.

Δεν τους πήρε πολλή ώρα να φτάσουν στον προορισμό τους. 




Μια απίστευτη πραγματικότητα... τίποτα δεν ήταν όπως το είχε φανταστεί ο Μπρούνο....

Ο Μπρούνο έμεινε με τα μάτια ορθάνοιχτα απ' όσα έβλεπε. Είχε φανταστεί πως όλες οι καλύβες ήταν γεμάτες χαρούμενες οικογένειες, με ανθρώπους που το βραδάκι θα κάθονταν σε κουνιστές πολυθρόνες και θα έλεγαν ιστορίες για το πόσο καλύτερα ήταν τα πράγματα όταν ήταν μικροί και πως τότε σέβονταν τους μεγαλύτερους, όχι σαν τα σημερινά παιδιά. 

Είχε σκεφτεί πως τα αγόρια και τα κορίτσια που ζούσαν εδώ θα ήταν χωρισμένα σε ομάδες και θα έπαιζαν τένις, ποδόσφαιρο, θα πηδούσαν σκοινάκι ή θα έκαναν γραμμές στο χώμα για να παίξουν κουτσό.

Είχε φανταστεί πως κάπου στο κέντρο θα υπήρχε ένα κατάστημα, ίσως κι ένα μικρό ζαχαροπλαστείο, σαν αυτά που ήξερε απ' το Βερολίνο• είχε αναρωτηθεί αν υπήρχε και μαγαζί με φρούτα και λαχανικά.

Αποδείχτηκε όμως πως δεν υπήρχε τίποτε απ' όσα είχε φανταστεί.
Δεν υπήρχαν μεγάλοι καθισμένοι σε κουνιστές πολυθρόνες.
Και τα παιδιά δεν έπαιζαν διάφορα ομαδικά παιχνίδια.
Και δεν υπήρχε όχι μόνο μαγαζί με φρούτα και λαχανικά, αλλά ούτε και ζαχαροπλαστείο σαν αυτά του Βερολίνου.

Υπήρχαν μόνο πάρα πολλοί άνθρωποι που κάθονταν σε ομάδες και κοιτούσαν το έδαφος, και φαίνονταν πάρα πολύ θλιμμένοι• είχαν όλοι κάτι κοινό: ήταν τρομερά κοκαλιάρηδες και τα μάτια τους ήταν βουλιαγμένα βαθιά μέσα στις κόχες τους και όλων τα κεφάλια ήταν κουρεμένα γουλί, γι' αυτό κι ο Μπρούνο σκέφτηκε πως μάλλον είχαν όλοι κολλήσει ψείρες.

Σε μια γωνιά ο Μπρούνο είδε τρεις στρατιώτες που έμοιαζαν να κάνουν κουμάντο σε μια ομάδα είκοσι περίπου ανθρώπων. Τους φώναζαν και κάποιοι απ' αυτούς είχαν πέσει στα γόνατα κι είχαν μείνει εκεί, κρατώντας το κεφάλι τους με τα δυο τους χέρια.

Σε μια άλλη γωνιά είδε κι άλλους στρατιώτες να στέκονται τριγύρω και να γελάνε και να κοιτάζουν τις κάννες των όπλων τους, σημαδεύοντας διάφορους στόχους, χωρίς όμως να πυροβολούν.
Όπου κι αν κοίταζε, έβλεπε δυο ειδών ανθρώπους: είτε χαρούμενους στρατιώτες που γελούσαν και κοίταζαν τις κάννες των όπλων τους, είτε δυστυχισμένους ανθρώπους με ριγέ πιτζάμες που έκλαιγαν και κοίταζαν στο άπειρο με άδειο βλέμμα, σαν να κοιμούνταν με ανοιχτά μάτια.

«Μάλλον δε μου αρέσει εδώ», είπε ο Μπρούνο μετά από λίγο.
«Ούτε κι εμένα», είπε ο Σμούελ. 



Ο καλύτερός μου φίλος για πάντα

Ο Σμούελ ήρθε πολύ κοντά του και τον κοίταξε έντρομος. «Λυπάμαι που δε βρήκαμε τον μπαμπά σου», είπε ο Μπρούνο.
«Δεν πειράζει», είπε ο Σμούελ.
«Και λυπάμαι που δεν καταφέραμε να παίξουμε, όταν όμως έρθεις στο Βερολίνο, θα το κάνουμε. Και θα σου γνωρίσω τους φίλους μου, τον... Οχ, πώς τους έλεγαν να δεις;» αναρωτήθηκε απογοητευμένος που δε θυμόταν τα ονόματα τους, γιατί ήταν οι τρεις κολλητοί του φίλοι για πάντα, μα να που είχαν διαγραφεί απ' τη μνήμη του.
Δεν μπορούσε να θυμηθεί κανενός το όνομα και δεν μπορούσε να φέρει στο νου του τα πρόσωπα τους.
«Τέλος πάντων», είπε κοιτάζοντας τον Σμούελ, «δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι πια οι κολλητοί μου φίλοι».

Κοίταξε κάτω κι έκανε κάτι που δεν ήταν του χαρακτήρα του: έπιασε το λεπτοκαμωμένο χέρι του Σμούελ και το έσφιξε γερά.


«Εσύ είσαι ο καλύτερος μου φίλος, Σμούελ», είπε. «Ο καλύτερός μου φίλος για πάντα».

Ο Σμούελ μπορεί να άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει κάτι, μα ο Μπρούνο δεν το άκουσε ποτέ, γιατί εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα βαρύ αγκομαχητό απ' όλους αυτούς που είχαν στριμωχτεί στο δωμάτιο, καθώς η μπροστινή πόρτα έκλεισε ξαφνικά και αντήχησε απ' έξω ένας δυνατός μεταλλικός ήχος.

Ο Μπρούνο ανασήκωσε τα φρύδια του μην μπορώντας να καταλάβει τι σήμαιναν όλα αυτά, υπέθεσε όμως πως είχαν να κάνουν με το να μην μπει η βροχή και να μην κρυολογήσει ο κόσμος.

Κι έπειτα το δωμάτιο έμεινε κατασκότεινο και κατά κάποιο τρόπο, παρά την αναταραχή που προκλήθηκε, ο Μπρούνο ανακάλυψε πως εξακολουθούσε να κρατάει γερά το χέρι του Σμούελ στο δικό του και τίποτα στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον πείσει να το αφήσει.



Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο  του Τζον Μπόιν, "Το Αγόρι με τη Ριγέ Πιτζάμα" , εκδόσεις Κέδρος 





Επίλογος


Ο Μπρούνο και ο Σμούελ δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν….
δεν πρόλαβε να χαραχτεί ο φόβος – ίδιος με του κυνηγημένου θηρίου στα μάτια τους,
να εγκατασταθεί και να παγώσει ο θυμός στο πρόωρα και βιασμένα ενήλικο βλέμμα τους,
να ποτιστεί με μίσος η ψυχή τους,
να πάρουν όπλα στα χέρια τους, να τα πυροδοτήσουν, να σκοτώσουν και να σκοτωθούν, θύματα και θύτες μαζί στο αέναο γαϊτανάκι της βίας, των φρικαλεοτήτων, της εκμετάλλευσης, της κακοποίησης.

Ο Μπρούνο και ο Σμούελ, που «ροκάνισε νωρίς τη μοίρα τους ο θάνατος», έφυγαν αθώοι, ανυποψίαστοι ως το τέλος, με ορθάνοιχτα και απορημένα μάτια και χέρια να κρατιούνται σφιχτά..

Ο Μπρούνο και ο Σμούελ από το «αστρικό» τους κρεβατάκι θα γελάνε μελαγχολικά, όσο τα άλλα «μελλοθάνατα» παιδιά ετούτου του παράλογου κόσμου, εγκλωβισμένα στις συμπληγάδες των δικών μας επιλογών θα  παίρνουν το «κεκανονισμένο δρομολόγιο», "άτρωτοι συνεχιστές της ανθρώπινης παραφροσύνης", παράπλευρη απώλεια της σύγχρονης ιστορίας μας.

Κι αν είναι κάτι να μείνει απ' αυτή την ιστορία ας μείνει η παιδική αθωότητα  και η φιλία, ως διαθέσεις ψυχής που ακόμα και ως αναμονή, αεί ερχόμενες κι ας μη φτάσουν ποτέ - κρατούν όρθιο το παρόν και το μέλλον. "Ό,τι κι αν πάθαμε, ό,τι κι αν τραβήξαμε ως τώρα στη ζωή, με κάθε νέο παιδί, με κάθε νέα φιλία μπορούμε να ξαναχτίσουμε τον κόσμο μας και τον Κόσμο." (Μ. Βαμβουνάκη)