Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Σαμαράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Σαμαράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

«Ένα λάθος - δυναμίτης που θα μας τινάξει στον αέρα...», Αντώνης Σαμαράκης, Το λάθος


Οι άνθρωποι δε χωρίζονται σ’ εκείνους που είναι με το Καθεστώς και σ’ εκείνους που δεν είναι .....

«
Πολύ πριν ξεκινήσω να το γράφω – το άρχισα το 1962 – µε βασάνιζε το πρόβληµα "ολοκληρωτισµός" (...) Ο ολοκληρωτισµός ήταν πάντα εδώ – και είναι και σήµερα, το 1996» έγραφε ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό του «1919 - », που κυκλοφόρησε το 1996. Αλλά τελικά δεν είναι το θέµα «ολοκληρωτισµός» που κάνει το βιβλίο τόσο µοντέρνο, έστω κι αν ο Σαµαράκης έβαλε µέσα τη δική του αυτοβιογραφική εµπειρία από τα ολοκληρωτικά συστήµατα που είχε ζήσει, τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου και την Κατοχή. «Το λάθος» είναι τελικά η διαρκής αναζήτηση της ελευθερίας, της «ενδόµυχης ελευθερίας», όπως έλεγε ο ίδιος ο Σαµαράκης, δηλαδή αυτής που έχει σχέση µε την ίδια την ανθρώπινη συνθήκη και την ανθρώπινη υπόσταση. 

Γραμμένο περίπου δύο χρόνια πριν από τη δικτατορία των συνταγµαταρχών, «Το λάθος» του Αντώνη Σαμαράκη έμελλε να αναγνωριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα αλληγορικά μυθιστορήματα σχετικά με τον ολοκληρωτισμό.

Ο Σαµαράκης κινήθηκε στην περιοχή των αρχετύπων, έτσι ώστε το µυθιστόρηµά του να µην έχει «εθνικά» χαρακτηριστικά. Η χώρα δεν κατονοµάζεται. Η εξουσία που την κυβερνά είναι «Το Καθεστώς». Η Μυστική Υπηρεσία Ασφαλείας της είναι η «Ειδική Υπηρεσία» και στρατηγείο της «Το Κεντρικό». Τα όργανά της είναι «ο προϊστάµενος», «ο ανακριτής» και «ο µάνατζερ» και το θύµα τους είναι «ο άνθρωπος του Καφέ Σπορ». «Το σχέδιο» είναι η µηχάνευση του καθεστώτος για να παγιδεύει τον άνθρωπο του Καφέ Σπορ. 

Στο τέλος ο άνθρωπος θριαµβεύει του µηχανισµού, όχι όµως χωρίς κόστος. Αυτό το τέλος δίνεται µυθιστορηµατικά από τον Σαµαράκη µέσα από µια καταπληκτική σκηνή κορύφωσης, τόσο λιτή, τόσο δραµατική και ταυτόχρονα µε τόσο χιούµορ. Και τι αίσθηση ρυθµού. 

Τελικά τίποτε δεν είναι τυχαίο. «Ο άνθρωπος του Καφέ Σπορ» στο βιβλίο έχει µορφή. Είναι ο ίδιος ο Αντώνης Σαµαράκης. Μια δική του φωτογραφία ταυτότητας, «ένα πρόσωπο εντελώς συνηθισµένο, από κείνα που συναντά κανείς χιλιάδες», γράφει ο ο συγγραφέας για τον ήρωά του. «Όταν το 1965 τελείωνα "Το λάθος", στη θέση του υπόπτου είπα να βάλω µια φωτογραφία από εφηµερίδα, να διαλέξω κάποιον που να δείχνει συνήθης ύποπτος... Τελικά βρήκα τη λύση: µια δική µου φωτογραφία όπου να δείχνω συνήθης ύποπτος». Ήταν µία φωτογραφία του 1951-52. Με γυαλιά και µουστάκι. 




«Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί»

Γέλασε και μου είπε, ενώ με κοίταζε κατευθείαν στα μάτια: 

«Είμαι ένας φιλήσυχος πολίτης»

Τότε ήτανε που άναψα: 

«Για το Καθεστώς "φιλήσυχος πολίτης" δεν σημαίνει τίποτα. Τίποτα! οι άνθρωποι χωρίζονται μόνο σ' εκείνους που είναι με το Καθεστώς και σ' εκείνους που δεν είναι.Για να είσαι εχθρός του Καθεστώτος, δε χρειάζεται να έχεις πράξει κάτι αντίθετο προς το Καθεστώς. Φτάνει να μην είσαι με το Καθεστώς, να μην έχεις να εμφανίσεις δράση θετική υπέρ του Καθεστώτος. Ναι, για το Καθεστώς ισχύει ο νόμος: «Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί»



Τίγρης είναι ο ποταμός που «όχι μόνο πνίγει αλλά και καταβροχθίζει».....

— Έλα προς το παράθυρο, μην κάνεις τον ακροβάτη, το ξέρω πως είσαι ένοχος, δεν είσαι ο «φιλήσυχος πολίτης» που έλεγες, τώρα μας το φανέρωσες ο ίδιος πως είσαι ένοχος, ομολόγησες πως είσαι ένοχος, προχώρησε λοιπόν προς το παράθυρο! του λέω και τον κοιτάζω κατευθείαν στα μάτια.[.....]

Δεν αντιδρά σε ό,τι του λέω, με κοιτάζει με το ίδιο χαμένο βλέμμα σα ν’ αντικρίζει όχι εμένα, κάποιον άλλον ή κάτι άλλο πέρ’ από μένα, μακριά στο βάθος του ορίζοντα, ενός ορίζοντα που δεν υπάρχει, πέρ’ από μένα είναι μόνον ο τοίχος που είναι η πόρτα του 717, σε λίγο θα χτυπήσει ο μάνατζερ, και τότε οι δυο μας, ο μάνατζερ κι εγώ, θα τον μπλοκάρουμε εκεί που πήγε και σκαρφάλωσε στη μαρκίζα, και θα τελειώσουν όλα πολύ άδοξα για τον κρατούμενο που ετόλμησε ν’ αποπειραθεί να δραπετεύσει, τον έχω ολοένα μπρος στα μάτια μου, στέκομαι στο παράθυρο με το πιστόλι στο χέρι, σκύβω λίγο έξω και του λέω :

— Τίγρης.

Την είπα αυτήν τη λέξη Τίγρης έτσι όπως αναπήδησε άξαφνα στη σκέψη μου, την είπα κατευθείαν και αυτοστιγμεί.

— Τίγρης, του είπα δεύτερη φορά, και με κοίταξε με βλέμμα ακόμα πιο πολύ χαμένο.
Τότε του λέω :

— Τίγρης, είναι ο μυστήριος ποταμός που τόση ώρα ψάχναμε οι δυο μας, το 4 καθέτως, ο ποταμός που «όχι μόνο πνίγει αλλά και καταβροχθίζει», τώρα δα μου ήρθε στο νου Τίγρης, το βρήκαμε επιτέλους!


Όχι, δεν μπορώ να τον παραδώσω.....

Και την ίδια στιγμή που του εξηγώ για το 4 καθέτως, την ίδια στιγμή που λέω και ξαναλέω Τίγρης, γίνεται μια καθίζηση μέσα μου, αισθάνομαι να βουλιάζω, να καταρρέω, η μικρή αυτή λέξη Τίγρης, που την είπα εντελώς αθώος και ανυποψίαστος για τα επακόλουθα που θα είχε, είναι δεμένη η λέξη με ολόκληρο το Σχέδιο του οποίου είμαι ο δράστης, είναι δεμένη με το θέατρο που εγώ έπαιξα εις βάρος του, η λέξη Τίγρης είναι η άκρη από ένα κουβάρι σπάγγο που την ετράβηξα και το κουβάρι περιστρέφεται, είναι σαν την άκρη από το μαντίλι που τραβάει από το ημίψηλό του ο ταχυδακτυλουργός κι από την άκρη τούτη αρχίζει να βγάζει συνέχεια, δεμένα το ένα με τ’ άλλο, πλήθος μαντίλια πολύχρωμα, μόλις είπα Τίγρης σα να φωτίστηκαν μ’ ένα φως αλλιώτικο όλα κείνα τα καθέκαστα που εγώ κι αυτός είχαμε ζήσει από το πρωί σήμερα, 7 η ώρα, που ξεκινήσαμε από το εσωτερικό προαύλιο της Ειδικής Υπηρεσίας, δεν μπορώ να τον παραδώσω, όχι, δεν μπορώ, αν δεν είχε περάσει το παράθυρο και γαντζωθεί στη μαρκίζα, αν δεν είχε την τελευταία στιγμή κάνει το πήδημα - ομολογία, αν δεν ένιωθα πως είναι ένοχος, αν όλα εξακολουθούσαν όπως ως την ώρα που σχηματίστηκε ρεύμα και φράκαρε ή πόρτα της τουαλέτας, τότε δε θα είχε ίσως γίνει μέσα μου η κατάρρευση, το ρήγμα, τώρα όμως το ξέρω πως είναι ένοχος, ο ίδιος μου έδωσε την απόδειξη της ενοχής του, εγώ είμαι που τον κατάφερα να σπάσει και να προσφέρει από μόνος του το δεδομένο που δεν το είχαμε και πιθανότατα δεν επρόκειτο να το έχουμε ως το τέλος, την ομολογία πως είναι ένοχος, το θέατρο που έπαιξα τόσες ώρες έφερε αποτέλεσμα, δεν μπορώ να τον παραδώσω, η ομολογία του είναι που μ’ εμποδίζει να τον παραδώσω, εγώ είμαι που τον έκανα να ομολογήσει, εγώ πού υποκρίθηκα πως έχω αισθήματα, πως έχω φιλική διάθεση, πως είμαι ένας άνθρωπος με καρδιά, εγώ που εφόρεσα προσωπείο ανθρώπου, που έπαιξα ρόλο ανθρώπου, τώρα όμως ανακαλύπτω πως δεν έπαιξα απλώς ρόλο ανθρώπου, ανακαλύπτω πως διασώζεται κάτι ανθρώπινο μέσα μου, δεν μπορώ να τον παραδώσω, τον βλέπω να στέκεται αντίκρυ μου και είναι σα να συνεχίζουμε ακόμα τη βόλτα μας στην πόλη, εμείς οι δυο, το Σχέδιο δούλεψε με ακρίβεια χρονομέτρου, έβαλα όλη μου τη δύναμη για να επιτύχει το Σχέδιο, αυτό το τέλειο Σχέδιο, δεν μπορώ να τον παραδώσω, ήμαστε παρέα οι δυο μας, είμαστε παρέα οι δυο μας, [….] μία μία έρχονται μπροστά μου οι εικόνες από τη βόλτα μας στην πόλη, το ξύρισμα στην «Ειλικρίνεια», η πρώτη περιπλάνηση, οι βιτρίνες που χαζέψαμε, η σύγκρουση που είδαμε ανάμεσα στους περιέργους, το «Καφέ Η Πρόοδος», οι δυο κοπέλες, η εξόρμηση στην πλαζ, οι πέτρες που ρίξαμε στη θάλασσα ποιος θα κάνει τα πιο πολλά γκελ, το ποδόσφαιρο με την ομάδα τα παιδιά, το λούνα - παρκ, «Το Σπίτι του Μυστηρίου», η περιπέτειά μας στο «Σπίτι του Μυστηρίου», η επιστροφή στο «Μέγα Εθνικόν», το λάδι φαγητού και το μπαμπάκι και η καρφίτσα και που έσκυψα να του βγάλω ένα ένα τ’ αγκάθια του αχινού, το σταυρόλεξο, το 4 καθέτως, Τίγρης είναι ο ποταμός που «όχι μόνο πνίγει αλλά και καταβροχθίζει», όχι, δεν μπορώ να τον παραδώσω.

...εγώ που εφόρεσα προσωπείο ανθρώπου, που έπαιξα ρόλο ανθρώπου.....
Anima Obscura , Photography by Aurelio Monge

Φύγε.......

— Φύγε! του λέω και τον κοιτάζω κατευθείαν στα μάτια.

Δε μου λέει τίποτα ούτε και που κάνει να φύγει.

— Φύγε! του λέω και τον απειλώ με το περίστροφο.

Εξακολουθεί να με βλέπει.

— Φύγε! του λέω τρίτη φορά.

Δεν προχωράει, μένει ακίνητος, ο μάνατζερ θα εμφανιστεί όπου να ’ναι.

— Φύγε! του λέω.

Το Σχέδιο δούλεψε άριστα, μόνο που γύρισε άξαφνα και δάγκωσε εμένα τον ίδιο, το Σχέδιο είναι ο σκορπιός που αυτοθανατώνεται.

— Φύγε! του λέω.

Και σκύβω και τον σημαδεύω, ένα τραίνο σφυρίζει βραχνιασμένο, έρχεται ή ξεκινάει, η βροχή πιάνει και πέφτει επίμονη, τον βλέπω μέσ’ από τη βροχή, τον βλέπω να διαλύεται στη βροχή, όχι, δε διαλύεται, στη μαρκίζα είναι.

— Φύγε! Φύγε τώρα, ειδάλλως θα σου ρίξω! διατάζω, ικετεύω.

Δεν έχουμε άλλα περιθώρια, να, ο μάνατζερ χτυπάει κιόλας την πόρτα, χτυπάει και χτυπάει, εγώ δεν ανοίγω την πόρτα.

— Φύγε!

Δεν υπακούει, η βροχή τον περιχύνει ολοένα, δεν μπορώ να τον παραδώσω, ο μάνατζερ χτυπάει δυνατά, πολύ δυνατά, με το σώμα του πέφτει πάνω στην πόρτα, η πόρτα αντέχει.

— Φύγε!

Ο μάνατζερ πυροβολεί την κλειδαριά, η πόρτα υποχωρεί, ο μάνατζερ μπαίνει στο δωμάτιο, στέκεται ένα δευτερόλεπτο στο κατώφλι, το περίστροφο στο χέρι.

— Φύγε!



....ένα «τέλειο έγκλημα» που δεν είναι «τέλειο»....

Δεν μπορώ να τον παραδώσω, το Σχέδιο, το τέλειο Σχέδιο είναι σαν ένα «τέλειο έγκλημα» που δεν είναι «τέλειο», όλα τα είχαμε προβλέψει με κάθε λεπτομέρεια, όλα τα είχαμε υπολογίσει με μαθηματική ακρίβεια, όλα τα είχαμε αριστοτεχνικά εκτελέσει, όμως έγινε ένα λάθος, ένα λάθος και δεν προφταίνω αυτήν τη στιγμή να σκεφτώ περισσότερα, ο μάνατζερ μου καρφώνει τη ματιά του, δεν πιστεύει ό,τι βλέπει, ό,τι ακούει, εγώ, ο ανακριτής της Ειδικής Υπηρεσίας, ο έμπιστος του Καθεστώτος, ο φανατικός του Καθεστώτος, εγώ είμαι που λέω στον κρατούμενο Φύγε ! και προσπαθώ να τον κάνω να δραπετεύσει, ο μάνατζερ βέβαια δεν υποψιάζεται τι συνέβη μέσα μου, το Καθεστώς δεν είναι πια σε πρώτο πλάνο στη συνείδησή μου, στην καρδιά μου, ο άνθρωπος στη μαρκίζα είναι σε πρώτο πλάνο, εγώ και ο άνθρωπος της μαρκίζας είμαστε παρέα, μια βόλτα οι δυο μας στην πόλη, μια βόλτα οι δυο μας στη ζωή, δεμένοι ο ένας με τον άλλον με κάτι που δεν το είχαμε στην Ειδική Υπηρεσία προϋπολογίσει, στο Σχέδιο υπάρχει ένα λάθος, στο Καθεστώς υπάρχει ένα λάθος, όχι, οι άνθρωποι δε χωρίζονται σ’ εκείνους που είναι με το Καθεστώς και σ’ εκείνους που δεν είναι με το Καθεστώς, ένα λάθος, κρίσιμο λάθος έχουμε κάνει, το Καθεστώς είναι διάτρητο από το ένα τούτο λάθος, ένα λάθος - δυναμίτη που θα μας τινάξει στον αέρα, δεν μπορώ να τον παραδώσω, είμαι σε θέση να ξέρω τι με περιμένει, όμως δε θα τον παραδώσω, δε θα τον προδώσω τον άλλον αυτόν άνθρωπο που με κοιτάζει από τρία μέτρα απόσταση, γαντζωμένος στη μαρκίζα, γαντζωμένος πάνω μου, ένα λάθος κυκλοφορεί παράνομα σε ό,τι θεωρούσαμε σίγουρο και απαρασάλευτο, ένα λάθος είναι κάπου εδώ γύρω μας, μέσα μας, ένα λάθος

— Φύγε!



...εγώ και ο άνθρωπος της μαρκίζας είμαστε παρέα.....

...εκεί που ένας κόκκος ανθρωπιάς αρκεί για να βραχυκυκλώσει την αμείλικτη τελειότητα του καθεστωτικού Σχεδίου.....

Βλέπει το μάνατζερ να σημαδεύει με το πιστόλι του τον ανακριτή, βλέπει το μάνατζερ να προχωράει από την πόρτα προς τον ανακριτή απειλητικός και δισταχτικός μαζί και με τα μάτια και το περίστροφο καρφωμένα στον ανακριτή, βλέπει τον ανακριτή από τη μια να στρέφει το πιστόλι του καταπάνω στο μάνατζερ, έτοιμος να του ρίξει για να του κλείσει το δρόμο προς το παράθυρο, κι από την άλλη να κοιτάζει αυτόν στη μαρκίζα και να του λέει ακόμα μια φορά Φύγε! και τώρα βλέπει το μάνατζερ, που σα να βεβαιώθηκε επιτέλους για ό,τι συμβαίνει, πυροβολεί τον ανακριτή και τον χτυπάει στο δεξί χέρι, το πιστόλι του ανακριτή πέφτει στο πάτωμα, το αίμα αναπηδά, τώρα μόνο που ο ανακριτής διπλώνεται και παραπατάει, τώρα μόνο αισθάνεται πως δεν ήτανε κόλπο το Φύγε ! που τόση ώρα του έλεγε, δεν ήτανε κόλπο, δεν ήτανε παγίδα, τώρα μόνο αισθάνεται πως ήτανε αληθινό το Φύγε! και τώρα μόνο τον ωθεί ένα ένστικτο να τρέξει πλάι στον ανακριτή, να τον πιάσει μες στα χέρια του, να του σταθεί φίλος, να του σταθεί με τη σειρά του φίλος, κάνει ένα βήμα στη μαρκίζα προς το παράθυρο, κάνει άλλο ένα βήμα, ο μάνατζερ στέκεται και τους έχει και τους δυο μπροστά στην κάνη του πιστολιού του, η βροχή πέφτει συνέχεια, η μαρκίζα γλιστράει, κάνει να κρατηθεί από τον τοίχο αλλά η μαρκίζα γλιστράει, γλιστράει, μόλις που προφταίνει να δει την εσωτερική αυλή να ’ρχεται καταπάνω του, την εσωτερική αυλή με τις μεγάλες τετράγωνες πλάκες σαν ένα σταυρόλεξο με οριζοντίως και καθέτως.


Αντώνη Σαμαράκη, Το λάθος, εκδόσεις Ελευθερουδάκη






Από το βιβλίο στην ταινία....

Με βάση το μυθιστόρημα γυρίστηκε το 1975 ταινία στη Γαλλία από τους Jean-Claude Carrière και Peter Fleischmann, με τον τίτλο La faille.( Μουσική: Ennio Morricone). Παρά τους λαμπρούς συντελεστές η ταινία δεν ευτύχησε καλλιτεχνικά. Εμπορικά πήγε καλύτερα.

Η ιστορία αρχίζει μ’ ένα αφηγητή, ο οποίος είναι μέλος μιας ομάδας πρακτόρων, που δουλεύουν για μια Ειδική Υπηρεσία. Από ένα έγγραφο μαθαίνουμε πως τέσσερις ύποπτοι που πιάστηκαν για τη μεταφορά προκηρύξεων κατά του καθεστώτος ομολόγησαν την ενοχή τους. Σε μια καινούργια υπόθεση που ονομάζεται «Υπόθεση Καφέ Σπορ» τα πράγματα περιπλέκονται. 

Από τους δύο συλληφθέντες ως μέλη αντικαθεστωτικής οργάνωσης, ο ένας αυτοκτονεί και ο άλλος ανακρίνεται από ένα σκληρό άντρα, αλλά δεν ομολογεί ούτε δίνει κανένα στοιχείο για τους συντρόφους του. Αυτό όμως δεν πτοεί τον ανακριτή, ο οποίος διατυπώνει μια καφκική φράση, «Δεν μπόρεσε ν’ αποδείξει πως είναι με το καθεστώς, όχι. Άρα είναι εναντίον».

Michel Piccoli (Investigator), Ugo Tognazzi (Georgis), Mario Adorf (Manager)

«Από την πρώτη στιγμή μας δίνει την εντύπωση πως είναι γραμμένο σύμφωνα με τις απαιτήσεις ενός κινηματογραφικού σεναρίου. Η δράση του αρχίζει με ένα αυτοκίνητο στο πρώτο πλάνο που τρέχει πρωί με ταχύτητα 110 χιλιομέτρων, σε μια πλατιά εθνική λεωφόρο. Δυο πράκτορες της μυστικής υπηρεσίας για την ασφάλεια του καθεστώτος και ένας ύποπτος, κρατούμενος, κατευθύνονται στο λιμάνι απ’ όπου με το φέρι μποτ θα περάσουν στην πρωτεύουσα».

Μ.Γ. Μερακλής, «Άτομα και καθεστώτα», περιοδικό Εποχές, Μάρτιος 1967




Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Αντώνης Σαμαράκης, Ζητείται Ελπίς


Η συγκεκριμένη εκπομπή είναι αφιερωμένη στον ΑΝΤΩΝΗ ΣΑΜΑΡΑΚΗ, στον πεζογράφο της μεταπολεμικής γενιάς, το έργο του οποίου γνώρισε διεθνή αναγνώριση. Ο ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ θυμάται την συνέντευξη που είχε πάρει από τον συγγραφέα, στο πλαίσιο της σειράς «Πορτραίτο της Πέμπτης» (1977). 



Στην εκπομπή εκείνη ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ πλαισιώνεται από δέκα μαθητές Γυμνασίου, οι οποίοι δίνουν τη δική τους εικόνα για τον λογοτέχνη. Η συζήτηση επικεντρώνεται στα έργα του ΣΑΜΑΡΑΚΗ «Ζητείται ελπίς», «Σήμα κινδύνου», «Αρνούμαι», «Διαβατήριο», καθώς και «Το λάθος», ενώ προβάλλονται και πλάνα της γαλλικής κινηματογραφικής μεταφοράς αυτού του βιβλίου. 

Επιδιώκοντας να προβάλλει άγνωστες πτυχές της ζωής του συγγραφέα, ο ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ αναφέρεται στην παλαιότερη φιλοδοξία του Σαμαράκη να ασχοληθεί με το θέατρο, και ακούγεται ηχογραφημένο μήνυμα στο οποίο ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ κάνει λόγο για το συγκεκριμένο γεγονός, εκφράζοντας παράλληλα και τις ευχαριστίες του για αυτά που του χρωστά το Θέατρο Τέχνης. Η συνέντευξη διανθίζεται με αποσπάσματα από τα έργα του ΑΝΤΩΝΗ ΣΑΜΑΡΑΚΗ «Μια κάποια περίπτωση», «Το διαβατήριο», καθώς και το παιδικό ποίημα «Το μολυβένιο στρατιωτάκι», τα οποία διαβάζει η ΝΙΚΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ. 

Στον επίλογο της εκπομπής ο ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ απαντά σε ερώτημα σχετικά με το ρόλο του λογοτέχνη στην κοινωνία, και απευθύνει, κλείνοντας, ένα μήνυμα προς τη νέα γενιά.

[Από το αρχείο της ΕΡΤ]


" Είχε μια διαρκή εφηβεία και στη ζωή του και στα γραπτά του" 

Η πορεία του Αντώνη Σαμαράκη

Γεννημένος στην Αθήνα στις 16 Αυγούστου του 1919, ο Αντώνης Σαμαράκης σπούδασε νομικά από το 1937 ως το 1941, ενώ από το 1935 ως το 1963 εργάστηκε στο Υπουργείο Εργασίας, θέση από την οποία παραιτήθηκε με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά και στην οποία επέστρεψε το 1945 ως το 1963.

Αντιστασιακή δράση ανέπτυξε και κατά τη δικτατορία. Στη Μεταπολίτευση δημοσίευσε πολλά κείμενα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου.

Την περίοδο 1968-1969 ηγήθηκε αποστολής εμπειρογνωμοσύνης στις χώρες της Αφρικής μετά από ανάθεση της Διεθνούς Ομάδας Εργασίας.

Ως εκπρόσωπος της Ουνέσκο ταξίδεψε στην Αιθιοπία και δραστηριοποιήθηκε με άρθρα του για τη διεθνή κινητοποίηση υπέρ της επίλυσης των προβλημάτων των κατοίκων της χώρας.


Το 1954 εκδόθηκε η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Ζητείται ελπίς». Ακολούθησαν πέντε ακόμη βιβλία του, τα οποία γνώρισαν πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. 

Ο Αντώνης Σαμαράκης έφυγε από τη ζωή στις 8 Αυγούστου του 2003. Σύμφωνα με επιθυμία του, το σώμα του δωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για έρευνες των φοιτητώv της Ιατρικής.

Μυθιστορήματα

Σήμα κινδύνου (1959), Το λάθος (1965), Εν ονόματι (1998), 

Διηγήματα

Ζητείται ελπίς(1954), Αρνούμαι (1961), Το διαβατήριο (1973), Η κόντρα (1992), Αυτοβιογραφία 1919- (1996) , Γραφείον ιδεών (1962)

[Πηγή: el.wikipedia.]


Στιγμιότυπο μετά από συνέντευξη τύπου για τη διοργάνωση τηλεμαραθωνίου
της UNICEF, αγκαλιά με προσκαλεσμένα παιδιά από την Κολομβία.


Α. Σαμαράκης, πεζογράφος της κοινωνικής συνείδησης

Ο Σαμαράκης έταξε ευθύς εξ αρχής ορισμένους στόχους, και στα είκοσι χρόνια της πεζογραφικής σταδιοδρομίας του δεν απίστησε ποτέ σ’ αυτούς· ίσα-ίσα τους εμπλούτισε, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται σήμερα σαν σταυροφόρος που έχει πάρει όρκο να χτυπάει μέχρι τελευταίας πνοής του τους μισητούς εχθρούς του ανθρώπου και της ανθρωπιάς. Και είναι οι εχθροί αυτοί οι κάθε πόλεμος, ο πυρηνικός πόλεμος, ο ολοκληρωτισμός, η εκμηδένιση του αδύναμου μοναχικού ατόμου μέσα στους τερατικούς μηχανισμούς της εποχής μας. 

Από την πλευρά της τεχνικής βασίζεται απαρέγκλιτα σε κάποιο εύρημα ή συρροή ευρημάτων που εντυπωσιάζουν. Από την πλευρά του τρόπου με τον οποίο εκφράζει την αντίθεσή του σε όσα καταγγέλλει, προσφεύγει πάντα στη χειρονομία. Οι ήρωες των διηγημάτων και των μυθιστορημάτων του προβαίνουν σε κάποια χειρονομία: ξεριζώνουν ένα δέντρο, καταστρέφουν μια εφεύρεσή τους, φυγαδεύουν εκείνον που συλλάβανε, σκοτώνουν ένα παιδάκι που παίζει τον πόλεμο κ.ο.κ.

Δεν είναι, λοιπόν, άστοχο αν ονομάσουμε τον Σαμαράκη πεζογράφο της κοινωνικής συνείδησης. Και για να εκδηλώσει την εξανάστασή του ή για να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου συχνά χρησιμοποιεί την ειρωνεία και το χιούμορ. Όπλο από τα πιο αποτελεσματικά.


" Όσο υπάρχουν άνθρωποι ανήσυχοι στον κόσμο μας, όσο υπάρχει ανησυχία
 στον κόσμο μας , υπάρχει ελπίδα"  Αντώνης Σαμαράκης (Σήμα Κινδύνου )


H επιτυχία του Σαμαράκη οφείλεται, εκτός των άλλων, και στην εύστοχη επιλογή των ηρώων του: απλοί, καθημερινοί άνθρωποι - «κανένα από τα πρόσωπα του Σαμαράκη δεν ανήκει στους ισχυρούς», παρατηρεί στο δοκίμιό του για το συγγραφέα ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, στο περιοδικό «Γιατί». Με τους ήρωές του αυτούς ο Σαμαράκης διαλέγεται ισότιμα, πλάι - πλάι, και όχι απέναντι ή από καθέδρας. 

H γραφή του Σαμαράκη είναι άμεσα «καταναλώσιμη». «Τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του Σαμαράκη αντιπροσωπεύουν το σύγχρονο άνθρωπο που συνθλίβεται από τους μηχανισμούς του κράτους και την αδιαφορία».  Ως πολίτης και δημόσιο πρόσωπο έχει οξυμμένη συνείδηση της κοινωνικής του αποστολής. 

Ο Σαμαράκης δεν παύει ποτέ να υψώνει στεντόρεια τη φωνή του κατά των παντοειδών παρεμβάσεων των εξουσιαστικών μηχανισμών. H σχέση του ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με τις εχθρικές εξουσίες και τις ολοκληρωτικές υπό κοινοβουλευτικό μανδύα, είναι ένας σταθερός θεματικός άξονας του Σαμαράκη. O Αντώνης Σαμαράκης πιστεύει ότι «ο συγγραφέας οφείλει να είναι η φωνή αυτών που δεν έχουν φωνή». Συνομιλώντας με το Βασίλη Λεβαντίδη, απαντά στη σχετική ερώτηση ως εξής: 

Ποια είναι η υποχρέωση του συγγραφέα; 

Να είναι παρών! Να είναι η φωνή εκείνων που δεν έχουν φωνή, των καταπιεσμένων, των ταπεινωμένων και καταφρονεμένων, των φυλακισμένων, των φορέων του AIDS που τους κλείνουμε σε γκέτο και δεν τους θέλουμε ενώ δεν μεταδίδεται έτσι απλά το AIDS. 

Των  απεξαρτημένων παιδιών που με αγώνα απεξαρτήθηκαν από τα ναρκωτικά και όμως δεν τους θέλουμε και δεν τους δίνουμε δουλειά και δεν τους βρίσκουμε δουλειά και δεν  τους δεχόμαστε, των ρομά, δηλαδή των τσιγγάνων που ζουν σε γκέτο. Δεν είναι  παραδεκτή η γκετοποίηση της Ελλάδας.




Ο ανθρωπισμός του Α. Σαμαράκη

[…] Ο άνθρωπος του Σαμαράκη αγωνίζεται για την ελευθερία του, προσπαθώντας με κάθε τρόπο (με τη φιλία, τον έρωτα, την αγάπη, την πίστη) να διατηρήσει τη διανοητική ισορροπία κα την ηθική ακεραιότητά του. Παράλληλα, πίσω από το κατακερματισμένο κοινωνικό σκηνικό, οι χαρακτήρες του διατηρούν μιαν εσωτερική πληρότητα, μιαν αίσθηση εσωτερικής αυτάρκειας, που αγωνίζεται μόνη —και για τούτο αδέσμευτη— εναντίον των κοινωνικών συμβάσεων και γενικότερα εναντίον του ανθρώπινου παραλογισμού.

Εδώ ήταν το επίκεντρο της ανησυχίας μου: η ανησυχία για την ελευθερία. Γιατί οι λογής λογής φόβοι που κυριαρχούν στον κόσμο μας, και προ παντός οι δυο βασικοί φόβοι, ο φόβος του πολέμου και ο φόβος της πείνας, τελικό αποτέλεσμα έχουν να προδίνουμε την ελευθερία, την ανάγκη για ελευθερία που μας είναι έμφυτη. Και σιγά σιγά, θά ’ρθουν οι κατοπινές γενιές που δε θα αισθάνονται τίποτα στη λέξη «ελευθερία» Γιατί θα νεκρωθεί το ένστικτο της ελευθερίας με την διαρκή υποταγή στο φόβο του πολέμου και στο φόβο της πείνας. […]

 Στηριγμένος στη θεμελιώδη αυτή ανησυχία ως βασική βιοθεωρητική προϋπόθεση του έργου του, ο Σαμαράκης οδηγεί τον αναγνώστη του στον χώρο μιας αποφασιστικά απελευθερωμένης σκέψης, μιας επίμονα ελεύθερης ατομικότητας, όπου κυριαρχούν οι αξίες ενός διαχρονικού ανθρωπισμού και η βαθειά πίστη στη μελλοντική εξέλιξη του ανθρώπου. […]





Περί εξουσιών και ελπίδας...

Έχετε δηλώσει ότι  οι εξουσίες έχουν την τάση να ξεχνούν το ανθρώπινο παράδειγμα. 

Ε αυτό είναι! Μα αυτό είναι το λάθος τους. 
Ενώ είναι πάνοπλες, πανίσχυρες, τον ανθρώπινο  παράγοντα τον ξεχνούν. Όποτε έπεσε μια δικτατορία, μία χούντα, ένα τυραννικό  καθεστώς, ο ανθρώπινος παράγων ήταν που τον γκρέμισε. 
Ο ανθρώπινος παράγων τον οποίο ξεχνούν. Θα είδατε και πρόσφατα, στις χώρες εκείνες που έχουν καθεστώτα  τυραννικά πως βούλιαξαν σαν να ήταν από χαρτάκι. 

Οι κοινωνικές  ανισότητες φαίνεται ότι μεγαλώνουν ολοένα και περισσότερο… 

Πολύ καλά τα λέτε. Ας αρχίσουμε πάλι από την ελπίδα. 

Η ελπίδα, που θα έπρεπε να είναι ένα αγαθό σε  κοινή χρήση ελεύθερο, είναι ένα αγαθό εν ανεπάρκεια αλλά και εν ελλείψει. Και  βέβαια εμείς παλιά λέγαμε γενικά στο σχολείο « dum spiro  spero », όσο αναπνέω ελπίζω.
 Αλλά στην Αθήνα, με την μόλυνση του  περιβάλλοντος, όσο αναπνέεις δεν ελπίζεις γιατί μπαίνει και η μόλυνση. Αλλά και στη Θεσσαλονίκη, σήμερα διάβαζα στις εφημερίδες, στον «Αγγελιοφόρο» ότι  έχετε μία σημαντική μόλυνση, ένα νέφος. Και πάλι δεν ελπίζεις λοιπόν. 

Εδώ  χρειάζεται αγώνας ατομικός και συλλογικός για να βρεθεί αυτή η ελπίδα. 



Και οι νέοι; κι ο έρωτας; 

O Αντώνης Σαμαράκης υπήρξε και παραμένει ένας απότους πιο αγαπημένους συγγραφείς των νιάτων που πάντα θα διψούν και θα ZHTANE ΕΛΠΙΔΑ και θα APNOYNTAI τον κόσμο ως έχει, όπως ο ίδιος που υπήρξε η άγρυπνη συνείδηση της ταραγμένης εποχής του (1954-1973), εξεγερμένη στις παντοειδείς ορατές και αόρατες εξουσίες, στρατευμένη σ' έναν μαχόμενο ανθρωπισμό, ταγμένη «φυλάττειν Θερμοπύλας». (Γιάννης Κουβαράς «H AYΓH»)

Θα λέγατε κάτι σε έναν νέο - κοιτώντας τον στα μάτια - έναν νέο που κάνει δειλά – δειλά, τα πρώτα του βήματα στη ζωή;

Ναι, ναι στα μάτια όσο μπορώ γιατί δεν έχουμε δικαίωμα να κοιτάμε στα μάτια τα παιδιά σήμερα, είμαστε ένοχοι. Είμαστε ένοχοι, εμείς οι μεγάλοι, στα χρόνια και στα αξιώματα.


Και μπροστά στα μάτια ενός παιδιού πρέπει να σκύβουμε με συντριβή το κεφάλι. Αν μπορούσα κάπως να το κοιτάξω θα του έλεγα, σε παρακαλώ  να αγωνιστείς, γιατί τίποτα δεν γίνεται χωρίς αγώνα, να μείνεις έτσι όπως είσαι σήμερα, στα φυσικά σου χρώματα αυθόρμητος, ειλικρινής χωρίς υποκρισίες σε όλους  τους τομείς, να είσαι πάντα ο εαυτός σου.


Κι εγώ κάνω τη διάκριση μεταξύ της θαυμάσιας νέας  γενιάς που έχουμε σήμερα και εμάς. Εμείς οι μεγάλοι κάνουμε αυστηρά κριτική άδικη και  βλακώδη και γελοία. Διότι εμείς λέμε "η νεολαία σήμερα"

Ποια νεολαία σήμερα; Η νεολαία είναι θαυμάσια, εμείς δεν είμαστε άξιοι της νεολαίας. Λέγαμε η αγνή  ελληνική επαρχία και εγώ είμαι από επαρχία και οι ρεματιές ήταν γεμάτες με εξώγαμα πνιγμένα και η αιμομιξία σύννεφο. 



Σήμερα οι σχέσεις των δύο φύλων είναι  ειλικρινείς, απλές. Εγώ είδα στην Καλαμαριά προχθές, το βλέπω και στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις τη νύχτα μέσα... ένα αγόρι και ένα κορίτσι  αγκαλιασμένα. Η εικόνα της ομορφιάς, της αλήθειας και της ζωής. 



Και παίρνω κουράγιο, αισιοδοξία, όπως παίρνω κουράγιο από τα φορτηγά που γράφουν πίσω 

«Έχει  ο Θεός». 

Εντάξει, έχει ο Θεός αλλά ως πότε θα έχει;

Μήπως απελπίστηκε και αυτός;
Θα του έλεγα λοιπόν κι αυτό: 


«Να μείνεις όπως είσαι παιδί μου, να αγωνιστείς να μείνεις όπως είσαι»! 




Η έκδοση της συλλογής διηγημάτων «Ζητείται ελπίς»


Το ’53 είχα διάφορες σκέψεις, αμφιβολίες, ερωτηματικά, προβληματισμούς, ιδέες που δεν μπορούσαν να γίνουν ποιήματα. Έτσι έγραψα μια πρώτη σειρά διηγημάτων που τα συγκέντρωσα στο πρώτο μου βιβλίο «Ζητείται ελπίς». 

Το τύπωσα μόνος μου με χίλια βάσανα, με τα δικά μου βέβαια έξοδα, με υπερωρίες και ξενύχτια. Τύπωσα 50 αντίτυπα και γυρνούσα από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο, όχι για να το αγοράσουν. Δωρεάν τους το έδινα, να το βάλουν στην αποθήκη τους. Πλήρης αδιαφορία. Ήμουν ένας άγνωστος, φτωχοντυμένος δημόσιος υπάλληλος της δεκάρας. 

Φτάνω στο Σύνταγμα και κάθομαι σ’ ένα καφενεδάκι. Δίπλα μου εργάτες, άνθρωποι της δουλειάς και του πόνου. Μ’ έπιασαν λυγμοί. Έκλαιγα σα μικρό παιδί. Με κοιτούσαν με αγάπη και ενδιαφέρον, όπως οι απλοί άνθρωποι του λαού ξέρουν και όχι βέβαια οι διανοούμενοι, οι πολυπράγμονες. Τότε, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω πώς, πήρα το αντίτυπο του βιβλίου και το αφιέρωσα στον εαυτό μου «Στον Αντώνη. Κουράγιο. Αντώνης» και έβαλα τη χρονολογία. 


[Από συνέντευξη του Α. Σαμαράκη το 1990]



Το διήγημα "Ζητείται Ελπίς"
Ερμηνευτική προσέγγιση


Η διάψευση των ελπίδων με το τέλος του Β΄Παγκοσμίου πολέμου
  • Αβεβαιότητα ψυχρού πολέμου, φόβος για έκρηξη νέου πολέμου, τοπικές εστίες συγκρούσεων, πυρηνικές δοκιμές, εύθραυστη ειρήνη
  • Ιδεολογική σύγχυση, κοινωνική αθλιότητα, φτώχεια, ισοπεδωτική κοινωνική αλλοτρίωση, συλλογική αδιαφορία, υπαρξιακά άγχη, ανατροπή πνευματικής και ψυχικής ισορροπίας, προσωπική απόγνωση
Hiroshima after the atomic bomb | Alfred Eisenstaedt
Hiroshima after the atomic bomb, Alfred Eisenstaedt

Χαρακτηρισμός του κεντρικού ήρωα

Ο ήρωας είναι ένας κύριος που συνηθίζει να διαβάζει εφημερίδα καθημερινά, να παρατηρεί τη ζωή γύρω του και να γράφει διηγήματα για να εκφραστεί. Είναι πνεύμα ανήσυχο, κριτικό, με ενδιαφέρον για τα προβλήματα της εποχής του. Είναι ένας πρώην πολεμιστής που είχε αγωνιστεί διακινδυνεύοντας τη ζωή του για τα ιδανικά του στα οποία τότε πίστευε. Τη γεμάτη πάθος τότε πίστη, διαδέχθηκε η απογοήτευση και η διάψευση. Είναι ευαίσθητος γιατί λυπάται βαθιά για τη χρεοκοπία των ιδεολογιών και των αξιών. Είναι ένας ιδεαλιστής που τώρα πια είναι δυστυχισμένος γιατί δεν έχει πού να πιστέψει. 

Αγαπά τους ανθρώπους, θέλει να επικοινωνήσει μαζί τους, φοβάται όμως μήπως παρεξηγήσουν την αγωνία του για το μέλλον της ανθρωπότητας, τη μανία του να ζητά το καλύτερο, το ρομαντισμό του. 

Την ανησυχία του τη διοχετεύει στα γραπτά του, τα οποία ωστόσο δεν εκδίδει φοβούμενος τη δογματική κριτική και τον στερεοτυπικό πολιτικό χαρακτηρισμό αριστερός ή δεξιός. Ξαφνικά αποφασίζει να εκφράσει την υπαρξιακή ανάγκη του δημοσιεύοντας την αγγελία "Ζητείται ελπίς". Η βιασύνη του δηλώνει την προσπάθεια του ήρωα να βρει ένα σύνδεσμο με τη ζωή γύρω του, έξοδο από τη βασανιστική μοναξιά του, αντίδραση στη συνθηκολόγηση την παθητικότητα και τον εφησυχασμό, διασώζοντας έτσι μια χαραμάδα ελπίδας, την πίστη στον άνθρωπο.





Οι εκφράσεις της καθαρεύουσας και η λειτουργία τους – η γλώσσα και το ύφος του συγγραφέα

  • Ειρωνική αποτύπωση της διγλωσσίας της εποχής του 50 – επίσημη γλώσσα, αποκλειστικά γραπτή, επιβεβλημένη από τα συντηρητικά καθεστώτα της εποχής στην εκπαίδευση, επιστήμη, διοίκηση, νομοθεσία, τύπο. 
  • Η σκόπιμη ενσωμάτωση στοιχείων της καθαρεύουσας (Μικρές Αγγελίες, τίτλοι ειδήσεων), πλάι σε νεότερους φτιαχτούς τύπους (ευμορφιάς), τύπους της δημοτικής και ξενικές ή ελληνοποιημένες λέξεις, σαρκάζει την αλλοτρίωση και τον μιμητισμό της άρχουσας κυρίως τάξης, αλλά και τη γενικότερη σύγχυση, αποπροσανατολισμό και απώλεια ταυτότητας της σύγχρονης εποχής.
  • Η γλώσσα του συγγραφέα είναι απλή, ανεπιτήδευτη δημοτική, άμεση, πυκνή και ουσιαστική, αποφεύγει κάθε λογοτεχνικό στολίδι, θυμίζοντας τη γλώσσα της καθημερινότητας.
  • Το ύφος του συγγραφέα είναι γοργό, ζωντανό και παραστατικό. Το χαρακτηρίζει ο μικροπερίοδος λόγος, μικρές και κοφτές προτάσεις, πολλά ασύνδετα, αποσιωπήσεις, επαναλήψεις λέξεων φράσεων, βραχυλογία και εκφραστική πυκνότητα, κινηματογραφική τεχνική.

«Ένα στοιχείο που εύκολα απομονώνει και εντοπίζει ο αναγνώστης είναι η συχνή και περίπου φωτογραφική αναπαράσταση μέσα στα κείμενα του Σαμαράκη στοιχείων που αποδίδονται με τον οπτικό τρόπο που τα αντιλαμβάνονται οι επιμέρους πρωταγωνιστές. 

Η τακτική αυτή, που εξυπηρετεί προφανώς σκοπούς αληθοφάνειας, αμεσότητας και περίπου κινηματογραφικής πιστότητας των γεγονότων, θα πρέπει να συνδεθεί με την εξίσου συχνή χρήση παραθεμάτων από επίσημα έγγραφα, τίτλους και κείμενα εφημερίδων και απομονωμένες φράσεις ραδιοφωνικών εκπομπών, τα οποία συλλήβδην ή εναλλακτικά χρησιμοποιεί συνεχώς ο Σαμαράκης. Με τον τρόπο αυτό φαίνεται να εκμεταλλεύεται την επικαιρότητα να εμπνέεται από αυτή. […]

 Η ενσωμάτωση στη δράση αυτών των φαινομενικά αλλότριων στοιχείων μεταδίδει συνήθως και τη βαθιά ειρωνική ή σατιρική διάθεση που διατρέχει πάρα πολλές σελίδες του έργου του. Έχει ήδη παρατηρηθεί πως τα παραθέματα αυτά διατυπωμένα στην καθαρεύουσα που χρησιμοποιούσαν άλλοτε οι δημόσιες υπηρεσίες και τα μαζικά μέσα ενημέρωσης, εμπεριέχουν την κωμική ουσία της γλώσσας.




Αφηγηματικά στοιχεία

Οπτική γωνία αφήγησης: εξωτερική οπτική γωνία, τριτοπρόσωπη αφήγηση, αντικειμενική παράσταση. Ο αφηγητής αμέτοχος στην ιστορία, παντογνώστης. Εκτός από τα στοιχεία της εξωτερικής πραγματικότητας, διεισδύει στον εσωτερικό κόσμο του ήρωά του και διαβάζει σκέψεις και συναισθήματα.

Αφηγηματικός χρόνος: ιστορικός χρόνος η δεκαετία του 50, μεταπολεμική περίοδος ψυχρού πολέμου. 
Μυθικός χρόνος ένα απόγευμα ως το σούρουπο, συντομότατος όπως σε όλα τα διηγήματα της συλλογής.
Η αναδρομική αφήγηση ενός παιδικού συμβάντος αποτελεί αφηγηματικό εύρημα που προωθεί το μύθο και τον οδηγεί στην κορύφωσή του, συντελώντας στη μεταμόρφωση του ήρωα.

Η ανωνυμία του ήρωα και η αοριστία χώρου προσδίδει διαχρονικότητα και παγκοσμιότητα στο μήνυμα, καθώς εκπροσωπούνται όλοι οι διαψευσμένοι, απελπισμένοι άνθρωποι, ανεξάρτητα από εθνικότητα, τόπο κατοικίας, ιδεολογικό προσανατολισμό.


Frida-Kahlo-Without-Hope-1945


« . . .ΚΑΙ ΩΡΑΝ 7.15 Μ.Μ.» (από τη συλλογή Ζητείται Ελπίς)

Η μεγάλη αίθουσα του «Ηθοπλαστικού και Κοινωφελούς Συλλόγου» ήτανε γεμάτη. Πιασμένες όλες οι καρέκλες• στο βάθος κάμποσοι όρθιοι. Ή ώρα ήταν ακόμα 7 παρά 10. Ως τις 7.15 που θ'αρχίζανε, θαρχότανε κι άλλος κόσμος [..........] 

— Δεν έπρεπε να στείλουν τόσες προσκλήσεις, σκέφτηκε. Έπρεπε να υπολογίσουν πως θα κάνει πολλή ζέστη με τόσον κόσμο.

Έριξε μια ματιά στο πρόγραμμα:

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ


συγκεντρώσεως οργανουμένης την 17ην Οκτωβρίου, 
ημέραν Παρασκευήν και ώραν 7.15 μ.μ-, 
υπό του Ηθοπλαστικού και Κοινωφελούς Συλλόγου 
προς τιμήν των κατά τον τελευταίον πόλεμον 
ηρωικώς πεσόντων τέκνων του Νομού μας

Ακολουθούσε το λεπτομερές πρόγραμμα. Στην αρχή, η μπάντα του Δήμου θα έπαιζε ένα εμβατήριο. Ύστερα ο πρόεδρος θα έλεγε δυο λόγια, παρουσιάζοντας τον ομιλητή. Ύστερα η σειρά του . . . Ακολουθούσανε δυο απαγγελίες ποιημάτων από την κυρία Διευθυντού της Εθνικής Τραπέζης και από την κόρη του Οικονομικού Εφόρου. Επίσης θά λάβαινε μέρος και η χορωδία κυριών και δεσποινίδων, την είχε γυμνάσει η κυρία Φρουράρχου που έλεγε πως έχει δίπλωμα του Κρατικού Ωδείου — οι κακές γλώσσες λέγανε πως το δίπλωμα το είχε πάρει από τον μπακάλη. Το πρόγραμμα θα έκλεινε η μπάντα του Δήμου παίζοντας τον Εθνικό Ύμνο [.......]

Η αίθουσα ήτανε στολισμένη με σημαίες και δάφνες. Είχε βάλει το καλό του κοστούμι, το γκρι με τις μπλε ρίγες. Αγόρασε καινούρια γραβάτα. ΄Εβαλε και μαντίλι στο τσεπάκι.
΄Ολοι οι επίσημοι παρόντες: ο Επίσκοπος, ο Νομάρχης, ο Φρούραρχος, ο Δήμαρχος, οι δικαστικοί, ο Διευθυντής της Εθνικής Τραπέζης κλπ. Και η αφρόκρεμα της κοινωνίας της πόλεως.

7.15 ακριβώς. Η μπάντα του Δήμου έπαιξε ένα εμβατήριο. ΄Υστερα ο πρόεδρος ανέβηκε στό βήμα. Είπε λίγα λόγια, παρουσίασε τον ομιλητή. ΄Ύστερα ανέβηκε αυτός στο βήμα. Είχε βέβαια τρακ. Ελαφρό τρακ. Σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπό του, στό σαγόνι. ΄Ανοιξε τα χειρόγραφά του καί ξερόβηξε. Είχε σκεφτεί, από πριν, να μην ξεροβήξει όπως κάνουν οι περισσότεροι ομιλητές,  μα σαν ανέβηκε στο βήμα ξερόβηξε.

΄Αρχισε με φωνή που είχε κάποια αστάθεια, σιγά σιγά έστρωνε:

«Αι σημαίαι ανεδιπλώθησαν εις τον άνεμον ότε εσήμανεν η πολυπόθητος ώρα της ελευθερίας. Και αι καρδίαι πάντων ημών έπαλλον μέχρι διαρρήξεως . . .» [.............]

Το αρχικό τρακ είχε εξαφανιστεί. ΄Ηπιε δυο γουλιές νερό. Και συνέχισε. Τότε είδε, στο βάθος, όρθιο, στην πρώτη σειρά ορθίων, ένα παιδί. ΄Ενα αγόρι, που δε θα ήτανε παραπάνω από δεκατεσσάρων - δεκαπέντε χρονών.

—  Περίεργο πώς  μπήκε  μέσα !  σκέφτηκε.

Δεν  ήτανε άλλο  παίδι  στην  αίθουσα.   Μόνο  μεγάλοι.

«Εκ της τέφρας των ερειπίων τα οποία επεσώρευσεν ο πόλεμος και η Κατοχή, μία νέα εποχή ανέτειλε διά την ανθρωπότητα,  ως ο φοίνιξ εκ της τέφρας του ...»

Κοίταξε ξανά το παιδί. Το είδε που τον κοίταζε κατάματα. Συνέχισε:

«Μία εποχή, κατά την οποίαν η άνθρωπότης θα βαδίσει προς τα πεπρωμένα της, εις την λεωφόρον του μέλλοντος, το οποίον ανοίγεται εμπρός της φωτεινόν και λαμπρόν ...»

Συνέχισε έτσι στον ίδιο τόνο. Πότε πότε κοίταζε το παιδί, που το βλέμμα του ήτανε καρφωμένο πάνω του. ΄Ενιωθε μια στενοχώρια.


Hibakusha - οι επιζώντες της ατομικής βόμβας 
Τα μάτια ενός παιδιού που αντίκρισαν τη φρίκη


—  Να  μην ήταν αυτό το παιδί !  συλλογίστηκε. Η   ομιλία  του  συνεχιζότανε  με λυρικές  εξάρσεις:

«Η θυσία των ηρωικών τέκνων του Νομού μας, τα οποία έπεσαν ηρωικώς εις τον τελευταίον πόλεμον, δεν απέβη επί ματαίω. Διά του αίματός των, ηνωμένου μετά του αίματος εκατομμυρίων άλλων ηρώων εις όλον τον κόσμον,  εθεμελίωσαν νέον κόσμον ...»

΄Ηπιε ξανά δυο γουλιές νερό [....]΄Ενιωθε το βλέμμα του παιδιού πάνω του. ΄Ηξερε βέβαια πως αυτά που έλεγε ήτανε «φιλολογία», πως οι πληγές που είχαν ανοιχτεί από τον πόλεμο και την Κατοχή ήτανε πολύ βαθιές, πως ο κόσμος μας είναι ο ίδιος και χειρότερος, πως ένας καινούριος πόλεμος απλώνει τη σκιά του πάνω στη γη, πως το μέλλον κάθε άλλο παρά «φωτεινόν και λαμπρόν» ανοίγεται . . . Τα ήξερε όλα αυτά, μα η περίσταση απαιτούσε να μιλήσει έτσι. ΄Ομως το παιδί ήτανε πάντα εκεί, τό βλέμμα του στυλωμένο πάνω του. Μπορούσε να κάνει «φιλολογία», μπορούσε να λέει ψέματα μπροστά σε μεγάλους, επισήμους και μη, αλλά μπροστά σ' ένα παιδί . . .

Είχε πολεμήσει κι αυτός στον τελευταίο πόλεμο. Είχε τώρα την αίσθηση πως ασεβεί στην μνήμη των συντρόφων του που είχανε μείνει για πάντα εκεί . . . Νάλεγε πως με τη θυσία τους κερδήθηκε η ελευθερία, ναι. Μα όχι όλα αυτά για τον καινούριο κόσμο, για τη νέα εποχή, για το μέλλον που ανοίγεται «φωτεινόν και λαμπρόν».

Πόσες φορές θάχουν ειπωθεί, σκέφτηκε, στις χιλιάδες χρόνια της ανθρώπινης ιστορίας, ύστερ' από κάθε πόλεμο, αυτά τα ωραία λόγια !
Πήρε τό μάτι του τον αρχισυντάκτη της τοπικής εφημερίδας «Ο Νέος Αστήρ». Καθόταν δίπλα σ' ένα παράθυρο.

Δυο χειρόγραφα τού μένανε ακόμα. Ευτυχώς κόντευε νά τελειώσει !

΄Ηπιε λίγο νερό. Μά όσο προχωρούσε προς το τέλος, τόσο πιο έντονο ένιωθε πάνω του το βλέμμα του παιδιού. Η ταραχή του μεγάλωνε.

Προσπάθησε να τά σταματήσει όλα αυτά που γυρίζανε  στο νου του.   Μα ήταν αδύνατο.                                 
Δεν  υπήρχε  τίποτα  καινούριο,  η ανθρωπότητα είχε ξαναρχίσει τον ίδιο δρόμο, δεν υπήρχε τίποτα καινούριο σ' αυτόν το δρόμο, τίποτα, τίποτα !   Σκούπισε τον ιδρώτα του.

Το τελευταίο χειρόγραφο ήτανε τώρα. Να μπορούσε να βαστάξει ! ΄Εβαλε όλη του τη δύναμη να βαστάξει ως το τέλος. ΄Οχι, δεν μπορούσε να κάνει «φιλολογία» μπροστά σ' ένα παιδί, δεν μπορούσε να λέει ψέματα, δεν μπορούσε να μην είναι ο αληθινός εαυτός του μπροστά σ' ένα παιδί !

Μια φωνή μέσα του έλεγε : «Δεν μπορώ ! Δεν μπορώ !»

΄Ηπιε λίγο νερό. Προσπάθησε να την πνίξει τη φωνή. Μα  τούτη  εξακολούθησε:   «Δεν  μπορώ!   Δεν  μπορώ!»

Μιλούσε εντελώς μηχανικά. Κοίταξε ξανά το παιδί. Το είδε στο βάθος, το βλέμμα του ήτανε στυλωμένο πάνω του.

— Δεν  μπορώ !   Δεν  μπορώ !   φώναξε.



children of war
children of war


ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ  ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ - ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Οι μοναχικοί άνθρωποι του κόσμου του Σαμαράκη προσπαθούν να δώσουν λύσεις ουσιαστικές (εξ ου και «χειρονομίες» ουσίας). Όταν όμως το αδιέξοδο (κοινωνικό, ψυχικό, ηθικό) είναι αδιαπέραστο, καταφεύγουν σε κάποια συμβολική «χειρονομία», λυτρωτική. Με τη συμβολική αυτή «χειρονομία» δεν υπερβαίνονται, φυσικά, τα αδιέξοδα, υποδηλώνεται ωστόσο με ενάργεια σε ποια εγρήγορση βρίσκεται η ηθική συνείδηση. 

Με δεδομένο ότι από την πεζογραφία του Αντώνη Σαμαράκη απουσιάζουν οι επικές σελίδες, κατανοούμε και γιατί απουσιάζουν οι «χειρονομίες» ομάδων. Κατά βάση η «χειρονομία» είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί τον ήρωα από το μέσο άνθρωπο της κοινωνίας. Από και διά της «χειρονομίας» ο άνθρωπος αυτός παύει να είναι ο μέσος, κανονικός, καθημερινός άνθρωπος, που μέχρι τώρα βίωνε μια ζωή «εντελώς ευθεία» […].

[…] Η στάση, γενικά, των βασικών ηρώων (οι οποίοι ουδέποτε εκδηλώνουν άγρια ένστικτα) είναι στάση αμυντική.


  • Ισχύουν οι παρατηρήσεις αυτές στην περίπτωση των κεντρικών ηρώων στα διηγήματα «Ζητείται ελπίς» και  « . . .Και Ώραν 7.15 μ.μ.»; Σε ποιες συμβολικές «χειρονομίες» καταφεύγουν οι ήρωες και τι αποκαλύπτουν σε κάθε περίπτωση αυτές οι «χειρονομίες»; 
  • Ποιες ομοιότητες διακρίνετε ανάμεσα στο διήγημα «Ζητείται ελπίς» και  « . . .Και Ώραν 7.15 μ.μ.», που ανήκει στην ίδια συλλογή;
  • Φτιάξτε τις δικές σας "Μικρές Αγγελίες". Ποια είναι τα "ζητούμενα" της δικής μας εποχής, του δικού μας κόσμου, της δικής σας ζωής; 
  • Με αφορμή το συγκεκριμένο διήγημα και τους προσωπικούς σας προβληματισμούς, σκέψεις, ανησυχίες και επιθυμίες, γράψτε το δικό σας κείμενο, διήγημα, ποίημα. Βρείτε εικόνες, μουσική και επενδύστε το. 

File:Assistants and George Frederic Watts - Hope - Google Art Project.jpg
George Frederic Watts , Hope

Ζητείται ελπίς!!! Υπάρχει ελπίς; Και πού  κατοικεί; 


Νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη (Ύμνος της Αγάπης, Προς Κορινθίους Α' Επιστολή του Αποστόλου Παύλου)


Τι είναι η ελπίδα; 
  • Καταφύγιο και τροφή κάθε θνητής - αδύναμης φύσης, Έλπιζε ως θνητός ( Περίανδρος),  Ελπίς γαρ η βόσκουσα τους πολλούς βροτών (Σόλων),  Οι δυνατοί έχουν θέληση και οι αδύναμοι έχουν ελπίδα (παροιμία)
  • Δομική ουσία του ονείρου, της υπομονής, της εγκαρτέρησης ότι κάποτε όλα θα διορθωθούν, κάποτε θα γίνει ένα θαύμα και όλα θα φτιάξουν, Το όνειρο ενός ξύπνιου (Διογένης ο Λαέρτιος)
  • Παρηγοριά, προϋπόθεση να φέρει κανείς εις πέρας τη ζωή, αντίδοτο στο φόβο,  Μέχρι τώρα φοβόμασταν, από τώρα και στο εξής θα ελπίζουμε (Victor Frankl), 
  • Επαφή με την ψυχή μας, αντίλυτρο της σκληρής αγωγής που θητεύει στον πόνο.


Σενέκας: "Ο φόβος και η ελπίδα είναι ενωμένα.." | Simple Mind
Σενέκας: "Ο φόβος και η ελπίδα είναι ενωμένα.."

Ή μήπως είναι 

  • αυταπάτη, ο μεγάλος πλαστογράφος της αλήθειας (Baltasar Gracian)
  • ψευδαίσθηση, άλλοθι, παραπλανά τους τεμπέληδες και τους αλαζόνες που επαναπαύονται στις υποσχέσεις της(Vauvenargues)
  • εμπόδιο στην κατανόηση των ανθρώπινων πραγμάτων, που ξεπερνιέται πολύ δυσκολότερα από το φόβο.(Παναγιώτης Κονδύλης) 
  • το χειρότερο κακό, γιατί παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων.(Φρήντριχ Νίτσε )
  • μήπως χρεοκοπία, επειδή ξοδεύουμε πολλά σε ελπίδες και προσδοκίες (Eric Hoffer)
  • ασφαλιστική δικλείδα για κάθε λογής απογοήτευση, Ευλογημένοι αυτοί που δεν ελπίζουν τίποτε, γιατί δεν θα απογοητευθούν ποτέ(Jonathan Swift)
  • δειλία ή ανοησία, αυτός που απελπίζεται από την ανθρώπινη μοίρα είναι δειλός. Αυτός που έχει ελπίδες γι’ αυτήν είναι ανόητος.( Albert Camus)
  • το τελευταίο ανάχωμα πριν την εξέγερση. Οι ισχυροί θεοί ξέρουν ότι οι θνητοί δεν πρέπει να φτάσουν στην απόγνωση. Γιατί η απόγνωση καθιστά τον άνθρωπο απρόβλεπτο, ανεξέλεγκτο και επομένως επικίνδυνο. Έτσι λοιπόν, έφτιαξαν μια ελπίδα που είναι η κόρη της παραπλάνησης και η μητέρα της αυταπάτης. 


Κι ο μύθος της Πανδώρας; 


  • Τα δώρα βρίσκονται κλεισμένα, εκείνος που τα ανοίγει θα πρέπει να γνωρίζει, να νοιώθει προσωπική ευθύνη για το τι θα του συμβεί. Η ελπίδα δεν είναι παρά η επαφή με τον εσώτερο εαυτό μας, εκείνο που παρέμεινε στον πάτο του κουτιού, την ψυχή μας, ακόμη και όταν η ελεύθερη βούληση μας οδηγεί σε αδιέξοδα.




Και τα τραγούδια; Τι λένε για την ελπίδα; 


Aπ' την Ελπίδα Χτυπημένος

Στίχοι: Ιωάννου Οδυσσέας
Μουσική-Ερμηνεία: Πλιάτσικας Φίλιππος 

Πέτρα το σώμα που απ΄τη θάλασσα φαγώθηκε
Mέχρι το κόκκαλο να φτάνει ο αέρας
Και περιμένω σαν εργάτης που νυχτώθηκε
Την πληρωμή μιας ατέλειωτης μέρας

Όρθιος να μένω εκεί που οι άλλοι γονατίσανε
Σαν φάρος πριν τον σκεπάσει ένα κύμα
Βράχος που όλοι οι βοριάδες τον σκαλίσανε
Θα μείνω για να μου στείλεις ένα σήμα 

Θα μείνω εδώ για να γυρίσεις
Απ' την ελπίδα χτυπημένος
Ξέρω πως δυο ζωές θα αργήσεις..
Μα έτσι κι αλλιώς είμαι χαμένος

Σαν χαρτοπαίχτης που τα φύλλα δεν γυρίσανε
Κι ο μόνος δρόμος που του μένει, να μπλοφάρει
Ένα παιδί που από το χέρι το αφήσανε
Και περιμένει κάποιον να΄ρθει να το πάρει




Ελπίζω 

Στίχοι: Λάκης Παπαδόπουλος
Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Λάκης Παπαδόπουλος & 
Δημήτρης Πουλικάκος & Πάνος Κατσιμίχας ( Τερτσέτο )


Ελπίζω σε χαμόγελα, σε πρόσωπα, ελπίζω σ' ανώτερες ψυχές
σε καθαρά μυαλά, σε μένα, σε σένα αληθινά ελπίζω
στην αγάπη, και στης νύχτας το φεγγάρι, ελπίζω
στο χιόνι, που πέφτει μόνο του το βράδυ 
στο καλό, ελπίζω, και στην, μεγάλη του τη χάρη, 
στον ήλιο που θα βγει, στον ουρανό, αύριο το πρωί και πάλι 
μην φύγεις, δεν θέλω να σβήσουν
οι όμορφες, στιγμές, που πέρασα μαζί σου, ελπίζω... ελπίζω

Μη φοβάσαι, μη δειλιάζεις, και μη λες θα φύγω
οι όμορφες στιγμές κρατάνε λίγο

Στη μέρα που φεύγει χωρίς μια ντροπή
κάθε όμορφο πράγμα, για λίγο στη Γη
η αλήθεια που φέρνει στον κόσμο, ένα μικρό παιδί 
Κοντά σου μόνο βλέπω και ξορκίζω το κακό
τις νύχτες κάνω όνειρα δεν είμαι μοναχός
και αγαπώ εσένα που όταν θέλεις κρύβεις μέσα σου θεό

Μη φοβάσαι, μη δειλιάζεις και μη λες θα φύγω
οι όμορφες στιγμές κρατάνε λίγο

Ελπίζω σ' όλα αυτά ελπίζω
και σ' άλλα πολλά ελπίζω





Ελπίδα 

Στίχοι, μουσική, ερμηνεία:   Παντελής Θαλασσινός


Πάω με όρτσα το πανί και την ελπίδα βάρκα, 
με τη Βιολέτα τη Φανή και με τη Φαίδρα τσάρκα.

Οτσάρισε, ορτσάρισε, κράτα την πλώρη ίσια, 
στην αλυκή φουντάρισε και στα παντερονήσια.
Πόδισε, Γιάννη, πόδισε, πάρ’ το σχοινί στα χέρια, 
ρόδισε η αυγούλα ρόδισε και σβήσανε τ’ αστέρια.

Στο πέλαγο ξανοίγομαι και το πανί μολάρω, 
σοφράνο πάω πνίγομαι, σταβέντο κουπαστάρω.

Οτσάρισε, ορτσάρισε, κράτα την πλώρη ίσια, 
στην αλυκή φουντάρισε και στα παντερονήσια.
Πόδισε, Γιάννη, πόδισε, πάρ’ το σχοινί στα χέρια, 
ρόδισε η αυγούλα ρόδισε και σβήσανε τ’ αστέρια.

Ο φάρος κάνει σήματα και τονε σβήνει η μέρα, 
σοφράνο βρίσκω κύματα, σταβέντο βρίσκω αέρα.

Οτσάρισε, ορτσάρισε, κράτα την πλώρη ίσια, 
στην αλυκή φουντάρισε και στα παντερονήσια.
Πόδισε, Γιάννη, πόδισε, πάρ’ το σχοινί στα χέρια, 
ρόδισε η αυγούλα ρόδισε και σβήσανε τ’ αστέρια.






Η ελπίδα δε χάθηκε ακόμη - Δραμαμίνη


Στίχοι : Γιάννης Μιχαηλίδης 
Μουσική : Γιάννης & Χάρης Μιχαηλίδης
Φωνή : Γιώργος Χατζηκωνσταντίνου


Η λάμψη εκεί με τραβά 
της πόλης που ανάβουν τα φώτα
μα όσο κι αν φύγω μακριά 
πάντα θα 'μαι εδώ , πάντα θα 'ναι τώρα 

γιατί ξέρω ...
ο δρόμος δε βγάζει στη νύχτα 
στης άγνωστης πόλης τα σπίτια 
δε βγάζει στη μέρα που θα ΄ρθει
στα μέρη πάνω στο χάρτη 

Ο δρόμος μέσα μας βαθιά οδηγεί
Ο δρόμος μέσα μας βαθιά οδηγεί ... ο δρόμος 

Η αγάπη δίνει το χρώμα στη γη 
Η αγάπη δίνει το χρώμα στη γη 
Ν΄αλλάξει ο κόσμος από αγάπη μόνο μπορεί !!!

Κι αν νιώθω πως χάθηκα πιά ...
Η ελπίδα δε χάθηκε ακόμη
Αφού ακόμα μπορείς και γελάς 
σκόνη γίνονται όλοι μου οι φόβοι