Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λητώ Κατακουζηνού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λητώ Κατακουζηνού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

«Ο William Faulkner, ο χωρικός από τον Μισισιπή, στο κοσμικό φιλολογικό σαλόνι του Άγγελου και της Λητώς».


Φωτογραφία του William Faulkner από το Τουρκολίμανο, αφιερωμένη στη Λητώ, με ημερομηνία 29 Μαρτίου 1957
______________

«Δάσκαλε, καλωσόρισες στο σπιτικό μας»

Με βήματα γατίσια γλίστρησε αργά και αθόρυβα στο σαλόνι μας. Το πρόσωπό του ανέκφραστο, άχρωμο, τα μάτια του να κοιτάζουν πέρα από μας, σε χώρες άπιαστες κι αλαργινές... Μια δύναμη καταλυτική έβγαινε από μέσα του, δίνοντας τεράστιες διαστάσεις σε τούτο το κοντό ανθρωπάκι. Έπιασε μεμιάς ολόκληρο τον χώρο μας. Μας εκμηδένισε. Οι ζωηρές κουβέντες μας κόπηκαν. Παραλύσαμε. Απίστευτο.

«Λητώ, τώρα σε θέλω, βάλε τα δυνατά σου», ψιθύρισε ο Βαλής και μου ’σφιξε το μπράτσο.

Η αντίδρασή μου ακαριαία. Όρμησα μπροστά.

«Δάσκαλε, καλωσόρισες στο σπιτικό μας». Και φίλησα τον Faulkner σταυρωτά. Το μάγουλό του άψυχο, θαρρούσες νεκρό. Τον υποδέχτηκε θερμά κι ο Βαλής. 

Εκείνος, ωστόσο, στεκόταν ατάραχος, βουβός. Ένα παγόβουνο καταμεσής στη ζεστή ατμόσφαιρα του σπιτιού μας. Και τώρα; Πώς τον λιώνεις τούτον τον πάγο, πώς; 

Ο Faulkner, ενώ είχε αρνηθεί κάθε άλλη πρόσκληση, δέχτηκε ωστόσο να ’ρθει στο σπιτικό μας ύστερα από μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχε με τον Βαλή μου γύρω απ' τους ψυχολογικά περίπλοκους τύπους που παρουσιάζει στα έργα του. Αυτό, στο σπίτι του Duncan Emrich, μορφωτικού ακολούθου της Αμερικανικής Πρεσβείας, και της γυναίκας του, της Sally, το πρώτο βράδυ που έφτασε και μας γνώρισε στο απλό γεύμα που έδωσε το φιλικό μας ζευγάρι.

«Στο γράμμα του προς εμένα ήταν κατηγορηματικός», μας είπε ο Emrich. «Θα παραστώ μόνο στην πρώτη του έργου μου Ρέκβιεμ για μια μοναχή στο Θέατρο Μυράτ κι αναγκαστικά στο πρόγευμα της πρεσβείας. Πουθενά αλλού.» Καταλαβαίνετε τώρα τη θέση μου. Εσείς, όμως, σίγουρα θα πετύχετε να δεχθεί μια πρόσκλησή σας, σίγουρα». Κι ο Βαλής μου το πέτυχε. 




«Η μοναδική ευφρόσυνη βραδιά της ζωής μου...»

Ωστόσο, ο William Faulkner κατάλαβε λάθος την πρόσκληση. Πίστεψε πως τον καλέσαμε σε γεύμα. Έτσι, την ίδια μέρα μάς τηλεφώνησε αν θα ήταν καλά να 'ρθει στις οκτώ. Αναγκαστικά απάντησα ναι και βάλθηκα σαν τρελή να καλέσω στα γρήγορα μερικούς φίλους πρέσβεις για να 'χει το γεύμα κάποια λάμψη, αλλά το κυριότερο για να μην καλέσουμε Έλληνες.

Αυτό του Βαλή δεν του άρεσε καθόλου. «Λητώ, δεν έχουν καμιά θέση οι πρέσβεις εδώ, θα 'ναι τελείως ξεκάρφωτοι». Όμως το επιχείρημά μου να μην πούμε σε κανέναν Έλληνα για να μη χολωθούν οι άλλοι, τον έπεισε. «Ίσως αυτοί οι βάρβαροι να 'ναι μια κάποια λύση...» παρατήρησε σκεφτικός. Πήρα λοιπόν το πράσινο φως κι άρχισα τα τηλεφωνήματα. Στο όνομα Faulkner όλοι δέχτηκαν με χαρά.

Όμως τώρα τι γίνεται; Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, μου 'ρθε στον νου το σκίτσο του Ταχυδρόμου. Μια ωραία κυρία, αεράτη και κομψή με βραδινή τουαλέτα, ν’ απλώνει με αριστοκρατική χάρη το χέρι της και ένας ανθρωπάκος τόσος δα με καουμπόικο καπέλο να προσπαθεί να το φιλήσει αδέξια. Κι η λεζάντα; «Ο νομπελίστας συγγραφέας William Faulkner, ο χωρικός από τον Μισισιπή, στο κοσμικό φιλολογικό σαλόνι του Άγγελου και της Λητώς».

Στη σκέψη αυτή κοκκάλωσα. Το μάτι μου πήρε τα καλαθάκια που είχα στολίσει βιαστικά πρωτύτερα. Αυτό είναι, σκέφτηκα στην απελπισία μου, και δίχως να συστήσω κανέναν, τ’ αρπάζω και δίνω το ροζ στις κυρίες και το γαλάζιο στους κυρίους. 

«Τραβήξτε από ένα φακελάκι για να γίνετε ζευγάρια», εξήγησα στους κατάπληκτους ξένους μας. «Μέσα είναι γραμμένοι οι τίτλοι από τα έργα του Faulkner, χωρισμένοι στα δυο. Στους κυρίους είναι η αρχή του τίτλου και το συμπλήρωμα στις κυρίες». Ήταν μια έμπνευση της τελευταίας στιγμής. Στα μπιλιετάκια που προορίζονταν για τις κυρίες, κάτω δεξιά είχα γράψει ολόκληρο τον τίτλο. Αυτό ήταν ιδέα του Βαλή, στην περίπτωση που κάποια θα ήταν αδιάβαστη. 

Οι ξένοι φίλοι μας μπήκαν αμέσως στο νόημα και σαν καλοί παίκτες αρχίνησαν. «Ρέκβιεμ» φωνάζει ο Αγγλος, «Για μια μοναχή», συμπληρώνει η Σουηδέζα. Κι ευθύς γίνονται ζευγάρι. 

«Άγρια», διαβάζει στο δικό του ο Γάλλος, «Φοινικόδεντρα», πετιέται η Αγγλίδα - και να το δεύτερο ζευγάρι, κι έτσι έγινε με όλους. Οι τίτλοι από τα έργα του Faulkner ακούγονταν τώρα συνέχεια στο σαλόνι μας. Σήμαντρα που έφερναν κοντά μας μηνύματα από έναν άλλο κόσμο, παράξενο, δύσκολο, δυσνόητο, δραματικό, κι όμως απίστευτα γοητευτικό. 

Οι ήρωες του Faulkner ζωντάνεψαν ξαφνικά, αγκάλιασαν σφιχτά τον δημιουργό τους, τον ζέσταναν, μπήκαν ανάμεσά μας και μας έσμιξαν. Ο συγγραφέας, έκπληκτος στην αρχή, σιγά σιγά ένιωσε σε οικείο περιβάλλον και, σαν από θαύμα, η μεταμόρφωση συντελέστηκε. 



Κι όταν στον κλήρο του ’πεσε το «Βοή» και σε μένα το «Πάθος» ήρθε κοντά μου γελαστός και, πολύ φιλικά, μού πρόσφερε το μπράτσο του. Η ατμόσφαιρα μεμιάς άλλαξε, και το πρωτόκολλο, φυσικά, πήγε περίπατο. 

Καθίσαμε ανά ζεύγη και το γλεντήσαμε για τα καλά. «Το “Πάθος” έπεσε στον κλήρο της οικοδέσποινας», φώναξε ο Αμερικανός πρέσβης. «Έλα, Λητώ, εσύ πρέπει να μας δώσεις τον τόνο». 

«Εμπρός, Λητώ»
, κι ο Βαλής με κοίταξε τρυφερά, ενθαρρυντικά. Άλλο που δεν ήθελα. Πετάχτηκα απάνω κι άρχισα ν’ αυτοσχεδιάζω στίχους σατιρικούς, αισθηματικούς, ρομαντικούς. Είχα ένα ψευτοταλέντο για κάτι τέτοια.

Σαν τέλειωσα τους αυτοσχεδιασμούς, άρχισα να τραγουδάω ανάκατα ελληνικά, γαλλικά, εγγλέζικα τραγουδάκια σε ζωηρό γοργό ρυθμό και στο τέλος έπεσα στην καρέκλα μου κι αρπάζοντας από το μπράτσο τον Faulkner, από το ένα πλάι, και τον Αμερικανό πρέσβη, απ’ τ’ άλλο, άρχισα το γνωστό μπαλαντζάρισμα, μια δεξιά, μια ζερβά, και ενώ οι άλλοι ακολουθούσαν πρόσχαρα, ξεχυθήκαμε σε ρυθμούς μπριόζικους, ξέφρενους, τρελούς. 

«Είναι η μοναδική ευφρόσυνη βραδιά της ζωής μου και τη χαίρομαι απ’ τα βάθη αυτού του χάους που λέγεται ψυχή... Τούτη τη βραδιά τη ζω με όλες τις ίνες του κορμιού μου, γιατί ξέρω πολύ καλά πως δεν θα την ξαναζήσω ποτέ πια». 

Ο Faulkner είχε σηκωθεί και μιλούσε ξαναμμένος. «Στην υγειά του σοφού ψυχίατρου και της γεμάτης ζωντάνια γυναίκας του Λητώς. Στην υγειά της ομορφιάς, της γνώσης και της καλοσύνης. Σ' όλα τούτα τ' αγαθά που φωλιάζουν μέσα τους, ξεχειλίζουν και πλημμυρίζουν το ταιριαστό τούτο ζευγάρι. Στην υγειά τους».

Κι άρχισε να μας απαγγέλλει Marlowe, τον αγαπημένο του Αγγλο ποιητή. Τον ακολούθησε ο Γάλλος πρέσβης  με στίχους του Guillaume Apollinaire, ύστερα ο Αγγλος με Τ. S. Eliot. Κι ο Βαλής μου με το Μεθυσμένο καράβι του Rimbaud, Σεφέρη κ.λπ. 

Απόγευμα με φίλους στην Οικία Κατακουζηνού. Ο Άγγελος Κατακουζηνός καθισμένος στα αριστερά και η Λητώ δίπλα του όρθια. Στην Αθήνα του 1960!
_____________

«Γιατί, δόκτωρ; Γιατί;» 

Είχαμε καλέσει για μια πατροπαράδοτη βεγγέρα κάπου τριακόσια άτομα για να γνωρίσουν από κοντά τον Faulkner. Επρόκειτο αποκλειστικά για συγγραφείς, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους κι ορισμένους επιστήμονες.

Ανάμεσά τους, η Μελίνα Μερκούρη, αστραφτερή και εντυπωσιακά ντυμένη στα κατακόκκινα, έκανε, αν δεν κάνω λάθος, την πρώτη της εμφάνιση στην αθηναϊκή κοινωνία στο πλευρό του Jules Dassin. Το έξοχο παίξιμο της κορυφαίας πιανίστριας Μαρίας Χαιρογιώργου- Σιγάρα και το γοητευτικό τραγούδι της ραφινάτης Ευγενίας Συριώτη συντέλεσαν κατά πολύ στη λαμπρότητα τούτης της βραδιάς. Ο William Faulkner, αγνώριστος τώρα, σε μεγάλη φόρμα, ακούραστος, συζήτησε με όλους ζεστά κι εγκάρδια.

Αργά, πολύ αργά, ξεμείναμε οι τρεις μας. Ο Faulkner κι εμείς οι δυο. Καθίσαμε στον καναπέ μας κοντά κοντά, με τον συγγραφέα ανάμεσά μας. Στη συζήτηση ξεπήδησαν τα άπειρα ερωτηματικά του Faulkner για τις απρόσμενες πράξεις κάποιου συγκεκριμένου ήρωά του, οι απορίες του για τα κίνητρα που τον οδήγησαν να περιγράφει ορισμένους τύπους στα γραπτά του, οι αποκαλυπτικές και απρόσμενες εξηγήσεις του Βαλή, οι ψυχολογικές αναλυτικές ερμηνείες του με τις χίλιες λεπτές αποχρώσεις. 

Η Temple Drake αποτελεί τον βασικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος The Sanctuary (1931) και απαντά στο μεταγενέστερο έργο Requiem for a Nun. Η νεαρή ηρωίδα γίνεται θύμα βιασμού, διαφθείρεται από τη συναναστροφή της με τον υπόκοσμο του αμερικανικού νότου και τελικά ψευδομαρτυρεί ενάντια σε έναν αθώο που κατηγορείται για τον βιασμό της κι ένα φόνο που δεν διέπραξε. Η μαρτυρία της Temple οδηγεί στον φρικτό θάνατό του στα χέρια του οργισμένου όχλου ενώ εκείνη φυγαδεύεται από τον δικαστή πατέρα της στο Παρίσι. 

(Άδυτο, μτφρ. Κώστας Νικολαΐδης - Τάσος Δαρβέρης, εκδ. Μέδουσα, Το ιερό, μτφρ. Γιάννης Λάμψας, Εκδόσεις των Φίλων).

Βασισμένη στις νουβέλες του William Faulkner, «Sanctuary» και «Requiem for a Nun», η ταινία του Tony Richardson «Sanctuary» με πρωταγωνιστές τους: Lee Remick, Yves Montand, Bradford Dillman.







«Μα γιατί, δόκτωρ, να φτιάξω αυτό το δυστυχισμένο παιδί;» 

«Μου είπαν πως η Temple (η ηρωίδα του Ιερού) ήταν η κόρη μου... Κι αυτό με πλήγωσε πολύ βαθιά». 

«Γιατί, φίλε μου; Η Temple ήταν κόρη σας. Εσείς τη ζωντανέψατε, εσείς την πλάσατε. Είναι παιδί της ψυχής σας... Παιδί μοναχά δικό σας, κατάδικό σας, δίχως τη συμμετοχή της γυναίκας». 

«Μα γιατί, δόκτωρ, να φτιάξω αυτό το δυστυχισμένο παιδί; Γιατί να του συμβούν όλα αυτά τα τρομερά πράγματα;» 

«Γιατί το θέλατε, το είχατε ανάγκη. Δεν ξέρω αν υπάρχει πραγματική κόρη. Δεν μ’ ενδιαφέρει ούτε θέλω να μάθω... Όμως, είτε έτσι είτε αλλιώς, η Temple είναι η ίδια η ψυχή σας. Αλλά και τ’ άλλα πρόσωπα του έργου σας, και τα απαίσια και τα καλά, είναι κομμάτια του πολυσύνθετου Είναι σας. Του Εγώ σας. Απ’ ό,τι γνωρίζω, μετά τον πόλεμο, αντί να πάτε στην τράπεζα του θείου σας, όπου είχατε ξεκινήσει, ή να συνεχίσετε τις σπουδές σας στο πανεπιστήμιο, καταπιαστήκατε με όλα σχεδόν τα επαγγέλματα. Βαστάζος σε λιμάνια, μούτσος σε καράβια, ξυλουργός, μεταλλωρύχος... Γνωρίσατε και ζήσατε τα πάντα στη ζωή, συναναστραφήκατε με τα κατακάθια της κοινωνίας, περιφερθήκατε σε καπηλειά και σε χαμαιτυπεία...»

 «Γιατί, δόκτωρ; Γιατί;» 

«Γιατί το είχατε, επαναλαμβάνω, ανάγκη. Γιατί θέλατε να ζήσετε αυτές τις εμπειρίες, το αποζητούσε η ψυχή σας, το Εγώ σας...» 

«Μα, δόκτωρ, εξηγήστε μου, επιτέλους - για ποιο λόγο;» «Γιατί...» 

Κι ο ψυχίατρος τόλμησε θαρραλέα να μπήξει το νυστέρι στην κρυφή πληγή. Άνοιξε το απόστημα και το μίασμα ξεχύθηκε έξω. Αναπάντεχος, τρομερός ο πόνος που δέχτηκε κατάστηθα, ωστόσο αγόγγυστα και καρτερικά, ο μεγάλος συγγραφέας. Κι η διπλοκλειδωμένη ψυχή του Faulkner ανάσανε βαθιά, ελεύθερα, λυτρωτικά...

Πρωί πια, ύστερα από ένα φλιτζάνι γαλλικού καφέ και ζεστά κρουασάν, χωρίσαμε σαν καρδιακοί φίλοι. Δεν τον ματαείδαμε ποτέ πια. Ξαναγύρισε στη μακρινή του φάρμα, στον Μισισιπή. 

Δέκα μέρες μετά την αναχώρησή του έστειλε στον Βαλή ένα σύντομο γράμμα. 

«Στον πάνσοφο επιστήμονα, τον βαθύ γνώστη της ανθρώπινης ψυχής, στον φίλο μου δόκτορα Κατακουζηνό, που με βοήθησε όσο κανείς άλλος στον κόσμο ολόκληρο να λυτρωθώ από τα βασανιστικά ερωτήματά μου που χρόνια τώρα με ταλαιπωρούσαν εξαντλητικά. Στον δόκτορα Κατακουζηνό από την καρδιά μου ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ». 

Και σε μένα τη φωτογραφία του με την παρακάτω απίστευτα κολακευτική αφιέρωση: «Στο πρόσωπο που ύμνησε ο Marlowe...» Κι εννοούσε το κλασικό ποίημα του Marlowe Στο πρόσωπο, που αναφέρεται στην Ωραία Ελένη του Μενελάου. 



Η χαρά μου ασυγκράτητη. Και ο Βαλής, που κατά βάθος χάρηκε πολύ, αλλά και που συνήθιζε πάντα να με προσγειώνει μ’ έναν δικό του, μοναδικό τρόπο, μου έδωσε αργότερα την παρακάτω εξήγηση: 

«Μην το παίρνεις και τόσο πολύ απάνω σου, Λητώ. Βεβαίως είσαι πολύ όμορφη. Προφανώς, όμως, ο Faulkner θέλησε έτσι να σ’ ευχαριστήσει για τη λαμπρή βραδιά που οργάνωσες εκείνη τη νύχτα σαν μείναμε αργότερα οι τρεις μας. Τη νύχτα που ο Faulkner, ξεχνώντας την παρουσία σου, ξανοίχτηκε και ξεγύμνωσε στον ψυχίατρο το μυστήριο της χιλιομπερδεμένης, αλυσοδεμένης ψυχής του». 

Λητώ Κατακουζηνού, Άγγελος Κατακουζηνός ο Βαλής μου, σελ. 236 -246, 
εκδόσεις Μικρή άρκτος,


William Faulkner in front of his house in Oxford, Mississippi, 1947
( By Henri Cartier-Bresson)

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

«Το σπίτι σας, είναι miroir aux alouettes», Λητώ Κατακουζηνού, Marc Chagall

Φωτογραφία συνάντησης στο σπίτι των Κατακουζηνών στην οδό Πινδάρου, με τον Marc Chagall και Έλληνες καλλιτέχνες. 
Πάνω σειρά από αριστερά: Αλέξανδρος και Μαρσέλ Κοντοπούλου, πιο δεξιά ο Άγγελος Κατακουζηνός, Vava Chagall, Λητώ Κατακουζηνού, Marc Chagall, Λίζα Μιχελή, Τζούλια Παπανούτσου, Λιλή Αρλιώτη και στο άκρο αριστερά ο Γιάννης Στεφανέλλης. Κάτω σειρά από αριστερά: Γιάννης Μόραλης, Τώνης Σπητέρης, Γιάννης Τσαρούχης, Νίκος Νικολάου.

Ο Marc Chagall στην Αθήνα

Πανελλήνια έκθεση ζωγραφικής. Έτσι χαρακτήρισε ο φίλος μας Μαρίνος Καλλιγάς, ο εκλεκτός τεχνοκριτικός και διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, τη συγκέντρωση στο σπίτι μας. Αξίζει να την ιστορήσω. Εκείνο το πρωινό παίρνω ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα απ’ τον Marc Chagall. 

«Λητώ, μόλις φτάσαμε με τη Vava. Ήρθαμε να δουλέψω τις ζωγραφιές Δάφνις και Χλόη για την εικονογράφηση του νέου τεύχους του περιοδικού Verve που θα εκδώσει ο Teriade. Θα θέλαμε να πάμε μαζί σας στη Μυτιλήνη να δω από κοντά το τοπίο όπου γεννήθηκε ο μύθος. Τι λέει ο Άγγελος, που είναι τόσο απασχολημένος, θα τα καταφέρει να ’ρθείτε;» 

«Θα τα πούμε αργότερα, Μαρκ. Στο μεταξύ, έρχομαι αμέσως να σας βρω». 

Κι από κείνη την ώρα ούτε βήμα χωρίς εμάς οι Chagall. Φυσικά, ο Βαλής μου μόνο τα μεσημέρια και τα βράδια τούς έβλεπε. Ο Marc Chagall, ευχάριστος, χαριτωμένος, όλο νιάτα και κέφι, ας ήταν χρονών και χρονών, πρώτη φορά στην Ελλάδα, χαιρότανε τα πάντα σαν μικρό παιδί. Η Vava, η γυναίκα του, όμορφη, μελαχρινή Ρωσίδα, σιωπηλή και συγκρατημένη, τα φλογερά μάτια της μονάχα φανέρωναν τη σιδερένια θέληση της.

Mark Chagall - Portrait of Vava 1953

Πανελλήνια έκθεση ζωγραφικής

Στο μεταξύ μαθεύτηκε πως ο Marc Chagall βρισκόταν στην Ελλάδα κι αρχίνησαν από διάφορους ζωγράφους αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα. 

«Μα δεν θα τον δούμε κι εμείς; Δεν θα τον φέρετε στο ατελιέ μας να του δείξουμε τα έργα μας; Πολύ εγωιστικό να τον κρατάτε απομονωμένο μόνο για τον εαυτό σας».

Μπήκε στη μέση κι ο αγαπητός φίλος μας Αλέκος Πατσιφάς. 

«Λητώ, θα τους κάνετε εχθρούς όλους αυτούς που αγαπάνε τόσο πολύ τον Άγγελο κι εσένα». 

«Μα τι θες να κάνουμε, Αλέκο, πρακτικά είναι αδύνατο. Δεν μπορεί ο Chagall να τρέχει από ατελιέ σε ατελιέ. Εδώ ήρθε για να δουλέψει».

Τέλος, τη λύση μάς την έδωσε ο ίδιος ο Chagall. «Να μαζευτούν όσοι θέλουν σ’ ένα χώρο, να φέρουν μερικά έργα τους, να πιούμε ένα ποτό, κι έτσι θα γνωρίσω και τους ίδιους τους ζωγράφους και τη δουλειά τους. Αυτό έγινε τώρα τελευταία στη Ρώμη και πέτυχε πολύ». 

«Θαυμάσια λύση, Μαρκ». Το είπα στον Αλέκο Πατσιφά κι ανέλαβε εκείνος πολύ ευγενικά τις συνεννοήσεις, «Δυστυχώς, ο Βαλής δεν μπορεί να φύγει από την Αθήνα», είπα στους Chagall εκείνο το πρωινό. «Λυπάται πάρα πολύ, αλλά ένας άρρωστός του στο νοσοκομείο δεν πάει καθόλου καλά και δεν μπορεί να τον αφήσει». 

Η απογοήτευσή τους πολύ μεγάλη «Τότε, έλα εσύ μαζί μας, Λητώ». «Συγχωρέστε με, φίλοι μας, αλλά χωρίς τον Βαλή δεν πάω ποτέ πουθενά. Θα σας συνοδεύσω, όμως, ως το καράβι και στη Μυτιλήνη θα φροντίσω να σας περιποιηθούν πάρα πολύ»

Οι Chagall ανένδοτοι. Τότε ο Βαλής σκέφτηκε τον Πόρο. «Θα πάτε κει σ’ ένα σπίτι γνωστό και θα πεταγόμαστε κι εμείς πότε πότε». Κι ο Βαλής τον έπεισε, όπως γινόταν πάντα με τον Chagall. Εκείνο το μεσημέρι θα τους πήγαινα να πάρουν το καράβι στις τρεις. Το πρωί τηλεφωνεί ο Πατσιφάς. 

«Εντάξει, Λητώ. Κανονίστηκε για σήμερα το βράδυ». 

«Αλέκο, δεν γίνεται τώρα πια, φεύγουν σήμερα το μεσημέρι, σου το είχα πει, αργήσατε». 

Φωνές, κακό, ο Αλέκος. «Εξαιτίας σας θα με κάνετε να μαλώσω με όλους τους καλλιτέχνες. Τι ήθελα και μπλέχτηκα, Θεέ μου, τι ήθελα». 

Στο τέλος η καλή μου η καρδιά λειτούργησε. «Μη σεκλετίζεσαι. Θα πείσω τους Chagall να φύγουν αύριο. Και πού θα γίνει η συγκέντρωση, Αλέκο;» 

«Μα στο σπίτι σας, φυσικά». 

«Τρελάθηκες; Την τελευταία στιγμή και να μην ξέρουμε τίποτα; Τι, στο καλό, κάνατε όλες ετούτες τις μέρες;» 

«Να, προσπαθούσαν να βρουν μια ημερομηνία που να ταιριάζει σ’ όλους και χασομερήσαμε». 

«Και δεν μου λες, μας ρωτήσατε αν θέλουμε όλη αυτή τη φασαρία στο σπίτι μας; Πώς το βάλατε στον νου σας;» 

«Μα, Λητώ μου, σπίτι σας δεν γίνονται όλες οι καλλιτεχνικές συγκεντρώσεις της Αθήνας; Απ’ την αρχή όλοι, κι εγώ μαζί, το πήραμε σαν δεδομένο». 

«Καλά», είπα έξαλλη, μην έχοντας άλλη διέξοδο. «Αργά, όμως, κατά τις δέκα, όταν θα ’χει τελειώσει και το ιατρείο του ο Βαλής». 

Κι αρχίνησα έναν μαραθώνιο οργάνωσης. Γιατί σε μια βραδιά στο σπίτι μας θα ’πρεπε να υπάρχουν και άλλοι πολλοί ζωγράφοι. Θυμήθηκα πως βρισκόταν στην Αθήνα ένας κορυφαίος Αμερικανός κριτικός και τον κάλεσα μαζί με τον Αμερικανό μορφωτικό ακόλουθο. Τηλεφώνησα και στον φίλο μας πρέσβη της Γαλλίας Baelen, θαυμαστή του Chagall και πολύ καλό ζωγράφο. Φυσικά, όλοι ήταν πρόθυμοι να ’ρθουν, αλλά και όλοι κάπου είχανε να πάνε. 

Τελικά, δεν ήξερα αν θα ’ρχονταν το βράδυ τριακόσια άτομα ή μοναχά εκείνο το πρώτο μικρό γκρουπ. Τέλος πάντων, ξεθεωμένη, άφησα ένα μήνυμα στον Βαλή ότι αναβλήθηκε η αναχώρηση των Chagall και πως θα τους πάω για μπάνιο, χωρίς να τολμώ να του πω ακόμα τι τον περίμενε.


Και σε ρωτώ, Λητώ, ποιος είναι ο τρελός εδώ μέσα.....

Μπαίνοντας στο σπίτι μας, βλέπω την είσοδο γεμάτη κάδρα. Προχωρώ στο χολ, τι να δω; Φίσκα από ζωγραφιές. Παντού, χάμω, στις καρέκλες, στα ντιβάνια. Παναγιά μου, λαχτάρησα, τι θα γίνει απόψε, τι θα γίνει; 

«Τέλειωσε ο κύριος;» ρώτησα την κοπέλα. 

«Ναι, κυρία, τώρα μόλις έφυγε ο τελευταίος άρρωστος. Ξέρετε, κυρία, δεν φαίνεται τόσο καλά ο κύριος. Κάθεται σκυφτός και κρατάει το κεφάλι του στα δυο του χέρια». 

Σαν τρελή έτρεξα στο γραφείο του. 

«Βαλή μου, τι έχεις;» 

Σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε. Το βλέμμα του με κάρφωσε στη θέση μου. 

«Λητώ», μου είπε αυστηρά. «Ή εγώ είμαι τρελός ή εσύ. Κάποιος τρίτος πρέπει να ’ρθει να το διαπιστώσει». 

«Τι συμβαίνει, Βαλή μου, εξήγησέ μου». 

«Άκου, Λητώ», η φωνή του παγερή με κοκάλωσε. «Το απόγευμα, την ώρα της εργασίας μου, παίρνω ένα τηλεφώνημα από έναν άγνωστό μου Γάλλο κόμη. “Με συγχωρείτε που σας ενοχλώ, αλλά ήθελα να μάθω αν είναι με σμόκιν η αποψινή σας δεξίωση”. “Κάνετε λάθος, κύριε”, του λέω και του κλείνω το τηλέφωνο. Με ξαναπαίρνει για να κάνει και πάλι την ίδια ερώτηση. Και αμέσως πήγε το μυαλό μου πως κάτι πάλι θα είχες σκαρώσει δίχως να μου το πεις και του απαντώ: “Μια και γνωρίζετε καλύτερα από μένα τι γίνεται στο σπίτι μου, τότε σας ευχαριστώ για τις πληροφορίες σας”. Και κλείνω απότομα το τηλέφωνο σ’ αυτόν τον ευγενή κόμητα, που φυσικά δεν είναι υπεύθυνος για τα τρελά φερσίματά σου. Στο αναμεταξύ δεν έπαψαν να χτυπάνε τα κουδούνια μας. Και σε ρωτώ, Λητώ, ποιος είναι ο τρελός εδώ μέσα, μπορείς να μου πεις;» 

Έξαλλος τώρα ο Βαλής μου. 

«Αγάπη μου», έπεσα στα πόδια του, «σ’ εκλιπαρώ, περίμενε να περάσει η αποψινή φουρτούνα, γιατί τώρα δεν στέκω στα πόδια μου. Κι έχω ακόμη πολλή δουλειά. Πρέπει να φροντίσω και για τους καλεσμένους μας. Τώρα δεν προφταίνω να σου εξηγήσω». 

Άγγελος και Λητώ Κατακουζηνού, δεκαετία 1930.

«Το σπίτι σας, είναι miroir aux alouettes»

Κι έφυγα απ’ το γραφείο για να προλάβω να τακτοποιήσω τους πίνακες. Κι ήρθαν όλοι οι καλεσμένοι μας κι ακόμα κι άλλοι που δεν περίμενα. Κι οι καλλιτέχνες, που εκείνη την εποχή ήταν μαλλιά κουβάρια μεταξύ τους, μόνοιασαν για ένα βράδυ στο σπίτι μας. 

Κι ο Μαρίνος Καλλιγάς: «Το σπίτι σας», μας είπε φεύγοντας, «είναι miroir aux alouettes (καθρέφτης που τραβάει τις σιταρήθρες). Καταφέρατε να συγκεντρώσετε όλους τους καλλιτέχνες που αλληλομάχονται. Την προσεχή πανελλήνια έκθεση, σας παρακαλώ, να την οργανώσετε εσείς». Ο έξοχος, ο εκλεκτός μας φίλος ο Μαρίνος Καλλιγάς... Το ίδιο βράδυ, σαν μείναμε μονάχοι, ο Βαλής με αγκάλιασε και με φίλησε τόσο ορμητικά που παρά λίγο να σκάσω.

Στον γυρισμό απ’ τον Πόρο, πριν φύγουν για το Παρίσι, ο Chagall μάς χάρισε έναν θαυμάσιο μικρό πίνακά του ζωγραφισμένο για μας. Τίτλος του: Το ξανθό κεφάλι της Λητώς μες στου Chagall το γαλάζιο.

Marc Chagall, Το ξανθό κεφάλι της Λητώς στου Chagall το γαλάζιο, υδατογραφία σε χαρτί


Λητώ Κατακουζηνού, Marc Chagall - Πανελλήνια έκθεση ζωγραφικής στο σπίτι μας, 
Άγγελος Κατακουζηνός ο Βαλής μου, εκδόσεις Μικρή άρκτος (σελ. 229-235)



Ο Chagall ήρθε στην Ελλάδα δύο φορές κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του για την έκδοση του Δάφνις και Χλόη, το 1952 και το 1954.

 Άρχισε την παραγωγή των χαρακτικών το 1957 και σε τέσσερα χρόνια φιλοτέχνησε πάνω από 1.000 πλάκες για τα 47 έργα της συλλογής η οποία δημοσιεύθηκε το 1961. Τα δέκα χρόνια που χρειάστηκαν για την ολοκλήρωση του μνημειακού αυτού έργου φανερώνουν τόσο την προσήλωση του Chagall στη λεπτομέρεια και στην αναζήτηση του ιδανικού αποτελέσματος όσο και τη φροντίδα την οποία επεφύλασσε στους συνεργάτες του καλλιτέχνες ο Teriade.

Valentina Brodsky with Marc Chagall

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Η ριζωμένη στον Ιερό βράχο γυναίκα, το κουβάρι, ο Camus....

O Ροζέ Μιλλιέξ και ο Αλμπέρ Καμύ με τη Λητώ Κατακουζηνού στην Αθήνα (Απρίλιος 1955)

Στα ριζά της Ακρόπολης....

[...] πήραμε αριστερά την ανηφοριά να μπούμε στης Πλάκας τα στενά, που εκείνος τόσο πολύ αγαπούσε. Στα ριζά της Ακρόπολης μια πόρτα ανοιχτή τράβηξε την προσοχή μας. Σταθήκαμε να ρίξουμε μια ματιά. Αυλή ασβεστωμένη, πολύχρωμες γλάστρες με βασιλικά, μπιγκόνιες και γεράνια ολούθε, η κληματαριά, και μια φιγούρα αυστηρή, μια γυναίκα στα μαύρα καθιστή να τυλίγει ήρεμα το κουβάρι. Το νήμα της περασμένο γύρω τριγύρω στην πλάτη μιας καρέκλας.

Αναφιώτικα, 1940

Ο Camus απλά και φυσικά, σα να ’μπαινε μέσα στο σπίτι του, δρασκέλισε το κατώφλι, προχώρησε, χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού, έβγαλε προσεκτικά το νήμα απ’ την καρέκλα, το πέρασε στα δικά του χέρια και τα τέντωσε σοβαρός προς τη γυναίκα. Παραξενεμένη εκείνη στήλωσε τα πελώρια μάτια της απάνω του, τον περιεργάστηκε για λίγο, το πρόσωπό της σα να μαλάκωσε, σα να γλύκανε κάπως, κι ύστερα: «Κάθισε» του είπε απλά και του ’δειξε το κάθισμα. Κι αρχίνησε πάλι να τυλίγει ήρεμη το κουβάρι της, και ο Camus με κινήσεις ανάλογες να τη βοηθάει.

Φωτογραφία του Αυστριακού φωτογράφου Erich Lessing (Κρήτη 1955) 

Μάνα και γιος στην αυλή τους.....

Καθισμένοι χάμω στο σκαλί της πόρτας, βουβοί από συγκίνηση, παρατηρούσαμε τούτη την απίθανη, τη μοναδική, την ασύλληπτη εικόνα, να την κρατήσουμε βαθιά μέσα μας, να τη λογιόμαστε πάντα. Η γυναίκα να τυλίγει με τέχνη και σιγουριά το κουβάρι της και ο Camus να κινεί τα χέρια του μια πάνω, μια κάτω, ρυθμικά, μισοκυκλικά, οι κινήσεις τους απόλυτα συνταιριασμένες. Η ριζωμένη στον Ιερό Βράχο γυναικεία μορφή και το πιο φωτεινό πνεύμα της Γαλλίας, σε αρμονικό σύμπλεγμα. Μάνα και γιος στην αυλή τους.

«Φτάνει πια βράδιασε, ευχαριστώ» κι η γυναίκα πήρε από τον συνεπαρμένο κι άλαλο Camus το νήμα της. «Αύριο πάλι. Αν το θέτε καλώς να ορίσετε. Εδώ θα ’μαι. Μπάτε τώρα κι εσείς να πιείτε ένα νεράκι» μας προσκάλεσε, κι έβγαλε κι άλλα καθίσματα έξω. 'Όσο να καλοκαθίσουμε παρουσιάστηκε στητή, αρχοντική μ’ ένα δίσκο στο χέρι, να μας προσφέρει γλυκό του κουταλιού και φρέσκο νεράκι απ’ το κανάτι. 


«Θέτε να σας ψήσω και καφέ;» «Όχι, ευχαριστούμε, πρέπει να πηγαίνουμε τώρα, είναι αργά», και σηκωθήκαμε.

«Για δε μιλάει ο φίλος σας; άχνα δεν έβγαλε απ’ το στόμα του, αλαφροίσκιωτος είναι;» «Όχι, όχι, αλλά να, κάπου κάπου το συνηθίζει, είναι ξέρετε συγγραφέας». «Ας είναι, καλός άνθρωπος φαίνεται, κι ευγενικός».

«Ελάτε Albert φεύγουμε» και τον σκουντήσαμε ελαφρά.

Ο Camus με μια έκφραση αλλοτινή σηκώθηκε σαν αυτόματο, υποκλίθηκε βαθιά μπροστά στη γυναίκα, πήγε να της φιλήσει το χέρι, μα εκείνη το τράβηξε. 


«Δέσποτας είμαι μαθές και με προσκυνάς; μπα σε καλό σου παλικάρι μου!» κι ένα χαμόγελο φώτισε για πρώτη φορά το κλειστό πρόσωπό της. 

«Ευχαριστώ που με συντροφέψατε. Νάστε καλά, καλή στράτα παιδιά μου» και μας ξεπροβόδισε στην πόρτα της. «Αύριο πάλι».


Ο Παρθενώνας (1862) μέσα από τον φακό του Jakob August Lorent 

...από τον Παρθενώνα ξετυλίγεται το νήμα. Και δε θα σταματήσει ποτέ.

Κατηφορίζαμε σιωπηλοί, έτσι σα να μας είχε αγγίξει αερικό. Πάνωθέ μας στο βαθυγάλανο ουρανό, το νέο φεγγαράκι φώτιζε γλυκά κι απόκοσμα τα στενά δρομάκια κι η Αθήνα στα πόδια μας σιγότρεμε λαμπυριστή στο ελαφρό βοριαδάκι. Ονειροπαρμένοι όπως ήμαστε χαθήκαμε, περιπλανηθήκαμε, μπερδευτήκαμε στ’ απόμερα δρομάκια, βρεθήκαμε σ’ αδιέξοδα, δίχως ν’ ανταμώνουμε ψυχή, λες και δεν κατοικούσε κανείς εδώ ψηλά στ' Αναφιώτικα. Αποσταμένοι πια, καθίσαμε σ’ ένα πεζούλι να συνεφέρουμε κομμάτι. Κι εκεί δανά ο Camus μίλησε.

«Τούτη η γυναίκα, η μοναδική, η παντοτινή, είναι η Ελλάδα. Είναι η παράδοση. Και το κουβάρι της είναι ο χρόνος, η μοίρα, το ριζικό της. Πέρα από καταστροφές και συφορές, μακριά απ’ το θόρυβο της μηχανής, η γυναίκα τυλίγει γαλήνια το κουβάρι της». 

Και ξαφνικά με πάθος στη φωνή: «Πρωτύτερα όπως καθόμουνα αντικριστά της, να θωρώ την Ακρόπολη πάνω απ’ το κεφάλι της, πιστέψτε με το 'νιωσα πολύ έντονα, το αισθάνθηκα βαθιά μέσα μου, το είδα καθαρά. Το νήμα που κρατούσα στα χέρια μου ερχόταν από κει ψηλά. Τυλιγμένο γύρω στις Δωρικές κολόνες, κατέβαινε γραμμή στη γυναίκα, κι εγώ να βρίσκομαι για πάντα δεμένος μαζί. Ναι, από κει ψηλά, από τον Παρθενώνα ξετυλίγεται το νήμα. Και δε θα σταματήσει ποτέ. Η γυναίκα το είπε καθαρά. «Αύριο πάλι».

Λητώ Κατακουζηνού, Συντροφιά με τον Albert Camus, εκδόσεις Ερμείας, δεύτερη έκδοση 1981


Roger Milliex, Μαργαρίτα Δαλμάτη, Albert Camus στο ναό της Αφαίας.

Συντροφιά με τον Albert Camus

Το 1955 ο Αλμπέρ Καμύ έρχεται για δεύτερη φορά στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση που δέχτηκε από το γαλλικό ινστιτούτο της Αθήνας.

Είναι 42 χρονών και παίρνει μέρος ως κεντρικός ομιλητής σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, ο Καμύ φιλοξενείται στο σπίτι του μεγάλου διανοούμενου και ψυχολόγου, Άγγελου Κατακουζηνού.

Το σπίτι του Κατακουζηνού γίνεται το ιδανικό σκηνικό ενός «γαλλικού» κύκλου Ελλήνων συγγραφέων, ποιητών και καλλιτεχνών οι οποίοι συγκεντρώνονται γύρω από τον Καμύ. Σε εκείνο το αθηναϊκό σπίτι της Λεωφόρου Αμαλίας 4, το γεμάτο αγάλματα και πίνακες ζωγραφικής, ο γάλλος συγγραφέας θα χτίσει στενές φιλίες, ενώ ολόκληρη η εμπειρία της συγκατοίκησης μαζί του θα αποτελέσει το υλικό ενός βιβλίου που θα εκδώσει η σύζυγος του Άγγελου Κατακουζηνού, Λητώ το 1960.


Το τελευταίο ταξίδι του στην Ελλάδα ήταν τον Ιούνιο του 1959, δυο χρόνια αφού είχε πάρει το Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας και έναν χρόνο προτού γνωρίσει σε αυτοκινητιστικό ατύχημα «το πιο παράλογο θάνατο». Τον Ιανουάριο του 1960, θα πεθάνει ακαριαία σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το αυτοκίνητο οδηγούσε ο εκδότης και φίλος του Michel Gallimard.Ο Καμύ σκοτώθηκε επί τόπου. Σ’ ένα χωράφι βρέθηκε το ρολόι του ταμπλό, σταματημένο στις 2 παρά 5 το μεσημέρι. Ο Καμύ έλεγε συχνά στους φίλους του πως δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από το θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από το θάνατο σε τροχαίο ατύχημα.

Albert Camus, Michel Gallimard (1958) στην Ελλάδα


Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

"Από τη στιγμή που όλοι θα πεθάνουμε, είναι προφανές πως το πού και το πότε δεν έχει σημασία, Αλμπέρ Καμύ



Ο Άλμπέρ Καμύ στο σπίτι του Κατακουζηνού

Το 1955 ο Αλμπέρ Καμύ έρχεται για δεύτερη φορά  στην Ελλάδα ύστερα από πρόσκληση που δέχτηκε από το γαλλικό ινστιτούτο της Αθήνας. 

Είναι 42 χρονών και παίρνει μέρος ως κεντρικός ομιλητής σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, ο Καμύ φιλοξενείται στο σπίτι του μεγάλου διανοούμενου και ψυχολόγου, Άγγελου Κατακουζηνού. 

Το σπίτι του Κατακουζηνού γίνεται το ιδανικό σκηνικό ενός «γαλλικού» κύκλου ελλήνων συγγραφέων, ποιητών και καλλιτεχνών οι οποίοι συγκεντρώνονται γύρω από τον Καμύ. Σε εκείνο το αθηναϊκό σπίτι της Λεωφόρου Αμαλίας 4, το γεμάτο αγάλματα και πίνακες ζωγραφικής, ο γάλλος συγγραφέας θα χτίσει στενές φιλίες, ενώ ολόκληρη η εμπειρία της συγκατοίκησης μαζί του θα αποτελέσει το υλικό ενός βιβλίου που θα εκδώσει η σύζυγος του Άγγελου Κατακουζηνού το 1960.



......τρέμω το αυτοκίνητο.....

27 τ' Απρίλη του 1955. Μέρα ολόφωτη, γιορτινή. Μέρα που σημάδεψε τη ζωή μας......

Ο Camus ήρθε πολύ κοντά μας, ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα δικά μας και πολύ φιλικά, πολύ ζεστά, μας είπε: 

«Σας αισθάνομαι τρομερά ανήσυχους κι εκνευρισμένους. Όλο και κάτι σας απασχολεί γύρω απ' το άτομό μου. Φίλοι μου, ησυχάστε σας παρακαλώ κι ακούστε με. Απ' αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στα χέρια σας. Κάντε με ό,τι θέλετε. Πηγαίνετέ με όπου σας αρέσει. Θα κάνω ό,τι μου πείτε. Θα υπακούσω τυφλά στις διαταγές σας. Αν το επιθυμήσετε και στο τσίρκο ακόμα θα κάνω τον clown για χατίρι σας. Αρκεί να ηρεμήσετε».

Τα μάτια μου βούρκωσαν. Τόση ανθρωπιά, τόση καλοσύνη, ήταν απίστευτο, σχεδόν σε τρόμαζε...

Κι όπως μπαίναμε στ' αμάξι: «Ένα μόνο πράγμα σας ζητώ. Να μου πείτε ποιο θα είναι το θέμα της αυριανής συζήτησης».

Ξεκινούσαμε, κι εγώ καθισμένη πλάι του και πίσω από τον Fequant που οδηγούσε, ξέσπασα επιτέλους απάνω στο Σύμβουλο τραντάζοντάς τον από τους ώμους γερά. «Αθεόφοβε» ξεφώνησα «ένα πράγμα ανέλαβες να κάνεις και το ξέχασες. Μόνο μας τρέλανες με τις αμφιβολίες σου και την απαισιοδοξία σου» και δώστου μπουνιές στο νεαρό διπλωμάτη. Εκείνος αιφνιδιάστηκε, τρόμαξε από το αναπάντεχο ξέσπασμά μου, πάτησε γκάζι, ύστερα φρένο, πάλι γκάζι, και το αυτοκίνητο σα μεθυσμένο άρχισε να ταρακουνιέται μια μπρος μια πίσω, να τρέχει ζερβά, δεξιά, και τότε:

«Σταματήστε, θα σκοτωθούμε» φώναξε απεγνωσμένα ο Camus, κι αγκριώθηκε από το μπράτσο μου τρέμοντας, το πρόσωπό του κάτασπρο σαν πανί.

Ζμούρωσα ευθύς στη γωνία μου, με τον Άγγελο να με κατσαδιάζει άγρια κι από πάνω.
Κοντεύαμε πια να φθάσουμε στην Κηφισιά, κι όπως ετοιμαζόμουνα να πω τα κατάλληλα λόγια, να μου συχωρεθεί το άπρεπο φέρσιμό μου, με πρόλαβε ο Camus, όταν πολύ ευγενικά μου ζήτησε εκείνος συγγνώμη.

«Πρέπει να σας ομολογήσω», συνέχισε, «πως τρέμω το αυτοκίνητο. Κάθε φορά που μπαίνω μέσα, είμαι σίγουρος πως θα σκοτωθώ. Μου είναι αδύνατο ν' απαλλαγώ από αυτό το άγχος. Δεν μπορώ να το καταπολεμήσω, όσο κι αν προσπαθώ». 

Και στον Άγγελο: «Ίσως εσείς σαν ψυχίατρος μπορέσετε να με βοηθήσετε».

Να 'ταν τάχα προαίσθημα τραγικό;...



Στις 4 Ιανουαρίου του 1960 ο Albert Camus πεθαίνει σε τροχαίο στη νότιο Γαλλία. Ήταν μόνο 46 χρονών.



«Όχι μπαρούτι......Αγάπη μονάχα να ζητάς, αγάπη...». 

29 τ' Απρίλη. Αεράκι ανάλαφρο θαλασσινό, ευωδιές από πεύκο, θυμάρι, ρύκι και χαμομήλι, παπαρούνες σπαρμένες ολούθε στα πόδια μας κι ο Ναός της Αφαίας Θεάς. Στοχαστικός, γαλήνιος, αιώνιος. 

Ο Albert Camus με τη χλομάδα ακόμα πιο έντονη στο πρόσωπό του ξεμάκρυνε από μας, βάδισε σαν υπνωτισμένος προς τα ερείπια. Μοναχική φιγούρα στον έρημο χώρο, τον βλέπαμε να κινείται αργά, τελετουργικά, ν' ατενίζει με δέος τη μετώπη, ν' αγγίζει ευλαβικά τις δωρικές κολόνες, ν' αγναντεύει κάτω τη θάλασσα, να λυγίζει το γόνυ σε προσκύνημα. Κι αναπάντεχα ν' απλώνει το κορμί πάνω στις ζεστές πλάκες και ν' απομένει ακίνητος, με τα μάτια σφαλιστά σα νεκρός.

Ένα μαυριδερό ξυπόλυτο παιδάκι, μ' ένα πολύχρωμο μπουκετάκι στο χέρι, ξεφύτρωσε ξαφνικά ανάμεσα στα ερείπια κι ήρθε και στάθηκε πάνω απ' τον Camus να τον περιεργάζεται. Και πριν προλάβουμε να το απομακρύνουμε τον ρώτησε: 

«Κοιμάσαι καλέ; κοιμάσαι;»

Ο φίλος μας άνοιξε τά μάτια του, είδε το μικρούλη να του προσφέρει τα λουλούδια, ανασηκώθηκε κι ονειροπαρμένος, όπως ήτανε, του χαμογέλασε αχνά, ψιθύρισε ένα «ευκαριστώ» κι έχωσε το πρόσωπό του μες στ' αγριολούλουδα να οσφραίνεται άπληστα το παρθενικό άρωμά τους.

Ωστόσο το χεράκι, του μικρού έμενε πάντα εκεί απλωμένο. Ο Camus το πρόσεξε κι απόρησε. 

«Τι ζητάς όμορφο Ελληνόπουλο; Τι ζητάς;» Και ξαφνικά με αγωνία: «Όχι μπαρούτι, ποτέ πια μη ζητήσεις μπαρούτι, σε ικετεύω. Αγάπη μονάχα να ζητάς αγάπη...». 

Τ' αγκάλιασε και το φίλησε τρυφερά. Στις ανώτερες σφαίρες που ταξίδευε εκείνη την ώρα ο συγγραφέας μας πώς να του πάει ο νους στα ευτελή και στα γήινα; Στο παραδάκι! Ο μικρός, παραξενεμένος, κοίταζε με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια του τον αλλόκοτο ξένο που του μιλούσε σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε, τον κρατούσε αγκαλιά δίχως να του βάζει και τίποτα στο χεράκι, που δεν έλεγε να το μαζέψει. Τότε, πλησιάσαμε κι εμείς και την ώρα που χάιδευα το παιδάκι, ο Άγγελος του 'χωσε με τρόπο στη χούφτα του λίγες δραχμούλες.

«Στο Ναό μένεις;» τον ρώτησε ο Camus που βρισκόταν πάντα στα σύννεφα. 

«Μπιτ χαζός είναι ο κύριος; Στα χαλάσματα θα μένω;» αγανάχτησε ο μικρούλης όταν του εξηγήσαμε. 

«Έχω σπίτι εγώ, να εκεί...» κι έδειξε με το χεράκι του μια καλύβα, «κάτου στη θάλασσα».

«Θάλαττα, θάλαττα» φώναξε ο Camus, και πετάχτηκε απάνω, η έξαψη να χρωματίζει το πρόσωπό του. Κι αρχίνησε να κατηφορίζει με το ένα χέρι ψηλά ανεμίζοντας σαν πολύχρωμη σημαία τα λουλούδια, και με τ' άλλο να τραβάει το παιδί που τα 'χε ολότελα πια χαμένα.

Η Άγια Μαρίνα τότε ακόμα ήτανε μια πανέμορφη παρθένα αγκαλιά, κι η θάλασσά της κρου-σταλλένια. Ασυγκράτητη, έτρεξα να χωθώ στό νερό. 

«Albert όχι εσείς, σας το απαγορεύω» φώναξε ο Άγγελος που ερχότανε παρέα μου. 

«Το νερό είναι πάγος κι ύστερα από την τελευταία αρρώστια σας...». Και τότε ο Camus είπε τούτα τα λόγια που θα τα θυμάμαι σ' όλη μου τη ζωή: 

«Όταν βλέπεις τη Λητώ με τι λαχτάρα και τι κέφι μπαίνει στη θάλασσα, δεν μπορείς ν' αντισταθείς. Θα την ακολουθήσεις ακόμα κι αν είναι να χαθείς». 

Κι όπως έστρεψα το κεφάλι, είδα τον Camus με το κάτασπρο λιγνό κορμί να προχωρεί θαρραλέα και να μπαίνει στη θάλασσα αργά κι επίσημα σα να παν να λουστεί στα νερά του Ιορδάνη.

Λητώ Κατακουζηνού, Συντροφιά με τον Albert Camus, εκδόσεις Ερμείας 


Τον Ιούνιο του 1959, ο Καμί επισκέφθηκε το Σίγρι με το σκάφος του εκδότη του, Μισέλ Γκαλιμάρ.


«Είναι ο τόπος των θεών, ό,τι ζητήσεις στο δίνουν».

Ιούνιος 1959

Δειλινό της Αθήνας. - Ώρα που νιώθεις όλα τα βάρη του κόσμου να πέφτουν απάνω σου. Κι η μοναξιά ασήκωτη, απλώνεις το χέρι στον αγαπημένο σου σύντροφο, στον καλό φίλο, πίνεις ένα ποτό, ανάβεις τσιγάρο ακούς μια αγαπημένη σου μελωδία...

Τούτη την ώρα ο Albert Camus μας φανέρωσε το κρυφό μυστικό του.

Στο Σύγρι, το μικρό ψαράδικο χωριό στα δυτικά, στην άκρη της Λέσβου, θα πήγαινε την ερχόμενη άνοιξη. Εκεί θα τέλειωνε ένα έργο του για το θέατρο. Το θέατρο, η μεγάλη αδυναμία του. 

Ερχόταν μας είπε από το νησί. Είχε πάει με το πλεούμενο του φίλου του Gallimard, μαζί τους θαρρώ κι ο ζωγράφος Πράσινος. Στη Μυτιλήνη, σε κάποια αδιαθεσία του κι ένα μικροατύχημα του φίλου του, οι κάτοικοι, δίχως να ξέρουν ποιοι ήτανε, τους περιποιήθηκαν τόσο πολύ, τους πρόσφεραν τόση ανθρώπινη ζεστασιά, που άγγιξαν βαθιά την ευαίσθητη καρδιά του.

Και ο Camus συγκινημένος από τη ζωντανή ακόμα ανάμνηση συνέχισε:

«Αργότερα όταν αράξαμε στο Σύγρι μαγεύτηκα από την γραφική λιτότητα του τοπίου, τους απλούς ανθρώπους, το απολιθωμένο δάσος και το μύθο για κείνο το άλλο, που λένε πως βρίσκεται στο βυθό. Εδώ θέλω να 'ρθω να ζήσω και να εργαστώ» είπα σε κάποια στιγμή. «Να εκεί, πάνω στη θάλασσα, σ' αυτό το απόμερο σπιτάκι».

«Τι λέει ο ξένος;» πετάχτηκε κάποιος από τους ανθρώπους που μας περιτριγύριζαν περίεργοι. Κι όταν ο φίλος μου του εξήγησε:

«Πάρτο στο δίνω, είναι δικό σου. Έλα να κάτσεις όσο θες» μου το πρόσφερε καλόκαρδα ο νοικοκύρης του.

«Καταλαβαίνετε» μας έλεγε με έξαψη ο Camus «είναι ο τόπος των θεών, ό,τι ζητήσεις στο δίνουν».



«Είναι πολύ ωραίο το νησί σου Άγγελε, ωραίο και αρρενωπό» συνέχισε ο Camus.
«Ωστόσο οι ελαιώνες, καταπράσινοι λόφοι, καμπύλες τρυφερές, ασημοντυμένες οδαλίσκες να λικνίζονται στον Αιγαιοπελαγίτικο αγέρα, παντρεύονται αρμονικά με τα ψηλά αρρενωπά βουνά, που τις καμαρώνουν ξαπλωμένες νωχελικά στα πόδια τους. Βουνά που αγναντεύουν πέρα κατά την Ανατολή, κληρονόμοι περήφανοι τής Ιωνικής φιλοσοφίας...

Κι όμως φίλοι μου η μεγάλη Ευρωπαϊκή λογοτεχνία από τον Dostoivski κι ύστερα αγνοεί το τοπίο, γυρίζει την πλάτη στην αθάνατη ομορφιά της φύσης και περιορίζεται στους μεγάλους δρόμους τής πολιτείας.

Αλλά πέρα από τη γεμάτη ιστορία φύση του νησιού, μ' εντυπωσίασαν και οι άνθρωποι που το κατοικούνε. Εκεί που θαρρείς πως είναι στεγνοί σαν τις αστυβιές και τις βαλανιδιές τους, ανακαλύπτεις μέσα τους ψυχικούς χυμούς, πολύτιμους, κρυμμένους θησαυρούς σαν τ' ασήμια απ' τις εληές τους.

Εκεί θα πάω να ζήσω Άγγελε, στο νησί σου. Όμως στα δυτικά, στο γυμνό βράχο του γραφικού ψαράδικου χωριού. Ποιος ξέρει... ίσως για πάντα...»

Ο Camus συνεπαρμένος από την ιδέα έλεγε, έλεγε όπως καμιά φορά το συνήθιζε, σα να μονολογούσε. Κι ο κύκλος έκλεισε. Δακτυλίδι πολύτιμο, αρραβώνας του Camus με την τωρινή μας Ελλάδα.

Κι εμείς χωμένοι στις πολυθρόνες μας, ή ψυχή μας να ευφραίνεται, ακούγαμε το παραμιλητό του φίλου μας, το πρόσωπό του να ξεχωρίζει στο σούρουπο χλωμό και απόκοσμο.

«Θα στέκω εκεί στην άκρη του γιαλού ν' αγναντεύω τη θάλασσα... τα κύματα του Αιγαίου να μου φέρνουν μηνύματα μακρινά, μηνύματα από την Tipasa, αρώματα της πατρίδας μου... Θα στέκω εκεί με τις ώρες, η αρμύρα να καίει τα μάτια μου, να μου στεγνώνει τα χείλη... Και θα αποχαιρετώ τον ήλιο στην κάθε δύση του, να συνηθίσω το χωρισμό. Να μη φοβάμαι τον τελικό αποχωρισμό... το θάνατο... Να συλλογιέμαι... Τι όμορφος που είναι, τι μεγαλείο που έχει ο χωρισμός...

Κι άλλες φορές, μονάχος μες στη βαρκούλα μου, κάργα το πανί στον άγριο αγέρα, θ' αρμενίζω σαν παλαβός στο μανιασμένο πέλαγο, κυνηγημένη, έρημη, χαμένη ψυχή. Κι ίσως σε κάποια απανεμιά, αποσταμένος πια σα γέρνω, στην κουπαστή να θωρώ της θάλασσας τα βάθη, ίσως και μου φανερωθούν εκείνες οι ψυχές, που είναι στα σπλάχνα της θαμμένες, για πάντα στην αιώνια σιωπή. Δάσος απολιθωμένο, που όπως όλοι λένε βρίσκεται εκεί στο βυθό, μα που εγώ δε στάθηκα τυχερός και δεν το είδα...»

Σίγρι, photo: Christos Sotiropoulos 


Δειλινό αξέχαστο, που δε θα σβήσει ποτέ από τη θύμησή μας. Τον Camus χαμένο στα οράματά του να ονειρεύεται τη ζωή του στο Σύγρι. Εκεί που ακούμπησε την καρδιά του. «Καρδιά μου ποτέ πιστή...».

Ήταν ή τελευταία φορά που ήρθε στο σπίτι μας. Ποτέ πια δεν ξαναγύρισε στην Ελλάδα.

Λητώ Κατακουζηνού, Συντροφιά με τον Albert Camus, εκδόσεις Ερμείας