Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναζίμ Χικμέτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναζίμ Χικμέτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

«Ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του», Ναζίμ Χικμέτ, ένα παραμύθι


Η λογοτεχνία αρχινάει και τελειώνει με το παραμύθι

Για μένα
, όλη η λογοτεχνία, για όλα τα είδη της, αρχινάει με το παραμύθι και τελειώνει με το παραμύθι. Μα πάλι, το παραμύθι είναι πολύ κοντά στην ποίηση. Το παραμύθι με το ρυθμό του, την επανάληψή του, τη λακωνικότητά του, τη φαντασία του, την αγάπη του, την τραγωδία του, την άπλα του, το αντικείμενό του και τον άνθρωπό του, τη δουλειά του, στη φύση και στη δημιουργία του που δε συναπαντηθηκε με το ταίρι του, αλλά και με τις ελπίδες μας, τους φόβους μας, τις αγάπες μας με όλη τη βαθύτητά τους, όλη την απλοχωριά που τα καινούργια αντικείμενα τα κουβαλάνε οι καινούργιοι άνθρωποι, τα καινούργια ζώα με τη δημιουργία τους, είναι βέβαια πολύ κοντά στην ποίηση.




Το παραμύθι ενώνει την ανθρωπότητα

Στη γλώσσα επάνω να ήτανε μια γλώσσα σαν μουσική ακόμα όλων των λαών, όλων των πραγμάτων, όλων των θέσεων της κουλτούρας δεν είναι συνεταιριστικό πράγμα ακόμα. Τη μουσική της Ασίας όταν την ακούσει ο Ευρωπαίος, δε θα μπορέσει με το πρώτο να την καταλάβει. Ο Μπετόβεν με όλη την πολιτιστική αντικειμενικότητα δεν είναι ένας συνθέτης που θα τον καταλάβουνε αμέσως. Μα το παραμύθι είναι όλων των λαών, όλων των εποχών και της κουλτούρας. Το πιο βαθύ αράπικο παραμύθι ο Γιάπιονας ή ο Εγγλέζος θα το καταλάβει αμέσως και θα το αγαπήσει. Ο Ρώσος είτε είναι εργάτης είτε είναι κολχόζνικος είτε είναι γνώστης του ατόμου, στο πιο βαθύ τούρκικο παραμύθι αμέσως θα καταλάβει τη γλύκα. Ένα παιδί απ’ τις Ινάες μαζί με τον πατέρα του μπορούνε ν’ ακούσουνε το ίδιο παραμύθι. Το παραμύθι ενώνει την ανθρωπότητα.

Αργά ή γρήγορα όλοι οι λαοί, πάνω κάτω, τους ίδιους κοινωνικούς δεσμούς γνωρίσανε. Λίγο πιο βαριά, λίγο πιο δυνατά, λίγο πιο περιστροφικά αυλακώνουνε από μια μεγάλη νερομάνα σε μια μεγάλη θάλασσα με σταθερή κατεύθυνση, με ξεχωριστή σημασία, που δεν κοιτάζει στην ωρίμανση λογιώ λογιώ πανοραμάτων τις ξεχωριστές λοξοδρομήσεις. Έτσι τα παραμύθια, λίγο πολύ, το ένα στο άλλο θα μοιάζουνε. Οι διανοούμενοι συναγωνίζονται γύρω απ’ αυτήν την ομοιότητα. Πολλές ιδέες σπρώχνονται μπροστά. 


Το παραμύθι να τ’ ακούς απ’ το να το διαβάζεις είναι καλύτερο. Ν’ αρχίσω να διηγούμαι:


 Ήτανε κάποτε κι έναν καιρό...




Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς. Αυτός ο βασιλιάς, μια μέρα των ημερών, έβγαλε κράχτες στους δρόμους:

- 'Οποιος βρει για μένα τον προφήτη Ηλία και μου τον φέρει, αυτουνού θα του δώσω ό,τι ζητήσει, έτσι οι κράχτες εφώναξαν.

Ποιος θα βρει τον Προφήτη Ηλία; Ο Προφήτης Ηλίας κατέβαινε στο μπαϊράμι του προφήτη Ηλία στη γη. Στους καλούς τους ανθρώπους, μια φορά τους φανερωνότανε στα μάτια τους, μα στους πολύ καλούς ανθρώπους. Όσοι θ’ απαντούσανε θα ζητούσαν, απ’ εκείνον ό,τι η καρδιά τους το θελήσει. Κι ο προφήτης τους το έδινε. Αλλά εκείνο που διέταξε ο βασιλιάς για τον προφήτη ήτανε εύκολο να το βρει;



Khizr and Elijah Praying in Mecca
Illuminated Manuscript collection of Stories of the Prophets
___________


Σ’ εκείνη την πολιτεία ζούσε ένας πολύ φτωχός άνθρωπος. Τα παιδιά του και τα μωρά του δεν ήσανε και λίγα. Με τη βία συντηριότανε, πολλές φορές τα βράδια κοιμόντουσαν νηστικά. Να, αυτός ο άνθρωπος σαν άκουσε τους ντελάληδες, είπε στη γυναίκα του:


- Όπως και να είναι όλοι μας απ’ την πείνα θα πεθάνουμε, το πιο καλό έχω να πάγω στον πατισάχ και να του πω πως θα βρω τον προφήτη Ηλία και θα τον φέρω σ’ αυτόν. Σαράντα μέρες θα ζητάω προθεσμία. Θα θέλω και για σας χρήματα πολλά, τόσο, ίσαμε να πεθάνετε. Σαράντα μέρες ύστερα ο βασιλιάς θα με κρεμάσει εμένα, θα με μακελέψει, σημασία δε δίνω. Τουλάχιστον εσένα και τα παιδιά μας θα γλιτώσω απ’ την πείνα.


"Χαμάλης" (Hamal, Istanbul)
________


Η γυναίκα αγαπούσε πολύ τον άντρα της. Για να τον κάνει ν’ αλλάξει ιδέα είπε του κόσμου τα λόγια, έκαμε ό,τι ερχόταν απ’ το χέρι της. Αλλά του κάκου. Ο άνθρωπος πήγε στο βασιλιά:

- Βασιλιά μου, του είπε, εγώ θα βρω τον προφήτη Ηλία και θα τον φέρω σε σένα. Θέλω τόσες μέρες διορία και τόσα λεφτά, τα παιδιά μου και τα μωρά μου για να γλυτώσω απ’ την πείνα.

Ο βασιλιάς έδωσε στους ανθρώπους του διαταγή. Ο δικός μας ο άνθρωπος σαράντα μέρες κουβάλησε τρόφιμα στο σπίτι του με τα λεφτά που πήρε απ’ τον πατισάχ. Τα παιδιά και τα μωρά σαράντα μέρες ως να χορτάσουνε φάγανε και ήπιανε.


Πίνακας με το κεφάλι του Αλή Πασά κατά την παράδοσή του στον Σουλτάνο Μαχμούτ Β’
________


Στις σαράντα και μια μέρα, ο βασιλιάς φώναξε τον άνθρωπο σιμά του:


- Βρήκες τον προφήτη; τον ρώτησε.

Ο άνθρωπος του αποκρίθηκε:

- Δεν μπόρεσα να τον βρω βασιλιά μου, του είπε. Αν θέλεις και την αλήθεια και να τον βρω δεν μπορώ. Τα παιδιά μου, τα μωρά μου για να γλυτώσω απ’ την πείνα, σου είπα αυτό το ψέμα.

Ο βασιλιάς θύμωσε. Αλλά στον άνθρωπο ποια ποινή να δώσει, πρώτα ήθελε μαζί με τους βεζυράδες να κουβεντιάσει. Ρώτησε τον πρώτο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις για τον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο πρώτος βεζύρης έδωσε αυτή την απόκριση:

- Σαράντα κομμάτια να κάνεις αυτόν τον άνθρωπο και κάθε του κομμάτι να δώσεις στους χασάπηδες να κρεμάσουνε από ένα τσιγκέλι.

Ακριβώς εκείνη την ώρα ένα παιδάκι παρουσιάστηκε στη μέση:

- Ο καθένας, είπε το παιδί, σύμφωνα με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει το παιδί. Γύρισε και ρώτησε στο δεύτερο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις να δώσω στον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο δεύτερος βεζύρης έδωσε αυτή την απόκριση:

- Να γδάρετε το δέρμα του και να το γεμίσετε άχυρο.
Το παιδί που πρόβαλε στη μέση, είπε:

- Ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς ρώτησε στον τρίτο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις εσύ να δώσω στον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο τρίτος βεζύρης έδωσε αυτήνε την απόκριση:

- Βασιλιά μου, αυτός ο άνθρωπος για να πει το ψέμα, αιτία είναι η πείνα. Λιγάκι κι εσείς να έχετε έλεος, αν έχετε λιγάκι ευσπλαχνία να χαρίσετε σε αυτό τον άνθρωπο.

Το παιδί που πρόβαλε στη μέση, είπε:

- Ο καθένας με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς ρώτησε το παιδί:

- Ποιος είσαι εσύ; Από πού βγήκες; Όλο λες: «ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του». Τι θες να πεις με αυτά τα λόγια;

Το παιδί έδωσε αυτή την απόκριση:

- Εκείνο που θέλω να πω είναι αυτό: ο πρώτος βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε χασάπης. Γι’ αυτό είναι που σύμφωνα με το επάγγελμά του για ποινή να μακελέψεις σου το ζήτησε. 


Ο δεύτερος βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε παπλωματάς. Κι εκείνος σου ζήτησε σύμφωνα με το προηγούμενο επάγγελμά του. 

Ο τρίτος ο βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε εργάτης. Η φτώχεια, η πείνα τι είναι, τις ξέρει. Και κείνος, για λόγο της πείνας, τον άνθρωπο που είπε ψέματα ήθελε να τον σχωρέσεις. 

Όσο η σειρά ήρθε σε μένα: Εγώ είμαι ο Προφήτης. Στα μάτια των καλών ανθρώπων φαίνομαι. Ούτε για σένα, ούτε για τους βεζύρηδές σου, αλλά αυτού του φτωχού ανθρώπου και στον τρίτο βεζύρη σου ήρθα για να δειχτώ στα μάτια τους. Άφησε λεύτερο τον άνθρωπο. Εκείνο που είπε το έκαμε, εμένα μ’ έφερε μπροστά σου.


Prophet Elijah Rescuing Nur ad-Dahr from the Sea, a scene from the Hamzanama 
(Persian miniature by Mir Sayyid Ali )
________


Ο βασιλιάς κι οι βεζύρηδες εμείνανε κατάπληκτοι. 


Ο Προφήτης, ο φτωχός άνθρωπος κι ο τρίτος βεζύρης επειδή ξέρανε πως κακό δε θα κάμνανε, τα χέρια τους, τα βραχιόνια τους, ελεύθερα κουνώντας αφήσανε το παλάτι και φύγανε.


The ascent of Elijah toward heaven
( Northern Russian icon, 1290)
_________


Nαζίμ Χικμέτ, Ο Προφήτης, Παραμύθια (Ναζίμ Χικμέτ, 
τα έργα του, βιβλίο δεύτερο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή)


Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

«Στη διαταγή του ανθρώπου είναι ο κόσμος», Ναζίμ Χικμέτ



Ναζίμ Χικμέτ, Αυτοπροσωπογραφία, παστέλ σε χαρτόνι, Τσάνγκιρι, 1940
__________


Ναζίμ Χικμέτ, μια ζωή, ένας αγώνας


Ο ποιητής Ναζίμ Χικμέτ, μια από τις σημαντικότερες μορφές της τούρκικης λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, γεννήθηκε στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη στις 15 Ιανουαρίου 1902. Ο πατέρας του Χικμέτ Ναζίμ Μπέης, υπηρετούσε στο Υπουργείο Εξωτερικών και υπήρξε για μικρό χρονικό διάστημα πρόξενος στο Αμβούργο. Όταν απολύθηκε, εργάστηκε ως διαχειριστής σε κινηματογραφικές αίθουσες. Η μητέρα του, Αϊσέ Τζελιέ Χανούμ, ήταν ζωγράφος κι εγγονή του -γερμανικής καταγωγής- Οθωμανού στρατάρχη, Μεχμέτ Αλή. Λόγω της διάστασης των γονιών του, ο ποιητής πέρασε πολλά από τα παιδικά του χρόνια κοντά στον παππού του, στις διάφορες περιπλανήσεις του, ως ανώτερος κρατικός αξιωματούχος στη Μικρά Ασία. 

Ολοκλήρωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στην Κωνσταντινούπολη και το 1918 γράφτηκε στη Ναυτική Σχολή Χάλκης, η οποία βρισκόταν κάτω από τη διοίκηση του Κεμάλ Πασά. Ο διοικητής του, άκουσε και θαύμασε το ποίημά του «Λόγια Ενός Αξιωματικού Του Ναυτικού», που είχε γράψει, μόλις, στα 12 του χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, η πορεία του στο Ναυτικό τερμάτισε απότομα, γιατί αρρώστησε από πλευρίτη στη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας - και δεδομένου ότι δε μπόρεσε να ανακτήσει πλήρως την υγεία του -, απαλλάχθηκε από τα καθήκοντα του, σαν άτομο με ειδικές ανάγκες (1920). Λίγο αργότερα, διορίστηκε καθηγητής στην Ανατολία, στο γυμνάσιο Bolu, για σύντομο διάστημα.



Hatice Piraye Altınoğlu Τσάνγκιρι, 1940, παστέλ σε χαρτί 
_________


Στις 31 Ιανουαρίου 1935 παντρεύεται με την πρώτη του γυναίκα, Hatice Piraye Altınoğlu. Το 1938 το καθεστώς τον καταδικάζει σε 40 χρόνια φυλακή. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, μεταξύ 1938 και 1950, αλληλογραφούσε μαζί της και περιστασιακά τη συναντούσε στη φυλακή. 

XIII

[...]
Κι εγώ γεμάτος απ’ την απουσία σου
φορτωμένος με την ανυπομονησία μεγάλων ταξιδιών
περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό μέσα στην Προύσα.

XIX

[...]
Και συ απ’ το βάθος των χρυσών ματιών σου θα χαμογελάσεις.
Βρισκόμαστε όπου βρίσκεται κι ο κόσμος μας.



Ο Ναζίμ Χικμέτ στη φυλακή της Προύσας
__________

Ο «Ρομαντικός Επαναστάτης», όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλούν οι κριτικοί, ύμνησε μέσα από το έργο του τον κοινωνικό αγώνα των ανθρώπων για ελευθερία και ισότητα, ειρήνη και αλληλεγγύη. Με την ίδια ορμή όμως ύμνησε και τον έρωτα και τους ανθρώπινους πόθους. Τα έργα του, λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων, βρίσκονταν πάντα στο στόχαστρο του τουρκικού κρατικού μηχανισμού, ο οποίος λογόκρινε κάθε του γραπτό, κάθε του λόγο και κάθε του πράξη.

Σε όλη τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου, ο Χικμέτ θα γνωρίσει «από μέσα» πολλές φυλακές σε όλη την επικράτεια της χώρας. Ο ποιητής όμως δε θα λυγίσει:

Τρύπησαν την καρδιά μου από δεκαπέντε μεριές.
Θάρρεψαν πως δε θα χτυπάει πια η καρδιά μου από τη λύπη της!
Η καρδιά μου πάλι χτυπά
η καρδιά μου πάλι θα χτυπήσει!

Ακόμα και μέσα από τη φυλακή κατάφερε να εμφυσήσει την ελπίδα μεταμορφώνοντας τον χώρο των φυλακών σε σχολείο και εργαστήρι τεχνών. Λέγεται ότι την αγάπη του για τη ζωγραφική την κληρονόμησε από την μητέρα του. Το πάθος του αυτό ήρθε στο προσκήνιο για πρώτη φορά στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης και κορυφώθηκε στα σχέδια που έκανε στις φυλακές του Τσάνγκιρι, με σκηνές από το εσωτερικό των φυλακών, πορτραίτα των φυλακισμένων και πολλές αυτοπροσωπογραφίες.


Φυλακές Τσάνγκιρι,1940. Άποψη της αυλής από τα εργαστήρια, για ξυλουργούς, γανωματήδες, ράφτες κλπ.
_________


Κάτω από την πίεση της παγκόσμιας κατακραυγής, το καθεστώς αναγκάζεται να απελευθερώσει τον ποιητή, ο οποίος είχε ξεκινήσει απεργία πείνας, το 1950. Την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης. Ωστόσο παρακολουθείται συνεχώς. Αρχίζει και πάλι να εργάζεται σαν σεναριογράφος αλλά οι πιέσεις συνεχίζονται. Αν και απαλλαγμένος από τη στρατιωτική θητεία, το καθεστώς τον καλεί να καταταγεί!

Το 1951 φεύγει κρυφά στη Ρουμανία και την ίδια χρονιά του αφαιρείται η τουρκική ιθαγένεια. Ταξιδεύει σε πολλές χώρες και το 1952 εκλέγεται μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης. Το 1960 παντρεύεται για δεύτερη φορά στην ΕΣΣΔ.

Τα ξημερώματα της 3ης Ιούνη 1963, σε ηλικία 61 ετών, έπεσε νεκρός από καρδιακή προσβολή, καθώς άπλωνε το χέρι για να πάρει την εφημερίδα του, στον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας, στη Μόσχα, όπου διέμενε. Τάφηκε στο ονομαστό κοιμητήριο της ρωσικής πρωτεύουσας, Νοβοντονίτσκι. Η μορφή του «Άνδρα που Περπατάει Κόντρα στον Άνεμο», από ένα από τα διάσημα ποιήματά του, απαθανατίζεται στην επιτύμβια στήλη του από μαύρο γρανίτη. 


Ο τάφος του Ναζίμ Χικμέτ (Ιούλιος 1985)
_________


Το 2009 η κυβέρνηση Ερντογάν τού απέδωσε -μετά θάνατον- και πάλι την τουρκική ιθαγένεια. Η επιθυμία του όμως να ταφεί κάτω από ένα πλάτανο σε ένα οποιοδήποτε νεκροταφείο της Μικράς Ασίας, δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα.

Θάψτε με στην Ανατολία.
Σ’ ένα κοιμητήρι χωριού.
Κι αν γίνεται ένα πλατάνι
νά ‘ναι πάνω απ’ το κεφάλι μου.
Αυτό μου φτάνει.

Από το πρόλογο του Στέλιου Μαγιόπουλου στη δίτομη έκδοση 
«ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, τα έργα του», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»





Τα τραγούδια των ανθρώπων

Τα τραγούδια των ανθρώπων
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους
πιο βαριά από ελπίδα
πιο λυπημένα
πιο διαρκή.

Πιότερο απ’ τους ανθρώπους
τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια
μου ‘τυχε ν’ απιστήσω κάποτε
στην πολυαγαπημένη μου,
όμως ποτέ μου στο τραγούδι
που τραγούδησα για αυτήν
ούτε ποτέ και τα τραγούδια
μ’ απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ’αυτόν τον κόσμο τίποτα
απ’ όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ’ όσες χώρες γνώρισα
απ’ όσα μπόρεσα να αγγίξω
και να νιώσω
τίποτα, τίποτα
δε μ’ έκανε έτσι ευτυχισμένον
όσο τα τραγούδια…




Αυτοβιογραφία

Γεννήθηκα στα 1902.
Στην πολιτεία που γεννήθηκα δεν ξαναγύρισα άλλη φορά
πίσω να γυρίσω δεν αγαπώ.

Τριώ χρονώ ήμουν στη Δαμασκό έγγονος του Πασά.
Στα δεκαεννιά μου στη Μόσχα φοιτητής
στο Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο.
Στα σαράντα εννιά μου πάλι στη Μόσχα
φιλοξενήθηκα στην Τσέκα-Παρτί

κι απ’ τα δεκατέσσερά μου χρόνια γράφω ποιήματα
ποιος άνθρωπος, τα χορτάρια, ποιος άνθρωπος, τα ψάρια
το είδος τους ξέρει, εγώ των χωρισμών
κάποιος άνθρωπος λογαριάζει απ’ έξω τα ονόματα
των αστεριών να ξέρει, εγώ τους πόθους.

Στις φυλακές κοιμήθηκα και σε ξενοδοχεία μεγάλα
πείνα τράβηξα κι απεργία πείνας μέσα και δεν
υπάρχει φαγητό νομίζω που δε δοκίμασα.

Στα τριάντα μου θέλησαν να με κρεμάσουν
στα σαράντα οχτώ μου το Μετάλλιο της Ειρήνης να δώσουν
σ’ εμένα

στα τριάντα έξι μου έξι μήνες πέρασα
τέσσερα μέτρα στο μαύρο μπετόν.

Στα πενήντα εννιά μου σε δεκαοχτώ ώρες πέταξα
απ’ την Πράγα στην Αβάνα.

Τον Λένιν δεν τον είδα, σκοπός εκράτησα στο φέρετρό του
στα 1924
και στα 1961 επίσκεψη που έκανα στο Μαυσωλείο είναι
στα βιβλία.

Απ’ το Κόμμα μου να με ξεκόψουνε λαχτάρισαν δεν έπιασε
και κάτω απ’ τα είδωλα που γκρεμίστηκαν δε συνθλίφτηκα.

Στα 1951 μ’ ένα νεαρό σύντροφο στη θάλασσα περπάτησα
πάνω στο θάνατο.

Στα 1952 με ραγισμένη καρδιά τέσσερις μήνες
ανάσκελα περίμενα το θάνατο.

Τις γυναίκες που αγάπησα σαν τρελός τις εζήλεψα
τοσοδά φθόνο δεν έκαμα για το Σαρλώ ακόμα,
ξεγέλασα τις γυναίκες μου
δεν ομίλησα πίσωθε των φίλων μου
ήπια μα δε γένηκα νυχτερινός.

Το ψωμί μου το έβγαλα με τον ιδρώ πάντα του προσώπου μου
για του αλλουνού το λογαριασμό
πόσο ευτυχής είμαι
εντράπηκα είπα ψέματα,
είπα ψέματα για να μην καταπονέσω άλλο
μα είπα ψέματα και στα καλά καθούμενα.

Μπίνεψα στο τρένο, στο αεροπλάνο, στο αυτοκίνητο
πολλοί δεν μπορούσανε να μπινέψουν.

Στην όπερα πήγα.
Πολλοί δεν μπορούσανε να πάνε και τ’ όνομα
ακόμα δεν είχαν ακούσει της Όπερας.
Οι πολλοί στα μέρη που πήγαινα εγώ δεν πήγαν
απ’το 1921 κι εδωνά.

Στο τζαμί, στην εκκλησιά, στο ναό, στη χάβρα, στο μάγο
με του καφέ το φλιτζάνι μου το έδειξα να δούνε.

Τα έργα μου σε τριάντα σαράντα γλώσσες τυπωθήκανε
στην Τουρκία μου στα τουρκικά μου είναι απαγορευμένα.

Ακόμα δεν επλάγιασα από καρκίνο
μα να μη με πιάσει δεν είναι στη συμφωνία.

Πρωθυπουργός κτλ. δεν έχω για να γίνω
και μερακλής δεν είμαι αυτής της δουλειάς,
και μια σε μάχη δεν μπήκα
και σ’ ένα καταφύγιο δεν κατέβηκα τα μεσάνυχτα,
και δεν έπεσα σε δρόμους σε βομβαρδισμούς αεροπλάνων,
μα ερωτεύθηκα κοντά στα εξήντα μου,

κοντολογίς σύντροφοι:

Σήμερα στο Βερολίνο είμαι να ψοφήσω από λύπη
σαν άνθρωπος μπορώ να πω πως έζησα.
Κι ακόμα πόσο καιρό θα ζήσω
απ’ το κεφάλι μου τι άλλα θα περάσουν ποιος ξέρει.

(Αυτή η αυτοβιογραφία γράφτηκε στο Βερολίνο της ΓΛΔ στις 11 του Σεπτέμβρη 1962)


Ayşe Celile Hikmet (1880, Θεσσαλονίκη – 1956, Άγκυρα)
Αυτοπροσωπογραφία της μητέρας του Ναζίμ Χικμέτ
__________


Η Πολιτεία που έχασε τη μιλιά της

Στα παιδιά μας συμβουλές

Δικαίωμά σου είναι να μη νοιαστείς. 
Σε όρθια ντουβάρια ν' αναρριχηθείς 
σε ψηλά δέντρα ν' ανεβείς. 
Σαν ένας μάστορας καπετάνιος 
να μεταχειριστείς το χέρι σου 
πάνω στη γη, σαν αστραπή που φεύγει την πισικλέτα σου... 
Και τη φωτογραφία του θρησκευτικού δασκάλου σου 
με το μολύβι σου γκρέμισε 
με ακόντια την κατήχηση 
με πράσινο σαρίκι το σκελετό του... 
Εσύ το δικό σου παράδεισο 
να στήσεις πάνω στο μαύρο χώμα.
Με το βιβλίο της γεωγραφίας σώπασέ τον 
που σε γελάει με τον «Πρωτόπλαστο Άνθρωπο». 
Εσύ μονάχα το χώμα γνώριζε 
στο χώμα πίστεψε.
Μην ξεχωρίζεις απ' την πραγματική μάνα σου 
τη μάνα σου τη γη. 
Αγάπα τη γη 
σαν τη μάνα σου.
(1928)


Ναζίμ Χικμέτ, αυτοπροσωπογραφία, Λάδι σε μουσαμά
________


Ο τελευταίος λόγος κάθε βιβλίου μου

Μη θαρρείς εσύ
πως έχει η τέχνη στον ουρανίσκο της
τη νοστιμάδα του πικρού αγγουριού...
Στους στίχους μου δεν έχω εγώ τη γεύση
που έχουν τα δάκρυα των ματιών μου.
Την ποίησή μου να την πιει κανείς δεν μπορεί 
σαν το εγγλέζικο το αλάτι.



Αισιόδοξος

Γράφω ποιήματα,
δεν τυπώνονται,
θα τυπωθούνε, μα...

Προσμένω ένα γράμμα με καλή είδηση
κι ίσως την ημέρα που θα πεθάνω να 'ρθει
χωρίς άλλο θα 'ρθει, μα...

Ούτε κυβέρνηση, ούτε παράδες, 
στη διαταγή του ανθρώπου είναι ο κόσμος
ίσως εκατό χρόνια κατόπι 
να γίνει. 

Χωρίς άλλο μια μέρα θα γίνει, μα...
(Μόσχα 12.9.1957)




Ύμνος στη ζωή

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο
τη ζωή να τη νιώθεις τραγούδι αγάπης
τι όμορφο που είναι να ζεις
σαν παιδί να απορείς και να ζεις.

Κι όμως είναι ν’απορείς πως αυτό το ωραίο τραγούδι
πως αυτή η ζωή η γεμάτη χαρά
έχει γίνει σκληρή
έχει γίνει φτηνή
και τόσο πικραμένη
που να `ναι σιχαμένη

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να σου λένε καλημέρα του κόσμου τα χείλη
τη ζωή να την κάνεις τραγούδι χαράς
τι όμορφο που είναι να ζεις
σαν παιδί να απορείς και να ζεις


Γιάννης Ρίτσος & Ναζίμ Χικμέτ, Θανάσης Πολυκανδριώτης, Στέλιος Καζαντζίδης
 [Τα βιώματά μου,1995]



Για τη ζωή

Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος
Δίχως απ’ όξω ή από πέρα να προσμένει τίποτα
Δε θα `χεις άλλο πάρεξ μοναχά να ζεις.

Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο
Με τα χέρια σου δεμένα
Ή μέσα στ’ αργαστήρι
Με λευκή μπλούζα και μαύρα ματογυάλια
Θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι, 
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα `χεις δει το πρόσωπό τους
Και θα πεθάνεις ξέροντας καλά 
Πως τίποτα πιο ωραίο, τίποτα πιο αληθινό απ’ τη ζωή δεν είναι

Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σαν να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου 
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι, γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις
Όσο κι αν φοβάσαι 
Μα έτσι, γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στη ζυγαριά

Ναζίμ Χικμέτ & Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Γράμματα στην αγαπημένη (1983)





Αυτό Είναι

Είμαι μέσα στο φως που προχωρεί
Tα μάτια μου είναι πλημμυρισμένα από πόθους
Ειν’ ωραίος ο κόσμος


Τα μάτια μου δεν κουράζονται να βλέπουνε τα δέντρα
Τα δέντρα τα τόσο γεμάτα από ελπίδα
Τα δέντρα τα τόσο πράσινα

Ένα μονοπάτι ηλιόλουστο τραβάει μέσα απ’ τις μουριές
είμαι στο παράθυρο του νοσοκομείου
Δε νιώθω τη μυρωδιά των γιατρικών
Κάπου πρέπει ν’ ανθίζουν τα γαρούφαλα
Δε νιώθω τη μυρωδιά των γιατρικών

Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος
Το να μην παραδίνεσαι αυτό είναι





Παραμονή

Αν όχι απόψε τη νύχτα,
αύριο το δίχως άλλο,
θα μπω στη φυλακή.
Μέσα μου φύλλο δε σαλεύει.
Είναι απλόχωρα μέσα μου,
γαλήνια
ωσάν ένας ύπνος δίχως κενά. 
Είναι απλόχωρα μέσα μου,
γαλήνια.
Για το λόγο που
σεριανώ το γαλάζιο του ουρανού
σαν ένα πρωτόφαντο παιδί,
για τούτο
ψες
πήγα εγώ
στην πλατεία της πολιτείας
κι είπα:
 «Να μη σκοτώνουμε τ' αδέρφια μας
για του λόγου τους,
να μη σκοτωνόμαστε!»
Αν όχι απόψε τη νύχτα, 
αύριο το δίχως άλλο, 
θα μπω στη φυλακή.
Μέσα μου φύλλο δε σαλεύει. 
Βάζω τα χέρια μου 
κάτω απ' το κεφάλι μου... 
Γροικάω το πέλαγο... 
Κοιμάμαι...


Μονάκριβή μου

Μονάκριβή μου εσύ στον κόσμο
μου λες στο τελευταίο σου γράμμα
«Πάει να σπάει το κεφάλι μου,
σβήνει η καρδιά μου.
Αν σε κρεμάσουν, αν σε χάσω θα πεθάνω».

Θα ζήσεις καλή μου, θα ζήσεις.
Η ανάμνησή μου μαύρος καπνός
θα διαλυθεί στον άνεμο.
Θα ζήσεις αδερφή
με τα κόκκινα μαλλιά της καρδιάς μου.
Οι πεθαμένοι δεν απασχολούν πιότερο από ένα χρόνο
τους ανθρώπους του εικοστού αιώνα.

Ο θάνατος ένας νεκρός που τραμπαλίζεται
στην άκρη ενός σχοινιού.
Σε τούτο εδώ το θάνατο
δεν αντέχει η καρδιά μου.

Μα να `σαι σίγουρη πολυαγαπημένη μου
αν το μαύρο και μαλλιαρό
το χέρι κάποιου φουκαρά ατσίγγανου
περάσει στο λαιμό μου τη θηλιά, 
άδικα θα κοιτάνε μες στα γαλάζια μάτια
του Ναζίμ να δουν το φόβο.
Στο σούρπωμα του στερνού μου πρωινού
θα δω τους φίλους μου κι εσένα.

Και δε θα πάρω μαζί μου
κάτω απ’ το χώμα
παρά μόνο την πίκρα
ενός ατέλειωτου τραγουδιού.

Μέλισσά μου με τη χρυσή καρδιά, 
με τα μάτια πιο γλυκά απ’ το μέλι
τι κάθισα και σου `γραψα
πως ζήτησαν το θάνατό μου.

Η δίκη μόλις άρχισε
δε κόβουν δα και στα καλά καθούμενα
έτσι το κεφάλι ενός ανθρώπου
σαν να `τανε γογγύλι.

Έλα, έλα μη μου σκας 
όλα αυτά `ναι μακρινά ενδεχόμενα. 

Έλα και μη ξεχνάς
πως η γυναίκα ενός φυλακισμένου
δεν κάνει να `χει μαύρες έγνοιες.

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος & Ναζίμ Χικμέτ
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Γράμματα στην αγαπημένη (1983)




Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
μέσα απ' τους θορύβους του θανάτου
και της νίκης
Να συλλογιέμαι εσένανε
μέσα απ' τη φυλακή
κι έχοντας περασμένα τα σαράντα

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
Να το 'να χέρι σου
σ' ένα ύφασμα γαλάζιο ξεχασμένο,
ξεχασμένο

Και να 'μαι στα μαλλιά σου
η ραθυμιά η περήφανη
της Ινσταμπούλ της γης μου

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι,
να γράφω λόγια σένα,
να σε κοιτάζω πλαγιασμένος
έτσι ανάσκελα μες στο κελί μου
Μια λέξη που ΄χες πει
την τάδε μέρα,
στο τάδε μέρος
Όχι η λέξη η ίδια
μα αυτός ο τρόπος που είχε,
που είχε μέσα της
να κλείνει όλο τον κόσμο

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
Για σένα θα σκαλίσω ακόμα
τόσα πράγματα
Θα φτιάξω ένα μικρό κουτί,
ένα δαχτυλίδι
Θα υφάνω τρεις οργιές μετάξι
Και ξαφνικά πετιέμαι ορθός
τρέχοντας να χουφτώσω
του παραθυριού τα κάγκελα
Και να φωνάζω στον γαλάζιο ουρανό 
της λευτεριάς, 
όλα μου τα τραγούδια
που ΄γραψα για σένα

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος & Ναζίμ Χικμέτ
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Γράμματα στην αγαπημένη (1983)




Νέα

Άρρωστα
αδέρφια μου,
θα γίνουμε καλά...
Οι πόνοι, οι αφανισμοί, θα πάψουνε.
Μαλακά, χλιαρά
σαν ένα ανοιξιάτικο βράδυ, θα κατεβεί η καλοπέραση.
Άρρωστα αδέρφια μου,
λίγο ακόμα υπομονή, λίγο ακόμα πείσμα.
Πίσω απ' την πόρτα που περιμένει δεν είναι ο θάνατος,
είναι η υγεία.
Πίσω από την πόρτα είναι ο κόσμος
σαν τα πουλιά.

Θα σηκωθείτε απ' τα κρεβάτια σας θα πορευθείτε
του αλατιού, του ψωμιού, του ήλιου τη γλύκα
εξαρχής θ' ανακαλύψετε,
θα κιτρινίσετε σαν λεμόνι, σαν κερί θα λιώσετε,
θα γκρεμιστείτε σαν ένας άδειος πλάτανος ξαφνικά.

Αδέρφια μου άρρωστα,
εμείς δεν είμαστε λιμάνια ούτε κεριά ούτε πλάτανος,
εμείς είμαστε άνθρωποι, δόξα τω Θεώ,
δόξα τω Θεώ ξέρουμε, τις ελπίδες μας να σμίξουμε στο φάρμακό 
μας.

«Θε να ζήσω πρέπει!»
λέγοντας
θα στηρίξω το πόδι
θ' αντιστέκομαι.

Άρρωστα
αδέρφια μου,
Οι πόνοι, οι αφανισμοί, θα πάψουνε.
Μαλακά, 
χλιαρά
σαν ένα ανοιξιάτικο βράδυ, θα κατέβει
βαριά, ανάμεσα απ' τα πράσινα δέντρα, η καλοπέραση.

(Φραντίσκο Λάζνι 30.6.1954)




Η πιο όμορφη θάλασσα

Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή
που δεν την αρμενίσαμε ακόμα.
Το πιο όμορφο παιδί δε μεγάλωσε ακόμα.

Τις πιο όμορφες μέρες, 
τις πιο όμορφες μέρες μας, δεν τις ζήσαμε ακόμα.
Δεν τις ζήσαμε ακόμα.

Κι ό,τι πιο όμορφο,
Κι ό,τι πιο όμορφο θα `θελα να σου πω,
Δε στο `πα ακόμα, δε στο `πα ακόμα.

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος & Ναζίμ Χικμέτ
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Γράμματα στην αγαπημένη (1983)




Σαν τον Κερέμ


Η ατμόσφαιρα είναι βαριά
σαν το μολύβι.
Φωνάζω,
φωνάζω,
φωνάζω,
φωνάζω:
– Τρεχάτε να λιώσουμε
μολύβι!
Φωνάζω.
Και μου λέγει εκείνος:
– Ωρέ,
εσύ με την ίδια τη λαλιά σου
στάχτη θα γίνεις
σαν τον Κερέμ
μες στη φωτιά
μες στη φωτιά!
«Καημός μεγάλος
και καημός
ανύπαρκτος!»
Τ' αυτιά των καρδιών μας
δε γροικάνε.
Η ατμόσφαιρα είναι βαριά
σαν το μολύβι.
Κι εγώ του λέγω εκεινού:
– Στάχτη θα γίνω
σαν τον Κερέμ
μες στη φωτιά
μες στη φωτιά!
Σαν δεν καώ εγώ,
σαν δεν καείς εσύ,
σαν δεν καούμε εμείς
πώς
θε να βγούνε
τα σκοτάδια
με το φως;
Η ατμόσφαιρα είναι γκαστρωμένη
σαν τη γη.
Η ατμόσφαιρα είναι βαριά
σαν το μολύβι.
Φωνάζω,
φωνάζω,
φωνάζω,
φωνάζω:
– Τρεχάτε
να λιώσουμε μολύβι,
φωνάζω!...
(1930)

Σημ. Ο Κερέμ ήταν ήρωας κάποιου λαϊκού περσικού μυθιστορήματος, που έπιασε φωτιά απ' τη στάχτη της αγαπημένης του Ασλί και κάηκε κι αυτός.


Παραδοσιακή περσική μικρογραφία ενός τροβαδούρου με το σάζι του
___________


Όπως ο Κερέμ

Είναι βαρύς ο αγέρας σαν μολύβι
Φωνάζω, φωνάζω, φωνάζω
Ελάτε γρήγορα σας φωνάζω
Να λειώσουμε το μολύβι

Κάποιος μου λέει
Φωτιά θα πάρεις απ’ την ίδια σου φωνή
Θα γίνεις στάχτη
Στάχτη σαν τον Κερέμ
Που κάηκε απ’ τον έρωτά του

Και εγώ του λέω
Ας καώ, ας γίνω στάχτη σαν τον Κερέμ
Αν δεν καώ εγώ
Αν δεν καείς εσύ
Αν δεν καούμε εμείς
Πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη


Ναζίμ Χικμέτ (απόδοση: Γιάννης Ρίτσος)
Μουσική, ερμηνεία: Μάνος Λοΐζος
Γράμματα στην αγαπημένη (1983)




Αισιόδοξος άνθρωπος

Όταν ήτανε παιδί δεν έκοψε της μύγας το φτερό
τενεκέ δεν έδεσε στης γάτας την ουρά
στα κουτιά των σπίρτων δε φυλάκισε τις κατσαρίδες
των μερμυγκιών τη φωλιά δεν εχάλασε
μεγάλωσε
όλες αυτές τις δουλειές σ' εκείνονε φκιάσανε
όταν απόθανε ήμουνα στο προσκέφαλό του
ένα ποίημα διάβασε είπε
γεια στον ήλιο γεια στο πέλαγο
τα καζάνια του ατόμου για μήνες φκιαστού,
γεια στης ανθρωπιάς το μεγαλείο.

(Μπακού, 6 Δεκέμβρη 1958)


Μερικοί από τους συγκρατούμενους του Ναζίμ Χικμέτ, 
στη φυλακή Τσάνγκιρι, Σεπτέμβριος 1940
___________


Πολεμική


Εσύ βλέπεις μονάχα το μέρος του ουρανού που ασπρίζει 
κι εγώ τη νύχτα.
Εκείνος βλέπει μονάχα τη νύχτα 
κι εγώ το μέρος του ουρανού που ασπρίζει.
(30 Αυγούστου 1958)





Τα παράθυρα

[…] σαράντα σπιτιών τα παράθυρα στην κάμαρή μου μπήκανε
                   εγώ κάθισα μέσα στο ένα
              κρέμασα τα πόδια μου στα σύννεφα
                            είμαι ευτυχής
                     ίσως μπορούσα να πω.

  (Πιτσούντα, 22 Σεπτέμβρης 1959)




Photo: Flying children, National Geographic (2012)
________


Είμαι αγάπη...

Είμαι κομμουνιστής
Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ως τα νύχια,
αγάπη θα πει βλέπω, σκέφτομαι, κατανοώ,
αγάπη θα πει το παιδί που γεννιέται,
το φως που πλημμυρίζει
αγάπη θα πει να δέσεις μια κούνια στ’ άστρα
αγάπη θα πει να χύνεις τ’ ατσάλι μ’ απέραντο μόχθο
Είμαι κομμουνιστής.
Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ως τα νύχια…

[Από τον επίλογο του μυθιστορήματός του «Οι Ρομαντικοί» (Όμορφη που ‘ναι η ζωή!…)
μτφρ. από τα γαλλικά Κώστας Κοτζιάς, εκδόσεις Θεμέλιο]




Η τελετή της κηδείας μου

Απ’ τη δικιά μας την αυλή θα σηκωθεί η κηδεία μου;
Πώς θα με κατεβάσετε από το τρίτο πάτωμα;
Στο ασανσέρ δε χωράει το φέρετρό μου
κι οι σκάλες είναι στενές.

Ίσως θα είναι στην αυλή ίσαμε το γόνατο ο ήλιος και τα 
περιστέρια,
ίσως θα πέφτει χιόνι και φωνές παιδιών θα ’ναι γιομάτη,
ίσως θα είναι βρεγμένη απ’ τη βροχή η άσφαλτος
και στην αυλή θα στέκονται σαν κάθε μέρα
οι τενεκέδες με τα σκουπίδια.

Στο καμιόνι, με ντόπιο στολίδι κι ανοιχτό
το πρόσωπό μου θα φορτωθώ
και θα μπορεί να στάξει στο μέτωπό μου από τα περιστέρια,
γουρλίδικο θα είναι.
Η μουσική να ’ρθει και να μη ’ρθει δεν έχει σημασία,
θα ’ρθουν κοντά μου τα παιδιά,
είναι μερακλίδικα τα παιδιά με τους νεκρούς.

Από πίσω μου θα κοιτάζει το παράθυρο της κουζίνας,
το μπαλκόνι μου θα με περάσει με τα τσαμασίρια της.
Στην αυλή αυτή εγώ έζησα ευτυχισμένος όσο δεν ξέρετε εσείς.
Σε όλους σας χρόνια πολλά εύχομαι φίλοι μου της αυλής.

(Μόσχα, Απρίλης 1963)




«Ο αήττητος ιππότης της δίψας»


Στις 3 Ιούνη 1963, το πρωί, ο Ναζίμ καβάλησε το άσπρο άτι του κι έφυγε καλπάζοντας πέρα απ’ την «Υψηλή Πύλη». Ίσως  τούτη τη στιγμή να βρίσκεται κάπου κοντά στο Μπολού, μια πολίχνη ανάμεσα στην Πόλη και την Άγκυρα, τριγυρισμένη από απέραντα δάση, μια πολίχνη που υπήρξε  για τον Ναζίμ η πρώτη εμπειρία της Ανατολής. 

Μ’ όλο που ήθελε να πάει στο μέτωπο, τον διορίσανε δάσκαλο σε μια περιοχή όχι μακριά από τη ζώνη του πυρός. Από κείνο το μέρος πότε-πότε, αν κολλούσες τα’ αυτί σου στο χώμα, θ’ αφουγκραζόσουνα τον ήχο των κανονιών.

Στο Μπολού, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, έζησε ο Κεΐρογλου, ο «Γιος του τυφλού», ήρωας ενός επικού τραγουδιού, του έπους του Κεΐρογλου. Αποτελείται από αναρίθμητα τραγούδια κι επεισόδια και τραγουδιέται από τους ασίκηδες – ερωτευμένους, πάει να πει, με μια γυναίκα ή με την ίδια την ποίηση -  τις παγερές χειμωνιάτικες νύχτες.  

Και να ο σκελετός του μύθου: Ο πρίγκηπας του Μπολού, ένας απάνθρωπος και τυραννικός μπέης, διατάζει να βγάλουνε τα μάτια ενός γέρου τον οποίο κρατάει άδικα φυλακισμένο. Ο γέρος αυτός έχει ένα γιο, ένα γενναίο παλικάρι, που βγαίνει στο κλαρί, αντάρτης. Σε λίγο καιρό τον ακολουθάνε κι άλλα παλικάρια. Ο Κεΐρογλου, καβάλα σ’ ένα άσπρο άλογο, υπερασπίζεται το λαό. Θα εκδικηθεί τον πατέρα του και θα νικήσει την τυραννία.

Ναι, για κάτι ανάλογο πρόκειται όταν μιλάνε για τον άγνωστο έφηβο, ξανθό, γαλανομάτη, τον Ναζίμ Χικμέτ.

Έχεις δίκιο
Η Δουλτσινέα είναι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου.
Μα βέβαια έπρεπε αυτό να το βροντοφωνάξεις
κατάμουτρα στους κούφιους μικροεμποράκους.
Μα βέβαια έπρεπε απάνω σου να χιμήξουν
και να σε τσακίσουν στο ξύλο.
Όμως εσύ είσαι ο αήττητος ιππότης της δίψας.

(απόσπασμα από το ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ «Δον Κιχώτης»

Ώστε ο Ναζίμ δε ζει πια; Όχι διάβολε, αυτό είναι αδύνατο, να μείνει κλεισμένος μέσα σ’ ένα φέρετρο, άσε που κανείς δεν ξέρει τι είναι ικανός αυτός ο Ναζίμ να σκαρώσει και με τον ίδιο το θάνατο! 

Αμπιντίν Ντίνο, Ναζίμ Χικμέτ, Ο φίλος μου
Πρόλογος στο μυθιστόρημα του Ναζίμ Χικμέτ 
Οι Ρομαντικοί (Όμορφη που’ναι η ζωή!.....)
Εκδόσεις Θεμέλιο


Ο Ναζίμ Χικμέτ – Σκίτσο του Αμπιντίν Ντινό από την έκδοση “Ναζίμ Χικμέτ:
Οι ρομαντικοί (Όμορφη που ’ναι η ζωή!…)”, Θεμέλιο, 1976
________



Πηγές 
  • Ναζίμ Χικμέτ, τα έργα του (2 τόμοι), Σύγχρονη Εποχή
  • Ναζίμ Χικμέτ, Οι ρομαντικοί, Θεμέλιο

Αυτοπροσωπογραφία, Κωνσταντινούπολη, 1939, παστέλ σε χαρτί.
___________