Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Λόρδος Byron, ο επαναστάτης ποιητής που αγαπούσε την ελευθερία


Πορτρέτο του Λόρδου Βύρωνα (1818) από τον Χένρυ Μέγερ,
αντιγράφοντας τον Τζέημς Χολμς, Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου.
_____________


Ο επαναστάτης ποιητής που αγαπούσε την ελευθερία

Ο μεγάλος Άγγλος ρομαντικός ποιητὴς του ΙΘ΄ αιώνα είναι η σημαντικώτερη απὸ εθνικὴ σκοπιὰ περιηγητικὴ μορφὴ της προεπαναστατικής περιόδου. Ταξίδεψε στην Ανατολὴ το 1809-1811 και η πρώτη γνωριμία του με Έλληνες έκρινε την κατοπινή του πνευματική πορεία και την ανθρώπινη μοίρα του. Ο αγωνιστὴς της ελευθερίας του 1824 ήταν πριν 15 χρόνια ένας νεαρὸς εύθυμος περιηγητὴς που περιδιάβαζε ανέμελα τις ελληνικὲς στεριὲς και θάλασσες.

Γεννήθηκε το 1788 με μια μικρὴ χωλότητα στο Λονδίνο απὸ έναν αταίριαστο γάμο ανάμεσα σ' έναν άσωτο και μια κληρονόμα. Η περιουσία απὸ τον άσωτο, ήρθε ύστερα και η εγκατάλειψη. Ο μικρός, φύση βίαιη και ατίθαση, μεγάλωσε πλάϊ σε μια μάνα υστερική, άλλοτε με χάδια και άλλοτε με ξυλοδαρμούς. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα και θλιβερά. Αλλὰ σε ηλικία δέκα χρόνων κληρονόμησε τον οικογενειακὸ τίτλο, έγινε λόρδος, μελλοντικὸς πλούσιος άρχοντας.

Στο κολλέγιο και το πανεπιστήμιο έδειξε ένα πνεύμα άγριας ανεξαρτησίας, μια τάση προς την εκκεντρικότητα και την παραδοξομανία. Κάμποσα χρόνια αφέθηκε αχαλίνωτος στα πάθη του. Ύστερα η επαναστατική του νοοτροπία, οι φιλελεύθεροι κοσμοπολίτικοι προσανατολισμοί του και κυρίως ο προκλητικὰ και εχθρικὰ απροσάρμοστος στις αυστηρὲς συμβατικότητες της αγγλικής κοινωνίας χαρακτήρας του, δημιούργησαν γύρω του ασφυκτικὸ κλοιὸ και τον παρώθησαν σε απελπισμένη έξοδο. 

«Νοιώθω ναυτία για τη χώρα μου αλλὰ δεν ευνοώ καμμιά άλλη. Πέταξα τις αλυσίδες χωρὶς όμως να φορτωθώ άλλες. Είμαι σαν τον εύθυμο μυλωνά που δεν νοιάζεται για κανέναν κι' ούτε νοιάζεται κανεὶς γι᾿ αυτόν. Όλες οι χώρες είναι το ίδιο στα μάτια μου. Καπνίζω αγναντεύοντας τα βουνά και στρίβω ελεύθερος το μουστάκι μου», γράφει στον δάσκαλό του αρχικά και αργότερα στενό του φίλο, Henry Drury, στις 3 Μαΐου 1811, από τον Ελλήσποντο. 

Ταξίδεψε στη Μεσόγειο, στην Ελλάδα, στην Ανατολή. Επιστρέφοντας (1811) ξανάρχισε την ταραχώδη ζωή του. Ποιητική δόξα, σκάνδαλα. Και η καλὴ κοινωνία, αφού τον ανέβασε στα μεσούρανα αποκήρυξε με οργὴ το είδωλό της. Ο Byron εγκαταλείπει οριστικὰ την Αγγλία. Περιπλανιέται στην Ευρώπη και κλυδωνίζεται μόνιμα σ' ένα τάραχο ψυχής. Ώσπου καταφεύγει στην επαναστατημένη Ελλάδα, στην Ελλάδα των νεανικών οραματισμών του και πεθαίνει σε ηλικία 36 μόλις ετών. 

Το απόγευμα της 19ης Απριλίου του 1824, ο Βύρωνας θα ανοίξει για μια στιγμή τα μάτια του για να τα κλείσει αμέσως μετά, για πάντα. Ο Millingen ψηλάφησε το σφυγμό του. Ο μεγάλος φιλέλληνας είχε πεθάνει. Ο Millingen, με την ακρίβεια που διακρίνει τους Βρετανούς, θα καταγράψει ως ώρα θανάτου 17.45’ και 20’’. 

Τα τελευταία του καταληπτά λόγια προς τον γιατρό του δόκτορα Millingen: 

«Οι προσπάθειές σου να μου σώσεις τη ζωή θα αποβούν άκαρπες. Νιώθω πως θα πεθάνω. Δεν λυπάμαι γι’ αυτό. Ήρθα εδώ για να δώσω τέλος σε μια ζωή γεμάτη πόνο. Πρόσφερα στην Ελλάδα τα χρήματά μου, την υγεία μου και τον χρόνο μου. Τώρα της προσφέρω και τη ζωή μου».


Portrait of Lord Byron in Albanian Dress by Thomas Phillips (1813) 
© National Portrait Gallery, London.
_____________


«Σήμερα συμπληρώνω τα τριάντα-έξη μου χρόνια»
(Μεσολόγγι, 22 Ιανουαρίου 1824)


Αδιάφορη τούτη η καρδιά θα μένει
γιατί καρδιά καμμιά δεν συγκινεί:
κι’ όμως απαρνημένη και θλιμμένη
ματώνει στη στιγμή.

Οι μέρες μου χλωμά κίτρινα φύλλα
τ’ άνθη και της αγάπης οι καρποί
είναι σκουλήκια βούρκος και σαπίλα
και κούφιοι οι παλμοί.

Οι σπίθες που μου φεύγουν απ’ τα σπλάχνα
καθώς ηφαίστεια νησιού νεκρά
φλόγες δεν βγάνουνε παρά μιαν άχνα
σα νεκρικά πυρά.

Τον κλήρο του έρωτα που συνταράζει
ελπίδες και πόθους δεν έχω εγώ
μηδέ σκοπό πάρεξ ένα μαράζι
ένα βαρύ ζυγό.

Και να μην πω: «ούτε έτσι – μήτε τώρα…»
στα εξιλαστήρια πάθη της ζωής
ηρώων στεφάνια πλέκονται οληνώρα
θανάτου και τιμής.

Βόλια και λάβαρα! Αχός, Ελλάδα
φως μου, πώς με καλείς. Πολεμιστές
και πάλι στης ασπίδας την απλάδα
πεθαίνουν νικητές.

Ω ξύπνα! Ελλάδα μου όχι συ, ξύπνα
και βύζαξε τις ρίζες πνεύμα μου
δυνάμωσε μες των Γραικών τα δείπνα
με ένα νεύμα μου.

Πείνες της σάρκας, ηδονές και πάθος
τα βδελυρά και τερατόμορφα
Όχι! Κύττα την ομορφιά σαν λάθος
σε πρόσωπα όμορφα.

Αν κλαις τη νιότη σου, τότε μη ζήσεις!
Χρέος και θάνατος σωστός εδώ
με σφαίρες τη ζωή σου να σφαλίσεις
στο χώμα αυτό.

Γύρνα με περιέργεια το κεφάλι
μέτρα καλά, να ’ναι φαρδύς-πλατύς
ο τάφος σου, κι’ ύστερα από την ζάλη
πέσε ν’ αναπαυτείς.


Lord Byron, «On this day I complete my thirty-sixth year»
μτφρ. Νίκου Σπάνια «Μεταφράσεις 1941-1971»
 [Athens Printing Company, Νέα Υόρκη 1972]


Πορτρέτο του Λόρδου Μπάυρον (1836), από τον Richard Westall, 
 National Portrait Gallery, Λονδίνο
_________

Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ

Κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής περιοδείας του, μεταξύ 1809 και 1811, ο Byron συλλαμβάνει τη λογοτεχνική φιγούρα Childe Harold, το alter ego του, που γίνεται όχημα για τις πεποιθήσεις και τις ιδέες του. Το «Προσκύνημα του Τσάϊλντ Χάρολντ» διαβάστηκε σ᾽ όλη την Ευρώπη κι ο Byron έγινε ο ποιητικὸς υπέρμαχος της νέας Ελλάδας.

Παρά την αρχική απροθυμία του να δημοσιεύσει τα δύο πρώτα άσματα, επειδή φοβόταν ότι θα αποκάλυπτε πάρα πολλά για τον εαυτό του, τελικά ενέδωσε στις πιέσεις των φίλων του και το έργο εκδόθηκε από τον εκδότη Τζον Μάρεϊ το 1812, φέρνοντας στον συγγραφέα την άμεση και απροσδόκητη προσοχή του κοινού. Η πρώτη έκδοση των 500 αντιτύπων εξαντλήθηκε σε τρεις ημέρες και ακολούθησαν 6 ακόμη εκδόσεις μέσα σ' έναν μήνα. Ο Byron έγραψε αργότερα σχετικά: «Ξύπνησα ένα πρωί και ανακάλυψα ότι ήμουν διάσημος».

Ο νεαρός Χάρολντ, κουρασμένος από τις απολαύσεις του κόσμου και τις απερισκεψίες της ζωής του, προσπαθώντας να ξεφύγει από το ηδονιστικό παρελθόν του, περιπλανιέται στην Ευρώπη, κάνοντας τα συναισθήματα και τις ιδέες του θέμα του ποιήματος. Σε κάθε τμήμα του ταξιδιού, ο ποιητής αναφέρει σχετικά ιστορικά γεγονότα και ανθρώπους.

Στο δεύτερο άσμα ο Τσάιλντ Χάρολντ βρίσκεται στην Ελλάδα, ενθουσιασμένος από την ομορφιά του παρελθόντος μιας χώρας, που είναι πλέον σκλαβωμένη στους Τούρκους.
Το άσμα αποτελεί μια σύνθεση πικρής νοσταλγίας για τον αρχαίο κόσμο, άγριας οργής για την εθελοδουλία (όπως πίστευε στην αρχή) των Ελλήνων και την αδυναμία τους να συντρίψουν τις αλυσίδες τους και πολεμιστηρίου σαλπίσματος για ξεσηκωμό.

Μπροστὰ σ᾽ αυτό το φιλελληνικό ξέσπασμα όλοι οι χλευασμοί, οι ειρωνείες, οι μυκτηρισμοί, τα σαρκαστικά σχόλια που βρίσκουμε στα γράμματα, στις συνομιλίες και στις σημειώσεις του σβήνουν ολότελα. Γιατί ο Byron βροντοφωνάζει τη μεγάλη αλήθεια: Οι Έλληνες ας μη προσμένουν την ελευθερία από τους ξένους. Ούτε από τους Φράγκους ούτε από τους Μόσκοβους. Τους προειδοποιεί, τους συμβουλεύει: μόνο με τις δικές τους δυνάμεις θα συντρίψουν τα δεσμά τους.

Λίγα χρόνια πριν από τον Byron (το 1806) ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» την ίδια αυτή αλήθεια εξέφραζε:

«Ίσως, τέλος πάντων, προσμένετε να μας δώσει την ελευθερίαν κανένας από τους αλλογενείς δυνάστας; Ω Θεέ μου! Έως πότε, ω Έλληνες, θα πλανώμεθα αστοχάστως; Διατί να μη στρέψωμεν και μίαν φοράν τους οφθαλμούς μας εις τα απελθόντα διά να καταλάβωμεν καλύτερα τα μέλλοντα; Ποίος αγνοεί ότι ο κύριος στοχασμὸς των αλλογενών δυναστών είναι εις το να προσπαθήσουν να κάμουν το ίδιόν των όφελος με την ζημίαν των άλλων; Και ποίος στοχαστικὸς άνθρωπος ημπορεί να πιστεύσει ότι όποιος από τους αλλογενείς δυνάστας ήθελε κατατροπώσει τον οθωμανὸν ήθελε μας αφήσει ελευθέρους; Ω απάτη επιζήμιος!» (εκδ. Βαγιονάκη, σ. 165).



JMW Turner (1775–1851), Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ, πριν από το 1832
Tate Britain
__________


Ωραία Ἑλλάδα! Λείψανο θλιβερό σβησμένης δόξας!
Αφανισμένη πια, μα αθάνατη! Ξεπεσμένη, μα μεγάλη!
Ποιος τώρα θα σταθεί μπροστάρης για τ᾿ ανεμοσκόρπιστα παιδιά σου;
Ποιος τα συνήθεια θ᾽ αποδιώξει της ατέλειωτης σκλαβιάς;
Δεν είναι τα παιδιά σου εκείνοι οι πολεμάρχοι

που ανέλπιδα στο θάνατο τραβούσαν, στα στενά, στις Θερμοπύλες. 
Ελλάδα! Ποιο πνεύμα αδάμαστο θα τιναχτεί 
απ᾿ του Ευρώτα τις οχτιές για να σε κράξει 
από τον τάφο και να σ᾽ αναστήσει;


Πνεύμα εσύ της λευτεριάς! Όταν στο λόφο της Φυλής 
παραστεκόσουν στο Θρασύβουλο και στους πιστούς του, 
μπορούσες τότε τις τωρινές τις συφορές να προφητέψεις 
που ντροπιάζουνε της Αττικής τους κάμπους;
Δεν δυναστεύουν πια τους απογόνους του Θρασύβουλου οι Τριάκοντα 
μα των Οθωμανών το τελευταίο αποσαρίδι τους σκλαβώνει.
Αποκοτιά δεν έχουν για ξεσηκωμό. Όχι, τους φτάνει μόνο 
μάταια να καταριώνται το χέρι που κρατάει το κνούτο.
Μα άνθρωποι να λογιάζωνται δεν πρέπει 
σκλάβοι που τρέμουνε από γεννησιμιού ως τον τάφο.

Όλα αλλαγμένα πια, μόνο η μορφὴ απομένει. 
Μα ποιος, θωρώντας τη φωτιά στα μάτια τους ν᾿ αστράφτει, 
μπορεί να πει πως την καρδιά τους δε φλογίζει πια η ιερή σου φλόγα͵ ελευθερία; 
Ποιος να σ᾽ αναγνωρίσει πια; 
Κι᾿ όμως, κάμποσοι ονειρεύονται πως η στιγμὴ ζυγώνει 
την πατρικὴ κληρονομιά τους πάλι να χαρούν. 
Ξένο αποκούμπι καρτερούν, στης Ευρώπης τ᾽ άρματα προσπέφτουν. 
Μα στον οχτρό να ορμήσουνε μονάχοι
και τη ντροπή τους να ξεπλύνουνε καρδιὰ δεν έχουν.


Ω, εσείς οι κληρονόμοι της σκλαβιάς! Δεν κατέχετε 
πως όποιοι ελεύθεροι να ζούνε θέλουν, μονάχοι πρέπει να συντρίψουν 
τα δεσμά, και την ελευθερία ν᾿ αδράξουν με τα ίδια τους τα χέρια; 
Τι καρτεράτε; Το Φραντζέζο και το Μόσκοβο να σας λυτρώσει;
 Ξυπνήστε! Μπορούν αυτοί τον τύραννό σας να γκρεμίσουν 
μα στης ελευθερίας το βωμό 
τη θεϊκή τη φλόγα δεν θα ζωντανέψετε ποτέ. 
Ω εσείς, των Ειλώτων οι σκιές! Αφανίστε πια τους άναντρους τυράννους σας!
Ω Ελλάδα! Δυνάστη αλλάζοντας, τις συφορές σου δεν τελειώνεις. 
Χαθήκανε της δόξας οι καιροί μα όχι της ντροπής τα χρόνια.

Poetical Works, London 1935, Childe Harold's Pilgrimage, 
Canto II, στροφή 73, 74, 75, 76.


Προμετωπίδα της έκδοσης 1825/1826 του βιβλίου "Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ"
του Λόρδου Βύρωνα, έκδοση W. Dugdale, Russell Court, Drury Lane. 
Η χαρακτική είναι του IH Jones.
____________

Έπος

Στην επανάσταση του '21
εξετάστηκα δώδεκα φορές:
έξι φορές στο δημοτικό σχολείο
τρεις φορές στο γυμνάσιο
και τρεις φορές στο λύκειο.
Υπήρξε για εμένα πάντα
θέμα SOS στις εξετάσεις.
Ως διδακτέα ύλη
άγχωνε τους καθηγητές.
Σε ποιον ήρωα να δώσουν
λιγότερη σημασία;
Η λέξις έπος
αν και δισύλλαβη
ακόμα με δυσκολεύει.

Η πιο καλή στιγμή
όταν έπαιξα σε θεατρικό
το κρυφό σχολειό
με ένα κερί χωρίς παπάδες.
Η πιο δύσκολη στιγμή
όταν μηδενίστηκα στο διαγώνισμα
γιατί έγραψα πως
σουβλίστηκε ο Μιαούλης.
Για λόγους που δεν μπορώ
να εξηγήσω
θυμάμαι περισσότερο
τον Λόρδο Βύρωνα.
Είχε μια ευγένεια στο πρόσωπο
και αγαπούσε την Ελλάδα.

Βάκης Λοϊζίδης, Έπος, 
Ημερολόγιο 2020.1821: Λογοτεχνία και Επανάσταση με κείμενα 
μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, Αθήνα, Πατάκης, 2020


Η καλλιγραφική υπογραφή του Λόρδου Μπάυρον πάνω στα μάρμαρα 
του Ναού του Ποσειδώνα στο Σούνιο (1809). Φωτ. yiannisvasal
___________


Τουρίστας στο Σούνιο

Έκανε κι αὐτός την εξυπνάδα του 
χαράζοντας το θρυλικό του όνομα 
πάνω στην κολώνα 
του ρημαγμένου ναού

Χοντρή ζημιά στα μάρμαρα 
ο Έλγιν 
μικρή ζημιά 
ο Λόρδος Βύρων


Κώστας Ριτσώνης, Τουρίστας στο Σούνιο,
151 Ποιήματα, Αθήνα, Ποιήματα των Φίλων, 2011  


Lord Byron on His Deathbed, by Joseph Denis Odevaere
__________


 «Μπάυρον» 

Όχι, δεν σε ξεσήκωσαν οι βόγγοι 
των σκλαβωμένων και οι αντεροβγάλτες.
 Αν κάποια μέρα βρέθηκες στο Μεσολόγγι, 
ήταν για να ξορκίσεις τους δικούς σου εφιάλτες. 

Ήρωας δεν ήσουν, ούτε βέβαια και παρίας. 
Έγνοια σου μόνη, να κοιμάσαι με τις Μούσες. 
Κι αν σου τό ’λεγαν, θα γελούσες 
πως θα γινόσουν σύμβολο ελευθερίας.

Ένδοξε βάρδε, αγέρωχε μυλόρδε Μπάυρον, 
που πάνσεπτος, ιερός, σου έλαχε ο αίνος, 
ακούσιε κληρονόμε θησαυρών άυλων, 

μια χάρη σου ζητώ. Σηκώσου 
π’ τον αθάνατο ύπνο σου, όχι νυσταγμένος, 
και δώσε μου έναν θάνατο σαν τον δικό σου. 

Νάσος Βαγενάς, «Μπάυρον» 
Από τη συλλογή «Στη νήσο των Μακάρων», εκδ. Κέδρος, 2010 



«Ο Λόρδος Βύρων ετοιμοθάνατος», χαλκογραφία, των R. Seymour και I. Clark (1825). 
Το ημερολόγιο έγραφε την ημέρα του θανάτου του 19 Απριλίου 1824.
______________


Η νεκροψία

Όταν τον άνοιξαν
 όλο περιέργεια 
για να τον μελετήσουν 
κανείς δεν βρήκε 
από πού σιγόκαιγε μέσα του 
φλόγα άσβεστη 
από πού φυσούσε 
αεράκι θαλασσινό 
από πού κυλούσε σαν δάκρυ 
ατέρμονο άσμα ερωτικό

Κανείς δεν κατάλαβε 
αν έφυγε σαν ποιητής σαν 
ευγενής σαν ήρωας ή σαν 
ελεύθερος πολιορκημένος

Κανείς δεν έμαθε γιατί 
πριν τη νεκρική πομπή 
ήταν η όψη του 
γαλήνια κοροϊδευτική

Όταν τελείωσε 
το μακάβριο έργο 
της νεκροτομής 
τα σπλάχνα αποκολλήθηκαν 
καθένα χωριστά 
κι οι θαυμαστές προσκυνητές 
όπως και άλλοι ενδιαφερόμενοι 
έσπευσαν σε υδρίες 
να τα διαμοιράσουν

Μα κανείς δεν έμαθε πώς 
τα πνευμόνια
                                        του Λόρδου Μπάιρον 
φούσκωσαν με αέρα ελληνικὸ 
για να πετάξουν
                       στην αιωνιότητα 
σαν ένα ζευγάρι
άγρια φτερά


Έλσα Κορνέτη, Η νεκροψία, Ἡμερολόγιο 2020. 1821: 
Λογοτεχνία και Επανάσταση με κείμενα 
μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, Αθήνα, Πατάκης, 2020.



Ο τάφος του Λόρδου Βύρωνα στο Hucknall της κομητείας Nottingham, 
χαλκογραφία, Τ. Allom και Ε. Patten (1837).
__________



 «Με τον τρόπο του Γ.Σ.» (Απόσπασμα) 

Η τραγωδία του τόπου μου 
Αν εξαιρέσεις βέβαια τους σεισμούς 
όλοι οι υπόλοιποι -ισμοί 
μάς πούλησαν κατάμουτρα 
Καλέ μου λόρδε Βύρωνα, 
τσάμπα τη λούστηκες την έξοδο 
τσάμπα την άναψες την έξοδο 
ο πυρετός σου σήμερα 
υπάρχει-δεν υπάρχει στα συγγράμματα
 του ’χουν κοτσάρει κάτι ελεεινά μικρόβια 
ενώ ήταν σκέτη λεβεντιά 
οχτώ μποφόρ Χριστός 
κι ακόμα τόσα 
Τότε – χαμένα μες στις καλαμιές 
ώρα – χαμένα στα σκυλάδικα  


Γιάννης Στίγκας, «Με τον τρόπο του Γ.Σ.», 
Από τη συλλογή «Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο», εκδ. Μικρή Άρκτος, 2012



Théodore Géricault (1791-1824) : Portrait of Lord Byron
(Musée Fabre, Montpellier, France)
____________



Στον Λόρδο Βύρωνα 

1829

Παλικάρι γερό, συμβουλάτορας πρώτος,
αγαπάει τους Έλληνας τόσο.
Η ευγένεια του λόγου κι οι γενναίες οι πράξεις 
του γιομίζουν τα μάτια του δάκρυα.
...το λατρεύει, αγαπάει το μαχαίρι 
το τουφέκι χαρά τόνε λούζει. 
Χύνεται, όπως λαχταράει η καρδιά του 
στους στρατούς τους γενναίους! 
Τώρα αφήστε τον μες στην Historia
Και δαμάσατε κάθε σας πόθο!
Σ' αυτὸν μένει αιώνια η Gloria 
Και σε μας μένουν μόνο τα δάκρυα!


Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, Στον Λόρδο Βύρωνα, 
μτφρ. Γιάννης Καμπύσης, Ανθολογία Γερμανικῆς Ποίησης 1749-1921, 
(μτφρ.: Λάμπρος Αστέρης), (επιμ.: Κωστής Νικολάκης), Αθήνα, Εκάτη, 2001.


Portrait Miniature of Lord Byron, after Richard Westall
___________


ΠΗΓΕΣ

  • Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Γ2, 1810 -1821, εκδόσεις Στάχυ
  • Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο Αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση. Ανθολογία, Ανθολόγηση: Θανάσης Γαλανάκης – Μάνος Κουμής, Έρευνα υλικού, γενική φιλολογική επιμέλεια, υπομνηματισμός: Θανάσης Γαλανάκης, Κοσμήματα, επεξηγηματικά υπομνήματα: Ηρώ Νικοπούλου, Αθήνα, Τράπεζα Πειραιώς – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος 2021.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου