Λένε οι παλιοί στην Αμάσεια — και το λένε από γενιά σε γενιά, σαν να το ’χουν δει με τα μάτια τους — πως κάποτε, σε εκείνη την πανάρχαια πόλη που στέκεται ανάμεσα στα βράχια και τον ποταμό, ο βασιλιάς είχε μια κόρη. Μια κόρη που ήταν τόσο όμορφη, που η ομορφιά της ήταν κάτι παραπάνω από ανθρώπινη. Όποιος την αντίκριζε, έστω και για μια στιγμή, έμενε άφωνος, σαν κεραυνός να του είχε κόψει τη γλώσσα και τα πόδια. Γι’ αυτό, από πολύ μικρή, της φόρεσαν στο πρόσωπο ένα πέπλο, λεπτό σαν πρωινή ομίχλη, και ποτέ δεν το έβγαλε. Ούτε στον ήλιο, ούτε στη βροχή, ούτε στον ύπνο — λέει ο θρύλος.
Μια μέρα, ο βασιλιάς αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να παντρέψει την κόρη του. Έστειλε αγγελιοφόρους στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, στα βασίλεια και στα χωριά, στις πόλεις και στις στέπες:
— «Όποιος σηκώσει το πέπλο της κόρης του βασιλιά, την αντικρίσει κατάματα και μείνει όρθιος, αυτός θα την πάρει για γυναίκα του.»
Και ήρθαν. Κύμα το κύμα, ήρθαν από παντού.
Πρίγκιπες με χρυσά καλύμματα στα κεφάλια τους, γιοι βεζίρηδων που ποτέ δεν είχαν γνωρίσει φόβο, πολεμιστές που είχαν αντιμετωπίσει στρατούς ολόκληρους, λόγιοι που νόμιζαν πως η γνώση τους προστάτευε από τα πάντα. Όλοι τους εμπιστεύονταν τη νεότητά τους, τη δύναμή τους, την καρδιά τους. Κι όλους τους, έναν έναν, η κεντρική πλατεία της Αμάσειας τους κατάπινε.
Η Όμορφη Κοπέλα καθόταν εκεί, σιωπηλή, με το πέπλο της να κυματίζει ελαφρά στον αέρα. Κι εκείνοι οι γεμάτοι αυτοπεποίθηση νέοι, μόλις πλησίαζαν, τα χέρια τους άρχιζαν να τρέμουν σαν φύλλα. Τα γόνατά τους λύγιζαν πριν καν αγγίξουν το πέπλο. Κάποιοι γύριζαν πίσω αθόρυβα, ντροπιασμένοι. Άλλοι έμεναν εκεί πετρωμένοι, ανίκανοι να κουνηθούν. Οι μέρες περνούσαν, και η πλατεία γέμιζε και άδειαζε, και κανείς δεν είχε καταφέρει τίποτα.
Έπειτα ήρθε εκείνος. Κανείς δεν ξέρει από πού. Λένε ότι ήταν φτωχός, χωρίς στέμμα, χωρίς στρατό, χωρίς τίτλο. Αλλά γενναίος με τον τρόπο που μόνο οι αληθινά ελεύθεροι άνθρωποι είναι γενναίοι. Κι ήταν όμορφος, όχι με τη στολή ή τα κοσμήματα, αλλά από μέσα, με κάποιο φως που έβγαινε από τα μάτια του.
Ζήτησε άδεια και πλησίασε τον θρόνο.
— «Κι εγώ θέλω να δοκιμάσω την τύχη μου.»
Τα πλήθη στάθηκαν. Ακόμα και ο αέρας φάνηκε να κρατάει την ανάσα του. Εκείνος άπλωσε το χέρι, σταθερό, χωρίς τρεμούλα, και σήκωσε το πέπλο.
Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να περιγράψει τι είδε. Λένε πως ήταν σαν να έπεσε κεραυνός εκεί που δεν υπήρχαν σύννεφα. Μια λάμψη τυφλωτική, μια φλόγα που δεν έκαιγε αλλά κατέκλυζε τα πάντα, ένα ηλεκτρικό κύμα που σάρωσε την πλατεία. Οι άνθρωποι έπεσαν στο έδαφος κρύβοντας τα μάτια τους. Παιδιά έκλαψαν. Γυναίκες φώναξαν. Γέροι έψαλαν προσευχές. Κι έπειτα…σιωπή. Μια σιωπή βαριά, ατελείωτη, σαν να είχε ο κόσμος σταματήσει να αναπνέει.
Όταν τόλμησαν να κοιτάξουν, δεν βρήκαν σώματα, αλλά δύο μορφές από στάχτη. Έγιναν κάρβουνο για να μείνουν αχώριστοι, δεμένοι σε έναν αιώνιο ύπνο που καμία ανθρώπινη λογική δεν θα μπορούσε να μετρήσει.
Τους έθαψαν μαζί, κοντά στους αμπελώνες και τους κήπους έξω από την πόλη, μέσα σε έναν πέτρινο τάφο. Δύο ξεχωριστοί θάλαμοι, δύο ψυχές που ενώθηκαν μόνο στη στάχτη.
Και τότε έγινε το παράξενο.
Ο πέτρινος τάφος άρχισε να λάμπει. Στον ήλιο του πρωινού, στο φως του απογεύματος, στο χρυσό της δύσης. Ο τάφος έλαμπε, όπως έλαμπε κάποτε το πρόσωπο της Όμορφης Κοπέλας, σαν να είχε εγκλωβιστεί μέσα στην πέτρα κάτι από εκείνη τη φωτιά. Κι έτσι, οι άνθρωποι της Αμάσειας άρχισαν να την αποκαλούν «Aynalı Mağara» — «Η Σπηλιά του Καθρέφτη».
Λένε οι παλιοί πως ακόμα και σήμερα, σε ορισμένες ώρες της μέρας, αν σταθείς μπροστά της και κοιτάξεις προσεκτικά, θα δεις ένα φως που δεν μοιάζει με κανένα άλλο φως. Δεν είναι ο ήλιος. Δεν είναι η πέτρα.
Είναι, λένε, η ομορφιά που δεν χωρούσε στον κόσμο.
Η ιστορία και τα αρχετυπικά μοτίβα της
Η ιστορία είναι πλούσια σε αρχετυπικά μοτίβα.
- Η αδύνατη πρόκληση
Ένας από τους πιο κλασικούς μηχανισμούς του παραμυθιού: ο βασιλιάς θέτει έναν αδύνατο όρο για να κερδίσει κανείς την κόρη του.
- Η κρυμμένη ομορφιά
Το πέπλο δεν είναι απλώς ένδυμα, είναι σύμβολο, ένας διαρκής περιορισμός που ακολουθούσε την κοπέλα σε κάθε στιγμή της ζωής της και παράλληλα ένα απαραίτητο προστατευτικό φράγμα, μια ασπίδα που της επέτρεπε να συνυπάρχει με τον κόσμο.
Στη Σαΐδα της Αιγύπτου υπήρχε ένα διάσημο άγαλμα της Ίσιδας με την επιγραφή:
«Εγώ είμαι το παν όσα ήταν, όσα είναι και όσα θα είναι και κανένας θνητός δεν έχει σηκώσει ακόμα το πέπλο μου.»
Το πέπλο της Ίσιδας αντιπροσωπεύει τα μυστικά της φύσης και του σύμπαντο, την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα. Η γνώση αυτή είναι απαγορευμένη, ή τουλάχιστον απρόσιτη, στους απλούς θνητούς. Μόνο ο μυημένος, αυτός που έχει περάσει δοκιμασίες, μπορεί να πλησιάσει.
Και στις δύο περιπτώσεις, το πέπλο είναι το όριο ανάμεσα στον κόσμο των θνητών και σε κάτι υπερβατικό. Η Ίσιδα κρύβει την αλήθεια του σύμπαντος. Η Όμορφη Κοπέλα κρύβει μια ομορφιά που ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια.
Η Ίσιδα είναι η Φύση η ίδια, το αιώνιο θηλυκό που κρατά την αλήθεια. Η Όμορφη Κοπέλα λειτουργεί αλληγορικά με τον ίδιο τρόπο: δεν είναι απλώς μια γυναίκα, είναι η ενσάρκωση κάποιου υπερβατικού, η ομορφιά ως αρχή του κόσμου, κάτι ιερό που τυχαία πήρε ανθρώπινη μορφή.
Στον μύθο της Ίσιδας, κανείς θνητός δεν έχει σηκώσει το πέπλο και αυτό είναι αλληγορία για τη μόνιμη ανθρώπινη αδυναμία να κατανοήσει πλήρως τη φύση. Στον θρύλο της Αμάσειας, όλοι οι ισχυροί αποτυγχάνουν να σηκώσουν το πέπλο. Και όταν τελικά σηκωθεί η αποκάλυψη είναι καταστροφική.
Ο φτωχός νέος της Αμάσειας είναι, με αλληγορική ανάγνωση, αυτός που τολμά να αναζητήσει την αλήθεια χωρίς προστασία, χωρίς μύηση, χωρίς τα εργαλεία που χρειάζεται. Στις μυστηριακές παραδόσεις που εμπνέονταν από την Ίσιδα, η ακατάλληλη ή πρόωρη μύηση ήταν επικίνδυνη. Ο μυούμενος μπορούσε να καταστραφεί από αυτό που αντίκριζε.
Και στις δύο ιστορίες κρύβεται η ίδια φιλοσοφική πεποίθηση:
Υπάρχει μια αλήθεια, μια ομορφιά, μια γνώση τόσο απόλυτη, που η επαφή μαζί της δεν αφήνει τον θνητό άθικτο. Η Ίσιδα το εκφράζει κοσμολογικά: η φύση δεν αποκαλύπτεται ποτέ πλήρως. Η Όμορφη Κοπέλα το εκφράζει ποιητικά: η απόλυτη ομορφιά καίει αυτόν που την αγγίζει.
- Ο φτωχός αλλά γενναίος ήρωας
Ο νέος χωρίς τίτλο και πλούτη που τα καταφέρνει εκεί που οι ισχυροί αποτυγχάνουν. Κλασικότατο μοτίβο: η αξία δεν μετριέται με την κοινωνική θέση, αλλά με κάτι εσωτερικό, άρρητο.
- Η υπερφυσική τιμωρία / η ομορφιά που σκοτώνει
Αυτό είναι το πιο σκοτεινό και ενδιαφέρον στοιχείο. Η ομορφιά εδώ δεν ανταμείβει, καταστρέφει. Η υπερβολική ομορφιά, ισοδύναμη με το ιερό, είναι απαγορευμένη στους θνητούς. Θυμίζει το μοτίβο της Μέδουσας,της Σεμέλης αλλά και τον βιβλικό Θεό που κανείς δεν μπορεί να δει κατάματα και να ζήσει. Αυτό που συνδέει όλες αυτές τις ιστορίες είναι μια βαθιά ανθρώπινη πεποίθηση: το υπερβολικό — είτε είναι ομορφιά, είτε αγάπη, είτε ιερότητα — δεν χωράει στα ανθρώπινα μέτρα. Όποιος το πλησιάσει, καίγεται. Κι αυτή η φωτιά είναι ταυτόχρονα καταστροφή και δόξα.
Το βλέμμα της Μέδουσας πετρώνει, με τον ίδιο τρόπο που η ομορφιά της κοπέλας παραλύει: κανείς δεν μπορεί να την αντικρίσει και να ζήσει. Ακόμα κι εδώ υπάρχει η λογική του «πέπλου»: ο Περσέας τη νικά μόνο κοιτώντας την αντανάκλασή της στην ασπίδα.
Η Σεμέλη ζητά από τον Δία να της αποκαλυφθεί στην πραγματική του μορφή. Εκείνος της προειδοποιεί. Εκείνη επιμένει. Η θεϊκή λάμψη την αποτεφρώνει. Η υπερβολική αποκάλυψη του ιερού είναι θανατηφόρα.
Ο Μωυσής είπε: «Δείξε μου τη δόξα σου».
Και ο Κύριος απάντησε: «Θα περάσω με όλη τη μεγαλοπρέπειά μου μπροστά σου και θα πω το όνομά μου μπροστά σου: “Κύριος”. Θα συγχωρώ εκείνον που θέλω να συγχωρήσω και θα σπλαχνίζομαι εκείνον που θέλω να σπλαχνιστώ. Δε θα μπορέσεις όμως», του λέει, «να δεις το πρόσωπό μου, γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να με δει και να μείνει ζωντανός». Μετά πρόσθεσε ο Κύριος: «Να μια θέση κοντά μου. Στάσου πάνω στο βράχο. Και όταν θα διαβαίνω μέσα στη δόξα της παρουσίας μου, θα σε βάλω στη σχισμή του βράχου, και θα σε σκεπάσω με το χέρι μου ώσπου να περάσω. Μετά θα πάρω το χέρι μου και θα δεις τα νώτα μου· το πρόσωπό μου όμως δεν θα το δεις».
Αυτό που κάνει την ιστορία εκπληκτικά ποιητική είναι η εικόνα: ο Θεός κρύβει τον Μωυσή στη σχισμή του βράχου σαν να τον προστατεύει από μια καταιγίδα φωτός, και του επιτρέπει να δει μόνο την πλάτη, το «μετά» της θεϊκής παρουσίας, σαν να βλέπεις το ίχνος μιας αστραπής αφού έχει ήδη περάσει. Η πλήρης αποκάλυψη του θείου προσώπου είναι θανατηφόρα από την ίδια τη φύση του ιερού: είναι πάρα πολύ για να το αντέξει η θνητή ύπαρξη.
- Η μεταμόρφωση ως τέλος
Οι δύο νέοι δεν πεθαίνουν απλώς, μετατρέπονται. Το κάρβουνο, ο λαμπερός τάφος, η Σπηλιά του Καθρέφτη: η ιστορία αρνείται να τελειώσει με απλό θάνατο. Κάτι διατηρείται, κάτι συνεχίζεται.
- Ο αιτιολογικός θρύλος
Ο θρύλος εξηγεί γιατί ένα μέρος έχει το όνομα ή τον χαρακτήρα που έχει. Αυτό είναι χαρακτηριστικό των τοπικών θρύλων ειδικότερα: η ιστορία γίνεται «απόδειξη» μιας πραγματικής γεωγραφίας. Η Σπηλιά του Καθρέφτη υπάρχει, άρα ο θρύλος «αληθεύει».
- Το ζεύγος που ενώνεται στον θάνατο
Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Φερχάτ και Σιρίν, Λαΐλα και Μετζνούν, Τριστάνος και Ιζόλδη: η λαϊκή φαντασία επανέρχεται αδιάκοπα σε αυτή την εικόνα: δύο ψυχές που ο κόσμος χώριζε και ο θάνατος ένωσε. Ο τάφος με τους δύο ξεχωριστούς θαλάμους είναι μια ανατριχιαστικά ποιητική εικόνα αυτής της παράδοσης, όπως τα δύο τριαντάφυλλα που ανθίζουν στους τάφους του Φερχάτ και της Σιρίν, επίσης στην Αμάσεια. Όπως το αγιόκλημα που φυτρώνει στον τάφο του Τριστάνου και πλέκεται με κείνο που μεγαλώνει στον τάφο της Ιζόλδης.
Αυτό που κάνει τον συγκεκριμένο θρύλο ιδιαίτερο είναι ότι ανατρέπει την παραμυθιακή λογική: ο γενναίος ήρωας δεν κερδίζει, χάνεται μαζί με την πριγκίπισσα. Δεν υπάρχει happy end. Κι αυτό τον κάνει να μοιάζει πιο αρχαίος, πιο τραγικός, πιο αληθινός.
Στην πραγματικότητα, «Η Σπηλιά του Καθρέφτη» βρίσκεται περίπου 3,3 χλμ. από το κέντρο της Αμάσειας, στο δρόμο προς την πόλη Ζιαρέτ. Είναι ένας από τους ονομαζόμενους «Τάφους των Βασιλέων του Πόντου», ο καλύτερα διατηρημένος και πληρέστερος βραχώδης τάφος στην Αμάσεια, που χρονολογείται από την ελληνιστική περίοδο. Πιστεύεται ότι είναι αφιερωμένος στον Θες, έναν μιθραϊκό ιερέα που έζησε στην Αμάσεια τον 2ο αιώνα π.Χ. Το εξωτερικό του σπηλαίου είναι γυαλισμένο με επιδέξια λιθοδομή, με αποτέλεσμα, αντανακλώντας το ηλιακό φως, να λάμπει σαν καθρέφτης· εξ ου και το όνομά του.
Ο ταφικός θάλαμος χωρίζεται από τον βράχο από μια στοά σε σχήμα U λαξευμένη στο βράχο. Στην επιφάνεια πάνω από τη στενή ορθογώνια πόρτα εισόδου, ψηλά πάνω από το έδαφος, υπάρχει ελληνική επιγραφή «Μεγάλος Ιερέας Θες» σε τρεις γραμμές. Ίχνη επιγραφής υπάρχουν επίσης κάτω από την πόρτα, αν και είναι ξεθωριασμένα. Μέσα στο σπήλαιο, υπάρχουν δύο θάλαμοι, ένας ορθογώνιος και ο άλλος τετράγωνος. Ο ορθογώνιος είναι ο κύριος ταφικός θάλαμος.






_-_Google_Art_Project.jpg)
.jpg)
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου