Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

«Μια ψυχή ανθρώπινη δεν αξίζει πιο πολύ από ένα ραπανάκι...», Νικολάι Γκόγκολ, Νεκρές ψυχές


Το παζάρεμα! 


O Σομπάκιεβιτς έγειρε ελαφρά τo κεφάλι κι ετοιμάστηκε ν’ ακούσει αυτά που θα του έλεγε ο επισκέπτης του.

Ο Τσίτσικοφ έπιασε τα πράγματα από πολύ μακριά, μί­λησε γενικά για τη ρωσική αυτοκρατορία, εξεθείασε την α­πέραντη έκτασή της που ξεπερνούσε κατά πολύ την έκτα­ση της αρχαίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και, δικαιολογη­μένα, προξενούσε έκπληξη στους ξένους.

Με σκυμμένο κεφάλι, ο Σομπάκιεβιτς άκουγε πάντα.

...Πρόσθεσε πως, σύμφωνα με τους νόμους που ισχύανε σ’ αυτή την ξακουστή όσο καμιά άλλη αυτοκρατορία, οι καταγραμμένες ψυχές που είχαν τελειώσει την ύπαρξή τους σ’ αυτό τον κόσμο εξακολουθούσαν να μένουν γραμμένες στους καταλόγους ως την ακόλουθη απογραφή, ώστε να μη δημιουργείται επιπρόσθετη εργασία στις διοικητικές υπηρεσίες και να μη μπει ένας ακόμη τροχός στον κυβερνητικό μηχανισμό, που ήταν κιόλας τόσο πολύπλοκος.

Με σκυμμένο κεφάλι, ο Σομπάκιεβιτς άκουγε πάντα. 




Sobakevich. Καλλιτέχνης Π Boklevsky

...Πάντως το μέτρο αυτό, αν και σωστό, ήταν πολύ επιζήμιο για πολλούς γαιοκτήμονες, που ήταν αναγκασμένοι να πληρώσουν τον κεφαλικό φόρο για νεκρούς, όπως και για τους ζωντανούς ανθρώπους. Γι’ αυτό λοιπόν, από εκτίμηση προς τον οικοδεσπότη που τον φιλοξενούσε, προσφερόταν να πάρει επάνω του ένα μέρος από το βαρύ αυτό φορ­τίο.


 Όσο για το κύριο αντικείμενο της ομιλίας του, ο Τσίτσικοφ εκφράστηκε γι’ αυτό με μεγάλη περίσκεψη: δεν μίλησε για νεκρές ψυχές, αλλά μόνο για ψυχές «ανύπαρκτες».

Mechislav Mikhailovich Dalkevich, Illustrations to Dead Souls 
 and Sobakevich

« Λοιπόν; ρώτησε ο Τσίτσικοφ, περιμένοντας με συγκί­νηση μιαν απάντηση.

« Σας χρειάζονται νεκρές ψυχές;» ρώτησε απλά, χωρίς την παραμικρή έκπληξη ο Σομπάκιεβιτς, λες και μιλούσανε για σιτάρι.

« Ναι, ή μάλλον ψυχές ανύπαρκτες», απάντησε ο Τσίτσικοφ, θεωρώντας καλό ν’ απαλύνει ξανά την έκφραση.

« Θα βρεθούνε βέβαια», είπε ο Σομπάκιεβιτς.

« Και, στην περίπτωση αυτή, θα τις παραχωρήσετε, ασφαλώς, προθυμα.»

«Ας είναι, δέχομαι να σας τις πουλήσω», είπε ο Σομ­πάκιεβιτς, που σήκωσε, αυτή τη φορά, ελαφρά το κεφάλι κι έδειξε να μαντεύει πως ο αγοραστής έπρεπε να βγάλει από τη δουλειά κάποιο όφελος.

« Διάβολε! Να κι ένας που μιλάει για πούλημα προτού εγώ του κάνω καμιά νύξη για κάτι τέτοιο!» συλλογίστηκε ο Τσίτσικοφ, και συνέχισε φωναχτά:

« Σε τι τιμή όμως; Μ’ όλο που, για να μιλήσουμε ειλικρινά, πρόκειται για κάτι, που γι’ αυτό, το ζήτημα της τι­μής είναι, το λιγότερο, παράξενο...»

« Θα σας πω την τελευταία μου λέξη, από την πρώτη στιγμή· εκατό ρούβλια το κομμάτι.»

«Εκατό ρούβλια!» φώναξε μ’ έκπληξη ο Τσίτσικοφ.

Κοίταξε με στόμα ανοιχτό το συνομιλητή του κι αναρωτήθηκε αν είχε καλακούσει ή μήπως, αποναρκωμένος από το πολύ φαγητό, ο Σομπάκιεβιτς είχε πει άλλη λέξη αντί για άλλη.

« Σας φαίνεται μήπως πολύ ακριβά;» είπε ο Σομπάκιεβιτς, κι αφού σώπασε λίγο, πρόσθεσε:

« Και ποια είναι η δική σας τιμή;»

«Η δική μου τιμή! Μα συμβαίνει κάποια παρεξήγηση. Ας μην ξεχνούμε για τι πράγμα πρόκειται. Με το χέρι στην καρδιά, δε νομίζω πως μπορώ να δώσω περισσότερα από ογδόντα καπίκια για κάθε ψυχή!»

« Μα τι λέτε τώρα! Ογδόντα καπίκια!»

« Κατά τη γνώμη μου, δεν αξίζουν περισσότερο.»

« Μα δε σας πουλάω τσόχινες μπότες.»

« Ούτε κι ανθρώπους, πρέπει να τ’ ομολογήσετε.»


«Ώστε νομίζετε πως θα βρείτε κανένα βλάκα που να σας πουλήσει μια καταγραμμένη ψυχή για ογδόντα καπί­κια;»

«Επιτρέψτε μου, γιατί τις λέτε «καταγραμμένες»; Είναι από καιρό νεκρές· η λέξη δεν έχει νόημα. Τέλος πάντων, για να τελειώνουμε, σας προσφέρω ενάμισυ ρούβλι. Αδύνα­το να δώσω περισσότερα.»

« Δεν ντρεπόσαστε να το λέτε ένα τέτοιο ποσό; Αφήστε τα παζαρέματα και πέστε μια τιμή λογική.»

« Δε θα μπορέσω, Μιχαήλ Σεμιόνοβιτς, στην τιμή μου, δε θα μπορέσω· κάτι που είναι αδύνατο, είναι αδύνατο», απάντησε ο Τσίτσικοφ, που ωστόσο πρόσθεσε ακόμα πενήντα καπίκια. 

Alexei Gribov right as Sobakevich and actor Vladimir Belokurov as Chichikov


« Γιατί να τσιγγουνευόσαστε;» είπε ο Σομπάκιεβιτς. «Κι όμως, δε σας ζητάω ακριβά. Ένας κατεργάρης θα σας γε­λούσε, θα σας πασάριζε, αντί για ψυχές, παλιοπράγματα. Ενώ εγώ σας δίνω εμπόρευμα διαλεχτό, ένα κι ένα· όλο γε­ροδεμένους άντρες και σπουδαίους τεχνίτες ανάμεσά τους! Να, π.χ. ο Μιχέγιεφ, ο αμαξοποιός. Δεν έφτιαξε ποτέ του άλλο από αμάξια με σούστες. Και, πιστέψτε με, δε δουλεύει όπως οι Μοσχοβίτες, προχειροδουλειά. Όχι, κάθε τι που βγαίνει από τα χέρια του είναι στέρεο... Κι ο ίδιος, μόνος του, βάζει την ταπετσαρία και βερνικώνει!»

Ο Τσίτσικοφ άνοιξε το στόμα για να παρατηρήσει πως ο Μιχέγιεφ δεν υπήρχε πια σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά ο Σο­μπάκιεβιτς που, όπως λένε, «είχε πάρει φόρα», έδειχνε πως είχε ξαφνικά αποκτήσει το χάρισμα του λόγου και πια δε σταματούσε.

« Κι ο Πρόμπκα Στεπάν, ο μαραγκός! Στοιχηματίζω το κεφάλι μου πως πουθενά δε θα βρείτε όμοιό του! Σωστός Ηρακλής! Αν είχε καταταγεί στη φρουρά, ποιος ξέρει τι θα γινόταν· δυο μέτρα μπόι, αγαπητέ μου!»

Ο Τσίτσικοφ θέλησε και πάλι να υποδείξει πως ο Πρόμπκα δε ζούσε πια, μα τον Σομπάκιεβιτς τον είχε συνεπάρει σίγουρα ο ενθουσιασμός· μπροστά σ’ αυτό το χείμαρρο της ευγλωττίας δεν του έμενε παρά να σωπαίνει.

«Ο Μιλιούσκιν, ο χτίστης! Τα καταφέρνει και βάζει τζάκι σ’ οποίο σπίτι και να ’ναι! Ο Μαξίμ Τελιάτνικοφ, ο παπουτσής· μόλις που θα τρυπήσει το πετσί το σουβλί του και σου ’χει έτοιμο ένα ζευγάρι μπότες, και τι μπότες! Βότ­κα ποτέ του δεν πίνει! Κι ο Ιερεμέι Σοροκοπλιόκιν! Αυτός ο λεβέντης από μόνος του αξίζει όλους τους άλλους· πηγαίνει και κάνει εμπόριο στη Μόσχα και, βρέξει χιονίσει, μου στέλνει πενήντα ρούβλια αντάλλαγμα. Τέτοιους άξιους ανθρώπους δεν πρόκειται να σας πουλήσει ο Πλιούσκιν.» 



«Επιτρέψτε μου», μπόρεσε επιτέλους να πει ο Τσίτσικοφ, αποσβολωμένος απ’ αυτή τη λογοδιάρροια που δεν έ­λεγε να τελειώσει... «Επιτρέψτε μου, για ποιο λόγο ν’ αραδιάζετε όλα τους τα προτερήματα; Τη στιγμή που είναι νε­κροί, δε μπορεί κανείς να βγάλει απ’ αυτούς τίποτα, θυμη­θείτε την παροιμία: ένας πεθαμένος ούτε φράχτη μπορεί να στηρίξει.»

« Σωστά, πεθαμένοι είναι», παραδέχτηκε ο Σομπάκιεβιτς, που φάνηκε να θυμήθηκε ξαφνικά αυτή τη λεπτομέρεια. Όμως αμέσως πρόσθεσε: «Στο κάτω-κάτω πώς να τους πούμε αυτούς που είναι ακόμα γραμμένοι για ζωντανοί; Ανθρώπους; Όχι· πιο πολύ μύγες.»

« Οι μύγες ζούνε, ενώ αυτοί δεν είναι παρά φαντασία.»

« Φαντασία; Α, όχι! Ανθρώπους σαν τον Μιχέγιεφ δε θα τους ξαναβρείτε, επιτρέψτε μου να σας το πω! Ήταν ένας γίγαντας· δε θα χωρούσε να μπει σ’ αυτό το δωμάτιο· οι πλάτες του ήταν πιο γερές από αλόγου! Θα ήθελα να ’ξερα πού αλλού θα τη βρίσκατε τέτοια φαντασία;»

«Όχι, στ’ αλήθεια, δε θα μπορούσα να δώσω περισσότερα από δυο ρούβλια», είπε ο Τσίτσικοφ.

« Τέλος πάντων, για να σας υποχρεώσω, και για να μη με κατηγορήσετε ύστερα πως σας πήρα ακριβά, σας τους αφήνω για εβδομήντα πέντε ρούβλια το κομμάτι· σε χαρτο­νομίσματα φυσικά. Μόνο και μόνο για να δέσουμε τη γνω­ριμία μας.» 

Sergei Leiferkus as Chichikov

«Α, μα αυτός με παίρνει για βλάκα;» αναρωτήθηκε ο Τσίτσικοφ και απάντησε: 

« Ειλικρινά, τα ’χω χαμένα·παίζουμε, μήπως, κωμωδία;.. Κι όμως σας βλέπω για έξυπνο άνθρωπο, αρκετά μορφωμένο. Το ζήτημα είναι πολύ απλό· πρόκειται για κάτι που δεν έχει εμπορική αξία.»

« Επιτρέψτε μου· τ’ αγοράζετε· πάει να πει πως το ’χετε ανάγκη.»

Ο Τσίτσικοφ δάγκασε τα χείλια του και δε βρήκε τι ν’ απαντήσει. Θέλησε να επικαλεσθεί οικογενειακές περιστά­σεις, μα ο Σομπάκιεβιτς, πολύ απλά, του απάντησε:

« Δε μ’ ενδιαφέρει! Εγώ δεν ανακατεύομαι με τα οικο­γενειακά σας. Σας χρειάζονται ψυχές, σας τις πουλάω· αν δεν τις αγοράσετε, εσείς θα μετανοιώσετε.»

« Δυο ρούβλια», είπε ο Τσίτσικοφ.

« Α, μα εσείς στ’ αλήθεια είσαστε σαν την κίσσα που λέει η παροιμία: «έμαθε κι αυτή μια λέξη κι όπου βρει την κοπα­νάει!» Έχετε κολλήσει στα δυο ρούβλια και δε λέτε να ξεκολλήσετε. Ελάτε λοιπόν, δώστε μια τιμή που να μπορεί να την παραδεχθεί κανείς.»

« Το σκύλο!» είπε μέσα του ο Τσίτσικοφ. «Ας του ρίξω τέλος πάντων ένα κόκκαλο να δαγκώσει!»

« Καλά», είπε. «Βάζω ακόμα πενήντα καπίκια.»

« Θα σας πω κι εγώ την τελευταία μου λέξη: πενήντα ρούβλια! Στην τιμή μου ζημιώνομαι. Πουθενά δε θ’ αγορά­σετε πιο φτηνά τέτοιους λεβέντες.»

« Τι τσιφούτης!» είπε μέσα του ο Τσίτσικοφ. Κι ύστερα φώναξε πεισματωμένος:

« Εσείς κάνετε λες και πρόκειται για καμιά σπουδαία υπόθεση! Νομίζετε πως σκοπεύω να πάω κι αλλού ν’ αγοράσω; Μα όλοι θα μου τους δίνανε χάρισμα και θα ήταν κι ευχαριστημένοι, που θα γλίτωναν από δαύτους. Ποιος κου­τός θα θελήσει να τους κρατήσει για να πληρώσει κοροϊδίστικα φόρο!»

« Ξέρετε πως τέτοιου είδους αγορές — σας το λέω, μεταξύ μας, εντελώς φιλικά — δεν είναι πάντα νόμιμες και πως αν εγώ ή κανείς άλλος κοινολογήσει το πράγμα, εκείνος που ασχολείται μ’ αυτές θα έχανε κάθε εμπιστοσύνη είτε σε συμβόλαια είτε σε άλλες εμπορικές συναλλαγές.»

« Ορίστε πού ήθελε να καταλήξει ο κατεργάρης!» συλ­λογίστηκε ο Τσίτσικοφ. Αμέσως όμως, με την πιο μεγάλη ψυχραιμία, απάντησε:

« Είσαστε ελεύθερος να κάνετε όπως θελήσετε. Αν α­γοράζω δεν είναι επειδή, όπως φαινόσαστε να νομίζετε, έ­χω ανάγκη, αλλά απλά και μόνο για να ικανοποιήσω μια ιδιοτροπία μου. Λοιπόν είπα· δυόμιση ρούβλια· δεχόσαστε ή δε δεχόσαστε.»

« Χε! χε! δεν το βάζει κάτω!» σκέφτηκε ο Σομπάκιεβιτς.

« Τέλος πάντων, δώστε μου τριάντα ρούβλια το κομμά­τι και πάρτε τες.»

«Όχι. Βλέπω πως δε θέλετε να τις πουλήσετε. Σας χαι­ρετώ.» 



«Επιτρέψτε, επιτρέψτε μου!» έκανε ο Σομπάκιεβιτς πιάνοντάς τον από το μπράτσο και πατώντας του τα πόδια.

Ο ήρωάς μας, που είχε ξεχάσει να φυλαχτεί, ξεφώνησε κι άρχισε να χοροπηδάει.

« Σας ζητώ συγγνώμην, σας... νομίζω, σας ενόχλησα; Σας παρακαλώ, καθήστε εδώ. Παρακαλώ!»

Κάθησε κι ο ίδιος στην πολυθρόνα του με τη χάρη μιας γυμνασμένης αρκούδας που ξέρει να περπατάει με λυ­γίσματα και να κάνει διάφορα κόλπα όταν τη ρωτούν: «Μίσα, για δείξε πώς κάνουν οι κυράδες για να ιδρώσουν στο χαμάμι;» ή «Και πώς κάνουν, Μίσα, τ’ αλανάκια για να κλέψουν μπιζέλια;»

« Πιστέψτε με, χάνω τον καιρό μου. Βιάζομαι.»

« Περιμένετε λίγο· θα σας πω δυο λογάκια που θα σας ευχαριστήσουν.»

Κάθησε πολύ κοντά του και του ψιθύρισε, σα μυστικά, στ’ αφτί:

« Θέλετε, είκοσι πέντε ρούβλια;»

«Όχι. Ούτε το ένα τέταρτο. Δε θα βάλω ούτε καπίκι παραπάνω.»

Ο Σομπάκιεβιτς έμεινε αμίλητος. Το ίδιο κι ο Τσίτσικοφ. Πέρασαν έτσι δυο ολόκληρα λεπτά.

« Ποια είναι η τελευταία σας λέξη;» πρόφερε τέλος ο Σομπάκιεβιτς.

« Δυόμιση ρούβλια.»

« Μια ψυχή ανθρώπινη δεν αξίζει για σας πιο πολύ από ένα ραπανάκι. Δώστε μου τουλάχιστον τρία ρούβλια.»

« Αδύνατον.»

«Ας είναι! Πρέπει να γίνει το δικό σας. Ζημιώνομαι, αλλά με τον αδύνατο χαρακτήρα που έχω δε μπορώ να συγ­κρατηθώ και να μην κάνω εκείνο που ευχαριστεί τους άλ­λους. Θα πρέπει βέβαια, για να είναι όλα εντάξει, να κά­νουμε συμβόλαιο.»
« Φυσικά.»

« Το είχα καταλάβει, θα πρέπει να κατέβω στην πόλη.» 



Weinstein Krein. Chichikov and Sobakevich (σκίτσο)

Αχ, αν όλοι αυτοί οι εκμεταλλευτές...»

Αφού κλείστηκε έτσι η συμφωνία, αποφάσισαν να συναν­τηθούν την άλλη μέρα στην πόλη για να υπογράψουν τη συμβολαιογραφική πράξη.Ο Τσίτσικοφ ζήτησε ένα κατάλο­γο των χωρικών. Ο Σομπάκιεβιτς δέχτηκε, κάθησε στο γρα­φείο του, κι έγραψε με το χέρι του μια ονομαστική κατάστα­ση, σημειώνοντας τις ικανότητες και τα προτερήματα του κά­θε ατόμου. 

Στο διάστημα αυτό ο Τσίτσικοφ, μια και δεν είχε άλλο καλύτερο να κάνει, βάλθηκε να εξετάζει την πελώρια κατα­σκευή του οικοδεσπότη, βλέποντας αυτή τη φαρδιά σαν τα καπούλια των κοντών αλόγων της Βιάτκα πλάτη, αυτά τα πόδια που έμοιαζαν με τις κοντές χυτές κολώνες που βάζουν στο μάκρος μερικών πεζοδρομίων, είπε με θαυμασμό μέσα του: 

«Μα την πίστη μου, πολύ ανοιχτοχέρης δείχτηκε ο θεός μ’ εσένα! Μπορεί να σ’ έχει κακοκόψει, μα σ’ έχει καλοράψει! 

Γιατί βέβαια αρκούδα γεννήθηκες, εκτός αν σε μετάλλαξαν σ’ αρκούδα η ζωή σ’ ετούτη την τρύπα, οι δουλειές των χωραφιών, η συναναστροφή σου με τους χοντροχωριάτες σου, αν σε κάνανε ένα δεκαρολόγο, ένα «εξηνταβελόνη» όπως λένε.

 Όχι. Νομίζω πως ο ίδιος ακριβώς θα ήσουνα αν είχες πάρει μια ανατροφή της μόδας, αν είχες προοδέψει στην κοινωνία και κατοικούσες τώρα, στην Πετρούπολη. Μονάχα, αντί να καταβροχθίζεις μισή αρνίσια πλά­τη με μπομποτάλευρο και μαζί μια τυρόπιτα πλατιά όσο ένα πιάτο, θα κατέβαζες κοτολέτες με τρούφες! Αυτή θα ήταν η μόνη διαφορά. 


Sobakevich. Καλλιτέχνης Π Boklevsky


Μα ναι, βέβαια, να και μια άλλη· ζεις αρμονικά με τους χωρικούς σου και δεν τους αδικείς, γιατί θα ήταν σα ν’ αδικούσες τον ίδιο τον εαυτό σου, ενώ στην πρωτεύουσα θα εκμεταλλευόσουν τους υφισταμένους σου και θα κατάκλεβες το Κράτος. 

Όποιος έχει κλείσει μια φορά τη χούφτα, δε γίνεται να την ξανανοίξει. Κι αν συγκατατεθεί 
ν’ ανοίξει ένα ή δυο δάχτυλα, είναι ακόμα χειρό­τερα. Αν κάποιος απ’ αυτούς τους ισχυρούς πάρει μερι­κά πασαλείμματα από μια, όποια να ’ναι, επιστήμη και του δώσεις μια ανώτερη θέση, θα δεις τότε πώς θα μεταχειρι­στεί αυτούς που αληθινά κατέχουν αυτή την επιστήμη. Και μάλιστα θα θελήσει να διακριθεί και θα δημοσιεύσει μια σοφή εγκύκλιο που θα κάνει να υποφέρουν όχι λίγοι... 

Αχ, αν όλοι αυτοί οι εκμεταλλευτές...»


Νικολάι Γκόγκολ, Νεκρές ψυχές, μτφρ. Αντώνης Μοσχοβάκης, εκδόσεις Ηριδανός, 
μέρος πρώτο, κεφάλαιο V, σελ. 98 - 105

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

«Εγώ! εγώ, κανένας άλλος! Η φοβερή φυλακή, χωρίς πόρτες, χωρίς παράθυρα» Άγγελος Σικελιανός

Ο Άγγελος Σικελιανός σε νεαρή ηλικία

Μάνα φωτιά με βύζαξες κ΄ είναι η καρδιά μου αστέρι;

Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου του 1884 στη Λευκάδα, γιος του Ιωάννη Σικελιανού και της Χαρίκλειας το γένος Στεφανίτση.

Ο πατέρας του δίδαξε και στο γυμνάσιο της Λευκάδας. Αγαπούσε τους κλασσικούς και την ξένη λογοτεχνία, ήταν δημοτικιστής και ενθουσιώδης θαυμαστής και υποστηρικτής της επτανησιακής παράδοσης
.

Η μητέρα του Χαρίκλεια, ήταν θυγατέρα του Πάνου Στεφανίτση, που καταγόταν από την Κεφαλληνία, ενώ η μητέρα της από την Ηπειρώτικη οικογένεια: Μόστρα. Η Χαρίκλεια Σικελιανού, ως γυναίκα, υπήρξε ιδιαίτερα μορφωμένη για την εποχή της. Από τα εφτά παιδιά που γεννήθηκαν, τα δύο ήταν κόρες. Από τα αγόρια ο Άγγελος και ο Διονύσης πέθαναν πολύ ενωρίς. Ο Άγγελος πήρε το όνομα του αδερφού του, που πέθανε το 1884. 



Το παιδί γεννήθηκε με μαγνάδι στο πρόσωπο (με εκείνο το κομμάτι του αμνιακού σάκου που ονομάζουμε προσωπίδα). Αυτό ακριβώς το γεγονός θεωρήθηκε από τον ίδιο και τους οικείους του ως ένδειξη της ξεχωριστής αποστολής την οποία προοριζόταν να επιτελέσει.

Ο Σικελιανός ταυτίζεται απαρχής με τον Αλαφροΐσκιωτο. Ο τίτλος που εξόφθαλμα δανείστηκε ο Σικελιανός από το Σολωμό – είναι ο ίδιος ο ποιητής».

Το ότι οι Μοίρες τον μοίραναν στην κούνια του, μας επέτρεψε να το μαντεύσουμε. Αλλά το ότι η μητέρα του, σαν άλλη Δήμητρα το Δημοφώντα, τον έβαψε συμβολικά στη φωτιά για να τον κάμει αθάνατο, αυτό μας το είπε αρκετά καθαρά:


Το πρόσωπό μου εφύλαγεν 
η προσωπίδα η διάφανη, 
που η μάνα, από την όψη του 
αγάλι – αγάλι βγάνοντας
χαμογέλα, αχνή, να με γνωρίσει…. 

Δάκρυά της ανάλαμπαν στα ματόκλαδα 
Μάνα, ιερότερη απ’ τη φύση! [.....]

Πετιώμαι απάνω. Η αλαφρότη μου
είναι ίσια με τη δύναμή μου.

Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο,
στο βασίλεμα σειέται ανοιξάτικο
βαθιὰ το κορμί μου.

Βλέπω γύρα. Το Ιόνιο,
και η ελεύτερη γη μου! 

Ακούστε, ακούστε με! 

Αν ετρέμανε στην κούνια τα βυζασταρούδια, 
εμένα με νανούρισαν, 
των αντρειωμένων τα τραγούδια. 

Εμέ, λεχώνα η μάνα μου, 
στην μπόρα τη μαρτιάτικη 
που ΄χε τα ουράνια ανοίξει, 
εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της
τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει! 

Μάνα φωτιά με βύζαξες 
κ΄ είναι η καρδιά μου αστέρι;

Άγγελος Σικελιανός, Ο Αλαφροΐσκιωτος

Γιάννης Σταύρου, Άγγελος Σικελιανός, πορτρέτο

«Δε θα χωριστούμε ποτέ!»......

Το 1914, στα γραφεία του Εκπαιδευτικού Ομίλου, συναντώνται οι δυο ποιητές, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Ν. Καζαντζάκης και  γρήγορα τους δένει μια στενή φιλία. Η Έλλη Αλεξίου, αδελφή της Γαλάτειας Αλεξίου – Καζαντζάκη, ονομάζει τους δύο άντρες «πνευματικούς αδελφούς» και ο Πρεβελάκης, «αδερφοποιτούς». Η Ελένη Καζαντζάκη χαρακτήρισε τη γνωριμία τους, «θεϊκό δώρο» και ο Α. Σικελιανός, θεωρήθηκε «ένας αδερφός» για τον Ν. Καζαντζάκη.


Οι δύο πνευματικοί νέοι αμέσως, μόλις γνωρίζονται, αποφασίζουν να κάνουν περιήγηση – προσκύνημα στο Άγιο Όρος, και στη συνέχεια αναχωρούν εντός τριημέρου. Η περιήγηση αυτή διαρκεί σαράντα ημέρες και η φιλία η οποία αναπτύσσεται ανάμεσά τους, μολονότι παρουσιάζει διαφορετικές φάσεις, διατηρείται μέχρι το τέλος της ζωής τους.

«Δε θα χωριστούμε ποτέ!» φώναξε ο φίλος μου• θα ζευτούμε σα δυο βόδια να οργώσουμε τη γης!»


Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Άγγελος Σικελιανός

Γαλάτεια, Νίκος, Άγγελος, Εύα

Από τον Ιούλιο ως και το Σεπτέμβριο του 1915, ο Καζαντζάκης μετακινείται ταξιδεύοντας μόνος ή με την σύζυγό του Γαλάτεια και με το ζεύγος Σικελιανού. Σ' αυτά τα ταξίδια, η Γαλάτεια γνωρίζει τον Α. Σικελιανό από κοντά, και στο έργο της,  Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι,  συγκρίνοντας τον άντρα της Καζαντζάκη, με το Σικελιανό (τον οποίο εδώ, αποκαλεί «Γλαύκο»), εκφράζει το θαυμασμό της για το Λευκαδίτη ποιητή  και τον χαρακτηρίζει «γενναίον».

«Ο Αλέξανδρος παράλλαζε από τον Γλαύκο σε πολλά πράματα. Ήταν κλειστός, ενώ ο Γλαύκος ήταν όλος διάχυση και εγκαρδιότητα. Έπειτα του ’λειπε η απλοχεριά του Γλαύκου. Όχι βέβαια γιατί του ’λειπαν τα μέσα. Αλλά γιατί δεν είχε το μεγάλο χάρισμα αυτών που είναι «γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι κι όταν είναι πτωχοί πάλιν εις μικρόν γενναίοι».
Γαλάτεια Καζαντζάκη, Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι, Πρόοδος, Θεσσαλονίκη, σ. 100

Αντίθετα από το θαυμασμό της για τον Άγγελο, στην Εύα Πάλμερ -Σικελιανού, η Γαλάτεια δε χαριζόταν!  Τα δύο ζευγάρια είχαν συντροφέψει στη Συκιά της Κορινθίας τον Αύγουστο του 1915.  

Ο Σικελιανός κορδωνόταν ότι θυμίζει όλους τους ελληνικούς ήρωες  και η Γαλάτεια συμπλήρωνε: 

"Ιδιαίτερα το μονοσάνταλο Ιάσονα που πήρε το χρυσόμαλλο τέρας - την Εύα!!!!!"

 Ξανθιά, ή καλύτερα ρούσα, ήταν η Εύα, αλλά κάθε άλλο παρά τέρας!Κρυφός γυναικείος συναγωνισμός, αν όχι και ζήλια, έκρυβε το πετυχημένο ωστόσο λογοπαίγνιο, ώστε να το  θυμάται και να το μνημονεύει ύστερα από χρόνια ο Καζαντζάκης.



Ο Σικελιανός με την πρώτη σύζυγό του Εύα Πάλμερ (Φωτο: Μουσείο Μπενάκη) 


Ένας προφήτης που ήθελε να γενεί ποιητής, ένας ποιητής που ήθελε να γενεί προφήτης..

Η σχέση του Καζαντζάκη με το Σικελιανό, «τον αιθέριο και κατειλημμένο από τη Μούσα του, την ποίηση»,  «το λάτρη της αθανασίας», τον «Πέτρο τον Ποιητή», όπως τον αποκαλεί στο έργο του, «Συμπόσιο», διατηρείται ως το τέλος, παρά τις διαφορετικές τους πεποιθήσεις: 

 «— Εγώ προτιμώ τον τράγο του αρχαίου χορού, είπεν ο Πέτρος. Αυτός, … προστάτευε τον αιώνιον άνθρωπο.  Μεταλάβαινε το  αίμα του θεού, έσμιγε μαζί του, γινόταν ένα και ζούσε για μιαν υπέρτατη στιγμή τις χαρές και το χαμό του.»
Ν. Καζαντζάκης, Συμπόσιον, Εκδ. Ε. Καζαντζάκη, Δεύτερη Έκδ. σ. 28


Το Μάρτη του 1915, μια μέρα που ανέβαιναν μαζί το Χελμό, να επισκεφτούν το Μέγα Σπήλαιο και τα Καλάβρυτα, ο Σικελιανός κοντοστάθηκε, καμάρωσε τον Καζαντζάκη που τραβούσε αλύγιστος μπροστά, και του είπε πως πορεύεται στον ανήφορο σα σπαθί! Καταχάρηκε ο Καζαντζάκης, μα δεν απάντησε, και όταν σε λίγο ο Σικελιανός, που ήθελε ν' ακούσει και τον δικό του έπαινο, τον ρώτησε: κι εγώ, πώς ανεβαίνω; ο Καζαντζάκης έπαιξε με τ' όνομά του και του απάντησε: Εσύ, σαν ʼγγελος!

Το 1915, όταν οι δύο ποιητές ταξίδευαν μαζί στην Ελλάδα, μια μέρα στα περίχωρα της Σπάρτης πρόσεξαν ένα λουλούδι που τους ήταν άγνωστο, και ρώτησαν ένα χωρικό πώς τάχα να το λένε. Ο ίδιος δεν ήξερε· τους είπε όμως πως μια γριά που ζούσε κει κοντά θα μπορούσε σίγουρα να τους το πει, καθώς όλα τα γνώριζε τα βότανα και τα λουλούδια. Πήγαν την άλλη μέρα να τη βρουν, αλλά η γριά κείνη τη νύχτα είχε πεθάνει! - και ήταν μεγάλη η στεναχώρια τους, γιατί μαζί με τη γριά είχε χαθεί, ίσως για πάντα, και μια λέξη.



Η φιλία των δύο τερματίζεται το 1923, όταν διατυπώνεται επίσημα πλέον το Καζαντζακικό Πιστεύω στην Ασκητική. Και ενώ ο Καζαντζάκης μετατοπίστηκε ως προς τις ιδέες του περί Χριστιανισμού μετά από την επίσκεψή τους στο Άγιον Όρος, αντιθέτως ο Σικελιανός έδεσε τη χριστιανοσύνη με την ποιητική του πορεία

Αν από το 1923 και πέρα οι δρόμοι τους ξεχώρισαν, η μεταξύ τους εκτίμηση και αγάπη δεν χάθηκαν ποτέ: Το 1945 η Εύα και ο Άγγελος – παρόλο που είχαν χωρίσει πριν 12-13 χρόνια και ο Σικελιανός είχε ξαναπαντρευτεί - πάντρεψαν την Ελένη και τον Νίκο, που συζούσαν από το 1926. Κοινή ήταν το 1946 η υποψηφιότητά τους για το βραβείο Νόμπελ και μαζί με τον Καζαντζάκη προσφώνησαν τον Πωλ Ελυάρ στην τιμητική υποδοχή του στην Αθήνα. 

Πολύ αργότερα, ο Καζαντζάκης, ιστορώντας τη ζωή του, θα συμπεριλάβει στο έργο του Αναφορά (στο Γκρέκο) ένα ολόκληρο κεφάλαιο, το ΙΘ΄  με τίτλο «Ο φίλος μου ο ποιητής - Άγιον Όρος»

 «...Σαράντα χρόνια φιλία ακατάλυτη μ' έσμιγε με το Σικελιανό, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα ν' αναπνέω, να μιλώ, να γελώ και να σωπαίνω μαζί του. Τώρα η Ελλάδα άδειασε...» είπε ο Καζαντζάκης μετά το θάνατο του Σικελιανού στις 19 Ιουνίου 1951.


Ήταν ο ποιητής ετούτος από το γένος των αϊτών...

Ήταν πολύ ωραίος, και το’ξερε• ήταν μεγάλος λυρικός ποιητής, και το ’ξερε• είχε γράψει ένα μεγάλο τραγούδι θαμαστό• ποιητική ατμόσφαιρα, στίχος, γλώσσα, αρμονία μαγική, δε χόρταινα να το διαβάζω και να το χαίρουμαι. Ήταν ο ποιητής ετούτος από το γένος των αϊτών• με το πρώτο τίναγμα των φτερών του έφτανε στην κορυφή. 

Αργότερα, όταν θέλησε να γράψει και πρόζα, είδα πως αληθινά ήταν αϊτός• όταν δεν πετούσε μα επιχειρούσε να περπατήσει στη γης, ήταν όπως ο αϊτός που περπατάει, βαρύς κι αδέξιος• το στοιχείο του ήταν ο αέρας. Φτερά είχε, μυαλό στέρεο δεν είχε• έβλεπε μακριά και θαμπά. Στοχάζουνταν με εικόνες, κι οι ποιητικές παρομοίωσες ήταν γι’ αυτόν ατράνταχτα λογικά επιχειρήματα• όταν μπερδεύουνταν σε συλλογισμούς και δεν μπορούσε να βρει άκρα, άστραφτε μέσα του μια λαμπερή εικόνα ή ξεσπούσε σε τρανταχτό γέλιο και γλίτωνε.

Μα είχε αρχοντιά μεγάλη, σπάνια χάρη κι ευγένεια, να τον έβλεπες να μιλάει και να λάμπει έξαλλο το γαλάζιο μάτι του ή να τον άκουες ν’ απαγγέλνει τραγούδια του και να τραντάζουν τα τζάμια του σπιτιού, καταλάβαινες πως θα ’ταν οι αρχαίοι ραψωδοί που, στεφανωμένοι με κληματόφυλλα ή μενεξέδες, γύριζαν από παλάτι σε παλάτι και μέρωναν με το τραγούδι τους τους ανθρώπους που ήταν ακόμα θεριά. 

Αληθινά, από την πρώτη στιγμή που τον είδα, ένιωσα πως ο νέος αυτός τιμάει το ανθρώπινο γένος.

Γενήκαμε ευτύς, απότομα, φίλοι• τόσο πολύ διαφέραμε οι δυο μας που μαντέψαμε μονομιάς πως ο ένας είχε ανάγκη από τον άλλο και πως οι δυο μαζί θ’ αποτελούσαμε τον άρτιο άνθρωπο. 

Εγώ τραχύς, λιγομίλητος, λαϊκό σκληρό τσόφλι• με ρωτήματα πολλά, με αγωνίες μεταφυσικές, δε με ξεγελούσε η φανταχτερή επιφάνεια, μάντευα πίσω από τ’ ωραίο πρόσωπο το κρανίο• καθόλου αφελής, καμιά βεβαιότητα, δεν είχα γεννηθεί πρίγκιπας, μοχτούσα να γίνω. 

Αυτός πρόσχαρος, μεγαλόστομος, σίγουρος• με αρχοντικιά σάρκα, με την απλοϊκιά και δυναμογόνο πίστη πως είναι αθάνατος• ήταν σίγουρος πως είχε γεννηθεί πρίγκιπας και δεν είχε ανάγκη να πονέσει, να μοχτήσει για να γίνει• ούτε να λαχταρίσει την κορυφή, αφού βρίσκουνταν, ήταν σίγουρος, στην κορυφή. Ήταν σίγουρος πως ήταν μοναδικός κι αναντικατάστατος• με κανένα ζωντανό ή πεθαμένο μεγάλο δημιουργό δεν καταδέχουνταν να συγκριθεί• κι η αφέλεια τούτη του ’δινε πεποίθηση και δύναμη μεγάλη.

Μια φορά του μιλούσα πώς η μέλισσα η βασιλομάνα, τη μέρα του γάμου της, ανεβαίνει στον αέρα και πίσω της ακλουθούν στρατός οι κηφήνες και μάχουνται να τη φτάσουν• κι ένας την προφταίνει, ο γαμπρός, σμίγει μαζί της κι όλοι οι άλλοι γκρεμίζουνται και ψοφούν.

— Όλοι οι μνηστήρες, του ’λεγα, πεθαίνουν ευχαριστημένοι, γιατί όλοι ένιωσαν, σαν να ’ταν όλοι ένα, τη γαμήλια αναγάλλιαση του γαμπρού.

Μα ο φίλος μου ξέσπασε σε βροντερό γέλιο:

— Αυτό που λες δεν το καταλαβαίνω καθόλου• εγώ θέλω, εγώ μονάχα, να ’μαι ο γαμπρός.

Γέλασα:

— Εγώ, του αποκρίθηκα θυμίζοντάς του ένα λόγο αγαπημένου μυστικού, εγώ ηγούμαι στεφανούσθαι νικώντων άλλων. Το πνέμα δε λέγεται Εγώ• λέγεται: Όλοι εμείς.

Αργότερα, όταν τον γνώρισα πιο πολύ, του ’πα μια μέρα:

— Η μεγάλη διαφορά μας, Άγγελε, είναι ετούτη: Εσύ πιστεύεις πως βρήκες τη λύτρωση και λυτρώθηκες• εγώ πιστεύω πως λύτρωση δεν υπάρχει, και πιστεύοντάς το, λυτρώθηκα.



«Κάνει το Σουλτάνο, μα είναι σουλτάνα».

Όμως
βαθιά του ενέδρευε μια συμπαθητική πολύ, τρυφερή πολύ αδυναμία: είχε απόλυτη ανάγκη να τον αγαπούν και να τον θαμάζουν. Αν μπορούσες να διαπεράσεις το θριαμβευτικό του πρόσωπο και τη βροντόφωνη πεποίθησή του, θα ’βλεπες έναν ανήσυχο άρχοντα ν’ απλώνει το χέρι στους διαβάτες. Ένας παλιός φίλος του, κυνικός πολύ, μου ’πε μια μέρα: «Κάνει το Σουλτάνο, μα είναι σουλτάνα».

Πολλοί, από ζήλια, από αντιπάθεια στην εξωτερική παγονίστικη ζωή του, τον θεωρούσαν θεατρίνο• πως τίποτα δεν πίστευε, κι ό,τι έλεγε κι έκανε, ψευτιά κι επίδειξη. Ένα παγόνι, κι είχε ανοιγμένα διαρκώς τα φανταχτερά φτερά του• μα αν τον μαδούσες, θα ’βρισκες μια κοινή, ασήμαντη όρνιθα.

Όχι, δεν ήταν θεατρίνος• η εξωτερική ζωή του, τα παχιά λόγια του, ο στόμφος κι η αλαζονεία του, η πεποίθησή του πως ήταν μοναδικός στον κόσμο και μπορούσε, αν ήθελε, να κάνει θάματα, αποκρίνουνταν με απόλυτη ειλικρίνεια στην εσωτερική του βαθιά βεβαιότητα• δεν καμώνουνταν πως ήταν μοναδικός, το πίστευε ακλόνητα. Μπορούσε να βάλει το χέρι του στη φωτιά με τη βεβαιότητα πως δε θα καεί• μπορούσε να ριχτεί χωρίς ανησυχία στον πόλεμο, με τη βεβαιότητα πως σφαίρα δεν μπορούσε να τον αγγίξει• έτρωγε πολύ και το καυκιόταν, γιατί ήταν βέβαιος πως αυτός ό,τι τρώει το κάνει πνέμα. «Ενώ οι άλλοι...» έλεγε και σκούσε στα γέλια.

Μια μέρα, εκεί που σεριανούσαμε στους δρόμους της παλιάς Αθήνας, μου’ πε:

— Τόσο Θεό αισθάνομαι μέσα μου, που αν τη στιγμή τούτη αγγίξεις το χέρι μου, θα πετάξει σπίθες.

Δε μίλησα.

— Τι, δεν το πιστεύεις; μου κάνει βλέποντάς με να σωπαίνω• δοκίμασε, άγγιξε! και μου άπλωσε το χέρι.

Δεν ήθελα να τον ντροπιάσω:

— Καλά, του’πα, πιστεύω• ποια η ανάγκη να δοκιμάσω;

Ήμουν βέβαια σίγουρος πως δε θα ’βγαζε σπίθες• σίγουρος; ποιος ξέρει... Τώρα το μετανιώνω που δε δοκίμασα.

Αυτός θεατρίνος; Θα’ταν θεατρίνος αν έκανε τον απλό και το μετριόφρονα. Μα ήταν ο πιο ειλικρινής άνθρωπος στον κόσμο· το διαπίστωσα μια μέρα παρακολουθώντας ένα περιστατικό που ξεπερνούσε τα όρια του κωμικού κι έμπαινε στην επικίντυνη πύρινη περιοχή της παραφροσύνης.

Kαζαντζάκης και Σικελιανός διαβάζουν μαζί (20 Μαρτίου 1915)

Πέρα από το κωμικό ..στην επικίντυνη πύρινη περιοχή της παραφροσύνης....
Μέναμε οι δυο σ’ ένα εξοχικό σπίτι, μέσα σε πευκώνα, στην άκρα της θάλασσας.* Διαβάζαμε Ντάντε και Παλαιά Διαθήκη κι Όμηρο, μου απάγγελνε με τη βροντερή φωνή του στίχους δικούς του, κάναμε μακρινούς περιπάτους· ήταν οι πρώτες μέρες της γνωριμιάς μας, τ΄αρραβωνιάσματα. Χαρά μεγάλη που είχα βρει έναν άνθρωπο να μην μπορεί ν’ αναπνέει παρά στο πιο αψηλό πάτωμα της επιθυμίας. Γκρεμίζαμε και δημιουργούσαμε τον κόσμο, ήμασταν και οι δυο σίγουροι πως η ψυχή είναι παντοδύναμη· μονάχα που αυτός νόμιζε πως η ψυχή η δική του, εγώ πως η ψυχή του ανθρώπου.

Ένα δειλινό που ετοιμαζόμασταν για το βραδινό μας περίπατο και στεκόμασταν ακόμα στο κατώφλι και κοιτάζαμε τη θάλασσα, να σου και καταφτάνει τρεχάτος ο ταχυδρόμος του χωριού· έβγαλε από την τσάντα του κι έδωκε ένα γράμμα στο φίλο μου κι ύστερα έσκυψε στο αφτί του, ταραγμένος:

— Έχετε κι ένα μεγάλο δέμα.... είπε με φοβισμένη φωνή.

Ο φίλος μου δεν τον άκουσε· διάβαζε το γράμμα, και το πρόσωπο του είχε γίνει κατακόκκινο. Άπλωσε το χέρι, μου το’ δωκ
ε:
— Διάβασε... μου’ πε.

Πήρα
 το γράμμα, διάβασα: «Βουδάκι μου, ο καημένος ο γείτονάς μας, ο ράφτης, πέθανε· σου τον στέλνω και σε παρακαλώ να τον αναστήσεις», του ’γραφε η γυναίκα του.

Ο φίλος μου με κοίταξε με αγωνία:

— Νομίζεις, είναι δύσκολο; έκαμε.

Σήκωσα τους ώμους:

— Δεν ξέρω, αποκρίθηκα· πάντως είναι δύσκολο πολύ.


Μα ο ταχυδρόμος βιάζουνταν.

—Τι να το κάμω το δέμα; ρώτησε και σήκωνε το πόδι του να φύγει.

— Φέρ’το! είπε ο φίλος μου απότομα και στράφηκε πάλι και με κοίταξε, λες και περίμενε να του δώσω κουράγιο.

Μα εγώ ένιωθα δυσφορία μεγάλη και σώπαινα.

Σταθήκαμε αμίλητοι και περιμέναμε· ο ήλιος έγερνε να βασιλέψει, η θάλασσα είχε γίνει σκούρα τριανταφυλλιά· ο φίλος μου δάγκανε τα χείλη και περίμενε.

Σε λίγο δυό χωριάτες φάνηκαν και σήκωναν ένα φτωχικό φέρετρο· ήταν μέσα ο ράφτης.

— Ανεβάστε τον απάνω! πρόσταξε ο φίλος μου και το λαμπρό πρόσωπο του είχε σκοτεινιάσει.

Στράφηκε πάλι και με κοίταξε:

— Τι λες; με ρώτησε πάλι και κάρφωσε στα μάτια μου τη ματιά του, ανήσυχη· τι λες, θα μπορέσω;

— Δοκίμασε, αποκρίθηκα· εγώ θα πάω περίπατο.




...μπροστά μου ζυγιάζουνταν  η ψυχή του φίλου μου....


Πήρα γιαλό γιαλό κι ανάσαινα βαθιά τη μυρωδιά του πεύκου και της θάλασσας. «Τώρα θα φανεί, συλλογίζουμουν, αν είναι θεατρίνος ή αν είναι επικίντυνα απότολμη ψυχή, έτοιμη να πεθυμήσει και να επιχειρήσει τα αδύνατα. Θα δοκιμάσει ν’ αναστήσει το νεκρό, ή, παμπόνηρος, θα φοβηθεί το γελοίο και θα πάει κρυφά κι ήσυχα να κοιμηθεί στο κρεβάτι του; Απόψε θα φανεί.»

Έτρεμα που ζυγιάζουνταν έτσι μπροστά μου η ψυχή του φίλου μου και περπατούσα γρήγορα γρήγορα, αναστατωμένος.

Ο ήλιος είχε πια βουτήξει· το πρώτο σκούξιμο της κουκουβάγιας ακούστηκε μέσα από τα πεύκα, θλιμμένο και τρυφερό· οι μακρινές βουνοκορφές άρχισαν να λιώνουν μέσα στο σούρουπο.

Μάκρυνα επίτηδες τον περίπατό μου, γιατί ένιωθα δυσφορία να γυρίσω σπίτι· πρώτα πρώτα μ’ενοχλούσε η παρουσία του νεκρού· ποτέ δεν μπόρεσα ν’αντικρίσω νεκρό χωρίς ν’ανατριχιάσω από αηδία και φόβο· κι ύστερα, γιατί ήθελα ν’ αναβάλω όσο μπορώ να δω πώς θα φερθεί στην κρίσιμη αυτή στιγμή ο φίλος μου.

Όταν έφτασα στο σπίτι, το δωμάτιο του φίλου μου, από πάνω από το δικό μου, ήταν κατάφωτο. Δεν είχα κέφι να δειπνήσω, έπεσα στο κρεβάτι να κοιμηθώ· μα πού να κλείσω μάτι! Από πάνω μου όλη τη νύχτα άκουγα σιγανά μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει· κι ευτύς ύστερα βήματα βαριά απάνω κάτω, πολλή ώρα, και πάλι μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει. Όλη τη νύχτα. Κάποτε άκουσα το φίλο μου ν’ αναστενάζει βαθιά και ν’ ανοίγει το παράθυρο, σαν να πλαντούσε κι ήθελε να πάρει αέρα.




Η ψυχή λοιπόν δεν είναι παντοδύναμη;

Είχα πια κουραστεί, και τα ξημερώματα με πήρε ο ύπνος· άργησα να ξυπνήσω και να κατέβω κάτω· ο φίλος μου κάθουνταν μπροστά στο τραπέζι, το γάλα μπροστά του έμενε ανέγγιχτο. Τρόμαξα όταν τον είδα· δυο μεγάλοι γαλάζιοι κύκλοι είχαν απλωθεί γύρα από τα μάτια του κι ήταν χλωμός χλωμός και τα χείλια του κάτασπρα. Δεν του μίλησα· κάθισα δίπλα του στενοχωρημένος και περίμενα.

— Έκαμα ό,τι μπορούσα, είπε τέλος, σαν να’θελε να δικαιολογηθεί· θυμάσαι πώς ανάστησε ο προφήτης Ελισσαίος το νεκρό: ξάπλωσε ολοκορμίς απάνω του, κόλλησε το στόμα του στο στόμα του νεκρού και του φυσούσε την πνοή του και μούγκριζε· το ίδιο έκαμα κι εγώ...


Σώπασε, και σε λίγο:


— Όλη νύχτα.... όλη νύχτα.... του κάκου!

Θαμασμός με είχε κυριέψει· κοίταζα το φίλο μου και τον καμάρωνα· είχε μπει στο γελοίο, μα το’χε ξεπεράσει, είχε φτάσει στο τραγικό σύνορο της παραφροσύνης, και τώρα γύριζε και κάθουνταν αντίκρα μου εξαντλημένος.


Σηκώθηκε, πρόβαλε ως το κατώφλι, κοίταξε μπροστά του τη θάλασσα, σφούγγιξε το μέτωπο του που μαργαριτώνουνταν με χοντρές στάλες ιδρώτα.

Και τώρα; στράφηκε και με ρώτησε· τι να κάμω;


—Φώναξε τον παπά να’ ρθει να τον θάψει
, αποκρίθηκα· κι εμείς πάμε να κάμουμε τη βόλτα μας στην άκρα της θάλασσας.


Τον πήρα χεραγκαλιά, το μπράτσο του έτρεμε· βγάλαμε τα παπούτσια μας, ξεκαλτσωθήκαμε, τσαλαβουτούσαμε στο ακρογιάλι και δροσερεύαμε. Δεν μιλούσε, μα ένιωθα πως η δροσιά της θάλασσας και το ήσυχο φουρφούρισμά της τον γαλήνευαν.

— Ντρέπουμαι.... μουρμούρισε τέλος. Η ψυχή λοιπόν δεν είναι παντοδύναμη;

— Δεν είναι ακόμα, αποκρίθηκα· θα γίνει. Παλικαριά μεγάλη να θες να ξεπεράσεις τα σύνορα του ανθρώπου· μα παλικαριά μεγάλη και ν’αναγνωρίζεις χωρίς τρόμο τα σύνορα και να μην απελπίζεσαι. Θα χτυπούμε, θα χτυπούμε τα κεφάλια μας απάνω στα κάγκελα, πολλά κεφάλια θα γίνουν θρύμματα, μα μια μέρα τα κάγκελα θα σπάσουν.....



— Εγώ θα ’θελα να ’ναι το κεφάλι μου που θα τα σπάσει, είπε και πέταξε με πείσμα ένα μεγάλο χοχλάδι στη θάλασσα• εγώ, εγώ, φώναξε, κανένας άλλος!
Χαμογέλασα• «εγώ! εγώ!» αυτή ’ταν η φοβερή φυλακή, χωρίς πόρτες, χωρίς παράθυρα, του φίλου μου.


Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο, κεφ ΙΘ΄, 
Ο φίλος μου ο ποιητής — Άγιον Όρος (σελ.191-196)


* Πρόκειται για το εξοχικό που διατηρούσαν στη Συκιά της Κορινθίας, ο Άγγελος Σικελιανός με την Εύα Πάλμερ και στο οποίο είχαν φιλοξενηθεί κατά καιρούς μεγάλες προσωπικότητες του χώρου των τεχνών και των γραμμάτων, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Δημήτρης Μητρόπουλος, ο Μανώλης Καλομοίρης, η Ισιδώρα Ντάνκαν, η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής, η Μαρίκα Κοτοπούλη.



Το πορτρέτο και τα χειρόγραφα του Άγγελου Σικελιανού δεσπόζουν στην είσοδο της βίλας στη Συκιά, η οποία χτίστηκε το 1912 πάνω σε σχέδια του ίδιου του ποιητή και λειτουργεί πλέον ως "κοσμοπολίτικη εστία φιλοξενίας"

Πηγές: 



Στο εσωτερικό της βίλας Σικελιανού και συγκεκριμένα στα σαλόνια, 

υπάρχουν χειρόγραφα και σημειώσεις του΄ποιητή. 


Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Μπορείς να τα καταφέρεις, θάρρος θέλει!, Χόρχε Μπουκάι


Ένα γιγάντιο ζώο, τρομερά δυνατό....

Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του. Σίγουρα, ένα ζώο σαν κι αυτό θα μπορούσε να ξεριζώσει ολόκληρο δέντρο μ' ένα μικρό τράβηγμα.


Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του.

Ωστόσο, το ξύλο ήταν ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος. Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.

Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει;



Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;

Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο, τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα. Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος.

Έκανα τότε την προφανή ερώτηση:  

"Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;"

Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.

Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα - ευτυχώς για μένα - ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν΄ ανακαλύψει την απάντηση.

Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σ΄ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.


..δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής.....


Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρ΄ όλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.

Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο… 


Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.

Αυτός ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής.
Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του.

Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση.

Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του…



Γιατί δεν δοκιμάζεις;

Κάποιες νύχτες ονειρεύομαι ότι πλησιάζω τον αλυσοδεμένο ελέφαντα και του λέω στο αφτί:

«Ξέρεις κάτι; Εμείς οι δυο μοιάζουμε. Νομίζεις κι εσύ ότι δεν μπορείς να κάνεις κάποια πράγματα επειδή μια φορά, κάποτε, προσπάθησες και δεν τα κατάφερες. Πρέπει να καταλάβεις ότι ο καιρός πέρασε και σήμερα είσαι πια πιο μεγάλος και πιο δυνατός από παλιά. Αν ήθελες στ’ αλήθεια να απελευθερωθείς, είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσες να το πετύχεις.

Γιατί δεν το δοκιμάζεις;»

Μερικές φορές ξυπνάω με τη σκέψη ότι ο ελέφαντάς μου, τελικά, κάποια μέρα το επιχείρησε και κατάφερε να ξεριζώσει το ξύλο. Τότε χαμογελάω και φαντάζομαι ότι το τεράστιο ζώο συνεχίζει να ταξιδεύει με το τσίρκο επειδή χαίρεται να βλέπει τα παιδιά να διασκεδάζουν, αλλά χωρίς αλυσίδα.


Προσπάθησε πάλι με όλη σου την ψυχή!

Όλοι είμαστε λίγο- πολύ σαν τον τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία.

Ζούμε πιστεύοντας ότι "δεν μπορούμε" να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και και δεν τα καταφέραμε.

Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: 


"Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω."

Αυτό σου συμβαίνει. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε.

Ο μοναδικός τρόπος να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή…! 




Χόρχε Μπουκάι, Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας
Εικονογράφηση: Gusti, εκδόσεις Opera, Αθήνα 2011

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

"Εσύ μέρεψες λύκο κι έναν άντρα δε θα μπορέσεις να μερέψεις;"


Στα παραμύθια δεν υπάρχει αθεράπευτη πληγή.....

«Στα παραμύθια δεν υπάρχει αθεράπευτη πληγή», ισχυρίζεται ο Κλοντ Λεβί-Στρος και μάλλον έχει δίκιο.

«Τα παραμύθια μιλάνε για ένα πράγμα, πάντα το ίδιο: για τη Ζωή. Μιλάνε για μεταβάσεις από τη μια περίοδο της ζωής μας στην άλλη, για απώλειες, θανάτους, αρρώστιες, χωρισμούς, αναπάντεχες δυσκολίες, κάθε μορφής οδύνες, που μας επιβάλλουν πένθη, ικανά να μας εγκλωβίσουν ή να μας ελευθερώσουν. 


Μόνο αν έχουμε επίγνωση ότι πάντα υπάρχουν απώλειες στα μικρά και τα μεγάλα που φέρνει η ζωή, ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο και άφθαρτο, ότι συχνά στο δρόμο μας θα φυτρώνουν αγκάθια, ότι κάποιες φορές θα υπάρχει στις σχέσεις μας κάτι που “δε μεγάλωσε”, που δε λέχτηκε, θα μπορούμε να λάβουμε το δώρο να ζούμε κάποια πράγματα (αλίμονο, όχι όλα) που ωριμάζουν μαζί μας και καρποφορούν. 

Ας το θυμόμαστε: οι σχέσεις μας δε “μεγαλώνουν” πάντα, κάποιες φορές δεν αντέχουν το χρόνο, δεν αντέχουν τα γηρατειά, δεν αντέχουν τον “ενήλικο” λόγο, δεν αντέχουν το διάλογο, ίσως γιατί εμείς συχνά - πυκνά δεν έχουμε το κουράγιο που έχουν οι ήρωες στα μαγικά παραμύθια.

Δεν αντέχουμε να βουτήξουμε στα βαθιά, δεν αντέχουμε να περάσουμε δοκιμασίες, δε θέλουμε να έχουμε απώλειες (ούτε να ξεριζώνουμε αγκάθια, να βάζουμε λίπασμα, να ποτίζουμε τις σχέσεις μας), θέλουμε μόνο χάδια και κανακέματα, ενίσχυση και επιβράβευση, και παραμένουμε μικροί. 

Ότι πάντα κάτι λείπει ισχύει για όλες μας τις σχέσεις, όλες μας τις αλλαγές, όλες τις “συναλλαγές”, όλα τα σταυροδρόμια - είτε διαλέξαμε δρόμο και τα προσπεράσαμε είτε πισωγυρίσαμε -, όλους τους αποχαιρετισμούς, με ζωντανούς και πεθαμένους, όλους τους μικρούς και μεγάλους χωρισμούς. Κάτι αφήνουμε πίσω, πάντα με φόβο μήπως είναι το “καλύτερο”, κάτι υποδεχόμαστε, πάντα με ελπίδα ότι θα είναι το “καλύτερο”», εξηγεί η Λίλη Λαμπρέλλη και συνεχίζει: 



Η γυναικεία δύναμη ή ο λύκος που κρύβουμε μέσα μας...

«Το παραμύθι με τις τρεις τρίχες του λύκου βρίσκεται σε πολλές παραδόσεις, κυρίως την κινεζική, αλλά εγώ το παρέλαβα από το στόμα του Ανρί Γκουγκό. Στα ελληνικά το είπα για πρώτη φορά στην πατρίδα μου, τη Μυτιλήνη, τον Οκτώβρη του 2013.

Είναι κι ένα παραμύθι που έχει να κάνει με τη σχέση άνδρα - γυναίκας και τη δύναμη της γυναίκας, και πιστεύω ότι αυτό ταιριάζει στη Μυτιλήνη που, όπως τη θυμάμαι και μέχρι τώρα, έχει ένα κατάλοιπο μητριαρχίας. Βλέπεις δηλαδή ότι και προελληνικά, πριν έρθουν οι Έλληνες στο χώρο, οι Πελασγοί είχαν τη Μεγάλη Θεά, όπως και σε πολλούς παλιούς πολιτισμούς. Αυτό έχει ξεχαστεί σε πάρα πολλά μέρη, σε άλλα όμως έχει επιβιώσει, και για εμένα αυτό είναι η Μυτιλήνη.

Για εμένα είναι ο τόπος όπου η γυναίκα είναι σε θρόνο.Όλες οι Μυτιληνιές που γνώρισα - άλλες πεθαμένες από καιρό, άλλες ολοζώντανες- είναι η ηρωίδα», καταλήγει η  Λίλη Λαμπρέλλη.




Ο λύκος....ο δυνατός εαυτός μας. 

Α
φιερωμένο, λοιπόν, στις γυναίκες που έχουν το κουράγιο να βρουν τρεις τρίχες λύκου και να γερέψουν τον άντρα τους ή το "άλλο μισό" του εαυτού τους απ' τα μαράζια της ζωής. 

Αφιερωμένο στη θηλυκή ενέργεια, που δεν κρατάει μαστίγιο, ούτε όπλο, δεν είναι βάναυση ούτε κτηνώδης. Αντικρίζει κατάματα την αλήθεια, αποδέχεται τη δοκιμασία και πορεύεται μονάχη και αποφασισμένη να νικήσει τους φόβους της και να μεγαλώσει... με επιμονή, υπομονή, εντιμότητα, αγάπη........

Το μέσα μας θηρίο, αν αφεθεί ελεύθερο, θα κατασπαράξει και θα καταβροχθίσει τα πάντα, αν όμως δαμαστεί, μπορεί να προσφέρει απεριόριστες υπηρεσίες σ’ εκείνον που το έχει εξημερώσει. 

Δε χρειάζεται, λοιπόν, να εξοντώσουμε το λύκο που έχουμε μέσα μας, γιατί, όσο κι αν μοιάζει επικίνδυνος, έχει ιδιότητες που εξυπηρετούν κάποιο σκοπό. Αληθινή κυριαρχία είναι να αναγνωρίσουμε τον εχθρό και να τον μετατρέψουμε σε σύμμαχο και ευεργέτη.

Ο λύκος που κρύβουμε μέσα μας μπορεί να είναι κι ο δυνατός εαυτός μας. Αυτός που προσαρμόζεται σε κάθε καινούρια αρχή, έχει ανεξάντλητη αντοχή, καταφέρνει να ανταπεξέρχεται συνεχώς σε νέα δεδομένα, να ανακαλύπτει νέα μονοπάτια, να ελίσσεται, να βλέπει μπροστά και να μη φοβάται. Αυτό το λύκο, ανάγκη πάσα να τον μερέψουμε, κι αν όχι να τον υποτάξουμε, να ζήσουμε μαζί του...



Κι ο άντρας γύρισε απ' τον πόλεμο ζωντανός μα παγωμένος....

Ζούσε κάποτε, σ’ ένα μικρό χωριό, ένας άντρας και μια γυναίκα νιόπαντροι κι αγαπημένοι αληθι­νά. Όμως, πριν ακόμα σβήσει ο ήχος απ’ τα τρα­γούδια του γάμου, χτύπησαν οι καμπάνες για πό­λεμο κι ο γαμπρός έφυγε μαζί με τ’ άλλα παλικά­ρια του χωριού, να πάει να πολεμήσει. Η γυναίκα τον περίμενε, μετρώντας τις μέρες και τις νύχτες και τις εποχές...


"Portrait of Jessie Willcox Smith" by Violet Oakley 1900


Τέσσερα χρόνια πέρασαν. Μια μέρα, άρχισαν πάλι να χτυπούν οι καμπάνες - τούτη τη φορά για το τέλος του πολέμου. Κι όλοι ξεχύθηκαν στους δρόμους να γιορτάσουνε. Κι η γυναίκα έβαλε ένα κόκκινο φουστάνι, έχωσε κι ένα λουλούδι στα μαλ­λιά κι έτρεξε ως τη δημοσιά. Κι εκεί, με σφιγμένη την καρδιά, κοιτούσε ως πέρα απ’ τον κάμπο, να δει αν ο άντρας της ήταν ανάμεσα στους ζωντα­νούς που είχαν την τύχη να γυρίζουν πίσω.




Έξαφνα τον είδε, μες στο πλήθος. Του φώναξε από μακριά, όμως αυτός είχε το κεφάλι του σκυμ­μένο. Εκείνη έτρεξε, έτρεξε και χύθηκε πάνω του - τον αγκάλιασε σα θάλασσα, σα μάνα, σα μικρό παιδί και σα γυναίκα νιόπαντρη. Αυτός, παγωμέ­νος, στεγνός, αγέλαστος, σαν η φλόγα της ζωής να ’χε σβήσει στη ματιά του.

— Πήγαινε σπίτι, της είπε. Άσε με μένα, θα κοιμηθώ στο δάσος.

Και χώθηκε στο δάσος σαν αγρίμι.



La Vie, 1903 (detail) Pablo Picasso



Θέλω γιατρικό να γερέψω τον άντρα μου....

Εκείνη γύρισε στο σπίτι κι έκλαψε, έκλαψε για ώρα πολλή... Κοντά μεσάνυχτα, σκούπισε τα μά­τια, τυλίχτηκε με μάλλινη μαντίλα, ξεμαντάλωσε την πόρτα και κίνησε να πάει να βρει τη γριά του χωριού που όλοι τη λέγαν μάισσα γιατί ήξερε να λέει ξόρκια και συμβουλές, και να φτιάχνει μαντζούνια για όλα τα κακά. Η μάισσα ζούσε μονά­χη σ’ ένα χαμηλό σπιτάκι, στην άκρη του χωριού.

Σαν έφτασε η γυναίκα και χτύπησε την πόρτα: 


— Μπες, άκουσε από μέσα, σαν η γριά να την περίμενε.


Εκείνη μπήκε κι έπεσε στα γόνατα:

— Θεια, βοήθεια. Θέλω γιατρικό να γερέψω τον άντρα μου που πέτρωσε στον πόλεμο.

Η γριά την κοίταξε από πάνω ως κάτω, με ήσυ­χη ματιά.

— Πες πως έγινε, της είπε. Αρκεί να τον ποτί­σεις ένα μαντζούνι μαγικό που θα σου φτιάξω εγώ. Μόνο που πρέπει να ρίξω μέσα τρεις τρίχες λύκου και δεν τις έχω. Θα πρέπει να τις βρεις εσύ.

— Τρεις τρίχες λύκου; Πού θα της βρω, θεια;

— Α, αν θες να ζωντανέψει ο άντρας σου, θα τις βρεις. Και θυμήσου, κόρη μου. Ο λύκος πρέπει να ναι ζωντανός.

Αυτά είπε και σώπασε η γριά, απλώνοντας τα χέρια στη φωτιά. Κι η γυναίκα γύρισε σκυφτή στο σπίτι.



L'Envoûteuse (The Sorceress), Georges Merle, 1883


..τρεις μέρες κρέας για τρεις τρίχες, μοιάζει δίκαιο...

Την άλλη μέρα, αχάραγα, πήρε ψωμί, νερό κι ένα χοιρομέρι καπνιστό, τυλίχτηκε σε μια κάπα και πή­ρε το μονοπάτι για τα βαθιά του δάσους. Περπά­τησε, περπάτησε, ενώ ο ήλιος ανέβαινε κι ανέβαινε και μίκραιναν οι σκιές, κι ύστερα, ο ήλιος πήρε να χαμηλώνει, και χαμήλωνε και μεγαλώναν οι σκιές, ώσπου έφτασε στο ξέφωτο που το λεγαν το ξέφωτο των λύκων. Σε μια πέτρα πλατιά στη μέση του ξέφωτου απόθεσε ένα κομμάτι από το κρέας.Ύστερα ανέβηκε πάνω σ’ ένα δέντρο και περίμενε.

Μόλις πήρε να νυχτώνει, ακούστηκαν οι λύκοι που αλυχτούσαν. Γύρω στα μεσάνυχτα, η γυναίκα είδε μια μαύρη σκιά να πλησιάζει. Έφτασε στην πέ­τρα, μύρισε το κρέας, κοίταξε δεξιά ζερβά, το πήρε κι έφυγε. Η γυναίκα βάλθηκε να τραγουδά κι ένιωθε πως εκεί κοντά, κάτω από τα πόδια της, μια σκοτεινή μορφή έτρωγε κρέας και την άκουγε.

Την άλλη μέρα, έβαλε πάλι η γυναίκα ένα κομ­μάτι κρέας πάνω στην πέτρα κι ύστερα, κρυμμένη πίσω απ’ τους πυκνούς θάμνους, περίμενε να νυ­χτώσει. Κι ήρθε πάλι θεόρατη η μαύρη σκιά, πήρε το κρέας κι αφουγκράστηκε. Τότε αυτή ξανάπιασε το τραγούδι κι η σκιά έμεινε εκεί, στην καρδιά του ξέφωτου. Έφαγε το κρέας, όμως δεν έφυγε. Έμεινε στο ξέφωτο σε απόσταση ανάσας από τη γυναίκα κι άκουγε όλη τη νύχτα. Με το πρώτο φως, χάθηκε μαζί με τις άλλες σκιές.

Την τρίτη μέρα, η γυναίκα έβαλε το τελευταίο κομμάτι από το κρέας πάνω στην πέτρα κι ύστερα στάθηκε δίπλα εκεί - δεν πήγε να κρυφτεί. Σα νύ­χτωσε, ένιωσε τη μυρωδιά του ζώου που πλησίαζε. Σαν ήρθε δίπλα της, γύρισε και το κοίταξε μέσα στα κόκκινά του μάτια. Του είπε:

— Δεν έχω άλλο κρέας να σου δώσω. Αυτό εί­ναι το τελευταίο. Γι’ αυτό θα φύγω. Όμως, πριν φύγω, μια χάρη σου ζητώ. Τρεις τρίχες απ’ το τρί­χωμά σου, να φτιάξω γιατρικό για να μερέψει ο άντρας μου. Τέσσερα χρόνια τον περίμενα κι αυ­τός γύρισε πίσω αλλιώτικος, αγριεμένος απ’ τον τρόμο του πολέμου - πετρωμένος.

— Γυναίκα, τρεις μέρες κρέας για τρεις τρίχες απ’ το τρίχωμά μου, μοιάζει το δίκιο να ’ναι με το μέρος σου. Πάρ’ τες, όμως μη φεύγεις. Μείνε και τούτη τη νύχτα και τραγούδα.


...κι ο άντρας της ζωντάνεψε στην αγκαλιά της...


Και το τεράστιο ζώο ξαπλώθηκε στα πόδια της. Η γυναίκα το χάιδεψε. Τράβηξε τις τρεις τρίχες, ενώ του τραγουδούσε. Κι ύστερα συνέχισε να τραγουδά ως λίγο πριν χαράξει. Με το πρώτο αχνό φως, ο λύκος πήρε το μονοπάτι του βουνού κι η γυναίκα το μονοπάτι του χωριού, σφίγγοντας στον κόρφο της τις τρίχες για το γιατρικό της. Πήγε γραμμή στην καλύβα της γριάς.

— Θεια, έφερα τις τρίχες. Φτιάξε μου το μαντζούνι.
— Για δώσ’ τες μου να δω αν πραγματικά είναι από λύκο, είπε η γριά κι άπλωσε το χέρι.

Τις πήρε, τις κοίταξε στο θάμπος της φωτιάς κι είπε:

— Ναι, από λύκο είναι. Κι ύστερα, τις φύσηξε μέσα στη φωτιά.

— Θεία, τι έκανες, θεία; Τώρα, πώς θα ζωντα­νέψει ο άντρας μου;

— Κυρά μου, μονάχα εσύ μπορείς να τον για­τρέψεις. Εσύ μέρεψες λύκο κι έναν άντρα δε θα μπορέσεις να μερέψεις; Τώρα, ξέρεις πώς γίνεται. Τράβα και κάμε αυτό που ξέρεις.

Η γυναίκα γύρισε στο σπίτι, άναψε τη φωτιά κι έβαλε πάνω το τσουκάλι. Δεν πέρασαν τρεις μέρες, κι ο άντρας της ζωντάνεψε στην αγκαλιά της... Και ζήσανε καλά...

Marc Chagall, Blue Lovers, 1914

Λίλη Λαμπρέλλη, Τρεις τρίχες λύκου, Η γυναίκα με τα χέρια από φως, εκδόσεις Πατάκη