Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

«Είναι η άνοιξη που δασκαλεύει τα παλικάρια να δίνουνε νερό στις κορασιές...», Εμίλ Ζολά, Οι τέσσερις μέρες του Γιάννη Γκουρντόν



Claude Monet, River and Mill near Giverny (1885)

Εκεί κάτω στην ακροποταμιά.....


Κείνη τη μέρα, στις πέντε το πρωί, ο ήλιος μπήκε μ’ ένα ευχάριστο ξάφνιασμα μέσα στη μικρή την κάμαρα, που κρατούσα στο σπίτι του μπάρμπα μου του Λάζαρου, που ήτανε παπάς στο χωριό Ντουργκ.

Μια πλατιά, κίτρινη αχτίδα έπεσε πάνω στα κλειστά μου βλέφαρα και ξύπνησα μέσα στο φως.

Η κάμαρά μου, ασπρισμένη με σοβά, με τους τοίχους της και τα ξύλινα έπιπλά της, είχε μια ζεστασιά θελκτική. Στάθηκα στο παράθυρο και κοιτούσα τον Ντουράνς, που κυλούσε πλατιά, μέσα από τον πράσινο κάμπο.

Δροσάτες πνοές μού χαϊδεύανε το πρόσωπο, κι οι ψίθυροι του ποταμού και των δέντρων θαρρούσα πως με καλούσαν.

Άνοιξα την πόρτα σιγά.

[.....] Ο μπάρμπας μου ο Λάζαρος, εδώ και λίγες μέρες, με παρακολουθούσε παντού, μελαγχολικός και θυμωμένος. Ίσως να μ’ εμπόδιζε να πάω ’κει κάτω, στην ακροποταμιά, για να παραμονέψω κρυμμένος πίσω από τις ελιές της ακροποταμιάς, την Μπαμπέ, την ψηλή μελαψή κόρη, που ήταν γεννημένη για μένα μαζί με την καινούρια την άνοιξη.

Μα ο μπάρμπας μου κοιμότανε βαθιά.[......]

Εκείνο το πρωί, σαν έφτασα στην όχθη του ποταμού, σα να ξαφνιάστηκα βλέποντάς το τόσο γαλήνιο και τόσο καθάριο. Ποτέ δεν είχε μια τόσο χαρούμενη όψη.

Γλίστρησα κάτω απ’ τις ιτιές σ’ έναν άδεντρο τόπο, όπου ο ήλιος απλωνότανε πλατιά πάνω στην σκιερή πρασινάδα. Εκεί ξαπλώθηκα μπρούμυτα, με τεντωμένο τ’ αυτί, κοιτάζοντας μέσα από τους κλώνους προς το μονοπάτι, από κει που θα κατέβαινε η Μπαμπέ!


Pierre Auguste Renoir, Spring (The Four Seasons) : 

Γιατί η Μπαμπέ ήτανε η άνοιξη για μένα.....

[......] σηκώνοντας τα μάτια αγνάντεψα από την κορφή του μονοπατιού, τις ανοιχτόχρωμες φούστες της Μπαμπέ, που ξεχωρίζανε πάνω στο γκρίζο δρόμο· αναγνώρισα τη σταχτιά μπαμπακερή της ρόμπα στολισμένη με μικρά γαλάζια λουλούδια.

Χώθηκα μέσα στα χόρτα περισσότερο κι άκουσα την καρδιά μου να χτυπάει απάνω στο χώμα, μισοσηκώνοντας σχεδόν το κορμί μου μ’ ελαφρά τινάγματα.

Τα στήθια μου ήταν ξαναμμένα τώρα και δεν ένιωθα πια τη φρεσκάδα της πρωινής δροσιάς.

Η κοπέλα κατέβαινε λυγερόκορμη. Οι φούστες της, αγγίζοντας το χώμα, κυμάτιζαν με τέτοιον τρόπο, που με μάγευαν. Την κοιτούσα από πάνω μέχρι κάτω, ολόρθη, μέσα στην μακάρια κι αγέρωχη χάρη της.

Δεν ήξερε πως βρισκόμουν εκεί, πίσω από τις ιτιές. Περπατούσε ελεύθερα, έτρεχε, δίχως να νιάζεται για τον άνεμο που ανασήκωνε μια άκρια της φούστας της. Ξεχώριζα τα πόδια της, καθώς βάδιζε γρήγορα-γρήγορα κι ένα κομμμάτι από τις άσπρες της κάλτσες, που είχε το πλάτος του χεριού πάνω- κάτω και που μ’ έκανε να κοκκινίζω απαλά και δυσάρεστα.

Ω! τότε, δεν κοίταζα τίποτα πια, μήτε τον Ντουράνς, μήτε τις ιτιές μήτε την ασπράδα τ’ ουρανού.


Χλεύαζα ανελέητα τον κάμπο! Δεν ήτανε πια ο καλόβολος φίλος μου· οι χαρές του κι οι λύπες του με άφηναν ολότελα αδιάφορο. Τι μ’ έμελλε μένα για τους συντρόφους μου και για τα χαλίκια και τα δέντρα των λόφων; Το ποτάμι, σαν ήθελε μπορούσε να λείψει κι αυτό μεμιάς, δε θα λυπόμουνα εγώ για δαύτο.

Κι η άνοιξη; Δε θα νιαζόμουνα καθόλου για την άνοιξη.

Κι αν μου έπαιρνε τον ήλιο, που μου ζέσταινε τη ράχη, τις φυλλωσιές της και το φως της, όλο τούτο το μαγιάτικο πρωινό της, εγώ θα ’μένα δω, να κοιτώ εκστατικά την Μπαμπέ, που έτρεχε πέρα στο στρατί, ταλαντεύοντας θελκτικά τις φούστες της. Γιατί η Μπαμπέ ήτανε η άνοιξη για μένα. Ποτέ δεν της είχα μιλήσει.

Κοκκινίζαμε κι οι δυο μας, όταν συναντιόμαστε στην εκκλησία του μπάρμπα μου του Λάζαρου.

Θα ορκιζόμουνα μαθές πως με μισούσε.

Κείνη τη μέρα, κουβέντιασε λίγη ώρα με τις πλύστρες.

Το γάργαρο γέλιο της έφτανε μέχρι σε μένα ανάκατο με την πλατιά βοή του Ντουράνς. Ύστερα έσκυψε, για να πιάσει με τη χούφτα της νερό. Μα η όχθη ήταν ψηλή κι η Μπαμπέ θα γλιστρούσε, αν δεν κρατιόταν απ’ τα χόρτα. Μια τρεμούλα μου πάγωσε το αίμα. Σηκώθηκα απότομα, και δίχως ντροπή, δίχως να κοκκινίσω, έτρεξα σιμά στην κοπέλα. Με κοίταξε τρομαγμένη. Ύστερα χαμογέλασε. Εγώ, έσκυψα κινδυνεύοντας να πέσω. Πρόλαβα όμως σφίγγοντας τα δάχτυλα, να γιομίσω το δεξί μου το χέρι με νερό. Κι απλώνοντας στη Μπαμπέ αυτό το καινούργιο τάσι, την προσκάλεσα να πιει.

Οι πλύστρες γελούσανε. Η Μπαμπέ, ταραγμένη, δεν τολμούσε να δεχτεί· δίσταζε, μισόστρεφε το κεφάλι. Τελικά, τ’ αποφάσισε· ακούμπησε αλαφρά τα χείλη της στα δάχτυλά μου, μα ήταν αργά. Το νερό είχε χυθεί... Ξέσπασε τότε στα γέλια ξανάγινε παιδί κι είδα φανερά πως με κοροΐδευε. Ήμουν πολύ βλάκας. Ξανάσκυψα. Τούτη τη φορά έπιασα νερό με τις δυο μου τις χούφτες κι έτρεξα να το φέρω στα χείλη της Μπαμπέ. Ήπιε κι ένιωσα το απαλό φιλί των χειλιών της ν’ ανεβαίνει στα μπράτσα μου ολόισα, ίσαμε τον κόρφο μου, που γέμισε ζεστασιά.

— Ω! Ο μπάρμπας μου κοιμάται! ψιθύρισα.




Arthur Hughes, April Love (1856)

Ένα όμορφο πρωινό....ένα πρωινό για τα νιάτα.

Καθώς σκεφτόμουν αυτά, είδα σιμά μου ένα μαύρο ίσκιο, κι όπως ήμουν στραμμένος, βρέθηκα φάτσα με τον μπάρμπα μου το Λάζαρο, που λίγα βήματα πιο κει, μας κοιτούσε θυμωμένος, εμένα και τη Μπαμπέ.

Το ράσο του άσπριζε στον ήλιο.

Τα μάτια του είχανε πάρει μια έκφραση τόσο επιτιμητική, που μου ερχότανε να κλάψω.

Η Μπαμπέ τρόμαξε. Κοκκίνισε, κι έφυγε, ψελλίζοντας:

— Σ’ ευχαριστώ, κύριε Γιάννη, σας ευχαριστώ πολύ.

Εγώ, σκουπίζοντας τα βρεμένα μου χέρια, έμεινα ντροπιασμένος, ακίνητος μπροστά στον μπάρμπα μου το Λάζαρο.

Ο καλός άνθρωπος, με σταυρωμένα τα χέρια, διπλώνοντας το ράσο του, κοιτούσε την Μπαμπέ, που ανέβαινε τρέχοντος το μονοπάτι, δίχως να στρέφει πίσω το κεφάλι.

Ύστερα , σαν χάθηκε πίσω από τους φράχτες, χαμήλωσε 'τα μάτια σε μένα κι είδα την αγαθή του την όψη να χαμογελά θλιβερά.

— Γιάννη, μου ’πε, πάμε κάτω απ’ τη μεγάλη δεντροστοιχία. Το πρόγευμα δεν είναι ακόμα έτοιμο. Εχουμε μισή ώρα δική μας.

[.....] Η σιωπή του με βάραινε. Ήταν φλύαρος τις περισσότερες φορές. Σε κάθε βήμα, μεγάλωνε η ανησυχία μου.

Σίγουρα, θα με είχε δει σαν έδινα νερό στη Μπαμπέ. Τι θέαμα, Θεέ μου! Η κοπέλα γελώντας ξαναμμένη, μου φιλούσε τα δάχτυλα, ενώ εγώ, όρθιος στα νύχια των ποδιών μου κι απλώνοντας τα χέρια, έγερνα σαν για να την αγκαλιάσω. Τότε κατάλαβα πως η πράξη μου ήταν τρομερά τολμηρή κι η δειλία μου με κυρίεψε ξανά. Αναρωτήθηκα πώς μπόρεσα να βρω το θάρρος να την κάνω να μου φιλήσει τα δάχτυλα μ’ έναν τρόπο τόσο γλυκό.




Κι ο μπάρμπα Λάζαρος, που δεν έβγαζε τσιμουδιά, βάδιζε πάντοτε με μικρά βήματα μπροστά από μένα, δίχως να ρίχνει μια ματιά στα γέρικα κι αγαπημένα του δέντρα! Σίγουρα θα ετοιμαζότανε να με δασκαλέψει. Με τραβούσε κάτω από τη μεγάλη δενδροστοιχία, για να με ψάλει ανενόχλητα. Θα περνούσε το λιγότερο μιαν ώρα; το πρόγευμα θα ’χε κρυώσει και δε θα μπορούσα να ξαναγυρίσω στην ακροποταμιά, για να ονειρευτώ τ’ απαλά φλογίσματα που είχαν αφημένα τα χείλη της Μπαμπέ πάνω στα χέρια μου. [.....]


Ύστερα από μια στιγμή σιωπής, ο μπάρμπας μου ο Λάζαρος στράφηκε σε μένα.

«Θεέ μου! σκέφτηκα και χαμήλωσα το κεφάλι. Με μια πλατιά χειρονομία, ο μπάρμπας μου μου έδειξε τον κάμπο.

Ύστερα με έπαρση είπε με μια φωνή σιγανή:

— Κοίταξε, Γιάννη! Να η άνοιξη. Η γη είναι χαρούμενη, παιδί μου και σε οδήγησα εδώ, μπροστά σ’ αυτόν τον κατάφωτο κάμπο, για να σου δείξω τα πρώτα χαμόγελα της καινούργιας εποχής. Κοίτα, τι λάμψη και τι γλύκα! Από τον κάμπο, ευωδιές απαλές αναδίνονται, που μας χαϊδεύουν το πρόσωπο σαν πνοές ζωογόνες.

Σώπασε· φαινότανε στοχαστικός. Είχα υψωμένο το μέτωπο θαμπωμένος, ανασαίνοντας λεύτερα.

Ο μπάρμπας μου δε δασκάλευε.

— Είναι ένα όμορφο πρωινό, ξανάρχισε, ένα πρωινό για τα νιάτα. Τα δεκαοχτώ σου τα χρόνια ζούνε πλατιά ανάμεσα σ’ αυτήν την πρασινάδα, που είναι δεκαοχτώ μερών κι αυτή το πολύ. Φως κι ευωδία είναι τα πάντα.

Ο πλατύς κάμπος, ένας τόπος ηδονής είναι θαρρείς. Το ποτάμι είναι 'δω, για να σε δροσίσει, τα δέντρα, για να σου δώσουνε τον ίσκιο τους, ο κάμπος ολάκερος για να σου μιλήσει με τρυφεράδα, κι αυτός ο ουρανός για να πυρπολήσει τους ορίζοντες αυτούς, που εσύ με πόθο κι ελπίδα εξερευνάς. Η άνοιξη ανήκει στα παιδιά της ηλικίας σου. Αυτή είναι που δασκαλεύει τα παλικάρια να δίνουνε νερό στις κορασιές...





Η άνοιξη τραγουδάει, εχτελώντας θαρρετά το χρέος της.....

Χ
αμήλωσα ξανά το κεφάλι. Σίγουρα ο μπάρμπας ο Λάζαρος με είχε δει.
— Ενα απλοϊκό γεροντάκι εγώ, συνέχισε, ξέρει, δυστυχώς, τι θα γυρέψει από τις ανοιξιάτικες χαρές. Εγώ, φτωχέ μου Γιάννη, αγαπώ τον Ντουράνς, γιατί ποτίζει τούτα τα λιβάδια και ζωογονεί ολάκερο τον κάμπο· αγαπώ αυτές τις δροσερές φυλλωσιές, γιατί θα μου φέρουν τις οπώρες τους το καλοκαίρι και το φθινόπωρο· αγαπώ τον ουρανό γιατί είναι καλός για μας, γιατί η ζεστασιά του γρηγορεύει τη γονιμότητα της γης. Θα ’πρεπε να στα πω μια μέρα τούτα. Προτιμώ να σου μιλήσω σήμερα γι’ αυτό, αυτή την πρωινή ώρα. 

Η ίδια η άνοιξη είναι που σου κάνει το μάθημα τούτο. Η γη είναι ένα απέραντο εργαστήρι, που εκεί ποτέ δε σκολάζει κανένας. Κοίταξε αυτό το λουλούδι, στα πόδια μας: για σένα είναι ευωδιά, για μένα είναι εργασία. Εκτελεί τον προορισμό του στη ζωή, παράγοντας ένα μαύρο μικρό σπόρο, που θα εργαστεί κι αυτός με τη σειρά του, την άνοιξη που θα ’ρθει. Και τώρα, κοίταξε προσεχτικά τον απέραντο ορίζοντα. Όλη τούτη η χαρά δεν είναι παρά μια γέννηση. Αν χαμογελάει ο κάμπος, είναι γιατί ξαναρχίζει το αιώνιό του το έργο.

Τον ακούς τι δυνατά που ανασαίνει αυτή την ώρα, γεμάτος σφρίγος και βιάση; Τα φύλλα στενάζουνε, βιάζονται τα λουλούδια, το στάρι αδιάκοπα μεστώνει. Όλα τα φυτά και τα χόρτα αγωνίζονται αναμεταξύ τους πιο θα μεγαλώσει πιο γρήγορα· και το τρεχούμενο νερό, το ποτάμι, έρχεται να βοηθήσει το κοινό έργο κι ο νιόβγαλτος ήλιος, που υψώνεται στον ουρανό, φροντίζει να ομορφαίνει την αδιάκοπη εργασία των δουλευτάδων.

Εκείνη τη στιγμή, ο μπάρμπας μου με ανάγκασε να τον κοιτάξω καταπρόσωπο.

Και συμπέρανε:

— Ακούς, Γιάννη, τι σου λέει η φιλενάδα σου η άνοιξη; Αυτή είναι η νιότη, μα ετοιμάζει την ώριμη εποχή. Το φωτεινό της χαμόγελο δεν είναι παρά η χαρά της δουλειάς. Το θέρος θα ’ναι κατάφορτο, γόνιμο θα ’ναι το φθινόπωρο, η άνοιξη τραγουδάει αυτή την ώρα, εχτελώντας θαρρετά το χρέος της.




Vincent van Gogh, Field Of Spring Wheat At Sunrise (1889)



«Τήρησε την άγνοια του κάμπου .. δε σκέφτεται για το φθινόπωρο.. δουλεύει γερά κι αφρόντιστα. Ελπίζει»

Έμεινα
αποσβολωμένος. Ένιωθα τον μπάρμπα μου το Λάζαρο. Ήταν τερπνή κι ωφέλιμη, αυτή η διδαχή. Ο μπάρμπας μου μου έλεγε μ’ αυτήν πως είμαι ένας ακαμάτης και πως έφτασε η στιγμή της δουλειάς.
Ο μπάρμπας μου, φαινόταν στενοχωρημένος, όπως κι εγώ.

Αφού δίστασε λίγες στιγμές, μου ’πε τραυλίζοντας λίγο:

— Γιάννη, δεν έκαμες καθόλου καλά που δεν ήρθες να μου διηγηθείς το καθετί... Μια κι αγαπάς την Μπαμπέ κι η Μπαμπέ σ’ αγαπάει...

— Η Μπαμπέ μ’ αγαπάει! ξεφώνησα.

Ο μπάρμπας μου έκανε μια συνηθισμένη χειρονομία.

— Ε, άσε με να μιλήσω! Είναι περιττό να μου ξομολογηθείς... Μου τ’ ομολόγησε η ίδια.

— Σας τ’ ομολόγησε, σας τ’ ομολόγησε!


Και πήδηξα με ορμή στο λαιμό του μπάρμπα μου, του Λάζαρου.

— Ω! τι καλά! πρόσθεσα. Δεν της είχα μιλήσει ποτέ, αλήθεια... Σας το ’πε εμπιστευτικά, δεν είν’ έτσι;... Ποτέ δε θα τολμούσα να τη ρωτήσω αν μ’ αγαπάει, ποτέ δε θα μάθαινα τίποτα γι’ αυτό... Ω! Πόσο σας ευχαριστώ!

Ο μπάρμπας μου είχε γίνει κατακόκκινος.

Καταλάβαινε πως είχε κάνει μια γκάφα πρωτύτερα. Σκεφτόταν πως δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντούσα την κορασιά και να τώρα που με βεβαίωνε, όταν εγώ δε τολμούσα ακόμη να ελπίζω. Σώπαινε τώρα. Εμένα η γλώσσα μου είχε λυθεί.

— Καταλαβαίνω τα πάντα, ξακολούθησα. Έχετε δίκιο. Πρέπει να δουλέψω, για να κάνω δική μου την Μπαμπέ! Μα θα δείτε τι παλικαρίσια που θα φερθώ... Ω, πόσο καλός είστε, μπάρμπα Λάζαρε και τι μετρημένα που μιλάτε!

Νιώθω τι φωνάζει η άνοιξη• θέλω κι ενώ να ’χω ένα πλούσιο θέρος, ένα φθινόπωρο γόνιμο. Είναι καλά εδώ, βλέπεις ολόκληρο τον κάμπο·
 είμαι νέος καθώς αυτός και νιώθω τα νιάτα μου μέσα μου, που ζητάνε να εκπληρώσουν το καθήκον τους...

Ο μπάρμπας μου με καθησύχασε.

— Καλά, Γιάννη, μου ’πε. Λογάριαζα από καιρό να σε κάνω παπά και γι’ αυτό το σκοπό σε δασκάλευα. Μα κείνο που είδα σήμερα στην ακροποταμιά, μ’ αναγκάζει να εγκαταλείψω για πάντα αυτό το αγαπημένο μου όνειρο. Ο Θεός, μας κυβερνά. Εσύ θ’ αγαπήσεις το Θεό με διαφορετικό τρόπο... Δεν μπορείς πια να μείνεις στο χωριό, που εκεί με τον καιρό και με τη δουλειά ποθώ ν’ αντρωθείς. Διάλεξα για σένα το επάγγελμα του τυπογράφου· η μάθησή σου θα σ’ ευνοήσει. Ένας φίλος μου τυπογράφος από τη Γκρενόμπλ, σε περιμένει τη Δευτέρα που μας έρχεται.




Arthur Hughes, The Young Poet (1849)


Μια ανησυχία με κυρίεψε.

— Και θα γυρίσω, για να παντρευτώ την Μπαμπέ; ρώτησα.

Ο μπάρμπας μου χαμογέλασε ελαφρά, δίχως ν’ απαντήσει αμέσως:

— Τ’ αποδέλοιπα ο Θεός τα κατέχει, είπε.

— Ο Θεός είστε σεις και πιστεύω στην καλοσύνη σας. Ω, μπάρμπα μου, φρόντισε να μη με ξεχάσει η Μπαμπέ! Πηγαίνω να δουλέψω γι’ αυτήν.

Τότε ο μπάρμπας μου μου ξανάδειξε τον κάμπο, που το φως χρυσό και θαλπερό τον πλημμυρούσε ολοένα.

— Να η ελπίδα, μου 'πε. Μη γίνεσαι γέρος σαν και μένα Γιάννη. Ξέχασε τα λόγια μου, τήρησε την άγνοια αυτού του κάμπου και συ. Δε σκέφτεται για το φθινόπωρο. Χαμογελάει χαρούμενος. Δουλεύει γερά κι αφρόντιστα. Ελπίζει. [.....]

Το βράδυ δεν μπόρεσα να δειπνήσω.

Ο μπάρμπας είχε καταλάβει δίχως άλλο τις σκέψεις που με βασάνιζαν, γιατί καμώθηκε πως δεν είχε προσέξει την ανορεξία μου.

Όταν ήρθε η ώρα να σηκωθώ, έτρεξα αμέσως να γυρίσω πίσω, για ν’ ανασάνω το λεύτερο αγέρα του κάμπου.[.....]




Arthur Hughes, The Long Engagement (1859)

...θέλω να υποσχεθείτε πως θα μ’ αγαπάτε για πάντα.


Βγήκα, για να δω την Μπαμπέ. Ήξερα πως ερχόταν κάθε βράδυ στο πρεσβυτέριο και πήγα να κρυφτώ πίσω από 'να φράχτη. Δε δείλιαζα πια, όπως το πρωί.

Εβρισκα πολύ φυσικό να την περιμένω εκεί δα, μια και μ’ αγαπούσε κι έπρεπε εγώ να της αναγγείλω την αναχώρησή μου.

Όταν ξεχώρισα τις φούστες της, μέσα στη διάφανη νύχτα, προχώρησα αθόρυβα. Ύστερα, σιγανά μουρμούρισα!

— Μπαμπέ, Μπαμπέ, είμαι εδώ.

— Εσείς, εσείς, κύριε Γιάννη, μου ’πε. Τι κάνετε εδώ, τι ζητάτε;

Ήμουν κοντά της, της έπιασα το χέρι.

— Μ’ αγαπάτε πολύ, δεν είν’ έτσι;

— Εγώ! Ποιος σας το 'πε αυτό;

— Ο μπάρμπας μου, ο Λάζαρος.


Έμεινε αποσβολωμένη. Το χέρι της άρχισε να τρέμει μέσα στο δικό μου. Όταν έκανε να φύγει, της έπιασα τ’ άλλο το χέρι.

Είμαστε ο ένας αντίκρυ στον άλλο, μέσα σε κάτι σαν λακκούβα που σχημάτιζε ο φράχτης κι ένιωθα τη γρήγορη ανάσα της Μπαμπέ να χτυπάει ζεστή το πρόσωπό μου.




Arthur Hughe, Home From The Sea (1862)


Η δροσιά κι η σιγαλιά της νύχτας απλωνόταν αγάλια περίγυρο.

— Δε ξέρω, τραύλισε η κοπέλα, δεν το ’πα ποτέ αυτό... Ο δέσποτας δεν άκουσε καλά... Αφήστε με, να ζήσετε, είμαι βιαστική...

— Όχι, όχι,
ξανάπα, θέλω να μάθετε πως αύριο φεύγω και θέλω να υποσχεθείτε πως θα μ’ αγαπάτε για πάντα.

— Φεύγετε αύριο!

Ω! Τι γλυκιά φωνή, τι τρυφεράδα που είχε βάλει σ’ αυτήν η Μπαμπέ!

Θαρρώ πως ακούω ακόμα την ταραγμένη φωνή της, γεμάτη από πόνο κι αγάπη.

— Βλέπετε λοιπόν, φώναξα και γω με τη σειρά μου, πως ο μπάρμπας μου, ο Λάζαρος είπε την, αλήθεια.

Άλλωστε, δε λέει ψέματα ποτέ του. Μ’ αγαπάτε, μ’ αγαπάτε, Μπαμπέ! Τα χείλη σας, αυτό το πρωί, τ’ ομολόγησαν σιγαλά στα δάχτυλά μου.

Και την ανάγκασα να καθίσει στην άκρη του φράκτη. Θυμάμαι ακόμα την πρώτη ερωτική μου συνάντηση, μέσα στη θεία της αγνότητα. Η Μπαμπέ με άκουγε σαν αδελφούλα. Δε φοβότανε πια, μου εμπιστεύτηκε την ιστορία της αγάπης της. Όρκοι επίσημοι, απλοϊκές εξομολογήσεις, ατέλειωτα σχέδια. Ορκίστηκε πως δε θα παντρευτεί άλλον από μένα, ορκίστηκα κι εγώ να την κάνω δική μου με τη δύναμη της δουλειάς και της αγάπης. Ένας γρύλος πίσω από το φράχτη συνόδευε με το ελπιδοφόρο τραγούδι του τη συνομιλία μας κι ολάκερος ο κάμπος, ψιθυρίζοντας μες στο σκοτάδι, χαιρότανε που μας άκουγε να κουβεντιάζουμε τόσο γλυκά.

Χωριστήκαμε, δίχως ν’ αγκαλιαστούμε.

Σαν γύρισα στο μικρό μου δωμάτιο, μου φάνηκε πως το ’χα εγκαταλείψει ένα χρόνο τουλάχιστον.

Εκείνη η μέρα, τόσο μικρή, μου φαινόταν ατέλειωτη από ευτυχία. Ήταν η ανοιξιάτικη μέρα μου, η πιο νωχελική κι ευωδιαστή της ζωής μου, που η θύμησή της σήμερα, γινότανε της νιότης μου η αλαργινή και συγκινημένη φωνή.


Arthur Hughes, A Spring Afternoon 


Εμίλ Ζολά, Οι τέσσερις μέρες του Γιάννη Γκουρντόν, Άνοιξη, εκδόσεις Σμυρνιωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου