Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Μάης, και «η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί που 'χω στο στόμα»


Anna Ancher, Νεαρή γυναίκα ανάμεσα σε παπαρούνες(1890)

Στο έμπα του Μάη....

Στο έμπα του Μάη που καταφθάνει δριμύς και εν πλήρει εξαρτύσει, αφήνοντας πίσω υπαινιγμούς έαρος και υπεκφυγές ψιχάλας…..

«Χαροκόπος λεβέντης που αλύπητα ξοδεύει το βιος του φρόνιμου Απρίλη», «λάγνος βασιλιάς» που «φερσίματα καλοκαιριού σφετερίζεται και, μ’ όνειρα παράλογα,πυρετούς και δίψα, σου καταρρακώνει τις αισθήσεις»

Ο Μάης που με την πάροδο των λέξεων, καίγεται σε αγρούς αιμάσσοντες ενώ «οι παπαρούνες χορεύουν τοπικό κατακόκκινο»

Κι όλη αυτή η πληθώρα ζωής στο κορύφωμα του έαρος – έτσι συμβαίνει πάντα – πέπρωται οσονούπω «να παραδώσει το σκήπτρον εις το δρεπανοφόρον θέρος»

Paul Cezanne 1861

Μάης και «Η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί πούχω στο στόμα.»

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο πλόκαμος της Αλταμίρας


Γεώργιος Ιακωβίδης, Άνοιξη, 1927


Πρωτομαγιά

Αύριο θα κόψουμε κάτι λουλούδια
αύριο θα ψάλουμε κάτι τραγούδια
εις την πολύανθη Πρωτομαγιά.

Να, που δροσόβολη αύρα ξυπνάει, 
και ψιθυρίζοντας μοσχοβολάει
από τ’ αρώματα τ’ αυγερινά.

Σ’ τα φύλλα επέρναε και της καρδίας, 
σαν τα κινήματα της φαντασίας
που ζωγραφίζουνε την ευτυχιά.
Διονύσιος Σολωμός

May Day Garlands, Thomas Falcon Marshall, 1860


Πρωτομαγιά

Του Μαϊου ροδοφαίνεται η μέρα 
που ωραιότερη φύση ξυπνάει 
και την κάνουν λαμπρά και γελάει
πρασινάδες, αχτίδες, νερά. 
Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι 
παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι 
ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι, 
όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά. 
Ναι, χαρείτε του χρόνου τη νιότη, 
άνδρες, γέροι, γυναίκες παιδιά.
Διονύσιος Σολωμός

Γεώργιος Ιακωβίδης

Κι ο Μάης με το Έρωτα τον ψυχοκυνηγάρη....

Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε
με την Πρωτομαγιά του,
τη χαροκόπα θυγατέρα [......]

γιορτή παράξενη μεγάλη
το χρόνο μια φορά,
στο έμπα του Μάη του μήνα,
στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.

Κωστής Παλαμάς, Το πανηγύρι της Κακάβας, Ο Δωδεκάλογος του γύφτου

***

Κι ο Μάης με το Έρωτα τον ψυχοκυνηγάρη
είναι ηλιογέννητο ζευγάρι…
Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη ζωή
***

… Κι ο Μάης λάγνος βασιλιάς με το Φεγγάρι πλέκει
παθητικές κι αχόρταγες αγάπες μεθυσμένες.....
Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του βασιλιά Β

***

Το Μάη έχ’ η άνοιξη, τα χελιδόνια ο Μάρτης,
ο Απρίλης τα τριαντάφυλλα, κι ο Μάης τα κεράσια.

Κωστής Παλαμάς, Τραγούδια της καρδιάς και της ζωής

Γιάννης Μπεχράκης, «Οι ψαράδες της Λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου»

Ο Μάης του ψαρά

Όλα της άνοιξης τα κάλλη,
όλα τα στέλνω στο καλό
μπροστά σε φρέσκο, παχουλό,
μισολογγίτικο πετάλι!

Ας μαζώνουνται στους κήπους λυγερές και παλικάρια
για να μάσουν τα λουλούδια τώρα στην πρωτομαγιά.
Ω λιβάδι’ ανθοσπαρμένα,
δεν ανθίζετε για μένα!
Άνθη, δέντρα και χορτάρια,
σμαραγδένια μου στεριά,
δε σ’ αλλάζω μ’ ένα μόνο, μ’ ένα ψάρι που εγεννήθη
στης μανούλας μου της λίμνης τα ζαφειρωμένα στήθη.

Μια πρωτομαγιά επέρσι μπήκα σ’ ένα περιβόλι
για να κόψω δυο λουλούδια της αγάπης μου κι εγώ,
μα σε τόσο κόσμο επάνω
έξαφνα ο φτωχός τα χάνω,
μ’ εστραβοκοιτάζαν όλοι,
κι είδα κι έπαθα να βγω.
Βλέπεις, χέρι αργασμένο σε σταλίκια και καμάκια
δεν ταιριάζει να χαζεύει στου Μαγιού τα λουλουδάκια.

Και θαρρούσες πως δε θέλαν ούτ’ αυτά να τα σκλαβώσω,
πως κοιτάζαν να γλιτώσουν απ’ τα χέρια του ψαρά,
πως ερεύαν ένα ένα
μες στα χέρια μου δεμένα.
Ε! δε μ’ έμελε και τόσο!
Αποκείθε μια χαρά
έτρεξα μες στα δικά μου τα θαλασσινά λιβάδια
και της έστειλα μπουκέτο απ’ ολόφρεσκα στειράδια·

Η πρωτομαγιά η δική μου εκεί πέρα είν’ ωστόσο!
Εκεί έχει το γιβάρι περιβόλι ανθηρό,
και για γάστρες τα πριάρια
και τα φύκια για χορτάρια,
και την άρμη έχει για δρόσο,
και το κύμα για νερό.
Και καλαμωτές, γαΐτες και πελάδες και γιβάρια
καλοκαίρι και χειμώνα λουλουδίζουν από ψάρια.

Νά! της λίμνης τ’ αγεράκι όλο του το μόσχο χύνει
και ο ουρανός τού Μάη όλα τ’ άστρα του φορεί·
το μονόξυλο που μ’ έχει
μ’ όλη τη γοργάδα τρέχει,
κι η πριά μου αναδίνει
όση αναλαμπή μπορεί·
και το άξιο καμάκι δίχως πλιότερη φροντίδα
με τον πρώτο χτύπο βγάζει μια μαγιάτικη μαρίδα. 

Στάσου, νά το Βασιλάδι, πριαράκι φτερωτό μου!
Θα το στρώσω μες στα φύκια και θα φάγω και θα πιω,
κι ύστερα σ’ ένα λιθάρι
γλυκός ύπνος θα με πάρει
και θα γίνω στ’ όνειρό μου
βασιλιάς της λίμνης πιο,
και τον κόσμο των ψαριών μου θα προστάξω να χιμήσει
όλους τους ανθούς του Μάη να μαράνει, να ρουφήσει!

Κωστής Παλαμάς, Τραγούδια της Λίμνης, Σεπτέμβριος 1882


John William Waterhouse, A Song Of Springtime(1 913)

Μάιος

Ο Απρίλης ξανθός, αρχοντιά φημισμένη,
ζαχαρένια θωριά, ο Απρίλης πεθαίνει·
και ο Μάης απάνου του γέρνει,
χαροκόπος λεβέντης, μα δίχως μυαλά,
και του φρόνιμου Απρίλη τα μάτια σφαλά,
και τα πλούτη του παίρνει.

Ο Απρίλης σωρούς θησαυρούς και καλούδια,
τι πουλιά, τι νερά, τι δροσιές, τι λουλούδια
στα παλάτια τα πράσιν’ αφήνει!
Κι απ’ την ίδια στιγμή και απ’ την πρώτη βραδιά
να ο Μάης· αλύπητα δίχως καρδιά
τα ξοδεύει, τα χύνει.

Με τ’ αηδόνια καλεί τη χαρά και τη χάρη·
όπου νιότη, παιδί, λυγερή, παλικάρι,
όπου φτώχεια, όπου πλούτος γελάει,
του γλυκού μηνυτή καταφτάν’ η λαλιά·
η ζωή με ολάνοιχτη τρέχει αγκαλιά
στο τραπέζι του Μάη.

Της αυγούλας το φως πολυέλαιον έχουν,
τραγουδούν κι αγαπούν και θερίζουν και τρέχουν.
Στ’ αποφάγια, σαν πρόβαλ’ η μέρα,
φεύγ’ η νιότη χορτάτη και φεύγ’ η ζωή,
στις αγάπες η χάρ’, η χαρά στη βοή,
το παιδί στη μητέρα!

«—Το στεφάνι που βλέπεις, αυτό το στεφάνι
απ’ τα πλούτη του Μάη εγώ το ’χω κάνει,
μητερούλα με λούλουδα χίλια.
Ταπεινά κι ακριβά, είναι μία χαρά.
Πώς ταιριάζουνε, κοίτα, ζαμπάκια χλωρά
με φτωχά χαμομήλια.

Όλα τ’ άνθη, μητέρα, δεν είν’ αδερφάκια;
Σε γαστρούλες και κήπους, αγρούς και ρυάκια,
μια δροσιά, και μικρά και μεγάλα;
Να πονώ τα φτωχά δε μου είπες εσύ;
Όλα τα ’θελα· τ’ άλλ’ απ’ αγάπη χρυσή,
από έλεος τ’ άλλα.

Ποιό παιδί σαν εμέ τέτοια έχει μανούλα;
Τίνος άλλου ανθοί έχουν τέτοια δροσούλα;
Τέτοια χάρη και μύρο και χρώμα;
Στου σπιτιού μας την πόρτα θ’ ανθεί κρεμαστό
ώς την άλλη χρονιά που θ’ αλλάξω κι αυτό
με καλύτερ’ ακόμα».

«—Ω παιδί μ’, ο Θεός ένα άλλο στεφάνι
στη μεγάλη μικρή σου καρδιά έχει βάνει
από άλλου Μαγιού ωραιότητα.
Μοσχομύριστο πάντα κι ολόλευκ’ ανθεί,
μα σαν γείρει ξερό δε μπορεί ν’ αλλαχθεί.
Και το λεν αθωότητα».

Κωστής Παλαμάς, Μήνες, Τραγούδια της πατρίδος μου, Μάιος 1882


Odilon Redon, Spring (1883)

..χωρίς την ομορφάδα σου, λειψή του Μάη η εικόνα...

Να ’ξερες… κάθε δειλινό, την ώρα που θα σβήσει
ο ήλιος μες στη θάλασσα, στο βράχο ανεβαίνω
και κάμπο, θάλασσα, ουρανό, βουνά, χωριά, τη φύση
του Μάη τη γιορτιάτικη κοιτάζω, και προσμένω.
Αλλά του κάμπου οι εμορφιές μού λένε μ’ ένα στόμα
πως λείπ’ η εμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα. 

...όλες αυτές οι εμορφιές μού λένε μ’ ένα στόμα 
πως λείπ’ η εμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα
για να μου δώσουνε σωστή του Μάη την εικόνα· 
τώρα δε φτάνουν από με να διώξουν το χειμώνα. 

Κωστής Παλαμάς, Επιστολή, Τραγούδια της καρδιάς και της ζωής


John William Waterhouse, Gather Ye Rosebuds While Ye May (1909)

Kαι πάλι...

Και πάλι, να, ο Μάιος για να 'λθει ξεκινά
Και διασκελίζει θάλασσες και κάμπους και βουνά.
Κρατεί ανθούς στα χέρια του και γύρω τους σκορπά
Κι όπου περάσει και διαβεί παντού μοσχομυρίζει.
Αχ, Μάη αν σ' αγάπησα κι αν σ' αγαπώ ακόμα
Ρίξε δροσάτα λούλουδα και στόλισε το χώμα
Που θα διαβεί η αγάπη μου - Δεν θέλω όπου πατήσει
Άλλο από ρόδα και μυρτιές το πόδι της ν' αγγίξει.

Ιωάννης Πολέμης, Και πάλι

Pierre Auguste Renoir, Spring (The Four Seasons)

Πρωτομαγιά

Έλα στο κεφάλι το ξανθό
Να σου βάλω τ' όμορφο στεφάνι
Που για σε όλη νύχτα το' χω κάνει,
Να στολίσω μ' άνθια τον ανθό.

Ιδέ το! τι ωραία που θα πάει
Του ξανθόχλωμού σου κεφαλιού!
Από τα υστερνά είναι του Απριλιού
Κι απ' τα πρώτα λούλουδα του Μάη.

Κι έτσι με τα ρόδα στα μαλλιά
Κι έτσι στα ολόλευκα ντυμένη,
Να θαρρώ πως σφίγγω αναστημένη
Την Πρωτομαγιά στην αγκαλιά!

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος [Πέτρος Βασιλικός], Πρωτομαγιά


Edvard Munch, Spring (1889)

...σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει.....

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.

Κ. Π. Καβάφης, Καλός και κακός καιρός, Αποκηρυγμένα 1886 –1898


The Spring by Odilon Redon

Ο Μάης μήνας σφετερίζεται φερσίματα απ’ το καλοκαίρι..

Στεγνό κορμί πυρακτωμένο πέταλο. Κι ο Μάης μήνας σφετερίζεται φερσίματα απ’ το καλοκαίρι. Ένα κορμί στο φως κινείται ζωντανό κι ευκίνητο σου σκίζει, σου καταρρακώνει τις αισθήσεις. Προτείνει ένα πουκάμισο ανοιχτό και μαύρο. Προτείνει κι άλλα. Παράλογα όνειρα και πυρετούς και δίψα.
Τάκης Σινόπουλος, Νυχτολόγιο, 1978

***

.....Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου
Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω!

Οδυσσέας Ελύτης, Κόκκινο, Παραλλαγὲς πάνω σε μιαν αχτίδα, 
Ήλιος ο Πρώτος
***

Κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο. Καθώς δραπέτες
φωτοστέφανων του Angelico μια θέση αγίου διεκδικούν μέσα στο ποίημα.

Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον

Δημήτριος Γερανιώτης, Κόρη με Παπαρούνες ( 1948)


..τι θα πει Μάιος..

Βροχή στα βόρειά μου του Μαϊου.

...... Παπαρούνες
ντυμένες το παραδοσιακό τους
δηλητήριο χορεύουν τοπικό κατακόκκινο.

Συγκινημένο το άγαλμα της απορίας μου:
τι θα πει Μάιος σιγά σιγά
με την πάροδο των λέξεων;
Κική Δημουλά, B' προβολής


Victor Zaretsky, May The 1st (1970)

 «Εθνική» Πρωτομαγιά

Χορεύουνε Πρωτομαγιά Σκορπιός και Σπετσοπούλα
κι έχουν μπροστάρη του χορού τον «εθνικό» Μπαμπούλα.
Οι τράπεζες, οι φάμπρικες, τάνκερ, διυλιστήρια
και ναυπηγεία χορεύουνε στα λαϊκά Ανθεστήρια.

Χορεύει και τ’ Αφεντικού το γυάλινο σαράγι
που μ’ έναν πήδο η γυάλινη συνείδησή του εράγη…
Χάρος και Μάης χορεύουνε στα ξερονήσια κάτου
και δίπλα ο Έχτος κελαηδεί με τα σιδερικά του.

Κώστας Βάρναλης, Μάης 1969, Οργή λαού


The Soul of the Rose by John William Waterhouse

Ήτο η Πρωτομαγιά η θεσπεσία.....

« Σήμερον όμως, επειδή ήτο ελληνική εορτή, η εορτή της Aνθούς, η πομπή συνωδεύετο και από την μεγάλην κόρην της κυρίας της, την περικαλλή Mατήν.....H Mατή εβάδιζε δεξιόθεν παρά το πλευρόν της γραίας, υψηλή, ευσταλής, καλλίζωνος.Ήτο ήδη δεκαεπταέτις, κ’ εφαίνετο να είναι είκοσιν ετών, εν υπερακμή ρώμης και καλλονής, ομοία με την Πρωτομαγιάν, το κορύφωμα τούτο της ανοίξεως, την ετοίμην να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον και δρεπανοφόρον θέρος- έρος»


Δημήτριος Γερανιώτης, Κοπέλα σε Αγρό, 1905

«… Yπερέβησαν ήδη την στενήν πάροδον και εξήλθον εις τους χλοερούς διανθείς κάμπους. Mεθυστικόν άρωμα ανήρχετο από των απειραρίθμων ανθών, οι φράκται των αμπέλων έθαλλον με αγραμπελιά, και μ' αιγοκλήματα και με ακανθώδεις θάμνους, τινές των αγρών εφαίνοντο αιμάσσοντες εις τας πρώτας ακτίνας του ηλίου από χιλίας μυριάδας παπαρούνας.

Eναμίλλως ήνθουν το χαμαίμηλον και η καυκαλήθρα και η μολοχάνθη, τα αστεράκια και τα κιτρινούλια επρόβαλλον δειλώς τας ασθενείς κεφαλάς των εν μέσω της υπερκόμπου αφθονίας των κατερύθρων μηκώνων σημειούντων την υπεραιμίαν του έαρος. Aνώνυμά τινα ανθύλλια, χόρτα σταχυοειδή, σπαράγγια ακανθωτά και βεργιά και άλλα ανεμειγνύοντο εν μέσω του απείρου πλούτου της Xλωρίδος.

May Flowers by Victor Borisov-Musatov (1894) 

Η Φωτεινή ενέβαλε το κλειδίον εις το κρεμαστόν κλείθρον και ήνοιξε την θύραν του
περιβόλου. Τα παιδία εισώρμησαν σκιρτώντα εις τον ελαιώνα.Ήτο καλόν κτήμα περιποιημένον πολύ.  O Σταθάκης, ο Mανώλης και τα άλλα παιδία, έτρεξαν αμέσως εις το μέρος του κτήματος, το διευθετημένον εις κήπον, και ήρχισαν να δρέπωσι ρόδα και κρίνους. Eίχαν κόψει αγραμπελιά καθ' οδόν, και ήρχισαν να πλέκωσι στεφάνους και να τους φορώσιν εις την κεφαλήν, μετά τόσου ενθουσιασμού, μεθ' όσου μικρόν πρότερον ανεζήτουν τον Mάην και το λυσοχόρταρον· μικροί ακούσιοι ειδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αιώνων ασυνείδητον την λατρείαν της φύσεως.

Ήτο η Πρωτομαγιά η θεσπεσία, ήτο η άνοιξις εν πληθώρα ζωής, ετοίμη να παραδώση το σκήπτρον εις το δρεπανοφόρον θέρος.

Kαι μετά τρεις μήνας ετελείτο ο γάμος του περιπαθώς ερώντος Kωστή μετά της περικαλλούς κ’ ευαισθήτου Mατούλας. Kαι η αγαστή και θεσπεσία παρθενική καλλονή, το κορύφωμα του έαρος, επέπρωτο να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον θέρος - έρος.»



Ψηφιδωτό από το Αρχαιολογικό Μουσείο Αργους


Όποιος ταξιδεύει Πρωτομαγιά, γυρίζει πίσω από τα μισόστρατα.....

Στο διήγημα Πρωτομαγιά, ο Γεώργιος Βιζυηνός μας παρουσιάζει έθιμα και δοξασίες της Πρωτομαγιάς από τη Θράκη. Το απόγευμα της παραμονής τα παιδιά ξεχύνονται στους αγρούς και, αφού μαζέψουν λουλούδια, πλέκουν ένα μεγάλο στεφάνι με το σημείο του σταυρού στη μέση. Το μεγαλύτερο παιδί της παρέας το κρατά ψηλά και τα άλλα χορεύουν γύρω του και τραγουδούν:

"Εμβήκ’ ο Μας, εμβήκ’ ο Μας ο μήνας, με τ’ άνθη, με τα λούλουδα, με τα τριανταφυλλάκια".

Το βασικό, ωστόσο, θέμα του διηγήματος είναι η ακλόνητη λαϊκή πεποίθηση πως "όποιος ταξιδεύει Πρωτομαγιά, γυρίζει πίσω από τα μισόστρατα". Διακόπτει το ταξίδι άρον άρον, γιατί πέφτει θύμα των μαγισσών και των δαιμόνων που κυκλοφορούν αυτή την ημέρα, όπως η Λαέγισσα, η Τρελοξανθή κ.ά. Γι’ αυτό, αποβραδίς της Πρωτομαγιάς όλα τα σπίτια κλείνουν πόρτες και παράθυρα -θωρακισμένα μόνο με το στεφάνι και το σταυρό του- και αν τύχει να βρίσκεται κανείς στο δρόμο δεν διασταυρώνει το βλέμμα , ούτε μιλά σε άλλο περαστικό, ακόμη και στη γυναίκα του ή τον αδελφό του, από το φόβο μην έχει εκείνο το βράδυ το διάβολο μέσα του και του πάρει τη λαλιά ή του κάνει μεγαλύτερο κακό.

Οι μάγισσες, κατά τη λαϊκή δοξασία, σηκώνονται τη νύχτα της Πρωτομαγιάς από το συζυγικό κρεβάτι, καβαλικεύουν το σφουγγιόξυλο (το ξύλο που χρησιμοποιούν για να σφουγγίζουν το φούρνο πριν βάλουν τα ψωμιά) και τρέχουν μέσα στα σπαρτά για να μαζέψουν μαγιάτικη δροσιά. Απ’ όπου περάσει η σφούγγια, τα στάχυα γίνονται στάχτη. Όπου, όμως, στραγγίσει η δροσιά που μάζεψε, "αλωνίζουνε γέννημα και λυχνούν χρυσάφι".

Ο Μανόλης Μαρκάκης, ο οποίος ασχολείται κυρίως με τη φιλοσοφία, αναφέρει ότι ο Γ. Βιζυηνός, στο έξοχο διήγημα του Πρωτομαγιά, επιδιώκει να φέρει σημεία του κλασικού πολιτισμού σε συνάφεια με το ιστορικό παρόν του. Γίνεται αναφορά σε στίχους του Πινδάρου ή του Αριστοφάνη μέσα σε ένα παγανιστικό ζωντανό περίγραμμα. 

"… Η εκκλησία καθηγίασε το ανανεωθέν έθιμον, ευλογήσασα τον στέφανον του ενιαυτού και επιτρέψασα τοις πιστοίς να προσφέρωσι τας απαρχάς της Φύσεως τω Φυτουργώ της Κτήσεως. Και τέλος οι Καλόγηροι του Βορρά λαμβάνουσι το μεγαλύτερον μέρος των κλαδιών, όσα φέρει ερχόμενος επί τεθρίππου άρματος ο Μάιος εκ των δασών και στρωννύουσι δια φύλλων και ανθέων το έδαφος της εκκλησίας κατά την πρώτην του Μαΐου, όπως ποιούμεν ημείς κατά το Πάσχα και την Πεντηκοστήν έτι και σήμερον" 

Η δημοτική παράδοση είναι στα διηγήματα του Γ. Βιζυηνού ο διαμορφωτικός συντελεστής της συνείδησης των Νεοελλήνων.Στο διήγημα Πρωτομαγιά γράφει ο Γ. Βιζυηνός: 

"Εκεί ανεμνήσθην ότι ευρίσκομαι εις την χωράν των Αναστενάριων και των μαγισσών, δηλαδή την πατρίδα των Βακχίδων και των Μαινάδων, αι οποίαι άλλοτε, εν τη παράφορα των οργίων των, εσπάραξαν το σώμα του δυστυχούς Ορφέως και έρριψαν την νεκράν αυτού κεφαλήν μετά της θραυσθείσης λύρας εις τα κύματα του Έβρου"



Lawrence Alma-Tadema, Spring, (1894) 
It depicts the festival of Cerealia in a Roman street.
 (J. Paul Getty Museum)


Ωραίος μήνας ο Μάιος, αλλά εμείς δεν έχουμε ούτε μια γλάστρα….

Ακόμα κι εμείς που ζούμε στις πόλεις ξέρουμε ότι ο Μάιος είναι ο μήνας των λουλουδιών, και γενικά του πράσινου.

Ο Απρίλης έχει τ’ όνομα κι ο Μάης τα λουλούδια, λέει μια πα­ροιμία που μας την έμαθαν στο σχολείο. Άλλωστε, κάθε χρόνο την Πρωτομαγιά η μητέρα μου πηγαίνει κάπου στη γειτονιά, δεν ξέρω πού ακριβώς, και αγοράζει ένα μικρό στεφάνι με λουλούδια, που το βάζει πάνω από την πόρτα μας. «Και του χρόνου» μας λέει. Από το ύφος της καταλαβαίνω ότι δίνει ένα σωρό λεφτά για να πάρει το στεφάνι. Είναι όμως ωραίο, δε λέω. Κι ακόμα είναι ένα έθιμο, κι εμένα μ’ αρέσουν τα έθιμα. Φτάνει, βέβαια, να μην κοστίζουν πολύ.

Επίσης, οι καθηγητές μας, κάθε χρόνο, και οι δάσκαλοί μας παλιότερα, μας έβαζαν αυτό τον καιρό έκθεση με θέμα τέτοιο, που σου επιτρέπει να εξυμνείς τις ομορφιές, τις χαρές, τα λουλούδια, τα πουλιά και τις πρασινάδες της Άνοιξης. Οι περισσότεροι συμμαθητές μου μιλούσαν στις εκθέσεις τους αυτές για τα πουλιά, τα χελιδόνια, τα δέντρα και τους κάμπους με τις παπαρούνες, που είναι, λέει, πολύχρωμα χαλιά κι ας μην τα ήξεραν παρά από μακριά μόνο.

Ένας συμμαθητής μου μάλιστα που γράφει ποιήματα, κι εδώ που τα λέμε όλοι μας σχεδόν γράφουμε ποιήματα, κι απ’ ό,τι καταλαβαίνω απ' τον πατέρα μου τα ίδια έκαμναν κι αυτοί στην ηλικία μας, ο συμμαθητής μου λοιπόν αυτός μου διάβασε προχθές, ανάμεσα στ’ άλλα, κι ένα ποίημα που σκάρωσε για την Άνοιξη, και ιδίως για τον Απρίλη και τον Μάη, που είναι κατάφορτοι μυρωμένα άνθη, απάνω στα οποία πετούν πεταλούδες, μέλισσες, και άλλα έντομα που ζουζουνίζουν γλυκά. Κι ακόμα, λέει, ότι αυτή η εποχή τον μεθάει με τα αρώματά της. Δεν κρατήθηκα πια, με πιάσανε τέτοια νεύρα, που δεν κρατήθηκα.


— Δεν μου λες, του λέω, πότε θα πάψεις να γράφεις ανοησίες;

— Ανοησίες, εγώ; είπε αυτός. Γιατί ανοησίες;

— Θα σου εξηγήσω. Αλλά πρώτα πες μου, πού κατοικείς;

— Τέρμα Ιπποκράτους, μου λέει.

— Και έχετε λιβάδια με λουλούδια και πουλιά εκεί γύρω;

— Όχι, ίσα ίσα, έχουμε πολλά καυσαέρια,
μου λέει. Και πάρα πολύ θόρυβο.

— Τότε πού τα είδες αυτά τα πράγματα;

— Όταν πάμε εκδρομή. Και κυρίως τα έχω διαβάσει.

— Και σου αρέσουν πολύ.

— Ναι, μου αρέσει η φύση, τα λουλούδια, ο καθαρός αέρας πάρα πο­λύ. Και γι’ αυτό τα γράφω.

— Σύμφωνοι. Μα, εσύ δεν γράφεις σαν ένας άνθρωπος στερημένος, που όλα αυτά τα λαχταρά και τα λατρεύει. Αλλά γράφεις σαν να τα έχεις και μάλιστα σε αφθονία.

— Και τι να γράφω;

— Αφού εννοείς να γράφεις, να γράφεις αυτό που σου συμβαίνει, κα­κομοίρη μου. Να γράφεις για τη λαχτάρα σου γι’ αυτά τα πράγματα. Να τα εξυμνείς, αφού θέλεις, αλλά σαν στερημένος.

— Και γιατί; αποκλείεται να γράψω καλά ποιήματα έτσι;

— Αποκλείεται, γιατί γράφεις πράγματα ψεύτικα, που δεν σε αγγί­ζουν, που δεν περνούν από μέσα σου.


— Κι αν ζούσα στην εξοχή;

— Αν ζούσες στην εξοχή, θα είχες άλλους δρόμους να διαλέξεις. Θα μας έγραφες για την εξοχή, για την ομορφιά της, αλλά και για τη μο­ναξιά της. Και θα μας έγραφες, πιθανώς, και για τη λαχτάρα σου για την πολύβουη ζωή.

— Δηλαδή, τι πρέπει να κάνουμε;

— Πρέπει να είμαστε αληθινοί, κύριε. Όχι και να αντιγράφουμε, βέ­βαια, τη ζωή μας, αλλά πρέπει να τα περνούμε όλα μέσα απ’ τον εαυτό μας. Αποκεί να τα βλέπουμε. Και να τα βλέπουμε τίμια.

— Ώστε ο Μάιος;

— Ωραίος μήνας πράγματι. Αλλά η αλήθεια είναι ότι εμείς δεν έ­χουμε ούτε μια γλάστρα. Ούτε μπορούμε να ’χουμε. Την καίει το καυσαέριο.
Φαντάσου εμείς που τ’ αναπνέουμε τι παθαίνουμε!

— Αυτό να μου πεις. Και αυτό να γράφεις. Κατάλαβες;


Γιώργος Ιωάννου, Ανοιξιάτικες εμπνεύσεις, Εφήβων και μη, εκδόσεις Κέδρος

Απόστολος Γεραλής , Μαγιάτικο στεφάνι

Ό,τι κι αν κάνουμε τα λουλούδια πάντα ανθίζουν. 

Στη στήλη που το ’χει έθιμο να βάζει κάθε Πρωτομαγιά ένα Στεφάνι του Σπύρου Βασιλείου στέλνω ένα ακόμη που μοιάζει κατάλληλο, λόγω εποχής και καταστάσεων, γιατί έχει κάτι το θλιμμένο. 

Κι όμως και αυτό αποπνέει αισιοδοξία, η πόρτα κάποιον περιμένει, το φουγάρο καπνίζει. Πάνω από την καταστροφική επέμβαση του ανθρώπου είναι η ομορφιά της Φύσης που έχει πάντα την τελευταία λέξη. Ό,τι κι αν κάνουμε τα λουλούδια πάντα ανθίζουν. 

Αυτές οι σκέψεις μου ήρθαν κοιτώντας τους Μάηδες του πατέρα και πόσο αισιόδοξος ήταν πάντα. Πάνω από όλα η ομορφιά κι ακόμα και στα δύσκολα μια πόρτα ανοιχτή σε κάτι καινούργιο. 

Κάθε Πρωτομαγιά όσο ζούσαν οι γονείς αλλά και μετά, μαζευόμασταν όλοι και πλέκαμε μαγιάτικα στεφάνια στην Αθήνα ή στην Ερέτρια ή στην Κηφισιά και το ίδιο θα κάνουμε κι αυτό το Σάββατο. Με πολλή αγάπη και πολλές ευχές για μια αισιόδοξη Πρωτομαγιά.

Πρωτομαγιάτικο γράμμα της κόρης του ζωγράφου Σπύρου Βασιλείου, Δροσούλας, στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (2-5-2010)

«Θλιμμένος Μάης», έργο του Σπύρου Βασιλείου, 1967.








Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

«Μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!», Αργύρης Χιόνης


Nicolas Poussin, Venus surprised by satyrs (1626) 

«Never – nevermore»

E.A. POE, «The raven»

ΑΥΤΗ ΕΙΧΕ ΜΟΛΙΣ κλείσει τα είκοσι τρία· αυτός πλησίαζε τα εξήντα. Αυτή είχε μόλις εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή της, αλλά ανυπομονούσε ήδη για αναγνώριση, για καταξίωση. Αυτός, αφού είχε φτύσει αίμα και περάσει διά πυρός και σιδήρου, εθεωρείτο πλέον καταξιωμένος ποιητής και κριτικός.

Ήταν ένα ζεστό απομεσήμερο του Ιουλίου και ήσαν ξαπλωμένοι, ολόγυμνοι, επάνω στο κρεβάτι του. Πριν από λίγο είχανε κάνει έρωτα· αυτή με βαθιούς στεναγμούς και πνιχτές κραυγές «ηδονής»· αυτός με ιδρώτα και άγχος για τη λειψή στύση του.

Αυτή είχε αποκοιμηθεί· αυτός, ξύπνιος και γερμένος στο πλάι, προς το μέρος της, άκουγε την ήσυχη, αμέριμνη ανάσα της και περιεργαζόταν το κορμί της. Ο ύπνος την είχε κερδίσει σε ύπτια στάση, αλλά τα στήθη της δεν κρέμονταν δεξιά κι αριστερά· σφιχτά σαν λεμόνια, σημάδευαν με ρώγες όρθιες το ταβάνι. Τα μπράτσα ήσαν αλαβάστρινα, στομάχι και κοιλιά καμπύλωναν προς τα μέσα, χωρίς ωστόσο να εκθέτουν τα παΐδια του υπερκείμενου θώρακα. Το τρίχωμα του εφηβαίου κατάμαυρο, πυκνοϋφασμένο βελούδο, οι μηροί, κρουστοί, δεν ξεχείλωναν πάνω στο στρώμα· το ίδιο και οι γάμπες. Τα γόνατα διακριτά και τέλεια σμιλευμένα.Όσο για τα πόδια — αχ, τα πόδια! —, δύο κομψοτεχνήματα, με λεπτουργημένους αστραγάλους, τέλεια πέλματος καμπύλη και ακροδάχτυλα σαν ρόδινες, στριφτές καραμελίτσες που σου ’ρχόταν να τις γλείφεις μέχρι να λιώσουν μες στο στόμα σου.



Roberto Ferri, Amor Et Mortem


Απ’ τα δροσάτα πόδια της, στα μαραμένα τα δικά του πέρασε το βλέμμα του και, από κει, στις αχαμνές του γάμπες ανηφόρισε, στ’ αρθριτικά του γόνατα και στους σακουλιασμένους του μηρούς. Στο σμίξιμό τους αντίκρισε, με δέος, τα τζούφια αρχίδια του, στεφανωμένα από γκρίζες γουρουνότριχες, και, λίγο πιο ψηλά, τη χαλαρή κοιλιά που, όπως ήτανε γερτός στο πλάι, πάνω στο στρώμα είχε κυλήσει. Μίσος και αηδία τον κατέλαβαν για το παρηκμασμένο του κορμί. 


Roberto Ferri, IL RITORNO DI PROSERPINA, 2016

Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε και, αφού ο ύπνος δεν έστεργε, ως παρηγορητής, τα μάτια να του κλείσει, το χέρι άπλωσε κι απ’ τη βιβλιοθήκη, πλάι στο κρεβάτι, ένα βιβλίο ανέσυρε, στην τύχη, και στην τύχη (τι φρικτή, Θεέ μου, τύχη!) στην εβδομηκοστή ενάτη το άνοιξε σελίδα κι άρχισε να διαβάζει:


Correggio, Jupiter and Antiope OR Venus and Cupid with a Satyr,1525


Πάει κιόλας χρόνος από τότε που ο Φαρίντ πήρε τη Νάαμα γυναίκα, και κάθε πρωινό το αντρόγυνο κάτω από τις αλέες τριγυρνά, που οι φυλλωσιές τους το ξανάνιωμα του έρωτα θροΐζουν.

Όμως εκείνοι προχωρούν, ο ένας πλάι στον άλλο, αργά αργά, λες και ξεπροβοδίζουνε νεκρό στο μνήμα, λες και τη μουσική δεν αγρικούν των δέντρων, δίχως να λεν μια λέξη, δίχως ούτ’ ένα βλέμμα ν’ ανταλλάζουν.


Μέρα τη μέρα, της Νάαμας τα μάτια βαθουλώνουν, χλωμιάζουνε τα μάγουλά της.

Κι εγώ φαντάζομαι με πόση ηδονή θα αφουγκράζεται, μες στη σιωπή της νύχτας, πλαγιασμένη πλάι στον Φαρίντ, ολόγυμνη, το αργό, μα σταθερό έργο του θανάτου στου γέροντα το σώμα, το τρίξιμο το σιγανό που κανουν oι κλειδώσεις του, καθώς, μία προς μία, τις θρυμματίζει ο χρόνος, το αδιάκοπο της ύπαρξής του ξεχαρβάλωμα.

Όμως, το γλυκοχάραμα, όταν την παίρνει ο ύπνος, εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει.


Antoine van Dyck, Jupiter et Antiope, περ. 1620

Του ήρθε σκοτοδίνη, του ήρθε να σκοτώσει άνθρωπο. Σκότωσε μόνο ένα κουνούπι που ’χε την ατυχία πάνω στην επίμαχη σελίδα να προσγειωθεί, την ίδια ακριβώς στιγμή που έκλεινε με πάταγο και καταγής πετούσε το βιβλίο.

Το λαχταριστό στο πλάι του κορμί λαχτάρησε, σήκωσε το κεφάλι απ’ το μαξιλάρι και, τρομαγμένο, ρώτησε:

«Τι έγινε, αγάπη μου, τι έπαθες;».

Τότε, αυτός την άρπαξε από τα μαλλιά, τα υπέροχα μεταξωτά μαλλιά της, και δυο απανωτά της έριξε σκαμπίλια, φωνάζοντας:

«Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!».


Roberto Ferri, "LACRIME D'AVORIO", 2015

Ύστερα, πριν προλάβει αυτή ν’ αρθρώσει λέξη, φόρεσε ένα πανταλόνι, ένα πουκάμισο κι ένα ζευγάρι εσπαντρίλιες και πήρε τους δρόμους, να την αφήσει μόνη, να μην τη δει να φεύγει, να τον αφήσει, επιτέλους, μόνο.

Επέστρεψε μετά από μια ώρα. Το σπίτι ήταν άδειο· ο Παίκτης Δίσκων Συμπαγών έπαιζε ακόμη το Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου. Πάντα στην επανάληψη το έβαζε εκείνο το κομμάτι, κάθε φορά που έκανε έρωτα. Ενίσχυε την ελλιπή του στύση, την έκανε πιο συμπαγή. Έτσι νόμιζε. 

Τώρα, ωστόσο, πλησίασε τη συσκευή και, μουρμουρίζοντας, με κάποια θλίψη, είν’ αλήθεια, αλλά με πιο πολλή ανακούφιση, «Ποτέ — ποτέ πια», την έκλεισε.

Αργύρης Χιόνης, Το απομεσήμερο ενός φαύνου, Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, εκδόσεις Κίχλη


Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε.... 

Στο «Απομεσήμερο ενός φαύνου» ο φόβος του επερχόμενου γήρατος και η οδυνηρή παραδοχή της απώλειας της λίμπιντο εκ μέρους του αφηγητή επιτείνεται από τη σύγκριση «του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος» της νεαρής ερωμένης του.

Πίσω από τον απλό μύθο προβάλλει ένα πυκνά υφασμένο δίχτυ αναφορών, οι οποίες αναδεικνύουν την αρχετυπικότητα του θέματος. 

Εκτός από τις ρητές αναφορές στον Μαλλαρμέ, τον Ντεμπυσσύ και το μεσαιωνικό, θαυμάσια «μετατονισμένο», ποίημα «Συζυγική ζωή» [από τη συλλογή Το περιβόλι της αγάπης αγνώστου Άραβα ποιητή που έζησε στη Γρανάδα (Ισπανία) τον 10ο ή 11ο αιώνα], υπάρχουν και κάποιες λιγότερο εμφανείς. 

Για παράδειγμα, η στάση του αφηγητή που «ξύπνιος και γερμένος στο πλάι» περιεργάζεται το κορμί της νεαρής κοπέλας ανακαλεί τον εικονογραφικό τύπο του Σατύρου που, γερμένος στο πλάι, κοιτάζει με λαγνεία την κοιμωμένη Αφροδίτη ή νύμφη. Παρόμοια στάση παίρνει και ο γέρος σύζυγος στο ιδιαιτέρως ποιητικό απόσπασμα από τη « Συζυγική ζωή»: όταν τη νεαρή γυναίκα του την παίρνει ο ύπνος, «εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει» (σ. 88).

Η παρουσία της γνωστής επωδού «Ποτέ — ποτέ πια» από το «Κοράκι» του Ε. Α. Πόε λειτουργεί αντιστικτικά προς το θέμα της γεροντικής λαγνείας. Προανακρούεται στο μότο του διηγήματος και ξανακούγεται στην τελευταία φράση, όπου ο αφηγητής αποφασίζει να βάλει τέλος οριστικά στην εποχή των ερώτων.

Η δυσεξήγητη εκ πρώτης όψεως συσχέτιση του Μαλλαρμέ και του Ντεμπυσσύ με τον Πόε [ήσαν λάτρεις και οι δύο του Edgar Allan Poe] στηρίζεται πιθανώς στη σχέση του με την κατά πολύ νεότερή του Λεωνόρα.Έτσι, προστίθεται άλλη μια αναφορά στο διακειμενικό παιχνίδι που χαρακτηρίζει το κείμενο.

Αργύρης Χιόνης, Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες, 
εκδόσεις Κίχλη, Επίμετρο, Γιώτα Κριτσέλη


Σχέδιο του Édouard Manet για την έκδοση του ποιήματος L’après-midi d’un faune του Stéphane Mallarmé (1876)

....μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Στο "Απομεσήμερο ενός φαύνου", η ατομική ιστορία αποκτά πανανθρώπινο ενδιαφέρον, καθώς πιθανώς στη θέση του πρωταγωνιστή μπορεί να βρεθεί καθένας από εμάς. Ο σύγχρονος «ευνοημένος» φαῦνος (Faunus, το όνομα του ήρωα ετυμολογείται από το λατινικό ρήμα faveo = ευνοώ), θα λέγαμε ότι βρίσκεται στην πιο δυσμενή θέση, στο απομεσήμερο της ζωής του. Ο σύγχρονος αυτός Παν (Φαύνος= ρωμαϊκή θεότητα των αγρών, όπως ο Παν) χάνει το παν, που γι’ αυτόν δεν είναι η καταξίωση, αλλά η νεότητα. Παραμένει φαύνος (ευνοημένος) στην Τέχνη του, αλλά όχι και στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς το γήρας τον συνθλίβει.


*****
Σαν όνειρο λιγόχρονο επλάστηκε
η νιότη η τιμημένη· ενώ σκληρό και άσκημο
το γήρας, που ήρθε κιόλας και νά κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας·
φρικτό, άτιμο, κάνει τον άνθρωπο αγνώριστον,
απάνω του ξεχύνεται, και του σκοτίζει μάτια και νου.
Mίμνερμος
*****
Με ρωτάει ο καιρὸς
Απὸ ποὺ θέλω να περάσει
πού ακριβώς τονίζομαι
στο γέρνω ή στο γερνώ.....

Κική Δημουλά, Απροσδοκίες, Η εφηβεία της λήθης

*****
Αν δεν μπορέσει, της λέτε ακόμα ότι
ωρίμασε εκείνη η παλιά φοβέρα της
πως θα με φάει ο γέρος αν δεν τελειώσω
το φαγητό μου.

Ωρίμασε έγινα γεύμα γήρατος.
Όχι σε ταβερνάκι ονείρου.
Σε κάποιο λαϊκό μαγέρικο που άνοιξε
ο καθρέφτης.

Κική Δημουλά, Σας άφησα μήνυμα, Ήχος απομακρύνσεων

*****

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
....

Κ.Π. Καβάφης, Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.

*****
Μες στα παλιά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων οι ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι οι πτωχές
και πώς βαριούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.

Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
οι σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται — κωμικοτραγικές —
μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Κ.Π. Καβάφης, Οι ψυχές των γερόντων

*****

«Η τραγωδία των γηρατειών δεν είναι πως είμαστε γέροι, αλλά πως υπήρξαμε κάποτε νέοι»

Όσκαρ Γουάιλντ, Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ


Art by Nicola Samori 


Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

«Οι δύο Γκόγκολ».... όπου ο «μυστικιστής» νικάει εντέλει τον «σκωπτικό» και του παίρνει την πένα από τα χέρια....


Nikolay Gogol ( Photo by Erhan Cihangiroğlu)

«Όταν κοιτάζουμε πολύ τα εύθυμα θεάματα, καταντούν να γίνουν θλιβερά»

Στο
 μάκρος ολόκληρης της ζωής του, ο Γκόγκολ έζησε σε βάθος το δράμα του κωμικού που δυσκολεύεται να σοβαρευτεί, του ευτράπελου που πασχίζει μάταια να αρνηθεί το παρελθόν του. 
Αποτολμώντας την καρικατούρα, την παρωδία και τη σκληρή διακωμώδηση των ρώσικων ηθών, ο Γκόγκολ δεν μιλούσε εκ βαθέων. Οι αναγνώστες φαντάζονταν μια ακέραια προσωπικότητα, ενώ η αλήθεια ήταν ότι πίσω από τα γραφτά κρυβόταν η «ασχήμια» και η «μοχθηρία» ενός καυχηματία που με τη σάτιρα έβρισκε διέξοδο η δυσκολία του να δεχτεί τη γύρω πραγματικότητα.

Άνθρωπος νοσηρά εσωστρεφής, δειλός, συμπλεγματικός και καχύποπτος, βρισκόταν σε διένεξη με τα πάντα. Και τα γραφτά του - γραφτά ενός νέου που αναζητούσε πάση θυσία το δρόμο του - αντιδρούσαν σκωπτικά υπονομεύοντας τη ρωσική κοινωνία στην οποία η διαφθορά έβγαζε μάτια. Δεν εξέφραζαν ένα βαθύτερο πιστεύω, μια στέρεα άποψη για τον κόσμο.

Η σάτιρα έχει κάτι το νεανικό και το προπετές, είναι μονομερής, άδικη, πειθαναγκαστικά κοντόφθαλμη, χωρίς να αποφεύγει και μια ιδιάζουσα μικροψυχία. Αφού ευθύς εξαρχής επιλέγει τη στάση της διακωμώδησης, δεν μπορεί να μην κατατρύχεται και από ένα αίσθημα ανωτερότητας απέναντι στη ζωή, μια χροιά εχθρότητας που δεν την αφήνει να ωριμάσει. Αν το κλάμα προδίδει την αρχή της συμπάθειας, το γέλιο είναι άρνηση και διάκριση· ό,τι συμπονάς δεν το περιγελάς.

Παρότι ο Γκόγκολ δε θα δυσκολευτεί να κερδίσει τη θέση του στον πετρουπολίτικο κόσμο, το αίσθημα του εχθρικού κριτή θα υπάρχει μόνιμα στα γραφτά του. Άραγε μπορεί να βασίσει κανείς τη ζωή του στη γυμνή «αντίδραση»; 


Καθώς ο Γκόγκολ κερδίζει φήμη και ενσωματώνεται στον πετρουπολίτικο κόσμο, η ψυχολογία του υπεράριθμου αρχίζει σιγά-σιγά να τον εγκαταλείπει. Επείγεται να αλλάξει personna.Δεν ξέρουμε βέβαια πόσο ο ίδιος το είχε αντιληφθεί, πάντως ο Γκόγκολ αναγκάστηκε να βιώσει το προβληματικό πέρασμα από τη σάτιρα στο δράμα, από την αρνητική λογοτεχνία στη λογοτεχνία των θετικών ηρώων, παράλληλα με το πρόβλημα της ενσωμάτωσής του στην Πετρούπολη. 

Και βέβαια δεν ήταν απλό ζήτημα μεταστροφής των λογοτεχνικών «μέσων». Ποτέ δεν είναι έτσι. Αυτό που ωθούσε τον  Γκόγκολ να αξιοποιεί μόνο μια πλευρά του ψυχισμού του, την πλέον πρόσφορη αλλά όχι και την πλέον σημαντική (κατά την εκτίμησή του), κυοφορούσε ένα διχασμό που δε θα αργούσε να ξεσπάσει.  

Ο άνθρωπος που ψυχαγωγούσε τη μισή Ρωσία επέμενε ότι ήταν «αίνιγμα για όλους». Και όχι άδικα· κάτω από τον κωμικό υπέμενε ανεκδήλωτος και ανήλικος ακόμα ο μυστικοπαθής.

Από τα πρώτα του κιόλας βήματα στη λογοτεχνία και στη ζωή της πρωτεύουσας ο νεαρός από την Ουκρανία θα κινηθεί ανάμεσα στη φάρσα και στην αινιγματικότητα των αμφίθυμων εκδηλώσεων.


Όλο του το έργο μέχρι τις Πεθαμένες ψυχές (και γιατί όχι μαζί με αυτές) ήταν φαντασιώδεις λάμψεις μιας προσωπικότητας που έφερε επαξίως το προσωπείο μιας (ενίοτε πένθιμης) σάτιρας. Η ποιητική του μπορούσε να χωρέσει σε μια φράση: «Όταν κοιτάζουμε πολύ τα εύθυμα θεάματα, καταντούν να γίνουν θλιβερά». 

Γκόγκολ ή Πούσκιν

Ο δεύτερος Γκόγκολ έπρεπε να απαλλαγεί από τον πρώτο Γκόγκολ.....

Και η επιτυχία που ήρθε φυσιολογικά, αντί να σημάνει την καθιέρωση αυτής της δοκιμασμένης γραφής, σήμανε για τον Γκόγκολ την ώρα της πτώσης του προσωπείου. Έπρεπε πλέον να μιλήσει άλλη γλώσσα· να διακηρύξει το νέο του «πιστεύω».

Μόνο
 που αυτό το προκλητικό για τους θαυμαστές του «πιστεύω», ήτοι η θεοληψία του, δεν ήταν κάτι που υπήρχε εξαρχής και αποκρυβόταν επιμελώς. Όσο σαφείς κι αν είναι οι κριτικοί σε αναδρομικές προβλέψεις, τα στάδια της ωρίμασής του παραμένουν αξεδιάλυτα. Θα χρειαστεί πάντως να αναχωρήσει στο εξωτερικό, να περατώσει το πρώτο μέρος των Πεθαμένων ψυχών, να ξεσπάσει η κατακραυγή εναντίον του, για να μεστώσει μέσα του η μεταστροφή. 

Με άλλα λόγια, στα πρώτα χρόνια της συγγραφικής του ζωής ο Γκόγκολ κίνησε γη και ουρανό για να επιβάλει το ύφος του, και μόλις αυτό έγινε αποδεχτό, άρχισε από ψυχόρμητη ανάγκη την επιχείρηση της απόρριψής του. Ο δεύτερος Γκόγκολ έπρεπε πάση θυσία να απαλλαγεί από τον πρώτο Γκόγκολ. 

Σε αυτό το τολμηρό διάβημα το μεγάλο ή τουλάχιστον το πρώτο εμπόδιο ήταν οι ίδιοι οι θαυμαστές του, αυτοί που τον ανέδειξαν: φίλοι, αναγνώστες, κριτικοί. Κανείς απ’ τους συγχρόνους του δε φαίνεται να υποψιαζόταν τι έμελλε να συμβεί σε αυτό το σκωπτικό πνεύμα. Στη Ρωσία πίστευαν ότι ο Γκόγκολ έφυγε για να επιστρέψει δριμύτερος, κι ούτε φαντάζονταν ότι θα υποδεχτούν έναν οψιμαθή ιεροκήρυκα.

Είναι η στιγμή — γνωστή στην πορεία των δημιουργών — που αισθάνεται έκθετος, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, απέναντι στην κρίση του κοινού. Αν και σαν ιδιοσυγκρασία ο Γκόγκολ ήταν ιδεώδης περίπτωση ανθρώπου για να βιώσει μια τέτοια κρίση, η ανησυχία του δεν αφορά το παρελθόν του, που είναι γεμάτο δάφνες, αλλά το μέλλον. 

Η αναφροδίσια ζωή του — γιατί καμιά γυναίκα δεν τάραξε την ψυχή του — η λυσσαλέα φιλοδοξία του και μια εγωπάθεια που εντείνεται στο έπακρο από τον εσωτερικό του διχασμό συναπαρτίζουν ένα φυγόκοσμο μονομανή που είναι έτοιμος να τσακίσει ή να εξαγριωθεί στην παραμικρή επίκριση. Δεν είναι συμπτωματικό, λοιπόν, ότι προλογίζει τα μεγαλόδοξα λογοτεχνικά του σχέδια με ξεσπάσματα αυτοκατάκρισης, που συνήθως είναι καρποί μεγάλων αποτυχιών ή επιτυχιών. Καταργεί ανεπιφύλαχτα το ένδοξο παρελθόν του, γιατί το μέλλον του φαίνεται ασύγκριτα πιο λαμπρό και πιο αντιπροσωπευτικό για τις μύχιες επιθυμίες του.

«Το ορκίζομαι», γράφει με καθαρό μυαλό στον Ζουκόφσκι, «θα κάνω κάτι που δεν είναι στο χέρι των κοινών ανθρώπων. Τι έχω κάνει άραγε μέχρι τώρα; Όταν ξανακοιτάζω τα γραφτά μου, μένω με την εντύπωση ότι φυλλομετρώ ένα παλιό μαθητικό τεφτέρι (...) Είναι πια καιρός να εργαστώ σοβαρά»

Illustration to Nikolai Gogol’s “Dead Souls” by Marc Chagall


Και το θέμα, γνωστό ακόμα και έξω από το στενό του κύκλο, είναι οι Πεθαμένες ψυχές που έχει τάξει στον εαυτό του να τις φέρει σε πέρας από σεβασμό στη μνήμη του Πούσκιν που του τις ενέπνευσε. Η ιδέα κατά κοινή ομολογία είναι μοναδική. Ένας άνθρωπος που διασχίζει τη ρώσικη επαρχία παζαρεύοντας ψυχές πεθαμένων δουλοπάροικων προσφέρει ιδανική ευκαιρία για μια πλατιά αντιμετώπιση της πατρίδας του.

«Τι
 τεράστιο θέμα αλήθεια! Τι πρωτότυπο! Εκεί θα δείξω τη Ρωσία. Θα είναι το πρώτο μου άξιο έργο, αυτό που θα καταστήσει αθάνατο το όνομά μου (...) Όταν το αναλογίζομαι με διαπερνά ιερό ρίγος».

Στην
αλληλογραφία του — πυκνή και εξομολογητική — από το εξωτερικό ο αυτοεξόριστος της Ρώμης δε μιλάει μόνο για το μεγαλόπνοο σχέδιό του. Δισταχτικά στην αρχή, απερίφραστα στη συνέχεια, πλέκει το υφάδι των θρησκόληπτων ομολογιών του που μετά από μερικά χρόνια θα καταλήξουν σε κανονική κατήχηση των συγχρόνων του.

«Αυτές
 οι εκκλησίες», γράφει τον Απρίλιο του 1839 στη Μαρία Μπαλαμπίν, «είναι ο γενέθλιος τόπος της ψυχής μου, εκεί όπου ζούσε η ψυχή μου προτού έρθω στον κόσμο».

Το
 ξεχωριστό με τον Γκόγκολ ήταν ότι η κρίση μυστικοπάθειας που τον συγκλόνιζε δεν έβαζε απλώς τη ζωή του σε νέο δρόμο, αλλά κατέλυε τη δημιουργική του ικανότητα. Από τη στιγμή που στρέφεται στον εαυτό του και γυρεύει τα βαθύτερα νάματα του ψυχισμού του, η σάτιρα πέφτει κυριολεκτικά σε αχρηστία. Ο πιστός μέσα του δεν μπορεί πλέον να χλευάσει, θέλει να θέσει το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας. 

"Ένα αρκετά ωραίο αμάξι με σούστες πέρασε την αυλόπορτα ενός πανδοχείου σε μια επαρχιακή πρωτεύουσα.... " Νικολάι Γκόγκολ, Νεκρές ψυχές.(σκίτσο: PP Sokolov) 


Και οι ψυχρολουσίες για τον "Νέο Γκόγκολ" ρέουν κρουνηδόν........

Η διάδοση ότι ο Γκόγκολ «αλλαξοπίστησε» εντάθηκε στους λογοτεχνικούς κύκλους με την έκδοση του πρώτου μέρους των Πεθαμένων ψυχών (1842), που δημοσιεύονται, αφού ταλαιπωρήθηκαν σοβαρά από το ψαλίδι της λογοκρισίας (άλλαξαν ακόμα και τον τίτλο). 

Η υποδοχή του βιβλίου ήταν η αναμενόμενη. Το μεγάλο του χάρισμα, η σατιρική ματιά που ζωγραφίζει ελεύθερα, παρά περιγράφει, τα ρώσικα ήθη, αναδεικνύοντας μια απίθανη πεζότητα και μια ζωή χωρίς καθαρή ανάσα, έχει φτάσει στην τελειότητά της. 

Ο ίδιος ο Γκόγκολ, πέρα από την ευνόητη ικανοποίηση, αισθάνεται έντονα τον αναχρονισμό αυτών των κριτικών που, υμνητικές ή επικριτικές, μιλούν ουσιαστικά για το «ενοχλητικό» παρελθόν του και όχι για την αναγέννησή του. Οι Πεθαμένες ψυχές είναι δημιούργημα του πρώτου Γκόγκολ, όχι του νέου Γκόγκολ που καιροφυλακτεί και ετοιμάζεται να μιλήσει μια άλλη γλώσσα.

Από τη στιγμή που ο άνθρωπος ο οποίος έκανε την πατρίδα του να γελάει με την ίδια της την εικόνα μεταμορφώθηκε σε «θλιβερό» ιεροκήρυκα, κανείς δεν ήθελε να τον ακούσει. Ειδικά ο Ακσάκοφ —με το αίσθημα του διαψευσμένου και με το δικαίωμα που παρέχει η προτέρα αφοσίωσις — του στέλνει μια επιστολή αληθινό αστροπελέκι, στην οποία οξυδερκώς παρατηρεί:  

«....το μυστικισμό τον τρέμω σαν τη φωτιά και τον διαισθάνομαι να ανατέλλει μέσα σου (...) Φοβάμαι ότι ο καλλιτέχνης θα φθαρεί, ότι η δημιουργική δύναμη του αισθήματος θα στερέψει λόγω της διανοητικής εντάσεως του ασκητή».



Οι ψυχρολουσίες από φίλους και αντιπάλους ρέουν κρουνηδόν. Μια διεξοδική επιστολή του Πλεντιώφ (1844) δείχνει το κλίμα που είχε διαμορφωθεί.

«Με ρωτάς τι είσαι; Ως άνθρωπος είσαι κρυψίνους, εγωιστής, υπερφίαλος, δύσπιστος, και θυσιάζεις τα πάντα στη δόξα.[....]

Αλλά ας δούμε τι είσαι ως άνθρωπος των Γραμμάτων. Ένα πρόσωπο προικισμένο με μια ιδιοφυή δημιουργικότητα, που μαντεύει από ένστικτο τα μυστικά της γλώσσας, τα μυστικά της ίδιας της τέχνης. Ο πρώτος κωμικός της εποχής μας για τον τρόπο που βλέπει τους ανθρώπους και τη φύση, για την ικανότητά του να αντλεί τις καλύτερες εικόνες και τις κωμικές καταστάσεις.

Είσαι, όμως, μονότονος συγγραφέας που περιφρονεί τις απαραίτητες προσπάθειες για να αποχτήσει ένα συνειδητό έλεγχο πάνω στους θησαυρούς της γλώσσας και της τέχνης. Άτεχνος μέχρι κακογουστιάς και στομφώδης μέχρι αστειότητας, όταν η διάθεσή σου σε κάνει να περνάς από το κωμικό στη σοβαρότητα. Είσαι μια αυτοδίδακτη ευφυία που ξαφνιάζει με τη δημιουργικότητά της και προκαλεί λύπη με τον αναλφαβητισμό της και την άγνοιά της στο χώρο της τέχνης».


«Δεν μπορεί να σωπαίνει κανείς», έγραφε ο Μπελίνσκι από το εξωτερικό, «όταν με το ντύμα της θρησκείας και την προστασία του κνούτου προπαγανδίζουν το ψέμα και την ανηθικότητα σαν να ήταν η αρετή και η αλήθεια»

Στην «Εξομολόγηση ενός συγγραφέα», την οποία βιάστηκε να δημοσιεύσει ο «μεγάλος καλλιτέχνης» με σκοπό να κοπάσει η κατακραυγή εναντίον του, είχε επιδοθεί σε μια διεξοδική συνηγορία υπέρ του ρωσικού καθεστώτος, πράγμα που για τον Βησσαρίωνα ισοδυναμούσε με απαίσια εθνική προδοσία.

«Δεν είμαι σε θέση να δώσω και την παραμικρή ιδέα για την αγανάκτηση που το βιβλίο σας προκάλεσε σε όλες τις ευγενικές καρδιές, μήτε και για τις κραυγές άγριας χαράς που έκανε να βγάλουν οι εχθροί σας: οι Τσίτσικοφ, οι Νόζντριεφς, οι Γκοροντίτσις, που δεν ανήκουν στο λογοτεχνικό κόσμο, ή που ανήκουν και που ξέρετε πολύ καλά τα ονόματά τους. 

Βλέπετε μοναχός σας ότι το βιβλίο σας το απαρνιούνται ακόμα και άνθρωποι που το πνεύμα τους ταιριάζει ολοφάνερα στο δικό σας. Ακόμα και εμπνευσμένο από μια βαθιά και ειλικρινή πεποίθηση, θα είχε προκαλέσει την ίδια εντύπωση στο κοινό. Κι αν όλοι (με εξαίρεση πολύ λίγους που φτάνει να τους δεις και να τους γνωρίσεις, για να μη χαίρεσαι καθόλου για την επιδοκιμασία τους) είδαν έναν κατάλληλο ελιγμό, μα όχι πολύ αβίαστο, για να επιτύχετε, με τη μεσολάβηση του ουρανού, ένα σκοπό ξεκάθαρα επίγειο, μην τα βάζετε παρά μόνο με τον εαυτό σας. Αυτό δεν είναι τίποτα παράξενο. Το παράξενο είναι που παραξενεύεστε».


Vissarion Grigoryevich Belinsky by Kirill Gorbunov

Με μέμφονται ότι δεν ξέρω τη Ρωσία....

Ξ
αφνικά ο «κωμικός» βρίσκεται στο επίκεντρο μιας μαύρης φάρσας που για τον ίδιο είναι κανονικός κλοιός πολέμου. Άλλωστε νιώθει την αθωότητα να εξεγείρεται μέσα του. Γιατί, αξίζει να το τονίσουμε, ο Γκόγκολ δεν εξαπατούσε κανέναν. Ούτε καν τον εαυτό του. Μπορεί να αθετούσε τα νεανικά γραφτά του —φαινόμενο σύνηθες— αλλά πίσω από αυτό δεν υπήρχε καμιά υστεροβουλία. Ο δημιουργός άλλαζε κατεύθυνση, ζούσε μια επώδυνη μεταμόρφωση που κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να παρακολουθήσει. Το κοινό έβλεπε παντού τα συμπτώματα μιας κακοπαιγμένης απάτης σε βάρος του.

«Δ
ε μου διαφεύγει», γράφει στην Άννα Φιλγκόρσκι, «ότι διαδίδουν παντού για μένα άσχημα πράγματα· για τη διπροσωπία μου και την υποκρισία των πεποιθήσεών μου».

Όσο για το αναμενόμενο δεύτερο μέρος των Πεθαμένων ψυχών, που πολλοί προεξοφλούσαν το περιεχόμενό του, οι διαδόσεις ήταν επόμενο να οργιάζουν. Τι θα μπορούσε να παρουσιάσει ο μεταμορφωμένος Γκόγκολ σε αυτό το δεύτερο μέρος; Μια άλλη Ρωσία; Ένα διαφορετικό Ρώσο; Κανείς δεν του αναγνώριζε πια αυτή την ικανότητα. 

Εξάλλου η κατακραυγή γύρω από το έργο του έκρυβε ακόμα μια πτυχή που συνήθως δεν αναφέρεται. Όταν ο Γκόγκολ κατακτούσε το κοινό με την κωμωδία —χωρίς, όμως, να έχει συγκεκριμένα κίνητρα, όπως ομολογούσε— κανείς δεν είχε ενοχληθεί. Τα κίνητρα περίττευαν. Μετρούσε μόνο το αποτέλεσμα. Τώρα που άλλαζε το γράψιμό του, επειδή είχε συγκεκριμένους σκοπούς, κανείς δεν ήθελε να τον ακούσει. Τον πίστευαν, δηλαδή, όταν δε διεκδικούσε καμιά συγκατάθεση και τον αρνούνταν βάναυσα όταν η συγκατάθεση τού ήταν απολύτως αναγκαία. Ποιος ήταν υπεύθυνος άραγε γι’ αυτή την πανεθνική σχεδόν παρεξήγηση αν όχι ο ίδιος; 

Nikolai Gogol's illustration for the cover of Dead Souls


Ήταν μια σπάνια περίπτωση δημιουργού που αυτοπαγιδεύτηκε από το ίδιο το έργο του. Γι’ αυτό και κανείς δεν εξεπλάγη, όταν ο Γκόγκολ, μόνος στο εξωτερικό, ταξιδεύοντας ακατάπαυστα, έριξε το 1845 πολλά από τα χειρόγραφα του ανολοκλήρωτου δεύτερου μέρους στη φωτιά.

Δεν υπάρχει αμφι
βολία ότι σε αυτό το απονενοημένο διάβημα, που θύμιζε κανονική λογοτεχνική αυτοχειρία, έπαιξαν μεγάλο ρόλο οι άλλοι, και ειδικά η κατηγορία ότι αγνοούσε την πατρίδα του. Σε άλλη εποχή ίσως αυτό να μην τον επηρέαζε, αλλά στα ώριμά του η κατηγορία αυτή είχε μοιραία βαρύτητα.

Το εντυπωσιακό ήταν ότι ο Γκόγκολ δεχόταν εκ προοιμίου αυτή την άγνοια.

«Με
μέμφονται ότι δεν ξέρω τη Ρωσία. Σάμπως να όφειλα υποχρεωτικά, διά της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, να γνωρίζω όλα όσα τεκταίνονται σε κάθε μυχό της Ρωσίας, και να το έχω μάθει χωρίς τη βοήθεια κανενός. Αλλά πώς να μάθω όλα αυτά τα πράγματα εγώ, ένας συγγραφέας, καταδικασμένος λόγω ιδιότητας σε μια απομονωμένη, έγκλειστη ζωή, εγώ που επιπλέον είμαι άρρωστος και αναγκάζομαι να ζω μακριά από την πατρίδα μου; 

Ασφαλώς δεν πρόκειται να τα μάθω από τους ανθρώπους των Γραμμάτων και τους συγγραφείς μας που κι αυτοί είναι έγκλειστοι και άνθρωποι του γραφείου. Ο συγγραφέας έχει μόνο ένα δάσκαλο: τους αναγνώστες του. Κι όμως, αυτοί μου αρνήθηκαν την επικουρία τους. 
Ξέρω ότι έχω βαρύτατη ευθύνη ενώπιον του Θεού για την ατέλεια του έργου μου· ξέρω, όμως, ακόμα ότι άλλοι θα τα καταφέρουν καλύτερα από μένα. Δεν είναι μάταια αυτά τα λόγια! Μάρτυς μου ο Θεός, αυτά τα λόγια δεν είναι μάταια!»

Ο Γκόγκολ ήξερε ότι δεν έγραφε με «γνήσια» ρώσικη ψυχή. Τι εμπόδιζε, όμως, αυτό τον ήρωά του, Τσίτσικοφ, να δείξει το πρόσωπο της Ρωσίας; 

Portrait of Alexander Pushkin and Nikolai Gogol, (αγνώστου καλλιτέχνη)

«Αρκεί να πω», έγραφε προς επίρρωση των ελπίδων του, «ότι όταν άρχισα να διαβάζω τα πρώτα κεφάλαια των Πεθαμένων ψυχών στον Πούσκιν, ο οποίος γελούσε πάντα όταν με άκουγε να διαβάζω (άλλωστε του άρεσε τόσο πολύ να γελάει), άρχισε να σκυθρωπιάζει ολοένα και πιο πολύ και στο τέλος έγινε βλοσυρός. Όταν τέλος σταμάτησα την ανάγνωση, είπε με μελαγχολική φωνή:

«Θεέ μου, πόσο θλιβερή είναι η Ρωσία μας!»

Έμεινα άναυδος. Ο Πούσκιν, που γνώριζε τόσο καλά τη Ρωσία, δεν είχε παρατηρήσει ότι όλα ήταν μια καρικατούρα, μια επινόηση του πνεύματός μου. Τότε, λοιπόν, κατάλαβα τι σημαίνει ένα έργο που αναβλύζει από την ψυχή και γενικά τι σημαίνει η αλήθεια της ψυχής, και κάτω από ποια τρομακτική όψη μπορούμε να παρουσιάσουμε στους ανθρώπους τα ερέβη και τη φοβερή απουσία φωτός. 

«Με την ευκαιρία, λαχταρώ να δω τι θα πει ο Ρώσος, αν τον απαλλάξουμε από τη φαυλότητα.  Λόγω του αρχικού σχεδίου που είχα καταστρώσει το πρώτο μέρος του βιβλίου μου απαιτούσε ασήμαντα πρόσωπα...» 

Κατά συνέπεια η συνέχεια δε θα είχε να παρουσιάσει Τσίτσικοφ και Νόζντριεφ, αλλά «παρήγορες σκηνές» και «ενάρετα πρόσωπα». Κάτι που δεν έγινε.


Nozdryov και Chichikov συναντιούνται στην ταβέρνα (σκίτσο του Vladimir Egorovich Makovsky για τις Νεκρές Ψυχές) 

Δέσμιος της άσχημης μάσκας που δημιούργησε.....

Το γκογκολικό πνεύμα ήταν κατά κύριο λόγο έργο ενός παρατηρητή που κατορθώνει με τα πιο λεπτά μέ­σα να αποκαλύπτει τη γελοία φυσιογνωμία των πραγμάτων. Το κωμικό στα πράγματα το θέτει η ματιά του αφηγητή και σε αυτή τη συστηματική κωμική ματιά υπάρχει έκδηλος ο ψυχισμός ενός ατόμου.

Άνθρωπος άφιλος, ανέραστος, διπλοκουμπωμένος και μικρόψυχος μέχρι παραφροσύνης, ο Γκόγκολ είχε στα γραφτά του την έκφραση του παμπόνηρου είρωνα που κοιτάζει τον κόσμο με μισόκλειστα, περιπαιχτικά μάτια. Όπως η ασχήμια σπεύδει να εντοπίσει τα ελαττώματα και τα ψεγάδια της ομορφιάς, αυτή η αφηγηματική ματιά έχει ανάγκη παντού να συλλαμβάνει την αρνητικότητα. 

Ο Γκόγκολ κρατάει τα πρόσωπά του σε απόσταση, γράφει, θα έλεγε κανείς, αποστειρώνοντας τα χέρια του. Συνεπώς είναι ευνόητη η κλίση του προς την εξωτερικότητα. Αυτός ο κόσμος τον οποίο καταπιάνεται να περιγράψει είναι όντως «εξωτερικός», ξένος. Ό,τι είναι εξομολογητικό, ό,τι έχει θέρμη αποζητάει την εγγύτητα, ενώ στην ψυχρότητα αυτής της ματιάς έχουμε μια ειρωνική διάθεση που δείχνει τα πράγματα με το ραβδί. Από ασφαλή απόσταση.

Στην
 τέχνη αυτού του παραμορφωτικού διασυρμού έβρισκε ο Γκόγκολ τη βαθύτερη κλίση του. Διέπρεπε στον εντοπισμό του γελοίου, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε από αυτό μια αθωωτική απόσταση ασφαλείας. Η μέθοδος είναι έκδηλη: η ασχήμια του παριστάμενου αφήνει μια αίσθηση ομορφιάς για τη δεινότητα του παρατηρητή, χωρίς να μειώνει σε τίποτα την οχληρή εντύπωση που προκαλεί το διαδραματιζόμενο. Όσο πιο εντυπωσιακά «άσχημο» το δημιούργημα, τόσο πιο οξυδερκής ο δημιουργός. 

Δεν είχε άδικο ο Βασίλης Πλάκσιν, όταν εξέφραζε την άποψη ότι αυτή η τέχνη φαίνεται να μην ξέρει την ντροπή. Ο Γκόγκολ μάλλον υπερνικούσε την ντροπή αφήνοντας ελεύθερη μια διάθεση για ακόρεστη περιφρόνηση του περίγυρου από τον οποίο —τιμητικώ προνομίω— αφαιρούσε τον εαυτό του ως εξαίρεση.  Ένα τέτοιο βλέμμα που αντλεί την αρετή του από τη φαυλότητα των άλλων πώς είναι δυνατό να στραφεί οικειοθελώς προς το «θετικό ηρώα»; Η ευτυχία του, θα λέγαμε, ήταν ο αρνητικός ήρωας, ο μόνος που του έδινε την ευκαιρία να ασκήσει το τακτ της ανωτερότητας. 



Είναι, λοιπόν, πιο συνεπής, όταν δηλώνει ότι διά­λεξε για ήρωά του άνθρωπο που δεν είναι ενάρετος. 


«Ε
ίναι καιρός πια να αφήσουμε ήσυχο αυτό το δυ­στυχισμένο τύπο. Γιατί σε κάθε περίσταση ξεφουρνίζουμε αυ­τό το χαρακτηρισμό: ενάρετος άνθρωπος; Γιατί τον καταντήσαμε υποζύγιο που το κουβαλάει ο κάθε συγγραφέας κραδαίνοντας το καμουτσίκι του κι ό,τι άλλο πέσει στο χέρι του; Όχι, είναι καιρός πια να ζέψουμε στο ζυγό του τον κατεργάρη! Ήρθε η σειρά του. Ας τον ζέψουμε, λοιπόν»

Ο Γκόγκολ τον έζεψε αυτό τον ήρωα και έτσι έκανε το γύρο της Ρωσίας. Αλλά μια τέτοια επιλογή — γόνιμη για το σατιριστή— σφυρηλατούσε, όπως αποδείχτηκε, πανίσχυρα δεσμά για τον ίδιο. Σταδιακά ο Γκόγκολ είδε τον κόσμο σαν ένα πλέγμα ύποπτων ιστοριών με φαιδρό ή άδοξο τέλος. Παντού ανακάλυπτε συνωμοσίες της φαυλότητας και σπαρταριστά τεχνάσματα του δαίμονα της κατωτερότητας. Όλα τον ωθούσαν προς αυτή την —ευνοϊκή για την υπεροψία του— κατακλείδα. Πουθενά σχεδόν δεν εμπλέκεται με ιστορίες ψυχής, όπου εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να αλλάξει τα μέσα του και να καταργήσει την απόσταση. 

Όλοι αυτοί οι απεχθείς ήρωες πώς θα άλλαζαν πρόσωπο και ποια αφηγηματικότητα θα τους υπηρετούσε; Πώς «θα απάλλασσε το Ρώσο από τη φαυλότητα;» Ξαφνικά ο Γκόγκολ θα πρέπει να συνειδητοποίησε ότι ο ίδιος είχε συστηματικά καταστρέψει κάθε ικμάδα συμπάθειας προς τα θετικά γνωρίσματα του ανθρώπου. Είχε αναλώσει το βίο του στη δημιουργία μιας άσχημης μάσκας. Τώρα, όμως, αυτή η μάσκα έπρεπε να αλλάξει και να λάβει ηθική πνοή ζωής.

Πλιούσκιν (σκίτσο του Boklevskogo για τις Νεκρές ψυχές)

Παραιτήθηκε από δημιουργός για να σώσει τον πιστό.

Εχθρός του εαυτού του (καθώς ο κωμικός υπονόμευε τον πιστό), ο Γκόγκολ τσάκισε μπροστά στο έργο. «Η θρησκεία δεν του έφερε καμιά παρηγοριά», γράφει ο Μίρσκι. «Η απελπισμένη του προσπάθεια ήταν μια οικτρή αποτυχία. Η τραγωδία του τώρα είχε πάρει μια νέα μορφή: αντί να μεταδώσει ένα ανύπαρκτο μήνυμα, θέλησε να ζήσει μια ακατόρθωτη εμπειρία. Η παιδική του ανατροφή, όμως, τού είχε ενσταλάξει μια απλοϊκή αντίληψη περί χριστιανισμού. Ένιωθε μόνο το φόβο του θανάτου και της κόλασης» 

Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Γκόγκολ παραιτήθηκε από δημιουργός για να σώσει τον πιστό. Παραίτηση που εκδηλώθηκε με το κάψιμο των χειρογράφων, την άρνηση του παρελθόντος του, την κατήχηση και τη θρησκοληψία, και αποτελεί αυτόχρημα μια «εξαγωγή» από το γκογκολικό πνεύμα και μια ιδιότυπη «εισαγωγή» στο ντοστογιεφσκικό πνεύμα. 

Η βαθύτερη λαχτάρα του Γκόγκολ, όπως εκφράστηκε στην Αλληλογραφία με τους φίλους και στην Εξομολόγηση, ήταν να στραφεί προς τον εσωτερικό άνθρωπο και να παραστήσει τις μεγάλες κινήσεις της ψυχής. Στην άκρη της ψυχής του (αλλά όχι της πένας του) αχνοχάραζε η υποψία ηρώων όπως ο Ρασκόλνικοβ και ο Σταυρόγκιν, ο Αλιόσα και ο Μίσκιν. 

Αλλά η δυνατότητα δεν του δόθηκε. Δεν έφταιξε βέβαια η άγνοια της Ρωσίας. Από το Παλτό ως τον Ηλίθιο θα χρειαστεί μια ολόκληρη επανάσταση στα μυθιστορηματικά μέσα, για να καταστεί δυνατό να μιλήσει ο ήρωας με άλλο τρόπο και να φωτιστούν τα μύχιά του, χωρίς συνάμα να καταργηθεί η γκογκολική ματιά της χλεύης και της υπονόμευσης. Ό,τι ήταν αξεδιάλυτο μυστήριο για τον πρόγονο για τον επίγονο κατέστη χειροπιαστή δυνατότητα.


Πιθανώς ο Γκόγκολ θα μπορούσε να πλάσει την καρικατούρα ενός πιστού, αλλά το πορτρέτο ενός πιστού μόνο να το ζήσει μπορούσε, όχι να το δημιουργήσει. Τα γραφτά του τον είχαν θωρακίσει τόσο καλά, ώστε αυτό το «φρούριο» μόνο από τα μέσα μπορούσε να αλωθεί. 

Η πίστη με άλλα λόγια ήρθε να παίξει το ρόλο του προδότη. Καταπτοημένος, στερημένος, θύμα της ίδιας του της απάθειας (εφόσον είχε αποκλείσει από τη ζωή του τους ανθρώπους), δεν του έμενε άλλη ευκαιρία να ανοίξει κάποιο διάλογο εκτός από το Θεό. Η μεγαλομανία του έβρισκε στην πίστη την ιδανική δυνατότητα. Αλλά αν ως στάση ζωής η πίστη έδινε μια διέξοδο (δοκιμασμένη άλλωστε πριν απ’ αυτόν), στο γράψιμο (το δικό του προνόμιο) τι μορφή μπορούσε να πάρει; 

Όταν στα λίγα περισωθέντα αποσπάσματα του δεύτερου μέρους διαβάζουμε για τον Τσίτσικοφ ότι «η ζωή του φάνηκε πάλι σοβαρή υπόθεση» ή ότι σκέφτηκε πως «είναι καιρός να ακολουθήσω άλλο δρόμο», η εντύπωση είναι απογοητευτική. Δεν αρκούσαν κάποιες σκέψεις για να μεταφυτευτεί η πίστη στην καρδιά του Τσίτσικοφ. Ο ήρωας αντιδρούσε, γιατί η δύναμή του ήταν άλλη. 


Ο Τσίτσικοφ, Νεκρές Ψυχές

Ο πιστός αρνιόταν τη σάτιρα, και η σάτιρα με τη σειρά της αρνιόταν να υπηρετήσει τα μύχια σκιρτήματα του θρησκόληπτου. Ο συγγραφέας πρόδιδε τον εαυτό του, το ύφος, όμως, και οι ήρωες τού έμεναν πιστοί. Η ανακάλυψη της εσωτερικότητας, που ήρθε με τη μορφή της θρησκοληψίας, αντιστάθηκε σθεναρά στο ύφος του και κατά φυσική συνέπεια του πήρε την πένα από τα χέρ
ια.


Όταν συνάντησε τον ιερέα Ματθαίο Κωνσταντινόφσκι ο οποίος τον έπεισε πως τα αμαρτωλά του έργα (τα λογοτεχνικά εννοείται) τον είχαν καταδικάσει οριστικά σε αφανισμό, πάσχιζε ακόμα να γράψει. «Αν ένας συγγραφέας δέχτηκε το δώρο του Θεού, το τάλαντό του, αυτό δεν έγινε τυχαία». Η επιθυμία του για δημιουργική αλλαγή βάσταξε ως το τέλος, αλλά η «μορφή» απουσίαζε. Κι αφού στο χώρο της δημιουργίας ποτέ δεν τελεσφόρησαν οι επιθυμίες και οι καλές προθέσεις, ο Γκόγκολ έμεινε με την πικρία της αποτυχίας. Η «μορφή», που λύνει τα χέρια και γεννά την ελευθερία, είναι πιθανώς ένα μυστήριο ισάξιο με την πίστη.

«Κάθομαι διαρκώς στο τραπέζι», ομολογεί στον Ζουκόφσκι, «δεν αφήνω στιγμή την πένα, αλλά οι αράδες αργούν να σχηματιστούν και ο χρόνος διαβαίνει ανεπιστρεπτί».

Είναι μόνο σαράντα δύο ετών κι όμως παραδέχεται ότι (συγγραφικά τουλάχιστον) έχει γεράσει.

«Π
όσο άλλαξε μέσα σε τριάμισι χρόνια», διαπιστώνει με δέος ο Ακσάκοφ, «έγινε σαν γριά. Το θέαμα είναι φοβερό και η παρουσία του απερίγραπτη». Το 1853 ο Γκόγκολ αφήνει την τελευταία του πνοή ψελλίζοντας: «Την κλίμακα... γρήγορα την κλίμακα...» 


Κωστή Παπαγιώργη, Το δράμα του Νικολάι Γκόγκολ
Ντοστογιέφσκι, εκδόσεις Καστανιώτη