Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

«Μια ψυχή ανθρώπινη δεν αξίζει πιο πολύ από ένα ραπανάκι...», Νικολάι Γκόγκολ, Νεκρές ψυχές


Το παζάρεμα! 


O Σομπάκιεβιτς έγειρε ελαφρά τo κεφάλι κι ετοιμάστηκε ν’ ακούσει αυτά που θα του έλεγε ο επισκέπτης του.

Ο Τσίτσικοφ έπιασε τα πράγματα από πολύ μακριά, μί­λησε γενικά για τη ρωσική αυτοκρατορία, εξεθείασε την α­πέραντη έκτασή της που ξεπερνούσε κατά πολύ την έκτα­ση της αρχαίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και, δικαιολογη­μένα, προξενούσε έκπληξη στους ξένους.

Με σκυμμένο κεφάλι, ο Σομπάκιεβιτς άκουγε πάντα.

...Πρόσθεσε πως, σύμφωνα με τους νόμους που ισχύανε σ’ αυτή την ξακουστή όσο καμιά άλλη αυτοκρατορία, οι καταγραμμένες ψυχές που είχαν τελειώσει την ύπαρξή τους σ’ αυτό τον κόσμο εξακολουθούσαν να μένουν γραμμένες στους καταλόγους ως την ακόλουθη απογραφή, ώστε να μη δημιουργείται επιπρόσθετη εργασία στις διοικητικές υπηρεσίες και να μη μπει ένας ακόμη τροχός στον κυβερνητικό μηχανισμό, που ήταν κιόλας τόσο πολύπλοκος.

Με σκυμμένο κεφάλι, ο Σομπάκιεβιτς άκουγε πάντα. 




Sobakevich. Καλλιτέχνης Π Boklevsky

...Πάντως το μέτρο αυτό, αν και σωστό, ήταν πολύ επιζήμιο για πολλούς γαιοκτήμονες, που ήταν αναγκασμένοι να πληρώσουν τον κεφαλικό φόρο για νεκρούς, όπως και για τους ζωντανούς ανθρώπους. Γι’ αυτό λοιπόν, από εκτίμηση προς τον οικοδεσπότη που τον φιλοξενούσε, προσφερόταν να πάρει επάνω του ένα μέρος από το βαρύ αυτό φορ­τίο.


 Όσο για το κύριο αντικείμενο της ομιλίας του, ο Τσίτσικοφ εκφράστηκε γι’ αυτό με μεγάλη περίσκεψη: δεν μίλησε για νεκρές ψυχές, αλλά μόνο για ψυχές «ανύπαρκτες».

Mechislav Mikhailovich Dalkevich, Illustrations to Dead Souls 
 and Sobakevich

« Λοιπόν; ρώτησε ο Τσίτσικοφ, περιμένοντας με συγκί­νηση μιαν απάντηση.

« Σας χρειάζονται νεκρές ψυχές;» ρώτησε απλά, χωρίς την παραμικρή έκπληξη ο Σομπάκιεβιτς, λες και μιλούσανε για σιτάρι.

« Ναι, ή μάλλον ψυχές ανύπαρκτες», απάντησε ο Τσίτσικοφ, θεωρώντας καλό ν’ απαλύνει ξανά την έκφραση.

« Θα βρεθούνε βέβαια», είπε ο Σομπάκιεβιτς.

« Και, στην περίπτωση αυτή, θα τις παραχωρήσετε, ασφαλώς, προθυμα.»

«Ας είναι, δέχομαι να σας τις πουλήσω», είπε ο Σομ­πάκιεβιτς, που σήκωσε, αυτή τη φορά, ελαφρά το κεφάλι κι έδειξε να μαντεύει πως ο αγοραστής έπρεπε να βγάλει από τη δουλειά κάποιο όφελος.

« Διάβολε! Να κι ένας που μιλάει για πούλημα προτού εγώ του κάνω καμιά νύξη για κάτι τέτοιο!» συλλογίστηκε ο Τσίτσικοφ, και συνέχισε φωναχτά:

« Σε τι τιμή όμως; Μ’ όλο που, για να μιλήσουμε ειλικρινά, πρόκειται για κάτι, που γι’ αυτό, το ζήτημα της τι­μής είναι, το λιγότερο, παράξενο...»

« Θα σας πω την τελευταία μου λέξη, από την πρώτη στιγμή· εκατό ρούβλια το κομμάτι.»

«Εκατό ρούβλια!» φώναξε μ’ έκπληξη ο Τσίτσικοφ.

Κοίταξε με στόμα ανοιχτό το συνομιλητή του κι αναρωτήθηκε αν είχε καλακούσει ή μήπως, αποναρκωμένος από το πολύ φαγητό, ο Σομπάκιεβιτς είχε πει άλλη λέξη αντί για άλλη.

« Σας φαίνεται μήπως πολύ ακριβά;» είπε ο Σομπάκιεβιτς, κι αφού σώπασε λίγο, πρόσθεσε:

« Και ποια είναι η δική σας τιμή;»

«Η δική μου τιμή! Μα συμβαίνει κάποια παρεξήγηση. Ας μην ξεχνούμε για τι πράγμα πρόκειται. Με το χέρι στην καρδιά, δε νομίζω πως μπορώ να δώσω περισσότερα από ογδόντα καπίκια για κάθε ψυχή!»

« Μα τι λέτε τώρα! Ογδόντα καπίκια!»

« Κατά τη γνώμη μου, δεν αξίζουν περισσότερο.»

« Μα δε σας πουλάω τσόχινες μπότες.»

« Ούτε κι ανθρώπους, πρέπει να τ’ ομολογήσετε.»


«Ώστε νομίζετε πως θα βρείτε κανένα βλάκα που να σας πουλήσει μια καταγραμμένη ψυχή για ογδόντα καπί­κια;»

«Επιτρέψτε μου, γιατί τις λέτε «καταγραμμένες»; Είναι από καιρό νεκρές· η λέξη δεν έχει νόημα. Τέλος πάντων, για να τελειώνουμε, σας προσφέρω ενάμισυ ρούβλι. Αδύνα­το να δώσω περισσότερα.»

« Δεν ντρεπόσαστε να το λέτε ένα τέτοιο ποσό; Αφήστε τα παζαρέματα και πέστε μια τιμή λογική.»

« Δε θα μπορέσω, Μιχαήλ Σεμιόνοβιτς, στην τιμή μου, δε θα μπορέσω· κάτι που είναι αδύνατο, είναι αδύνατο», απάντησε ο Τσίτσικοφ, που ωστόσο πρόσθεσε ακόμα πενήντα καπίκια. 

Alexei Gribov right as Sobakevich and actor Vladimir Belokurov as Chichikov


« Γιατί να τσιγγουνευόσαστε;» είπε ο Σομπάκιεβιτς. «Κι όμως, δε σας ζητάω ακριβά. Ένας κατεργάρης θα σας γε­λούσε, θα σας πασάριζε, αντί για ψυχές, παλιοπράγματα. Ενώ εγώ σας δίνω εμπόρευμα διαλεχτό, ένα κι ένα· όλο γε­ροδεμένους άντρες και σπουδαίους τεχνίτες ανάμεσά τους! Να, π.χ. ο Μιχέγιεφ, ο αμαξοποιός. Δεν έφτιαξε ποτέ του άλλο από αμάξια με σούστες. Και, πιστέψτε με, δε δουλεύει όπως οι Μοσχοβίτες, προχειροδουλειά. Όχι, κάθε τι που βγαίνει από τα χέρια του είναι στέρεο... Κι ο ίδιος, μόνος του, βάζει την ταπετσαρία και βερνικώνει!»

Ο Τσίτσικοφ άνοιξε το στόμα για να παρατηρήσει πως ο Μιχέγιεφ δεν υπήρχε πια σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά ο Σο­μπάκιεβιτς που, όπως λένε, «είχε πάρει φόρα», έδειχνε πως είχε ξαφνικά αποκτήσει το χάρισμα του λόγου και πια δε σταματούσε.

« Κι ο Πρόμπκα Στεπάν, ο μαραγκός! Στοιχηματίζω το κεφάλι μου πως πουθενά δε θα βρείτε όμοιό του! Σωστός Ηρακλής! Αν είχε καταταγεί στη φρουρά, ποιος ξέρει τι θα γινόταν· δυο μέτρα μπόι, αγαπητέ μου!»

Ο Τσίτσικοφ θέλησε και πάλι να υποδείξει πως ο Πρόμπκα δε ζούσε πια, μα τον Σομπάκιεβιτς τον είχε συνεπάρει σίγουρα ο ενθουσιασμός· μπροστά σ’ αυτό το χείμαρρο της ευγλωττίας δεν του έμενε παρά να σωπαίνει.

«Ο Μιλιούσκιν, ο χτίστης! Τα καταφέρνει και βάζει τζάκι σ’ οποίο σπίτι και να ’ναι! Ο Μαξίμ Τελιάτνικοφ, ο παπουτσής· μόλις που θα τρυπήσει το πετσί το σουβλί του και σου ’χει έτοιμο ένα ζευγάρι μπότες, και τι μπότες! Βότ­κα ποτέ του δεν πίνει! Κι ο Ιερεμέι Σοροκοπλιόκιν! Αυτός ο λεβέντης από μόνος του αξίζει όλους τους άλλους· πηγαίνει και κάνει εμπόριο στη Μόσχα και, βρέξει χιονίσει, μου στέλνει πενήντα ρούβλια αντάλλαγμα. Τέτοιους άξιους ανθρώπους δεν πρόκειται να σας πουλήσει ο Πλιούσκιν.» 



«Επιτρέψτε μου», μπόρεσε επιτέλους να πει ο Τσίτσικοφ, αποσβολωμένος απ’ αυτή τη λογοδιάρροια που δεν έ­λεγε να τελειώσει... «Επιτρέψτε μου, για ποιο λόγο ν’ αραδιάζετε όλα τους τα προτερήματα; Τη στιγμή που είναι νε­κροί, δε μπορεί κανείς να βγάλει απ’ αυτούς τίποτα, θυμη­θείτε την παροιμία: ένας πεθαμένος ούτε φράχτη μπορεί να στηρίξει.»

« Σωστά, πεθαμένοι είναι», παραδέχτηκε ο Σομπάκιεβιτς, που φάνηκε να θυμήθηκε ξαφνικά αυτή τη λεπτομέρεια. Όμως αμέσως πρόσθεσε: «Στο κάτω-κάτω πώς να τους πούμε αυτούς που είναι ακόμα γραμμένοι για ζωντανοί; Ανθρώπους; Όχι· πιο πολύ μύγες.»

« Οι μύγες ζούνε, ενώ αυτοί δεν είναι παρά φαντασία.»

« Φαντασία; Α, όχι! Ανθρώπους σαν τον Μιχέγιεφ δε θα τους ξαναβρείτε, επιτρέψτε μου να σας το πω! Ήταν ένας γίγαντας· δε θα χωρούσε να μπει σ’ αυτό το δωμάτιο· οι πλάτες του ήταν πιο γερές από αλόγου! Θα ήθελα να ’ξερα πού αλλού θα τη βρίσκατε τέτοια φαντασία;»

«Όχι, στ’ αλήθεια, δε θα μπορούσα να δώσω περισσότερα από δυο ρούβλια», είπε ο Τσίτσικοφ.

« Τέλος πάντων, για να σας υποχρεώσω, και για να μη με κατηγορήσετε ύστερα πως σας πήρα ακριβά, σας τους αφήνω για εβδομήντα πέντε ρούβλια το κομμάτι· σε χαρτο­νομίσματα φυσικά. Μόνο και μόνο για να δέσουμε τη γνω­ριμία μας.» 

Sergei Leiferkus as Chichikov

«Α, μα αυτός με παίρνει για βλάκα;» αναρωτήθηκε ο Τσίτσικοφ και απάντησε: 

« Ειλικρινά, τα ’χω χαμένα·παίζουμε, μήπως, κωμωδία;.. Κι όμως σας βλέπω για έξυπνο άνθρωπο, αρκετά μορφωμένο. Το ζήτημα είναι πολύ απλό· πρόκειται για κάτι που δεν έχει εμπορική αξία.»

« Επιτρέψτε μου· τ’ αγοράζετε· πάει να πει πως το ’χετε ανάγκη.»

Ο Τσίτσικοφ δάγκασε τα χείλια του και δε βρήκε τι ν’ απαντήσει. Θέλησε να επικαλεσθεί οικογενειακές περιστά­σεις, μα ο Σομπάκιεβιτς, πολύ απλά, του απάντησε:

« Δε μ’ ενδιαφέρει! Εγώ δεν ανακατεύομαι με τα οικο­γενειακά σας. Σας χρειάζονται ψυχές, σας τις πουλάω· αν δεν τις αγοράσετε, εσείς θα μετανοιώσετε.»

« Δυο ρούβλια», είπε ο Τσίτσικοφ.

« Α, μα εσείς στ’ αλήθεια είσαστε σαν την κίσσα που λέει η παροιμία: «έμαθε κι αυτή μια λέξη κι όπου βρει την κοπα­νάει!» Έχετε κολλήσει στα δυο ρούβλια και δε λέτε να ξεκολλήσετε. Ελάτε λοιπόν, δώστε μια τιμή που να μπορεί να την παραδεχθεί κανείς.»

« Το σκύλο!» είπε μέσα του ο Τσίτσικοφ. «Ας του ρίξω τέλος πάντων ένα κόκκαλο να δαγκώσει!»

« Καλά», είπε. «Βάζω ακόμα πενήντα καπίκια.»

« Θα σας πω κι εγώ την τελευταία μου λέξη: πενήντα ρούβλια! Στην τιμή μου ζημιώνομαι. Πουθενά δε θ’ αγορά­σετε πιο φτηνά τέτοιους λεβέντες.»

« Τι τσιφούτης!» είπε μέσα του ο Τσίτσικοφ. Κι ύστερα φώναξε πεισματωμένος:

« Εσείς κάνετε λες και πρόκειται για καμιά σπουδαία υπόθεση! Νομίζετε πως σκοπεύω να πάω κι αλλού ν’ αγοράσω; Μα όλοι θα μου τους δίνανε χάρισμα και θα ήταν κι ευχαριστημένοι, που θα γλίτωναν από δαύτους. Ποιος κου­τός θα θελήσει να τους κρατήσει για να πληρώσει κοροϊδίστικα φόρο!»

« Ξέρετε πως τέτοιου είδους αγορές — σας το λέω, μεταξύ μας, εντελώς φιλικά — δεν είναι πάντα νόμιμες και πως αν εγώ ή κανείς άλλος κοινολογήσει το πράγμα, εκείνος που ασχολείται μ’ αυτές θα έχανε κάθε εμπιστοσύνη είτε σε συμβόλαια είτε σε άλλες εμπορικές συναλλαγές.»

« Ορίστε πού ήθελε να καταλήξει ο κατεργάρης!» συλ­λογίστηκε ο Τσίτσικοφ. Αμέσως όμως, με την πιο μεγάλη ψυχραιμία, απάντησε:

« Είσαστε ελεύθερος να κάνετε όπως θελήσετε. Αν α­γοράζω δεν είναι επειδή, όπως φαινόσαστε να νομίζετε, έ­χω ανάγκη, αλλά απλά και μόνο για να ικανοποιήσω μια ιδιοτροπία μου. Λοιπόν είπα· δυόμιση ρούβλια· δεχόσαστε ή δε δεχόσαστε.»

« Χε! χε! δεν το βάζει κάτω!» σκέφτηκε ο Σομπάκιεβιτς.

« Τέλος πάντων, δώστε μου τριάντα ρούβλια το κομμά­τι και πάρτε τες.»

«Όχι. Βλέπω πως δε θέλετε να τις πουλήσετε. Σας χαι­ρετώ.» 



«Επιτρέψτε, επιτρέψτε μου!» έκανε ο Σομπάκιεβιτς πιάνοντάς τον από το μπράτσο και πατώντας του τα πόδια.

Ο ήρωάς μας, που είχε ξεχάσει να φυλαχτεί, ξεφώνησε κι άρχισε να χοροπηδάει.

« Σας ζητώ συγγνώμην, σας... νομίζω, σας ενόχλησα; Σας παρακαλώ, καθήστε εδώ. Παρακαλώ!»

Κάθησε κι ο ίδιος στην πολυθρόνα του με τη χάρη μιας γυμνασμένης αρκούδας που ξέρει να περπατάει με λυ­γίσματα και να κάνει διάφορα κόλπα όταν τη ρωτούν: «Μίσα, για δείξε πώς κάνουν οι κυράδες για να ιδρώσουν στο χαμάμι;» ή «Και πώς κάνουν, Μίσα, τ’ αλανάκια για να κλέψουν μπιζέλια;»

« Πιστέψτε με, χάνω τον καιρό μου. Βιάζομαι.»

« Περιμένετε λίγο· θα σας πω δυο λογάκια που θα σας ευχαριστήσουν.»

Κάθησε πολύ κοντά του και του ψιθύρισε, σα μυστικά, στ’ αφτί:

« Θέλετε, είκοσι πέντε ρούβλια;»

«Όχι. Ούτε το ένα τέταρτο. Δε θα βάλω ούτε καπίκι παραπάνω.»

Ο Σομπάκιεβιτς έμεινε αμίλητος. Το ίδιο κι ο Τσίτσικοφ. Πέρασαν έτσι δυο ολόκληρα λεπτά.

« Ποια είναι η τελευταία σας λέξη;» πρόφερε τέλος ο Σομπάκιεβιτς.

« Δυόμιση ρούβλια.»

« Μια ψυχή ανθρώπινη δεν αξίζει για σας πιο πολύ από ένα ραπανάκι. Δώστε μου τουλάχιστον τρία ρούβλια.»

« Αδύνατον.»

«Ας είναι! Πρέπει να γίνει το δικό σας. Ζημιώνομαι, αλλά με τον αδύνατο χαρακτήρα που έχω δε μπορώ να συγ­κρατηθώ και να μην κάνω εκείνο που ευχαριστεί τους άλ­λους. Θα πρέπει βέβαια, για να είναι όλα εντάξει, να κά­νουμε συμβόλαιο.»
« Φυσικά.»

« Το είχα καταλάβει, θα πρέπει να κατέβω στην πόλη.» 



Weinstein Krein. Chichikov and Sobakevich (σκίτσο)

Αχ, αν όλοι αυτοί οι εκμεταλλευτές...»

Αφού κλείστηκε έτσι η συμφωνία, αποφάσισαν να συναν­τηθούν την άλλη μέρα στην πόλη για να υπογράψουν τη συμβολαιογραφική πράξη.Ο Τσίτσικοφ ζήτησε ένα κατάλο­γο των χωρικών. Ο Σομπάκιεβιτς δέχτηκε, κάθησε στο γρα­φείο του, κι έγραψε με το χέρι του μια ονομαστική κατάστα­ση, σημειώνοντας τις ικανότητες και τα προτερήματα του κά­θε ατόμου. 

Στο διάστημα αυτό ο Τσίτσικοφ, μια και δεν είχε άλλο καλύτερο να κάνει, βάλθηκε να εξετάζει την πελώρια κατα­σκευή του οικοδεσπότη, βλέποντας αυτή τη φαρδιά σαν τα καπούλια των κοντών αλόγων της Βιάτκα πλάτη, αυτά τα πόδια που έμοιαζαν με τις κοντές χυτές κολώνες που βάζουν στο μάκρος μερικών πεζοδρομίων, είπε με θαυμασμό μέσα του: 

«Μα την πίστη μου, πολύ ανοιχτοχέρης δείχτηκε ο θεός μ’ εσένα! Μπορεί να σ’ έχει κακοκόψει, μα σ’ έχει καλοράψει! 

Γιατί βέβαια αρκούδα γεννήθηκες, εκτός αν σε μετάλλαξαν σ’ αρκούδα η ζωή σ’ ετούτη την τρύπα, οι δουλειές των χωραφιών, η συναναστροφή σου με τους χοντροχωριάτες σου, αν σε κάνανε ένα δεκαρολόγο, ένα «εξηνταβελόνη» όπως λένε.

 Όχι. Νομίζω πως ο ίδιος ακριβώς θα ήσουνα αν είχες πάρει μια ανατροφή της μόδας, αν είχες προοδέψει στην κοινωνία και κατοικούσες τώρα, στην Πετρούπολη. Μονάχα, αντί να καταβροχθίζεις μισή αρνίσια πλά­τη με μπομποτάλευρο και μαζί μια τυρόπιτα πλατιά όσο ένα πιάτο, θα κατέβαζες κοτολέτες με τρούφες! Αυτή θα ήταν η μόνη διαφορά. 


Sobakevich. Καλλιτέχνης Π Boklevsky


Μα ναι, βέβαια, να και μια άλλη· ζεις αρμονικά με τους χωρικούς σου και δεν τους αδικείς, γιατί θα ήταν σα ν’ αδικούσες τον ίδιο τον εαυτό σου, ενώ στην πρωτεύουσα θα εκμεταλλευόσουν τους υφισταμένους σου και θα κατάκλεβες το Κράτος. 

Όποιος έχει κλείσει μια φορά τη χούφτα, δε γίνεται να την ξανανοίξει. Κι αν συγκατατεθεί 
ν’ ανοίξει ένα ή δυο δάχτυλα, είναι ακόμα χειρό­τερα. Αν κάποιος απ’ αυτούς τους ισχυρούς πάρει μερι­κά πασαλείμματα από μια, όποια να ’ναι, επιστήμη και του δώσεις μια ανώτερη θέση, θα δεις τότε πώς θα μεταχειρι­στεί αυτούς που αληθινά κατέχουν αυτή την επιστήμη. Και μάλιστα θα θελήσει να διακριθεί και θα δημοσιεύσει μια σοφή εγκύκλιο που θα κάνει να υποφέρουν όχι λίγοι... 

Αχ, αν όλοι αυτοί οι εκμεταλλευτές...»


Νικολάι Γκόγκολ, Νεκρές ψυχές, μτφρ. Αντώνης Μοσχοβάκης, εκδόσεις Ηριδανός, 
μέρος πρώτο, κεφάλαιο V, σελ. 98 - 105

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου