Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

«Ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του», Ναζίμ Χικμέτ, ένα παραμύθι


Η λογοτεχνία αρχινάει και τελειώνει με το παραμύθι

Για μένα
, όλη η λογοτεχνία, για όλα τα είδη της, αρχινάει με το παραμύθι και τελειώνει με το παραμύθι. Μα πάλι, το παραμύθι είναι πολύ κοντά στην ποίηση. Το παραμύθι με το ρυθμό του, την επανάληψή του, τη λακωνικότητά του, τη φαντασία του, την αγάπη του, την τραγωδία του, την άπλα του, το αντικείμενό του και τον άνθρωπό του, τη δουλειά του, στη φύση και στη δημιουργία του που δε συναπαντηθηκε με το ταίρι του, αλλά και με τις ελπίδες μας, τους φόβους μας, τις αγάπες μας με όλη τη βαθύτητά τους, όλη την απλοχωριά που τα καινούργια αντικείμενα τα κουβαλάνε οι καινούργιοι άνθρωποι, τα καινούργια ζώα με τη δημιουργία τους, είναι βέβαια πολύ κοντά στην ποίηση.

Το παραμύθι ενώνει την ανθρωπότητα


Στη γλώσσα επάνω να ήτανε μια γλώσσα σαν μουσική ακόμα όλων των λαών, όλων των πραγμάτων, όλων των θέσεων της κουλτούρας δεν είναι συνεταιριστικό πράγμα ακόμα. Τη μουσική της Ασίας όταν την ακούσει ο Ευρωπαίος, δε θα μπορέσει με το πρώτο να την καταλάβει. Ο Μπετόβεν με όλη την πολιτιστική αντικειμενικότητα δεν είναι ένας συνθέτης που θα τον καταλάβουνε αμέσως. Μα το παραμύθι είναι όλων των λαών, όλων των εποχών και της κουλτούρας. Το πιο βαθύ αράπικο παραμύθι ο Γιάπιονας ή ο Εγγλέζος θα το καταλάβει αμέσως και θα το αγαπήσει. Ο Ρώσος είτε είναι εργάτης είτε είναι κολχόζνικος είτε είναι γνώστης του ατόμου, στο πιο βαθύ τούρκικο παραμύθι αμέσως θα καταλάβει τη γλύκα. Ένα παιδί απ’ τις Ινάες μαζί με τον πατέρα του μπορούνε ν’ ακούσουνε το ίδιο παραμύθι. Το παραμύθι ενώνει την ανθρωπότητα.

Αργά ή γρήγορα όλοι οι λαοί, πάνω κάτω, τους ίδιους κοινωνικούς δεσμούς γνωρίσανε. Λίγο πιο βαριά, λίγο πιο δυνατά, λίγο πιο περιστροφικά αυλακώνουνε από μια μεγάλη νερομάνα σε μια μεγάλη θάλασσα με σταθερή κατεύθυνση, με ξεχωριστή σημασία, που δεν κοιτάζει στην ωρίμανση λογιώ λογιώ πανοραμάτων τις ξεχωριστές λοξοδρομήσεις. Έτσι τα παραμύθια, λίγο πολύ, το ένα στο άλλο θα μοιάζουνε. Οι διανοούμενοι συναγωνίζονται γύρω απ’ αυτήν την ομοιότητα. Πολλές ιδέες σπρώχνονται μπροστά. 


Το παραμύθι να τ’ ακούς απ’ το να το διαβάζεις είναι καλύτερο. Ν’ αρχίσω να διηγούμαι:


 Ήτανε κάποτε κι έναν καιρό...



Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς. Αυτός ο βασιλιάς, μια μέρα των ημερών, έβγαλε κράχτες στους δρόμους:

- 'Οποιος βρει για μένα τον προφήτη Ηλία και μου τον φέρει, αυτουνού θα του δώσω ό,τι ζητήσει, έτσι οι κράχτες εφώναξαν.

Ποιος θα βρει τον Προφήτη Ηλία; Ο Προφήτης Ηλίας κατέβαινε στο μπαϊράμι του προφήτη Ηλία στη γη. Στους καλούς τους ανθρώπους, μια φορά τους φανερωνότανε στα μάτια τους, μα στους πολύ καλούς ανθρώπους. Όσοι θ’ απαντούσανε θα ζητούσαν, απ’ εκείνον ό,τι η καρδιά τους το θελήσει. Κι ο προφήτης τους το έδινε. Αλλά εκείνο που διέταξε ο βασιλιάς για τον προφήτη ήτανε εύκολο να το βρει;



Khizr and Elijah Praying in Mecca
Illuminated Manuscript collection of Stories of the Prophets


Σ’ εκείνη την πολιτεία ζούσε ένας πολύ φτωχός άνθρωπος. Τα παιδιά του και τα μωρά του δεν ήσανε και λίγα. Με τη βία συντηριότανε, πολλές φορές τα βράδια κοιμόντουσαν νηστικά. Να, αυτός ο άνθρωπος σαν άκουσε τους ντελάληδες, είπε στη γυναίκα του:


- Όπως και να είναι όλοι μας απ’ την πείνα θα πεθάνουμε, το πιο καλό έχω να πάγω στον πατισάχ και να του πω πως θα βρω τον προφήτη Ηλία και θα τον φέρω σ’ αυτόν. Σαράντα μέρες θα ζητάω προθεσμία. Θα θέλω και για σας χρήματα πολλά, τόσο, ίσαμε να πεθάνετε. Σαράντα μέρες ύστερα ο βασιλιάς θα με κρεμάσει εμένα, θα με μακελέψει, σημασία δε δίνω. Τουλάχιστον εσένα και τα παιδιά μας θα γλιτώσω απ’ την πείνα.


"Χαμάλης" (Hamal, Istanbul)

Η γυναίκα αγαπούσε πολύ τον άντρα της. Για να τον κάνει ν’ αλλάξει ιδέα είπε του κόσμου τα λόγια, έκαμε ό,τι ερχόταν απ’ το χέρι της. Αλλά του κάκου. Ο άνθρωπος πήγε στο βασιλιά:

- Βασιλιά μου, του είπε, εγώ θα βρω τον προφήτη Ηλία και θα τον φέρω σε σένα. Θέλω τόσες μέρες διορία και τόσα λεφτά, τα παιδιά μου και τα μωρά μου για να γλυτώσω απ’ την πείνα.

Ο βασιλιάς έδωσε στους ανθρώπους του διαταγή. Ο δικός μας ο άνθρωπος σαράντα μέρες κουβάλησε τρόφιμα στο σπίτι του με τα λεφτά που πήρε απ’ τον πατισάχ. Τα παιδιά και τα μωρά σαράντα μέρες ως να χορτάσουνε φάγανε και ήπιανε.


Στις σαράντα και μια μέρα, ο βασιλιάς φώναξε τον άνθρωπο σιμά του:

- Βρήκες τον προφήτη; τον ρώτησε.

Ο άνθρωπος του αποκρίθηκε:

- Δεν μπόρεσα να τον βρω βασιλιά μου, του είπε. Αν θέλεις και την αλήθεια και να τον βρω δεν μπορώ. Τα παιδιά μου, τα μωρά μου για να γλυτώσω απ’ την πείνα, σου είπα αυτό το ψέμα.

Ο βασιλιάς θύμωσε. Αλλά στον άνθρωπο ποια ποινή να δώσει, πρώτα ήθελε μαζί με τους βεζυράδες να κουβεντιάσει. Ρώτησε τον πρώτο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις για τον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο πρώτος βεζύρης έδωσε αυτή την απόκριση:

- Σαράντα κομμάτια να κάνεις αυτόν τον άνθρωπο και κάθε του κομμάτι να δώσεις στους χασάπηδες να κρεμάσουνε από ένα τσιγκέλι.

Ακριβώς εκείνη την ώρα ένα παιδάκι παρουσιάστηκε στη μέση:

- Ο καθένας, είπε το παιδί, σύμφωνα με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει το παιδί. Γύρισε και ρώτησε στο δεύτερο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις να δώσω στον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο δεύτερος βεζύρης έδωσε αυτή την απόκριση:

- Να γδάρετε το δέρμα του και να το γεμίσετε άχυρο.
Το παιδί που πρόβαλε στη μέση, είπε:

- Ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς ρώτησε στον τρίτο βεζύρη του:

- Ποια ποινή προβλέπεις εσύ να δώσω στον άνθρωπο αυτό που γέλασε το βασιλιά του;

Ο τρίτος βεζύρης έδωσε αυτήνε την απόκριση:

- Βασιλιά μου, αυτός ο άνθρωπος για να πει το ψέμα, αιτία είναι η πείνα. Λιγάκι κι εσείς να έχετε έλεος, αν έχετε λιγάκι ευσπλαχνία να χαρίσετε σε αυτό τον άνθρωπο.

Το παιδί που πρόβαλε στη μέση, είπε:

- Ο καθένας με το επάγγελμά του.

Ο βασιλιάς ρώτησε το παιδί:

- Ποιος είσαι εσύ; Από πού βγήκες; Όλο λες: «ο καθένας σύμφωνα με το επάγγελμά του». Τι θες να πεις με αυτά τα λόγια;

Το παιδί έδωσε αυτή την απόκριση:

- Εκείνο που θέλω να πω είναι αυτό: ο πρώτος βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε χασάπης. Γι’ αυτό είναι που σύμφωνα με το επάγγελμά του για ποινή να μακελέψεις σου το ζήτησε. 


Ο δεύτερος βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε παπλωματάς. Κι εκείνος σου ζήτησε σύμφωνα με το προηγούμενο επάγγελμά του. 

Ο τρίτος ο βεζύρης σου, προτού να γίνει βεζύρης ήτανε εργάτης. Η φτώχεια, η πείνα τι είναι, τις ξέρει. Και κείνος, για λόγο της πείνας, τον άνθρωπο που είπε ψέματα ήθελε να τον σχωρέσεις. 

Όσο η σειρά ήρθε σε μένα: Εγώ είμαι ο Προφήτης. Στα μάτια των καλών ανθρώπων φαίνομαι. Ούτε για σένα, ούτε για τους βεζύρηδές σου, αλλά αυτού του φτωχού ανθρώπου και στον τρίτο βεζύρη σου ήρθα για να δειχτώ στα μάτια τους. Άφησε λεύτερο τον άνθρωπο. Εκείνο που είπε το έκαμε, εμένα μ’ έφερε μπροστά σου.


Prophet Elijah Rescuing Nur ad-Dahr from the Sea, a scene from the Hamzanama 
(Persian miniature by Mir Sayyid Ali )


Ο βασιλιάς κι οι βεζύρηδες εμείνανε κατάπληκτοι. 


Ο Προφήτης, ο φτωχός άνθρωπος κι ο τρίτος βεζύρης επειδή ξέρανε πως κακό δε θα κάμνανε, τα χέρια τους, τα βραχιόνια τους, ελεύθερα κουνώντας αφήσανε το παλάτι και φύγανε.

The ascent of Elijah toward heaven
( Northern Russian icon , 1290)

Nαζίμ Χικμέτ, Ο Προφήτης, Παραμύθια (Ναζίμ Χικμέτ, τα έργα του, βιβλίο δεύτερο, 
εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου