Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

«Εσύ τι ξέρεις απ’ αυτά - εσένα τα γράμματα σ’ έχουνε άσκημα δαμάσει.», Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο

Ο Γιώργος Ιωάννου:Τοξότης... όχι Σκορπιός.

Τοξότης, όχι Σκορπιός......


Το 1964 κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο με πεζογραφήματα του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «Για ένα φιλότιμο» 

Γράφτηκαν στο διάστημα 1961 - 1964  στο Καστρί της Κυνουρίας όπου πρωτοδιορίστηκε ο συγγραφέας και  στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου αποσπάστηκε για δύο χρόνια και  ίδρυσε το Ελληνικό Γυμνάσιο. 

"Με την παραμικρή αφορμή φεύγω στην έρημο. Βαθιά στην ανοιχτή έρημο, είναι σα θάλασσα• πάντοτε έκαμνα το συνδυασμό τους. Εδώ έχω ανακαλύψει χίλιους τρόπους για να κουκουλώνω, σαν τη γάτα, τη λύσσα μου. Δίνω λύσεις φανταστικές μέσα στην πιο ιδανική απομόνωση και απεραντοσύνη.[.......]

Πέφτω μπρούμυτα και σκαλίζω με τα δάχτυλα την άμμο. Πιο μέσα βρίσκω μια κίτρινη σκόνη σα θειάφι. Στην επιφάνεια όμως είναι σαν το σπυρωτό σιμιγδάλι, που κάμναμε χαλβά στα γενέθλιά μου. Αυτό γινόταν βέβαια, πριν φυτευτεί μέσα στη γη ο πρώτος άνθρωπός μας, και πριν διαπιστώσω με απογοήτευση, ότι τόσα χρόνια δεν ανήκα στον αστερισμό του Σκορπιού αλλά του Τοξότη. Έτσι με είχαν διαβεβαιώσει, όχι φυσικά από πρόθεση, αλλά κάνοντας λάθος. Προτιμούσα το Σκορπιό• και εκτός αυτού έχασα περισσότερο την εμπιστοσύνη μου και κάθε όρεξη για γιορτασμούς αμφίβολων γενεθλίων."


Γιώργος Ιωάννου, Ο ξενιτεμένος, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Ο Γιώργος Ιωάννου στη Λιβύη το 1961

Κακά μαντάτα πάλι - κυρίως απ’ τον εαυτό μου.


Όσο να δέσει κάποιος μέσα μου,
έχει πεθάνει.

Γ. Ιωάννου, Γύρω μου νύχτα μέρα, 
(από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα,1963)

Τα κοπάνησα στην καντίνα απόψε. Και δεν πρέπει καθόλου να πί­νω, γιατί πολλά λέω και κάνω συνήθως. Μέθυσα απαίσια με ανιζέτα — μοιάζει κάπως με το δικό μας το ούζο αυτό το σπίρτο. Κακά μαντάτα πάλι - κυρίως απ’ τον εαυτό μου.

Αλλά κι αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει. Αμέσως μόλις μπήκα, γύρω μου σχηματίστηκε μια παρέα. Με κερνούσαν συνέχεια και με κανένα τρόπο δε μ’ άφηναν να τους κεράσω. Ζηλεύω πολύ αυτές τις συντροφιές. Έχω χάσει άδικα των αδίκων τα χρόνια μου με κεί­νους τους άνοστους λογοτέχνες. Τα παιδιά αυτά με αγαπούν, το παραδέχομαι. Η αγάπη τους όμως είναι ίδια με κείνη, που έχουμε για τον καλόβολο συνταξιδιώτη. Κορυφώνεται κατά το μέσο του ταξιδιού, για ν’ αρχίσει να σιγοσβήνει όσο τελειώνουν τα χιλιόμε­τρα. Στο τέλος μπορεί να μην πούμε ούτε αντίο. Όποιος έχει μιλή­σει τα περισσότερα και τα ειλικρινέστερα είναι ο χαμένος. Το ’χω υπόψη μου αυτό το παιχνίδι, κι όμως θέλω με όλη μου την καρδιά να ξαναμιλήσω.



Το Νέον της Ομόνοιας το 1970 (Φωτό: Ανδρέας Μπέλιας)

Τί­ποτα δεν εξαλείφεται, κακά τα ψέματα...

Έχω την υποψία.πως σ’ όλο αυτό το διάστημα καθόταν στο απέ­ναντι τραπέζι αυτός που πρόκειται να γίνει φίλος μου. Έπινε δήθεν αδιάφορα, μα εγώ ξέρω πως το μάτι του και το αυτί του ήταν εδώ σε μένα. Να δούμε ποιος απ’ τους δυο μας θα προσπέσει. Πάν­τως θα βουρλιζόμαστε έτσι για πολύ καιρό. Είναι βαρύς από μυ­στικά κι αυτός το διαισθάνομαι• και θα πρέπει να σκέφτεται ολοένα το ίδιο πράγμα. Θα δοκιμάσω κι αυτουνού την αντοχή με αποκαλύψεις και θα δούμε. Μ’ αυτή τη μέθοδο έχω χάσει όλους τους ανθρώπους μου σιγά σιγά.Ο πιο στενός μου φίλος, πάντως, πήγε τελευταία από γάμο.

Η ανιζέτα είναι αψιά, ιδίως όταν την ανακατεύεις με μπύρα. Τί­ποτα δεν εξαλείφεται, κακά τα ψέματα. Μ’ ένα γρόσι στο τζιου - μποξ άρχισαν τα ζεϊμπέκικα του Μητσάκη:

Όσο βαριά ειν τα σίδερα...

Κάποιος χορεύει και μάλιστα καλά. Αγαπάει, λένε, απελπισμένα ένα ανήλικο.


Κάποιος με παρατηρεί, με σκέφτεται δυνατά, νιώθω σα βάρος. Άναψαν κιόλας οι ιστορίες για το πώς ξεγλίστρησε ο καθένας μας απ’ την όλο στοργή πατρίδα.


Henri Cartier-Bresson, Χορευτής ζεϊμπέκικου, Πειραιάς 1953

Με τρέφει η απελπισία, αυτό το χαλάρωμα είναι που φοβάμαι.

Στο μώλο ο γερανός αρπάζει με τις δαγκάνες του βράχους και τους ξαναβυθίζει στο πέλαγος. Είναι φορτωμένοι απολιθώματα ψα­ριών και οστράκων. Δεν είναι ανάγκη να ’σαι σοφός για να κατα­λάβεις τι έχει συμβεί.Οι πέτρες είναι βέβαια κατά μας• απ’ το πέλαγο και πέρα αρχίζει, θαρρείς, η πατρίδα. Ο γερανός με το φω­τάκι του συνεχίζει να στρέφεται• μια προς εμάς, μια κατά τη θά­λασσα, και κει χαμηλώνει. Έτσι, μου φαίνεται, θ’ αρπάξει και μέ­να καμιά μέρα.

Μια τέτοια νύχτα γλυκιάς χαράς θα τρέξω κατά το μώλο. Μέ­σα στο μεθύσι μου και στην άφθαρτη ακόμα εκτίμηση των φίλων. Όταν με ξαναβρούνε θα με σηκώσουνε στους ώμους τους. Εδώ ευτυχώς δεν υπάρχουν νεκροθάφτες. Ο φιλαράκος μου ο δύτης θα μ’ έχει βγάλει απ’ τη θάλασσα. Όλα τα έχω προβλέψει. Με τρέφει η απελπισία• αυτό το χαλάρωμα είναι που φοβάμαι.


Ο Γιώργος Ιωάννου στη Λιβυκή έρημο το 1962


Εγώ στη θέση του θα ήμουν ράκος, σκεπτόμενος κυρίως το μέλλον..

Ο Νταντίνης πλαγιάζει απόψε, κινδύνεψε πάλι τη ζωή του. Τον ζητούσα στο μώλο, μόλις βγήκα απ’ τα γραφεία. Μου είπαν πως ζαλιζόταν όταν ανέβηκε απ’ τη θάλασσα. Ξαναφόρεσε το φόρεμα και βυθίστηκε, όσο να συνέλθει. Με υποδέχτηκε στην κάμαρά του με γέλια και φωνές. Εγώ στη θέση του θα ήμουν ράκος, σκεπτόμενος κυρίως το μέλλον. Μ’ έφαγαν πολλά πράγματα, δεν ξέρω ποιον άτιμο να πρωτοδείρω. Παρατηρημένο τέλος πάντων• κάθε βράδυ έχω νέες αφορμές για πιοτό και απανωτά τσιγάρα.

Ένα σφουγγάρι, μου είπε, έβλεπε• ριζωμένο όμως πιο βαθιά απ’ ό,τι συνήθως κατεβαίνει. 


Αν και ήξερε καλά τον κίνδυνο, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τ’ αφήσει. Αμολήθηκε, κι αμέσως ένιωσε να μουδιάζει ολόκληρος. Το ξερίζωσε εντούτοις• κι ούτε ξέ­ρει με τι χέρια το κατόρθωσε αυτό.

Μαύρο και γλιστερό σαν πάθος, κείτονταν σ’ ένα πανέρι το σφουγ­γάρι. Θα γίνει όμορφο κι αυτό στον ήλιο και στον αέρα.


Σφουγγαράδες, Αίγινα, 1950-55, Βούλα Παπαϊωάννου 
 Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη

Μα, για ένα φιλότιμο.......

Και γιατί το ’κανες αυτό; Αφού κανένας απολύτως δε σ’ έβλεπε, γιατί το ’κανες; του φώναξα.

Μα, για ένα φιλότιμο, απάντησε ήσυχα. Και κατόπι πρόσθεσε με σημασία: Εσύ τι ξέρεις απ’ αυτά - εσένα τα γράμματα σ’ έχουνε άσκημα δαμάσει.


Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Η αμαρτία της μόρφωσης δεν κρύβεται εύκολα....

Ο Γ
. Ιωάννου καταγράφει τα λαϊκά πλήθη όπως στις κοινωνικές ταινίες του Κούνδουρου, του Κακογιάννη ή του Αλέξη Δαμιανού. Στους προσφυγικούς μαχαλάδες, παρατηρεί τις μάνες, τις συζύγους, παρατηρεί σχολαστικά τους άντρες. Άλλοι θα φύγουν μετανάστες και άλλοι θα παραμείνουν για να πολλαπλασιάσουν την Ελλάδα του. Λιτοδίαιτοι, αδύνατοι αλλά σφιχτοδεμένοι Έλληνες, χωρίς νωθρότητα και βουλιμία, περιτμημένοι από την κατοχική ανεπάρκεια αλλά δουλεμένοι και εργατικοί. «Τους πληροφορεί το αίμα τους για μένα, όπως και το δικό μου με κάνει να τους κατέχω ολόκληρους». Κατά βάθος δε θα ήθελε να ξεφύγει ποτέ από κοντά τους, να μη συγχρωτίζεται τους «άνοστους λογοτέχνες». 
Θεόδωρος Γρηγοριάδης Πηγή: www.lifo.gr


Εργάτες σε αλευρόμυλο στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1961 [Φωτογράφος Henri Cartier-Bresson.]


Ομολογώ πως αισθάνομαι πολύ άσχημα, όταν τα πρωινά, καθώς τρέχω με την τσάντα κάτω απ’ τη μασχάλη, διασταυρώνομαι με τις παρέες των εργατών. Κατεβαίνουν απ’ τις συνοικίες τους βιαστικοί και στραφτεροί, όλο ζωντάνια και ελεύθερο βάδισμα. Ποιος ξέρει σε τι κρεβάτια πλάγιασαν κι απόψε κι έχουν αυτή τη λάμψη. [....]
Ανεβαίνω στο γραφείο κι αμέσως ζαρώνει η καρδιά μου. Οι αγαπητοί μου συνάδελφοι καταφθάνουν λαχανιασμένοι. Κάθε πρωί μελετώ σχολαστικά τήν καλημέρα τους, το ύφος τους και τη ματιά τους. 

Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έγινε και μαζεύτηκαν όλες οι μπαγιάτικες φάτσες πάνω στο δικό μου το κεφάλι. Εκείνο όμως που με απελπίζει περισσότερο είναι, πως το ίδιο σχεδόν συμβαίνει και σε όλα τα άλλα γραφεία. Αυτό το διεπίστωσα μόνος μου τελευταία, όταν πάνω στην αγανάκτησή μου, είπα ν’ αλλάξω και πάλι δουλειά, για να μην τους βλέπω όλη μέρα μπροστά μου. 

Κατόπι σκέφτηκα πως θα τους έχει αποξεράνει έτσι, σώμα και καρδιά, το πολύ διάβασμα, το κλείσιμο ή η βαθιά σκέψη. Σηκώθηκα και ξαναπήγα στις διάφορες μεγάλες σχολές για να τους δω νεαρούς και φρέσκους φρέσκους. Χώθηκα βέβαια στις αίθουσες των πρωτοετών. Εδώ, είπα, μέσα σ’ αυτό το φυτώριο, θα φανεί το πράγμα. Και όμως η εντύπωσή μου ήταν εξίσου αποκαρδιωτική• το επόμενο κύμα, δεν αποκλείεται, να είναι χειρότερο. Κι αν υπάρχει κανείς ζωηρός και ανοιχτόκαρδος, γρήγορα αντιλαμβάνεσαι πως θεωρείται πνευματικώς ύποπτος και βρίσκεται σε καραντίνα. Δεν είναι επομένως το διάβασμα αυτό που φταίει. Ο τύπος προϋπάρχει και μάλιστα με το παραπάνω. Κάτι άλλο θα πρέπει να ξεδιαλέγει τους ανθρώπους από δω ή από κει. Εκείνο πάντως που βάζει σε σκέψεις είναι ότι οι πιο πολλοί γραμματισμένοι κατάγονται απ’ το λαό.


Σκέφτομαι μήπως πρέπει ν’ αλλάξω επάγγελμα και όχι μονάχα γραφείο. Τώρα όμως είναι μάλλον αργά• ούτε τέχνη ξέρω, ούτε για να πάω μαθητευόμενος έχω την ηλικία και το κουράγιο, αλλά ούτε τα χαρτιά και τα κατάστιχα χωνεύω. Θα ήθελα, είναι αλήθεια, προ πολλού να ήμουν εργάτης• παράλληλα όμως να έχω αυτή την ίδια ψυχή, τις ίδιες γνώσεις και τα ίδια μυαλά. 

Για να εξακριβώσω περισσότερα έχω, κατ’ επανάληψη τρυπώσει στους τόπους της δουλειάς τους. Κάθε επάγγελμα έχει τους δικούς του τύπους, αλλά σε ορισμένα πλειοψηφούν οι καλύτεροι. Ανάμεσά τους υπάρχουν έξυπνα πλάσματα, που ούτε να τα ονειρευτούν θα μπορούσαν στα γραφεία. Εντούτοις μόνοι τους ομολογούν πως δε στάθηκε δυνατό να προχωρήσουν άλλο στα γράμματα. Αυτό το λίγο όμως που κάνουν τώρα, το κατέχουν καλά, όσο ουδέποτε οι μορφωμένοι τα δικά τους. Από δω θα πηγάζει αυτή η αυτοπεποίθησή τους και η ψυχική τους όμορφιά. Επιπλέον είναι και η σκληραγωγία. [.......]

Εγώ αντίθετα λυπάμαι που η αμαρτία της μόρφωσης δεν κρύβεται εύκολα. Αλλιώς θα είχα αναμιχθεί τελείως μαζί τους, καθώς μάλιστα υπάρχει στις παρέες τους τόση δίψα για αληθινή φιλία και εκτίμηση. Εξάλλου έχω καθήκον να μείνω πιστός στην καταγωγή μου.

Πάντως
, ποτέ μου δε θα ξεχάσω πόσο χάρηκα, όταν κάποτε γυρίζοντας με καράβι απ’ τα ξένα με ρώτησαν οι τελωνειακοί, προτού δουν τα χαρτιά μου, αν είμαι ναυτικός. Ώστε μπορούσα να είμαι σαν αυτούς, εφόσον κι αυτοί οι πεπειραμένοι γελιούνται τόσο.

Γιώργος Ιωάννου, Εξαίσια αστική μας κοινωνία, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Ο Γιώργος Ιωάννου μπροστά στο ξενοδοχείο Ομόνοια. Φωτ. Ανδρέας Μπέλιας


Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό από την εξομολόγηση...

«Το πρώτο βιβλίο του Γ. Ιωάννου, το "Για ένα φιλότιμο", απαρτίζεται από εικοσιδύο μικρά αφηγήματα ή σκίτσα ή χρονικά, ιδίως από τη ζωή του έμμεσα αυτοβιογραφούμενου συγγραφέα. Όλα είναι στο πρώτο πρόσωπο κι έχουν την εξωτερική μορφή της απλής, ξερής, ασυγκίνητης και ασχολίαστης καταγραφής [...].

Το μικρό αυτό βιβλίο έχει ολότελα προσωπικό τόνο και χαρακτηρίζεται από την εξομολόγηση• θα έλεγε κανείς πως ο Γιώργος Ιωάννου εξομολογείται εδώ για να λυτρωθεί, πως αυτό τού είναι μια άμεση και ακατανίκητη ανάγκη υποκειμενική.»

Απόστολος Σαχίνης


«Σκάβοντας αδιάκοπα μέσα του δίχως έλεος, τρίβοντας το δέρμα του πάνω στα πράγματα και μιλώντας επίμονα σε πρώτο πρόσωπο χωρίς περιστροφές, ο Ιωάννου ανοίγει έναν δρόμο μέσα από τις πληγές του. Η αλήθεια του αντιμάχεται τις τεχνητές κατασκευές, το ύφος του επιβάλλεται γυμνό: δεν ναρκισσεύεται, δεν μεγαληγορεί, δεν ψευτίζει. Χρειάζεται να έχεις μέσα σου μεγάλα αποθέματα ειλικρίνειας για να μη φοβάσαι την κοινότοπη έκφραση, την τριμμένη λέξη, την απλή κουβέντα - αν και, φαντάζομαι, ένα έμπειρο μάτι δεν θα δυσκολευτεί ν’ αναγνωρίσει, πίσω από τον λιτό πεζογράφο, τον άνθρωπο που πάλεψε χρόνια με τις λέξεις, θητεύοντας στην ποίηση [...].

Π. Μουλλάς

Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό από την εξομολόγηση. Ίσως γι αυτό είμαι τόσο πελαγωμένος και δεν ξέρω τι μου γίνεται. Κάποτε νόμιζα πως, αν μιλήσω, θα πέσει ο ουρανός να με πλακώσει. Τότε ὀμως ήμουν είκοσι χρονώ και όταν ήμουν στα είκοσι. δε μου φάνηκε τίποτα που έγινα εικοσιένα• μάλλον ήταν καλύτερα γιατί πήγα φαντάρος. Ο πανικός μ' έπιασε μετά τα τριάντα, και τώρα δεν ξέρω από πού να κρατηθώ. 


Γιώργος Ιωάννου, Τα κελιά, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Δεν ξέρω αν αυτά που σκέφτομαι προάγουν ή όχι την ανθρώπινη υπόθεση. Κι όχι βέβαια πως δε μ’ ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Το πρώτο όμως που προσπαθώ, είναι να μιλώ με ειλικρίνεια, με ευλάβεια μάλλον. Διψώ για εξομολόγηση, που πάντοτε ανακουφίζει κάπως.

Γιώργος Ιωάννου, Ώρα για το κουκούλι, Για ένα φιλότιμο, εκδόσεις Κέδρος


Ο συγγραφέας οφείλει να μιλάει καθαρά κι εγώ πέρασα από πολύ δύσκολες καταστάσεις, καθώς από νωρίς προσανατολίστηκα στη μη απόκρυψη των πραγματικών σχέσεων και αισθημάτων μου. Όλα, βέβαια, μέσα στην πραγματικότητά μου και την εν γένει ιδιοσυγκρασία μου. 

Η αποδοχή των κειμένων μου και των λεγομένων μου από τους πιο πολλούς γύρω μου, μού έφερε ένα είδος λύτρωσης από τις πραγματικά τρομερές εσωτερικές πιέσεις, φοβίες και μοναξιές, που ένιωθα προτού μιλήσω, όπως εγώ ήθελα, και που με οδηγούσαν κατ' ευθείαν προς την ψυχασθένεια. Ιδίως αφότου έγραψα σε πεζό λόγο και μάλιστα σε πρώτο πρόσωπο, αίροντας έτσι και «αμαρτίες» που δεν είχα ο ίδιος διαπράξει, και παρ’ όλα αυτά έγινα αποδεχτός και όχι μόνον δεν διώχτηκα ανοιχτά, αλλά προκάλεσα και την έκφραση εκτίμησης πολλών, ένιωσα να σηκώνεται ένα μεγάλο βάρος από την ψυχή μου, να θραύεται το κέλυφος της απομόνωσης και να πλημμυρίζομαι από αδιατάρακτη ηρεμία.

Από συνομιλία του Γιώργου Ιωάννου με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο, Περιοδικό Η λέξη, τεύχος 39, Νοέμβρης 1984



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου