Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

"Παιχνίδι παλικαρίσιο πάνω από τον πόνο, πάνω από τον θάνατο", Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο


Πίνοντας ρακί (http://www.nikiforakis.com/cretan_school)


Μαθήματα ενός άλλου ήθους....

Μαθήματα ενός άλλου ήθους κι ενός «λιονταρίσιου μυαλού», «παιχνίδι παλικαρίσιο απάνω από την αγάπη και τον πόνο» - τα λόγια του ίδιου του Καζαντζάκη - «φωνή της Κρήτης», όχι «φιλοσόφων και ηθικολόγων που με το χουζούρι τους, ακίντυνα, κατασκευάζουν και διαλαλούν υψηλές δύσκολες θεωρίες• απλοί άνθρωποι, Κρητικοί χωριάτες, ανηφορίζουν, χωρίς να λαχανιάζουν, τις πιο αψηλές κορφές που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος – την ελευτερία, την καταφρόνια του θανάτου, τη δημιουργία καινούριου νόμου». Πώς «το δίποδο κτήνος, ακολουθώντας άλλους δρόμους από τους διανοητικούς, κατόρθωσε να γίνει άνθρωπος.» (Ν. Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 437)

Στα χωριά της Κρήτης - ή όπου αλλού - οι άνθρωποι επινοούσαν κι επινοούν ακόμα, τρόπους για να βιώσουν ή να ερμηνεύσουν το μυστήριο της ζωής και του θανάτου, τρόπους, να θυμούνται, να τιμούν ή να ξεχνάνε. Τρόπους κάποτε και «να συντρίβουν τα παλιά καλούπια, και τα πιο ιερά, όταν αυτά πια δεν τους χωράνε»

Στην πρώτη ιστορία η «φωνή» είναι ενός παπά, γέρου, αμόρφωτου, «που τέλεψε πια το πάλεμα» κι η ματιά του συμφιλιωμένη με το θάνατο - του μοναχογιού του το θάνατο -γαληνεμένη, αγγίζει με τρυφερότητα τον ξένο που χτυπάει μεσάνυχτα την πόρτα του. Δεν θα μοιραστεί μαζί του το πένθος του, δεν θα του «κοινοποιήσει τη λύπη του» κι οι γυναίκες θα χαμηλώσουν την ένταση του μοιρολογιού στο μέσα δωμάτιο, «να μην ακούσει και στενοχωρηθεί» ο ξένος.

Στη δεύτερη ιστορία, ένας λεβέντης «αποδήμησε» στα είκοσι του και το νυχτερινό ψυχόρμητο ξόδι αναλαμβάνουν οι τέσσερις καλύτεροί του φίλοι. Όμως μέσα στο πένθος η ζωή διεκδικεί το μερδικό της, και ζωή χωρίς ηδονή δε νοείται. Αν και αγκάθι στα βουρκωμένα μάτια των πενθούντων ο νεκρός, δεν αργεί και πολύ κάτω από τη μορφή που θρηνεί να «σκάσει μύτη» η άλλη μορφή, εκείνη που ενασμενίζεται τη ζωή. «Μισή ώρα, μια ώρα μετά» η ανάγκη του πιοτού, του μεζέ αναζωπυρώνεται και πάλι, οι υπηρεσίες της σάρκας ξανακερδίζουν τα δικαιώματά τους:

- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια, πίνουμε μια;

- Αμ’ τι; πεθαμένοι είμαστε; πίνουμε!


Κι επειδή - όπως ο θυμόσοφος λαός διατείνεται - «Ούτε γάμος άκλαυτος ούτε ξόδι αγέλαστο», γρήγορα, συνεπικουρούσης της ρακής, το κέφι διαχέεται μέσα στη νεκροκάμαρα. Πιστή στην αλληλουχία και στη διάρκεια, η ζωή απεχθάνεται το αναπότρεπτο. Η ευωχούμενη ιλαρότητα θα κορυφωθεί στην «βέβηλη» για το εξόδιο τελετουργικό πρόταση:

- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια…. Πηδούμεν τον;

Όπερ και έπραξαν……. κι όποιος νογάει....


άνεια και λοξές ματιές: Κωστή Παπαγιώργη, Ζώντες και τεθνεώτες, εκδόσεις Καστανιώτης)


Amparo Guerreiro,ιερέας (Ε.Φ.Ε.Κ) 

Στου παπά το σπίτι.....


Την άλλη μέρα βραδιάστηκα κοντά σ' ένα χωριό∙ πεινούσα, ήμουν κουρασμένος ολημέρα να περπατώ στα κατσάβραχα• δε γνώριζα κανένα στο χωριό και μήτε κάτεχα τ’ όνομά του. Μα ήμουν ήσυχος• ήξερα, όποια πόρτα κι αν χτυπήσεις σε κρητικό χωριό, θα σου ανοίξει• θα στρωθεί για το χατίρι σου τραπέζι και θα κοιμηθείς στα πιο καλά σεντόνια του σπιτιού. Ο ξένος είναι ακόμα στην Κρήτη ο άγνωστος θεός• κι όλες μπροστά του οι πόρτες κι οι καρδιές ανοίγουν.

Μπήκα στο χωριό, νύχτωσε πια, οι πόρτες όλες σφαληχτές, μέσ’ στις αυλές τα σκυλιά μυρίστηκαν τον ξενομπάτη κι άρχισαν να γαβγίζουν. Πού να πάω; ποια πόρτα να χτυπήσω; 

Εκεί που καταφεύγουν όλοι οι ξένοι, στο σπίτι του παπά. Οι παπάδες στα χωριά μας δεν είναι μορφωμένοι, λίγα τα γράμματά τους, δεν μπορούν να συζητούν θεωρητικά για τα δόγματα του χριστιανισμού• μα ζει ο Χριστός μέσα στην καρδιά τους, και κάποτε τον βλέπουν με τα μάτια τους, πότε στο προσκεφάλι ενός λαβωμένου στον πόλεμο, πότε, την άνοιξη, να κάθεται κάτω από μιαν ανθισμένη μυγδαλιά.

Μια πόρτα άνοιξε, μια γριούλα με το λυχνάρι στο χέρι πρόβαλε να δει ποιος είναι ο ξένος που μπήκε τέτοια ώρα στο χωριό. Στάθηκα.


Καλοσύνη (http://www.nikiforakis.com/cretan_school)

—Πολλά τα έτη, κυρά μου, της είπα γλυκαίνοντας τη φωνή μου να μην τρομάξει, είμαι ξένος, δεν έχω πού να κοιμηθώ• κάμε μου τη χάρη να μου δείξεις το σπίτι του παπά.

—Μετά χαράς, παιδί μου• θα κρατώ και το λυχνάρι να μη σκοντάψεις. Ο Θεός, ας είναι καλά, αλλού έριξε το χώμα, αλλού τις πέτρες• σ' εμάς έλαχαν οι πέτρες• κοίτα χάμω πού πατάς κι ακλούθα μου.

Μπήκε μπροστά με το λυχνάρι, στρίψαμε τη γωνιά, φτάσαμε σε μια δοξαρωτή πόρτα• απόξω ήταν κρεμασμένο ένα φανάρι.

—Να το σπίτι του παπά, είπε η γριούλα.

Σήκωσε το λυχνάρι, έριξε το φως στο πρόσωπό μου, αναστέναξε• έκαμε κάτι να πει, το μετάνιωσε.

— Ευχαριστώ, κυρούλα, της είπα, και να με συμπαθάς- καληνύχτα.

Με κοίταζε, δεν έφευγε.

— Αν το καταδέχεσαι, είπε, κόπιασε να κονέψεις στο φτωχικό μου.


Amparo Guerreiro, μοναχός (Ε.Φ.Ε.Κ) 

Μα εγώ χτυπούσα κιόλας την πόρτα του παπά. Άκουσα βαριά βήματα στην αυλή, η πόρτα άνοιξε, πρόβαλε μπροστά μου ένας γέροντας με χυμένα μακριά μαλλιά στους ώμους, με κάτασπρα γένια• χωρίς να με ρωτήσει ποιος είμαι και τι θέλω, άπλωσε το χέρι.
— Καλώς όρισες, μου 'πε• είσαι ξένος; κόπιασε μέσα.

Μπήκα• άκουσα φωνές, πόρτες ανοιγόκλεισαν, μερικές γυναίκες τρύπωξαν στη διπλανή κάμαρα βιαστικές κι εξαφανίστηκαν. Μ' έβαλε ο παπάς και κάθισα στον καναπέ.

—Να συμπαθάς τη γυναίκα μου, την παπαδιά, είπε∙ είναι λίγο αδιάθετη, εγώ θα σου μαγερέψω, θα σου βάλω σοφρά να δειπνήσεις, θα σου στρώσω το κρεβάτι να κοιμηθείς.

Η φωνή του ήταν βαριά και θλιμένη• τον κοίταξα∙ ήταν χλωμός πολύ και τα μάτια του πρησμένα και κατακόκκινα σαν να 'χε κλάψει. Δεν έβαλα τίποτα κακό στο νου μου, έφαγα, κοιμήθηκα, και το πρωί ήρθε ο παπάς και μου 'φερε σ' ένα δίσκο ψωμί, τυρί και γάλα. Άπλωσα το χέρι, τον ευχαρίστησα και τον αποχαιρέτησα.

— Πήγαινε στην ευκή του Θεού, παιδί μου, μου 'πε∙ ο Χριστός μαζί σου.

Έφυγα. Στην άκρα του χωριού ένας γέρος πρόβαλε∙ έβαλε το χέρι στο στήθος, με χαιρέτησε.

— Και πού πέρασες τη νύχτα, παιδί μου; με ρώτησε.

— Στου παπά το σπίτι, γέροντα, αποκρίθηκα. Ο γέρος αναστέναξε.

— Ε, τον κακομοίρη, είπε, και δεν κατάλαβες τίποτα;

— Τι να καταλάβω;

— Ο γιος του, ο μοναχογιός του, πέθανε χτες το πρωί• δεν άκουσες τις γυναίκες που τον μοιρολογούσαν;




— Δεν άκουσα τίποτα, γέροντα∙ τίποτα.

— Τον είχαν στη μέσα κάμαρα του σπιτιού και θα τον μοιρολογούσαν σιγανά, να μην ακούσεις και να στενοχωρηθείς. Άε στο καλό!

Τα μάτια μου είχαν βουρκώσει.

— Τι κλαις; έκαμε ο γέρος ξαφνιασμένος• είσαι νέος, δε συνήθισες ακόμα το θάνατο• άε στο καλό!


Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, ΚΒ΄, Κρήτη (σελ. 307-309)




Στο σπίτι του πεθαμένου....

Σ’ ένα χωριό της Κρήτης, στα Λευκά Όρη. Ένας όμορφος λεβέντης πέθανε, κι οι τέσσερις καλύτεροί του φίλοι σηκώθηκαν.

- Πάμε να τον ξενυχτίσουμε, είπαν, ν’ αλαφρώσουμε τις γυναίκες από το μοιρολόι;

Πάμε, έκαμαν όλοι με πνιμένη φωνή.

Ήταν το καλύτερο παλικάρι του χωριού, είκοσι χρονών, κι o θάνατός του ήταν μαχαιριά στην καρδιά τους.

- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια; είπε ένας - μου ’φεραν σήμερα μια ρακή, μουρνόρακη, που και νεκρούς ανασταίνει - να γεμίσω μια μπουκάλα να την κρατώ;

- Και μένα σήμερα η κερά μου ξεφούρνισε - να πάρω δυο τρεις κριθαροκουλούρες μαζί μου;

- Κι εγώ έχω ακόμα λουκάνικα χοιρινά - να κρατώ καμιά οργιά;

- Εγώ θα φέρω τα ποτήρια, είπε ο τέταρτος - και δυο τρία αγγούρια δροσιστικά.

Πήρε καθένας την κουμάνια του, την έχωσε κάτω από το κοντό τσόχινο καπότο του και βράδυ πια μπήκαν κι οι τέσσε­ρις στο σπίτι του πεθαμένου.

Ο νεκρός, στολισμένος με βασιλικούς και μαντζουράνες, ήταν ξαπλωμένος στην κάσα του, απάνω σε στρίποδα, στη μέση του σπιτιού, με τα πόδια κατά την πόρτα· γύρα του οι γυναίκες μοιρολογιούνταν.

Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος
Mani. Pirgos Dirou. 1962. Woman at graveside

Αντέστε να κοιμηθείτε, γυναίκες, είπαν οι φίλοι καλησπε­ρίζοντας· εμείς θα τον ξενυχτίσουμε.

Μπήκαν οι γυναίκες μέσα, μαντάλωσαν τις πόρτες. Οι φί­λοι ζύγωσαν τα σκαμνιά, απίθωσαν τη ρακή και τους μεζέδες στα πόδια τους και κοίταζαν με βουρκωμένα μάτια το νεκρό. Δε μιλούσαν. Πέρασε μισή ώρα, πέρασε μια ώρα. Τέλος ένας σήκωσε τα μάτια από το νεκρό.

- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια, πίνουμε μια;

- Άμ’ τι πεθαμένοι είμαστε; πίνουμε! αποκρίθηκαν όλοι.

Έσκυψαν, σήκωσαν τους μεζέδες, ένας άναψε ένα χαρτί, έψησε τα λουκάνικα. Μοσκομύρισε η νεκροκάμαρα. Γέμισαν τα ποτήρια, τ’ αγκάλιασαν μέσα στις φούχτες, για να μην ακούγουνται, και σκούντρηξαν.

- Ο Θεός να τόνε συχωρέσει· και στα δικά μας!

- Και στα δικά μας· ο Θεός να τόνε συχωρέσει!

Ήπιαν μια, δυο, τρεις, έτρωγαν μεζέδες, πήγαν στον πάτο την μπουκάλα, ήρθαν στο κέφι.

Κοίταζαν πάλι το νεκρό - κι άξαφνα ένας τινάχτηκε απάνω:

- Ίντα λέτε, μωρέ κοπέλια, κι έδειξε με την κόχη του ματιού του το νεκρό - πηδούμεν τον;

- Πηδούμεν τον!

Ανασκούμπωσαν τις φουφούλες, έμπηξαν την άκρα στο ζωνάρι, για να μην τους αμποδάει στο τρέξιμο, μετατόπισαν το νεκρό στο κατώφλι, άνοιξαν την πόρτα της αυλής.

- Χοπ! χοπ! έφτυσαν στις απαλάμες τους, πήραν φόρα κι άρχισαν να πηδούν το νεκρό.

Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, 
ΚΗ΄, Η επιστροφή του Ασώτου (σελ. 434-35)


Γρήγορο πεντοζάλι, Από το αρχείο της Βικελαίας Βιβλιοθήκης, Ηράκλειο.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου