Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

«Ένα λάθος - δυναμίτης που θα μας τινάξει στον αέρα...», Αντώνης Σαμαράκης, Το λάθος


Οι άνθρωποι δε χωρίζονται σ’ εκείνους που είναι με το Καθεστώς και σ’ εκείνους που δεν είναι .....

«
Πολύ πριν ξεκινήσω να το γράφω – το άρχισα το 1962 – µε βασάνιζε το πρόβληµα "ολοκληρωτισµός" (...) Ο ολοκληρωτισµός ήταν πάντα εδώ – και είναι και σήµερα, το 1996» έγραφε ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό του «1919 - », που κυκλοφόρησε το 1996. Αλλά τελικά δεν είναι το θέµα «ολοκληρωτισµός» που κάνει το βιβλίο τόσο µοντέρνο, έστω κι αν ο Σαµαράκης έβαλε µέσα τη δική του αυτοβιογραφική εµπειρία από τα ολοκληρωτικά συστήµατα που είχε ζήσει, τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου και την Κατοχή. «Το λάθος» είναι τελικά η διαρκής αναζήτηση της ελευθερίας, της «ενδόµυχης ελευθερίας», όπως έλεγε ο ίδιος ο Σαµαράκης, δηλαδή αυτής που έχει σχέση µε την ίδια την ανθρώπινη συνθήκη και την ανθρώπινη υπόσταση. 

Γραμμένο περίπου δύο χρόνια πριν από τη δικτατορία των συνταγµαταρχών, «Το λάθος» του Αντώνη Σαμαράκη έμελλε να αναγνωριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα αλληγορικά μυθιστορήματα σχετικά με τον ολοκληρωτισμό.

Ο Σαµαράκης κινήθηκε στην περιοχή των αρχετύπων, έτσι ώστε το µυθιστόρηµά του να µην έχει «εθνικά» χαρακτηριστικά. Η χώρα δεν κατονοµάζεται. Η εξουσία που την κυβερνά είναι «Το Καθεστώς». Η Μυστική Υπηρεσία Ασφαλείας της είναι η «Ειδική Υπηρεσία» και στρατηγείο της «Το Κεντρικό». Τα όργανά της είναι «ο προϊστάµενος»«ο ανακριτής» και «ο µάνατζερ» και το θύµα τους είναι «ο άνθρωπος του Καφέ Σπορ». «Το σχέδιο» είναι η µηχάνευση του καθεστώτος για να παγιδεύει τον άνθρωπο του Καφέ Σπορ. 

Στο τέλος ο άνθρωπος θριαµβεύει του µηχανισµού, όχι όµως χωρίς κόστος. Αυτό το τέλος δίνεται µυθιστορηµατικά από τον Σαµαράκη µέσα από µια καταπληκτική σκηνή κορύφωσης, τόσο λιτή, τόσο δραµατική και ταυτόχρονα µε τόσο χιούµορ. Και τι αίσθηση ρυθµού. 

Τελικά τίποτε δεν είναι τυχαίο. «Ο άνθρωπος του Καφέ Σπορ» στο βιβλίο έχει µορφή. Είναι ο ίδιος ο Αντώνης Σαµαράκης. Μια δική του φωτογραφία ταυτότητας, «ένα πρόσωπο εντελώς συνηθισµένο, από κείνα που συναντά κανείς χιλιάδες», γράφει ο ο συγγραφέας για τον ήρωά του. «Όταν το 1965 τελείωνα "Το λάθος", στη θέση του υπόπτου είπα να βάλω µια φωτογραφία από εφηµερίδα, να διαλέξω κάποιον που να δείχνει συνήθης ύποπτος... Τελικά βρήκα τη λύση: µια δική µου φωτογραφία όπου να δείχνω συνήθης ύποπτος». Ήταν µία φωτογραφία του 1951-52. Με γυαλιά και µουστάκι. 




«Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί»

Γέλασε και μου είπε, ενώ με κοίταζε κατευθείαν στα μάτια: 

«Είμαι ένας φιλήσυχος πολίτης»

Τότε ήτανε που άναψα: 

«Για το Καθεστώς "φιλήσυχος πολίτης" δεν σημαίνει τίποτα. Τίποτα! οι άνθρωποι χωρίζονται μόνο σ' εκείνους που είναι με το Καθεστώς και σ' εκείνους που δεν είναι.Για να είσαι εχθρός του Καθεστώτος, δε χρειάζεται να έχεις πράξει κάτι αντίθετο προς το Καθεστώς. Φτάνει να μην είσαι με το Καθεστώς, να μην έχεις να εμφανίσεις δράση θετική υπέρ του Καθεστώτος. Ναι, για το Καθεστώς ισχύει ο νόμος: «Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί»



Τίγρης είναι ο ποταμός που «όχι μόνο πνίγει αλλά και καταβροχθίζει».....

— Έλα προς το παράθυρο, μην κάνεις τον ακροβάτη, το ξέρω πως είσαι ένοχος, δεν είσαι ο «φιλήσυχος πολίτης» που έλεγες, τώρα μας το φανέρωσες ο ίδιος πως είσαι ένοχος, ομολόγησες πως είσαι ένοχος, προχώρησε λοιπόν προς το παράθυρο! του λέω και τον κοιτάζω κατευθείαν στα μάτια.[.....]

Δεν αντιδρά σε ό,τι του λέω, με κοιτάζει με το ίδιο χαμένο βλέμμα σα ν’ αντικρίζει όχι εμένα, κάποιον άλλον ή κάτι άλλο πέρ’ από μένα, μακριά στο βάθος του ορίζοντα, ενός ορίζοντα που δεν υπάρχει, πέρ’ από μένα είναι μόνον ο τοίχος που είναι η πόρτα του 717, σε λίγο θα χτυπήσει ο μάνατζερ, και τότε οι δυο μας, ο μάνατζερ κι εγώ, θα τον μπλοκάρουμε εκεί που πήγε και σκαρφάλωσε στη μαρκίζα, και θα τελειώσουν όλα πολύ άδοξα για τον κρατούμενο που ετόλμησε ν’ αποπειραθεί να δραπετεύσει, τον έχω ολοένα μπρος στα μάτια μου, στέκομαι στο παράθυρο με το πιστόλι στο χέρι, σκύβω λίγο έξω και του λέω :

— Τίγρης.

Την είπα αυτήν τη λέξη Τίγρης έτσι όπως αναπήδησε άξαφνα στη σκέψη μου, την είπα κατευθείαν και αυτοστιγμεί.

— Τίγρης, του είπα δεύτερη φορά, και με κοίταξε με βλέμμα ακόμα πιο πολύ χαμένο.
Τότε του λέω :

— Τίγρης, είναι ο μυστήριος ποταμός που τόση ώρα ψάχναμε οι δυο μας, το 4 καθέτως, ο ποταμός που «όχι μόνο πνίγει αλλά και καταβροχθίζει», τώρα δα μου ήρθε στο νου Τίγρης, το βρήκαμε επιτέλους!


Όχι, δεν μπορώ να τον παραδώσω.....

Και την ίδια στιγμή που του εξηγώ για το 4 καθέτως, την ίδια στιγμή που λέω και ξαναλέω Τίγρης, γίνεται μια καθίζηση μέσα μου, αισθάνομαι να βουλιάζω, να καταρρέω, η μικρή αυτή λέξη Τίγρης, που την είπα εντελώς αθώος και ανυποψίαστος για τα επακόλουθα που θα είχε, είναι δεμένη η λέξη με ολόκληρο το Σχέδιο του οποίου είμαι ο δράστης, είναι δεμένη με το θέατρο που εγώ έπαιξα εις βάρος του, η λέξη Τίγρης είναι η άκρη από ένα κουβάρι σπάγγο που την ετράβηξα και το κουβάρι περιστρέφεται, είναι σαν την άκρη από το μαντίλι που τραβάει από το ημίψηλό του ο ταχυδακτυλουργός κι από την άκρη τούτη αρχίζει να βγάζει συνέχεια, δεμένα το ένα με τ’ άλλο, πλήθος μαντίλια πολύχρωμα, μόλις είπα Τίγρης σα να φωτίστηκαν μ’ ένα φως αλλιώτικο όλα κείνα τα καθέκαστα που εγώ κι αυτός είχαμε ζήσει από το πρωί σήμερα, 7 η ώρα, που ξεκινήσαμε από το εσωτερικό προαύλιο της Ειδικής Υπηρεσίας, δεν μπορώ να τον παραδώσω, όχι, δεν μπορώ, αν δεν είχε περάσει το παράθυρο και γαντζωθεί στη μαρκίζα, αν δεν είχε την τελευταία στιγμή κάνει το πήδημα - ομολογία, αν δεν ένιωθα πως είναι ένοχος, αν όλα εξακολουθούσαν όπως ως την ώρα που σχηματίστηκε ρεύμα και φράκαρε ή πόρτα της τουαλέτας, τότε δε θα είχε ίσως γίνει μέσα μου η κατάρρευση, το ρήγμα, τώρα όμως το ξέρω πως είναι ένοχος, ο ίδιος μου έδωσε την απόδειξη της ενοχής του, εγώ είμαι που τον κατάφερα να σπάσει και να προσφέρει από μόνος του το δεδομένο που δεν το είχαμε και πιθανότατα δεν επρόκειτο να το έχουμε ως το τέλος, την ομολογία πως είναι ένοχος, το θέατρο που έπαιξα τόσες ώρες έφερε αποτέλεσμα, δεν μπορώ να τον παραδώσω, η ομολογία του είναι που μ’ εμποδίζει να τον παραδώσω, εγώ είμαι που τον έκανα να ομολογήσει, εγώ πού υποκρίθηκα πως έχω αισθήματα, πως έχω φιλική διάθεση, πως είμαι ένας άνθρωπος με καρδιά, εγώ που εφόρεσα προσωπείο ανθρώπου, που έπαιξα ρόλο ανθρώπου, τώρα όμως ανακαλύπτω πως δεν έπαιξα απλώς ρόλο ανθρώπου, ανακαλύπτω πως διασώζεται κάτι ανθρώπινο μέσα μου, δεν μπορώ να τον παραδώσω, τον βλέπω να στέκεται αντίκρυ μου και είναι σα να συνεχίζουμε ακόμα τη βόλτα μας στην πόλη, εμείς οι δυο, το Σχέδιο δούλεψε με ακρίβεια χρονομέτρου, έβαλα όλη μου τη δύναμη για να επιτύχει το Σχέδιο, αυτό το τέλειο Σχέδιο, δεν μπορώ να τον παραδώσω, ήμαστε παρέα οι δυο μας, είμαστε παρέα οι δυο μας, [….] μία μία έρχονται μπροστά μου οι εικόνες από τη βόλτα μας στην πόλη, το ξύρισμα στην «Ειλικρίνεια», η πρώτη περιπλάνηση, οι βιτρίνες που χαζέψαμε, η σύγκρουση που είδαμε ανάμεσα στους περιέργους, το «Καφέ Η Πρόοδος», οι δυο κοπέλες, η εξόρμηση στην πλαζ, οι πέτρες που ρίξαμε στη θάλασσα ποιος θα κάνει τα πιο πολλά γκελ, το ποδόσφαιρο με την ομάδα τα παιδιά, το λούνα - παρκ, «Το Σπίτι του Μυστηρίου», η περιπέτειά μας στο «Σπίτι του Μυστηρίου», η επιστροφή στο «Μέγα Εθνικόν», το λάδι φαγητού και το μπαμπάκι και η καρφίτσα και που έσκυψα να του βγάλω ένα ένα τ’ αγκάθια του αχινού, το σταυρόλεξο, το 4 καθέτως, Τίγρης είναι ο ποταμός που «όχι μόνο πνίγει αλλά και καταβροχθίζει», όχι, δεν μπορώ να τον παραδώσω.

...εγώ που εφόρεσα προσωπείο ανθρώπου, που έπαιξα ρόλο ανθρώπου.....
Anima Obscura , Photography by Aurelio Monge

Φύγε.......

— Φύγε! του λέω και τον κοιτάζω κατευθείαν στα μάτια.

Δε μου λέει τίποτα ούτε και που κάνει να φύγει.

— Φύγε! του λέω και τον απειλώ με το περίστροφο.

Εξακολουθεί να με βλέπει.

— Φύγε! του λέω τρίτη φορά.

Δεν προχωράει, μένει ακίνητος, ο μάνατζερ θα εμφανιστεί όπου να ’ναι.

— Φύγε! του λέω.

Το Σχέδιο δούλεψε άριστα, μόνο που γύρισε άξαφνα και δάγκωσε εμένα τον ίδιο, το Σχέδιο είναι ο σκορπιός που αυτοθανατώνεται.

— Φύγε! του λέω.

Και σκύβω και τον σημαδεύω, ένα τραίνο σφυρίζει βραχνιασμένο, έρχεται ή ξεκινάει, η βροχή πιάνει και πέφτει επίμονη, τον βλέπω μέσ’ από τη βροχή, τον βλέπω να διαλύεται στη βροχή, όχι, δε διαλύεται, στη μαρκίζα είναι.

— Φύγε! Φύγε τώρα, ειδάλλως θα σου ρίξω! διατάζω, ικετεύω.

Δεν έχουμε άλλα περιθώρια, να, ο μάνατζερ χτυπάει κιόλας την πόρτα, χτυπάει και χτυπάει, εγώ δεν ανοίγω την πόρτα.

— Φύγε!

Δεν υπακούει, η βροχή τον περιχύνει ολοένα, δεν μπορώ να τον παραδώσω, ο μάνατζερ χτυπάει δυνατά, πολύ δυνατά, με το σώμα του πέφτει πάνω στην πόρτα, η πόρτα αντέχει.

— Φύγε!

Ο μάνατζερ πυροβολεί την κλειδαριά, η πόρτα υποχωρεί, ο μάνατζερ μπαίνει στο δωμάτιο, στέκεται ένα δευτερόλεπτο στο κατώφλι, το περίστροφο στο χέρι.

— Φύγε!



....ένα «τέλειο έγκλημα» που δεν είναι «τέλειο»....

Δεν μπορώ να τον παραδώσω, το Σχέδιο, το τέλειο Σχέδιο είναι σαν ένα «τέλειο έγκλημα» που δεν είναι «τέλειο», όλα τα είχαμε προβλέψει με κάθε λεπτομέρεια, όλα τα είχαμε υπολογίσει με μαθηματική ακρίβεια, όλα τα είχαμε αριστοτεχνικά εκτελέσει, όμως έγινε ένα λάθος, ένα λάθος και δεν προφταίνω αυτήν τη στιγμή να σκεφτώ περισσότερα, ο μάνατζερ μου καρφώνει τη ματιά του, δεν πιστεύει ό,τι βλέπει, ό,τι ακούει, εγώ, ο ανακριτής της Ειδικής Υπηρεσίας, ο έμπιστος του Καθεστώτος, ο φανατικός του Καθεστώτος, εγώ είμαι που λέω στον κρατούμενο Φύγε ! και προσπαθώ να τον κάνω να δραπετεύσει, ο μάνατζερ βέβαια δεν υποψιάζεται τι συνέβη μέσα μου, το Καθεστώς δεν είναι πια σε πρώτο πλάνο στη συνείδησή μου, στην καρδιά μου, ο άνθρωπος στη μαρκίζα είναι σε πρώτο πλάνο, εγώ και ο άνθρωπος της μαρκίζας είμαστε παρέα, μια βόλτα οι δυο μας στην πόλη, μια βόλτα οι δυο μας στη ζωή, δεμένοι ο ένας με τον άλλον με κάτι που δεν το είχαμε στην Ειδική Υπηρεσία προϋπολογίσει, στο Σχέδιο υπάρχει ένα λάθος, στο Καθεστώς υπάρχει ένα λάθος, όχι, οι άνθρωποι δε χωρίζονται σ’ εκείνους που είναι με το Καθεστώς και σ’ εκείνους που δεν είναι με το Καθεστώς, ένα λάθος, κρίσιμο λάθος έχουμε κάνει, το Καθεστώς είναι διάτρητο από το ένα τούτο λάθος, ένα λάθος - δυναμίτη που θα μας τινάξει στον αέρα, δεν μπορώ να τον παραδώσω, είμαι σε θέση να ξέρω τι με περιμένει, όμως δε θα τον παραδώσω, δε θα τον προδώσω τον άλλον αυτόν άνθρωπο που με κοιτάζει από τρία μέτρα απόσταση, γαντζωμένος στη μαρκίζα, γαντζωμένος πάνω μου, ένα λάθος κυκλοφορεί παράνομα σε ό,τι θεωρούσαμε σίγουρο και απαρασάλευτο, ένα λάθος είναι κάπου εδώ γύρω μας, μέσα μας, ένα λάθος

— Φύγε!



...εγώ και ο άνθρωπος της μαρκίζας είμαστε παρέα.....

...εκεί που ένας κόκκος ανθρωπιάς αρκεί για να βραχυκυκλώσει την αμείλικτη τελειότητα του καθεστωτικού Σχεδίου.....

Βλέπει το μάνατζερ να σημαδεύει με το πιστόλι του τον ανακριτή, βλέπει το μάνατζερ να προχωράει από την πόρτα προς τον ανακριτή απειλητικός και δισταχτικός μαζί και με τα μάτια και το περίστροφο καρφωμένα στον ανακριτή, βλέπει τον ανακριτή από τη μια να στρέφει το πιστόλι του καταπάνω στο μάνατζερ, έτοιμος να του ρίξει για να του κλείσει το δρόμο προς το παράθυρο, κι από την άλλη να κοιτάζει αυτόν στη μαρκίζα και να του λέει ακόμα μια φορά Φύγε! και τώρα βλέπει το μάνατζερ, που σα να βεβαιώθηκε επιτέλους για ό,τι συμβαίνει, πυροβολεί τον ανακριτή και τον χτυπάει στο δεξί χέρι, το πιστόλι του ανακριτή πέφτει στο πάτωμα, το αίμα αναπηδά, τώρα μόνο που ο ανακριτής διπλώνεται και παραπατάει, τώρα μόνο αισθάνεται πως δεν ήτανε κόλπο το Φύγε ! που τόση ώρα του έλεγε, δεν ήτανε κόλπο, δεν ήτανε παγίδα, τώρα μόνο αισθάνεται πως ήτανε αληθινό το Φύγε! και τώρα μόνο τον ωθεί ένα ένστικτο να τρέξει πλάι στον ανακριτή, να τον πιάσει μες στα χέρια του, να του σταθεί φίλος, να του σταθεί με τη σειρά του φίλος, κάνει ένα βήμα στη μαρκίζα προς το παράθυρο, κάνει άλλο ένα βήμα, ο μάνατζερ στέκεται και τους έχει και τους δυο μπροστά στην κάνη του πιστολιού του, η βροχή πέφτει συνέχεια, η μαρκίζα γλιστράει, κάνει να κρατηθεί από τον τοίχο αλλά η μαρκίζα γλιστράει, γλιστράει, μόλις που προφταίνει να δει την εσωτερική αυλή να ’ρχεται καταπάνω του, την εσωτερική αυλή με τις μεγάλες τετράγωνες πλάκες σαν ένα σταυρόλεξο με οριζοντίως και καθέτως.


Αντώνη Σαμαράκη, Το λάθος, εκδόσεις Ελευθερουδάκη






Από το βιβλίο στην ταινία....

Με βάση το μυθιστόρημα γυρίστηκε το 1975 ταινία στη Γαλλία από τους Jean-Claude Carrière και Peter Fleischmann, με τον τίτλο La faille.( Μουσική: Ennio Morricone). Παρά τους λαμπρούς συντελεστές η ταινία δεν ευτύχησε καλλιτεχνικά. Εμπορικά πήγε καλύτερα.

Η ιστορία αρχίζει μ’ ένα αφηγητή, ο οποίος είναι μέλος μιας ομάδας πρακτόρων, που δουλεύουν για μια Ειδική Υπηρεσία. Από ένα έγγραφο μαθαίνουμε πως τέσσερις ύποπτοι που πιάστηκαν για τη μεταφορά προκηρύξεων κατά του καθεστώτος ομολόγησαν την ενοχή τους. Σε μια καινούργια υπόθεση που ονομάζεται «Υπόθεση Καφέ Σπορ» τα πράγματα περιπλέκονται. 

Από τους δύο συλληφθέντες ως μέλη αντικαθεστωτικής οργάνωσης, ο ένας αυτοκτονεί και ο άλλος ανακρίνεται από ένα σκληρό άντρα, αλλά δεν ομολογεί ούτε δίνει κανένα στοιχείο για τους συντρόφους του. Αυτό όμως δεν πτοεί τον ανακριτή, ο οποίος διατυπώνει μια καφκική φράση, «Δεν μπόρεσε ν’ αποδείξει πως είναι με το καθεστώς, όχι. Άρα είναι εναντίον».

Michel Piccoli (Investigator), Ugo Tognazzi (Georgis), Mario Adorf (Manager)

«Από την πρώτη στιγμή μας δίνει την εντύπωση πως είναι γραμμένο σύμφωνα με τις απαιτήσεις ενός κινηματογραφικού σεναρίου. Η δράση του αρχίζει με ένα αυτοκίνητο στο πρώτο πλάνο που τρέχει πρωί με ταχύτητα 110 χιλιομέτρων, σε μια πλατιά εθνική λεωφόρο. Δυο πράκτορες της μυστικής υπηρεσίας για την ασφάλεια του καθεστώτος και ένας ύποπτος, κρατούμενος, κατευθύνονται στο λιμάνι απ’ όπου με το φέρι μποτ θα περάσουν στην πρωτεύουσα».

Μ.Γ. Μερακλής, «Άτομα και καθεστώτα», περιοδικό Εποχές, Μάρτιος 1967




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου