Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Γιάννης Τσαρούχης, ένας αναρχικός αστός, «Ο Έλλην έχει ανάγκη το θραύσμα ενός καθρέφτη, λίγο νερό και λίγες τρίχες ή και πολλές».


Ο Γιάννης Τσαρούχης συνομιλεί με τον Δ.Ν. Μαρωνίτη και τους εκδότες του περιοδικού Λέξη, Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο


- Με τις αλλεπάλληλες ανατροπές και επανατοποθετήσεις που επιχειρεί ο σύγχρονος κόσμος στις κλίμακες των αξιών του, ποιο βλέπετε να προβάλλει σήμερα ως το «ύψιστο αγαθό» του νεοελληνικού κοινωνικού ή πολιτιστικού βίου;

— Η κοινωνική άνοδος που πραγματοποιείται συνήθως μ’ έναν καλό γάμο ή με
καλλιεργημένες, κοσμικά ωφέλιμες, σχέσεις, συγχέεται στην Ελλάδα με την πνευματική άνοδο. Ένα είδος αιθούσης αναμονής καταντά η ζωή του καλλιτέχνη, αν διακρίνεται για την κατάλληλη διακόσμηση και την κοινωνική άνοδο των αναμενόντων. Όλη η κοινωνική οικογένεια σήμερα, περισσότερο από άλλοτε, περιμένει τη μεγάλη ευκαιρία. Τόσο πολύ, που συχνά παθαίνει αντικατοπτρισμούς και παίρνει το τίποτε για μεγάλη υπόθεση και για μεγάλο μέλλον. 
Μιλώντας κάποιος παλιός Γάλλος για τον Βατώ λέει ότι «ses oeuvres sont accrochées dans les meilleurs cabinets de Paris».. Oι σημερινοί Έλληνες είναι πιο πρακτικοί: θεωρούν κάθε εργασία, ιδίως αυτή που λέμε δημιουργική, χαμένο κόπο και, με την ολιγάρκεια που χαρακτηρίζει το ρωμιό, εργασία θεωρούν πάντοτε μόνο το διορισμό. Κι είναι σωστό, αν δούμε την Ελλάδα όπως είναι. Όλα τα άλλα είναι φαντασίες ανισορρόπων ανθρώπων που νομίζουν ότι η πατρίδα τους τούς ανήκει κι έτσι το πρόβλημα περιορίζεται στο πώς θα στολίσουν τον προσωρινό, θα έλεγα, τρόπο διαβιώσεως. Δεν εννοώ τη γη προσωρινό τρόπο, όπως φαίνεται στα λόγια ενός αμανέ («χτυπώ νεκροί κι ανοίξετε, λίγο να καθαρίσω / τον τόπο τον παντοτινό όπου θα κατοικήσω»), αλλά τον νέο τρόπο που είναι, φευ, κι αυτός περαστικός και που είναι η αλλαγή που κάθε αλλαγή κόμματος επιφέρει.



Αυτοπροσωπογραφία του Γιάννη Τσαρούχη


— Το κύτταρο του ατόμου είναι άραγε τόσο ευπαθές, ώστε ν’ αλλοιώνεται απ’ τους εκάστοτε προσδιορισμούς της πολιτικής, δηλαδή της εξουσίας που του 
επιβάλλεται;


— Η μεγάλη
 πολιτική αγωνία συνίσταται ή μάλλον έγκειται στο αν οι οποιασδήποτε κατηγορίας υψηλά ιστάμενοι λαδώνονται. Όταν αυτό συμβαίνει, όλα πηγαίνουν καλά• αν όχι, τότε έχουμε, αναλόγως της συνοικίας που μένει κανείς, φασισμό, κομμουνισμό, σοσιαλισμό. Δεν θέλω να μιλήσω πολιτικά, αλλά ψυχολογικά. Ποιος καταλαβαίνει σήμερα ότι η δικαιοσύνη έχει γίνει τα ίδια και χειρότερα με τη βασιλεία, καθώς παίρνεις έναν μέτριο άνθρωπο, γεμάτο πάθη και τον κάνεις τύραννο; 

Όλοι οι Έλληνες είναι αντιφασίστες και βρίζουν τον φασισμό, γιατί κάποιος άλλος τους πήρε τη θέση. «Φασίστες όλου του κόσμου ενωθείτε κ.λπ.». Πρωτόγονος και ευφυής λαός, όλοι οι Έλληνες, ακόμη κι αν κάθονται σε ερείπια ή σε βράχια, ένα πράγμα έχουν απαραίτητα ανάγκη: το θραύσμα ενός καθρέφτη, λίγο νερό και λίγες τρίχες ή και πολλές. Η σύνθεση αυτή αποτελεί το κράνος της μεγάλης μάχης για τη ζωή. Είναι αμυντικό και επιθετικό όπλο. Μπορεί μ’ αυτό να κερδίσεις μάχες χωρίς να κινδυνεύεις πολύ, μάχες που θα χάνονταν από τον Μέγα Αλέξανδρο. Ο κόσμος είναι ένα φόντο ή ένας κάμπος. Δεν υπάρχει αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, όπως δεν υπάρχουν εσωτερικά. Είναι ο Έλληνας με φόντο άσπρο, με φόντο μαύρο, με φόντο χρυσό, κατά την περίσταση.



Ο Γιάννης Τσαρούχης και πίσω του ο πίνακας "Άγιος Σεβαστιανός" (1970)


— Πιστεύετε πως η όποια κακοδαιμονία της ελληνικής κοινωνίας οφείλεται στην ίδια της τη δομή ή σε ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τις μονάδες που την αποτελούν;

— Ο Έλλην,
όσο κι αν φανεί αυτό περίεργο, ενώ λατρεύει την οικογένειά του σα μια σκηνή μεγάλης επιτυχίας, έχει τη δύναμη να ισιώνει τις οικονομικές διαφορές, χωρίς να μπορείς να τον πεις κομμουνιστή. Η οικογενειακή ανοχή, που απαιτεί κι αυτή ένα λάδωμα, έχει όρια βέβαια. Η οικογενειακή αγάπη παρομοίως. Και απορώ πώς τα ελληνικά ή και τα ξένα μυθιστορήματα δεν τονίζουν ευκρινώς το πώς ζουν οι ήρωές τους, ποιος τους ταΐζει, ποιος τους πλένει και ποιος πληρώνει το χαρτζηλίκι τους. Αν αυτό το αντιλαμβάνονταν οι Έλληνες μυθιστοριογράφοι, θα είχαμε αποτελέσματα πιο μεγάλα από κείνα του Τολστόι, του Ντοστογιέφσκι και άλλων. 

Η σαφήνεια γι’ αυτά τα ζητήματα δίνει μια ανωτερότητα στα διηγήματα, αυτό το «κάτι άλλο» όπως λένε. Πραγματικά λυπάμαι που δεν έχω τον καιρό να γράψω ένα τέτοιο μυθιστόρημα. «Γιατί αυτός κι όχι εγώ;». Ή: «Ποιος είναι αυτός δηλαδή, εγώ δεν αξίζω; Ας με έκαναν, με διορισμό βέβαια, ηγέτη, και θα έβλεπες τότε». Αλλά αν η άνοδός σου σού δώσει ένα εξοχικό σπίτι και ένα αυτοκίνητο, η προοπτική του βίου σταματά εκεί.

Μια ελληνίς ηθοποιός έλεγε με απορία: «Αυτοί οι Ρώσοι που κάνουν πρόβα ένα χρόνο για το έργο, άμα μάθουν το ρόλο τους απέξω, τι κάνουν έπειτα;». Αντιθέτως, έβρισκε σωστό και πολύ φυσικό το ότι λαμβάνοντας μέρος σε τραγωδία, στην αρχαιότητα, απαλλάσσονταν της στρατιωτικής θητείας.

Η κατωτερότης της ελληνικής φυλής οφείλεται στο ότι δεν μπόρεσε να σχεδιάσει, από αρχαιοτάτων χρόνων, λεπτομερέστερα την κατάστασή του ανθρώπου μετά θάνατον. Αυτό όμως αποτελεί και την ευφυΐα της και την παραφροσύνη της.


Γιάννης Τσαρούχης - Αυτοπροσωπογραφία, 1978


— Εν πάση όμως περιπτώσει, η ευφυΐα αυτή και η παραφροσύνη διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερο ύφος, που μας διαφοροποιεί ως λαό και που, κατά κάποιο τρόπο, λειτουργεί ως γλώσσα κοινόχρηστη.

- Κάθε γνήσιος Έλλην φιλοτιμείται να δημιουργεί ένα ύφος δικιάς του γλώσσας, με βάση πάντοτε την οικογενειακή του γλώσσα. Με τον τρόπο που κανείς περιποιείται ένα μικρό περβόλι, επιπλώνει το δωμάτιό του, το σκουπίζει και το σφουγγαρίζει, αντιπροσωπεύοντας πάντοτε κάποιον άλλο, που κάνει το ίδιο για λογαριασμό του. Το ίδιο συμβαίνει με το ντύσιμό του. Ακολουθώντας μια γλώσσα ατομική και οικογενειακή, γίνεται απολύτως κατανοητός από τον άλλον, έκτος κι αν μια ανάγκη ή ένα πάθος υπερβολικό τον αναγκάσει να κάνει μια γλώσσα τεχνητή και ακατανόητη.



Μια συνομιλία του Γιάννη Τσαρούχη με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «η λέξη», τεύχος 51, γενάρης ’86)



Γιάννης Τσαρούχης, Αυτοπροσωπογραφία (1966)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου